Search This Blog

Wednesday, August 12, 2026

The Honey Badger



01. Ανδρών επιφανών

Το τελευταίο πράγμα που περίμενα τρώγοντας βραδιάτικα στα Mc Donalds ήταν να γνωρίσω μια κοπέλα που μου θα έκανε μετά από καιρό την καρδιά μου να χτυπήσει και πάλι δυνατά.

Αλλά ας μην προτρέχω.

Όλα ξεκίνησαν όταν με το μυαλό μου σούπα συνειδητοποίησα ότι είχα να φάω από εχθές, και έτσι έκανα ότι θα έκανε ένας αξιοπρεπής φοιτητής—έστω και διδακτορικός—στη θέση μου. Κατέβηκα στα Mc Donalds που ήταν πρακτικά δίπλα από εκεί που έμενα για να φάω ένα πλήρες και ισορροπημένο γεύμα…NOT.

Την πρόσεξα επειδή ήταν η μόνη μέσα στο μαγαζί που δεν κοίταζε κινητό.

Καθόταν μόνη της σ’ ένα τραπέζι κοντά στην τζαμαρία, σκυμμένη πάνω από ένα ανοιχτό βιβλίο τόσο χοντρό, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως φονικό όπλο. Δίπλα του είχε ένα τετράδιο γεμάτο μικρά, πυκνά γράμματα, ένα κίτρινο μαρκαδόρο για υπογραμμίσεις, χωρίς καπάκι, και έναν δίσκο με πατάτες που κρύωναν παρατημένες στη μοίρα τους. Κρατώντας το ποτήρι με το αναψυκτικό στο ένα χέρι, με το άλλο ακολουθούσε μια γραμμή στο βιβλίο.

Δεν διάβαζε απλώς. Είχε επιτεθεί στη σελίδα.

Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, κομμένα σ’ ένα ίσιο καρέ που σταματούσε στους ώμους της. Οι άκρες γύριζαν ελάχιστα προς τα μέσα, πλαισιώνοντας μια απίστευτα γλυκιά φατσούλα—η αδυναμία μου στο αντίθετο φύλο. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, γεμάτα χείλη και μεγάλα μάτια πίσω από στρογγυλά γυαλιά μυωπίας.

Μελιά μάτια.

Το διαπίστωσα όταν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της προς τον πίνακα του καταστήματος, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί είχε έρθει εκεί. Το φως από την τζαμαρία έπεσε επάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν ζεστά, σχεδόν χρυσαφιά.

Το υπόλοιπο πρόσωπό της, όμως, ακύρωνε κάθε υπόσχεση πραότητας.

Τα φρύδια της ήταν ελαφρά σμιγμένα από τη συγκέντρωση και το στόμα της ήταν το σφιγμένο, πεισματάρικο. Δεν υπήρχε τίποτε εύθραυστο στον τρόπο που καθόταν. Ούτε στη ράχη της, ούτε στους γυμνούς ώμους της, ούτε στα πόδια της μέσα στο τζιν, σταθερά πατημένα στο πάτωμα.

Φορούσε ένα απλό λευκό καλοκαιρινό φανελάκι, του οποίου το φούσκωμα υπόσχονταν διακριτικά εξαιρετικές αναλογίες, και τζιν. Τίποτε κραυγαλέο. Τίποτε που να ζητάει προσοχή.

Την έπαιρνε μόνη της.

Κατέβασα το βλέμμα στο βιβλίο της. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω μόνο έναν τίτλο κεφαλαίου, κάτι για οπλισμένο σκυρόδεμα, και ένα διάγραμμα με μια δοκό που είχε δεχτεί περισσότερα φορτία απ’ όσα της αναλογούσαν.

Ένιωσα μια παράλογη συγγένεια με τη δοκό.

Είχα πάει απλά να φάω κάτι πριν επιστρέψω στο διδακτορικό μου, το οποίο ύστερα από τριάμισι χρόνια είχε πάψει να αποτελεί ακαδημαϊκή φιλοδοξία και είχε μετατραπεί στην κατάρα της ύπαρξής μου. Το σχέδιο ήταν απλό: burger, αναψυκτικό, λίγη ώρα μακριά και αλάργα από πεπερασμένα στοιχεία, και μετά επιστροφή στην κόλαση.

Αντί γι’ αυτό, στεκόμουν με τον δίσκο στα χέρια και κοιτούσα μια κοπέλα να μασάει αφηρημένα μια πατάτα, χωρίς να αποσπά ούτε δευτερόλεπτο την προσοχή της από την αστοχία μιας κολόνας.

Δεν χαμογελούσε. Δεν πόζαρε. Δεν είχε αντιληφθεί καν ότι την κοιτούσα.

Και πάλι, υπήρχε κάτι σχεδόν προκλητικό στην απόλυτη αδιαφορία της για οτιδήποτε δεν βρισκόταν πάνω στη σελίδα. Σαν να είχε διαιρέσει ολόκληρο τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: σε όσα άξιζαν την προσοχή της και σε όσα μπορούσαν να περιμένουν.

Η τύχη με βοήθησε να μπορώ να κάτσω σε διπλανό τραπέζι χωρίς να καρφωθώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω καν τι έκανα εκεί, από τη φύση μου, και αν εξαιρέσεις την κολλητή μου την Ιωάννα—ή Τζο, όπως θέλει να την αποκαλούν—είμαι αρκετά συνεσταλμένος σε ό,τι έχει να κάνει με το αντίθετο φύλο.

Ή ίσως είμαι αυτό που με κατηγορεί η Τζο, χαλβάς. Η ίδια ορκίζεται ότι είμαι ωραίος άντρας αλλά από την άλλη τα αγοράκια δεν είναι του γούστου της.

Η αλήθεια είναι ότι πριν γίνει κολλητή μου μου είχε ρίξει μια μεγαλοπρεπέστατη χυλόπιτα που είχε κάνει το κεφάλι μου να γυρίσει τρεις φορές. Από την άλλη, πάλι, ούσα φοβερό τυπάκι, με είχε κερδίσει ο αέρας της και το χιούμορ της.

«Και αν μου φας καμιά γκόμενα,» της είχα πει αστειευόμενος, καθώς η Τζο είναι girls only, «ψωμί κι αλάτι.»

Και από πέρσι, που της έκανα την γνωριμία με την πρώτη μου ξαδέρφη, την Αλεξία, η οποία ανακάλυψα μέσω της Τζο ότι είναι επίσης girls only και η Τζο τρελά του γούστου της, έχει λυσσάξει να με «αποκαταστήσει.»

«Άσε με ρε βάσανο!» ήταν η μόνη μου επωδός, αλλά κάπως την είχε δει θηλυκός—καίτοι μονογαμικός—Barney Stinson με εμένα να κάνω τον Ted.

Anyway, πίσω στα δικά μας, κάποια στιγμή παραδόθηκα τελείως και απλά έμεινα να την κοιτάζω, μου ήταν αδύνατο να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της.

Και όταν με πήρε χαμπάρι, ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.

«Τρέχει τίποτα;» με ρώτησε στην ψύχρα; «Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;»

«Όχι, όχι!» βιάστηκα να της απαντήσω. «Σας ζητώ συγνώμη για την αδιακρισία,» της έκανα.

Με κοίταξε εξεταστικά για μερικές στιγμές—σας το ορκίζομαι, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου—και μετά γύρισε και πάλι στο βιβλίο της. Δυο λεπτά αργότερα με έπιασε πάλι στα πράσα να την κοιτάω.

«Δε θα τα πάμε καλά,» μου είπε αλλά όχι ακριβώς με ζωνάρι της λυμένο για καυγά, πιο πολύ σαν ζοχαδιασμένη διασκέδαση... δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. «Σάμπως και δε σε κόβω μετανιωμένο.»

«Πιθανότατα γιατί δεν είμαι,» της είπα χαρίζοντας της ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Συγνώμη για την αδιακρισία σας ζήτησα, δεν ισχυρίστηκα ότι το μετάνιωσα.»

Αν κρίνω από τη ματιά της, μάλλον δεν περίμενε τέτοια απάντηση. «Πολιτικός Μηχανικός;» την ρώτησα.

«Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω,» ήταν η απάντησή της, αλλά αυτή τη φορά πιο χαλαρή, σχεδόν χαμογέλασε αδιόρατα.

«Μιχάλης,» της είπα. «Και αν ζήσω, έζησα.» Και εκεί γέλασε... και σας το ορκίζομαι η καρδιά μου έχασε μερικούς χτύπους.

«Μελίτη,» μου απάντησε, και το όνομά της ήταν το δεύτερο πράγμα που ερωτεύτηκα πάνω της. «Όσο για το άλλο,» συνέχισε, “the jury is still out!”

«Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος,» συνέχισα να αστειεύομαι, προσπαθώντας να συνεχίσω το ping-pong. «Αν και θα προτιμούσα κάτι πιο ηρωικό από καρφωμένο πλαστικό πιρούνι, beggars can’t be choosers!»

Χαμογέλασε και πάλι. «Δε χρειάζομαι μαχαιροπίρουνα,» μου είπε πειρακτικά.

«Οκ, σημειώνω: Μελίτη, assassin guild, όχι γκουρμεδιάρα!»

“Your powers of deduction are impressive,” μου απάντησε και παρά την ειρωνεία το χαμόγελο της φαινόταν ειλικρινές, χαλαρό.

«Και μιας και τα Mc Donalds δεν φημίζονται για τα βραβεία Michelin τους, το βουλώνω!» συνέχισα το πείραγμα.

Χαμογέλασε ξανά και με κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, μαλάκα μου ένιωσα και πάλι σα βαλίτσα σε αεροδρόμιο.

«Πολιτική μηχανικός,» μου απάντησε τελικά.

«Τι έτος αν επιτρέπεται;» την ρώτησα και συμπλήρωσα στα γρήγορα «Θα με κλάψει που θα με κλάψει η μάνα μου ας πάω…» είπα και σταμάτησα και την κοίταξα σκανταλιάρικα.

«Ας πας;» με ρώτησε, δείχνοντας αν μη τι άλλο διάθεση για παιχνίδι.

«Πληροφορημένος!» της απάντησα deadpan, και αυτή τη φορά της ξέφυγε ένα ροχαλητό.

«Τρίτο έτος,» μου απάντησε, clearly amused που λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

«Συνάδελφος, λοιπόν!» της απάντησα και συνέχισα αστειευόμενος.

«Έτος;» με ρώτησε δείχνοντας για πρώτη φορά στη βραδιά ενδιαφέρον.

«Κατά κάποιο τρόπο κι εγώ τρίτο,» της είπα. «Διδακτορικού,» συμπλήρωσα αναστενάζοντας.

«Και για να προσπαθείς να με πουντιάσεις καλοκαιριάτικα,» έκανε για πρώτη φορά αστείο, «τι καλά που πάει;»

«“Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο οι διδακτορικοί φοιτητές το ξέρουνε μόνο,” που λέει και το γνωστό άσμα.»

«Από οπτική καθαρά στατικής,» συνέχισε το παιχνίδι, «είναι όντως κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια… και δεν είναι ο βοριάς το μεγαλύτερο πρόβλημα!»

“Touche!” της απάντησα. Και εκεί αποφάσισα να κάνω ένα στρατηγικό διάλειμμα. «Σε αφήνω στην ησυχία σου, να φάω κι εγώ το burger μου γιατί κοντεύω να γίνω walking x-ray image, και ότι θες σφύρα!»

«Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι άλλη μια μερίδα πατάτες,» μου δήλωσε. «Και να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω μεθαύριο.»

«Όπως λέει και η Τζο, η κολλητή μου, “Αν πεινάς και νυστάζεις, τότε φάε και κοιμήσου!”»

«Χα!» μου έκανε ειρωνικά. «Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρεις;»

«Αρχιτέκτονες,» της έκανα ανασηκώνοντας επιδεικτικά τους ώμους μου. «Καμιά επαφή με την πραγματικότητα!»

«Μην το λες σε μένα, στη φίλη σου τη Τζο, πες το!»

«Ναι… υπάρχει ένα θεματάκι!» της είπα καθώς εκεί μου ήρθε ξαφνική αναλαμπή. «Αν της το πω θα με φυτέψει επί τόπου…»

«Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος!» μου είπε πειρακτικά.

«Αποκλείεται!» της απάντησα κατηγορηματικά. «Υπάρχει αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Μαχαιροπίρουνο Mc Donalds ή τέφρα!»

Long story short, στο τέλος της βραδιάς είχα το Viber της. Ή, έστω, έναν αριθμό ο οποίος ήλπιζα να είναι πράγματι ο δικός της—έχει καεί η γούνα μου στο παρελθόν. Δεν ήθελα να φανώ πιεστικός οπότε το μόνο που έκανα ήταν να πω τα ψηφία ένα-ένα αργά για επιβεβαίωση.

Μεταξύ μας δεν φαινόταν για τύπος που θα χρειαζόταν να μου κάνει κόλπα για να με ξεφορτωθεί, όπως την είχα κόψει μια χαρά θα μπορούσε να μ’ έχει διαολοστείλει εξ αρχής.

Τι τα θες; Όποιος καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι.

Και μιας και είπα γιαούρτι, αύριο θα έπρεπε να κατέβω και για ψώνια καθώς, πέρα από τις μπύρες, το ψυγείο μου ήταν πιο άδειο και από την κλούβια μου την κεφάλα όταν αποφάσισα να κάνω διδακτορικό…


02. It’s a date, then!

Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής (Τζο, Αλεξία, Στέλιος—παιδικός φίλος, έτερο ρεμάλι, διδακτορικός και του λόγου του στη σχολή ναυπηγών, μπουζουξής και μπουζούκι μαζί) ήταν ότι δεν είχα περάσει απαρατήρητος στη μικρά, και λέω μικρά γιατί όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν πάνω-κάτω γύρω στα εικοσιπέντε με εικοσιέξι.

«Κοίτα να δεις ρε που μια μέρα τον άφησα μόνο και ξεχαλβάδιασε!» μου είπε μάλιστα η Τζο.

«Τι μια μέρα μωρή;» της είπα με όλη μου την αγάπη. «Μια εβδομάδα γκομενίζατε με την Αλεξία στην Πάρο!»

«Αχ-αχ-αχ» έκανε το άλλο το όργιο σαν τη Βασιλειάδου στην «Ωραία των Αθηνών,» γεννώντας ασυναίσθητα στο μυαλό μου εικόνες που θα προτιμούσα να είχα αποφύγει, καθώς κάπως ήμουν σίγουρος ότι το «αχ-αχ-αχ» της δεν οφειλόταν στο ότι πάτησε κανένα αχινό, και είναι πρώτη μου ξαδέρφη τρομάρα της.

«Όχι παίζουμε!» συμπλήρωσε αυτάρεσκα την καταστροφή η άλλη η μαλάκω, γιατί αλλοίμονο.

“Niiiiiiice!” είπε ο Στέλιος, μάλλον έχοντας κάνει και εκείνος ανάλογη νοητική εικόνα—εκείνου χωρίς τα δικά μου κολλήματα.

Η Αλεξία έκανε ότι φυσάει την κάνη του όπλου, και εκεί αποφάσισα να επιστρέψω στο θέμα μας, γιατί δε θα πήγαινε καλά.

«Δείχνοντας αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση, κατάφερα και δεν της έστειλα μήνυμα το επόμενο πρωί!»

Σταμάτησα θεατρικά και φούσκωσα σα διάνος.

«Περίμενα μέχρι το μεσημέρι!»

«Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε μπαγάσα,» μου έκανε ο Στέλιος υψώνοντας το ποτήρι της μπύρας. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης!»

«Και κάπως έτσι ο χαλβάς που όλοι ξέρουμε και αγαπήσαμε, πήρε προαγωγή σε Φαρσάλων!» μου έκανε η Τζο, συνοδεύοντας το με ένα φάσκελο, να έχω να πορεύομαι.

«Τουλάχιστον δεν μου βγήκε Βαγγέλης αυτή τη φορά,» είπα ανασηκώνοντας θεατρικά τους ώμους μου. «Ήταν όντως η Μελίτη!»

Και μετά τους περιέγραψα αναλυτικά τα πέντε-δέκα (δηλαδή μετρημένα επτά,) μηνύματα που ανταλλάξαμε.

Κάπως έτσι πήρα το θάρρος και τρεις μέρες αργότερα της έκανα μια πρόταση που δε μπορούσε να αρνηθεί.

«Καλησπέρα. Αν είσαι ελεύθερη το βράδυ κερνάω bic-mac! Τι λες για γύρω στις δέκα;»

(Στην αρχή ήθελα να προσθέσω και ένα “και δεν έχεις να κάνεις τίποτα καλύτερο” αλλά το πολιτμπιρό με συμβούλεψε ευγενικά—κοντολογίς με έκραξαν και οι τρεις—να αφαιρέσω την εν λόγω φράση γιατί εντάξει, είμαι χαλβάς, αλλά μη το διαφημίζω κιόλας!)

Έστειλα το μήνυμα και προσπάθησα να γυρίσω στην εργασία μου, και εμένα μου λες; Τελικά το έριξα στο να χαζεύω βίντεο στο tik-tok και αν τελειώσω ποτέ το διδακτορικό έτσι να μου τρυπήσετε τη μύτη.

Πέντε λέξεις, δε χρειάστηκε τίποτα παραπάνω.

“It’s a date then 😊” συνοδευόμενο μάλιστα και από χαμογελάκι.

Ναι, καλά το είπα, αν τελειώσω εγώ διδακτορικό έτσι, γράψτε μου.

Γράφοντας στα παλιά μου τα παπούτσια το ότι μπορεί να τους διέκοπτα από κάτι σημαντικό—δηλαδή αλλού το έγραψα αλλά τέλος πάντων, είμαι και gentleman—κάλεσα με τη μία το group.

«Ρε θα μας αφήσεις να τελειώσουμε καμιά δουλειά;» είπε ο Στέλιος ως ο πρώτος που απάντησε.

«Γιατί, δουλεύεις;» τον ρώτησα γνωρίζοντας πολύ καλά την απάντηση—του λόγου του ήταν στο τέταρτο έτος του διδακτορικού του, καλά του πήγαινε και εκείνου.

Δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί μπήκε το ζεύγος. Με μαγιό. Από την παραλία.

Κατάλαβες φίλε μου; Εγώ να γαμιέμαι στη δουλειάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ και αυτές να τσιλιμπουρδίζουν στη θάλασσα.

«Αν μ’ έκανες να φορέσω το πάνω μου χωρίς λόγο, θα σε γδάρω,» είπε η Αλεξία, φορτώνοντάς μου ακόμα μία νοητική εικόνα που θα προτιμούσα να αποφύγω.

«Και δεν το βγάζεις;» την τσίγκλησε ο Στέλιος. «Για σένα το λέω, όχι ότι έχω κανένα συμφέρον!»

«Να σε δω να τα λες αυτά μπροστά στη Βίκυ,» τον τσίγκλησε η Τζο, εννοώντας την κοπέλα του Στέλιου—και τέταρτο μέρος του Πολιτμπιρό—η οποία ωστόσο αυτό τον καιρό είχε κάτι τρεχάματα στη Γερμανία—τόπο καταγωγής της—και έλειπε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

«Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας!» συνέχισα εγώ μιμούμενος τον Σταρένιο. «Μας αγαπάνε!»

«Εντάξει, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα,» οπισθοχώρησε άτακτα ο Στέλιος καθότι η Βίκυ του έχει βάλει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι.

«Γι’ αυτό μ’ αρέσεις ρε Στέλιο,» του ανταπόδωσα στα ίσια. «Γιατί είσαι σκληρός καργιόλης! Την έχεις σκίσει τη γάτα!»

«Η κοτούλα κο--κο-κο, το κοκοράκι κι-κι-ρι-κι-κιιιιιιιιιιιιιι» του έκανε την καντάδα της η Αλεξία.

Και επειδή είχε αρχίσει να γίνεται τελείως τσίρκο τους επανάφερα άμεσα στην τάξη.

«Λοιπόν, αγαπητοί!» ξεκίνησα τον επικολυρικό. «Μαζευτήκαμε αυτή την όμορφη ζεστή καλοκαιρινή μέρα—»

«Ποιος μαζεύτηκε ρε αρχίδαμε;» δεν κρατήθηκε η Τζο. «Εμείς παραλία είμαστε!»

«Απαξιώ!» της έκανα θεατρικά. «Λοιπόν, σήμερα στις δέκα! Μου απάντησε “It’s a date then!”»

«ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!» έκαναν θεατρικά και οι τρεις, και μετά άρχισαν τα «Καλό βόλι», «καλό μπάρκο», «καλά κούλουμα», «καλά σαράντα» και «καλά κρασιά.»

Είναι να έχεις δίκτυο υποστήριξης.

Η απόφαση της πλειοψηφίας της κεντρικής επιτροπής—απαρτία δε μπορούσε φυσικά να σχηματιστεί λόγω απουσίας της Βίκυς—ήταν να ντυθώ casual, αλλά όχι του τύπου “βγήκα από το λαγούμι της εξεταστικής για να φάω και μετά να επιστρέψω στη σπηλιά μου” και να είμαι αραχτός κελάη (ήτοι: αραχτός και light)

«Μην το τρομάξεις το κορίτσι!»

As if, να πούμε.

Γιατί αυτό τον καιρό που τσατάραμε—δεν της ζήτησα από το πουθενά, έστω και με την ψυχή στα δόντια, να βγούμε έξω—είχα μάθει κάμποσα πράγματα για την αφεντιά της.

  • Καταγωγή από Κεφαλονιά.
  • Σκορπιός στο ζώδιο (και Καρκίνος εγώ, μια χαρά ταιριάζαμε σύμφωνα με την… επιστήμη, αν άντεχα το ξύλο.)
  • Aikido με μαύρη ζώνη και ένα νταν (γιατί αν είναι να φας ξύλο, μην το φας στο θεωρητικό!)
  • Αγγλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Ιταλικά παρακαλώ.
  • Είχε περάσει πρώτη στο έτος της (κι εγώ το ίδιο, και τι κατάλαβα;)
  • Δε χρωστούσε ούτε ένα μάθημα και μέχρι στιγμής ο μέσος όρος της ήταν πάνω από εννιά. (και ο δικός μου πάνω από εννιά ήταν, και τι κατάλαβα;—δις)
  • Είχε μηχανάκι (CBR-125 παρακαλώ!)
  • Είχε μια αδερφή, έξι χρόνια μεγαλύτερη που είχε σπουδάσει ιατρική και έκανε ειδικότητα.

«Λύσσαξες κι εσύ, δεν κράτησες κάτι να έχετε να πείτε το βράδυ!» με πείραξε η Τζο.

«Κάτι θα βρούμε!» είπα με σιγουριά, που δεν την ένιωθα ακριβώς, αλλά όπως λένε “Act as if you have faith, and faith shall be given to you,” ή αλλιώς “fake it until you make it.”

Οι ώρες μέχρι να βρεθούμε με τη Μελίτη πέρασαν βασανιστικά αργά, σαν τις διαλέξεις στο «Οπλισμένο Σκυρόδεμα– Ι» του έκτου εξαμήνου, που ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι με δαύτο έβγαζε τα μάτια της την πρώτη φορά που τη συνάντησα.

Αν έπαιρνε κατεύθυνση Δομοστατικού, το επόμενο εξάμηνο—γιατί μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου, δε θα είχα τελειώσει το διδακτορικό—θα είχε τη χαρά και την τιμή να με δει ως βοηθό στην «Ανάλυση Φορέων με Πεπερασμένα Στοιχεία.»

Στη σκέψη με έπιασαν και πάλι οι φοβίες μου. Εντάξει, δεν υπήρχε κάποιο απαγορευτικό μεταπτυχιακός φοιτητής—έστω στην περίπτωσή μου διδακτορικός—στο να κάνει σχέση με προπτυχιακή φοιτήτρια αλλά ξέρω γω; Μπορεί η Μελίτη να το έβλεπε στραβά και να είχαμε δράματα.

Θα μου πεις αυτό προϋποθέτει να υπάρχει σχέση, οπότε ναι, σάμπως και να προτρέχω κομμάτι. Αλλά, πάλι, όπως είχα μάθει και με το σκληρό τρόπο στην τρίτη λυκείου με την Ελευθερία, η ύπαρξη σχέσης, ακόμα και μακροχρόνιας, πάλι δεν σε προστατεύει από το να σου έρθει κατακούτελα.

Και ως γνωστόν εγώ φημίζομαι για την ψυχραιμία μου και τη δυνατότητά μου να αποκοπώ συναισθηματικά όταν χρειάζεται…NOT!

(Η σκηνή της Ελευθερίας να φασώνεται στην πενταήμερη στο club με τον αρχίδα τον Ιάσωνα, ακόμα με στοιχειώνει. Εγώ να γράφω απελπισμένα κατεβατά και αφιερώσεις και αυτή να παίζει το γιατρό με τον παπάρα μέσα στον κόσμο. Και μετά να εξαφανίζονται διά τα περαιτέρω…)

Ωραία που είχα περάσει στη Ρόδο…

Τέλος πάντων, οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί, επίσης με τους πεθαμένους, γιατί τι είναι ο έρωτας χωρίς λίγο πασπάλισμα από the Walking Dead?

I was spiraling again, που λέει και η Τζο, ρίχνοντάς μου φάσκελα με χέρια και με πόδια, και με τους άλλους τρεις να συμμετέχουν με ενθουσιασμό στο «βαράτε το μαλάκα το Μιχάλη!» Και εδώ που τα λέμε, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, η μαλακία μου είχε χάσει την μεταφορική της essence.

Δε βαριέσαι, ότι δε σε σκοτώνει σου κάνει γερά μπράτσα, να πούμε. Ή έστω γερό δεξί μπράτσο, καθώς το αριστερό μου χέρι αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί.

Με αυτές τις ευχάριστες σκέψεις η ώρα πήγε εννιά και μισή κι εγώ ούτε ντουζ δεν είχα κάνει, και το να πας στο ραντεβού σου σαν ιδρωμένος ασβός, δεν το λες και συνταγή επιτυχίας.

Καλά, όχι ότι μου πήρε και πολύ ώρα—εντάξει, δε δούλευα και οδοποιία στο λιοπύρι, να πούμε. Βασικά πιο πολύ ώρα μου πήρε να περιποιηθώ μουστάκι και μούσι παρά τα υπόλοιπα.

Με τούτα και με κείνα, λίγο πριν τις δέκα ήμουν στα McDonalds, ακριβώς την ώρα για να τρακάρω πάνω της.

«Καλώς την!» της έκανα χαρίζοντάς της το πιο γλυκό μου χαμόγελο.

«Καλησπέρα!» μου έκανε χαμογελώντας, αρκετά πιο συγκρατημένα, είναι η αλήθεια, οπότε άρχισε να τραγουδάει για καμπάνες και καμπαναριά ο inner Νομικός μου.

(Ναι, είμαι λίγο drama queen, sue me!)

“Let’s rock your world!” της έκανα, δείχνοντάς της να περάσει στα ενδότερα.

«Στα McDonalds;» με ρώτησε με ύφος που έδειχνε ξαφνικά να το διασκεδάζει. «Φιλόδοξος, μ’ αρέσεις!»

«Ό,τι μπορούμε κάνουμε δεσποινίς!» της έκανα αντιγράφοντας στην ψύχρα τον Εξαρχάκο από την γκαρσονιέρα για δέκα.

Και εκεί κάναμε να προχωρήσουμε μαζί και στουκάραμε ο ένας πάνω στον άλλον.

«Πάνω που νόμιζα ότι το rocking ήταν μεταφορικό!» μου έκανε χωρίς να χάσει beat.

«Εγώ και οι Queen,» της απάντησα, επίσης χωρίς να χάσω beat. «Μη μας περάσεις και για τίποτα τριτοδεύτερους!»

«Σας;» με ρώτησε σκανταλιάρικα. «Σχιζοφρενής;»

«Μεγαλοπρεπής!» της απάντησα, κερδίζοντας ένα αυθόρμητο γελάκι, και της έκανα ιπποτικό νόημα με το χέρι να περάσει.

Και αυτή τη φορά καταφέραμε να μη στουκάρουμε πάλι ο ένας πάνω στον άλλον! Καλά το λένε, η επανάληψη είναι η μαμά της μάθησης!


03. Ο Μπάμπης ο Φλου

Μια ιστορία θα σας πω για το Μπάμπη, το Μπάμπη το φλου. Που βασικά δεν είναι ιστορία για κάποιο Μπάμπη έτσι στο φλου αλλά περιλαμβάνει κάποιον πολύ συγκεκριμένο Μπάμπη: τον σύζυγο της Τριανταφυλλιάς.

Τριανταφυλλιά η οποία ήτο καλλίπυγος—διακορευμένη πολλάκις και ποικιλοτρόπως—πρώην κόρη, ετών τριάκοντα και επτά, και η οποία έβρισκε τον τότε εικοσι-δύο Ιουλίων yours truly πολύ του γούστου της.

Βέβαια, υπήρχε μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια: ήταν παντρεμένη με τον Μπάμπη και είχαν και ένα παιδί. Κρίνοντας το ιστορικό της μαζί μου, δεν θα τον έκοβα ότι το παιδί είναι δικό του, αλλά αυτός πάντως το αγαπούσε σαν δικό του.

Και κάπως έτσι γίναμε “δεν υπάρχει ευτυχία που να κόβεται στα τρία” και η σεμνή τελετή βάρεσε λήξη μια ατυχή μέρα που ο Μπάμπης παραλίγο να μας κάνει τσακωτούς επί τω έργω, και με μένα να καταλήγω, τρεις τα χαράματα, ξεβράκωτος στο μπαλκόνι του δευτέρου με τα ρούχα και τα παπούτσια στο χέρι, και όλα αυτά στα μέσα Φλεβάρη.

Ταρίφας ο Μπάμπης, και του είχε καθίσει βαρύ το βραδινό, και έτσι επέστρεψε σπίτι του—κομμάτι εσπευσμένα θα τολμούσα να ισχυριστώ.

Κυριολεκτικά με έσωσε το κόψιμό του, με το που επέστρεψε αιφνιδιαστικά στο σπίτι του, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να χωθεί τρέχοντας στην τουαλέτα, δίνοντάς στην Τριανταφυλλιά και μένα το χρόνο να ανασυνταχτούμε.

Δηλαδή εκείνη να κάνει ότι κοιμάται και εγώ να τουρτουρίζω στο μπαλκόνι και να κάνω τον καταδρομέα για να φύγω, καθότι—και δικαίως—θεώρησα προτιμότερο να γκρεμοτσακιστώ από τον δεύτερο από το να με πιάσει στα χέρια του ο Μπάμπης.

Καλή και του λόγου της, να βγάζει τα μάτια της μαζί μου, με το μωρό της να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, καλός και του λόγου μου που είπα «δε γαμιέται» όταν με πήρε τηλέφωνο να μου πει ότι ο Μπάμπης ήταν νυχτερινός, έχοντας στο νου μου ακριβώς το αντίθετο.

Και έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήμουν εγώ που είπα «τέλος» σε σχέση. Και (σ)χέστηκε τελείως η Τριανταφυλλιά, καθώς ωραία γυναίκα ήταν, μπορούσε να βρει πολλούς πρόθυμους… κηπουρούς.

Ωστόσο τους τρεις μήνες που έβγαζα τα μάτια μου μαζί της έμαθα κάτι πολύτιμο. Όχι, δεν έγινα ο μύστης του γυναικείου οργασμού και περιχώρων, αλλά η Τριανταφυλλιά με τον τρόπο της, μου έδειξε ποιο είναι το μεγάλο μυστικό.

Πρώτον: Δεν υπάρχει βασιλική οδός· κάθε γυναίκα είναι διαφορετική. Δεύτερον: Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο προσοχή στη λεπτομέρεια.

Ή—όπως έλεγε ο Αρκάς ειρωνικά με το στόμα του λιονταριού στον Παντελή, τον φροντιστή του ζωολογικού κήπου που καθάριζε τις ακαθαρσίες των ζώων στα κλουβιά τους—Η εμμονή στη λεπτομέρεια δείχνει τον επαγγελματία.

Έμαθα να μην παίρνω κατάκαρδα τις υποδείξεις την ώρα του φίκι-φίκι και των προκαταρκτικών αυτού, αλλά να τις βλέπω ακριβώς γι’ αυτό που είναι: καθοδήγηση. Να μάθω να ακούω τι της αρέσει και τι δεν της αρέσει. Να μάθω να ακούω τις ανάσες και τα τρέμουλα. Να καταλαβαίνω που πρέπει να γίνω πιο έντονος και που να κόψω ρυθμό.

Και πάνω απ’ όλα να μάθω να προσέχω λεπτομέρειες. Στο ντύσιμο. Στις αντιδράσεις. Στις μικρό-εκφράσεις. Στις απαντήσεις. Στις ερωτήσεις. Να ακούω χωρίς να μιλάω και να μιλάω χωρίς να στρέφω την συζήτηση σε εμένα αν η συζήτηση δεν ήταν για μένα.

Η Μελίτη, τώρα που την είδα για πρώτη φορά όρθια, ήταν πάνω-κάτω γύρω στο 1,65 (αργότερα έμαθα 1,67). Φορούσε καθημερινό υφασμάτινο παντελόνι με γαλάζια sneakers, που ταίριαζαν με το γαλάζιο μπλουζάκι της, με διακριτικό αλλά υπαρκτό ντεκολτέ. Ακόμα και το παντελόνι, πιθανότατα ασυναίσθητα, δεν είχε επιλεγεί τυχαία: τόνιζε διακριτικά τις καμπύλες της, ακριβώς τόσο-όσο.

Το μαλλί της είχε αυτό το χαλαρό «ατημέλητο στυλ» αλλά ήταν περιποιημένο. Τα νύχια της, σε αντίθεση με την πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί, ήταν βαμμένα σε ένα πολύ ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο τόνο του ροζ.

Μπορεί all-in-all αυτό να μην σήμαινε τίποτα περισσότερο, αλλά σήμαινε κάτι κατ’ ελάχιστο: Είχε περιποιηθεί την εικόνα της, έστω και για ένα ραντεβού στα McDonalds.

«Θα το κάψουμε, Κυρ-Στέφανε,» της δήλωσα ως νέα Βουγιουκλάκη όταν φτάσαμε στον πάγκο για να παραγγείλουμε, και μπορεί να μην έπιασε την αναφορά, αλλά δεν την άφησε αναπάντητη.

«Εντάξει, κι εμένα μ’ αρέσει το μπιφτέκι καλοψημένο, αλλά κάπου ώπα!»

«Η μοσχαρίσια;» τη ρώτησα αμέσως.

«Στο αίμα της!» μου απάντησε χωρίς περιστροφές. «Δρακουλιάρικα πράγματα!»

«Μ’ αρέσεις!» της έκανα με στόμφο.

«Λοιπόν, Romeo,» μου έκανε αφήνοντας την ατάκα μου αναπάντητη μεν, αλλά χωρίς να χαλάσει το παιχνίδι δε. «Καλά όλα αυτά αλλά μου έταξες rock and roll, και νηστικό αρκούδι δε χορεύει!»

«Τι λαχταρά η ψυχάρα σας;» της είπα.

«Χμμμ,» μου έκανε σα να το σκεφτόταν σοβαρά. «Δε θα έλεγα όχι για ένα Double big Tasty Mc Bacon και μια μεσαία μερίδα πατάτες.»

«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» της είπα. «Ψήνεσαι να μοιραστούμε και ένα tasty backet chicken? Μην αφήσουμε ζωντανό-για-ζωντανό αφάγωτο!»

«Αμέ!» μου απάντησε χωρίς περιττές τζιριτζάτζουλες. «Και μια Zero, για τη σιλουέτα!» συμπλήρωσε χαχανίζοντας.

«Sprite ή Coca-Cola;»

«Βγαίνει και σε Sprite;» με ρώτησε με απορία. «Κοίτα ρε να δεις τι γίνεται στον κόσμο ενώ εγώ βγάζω τα μάτια μου με Μητρωική Στατική!» έκανε θεατρικά. “If nothing else, I’m up for a challenge! Sprite!»

«“Οπλισμένο Σκυρόδεμα” δεν διάβαζες τις προάλλες;» την ρώτησα με απορία.

«Αυτό διάβαζα, αλλά σε σχέση με μητρωική στατική και πεπερασμένα στοιχεία ραβδωτών φορέων είναι βόλτα στο πάρκο!»

«Να σου πω ότι το διδακτορικό μου είναι σε πεπερασμένα στοιχεία ή θα μου ρίξεις το νταν που έχεις στο κεφάλι;» τη ρώτησα πειρακτικά.

Έβαλε τα γέλια. Είχε υπέροχο, κοριτσίστικο γέλιο, που έκανε την καρδιά μου να ρίξει ακόμα ένα διπλό toe-loop και τριπλό axel.

«Θα σε δείρω στο τραπέζι, καθότι πολιτισμένη!» μου είπε πειρακτικά.

Κάναμε την παραγγελία μας και η κοπέλα στον πάγκο μας είπε πως όταν ήταν έτοιμη θα μας φωνάξει. Επιλέξαμε και πάλι ένα τραπέζι στην άκρη, αυτό που την είχα δει να κάθεται τις προάλλες, και καθίσαμε αντικριστά.

«Δεν μπορείς να πεις, στα καλύτερα σε φέρνω!» της έκανα.

«Ομολογώ ότι έχει μια ενδιαφέρουσα δευτεροτυπία!» μου έκανε πειράζοντάς με και εφευρίσκοντας και μια νέα λέξη. «Εντάξει, με τσάκωσες στα πράσα!» συνέχισε. «Στα δεκαπέντε μου είχα βγει ραντεβού σε fast food στο Ληξούρι!»

«Μπορεί,» της είπα έχοντας ξαφνική έμπνευση, «ωστόσο εκεί απουσίαζε ένας εξαιρετικός παράγοντας. Εγώ!»

Γέλασε και πάλι. «Δώσε θάρρος στον χωριάτη!»

«Και τι χωριάτης, ε; Από τα βουνά της μαγευτικής Καρδίτσας!»

«Με σφραγίδα γνησιότητας και ΠΟΠ;»

«Χωρίς σφραγίδα, και ροκάς· να είναι καλά τα αδέρφια μου!»

«Έχεις αδέρφια;» με ρώτησε με απορία.

«Πολύ με συγκινείς που προσέχεις τι σου έχω γράψει στο Viber,» της έκανα προσπαθώντας να αστειευτώ και να κρύψω την πικρία μου.

«Από και κλείεται!» μου είπε με σιγουριά. «Θα το θυμόμουν!»

«Γι’ αυτό σου λέω, πολύ με συγκινείς!» συνέχισα το πείραγμα.

Χωρίς να πει λέξη έβγαλε το κινητό της από το τσαντάκι της και το άνοιξε και άρχισε να ψάχνει μέχρι που βρήκε τον εν λόγω διάλογο.

«Δίκιο έχεις…» μου είπε μετανιωμένη. «Είμαι γαϊδούρα ξεσαμάρωτη!»

«Είσαι,» της απάντησα, και σκάλωσε.

«Χμμμ… εδώ υποτίθεται ότι θα μου έλεγες “όχι, δεν είσαι, αυτά συμβαίνουν!”» μου είπε κοιτάζοντάς με καχύποπτα.

“I’m all about tough love!” της απάντησα χαμογελώντας με το ύφος της.

“Famous last words!” μου απάντησε με τη μία. «Να το θυμάσαι αυτό αν σε τουλουμιάσω!» συνέχισε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα.

«Κάτσε, εσύ είσαι η γαϊδάρα, εγώ θα φάω το ξύλο;»

«Κάποιο λόγο θα βρω να σε βαρέσω,» με διαβεβαίωσε. “As you say, it’s all about tough love!”

«Αυτά όταν μιλάμε για τις αδερφές των άλλων!» της απάντησα, κερδίζοντας ξανά το γέλιο της.

«Πόσο είναι τα αδέρφια σου; Δε μου το είχες γράψει αυτό!»

«Δεκαεννιά και δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτεροι, ο Γιώργος 45 και ο Δημήτρης 43,» της απάντησα και γούρλωσαν τα μάτια της.

«Και που νόμιζα ότι εγώ είχα μεγάλη αδερφή!» μου είπε και μετά γέλασε και πάλι σκανταλιάρικα. «Κι εσύ πώς προέκυψες; Διακοπή ρεύματος;» μου πέταξε κάνοντάς μου να μου ξεφύγει ένα δυνατό ροχαλητό.

«Ας πούμε πως το ινδιάνικο μου όνομα είναι τρύπια καπότα!» της είπα, ανταποδίδοντας το ροχαλητό.

Εκείνη τη στιγμή μας έκαναν νόημα ότι η παραγγελία μας ήταν έτοιμη και έκανε να σηκωθεί και εκείνη.

«Ρε κατς κατ!» της είπα σε άψογα Καρδιτσιώτικα. «Η πρόταση για έξοδο περιλάμβανε κέρασμα!»

«Καλά, μη μας δείρεις κιόλας!»

«Πολλά πράγματα μπορεί να είμαι αλλά όχι αυτοκτονικός!» της απάντησα.

“Attaboy!” μου έκανε χαχανίζοντας, και επειδή στο ταμείο είχαν αρχίσει και με αγριοκοίταζαν, πήγα να πάρω την παραγγελία. Ξύλο από εδώ και πέρα μόνο από τη Μελίτη!

(Εντάξει, και την παρέα μου…)

Γύρισα με το δίσκο με το φαγητό και με χαρά μου διαπίστωσα ότι η Μελίτη δεν ήταν από εκείνες που ντρέπονται. Εντάξει, πρώτο ραντεβού, δεν φάγαμε και σαν λιμοκτονούντες κανίβαλοι που ο Θεός στην άπειρη καλοσύνη του τους έστειλε ένα καλοθρεμμένο ιεραπόστολο, ωστόσο, και όλο της το φαγητό έφαγε, και σχεδόν το μισό bucket.

Όσο τρώγαμε δεν μιλούσαμε, ή—για να είμαι πιο ακριβής—δεν λέγαμε τίποτα περισσότερο από χαζομάρες για τη σχολή. Και μπράβο μας, καθώς όπως λέει και ο σοφός λαός «κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.»

Και μπορεί το fast-food να μην είναι ο ορισμός της υγιεινής διατροφής, αλλά μια χαρά γεμίζει το στομάχι με φαγητό—και το μυαλό με τύψεις για τις θερμίδες, that is αν δεν είσαι όρθιο στειλιάρι σαν του λόγου μου.

«Αααχ,» έκανα με απόλαυση όταν κατάπια και την τελευταία μπουκιά.

«Έσκασες;»

“I regret nothing!” της απάντησα χαϊδεύοντας την κοιλιά μου.

“At least one of us doesn’t have regrets!” μου είπε με ανεξιχνίαστο τρόπο, και άρχισαν και πάλι να βαράνε κουδούνια.

«Εντάξει, την επόμενη φορά σε σουβλατζίδικο,» προσπάθησα να αστειευτώ, αλλά η καρδούλα μου το ήξερε.

“LOL!” μου έκανε. “You know the way to a woman's heart,” συνέχισε, πάλι στα αγγλικά, αυτή τη φορά συνοδεύοντάς το με ένα πλατύ χαμόγελο. «Αλλά δεν αναφερόμουν στη σημερινή κραιπάλη!»

«Αλλά;» ρώτησα με περιέργεια.

«Στη μαλακία που έκανα και δεν πήγα πενταήμερη για να κάτσω να διαβάσω, το ζώον,» απάντησε και έριξε και ένα θεατρικό φάσκελο στον εαυτό της.

«Δε βαριέσαι ρε Μελίτη,» της είπα προσπαθώντας να την παρηγορήσω. «Κι εγώ που πήγα τι κατάλαβα;»

«Δεν πέρασες καλά;» με ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον.

«Απλά καλά; Τρίκαλα, Καρδίτσα και Λάρισα μαζί!» της απάντησα.

«Μιλάς με γρίφους γέροντα,» μου απάντησε, προφανώς ήξερε το ανέκδοτο.

«Ένα μήνα πριν την πενταήμερη, η τότε κοπέλα μου—και μιλάμε για σχέση από τις αρχές της πρώτης λυκείου—αποφάσισε να γίνει πρώην,» της απάντησα αναστενάζοντας.

«Δεν το πήρες καλά, ε;» με ρώτησε με συμπάθεια.

«Μην βγει παραέξω,» της είπα συνωμοτικά, «αλλά ήμουν και λίγο drama-queen στα νιάτα μου!»

(Οκ, ακόμα είμαι, αλλά δεν τα λένε αυτά φόρα-παρτίδα! Προετοιμάζω το έδαφος, που λένε, να το ανακαλύψει μόνη της χωρίς να της έρθει νταμπλάς! Στρατηγικός καργιόλης, που λέει και ο Στέλιος!)

Έκανε απότομα πίσω με έκπληξη. «Σοβαρά; Δε σε είχα κόψει για κλαψιάρη!» μου είπε.

«Γκρινιάρης,» τη διόρθωσα, «όχι κλαψιάρης!»

«Εντάξει,» μου είπε χαχανίζοντας. «Τό ‘σωσες!»

«Τέλος πάντων… περνούσα που περνούσα το δράμα μου, την είδα και στο κλαμπ να παίζει το γιατρό μ’ ένα μαλάκα συμμαθητή μου, και μετά να εξαφανίζονται…»

«Άουτς!» μου είπε συμπονετικά. «Καλά, εγώ δεν είχα τέτοια δράματα, μαλακία στο κεφάλι είχα!» συνέχισε αναστενάζοντας.

«Ναι αλλά πέρασες πρώτη!» της υπενθύμισα. «Ουδέν κακό αμιγές καλού!»

«Κάπως δε νομίζω ότι ήταν η πενταήμερη που έκανε τη διαφορά…» μου είπε με πικρό χαμόγελο. «Τέλος πάντων… υπάρχουν και χειρότερα!»

«Όπως;»

«Κοιτάξου στον καθρέφτη!» μου είπε γελώντας και μετά σοβάρεψε απότομα. «Εννοώ για αυτό που μου είπες!»

«Ναι βρε,» της είπα χαμογελαστός, «το κατάλαβα!»

Συνεχίσαμε την κουβέντα, μιλώντας για τα πάντα και το τίποτα και η ώρα πήγε σχεδόν μιάμιση χωρίς να το καταλάβουμε. Και, όχι τίποτε άλλο, αλλά τα συγκεκριμένα Mc Donalds είναι ανοιχτά επί εικοσιτετραώρου βάσεως,  οπότε δεν υπήρχε και κανείς να μας υπενθυμίσει την ώρα διώχνοντάς μας με τις κλωτσιές.

Αν και εγώ ήμουν που θα χρειαζόμουν θεωρητικά προστασία να μην κυκλοφορώ μόνος στο δρόμο, τη συνόδεψα μέχρι την πόρτα της πολυκατοικίας της—κοντά μέναμε!

«Σ’ ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά!» μου είπε πριν καληνυχτιστούμε.

«Εμείς να είμαστε καλά,» της απάντησα, «και να δεις τι σού ‘χω για μετά!»

«Σουβλατζίδικο;» με ρώτησε γελώντας. «Θα λιποθυμήσω!»

«Σε πάω λάου-λάου μη τρομάξεις και μου λακίσεις!»

«Εντάξει, αν με πας και σε πατσατζίδικο, θα ολοκληρωθώ η γυναίκα!» μου πέταξε και σας τ’ ορκίζομαι παραλίγο να κατουρηθώ.

Μπορεί να αποχαιρετιστήκαμε χωρίς φιλί, ωστόσο, απ’ όσα τουλάχιστον μπορώ να καταλάβω για τις γυναίκες, πέρασε όμορφα. Εννοώ, αν είχε βαρεθεί δε θα είχαμε κάτσει άλλα είκοσι λεπτά να χαχανίζουμε μπροστά στην είσοδο.

«Καληνύχτα!» μου είπε σχεδόν τρυφερά, και έκανε μεταβολή και μπήκε στην είσοδο και την περίμενα μέχρι που ήρθε το ασανσέρ.

Και μετά ξαναπέρασα από τα McDonalds και πήρα ακόμα ένα burger για το σπίτι, γιατί η καλή διάθεση μου ανοίγει την όρεξη!


04. Συνεδρίαση της Ολομέλειας

Δυο μέρες αργότερα, επί τη ευκαιρία και της επιστροφής της Βίκυς από το εξωτικό Ντίσελντορφ, και του ντουέτου της καταστροφής από την Πάρο, συγκλήθηκε εκτάκτως συνεδρίαση της ολομέλειας της κεντρικής επιτροπής. Ως τόπος διεξαγωγής επιλέχθηκε ομόφωνα το μαγαζί στου Ψυρρή που μια φορά στο τόσο έπαιζε μπουζούκι το μπουζούκι της παρέας.

Και τους είχα και νέα γιατί με τη Μελίτη το Σάββατο θα είχαμε και δεύτερο ραντεβού, αυτή τη φορά σε μπαρ στα Εξάρχεια. Σουβλάκια μετά!

Πάντως η κουβέντα ξεκίνησε με  τη Βίκυ να μας λέει για το μαγευτικό Ντίσελντορφ και τα τρεχάματα που είχε—βασικά κληρονομικά ήταν.

«Ευτυχώς που γύρισε γιατί το ρεμάλι παρά έχει πάρει αέρα!» την πείραξε η Αλεξία.

«Τι έκανες βρε ρεμάλι;» τον ρώτησε η Βίκυ, χωρίς να περιμένει εξήγηση.

«Τίποτα! Να φάω τα κόκκαλα του παππού!» της απάντησε ο Στέλιος. «Ένα καλό πήγα να κάνω, όχι για μένα και την ακούω και από πάνω» συνέχισε με ακόμα μεγαλύτερο θράσος. «Καλά το λένε, no good deed goes unpunished!»

(To put it in context, ο Στέλιος αντιπαθούσε σφόδρα τον συγχωρεμένο—ΝΟΤ—παππού του, πατέρα της μητέρας του, γιατί δεν έφτανε που ήταν αλκοολικός, ήταν και βίαιος. Η γιαγιά του—αλλά και η μάνα του μικρή—είχαν φάει ξύλο με το τουλούμι, μέχρι που τελικά η γιαγιά του βρήκε το κουράγιο, πήρε την κόρη της και μην τις είδατε.)*

«Το ρεμάλι,» είπε η Τζο δίνοντάς τον στεγνά, «είχε το θράσος να μας προτείνει να βγάλουμε το πάνω μέρος του μπικίνι.»

«Δεν ΣΑΣ πρότεινα!» είπε ο Στέλιος. «Η Αλεξία είναι που απείλησε το Μιχάλη ότι αν τις έκανε να βάλουν το πάνω μέρος του μαγιό τους χωρίς λόγο θα τον έσφαζαν στο γόνατο! Ε, κι εγώ είπα ότι δε χρειάζεται να χαλάμε τις καρδιές μας και να δέρνουμε το Μιχάλη, ας συνέχιζαν όπως ήταν πριν!» είπε σχεδόν με μια ανάσα.

(To put it in a context again, ξαδέρφη ή όχι, η Αλεξία έχει εντυπωσιακό rack, αν μ’ εννοείτε…)*

«Ορίστε, ομολογεί στην ψύχρα ότι θέλει να δει το βυζί μου!» είπε με πάθος εισαγγελέα-ανακριτή η Αλεξία, για να λάβει πληρωμένη απάντηση από την ίδια τη Βίκυ που ας το θέσουμε “ψήνει το ψάρι και από τις δυο μεριές.”

«Ε, εντάξει, κι εγώ θέλω!» της απάντησε στην ψύχρα.

«Άπιστη θα σε σφάξω!» πετάχτηκε ο Στέλιος.

«Τι είπες, μωρό μου;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Άπιστη, θα με σφάξεις!» της απάντησε η κοτάρα.

“Attaboy!” του έκανε η Βίκυ και προς επίρρωση το συνόδεψε με ένα pat-pat, κάνοντάς μας να βάλουμε όλοι τα γέλια.

Και μετά πιάσαμε τα δικά μου, και για χάρη της Βίκυς είπα ξανά την ιστορία από την αρχή, και άλλο που δεν ήθελα, και ήταν και ευκαιρία να τους γεμίσω trivia για τη Μελίτη.

«Ακούστε φάση! Την αδερφή της την λένε Χαριτίνη, από την μητέρα του πατέρα της, και αρχικά σκόπευαν να την ονομάσουν Παρασκευή, από τη μητέρα της μάνας της.»

«Μπρρρρ» έκανε η Τζο, και δεν την αδικώ. Βασικά την ίδια ακριβώς αντίδραση είχε και η Μελίτη όταν μου είπε την ιστορία.

«Και ήταν η ίδια η κυρά-Παρασκευή που έβαλε βέτο! “Σιγά μην το βγάλουμε Παρασκευή το παιδί! Σας το απαγορεύω!”»

«Σκληρή καργιόλα!» παρατήρησε η Αλεξία.

«Τω όντι!» απάντησα. «Αλλά με γούστο, έτσι; Εκείνη ήταν που πρότεινε το Μελίτη, από το χρώμα των ματιών της!»

«Μαλάκα φαντάζεσαι να την λέγανε Μελένια;» είπε ο Στέλιος.

«Ρε δεν πάνε να την λέγανε και Χαμογελάιδα,» είπε η Τζο γελώντας. «Ο Μιχαλάκης την έχει κάνει τσιχλόφουσκα τη λαμαρίνα!»

Μπορεί εγώ και ο Στέλιος να το παίζαμε ακόμα φοιτητές, αλλά οι υπόλοιπες τρεις δουλεύανε το πρωί και έτσι παρά την διάθεση, δεν το τραβήξαμε μέχρι αργά. Πριν το διαλύσουμε όμως δώσαμε ραντεβού για Κυριακή το πρωί να πάμε για μπάνιο προς τα νότια. Ο Στέλιος θα πήγαινε με τη Βίκυ, και θα τους βρίσκαμε εκεί εγώ με την Αλεξία και την Τζο.

Και φυσικά όταν με ρώτησαν που θα πάμε το Σάββατο, δεν τους απάντησα. Καλά παιδιά και άγια, αλλά είναι μεγάλα trolls και ως ο χαλβάς της παρέας είμαι από τους αγαπημένους στόχους.

Πριν κανένα εξάμηνο είχα blind date με μια τύπισσα που ανταλλάσσαμε μηνύματα στο Fb. Δεν ήταν ακριβώς blind, εννοώ ότι είχαμε δει φωτογραφίες ο ένας του άλλου αλλά το τρολλάρισμα που έφαγα από τα μαλακιστήρια πήγε σύννεφο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή έκανα τη μαλακία και τους είπα που θα πήγαινα, ήρθαν και οι τέσσερεις εκεί για να με θαυμάσουν και νόμιζα ότι θα μου έρθει κόλπος.

Και φυσικά, επειδή όταν το σύμπαν γαμιέται, δεν αστειεύεται, το blind date πήγε κατά διαόλου και η τύπισσα προφασιζόμενη κάτι έκτακτο έγινε μπουχός και μην την είδατε. Τουλάχιστον είχε την αξιοπρέπεια να μου πληρώσει τα δικά της πριν φύγει, γιατί αν εκτός από κερατάς έβγαινα και δαρμένος δε θα με ξέπλεναν Νείλος με Αμαζόνιο, Δούναβη, Ρήνο μαζί.

Καλά, όχι ότι γλίτωσα το δούλεμα έτσι, με πήρε και με σήκωσε εκείνο το βράδυ. Δε βαριέσαι… όπως λέει φιλοσοφημένα και ο Στέλιος αν είναι να γίνεις ρόμπα ξεκούμπωτη, μην γίνεις απλά ρεζίλι. Γίνε θρύλος!

Και κοίτα να δεις που η Μελίτη έγινε η αιτία να επιστρέψω με περισσότερη όρεξη στο διδακτορικό μου, πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι θα πάρω σύνταξη και το διδακτορικό θα είναι «ακόμα ένα εξάμηνο.»

Και όλα ξεκίνησαν την Πέμπτη, δυο μέρες πριν το ραντεβού από ένα τηλέφωνο. Yup, δεν μου έγραψε στο Viber με πήρε κατευθείαν.

«Παρακαλώ;» απάντησα στο τηλέφωνο, βλέποντας ένα άγνωστο νούμερο.

«Έτσι! Να παρακαλάς!» άκουσα τη φωνή της Μελίτης να χαχανίζει στο τηλέφωνο.

«Μελίτη;» ρώτησα με δυσπιστία, πραγματικά δεν πίστευα στ’ αφτιά μου.

«Μήπως ενοχλώ;» ρώτησε αυτή τη φορά πιο διστακτικά.

«Όχι παιδί μου, τι λες;» της είπα. «Τι κάνεις;»

«Έχω υπάρξει και καλύτερα!» μου είπε αναστενάζοντας, αλλά με το ύφος που έδειχνε πως όποια και αν ήταν η αιτία της κακοπέρασης, δεν ήταν ζήτημα ζωής-θανάτου.

«Χειρότερα έχεις υπάρξει;» τη ρώτησα προσπαθώντας να ελαφρύνω τον τόνο.

«Και απ’ αυτό έχω υπάρξει!» μου απάντησε. «Εσύ τι κάνεις;»

«Προσπαθώ απελπισμένα να συγκεντρωθώ στην εργασία μου…»

«Αλλά;» με ρώτησε μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

«Προφανώς δεν δείχνω τη δέουσα απελπισία!» της είπα χαχανίζοντας, κερδίζοντας και το δικό της χαχανητό.

«Δε βοηθάς!» μου είπε με προσποιητή απελπισία.

«Τι έκανα πάλι;» τη ρώτησα.

«Επιτείνεις το δικό μου χαζολόγημα και δε θέλω και πολύ με τέτοια ζέστη!»

«Σου ζητώ ταπεινά συγνώμη!» της είπα ρουθουνίζοντας. «Σε τι θα μπορούσα να σας βοηθήσω;»

«Βασικά κάνω τις τελευταίες επαναλήψεις και δε μου βγαίνουν τα κουκιά στα γραμμικά στοιχεία Timoshenko.»

«Τι σου έκανε ο αλήτης;» τη ρώτησα ως συμπάσχον—όποιος ξέρει-ξέρει.

«Κάτι δεν μου κάθεται με το shear locking,» μου εξήγησε. «Λέει ότι στα γραμμικά στοιχεία Timoshenko το πρόβλημα διορθώνεται αν κάνουμε μειωμένη ολοκλήρωση στον διατμητικό όρο. Αλλά γιατί; Αν το στοιχείο είναι λάθος, πώς το να υπολογίσουμε λιγότερο σωστά τη δυσκαμψία το κάνει σωστότερο;»

Η απορία της δεν ήταν προφανής—καθόλου!—και έδειχνε μυαλό που σκεφτόταν βαθιά.

Ωστόσο ήταν απορία που πιθανότατα θα μπορούσε να την απαντήσει αξιοπρεπώς και κάποιο AI—ή, ορθότερα, LLM—καθώς τα so called “AIs” δεν είναι πραγματικά AGIs—Artificial General Intelligences, που λένε στο χωριό.

Η Μελίτη δεν ήθελε απλά εξήγηση, ήθελε εξήγηση από εμένα. Άρα ήθελε να με ακούσει! Άρα, ΑΕΚΑΡΑ! (ναι μωρή ομαδάρα!)

(Το γεγονός ότι απλά πήρε έναν γνωστό της ο οποίος είχε ειδίκευση στο αντικείμενο το αγνοούμε επιδεικτικά!)

“Okay,” της είπα και ξεκίνησα να της εξηγώ. «Το πρόβλημα δεν είναι η θεωρία Timoshenko. Το πρόβλημα είναι ότι ζητάμε από το συγκεκριμένο στοιχείο να περιγράψει κάτι που οι συναρτήσεις του δεν μπορούν να περιγράψουν.»

«Μη τα λες σε μένα, στον Timoshenko πες τα!» μου απάντησε με απελπισία.

«Και όμως!» της απάντησα υπομονετικά. «Σκέψου: για να έχεις καθαρή κάμψη, η κλίση της μετατόπισης πρέπει να ακολουθεί τη στροφή της διατομής. Εμείς όμως κάναμε τη μετατόπιση γραμμική, άρα η κλίση της είναι σταθερή, ενώ κάναμε και τη στροφή γραμμική, άρα αυτή μεταβάλλεται. Δεν γίνεται να είναι ίσες παντού.»

«Χμμμ,» μου απάντησε, και βάζω στοίχημα ότι θα πρέπει να κοίταζε το άπειρο, όπως την είχα δει την πρώτη φορά στα Mc Donalds.

«Οπότε τι γίνεται; Το στοιχείο quote εφευρίσκει unquote διάτμηση εκεί που δεν υπάρχει. Κοντολογίς βάζει χειροπέδες στον εαυτό του και μετά γκρινιάζει που φοράει χειροπέδες!»

«Βιτσιόζικα τα γραμμικά στοιχεία!» μου πέταξε χαχανίζοντας, παρασύροντας κι εμένα. «Έστω,» είπε σοβαρεύοντας και πάλι. «Γιατί η μειωμένη ολοκλήρωση το διορθώνει; Κρύβουμε απλώς το λάθος κάτω από το χαλί;»

«Το έκανα κι εγώ αυτό!» της είπα. «Και μετά ήρθε η μάνα μου και ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε!»

«Σταμάτησες να τα σπρώχνεις κάτω από το χαλί;» με ρώτησε γελώντας. «Ή απλά σταμάτησες να στρώνεις χαλί;»

«Τα χαλιά είναι υπερτιμημένα!» της είπα με πάθος ιεροκήρυκα, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο της. «Και για να επανέρθουμε στο θέμα μας, αυτό ακριβώς κάνουμε! Σταματάμε να στρώνουμε χαλιά: Κάνουμε λιγότερο ακριβή την ολοκλήρωση του λάθους που δημιούργησε το ίδιο το στοιχείο.»

«Χμμμ,» μου είπε και πάλι σκεπτική.

«Αν το μοντέλο έχει βάλει έναν ψεύτικο όρο στην εξίσωση, το να τον ολοκληρώσεις με δεκαπέντε δεκαδικά δεν τον κάνει λιγότερο ψεύτικο!»

«Άρα ναι,» είπε η Μελίτη. «Το σφάλμα δεν είναι στην αριθμητική ολοκλήρωση. Είναι στον χώρο προσέγγισης.»

«ΑΚΡΙΒΩΣ!» της απάντησα. «Το πρόβλημα βρίσκεται στην κινηματική παρεμβολή, όχι στην ακρίβεια της ολοκλήρωσης.»

«Τα σουβλάκια δικά μου μεθαύριο, OR ELSE!» μου είπε τονίζοντας τις δύο τελευταίες λέξεις. Και μετά πιο γλυκά. «Σ’ ευχαριστώ πολύ-πολύ!»

“De nada!” της απάντησα σα λιωμένη σοκολάτα ή—στην περίπτωσή μου—σαν σιμιγδαλένιος χαλβάς.

«Αμάν!» μου είπε σαν κάτι να θυμήθηκε ξαφνικά. «Έχεις κράνος;»

«Είχα σκεφτεί να πάρω μετά την πρώτη επίσκεψη της μητέρας μου στο σπίτι μου εδώ αλλά όλο κάτι γινόταν και το ξεχνούσα,» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια—και δε χόρταινα να ακούω το γέλιο της. «Ε, μετά σιγά-σιγά, το συνήθισα!»

«Ουφ, και πως θα πάμε στα Εξάρχεια;» με ρώτησε ξεφυσώντας. «Έλεγα να πάμε με το μηχανάκι!»

«Ως φοιτητές!» της απάντησα. «Θα πάμε με μετρό και θα γυρίσουμε με ταξί! Να μπορέσουμε να πιούμε και σαν άνθρωποι!»

«Να σου πω αυτό δε το σκέφτηκα!» μου απάντησε. «Δίκιο έχεις!»

«Και μπράβο μου!»

«Και μπράβο σου!»

Χαζολογήσαμε για κανένα δεκάλεπτο ακόμα, και μετά κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Και στο σταυρό που σας κάνω, σε ένα βράδυ έκανα πιο πολλή δουλειά στην εργασία μου απ’ ότι τον τελευταίο μήνα συνολικά!

Κοίτα ρε που μπορεί να βγάλει ένα τηλεφώνημα!

Και κάπως έτσι, και με εξαίρεση την καθιερωμένη νυχτερινή ολομέλεια στο group chat, και φυσικά με το “Καλημέρα ζούδια / Καλημέρα λινάτσες / Καλημέρα φιρίκια / Καλημέρα λούγκρες / Καλημέρα πεοπαλαμοβρόντηδες” (κάθε μέρα και διαφορετικές προσβολές), ο χρόνος μέχρι το Σάββατο πέρασε σαν αστραπή. Και πλέον ΚΑΙ με δικτυακά παιχνίδια με τη Μελίτη, γιατί αν είναι να φάω ξύλο, να ρίξω και λίγο, έστω και στο τάβλι!)

«Θα σου δείξω εγώ! Θα δεις τι θα πάθεις!» μου είπε ως νέος Χλαπάτσας, καθώς ο αλγόριθμος είχε ξεκωλωθεί για πάρτη μου και μου έφερε τρίτη συνεχόμενη διπλή, και μαζί ολόκληρο το παιχνίδι!

«ΝΙΑ ΝΙΑ ΝΙΑ ΝΙΑ ΝΙΑ!» της έκανα στο βίντεο σαν πεντάχρονο για να λάβω ΑΚΡΙΒΩΣ ίδιας ωριμότητας απάντηση.

“ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!”

Δεν τολμούσα ούτε καν να το σκεφτώ για να μην το jinx-άρω αλλά η Μελίτη δε μου έδειχνε απλά συμπάθεια.

Και όμως ρε φίλε, παρόλο που σχεδόν την σκεφτόμουν όλη τη μέρα, κατάφερα να συνεχίσω την εργασία μου με περισσότερη όρεξη απ’ όσο ποτέ. Το οποίο με τη σειρά του σημαίνει ότι αν έτρωγα καμιά χυλόπιτα, με έβλεπα να τραγουδάω “Αντίο Σπανιόλες Κυρίες” στις φιλοδοξίες μου για διδακτορικό, και δεν ήθελα ούτε καν να το σκέφτομαι.

Όχι! Αρνούμουν να σκεφτώ αρνητικά! Το έλεγε και το τραγούδι!

Έτσι και μένα η κόρη του Γαβρίλη,
Σαν έφευγα στις είκοσι τ’ Απρίλη
Μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι.

«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
Μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις.
Όποιος στο γυρισμό του όρκο δεν κάνει
Στρατιώτη μου τον πόλεμο τον χάνει!»

Ή τουλάχιστον έτσι είχε γράψει ο Καμπανέλλης, γιατί ο Γκάτσος την είχε δει αλλιώς, να πούμε.

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ!»

Οψόμεθα…


05. Η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα

Με τούτα και με κείνα ήρθε η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα, δηλαδή είχε πάει Σάββατο και ώρα εννιά παρά (δηλαδή οκτώ και δέκα, αλλά στο μυαλό μου ήταν εννιά παρά πενήντα) και είχαμε δώσει ραντεβού στις εννιά.

Στη νυχτερινή ολομέλεια της Πέμπτης, που τους είχα πει ενθουσιασμένος για το τηλεφώνημα της Μελίτης, όταν τέλειωσα τη διήγηση, η Τζο, που αρχιτέκτονας ή όχι είναι η πιο ατσίδα της πεντάδας, έκανε την πιο άκυρη ερώτηση. Μόνο που ΔΕΝ ήταν άκυρη, ήταν η ερώτηση που δεν είχε κάνει το αλλοπαρμένο εκείνη την ώρα μυαλό μου.

«Γιατί σε πήρε τηλέφωνο;»

«Τι γιατί ρε μαλάκα;» της απάντησα απορημένος.

«Σκέψου βρε τοξοκρόταλε πεοπαλαμοβρόντη!» μου είπε με όλη της την αγάπη—she is also a firm believer of tough love.

«Ωχ!!! Έχει δίκιο» είπε ο Στέλιος, που μην τον βλέπετε μπουζούκι, επίσης του κόβει απίστευτα.

Blank…

«Έλα, το ‘χεις!» προσπάθησε να μ’ ενθαρρύνει η Τζο.

Blank…

«Ρε μαλάκα κάνεις σενάρια που θα έκαναν το Φόσκωλο να μοιάζει αδαής ερασιτέχνης και δεν αναρωτήθηκες το προφανές!» συνέχισε η Τζο, βλέποντάς με να τους κοιτάζω με το απλανές βλέμμα της αγελάδας.

«Ποιο ρε μαλάκα, μη με γκαστρώνεις!» τη ρώτησα απελπισμένος, καθώς είχα σκαλώσει, το μυαλό μου αρνούνταν να πάρει στροφές.

«Γιατί σε πήρε τηλέφωνο; Γιατί δεν σε κάλεσε στο Viber?»

Άνοιξα το στόμα μου ν’ απαντήσω και το έκλεισα και πάλι. Έλα, ντε; Γιατί δε με κάλεσε στο Viber; Και τότε έγινε το 1+1 στο μυαλό μου, και το στόμα μου άνοιξε εκ νέου.

…και έμεινε ανοιχτό.

«Εντάξει, το ‘χει!» είπε γελώντας η Τζο. «Του πήρε λίγο παραπάνω, αλλά εντάξει, μηχανικός είναι…» συμπλήρωσε και βάλαν όλοι τα γέλια.

«Τοίχο-τοίχο το Σάββατο,» μου έκανε ο Στέλιος, κάνοντάς τους όλους να ξαναβάλουν τα γέλια.

Το δούλεμα πήγε σύννεφο, ακόμα και από Βίκυ και Αλεξία που χρειάστηκε να τους εξηγήσει η Τζο ότι η μόνη λογική εξήγηση ήταν ότι η Μελίτη ήθελε να έχω τον αριθμό της και στο κινητό.

Αργά και βασανιστικά η ώρα πήγε πραγματικά εννιά παρά. Κοιτάχτηκα μια τελευταία φορά στον καθρέφτη και τότε—και μόνο τότε—φόρεσα το άρωμα μου που το είχα πληρώσει μισό νεφρό και τον πρωτότοκο.

I was as ready as I could ever be.

Λίγη ώρα αργότερα, στις εννιά ακριβώς, ήμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Έβγαλα το τηλέφωνό μου και άνοιξα τον κατάλογο.

“Μελίτη Κοσμετάτου”

Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές πριν απαντήσει μονολεκτικά.

«Αχ, Στέλιο ήρθες;» μου έκανε την καλύτερη μίμηση της Αρώνη κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. Δεν ήμουν κατά τα φαινόμενα ο μόνος που χθες είχε δει σε 902348092340923η επανάληψη το “Μια τρελή-τρελή οικογένεια”

«Από κάτω είμαι!» της απάντησα με στραμπουλισμένα μάγουλα από το χαμόγελο.

«Κατεβαίνω!» μου είπε και το έκλεισε.

Είχα σκεφτεί να της πάρω ένα honest to God λουλούδι, αλλά η γυναικεία τριάς μου είχε πει «ΤΙΝΑΥΤΟΣΡΕ» ενώ ο Στέλιος είχε ψηφίσει παρών.

Όχι λουλούδι, λοιπόν.

Την είδα να βγαίνει από το ασανσέρ και η καρδιά μου άρχισε και πάλι τα ταμπούρλα. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια με ΔΥΟ κουμπιά ξεκούμπωτα που τόνιζαν διακριτικά τη γραμμή του μπούστου της, δείχνοντας ΑΚΡΙΒΩΣ τόσο-όσο.

Από κάτω φορούσε ένα κλασσικό μπλε τζιν, χωρίς ζώνη, αλλά φώναζε ότι δεν είναι καθημερινό. Μη με ρωτάτε “πως φώναζε”, το μόνο που ξέρω είναι ότι το άκουγα.

Το ντύσιμο συμπληρωνόταν με σταυρωτό μαύρο πέδιλο χωρίς τακούνι και νύχια βαμμένα σε απαλό ροζ.

(Και επειδή μια ελαφρά ποδολαγνεία την έχω, δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω τα υπέροχα μακριά δάχτυλα των ποδιών της. Το ότι τα ίδια πόδια θα μπορούσαν να με τουλουμιάσουν στο ξύλο—ή όπως έλεγα, να μου ρίξει το νταν της στο κεφάλι—έκαναν την έξαψή μου ακόμα μεγαλύτερη.)

Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω τις γυναίκες, και παρά το απλό της ντύσιμο, είχε ντυθεί για να αρέσει! Σε μένα!

«Καλώς την!» της είπα χαμογελώντας επιστημονικά.

(Kαι τις πρόβες που είχα κάνει στην κλήση της ομαδικής για να καταφέρω να μη χαμογελάω σαν κρετίνος—και φυσικά το δούλεμα που είχα φάει—είναι κάτι που προσπαθώ να ξεχάσω. ΜΗ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ ΣΑΝ ΗΛΙΘΙΟΣ / ΟΧΙ ΕΤΣΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! / ΣΟΥ ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ ΓΛΑΣΤΡΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ; / ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!)

“Hiya!” μου έκανε με υπέροχη χαριτωμενιά και εκεί ανταλλάξαμε και το πρώτο μας φιλί. Σταυρωτό στα μάγουλα, βέβαια, αλλά φιλί.

Και μη βαρέσετε, αλλά ο ιπποτισμός μου, όταν την άφησα να περάσει πρώτη στο λεωφορείο, δε μου απαγόρεψε να τη θαυμάσω από πίσω, αν και σοφά ποιώντας κράτησα την αξιολόγηση για τον εαυτό μου.

(ΤΙΝΑΥΤΟΡΕ! Έπος, αδέρφια! Πραγματικό έπος!)

Εντάξει, το σύμπαν είχε κέφια σήμερα! Κάποια στιγμή το λεωφορείο φρέναρε απότομα με αποτέλεσμα η Μελίτη να πέσει πάνω μου. Και, όπως καθόμασταν όρθιοι ο ένας απέναντι στον άλλον, ας πούμε το στέρνο μου πήγε second base με την πάρτη της.

Εντωμεταξύ η ίδια, για ακόμα μία φορά, δεν έχασε beat. “Still trying to rock my world, Romeo?” μου είπε χαχανίζοντας.

…που δηλαδή να έβρισκε χαμηλότερα…

«Μιχάλης ‘Always-Deliver’ Αγραφιώτης, χαίρω πολύ δεσποινίς Μελίτη Κοσμετάτου.»

Και όταν λέω μας ήθελε, μας ήθελε, μέχρι στον Μαύρο Γάτο βρήκαμε άδεια καθίσματα στο παράθυρο. Bar stool δηλαδή, but still, εκεί συνήθως γίνεται της πανικοτρίφυλλης! Ανάλογα με τη μέρα το πρόγραμμα είχε κλασσική ροκ ή μπλουζ ή τζαζ, και σε ένταση που μπορούσες να μιλήσεις. Και ακόμα και εκεί μας ήθελε, σήμερα είχε ροκ το μενού.

Περάσαμε υπέροχα, ένα σας λέω, φύγαμε στις τρεις το πρωί. Και όχι τίποτε άλλο αλλά την Κυριακή είχαμε κανονίσει και μπάνιο, και η Αλεξία με τη Τζο θα περνούσαν να με πάρουν γύρω στις έντεκα. Το οποίο με τη σειρά του σημαίνει ότι θα ήμουν σα βραστό χταπόδι, και όχι τίποτε άλλο, αλλά θα είχε και ανάκριση!

Δεν είναι άνθρωπος που ανοίγεται εύκολα, καθόλου. Σε αντίθεση με μένα που γίνομαι ανοιχτό βιβλίο, και δεν έχω κανένα πρόβλημα να αυτογελοιοποιηθώ διηγούμενος το παρελθόν μου, η Μελίτη είναι σαφέστατα πιο μαζεμένη.

Δεν είναι ότι δεν έδειχνε ενδιαφέρον, ίσα-ίσα. Έκανε ερωτήσεις, γελούσε με τις διηγήσεις των παθημάτων μου όταν της έλεγα σε τόνο χαβαλέ ή σοβάρευε σε περιπτώσεις που φαινόταν ότι είχα πληγωθεί—όπως για παράδειγμα με την Ελευθερία—παρά τον γκροτέσκο τρόπο που εξιστορούσα αυτά που είχαν συμβεί.

Και η αλήθεια είναι ότι το γκροτέσκο που πήγαινε σύννεφο στις εξιστορήσεις μου ήταν δίκην εξορκισμού, πρώτα και κύρια για εμένα τον ίδιο.

Έμαθα ωστόσο ότι μέχρι τώρα στη ζωή της είχε κάνει όλες κι όλες δύο σχέσεις. Μία στα δεκαέξι της, και μία στο πρώτο έτος της σχολής. Καμιά από τις δύο δεν είχε κρατήσει περισσότερο από ένα εξάμηνο, αλλά όταν μου είπε για τη δεύτερη, κατάλαβα ότι την είχε πληγώσει.

Όταν την ρώτησα γιατί τα χαλάσανε μου απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους της.

«Μακάρι και να ‘ξερα.»

Κοντολογίς δεν ήταν η ίδια που είχε ζητήσει να χωρίσουν και το «μακάρι και να ‘ξερα» δεν ήταν αδιαφορία. Κι εγώ έτσι είχα νιώσει όταν με είχε χωρίσει η Ελευθερία, γιατί το μυαλό μου δεν μπορούσε να χωρέσει ότι με είχε απλά ξεπεράσει/βαρεθεί—διαλέξτε και πάρτε.

Από την άλλη, πάλι, ήμασταν μαζί δυόμιση χρόνια και ήταν η πρώτη μου και ήμουν ο πρώτος της.

Και εκεί μου έκανε και δεύτερο κλικ. Πιθανότατα ο δεύτερος, για τον οποίο δε μου έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες πέραν του ότι εκείνος ήταν τριτοετής στην Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, ήταν ο πρώτος της, και εννοώ σεξουαλικά.

Αντιθέτως για την πρώτη της σχέση, μου είχε μιλήσει πιο ανοιχτά, χαμογελαστή και με διάθεση σχεδόν νοσταλγική. Μου είχε πει ότι είχαν χωρίσει χωρίς δράματα και ακόμα και τώρα ήταν φίλοι. Όχι κολλητοί, αλλά άτομο το οποίο ανήκε στη γενική παρέα της, πίσω στο Ληξούρι.

Η κολλητή της, και παιδική της φίλη Κωνσταντίνα, είχε περάσει στην Παιδαγωγική. Χαχανίζοντας μου είχε πει ότι εδώ και λίγο καιρό τα είχε φτιάξει με κάποιον συμφοιτητή της και ούσα στα μέλια είχε τραβήξει μερικό εξαφανιζόλ τις τελευταίες δυο εβδομάδες.

Και λέγοντάς το, έκανε κάτι που δεν περίμενα. Μου απήγγειλε, Λόρκα παρακαλώ. Δεν της το είχα με τίποτα, στο σταυρό που σας κάνω.

Αχ, έρωτα!
Στην ανθισμένη την πορτοκαλιά από κάτω.

Το άλλο πράγμα που δεν περίμενα με την καμία είναι ότι το έχει με το ποτό! Με ακολούθησε χαλαρουΐτα—κι εγώ πίνω, έτσι;

Με τούτα και με κείνα, στις τρεις αποφασίσαμε να την κάνουμε, και επειδή της είχα τάξει σουβλάκι—και βασικά επειδή είχα λυσσάξει στην πείνα, ο κλασσικός “πρωί δεν τρώω γιατί σε σκέφτομαι, μεσημέρι δεν τρώω γιατί σε σκέφτομαι, βράδυ δεν τρώω γιατί σε σκέφτομαι, νύχτα δεν κοιμάμαι γιατί πεινάω” πάλι είχα καταφέρει και ήμουν νηστικός.

(Και μετά απορώ γιατί είμαι σα στειλιάρι…)

«Σου είχα τάξει σουβλάκια,» της είπα.

«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» μου απάντησε χαχανίζοντας.

«Και επειδή αυτή την ώρα σουβλατζίδικο γιοκ…»

«ΠΕΣ ΜΟΥ ΟΤΙ ΘΑ ΜΕ ΠΑΣ ΓΙΑ ΠΑΤΣΑ!» μου είπε και παραλίγο να μου βγουν τα ξίδια που πίναμε όλο το βράδυ από τη μύτη.

«Βαρβάκειο! Αντρίκιο!» της είπα, όντας επιμελώς διαβασμένος.

Της πρότεινα το χέρι μου, με πήρε αγκαζέ, και το πήραμε ποδαράτο μέχρι την Βαρβάκειο.

(Και είτε το πιστεύετε είτε όχι, και για να μη γίνω ρόμπα ξεκούμπωτη στον τελευταίο άνθρωπο στον οποίο ήθελα να γίνω ρόμπα ξεκούμπωτη, για πρώτη φορά στη ζωή μου έφαγα πατσά. Η ίδια έκανε σαν παιδάκι σε ζαχαροπλαστείο κι εγώ προετοίμαζα τον εαυτό μου να μη δείξει αηδία και πιαστώ ξεβράκωτος στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα. Και κοίτα να δεις που τελικά όχι απλά μου άρεσε, τον λάτρεψα ρε φίλε!)

Με τούτα και με κείνα, το ταξί μας άφησε μπροστά από την είσοδό της γύρω στις τέσσερις και κάτι.

«Τι θα κάνεις αύριο;» την ρώτησα πριν καληνυχτιστούμε.

«Προσευχή και περισυλλογή!» μου απάντησε ειρωνικά και αναστέναξε. «Διάβασμα…Μητρωική στατική και πεπερασμένα στοιχεία ραβδωτών φορέων.»

«Ποιος στη χάρη σου,» την πείραξα.

«Σε τρώει ο απαυτός σου, Μιχαλάκη;» μου είπε τάχα τσαμπουκαλεμένη.

«Λίγο μόνο!» της έκανα τιζάροντάς τη. «Μια χάρη μόνο, μη με μαυρίσεις πολύ γιατί αύριο έχω και δημόσια εμφάνιση!»

«Έχε χάρη που με πήγες για πατσά,» μου είπε χαμογελώντας. «Τι δημόσια εμφάνιση έχεις αν επιτρέπεται;»

«Θα πάω για μπάνιο με τους δυνάστες μου.»

«Μιχάλη...» μου είπε σοβαρή. «Μιχάλη νομίζω ότι δεν πας στο δάσος για κυνήγι, Μιχάλη!» συνέχισε, και επειδή το ήξερα το ανέκδοτο βρέθηκα να κακαρίζω σαν κότα.

«Κατά τα άλλα... ζήλεια-ψώρα!» μου έκανε σουφρώνοντας το μουτράκι της, και είναι που είναι γλύκα, έλιωσα. Δηλαδή τι ένιωσα, την καρδιά μου να την βλέπει Xenomorph και παραλίγο να έχουμε γέννα μέσα στη νύχτα!

“Θες να έρθεις μαζί μας;” της είπα χωρίς να το καλοσκεφτώ, αιφνιδιάζοντάς τη τελείως, και άρχισαν και πάλι να βαράνε κουδούνια, κουδουνάκια, καμπάνες και καμπαναριά.

«Μελίτη αν δε θέλεις...» πήγα να πω αλλά με έκοψε.

«Θέλω!» μου είπε με σιγουριά. Ούτε διστακτικότητα, ούτε ανησυχία, ούτε “αν θα με θέλουν οι φίλοι σου;” ούτε τίποτα.

Και φυσικά ήμουν εγώ που σκάλωσα, μένοντας να την κοιτάζω σα χαζός.

«Πάει, μού ‘μεινε αυτός!» έκανε μόνη της και ήταν το ξόρκι που με έβγαλε από την προσωρινή καταληψία.

«Είχα κανονίσει να έρθουν να με πάρουν η Τζο με την Αλεξία στις έντεκα, θα την παλέψεις!» τη ρώτησα βρίσκοντας τη μιλιά μου.

«Δε θέλω να σε αγχώσω, αλλά ξέρεις τι ώρα ξυπνούσα όταν είχα αγώνες;»

«Ούτε εγώ θέλω να με αγχώσεις, αλλά κάτι μου λέει ότι το προηγούμενο βράδι δεν είχες ξενυχτίσει!»

«Ου φροντίς!» μου είπε σε άπταιστα αρχαία ελληνικά και την κοίταξα λίγο σαν ούφο, ωστόσο το έπιασα το υπονοούμενο.

“It’s a date, then” της απάντησα αντιγράφοντας την απάντησή της στο viber.

“It’s a date, then” μου απάντησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Έκανα να τη φιλήσω σταυρωτά αλλά κάτι στη ματιά της με έκανε σχεδόν να ακούσω τους Abba να μου κάνουν καντάδα μέσα στο κεφάλι.

There was something in the air that night
The stars were right, Fernando.
They were shining for you and me
for Liberty, Fernando…

Την πλησίασα αλλά δεν έστριψα το κεφάλι.

Ούτε εκείνη το δικό της.

Τα χείλη μας ακούμπησαν τρυφερά το ένα το άλλο. Στιγμές αργότερα οι γλώσσες μας ακολούθησαν σε ένα ακόμα πιο τρυφερό χάδι μεταξύ τους. Την αγκάλιασα από τη μέση και η Μελίτη έβαλε τα χέρια της πάνω στο σημείο που ενώνονται τα χέρια με τον κορμό—και όχι για να με σπρώξει.

Τραβήχτηκα απαλά και τα μάτια της ήταν ακόμα κλειστά. Τα άνοιξε και με κοίταξε, σχεδόν με ντροπαλότητα.

«Αύριο,» της είπα τρυφερά χαϊδεύοντάς της το μάγουλο.

«Αύριο!» μου απάντησε χαμογελαστή.

Δώσαμε ακόμα ένα τρυφερό πεταχτό φιλί στο στόμα, και την περίμενα μέχρι που ήρθε το ασανσέρ. Αυτή τη φορά πριν μπει μέσα, γύρισε και μου χαμογέλασε. Γύρισα σχεδόν χοροπηδώντας στο σπίτι μου και ο ύπνος άργησε να με πάρει.

Και για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, για καλό λόγο.


06. Τα σαγόνια του Ζαχαρία

Τελικά κατάφερα να κοιμηθώ γύρω στις έξι έχοντας βάλει ξυπνητήρι στις δέκα για να προλάβω να ενημερώσω την ολομέλεια ότι θα έχουν τη χαρά και την τιμή να γνωρίσουν την περιλάλητη Μελίτη, και better to behave themselves or else…

Και φυσικά για να πειστούν ότι η Μελίτη δεν ήταν αποκύημα σχιζοφρένειας, και ότι όχι, δε χρειαζόταν να έρθουν να με μαζέψουν οι άνδρες με τα άσπρα.

Δέκα νταν χτύπησε το ξυπνητήρι το κινητού μου και πετάχτηκα σα σφαίρα από το κρεβάτι, με αποτέλεσμα να μπουρδουκλωθώ και να φάω και τα μούτρα μου.

Πολύ χαρούμενος για να με νοιάξει—και εντάξει, δεν ήταν ότι έσπασα και τίποτα—πήγα σφαίρα στο μπάνιο για να ρίξω νερό στα μούτρα και να πλύνω τα δόντια μου, αλλά πρωτίστως για να κατουρήσω γιατί κόντευα να σκάσω.

Πέντε λεπτά αργότερα άνοιξα laptop και έκανα κλήση της ομαδικής, και αν κοιμόντουσαν ας πρόσεχαν.

(Και η Αλεξία που λόγω χθεσινής εφημερίας είχε κοιμηθεί σπίτι της, και όχι στη Τζο, απάντησε φορώντας baby-doll, γιατί αν δε μου γεννούσε εικόνες που θα προτιμούσα να μην είχα, θα έσκαγε να πούμε!)

Μετά τα καθιερωμένα μπινελίκια (Στέλιος και Βίκυ κοιμόντουσαν ακόμα) τους έσκασα το μεγάλο μυστικό μου.

«ΔΕΘΑΠΙΣΤΕΨΕΤΕΤΙΕΓΙΝΕΧΘΕΣΒΡΑΔΥ!»

«Ώπα;;;;» είπε η Τζο.

«ΝΑΙ!!! ΦΙΛΗΘΗΚΑΝ! ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΗΚΑΝ!»

«Καλά, όταν ΠΗΔΗΧΤΗΚΑΝ» πάρε μας ξανά, είπε η Βίκυ που ακόμα κουτούλαγε.

«Ξύπνα μωρή κλαπαρχίδω, στις 12:00 έχουμε ραντεβού!»

«Στις δώδεκα ΕΧΕΤΕ ραντεβού,» απάντησε η ίδια για λογαριασμό του ζεύγους. «Α, και θα είναι και ο Ζαχαρίας, μαζί!!!» συμπλήρωσε ενθουσιωδώς, και τι να την κάνουμε που την αγαπάμε;

Ο Ζαχαρίας είναι ο μικρός της αδερφός και περιπτωσάρα από τις λίγες, αλλά η Βίκυ του είχε τρελή αδυναμία, οπότε τον ανεχόμασταν για χάρη της.

«Και όχι μόνο ο Ζαχαρίας!» τους είπα με νόημα.

«ΩΠΑ ΜΑΓΟ ΣΤΑΣΟΥ!» απάντησε η Τζο, που όπως έχω ξαναπεί είναι και η πιο γρήγορη. «Είναι αυτό που νομίζω;»

«Ε, ναι λοιπόν Βίρνα, είναι αυτό που νομίζεις!» της απάντησα με χαμόγελο που θ’ ανατρίχιαζε ακόμα και τον Pennywise. «Προσκάλεσα το κορίτσι ΜΟΥ να έρθει μαζί μας!»

«Η Μελίτη το ξέρει ότι είναι το κορίτσι σου;» με ρώτησε ο Στέλιος που δεν είχε ακόμα καλά-καλά boot-άρει.

«Τι λέω τόση ώρα ρε πεοπαπαρούπαλε;» τον ρώτησα με αγανάκτηση και μετά απευθύνθηκα προς τη Βίκυ. «Οπότε πες του μαλακοπίτουρα του αδερφού σου να είναι μαζεμένος γιατί η Μελίτη θα τον τυλίξει φιόγκο, κι εγώ δε θα μπω μπροστά να τον σώσω!»

«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΑΚΟΠΙΤΟΥΡΑΣ!» απάντησε εντόνως διαμαρτυρόμενη. «ΚΑΛΑ, ΕΙΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΝΩ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΩ!»

«Οπότε για να συνεχίσεις να τον αγαπάς αρτιμελή, πράξε τα δέοντα!» της είπα με Τζο και Αλεξία να βάζουν τα γέλια και το Στέλιο να κάνει το μαλάκα για να μην πληρώσει αυτός τα σπασμένα.

Μεταξύ μας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν κακός. Λίγο τεμπελάκος, λίγο μαλακάκος, λίγο σπαζοκλαμπάνιας, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που κινδύνευε η σωματική του ακεραιότητα. Το μεγαλύτερο ελάττωμα του ήταν η αδιακρισία. Όταν είχε γνωρίσει την Αλεξία, η Τζο—που είναι και κτητική—είχε δηλώσει στην Βίκυ ότι θα του ανοίξει το κεφάλι, και ο λόγος ήταν ο τρόπος που την κοιτούσε.

Η Αλεξία—καλή και του λόγου της—το διασκέδαζε, για να μην αναφέρουμε φυσικά το γεγονός ότι λάτρευε να τσιγκλάει και τη Τζο, η οποία δε θέλει και πολλά—κοντό φυτίλι ήταν το παρατσούκλι της στη σχολή.

Η Μελίτη ωστόσο δεν ήταν Αλεξία και κρίνοντας από την αντίδρασή της όταν γνωριστήκαμε, δε θα πήγαινε καλά αν ο Ζαχαρίας την κοίταζε σαν ξελιγωμένος.

Και, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι και ότι η Βίκυ προσπαθεί να φορτώσει στην παρέα τον αδερφό της. Ελληνογερμανίδα, και με περίπλοκη οικογενειακή κατάσταση που δεν είναι της παρούσης, δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει συχνά τον αδερφό της που από τότε που ενηλικιώθηκε μένει μόνιμα στη Γερμανία με τον πατέρα τους.

Τέλος πάντων, για να επιστρέψουμε στα δικά μας (μου), κλείσαμε γύρω στις 10:30, και συμφωνήσαμε με τη Τζο και την Αλεξία να περάσουν να μας πάρουν γύρω στις δώδεκα, αντί στις έντεκα που είχαμε πει αρχικά.

Όταν κλείσαμε πήγα να κάνω ένα γρήγορο ντουζάκι και γύρω στις έντεκα παρά τέταρτο πήρα τηλέφωνο τη Μελίτη. Δεν το κρύβω ότι ένιωθα αμηχανία και φυσικά είχα και τις κλασσικές μου ανασφάλειες (μην το μετάνιωσε και τα ρέστα), οπότε μου πήρε λίγη ώρα να βρω το κουράγιο μου.

Και η αμηχανία μου και οι ανασφάλειές μου πήγαν περίπατο με το που μου απάντησε στο τηλέφωνο.

«Καλημέρα!» μου είπε με νυσταγμένη φωνούλα αλλά ο τόνος της «φώναζε» ότι ήταν χαμογελαστή.

«Καλημέρα!» της απάντησα στάζοντας μέλι. «Σε ξύπνησα, ε;»

«Λιγάκι!» μου απάντησε πιο ξύπνια. «Τι ώρα είναι;»

«Έντεκα παρά τέταρτο. Τα κορίτσια είπαν ότι θα περάσουν να μας πάρουν γύρω στις δώδεκα, τους έδωσα ραντεβού στην πλατεία.»

«Χρειάζομαι απελπισμένα καφέ!» μου δήλωσε.

«Κερνάω Starbucks!» της απάντησα προσπαθώντας να τη δελεάσω.

«Καφέ χρειάζομαι, όχι χριστουγεννιάτικο special!» μου είπε με προσποιητή απελπισία και συμπλήρωσε “Thank you, next!”

«Κερνάω Everest!» απάντησα αμέσως.

«Μάπα καφές! Next!» απάντησε συνεχίζοντας το παιχνίδι.

«Κερνάω ελληνικό στο καφενείο στη γωνία!» της έκανα χαχανίζοντας.

«Σκληροπυρηνικός!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Δε μου αρέσει ο ελληνικός!» συμπλήρωσε με ύφος σα να μου έκανε μουτράκια. “Next!”

«Μικέλ, αλλά θα χρειαστεί υπομονή!» της απάντησα. «Με αυτό που έχουμε στην πλατεία, παίζει να είναι πιο γρήγορο να πεταχτείς στην Βραζιλία να μαζέψεις τον καφέ μόνος σου!»

«Sold! Να προλάβω να ετοιμαστώ κιόλας!» μου είπε με ενθουσιασμό.

«Ωραία, θα κατέβω σε λίγο και θα πάω να παραγγείλω τα καφεδάκια και θα σε περιμένω εκεί!»

«Freddo espresso τετραπλό σκέτο!» μου δήλωσε.

«Θα με δείρεις κιόλας;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«I’m all about tough love, που λέει και ένας γνωστός μου απ’ το χωριό, δεν τον ξέρεις!» μου πέταξε κάνοντάς με να χαμογελάσω σαν κρετίνος. Οκ, θα έπρεπε να κάνω και πάλι επανάληψη στις ασκήσεις για να μην χαμογελάω σαν τον «ΠΕΥΥΥΥΥΥΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ» αλλά το’χω!

«Εντάξει, λοιπόν! Σε αφήνω να ετοιμαστείς!»

«Πάω!!! Τα λέμε στα Mikel» μου είπε και μετά συνέχισε με τρόπο που δεν τον περίμενα με την καμία. «Σμουτς-σμουτς-σμουτς,» μου έκανε στέλνοντάς μου φιλάκια, και παρ’ τον κάτω τον δικό σου.

«Σμουτς-σμουτς-σμουτς!» της απάντησα κι εγώ και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Και πριν κάνω οτιδήποτε, πήγα για την πρόβα που λέγαμε!

Μου πήρε γύρω στο δεκάλεπτο να φτιάξω το σακίδιο μου, οπότε τελικά στο Μικέλ έφτασα γύρω στις έντεκα. Όλως παραδόξως για μέρα και ώρα, είχα μόνο τρεις μπροστά μου, και ο καθένας πήρε μόνο ένα καφέ, γιατί είναι που είναι αργοί… Long story short έντεκα και δέκα είχα και τα καφεδάκια μας και κάθισα σε ένα τραπεζάκι έξω να την περιμένω.

Είχα προσπαθήσει απελπισμένα να γίνω και του λόγου μου σκληρός καργιόλης αλλά το μόνο που είχα καταφέρει—και μετά από πολύ κόπο, mind you—είναι να γυρίσω τον καφέ μου σε μέτριο. Latte, έτσι; Δε βαριέσαι, και η Τζο, η ίδια που με βάφτισε χαλβά, κι αυτή latte πίνει και μάλιστα γλυκό!

Και πάνω που το fidget spinner είχε πιάσει φωτιά—γιατί η μέρα που δε θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα θα είναι η μέρα που θα είμαι φυτεμένος να βλέπω τα ζουμπούλια ανάσκελα—ένιωσα δυο χέρια να μου κλείνουν τα μάτια.

Τα έπιασα απαλά και τα τράβηξα και γύρισα. Η Μελίτη. Διόρθωση. Η Μελίτη με πλεχτό μπεζ μίνι φόρεμα με σκίσιμο στο πλάι και το μαγιό να διακρίνεται καθαρά από κάτω, να μου χαμογελάει παιχνιδιάρικα.

“Gotcha!” μου έκανε στον ίδιο παιχνιδιάρικο τόνο!

Και μετά χωρίς να μου δώσει χρόνο να αντιδράσω έσκυψε και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.

«Καλώς τη!» της είπα όταν κατάφερα να βρω τη μιλιά μου, και ξεχνώντας την εκπαίδευση χαμογέλασα σα να είχα φάει στο κεφάλι, όχι πεύκο, αλλά ολόκληρο πευκόδασος, να πούμε.

Κάθισε δίπλα μου και πριν πει οποιαδήποτε άλλη κουβέντα σχεδόν ρούφηξε το μισό καφέ της.

«Εντάξει, δε θα σε δείρω!» μου δήλωσε.

Πριν προλάβω να απαντήσω χτύπησε το τηλέφωνό της. «Βρε-βρε, κοίτα ποια μας θυμήθηκε!» μου έκανε ειρωνικά μεν, χαρούμενη δε.

«Η Κωνσταντίνα;» την ρώτησα.

«Ναι! Δώσε μου μισό σε παρακαλώ!» είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι για να απαντήσει.

Ξεροκατάπια καθώς όπως σηκώθηκε την είδα και από πίσω σε όλο της το μεγαλείο. ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΟΜΩΣ!!!! Με τα χίλια ζόρια ξεκόλλησα το βλέμμα μου από το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΥ κωλαράκι της και πρόσεξα επιτέλους ότι το φόρεμα ήταν με ανοιχτή κάθετη λωρίδα στην πλάτη.

Γύρισε μετά από δυο λεπτά.

«Συγνώμη, Μιχάλη μου» (ΜΟΥ!!!!!!) «Το καμάρι μου θυμήθηκε την ύπαρξή μου, και πήρε να δει που βοσκάω!»

«Κανένα πρόβλημα!» της απάντησα, και το εννοούσα: Δύο λεπτά είχε μιλήσει όλα κι όλα… για να μην αναφέρω το θέαμα που μου χάρισε!

«Μωρέ θα τα πληρώσει όλα με τόκο!» μου έκανε σκανταλιάρικα. «Με ρώτησε που είμαι, της είπα πάω για μπάνιο με το αγόρι μου και τους φίλους του, και τώρα θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι το βράδυ!»

(ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ!!! ΕΙΠΕ ΣΤΗ ΦΙΛΗ ΤΗΣ ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ!!!)

«Σκληρή!» της είπα νιώθοντας και πάλι την καρδιά μου να το παίζει Xenomorph που βαρέθηκε τον εσωτερικό μου κόσμο. «Μ’ αρέσεις!»

«Το καλό που σου θέλω!»

(ΚΑΙ ΠΑΡΤΟΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΑΤΩ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ!)


07. Θάλαττα! Θάλαττα!

Πήραμε και οι τρεις τους καφέδες μας και πήγαμε να βρούμε την Τζο, η οποία είχε αράξει ακουμπώντας στο καπό του αυτοκινήτου και κάπνιζε αρειμανίως. Δηλαδή δεν κάπνιζε ακριβώς, είχε κόψει το κάπνισμα πάνω από τρία χρόνια. Ήταν μια από αυτές τις ηλεκτρονικές παπαριές που ρουφάς αέρα με γεύση φράουλα ή μπανάνα (ή ό,τι άλλη μαλακία τραβάνε τα γούστα σου.)

Όταν μας είδε να πλησιάζουμε φόρεσε το πιο γλυκό της χαμόγελο και ήρθε προς το μέρος μας. Η Τζο είναι ψηλή για κοπέλα, γύρω στο 1,75, καστανόξανθη με σχετικά μακρύ pixie κούρεμα. Μπορεί να μην είναι εντυπωσιακή σαν την Αλεξία, αλλά είναι από τις γυναίκες που τραβάνε τα βλέμματα πάνω της—αν και τα ανδρικά κάθονται στον άξονα…

Η Αλεξία είναι καστανομάλλα, λίγο πιο κοντή από την Τζο, στο 1,72 με πρόσωπο και σώμα μοντέλου. Πολύ πιο ανοιχτή και θεατρική από τη Τζο, της αρέσει να τραβάει τα βλέμματα πάνω της, ανδρικά και γυναικεία, παρά το ότι είναι και εκείνη girls only.

Σαν τη Μελίτη μου καμία!

Δεν ήταν όμορφη με τον τρόπο που είναι όμορφες Τζο και Αλεξία, οι οποίες έχουν πιο γυναικεία ομορφιά. Είναι όμορφη με τον γλυκό κοριτσίστικο τρόπο, όπως και η Βίκυ και είναι ΑΚΡΙΒΩΣ ο τύπος μου.

ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΜΩΣ!

Όπως και πριν με την Αλεξία, στην αρχή ήταν πιο μαζεμένη από την Τζο που εδώ που τα λέμε είναι και αρκετά διαχυτική.

«Κοίτα να δεις που τελικά είσαι πραγματική!» της είπε χαμογελώντας και δίνοντας το χέρι της. «Τζο!» της είπε.

«Μελίτη!» της απάντησε χαμογελώντας λίγο περισσότερο. «Και εκτός και αν ο Μιχάλης είναι κρυφά Jedi Master δεν βλέπεις οράματα!»

Jedi Master… Πώς της ήρθε μου λέτε; Την γονάτισε την Τζο!

Στριμωχτήκαμε στο Yaris της και πήραμε το δρόμο για τα νότια, πιο συγκεκριμένα στο Nuevo Loca στην παραλία του Αγίου Νικολάου στην Ανάβυσσο, ελπίζοντας να μη γίνεται της πουτανάρας.

Είχε αρκετή κίνηση για Κυριακή, και αναμενόμενο ήταν εδώ που τα λέμε με τη ζέστη που είχε. Παρότι που όταν φτάσαμε στην παραλία είχε κάμποσο κόσμο, ευτυχώς δεν ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλο. Έτσι κι αλλιώς τα κορίτσια δε θέλουν ξαπλώστρες, οπότε πήγαμε αρκετά πιο πέρα από το Beach bar, σχεδόν φτάσαμε στο τέλος της γλώσσας που ενώνει τη μικρή χερσόνησο του Αγίου Νικολάου με τη στεριά.

Εγώ—κλασσικά εικονογραφημένα—ήμουν με μια πετσέτα όλη και όλη, η Μελίτη ωστόσο ήταν αρκετά πιο οργανωμένη, μέχρι και honest to God ψάθα είχε φέρει μαζί της, και έτσι όπως έσκυψε να φτιάξει τις γωνίες, τραβήχτηκε το κοντό της φόρεμα και είχαμε νέα εγκεφαλικά.

ΕΠΟΣ!!!!

Και μετά έμεινε με το μαγιό της. Αθλητικό σώμα και, αν και το στομάχι της δεν ήταν αυτό που λέμε φέτες, ήταν τελείως flat, προκαλώντας μου μια μικρή απογοήτευση καθώς πέρα από τα γυναικεία πόδια έχω και φετίχ με το γυναικείο κοιλουμπίνι.

Κατά τα άλλα οι αναλογίες της ήταν σε αρμονία με το ύψος της, άντε τα στήθη της να ήταν ένα μικρό κλικ μεγαλύτερα, αλλά ως εκεί. Συνέλαβα τον εαυτό μου για ακόμα μία φορά να μη μπορεί να πάρει τα μάτια μου από πάνω της.

Αν έκανα εγώ έτσι, να δω πως θα γλιτώναμε να καταλήξουμε με τον Ζαχαρία φυτεμένο με το κεφάλι στην άμμο…

Και για να δέσει το γλυκό ακόμα πιο πολύ είχε και άπλωμα αντηλιακού πάνω μου με τα χεράκια της! Η ίδια είναι αρκετά μελαχρινή, σχεδόν λατίνα, αλλά εγώ παρόλη την καταγωγή μου από τα εξωτικά Άγραφα έχω κάτι από κόμη Δράκουλα, και δε θέλω πολύ να για γίνω ψητό φούρνου.

«Χαρές και πανηγύρια!» μου είπε χαχανίζοντας μεν, χαμηλόφωνα δε—σχεδόν ψιθυριστά—καθώς…ναι… ένα ενθουσιασμό τον είχαμε, αν μ’ εννοείτε. Και δύο μην πω!

Αν με είχε νταλακιάσει ο ήλιος της ερήμου, λιγότερο κόκκινος θα είχα γίνει. Η Τζο με πήρε γραμμή και είπε κάτι χαμηλόφωνα στην Αλεξία, η οποία—καθόλου διακριτικά, το τονίζω αυτό—με κοίταξε για μερικές στιγμές και έβαλε τα γέλια.

«Εντάξει, τελειώσαμε!» μου είπε όταν βεβαιώθηκε ότι πλάτη και ώμοι ήταν αρκούντως παστωμένοι και την ευχαρίστησα ανακουφισμένος γιατί αν συνέχιζε… το έβλεπα να γίνεται και αυτό!

Κυριολεκτικά!

Και μετά μου ζήτησε να της αλείψω εγώ την πλάτη, έστω και αν το δικό της είχε αρκετά χαμηλότερο δείκτη προστασίας από το δικό μου. Το δέρμα της ήταν λείο και απαλό και παρόλο που απέφυγα—για προφανείς τεχνικούς λόγους—να πλησιάσω πιο κοντά της, άπλωσα το αντηλιακό και την έτριψα απαλά, και επειδή εγώ μισές δουλειές ΔΕΝ κάνω, της έκανα και μασάζ στους ώμους.

«Αυτό θα πει πλήρες πακέτο υπηρεσιών!» μου είπε πειρακτικά απολαμβάνοντας το μασάζ που της έκανα.

«Που να σου φτιάξει αγραφιώτικο κλέφτικο!» της είπε η Τζο με καμάρι. «Θα ξεχάσεις πως σε λένε!»

«Μαγειρεύεις;» με ρώτησε με έκπληξη η Μελίτη γυρίζοντας προς το μέρος μου.

Και εδώ που τα λέμε τα είχε και τα δίκια της, μέχρι τώρα μόνο burger με είχε δει να τρώω. Και από χθες—δηλαδή τι χθες, νωρίς το πρωί σήμερα ήταν!—και πατσά.

«Αν μαγειρεύει, λέει;» απάντησε αυτή τη φορά η Αλεξία, πριν προλάβω καν να ανοίξω το στόμα μου. «Να φας μπατζίνα ή πλαστό από τα χεράκια του… ή… Θεέ μου, τον χωριάτικο τραχανά του με λουκάνικα από το χωριό…» συνέχισε και σχεδόν της έτρεξαν τα σάλια.

«Τι λένε τούτες ‘δω, Γιάγκο Δράκο; Είναι αλήθεια; Μαγειρεύεις;»

«Ξέρω να μαγειρεύω και με βρήκαν μικρό και με εκμεταλλεύονται,» της έκανα δήθεν παραπονιάρικα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αν και δε μαγείρευα για μένα, μου άρεσε που και που να μαγειρεύω για την παρέα.

«Και με τρέχεις στα McDonalds βρε αχαρακτήριστε;» με ρώτησε δήθεν αγανακτισμένη, κάνοντας τις άλλες δυο να βάλουν τα γέλια.

«Προς υπεράσπισή μου σε πήγα και για πατσά!» της είπα, για να ακολουθήσει νέος γύρος γέλιων, γιατί φυσικά τους τα είχα πει το πρωί.

«Τετάρτη βράδυ που θα έχω ξεμπλέξει και με τα πεπερασμένα στοιχεία,» μου δήλωσε η Μελίτη. “OR ELSE!”

«Το αφεντικό μίλησε!» είπε η Τζο. «Τι θα μαγειρέψεις στο κορίτσι σου;»

«Ναι, τι θα μαγειρέψεις στο κορίτσι σου;» με ρώτησε η Μελίτη σκανταλιάρικα μεν αλλά με βλέμμα γεμάτο προσμονή δε, και, πάνω που είχα καταφέρει να προαχθώ μετά χιλίων βασάνων σε Φαρσάλων, ξανάγινα και πάλι ο χαλβάς που όλοι μάθαμε και αγαπήσαμε.

«Θα δεις!» της είπα με φωνή γεμάτη υπόσχεση, και η Μελίτη με τράβηξε πάνω της υπό τις ιαχές, τα σφυρίγματα και τις επιδοκιμασίες των άλλων δύο.

«Μιχάλη σε λένε,» μου είπε όταν με άφησε ένα λεπτό αργότερα, κάνοντας Τζο και Αλεξία να βάλουν ξανά τα γέλια.

Επιφανειακά η Μελίτη ήταν τελείως αντιφατική. Είχε απίστευτα γλυκό, σχεδόν κοριτσίστικο πρόσωπο και φωνή, αλλά από πίσω κρυβόταν τσαμπουκαλού πρώτης τάξεως που δε μάσαγε ούτε τα λόγια της.

Ετοιμόλογη και ατακαδόρισσα, και συνάμα κλειστή και μετρημένη. Δεν ήταν από τις γυναίκες που έμπαιναν κάπου και γύριζαν όλα τα κεφάλια, αλλά άπαξ και την πρόσεχες ήταν αδύνατο να ξεκολλήσεις από πάνω της.

Σιγά-σιγά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι η Μελίτη ήταν άνθρωπος που ήξερε τι ήθελε και, κυρίως, δεν καθόταν να περιμένει να της το φέρει ο πελαργός. Απλώς δεν την είχα φανταστεί τόσο επιθετική.

Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το «επιθετική» το εννοώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εμένα αυτού του είδους οι γυναίκες ήταν που με τραβούσαν πραγματικά.

Η Ελευθερία ήταν επιθετική. Η Τζο ήταν και παρέμενε επιθετική. Η Τριανταφυλλιά ήταν επιθετική. Μόνο που όλες τους ήταν και εξωστρεφείς, ενώ η Μελίτη ήταν τόσο εσωστρεφής που έπρεπε σχεδόν να της χτυπήσεις το κουδούνι για να σου ανοίξει κομμάτι του εαυτού της.

Και όμως, αν έβλεπες τον αέρα της με την Αλεξία και την Τζο, θα ορκιζόσουν ότι γνωρίζονταν χρόνια, και δεν της ήξερε καλά-καλά ούτε δύο ώρες.

Άλλη μία αντίφαση.

Αυτό όμως που δεν περίμενα με την καμία, με την καμία όμως, ήταν να αυτοπροσκληθεί σπίτι μου για την Τετάρτη. Ούτε δέκα ώρες δεν είχαν περάσει καλά-καλά από το πρώτο μας φιλί στην είσοδο της πολυκατοικίας της, κι εκείνη είχε ήδη αποφανθεί: «Τετάρτη βράδυ. OR ELSE!»

Και ναι, για να της μαγειρέψω θα ερχόταν, δεν ήταν ότι μου είχε πει “Φρόντισε να υπάρχει σαμπάνια στην παγωνιέρα και καθαρά σεντόνια.” Αλλά πλέον ήμασταν ζευγάρι, αποκλείεται να της διέφευγε τι μπορούσε να σημαίνει το να πας βράδυ στο σπίτι του αγοριού σου.

Και δεν λέω πως περίμενα πως η βραδιά θα κατέληγε σε σεξ, ούτε καν, αλλά ακόμα και έτσι η Μελίτη είχε συμπεριφερθεί as she owned her place in my life.

Because she did.

“Earth to Michael, over!” μου είπε η Μελίτη, επαναφέροντάς με.

“Windows is updating. Please do not turn off your computer!” της απάντησα, κερδίζοντας νέο γύρο γέλιου.

«Αν πέσει σε boot loop να ξέρεις ότι δε δεχόμαστε επιστροφές!» της είπε η Τζο.

«Λες να χρειαστεί επανεγκατάσταση;» συνέχισε το δούλεμα η Μελίτη.

«Εχμ… είμαι κι εγώ εδώ!» τους είπα καταφέρνοντας να βρω τη φωνή μου.

“IT’S ALIVE! ALIVE!” είπε η Μελίτη και την κοιτάξαμε και οι τρεις λες και βγήκε από ιπτάμενο δίσκο. “Young Frankenstein?” μας είπε ερωτηματικά.

“No habla ingles!” απάντησε η Αλεξία κερδίζοντας ένα δυνατό ρουθούνισμα από τη Μελίτη που πιάστηκε προς στιγμή απροετοίμαστη, αλλά επανάκαμψε αμέσως.

“Hablan Español?” ρώτησε, μάλλον στα Ισπανικά, και άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει, λαλεί πουλί, κλέβει σπυρί και η μάνα το ζηλεύει. “Gotcha!” μας έκανε κλείνοντάς μας παιχνιδιάρικα το μάτι.

«ΤΙ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥΥΥΥΥΥΥ!» έκανα στην Αλεξία η οποία έβαλε τα γέλια.

«Της θειας σου!» μου έκανε, ρίχνοντάς μου πάσα!

“My point exactly!” της απάντησα χωρίς να χάσω beat, και βάλαμε ξανά τα γέλια.

«Λοιπόν,» συνέχισα. «Τώρα που το λύσαμε αυτό, πάμε να βουτήξουμε;»

«Εμείς λέμε να κάνουμε τις λιαστές ντομάτες μέχρι να έρθουν τα παιδιά!» απάντησε η Τζο και για τις δυο τους.

«Εγώ και να ήθελα… και στη μέση της Μοχάβι να μ’ αφήσεις, χρώμα δε θα πάρω,» είπε η Μελίτη. “Let’s go, Romeo!” μου έκανε.

“Yes, ma’am!” της απάντησα θεατρικά, και μιας και η αμμουδιά το επιτρέπει, τρέξαμε και οι δυο και βουτήξαμε στο—αρκετά κρύο ακόμα—νερό.

Το οποίο όπως ήρθε η Μελίτη και με αγκάλιασε μέσα στο νερό τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση μου, το λες και τύχη, έτσι όπως ο… Μιχαλάκης εξαφανίστηκε και δεν έβγαινε μήτε σουβλάκι να του τάξεις.

«Φιλάκι!» μου είπε αλλά δεν ήταν ερώτηση, κόλλησε το στόμα της στο δικό μου, και σάμπως να ξύπνησε ο Jr, αλλά ευτυχώς ήταν ακόμα διστακτικός όπως πήγε να… ξεμυτήσει.

Και μετά μου δήλωσε ότι θέλει να κολυμπήσει, και έκανε μια κατάδυση και βγήκε 30 μέτρα πιο πέρα να πούμε, το λιμενικό κόντεψα να πάρω τηλέφωνο που λέει ο λόγος.

«Θα έρθεις;» με ρώτησε.

«Με μακροβούτι όχι!» της είπα, και άρχισα να κολυμπάω προς το μέρος της μέχρι που την έφτασα.

Και εκεί την είδε Φελπς σε μικρογραφία, και όπως λέει και το ανέκδοτο, “Σκάσε και κολύμπα!”


08. Φασματοσκοπική ανάλυση

Πρέπει να πέρασε πάνω από μία ώρα που ήμασταν μέσα στο νερό. Η Μελίτη την είχε δει λοχίας Hartman, να πούμε, και το είχε βάλει στόχο να με μάθει να κολυμπάω σωστά.

Δεν είχα ιδέα ότι δεν κολυμπούσα σωστά, δεν το είχα σκεφτεί καν!

«Δεν μετράει ότι είμαι ακόμα στην επιφάνεια;» προσπάθησα να αστειευτώ.

«Γελάω, Μιχαλάκη;» με ρώτησε δήθεν αυστηρά.

«Εχμ…» της έκανα.

«Αυτό δε μετράει!» μου έκανε χαχανίζοντας.

«Εγώ δεν είμαι από νησί! Από βουνό είμαι!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Λοιπόν,» ξεκίνησε την παράδοση θεωρίας. «Για αρχή, σταμάτα να κολυμπάς λες και σε κυνηγάει καρχαρίας κι εσύ προσπαθείς να σκαρφαλώσεις πάνω στο νερό. Το κεφάλι κάτω, χαλαρό. Κοιτάς τον βυθό, όχι πού θα πας· δε θα σου φύγει η παραλία!»

«Και πώς θα ξέρω ότι πάω προς τη σωστή κατεύθυνση;»

«Θα σηκώνεις λίγο τα μάτια κάθε τόσο, όχι ολόκληρη την κεφάλα σαν φώκια που ψάχνει ψαράκι. Όταν σηκώνεις το κεφάλι, βουλιάζουν τα πόδια σου και μετά κλωτσάς το νερό σα να έχεις προηγούμενα μαζί του!»

«Μικρός έπαιζα ποδόσφαιρο, μετράει;» έκανα το χαβαλέ μου, γιατί δε θα άντεχα, θα έσκαγα!

«Όλα αυτά καλά αλλά τώρα μιλάμε για κολύμπι, όχι τάκλιν στην καρωτίδα ανυποψίαστου ροφού!» μου είπε και παραλίγο να βρεθώ στον πάτο από τα γέλια. «Κοίτα να μη μου πνιγείς γιατί θα σε σκοτώσω!»

«Θα προσπαθήσω!» της είπα χαμογελώντας σαν διαφημιστικό οδοντόκρεμας.

«Τα χέρια τώρα,» συνέχισε χωρίς να συγκινείται. «Μπαίνει πρώτα η παλάμη, όχι όλο το χέρι πλατσουρίζοντας σαν να βαράς χταπόδι στα βράχια. Τεντώνεις μπροστά, πιάνεις το νερό και το σπρώχνεις πίσω. Ο αγκώνας μένει ψηλά.»

«Μάλιστα κύριε λοχαγέ!» της έκανα.

«Και τώρα σκάσε και κολύμπα!» μου είπε με γλύκα μεν, αφήνοντας σαφέστατα να υπονοηθεί ένα “OR ELSE” από εδώ μέχρι απέναντι δε.

Και τι να κάνω; Όπως και πριν έσκασα και κολύμπησα.

Τα ναυτικά γυμνάσια της ομάδας υποβρύχιων καταστροφών συνεχίστηκαν μέχρι που μου βγήκε η γλώσσα έξω, κυριολεκτικά. Και όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν έχω πάνω μου και ιδιαίτερο λίπος να κάψω.

«Για πρώτη φορά καλά ήταν!» μου είπε ευχαριστημένη. Και προς εμπέδωση ήρθε πάνω μου και μου έδωσε ένα βαθύ φιλί, και όπως είχε κολλήσει το στήθος της πάνω μου, σάμπως και να ξύπνησε ο Jr.

Ε, τόση άσκηση λογικό ήταν, κυκλοφόρησε το αίμα!

«Φρόνιμα Τζακ!» μου είπε γελώντας, και ξαναέγινα Ινδιάνος. «Άχου το μωρέ, είναι και ντροπαλούλι!» συνέχισε το δούλεμα.

Ναι, δε μπορεί. Κάτι στη φάτσα μου λέει «Γλεντήστε με!», δεν εξηγείται αλλιώς που το αγαπημένο χόμπι όλων των φίλων μου είναι να με παίρνουν στο ψιλό.

«Άντε, πάμε να βγούμε!» μου είπε.

«Εγώ λέω να περιμένουμε λίγο ακόμα!» της είπα διστακτικά και το έπιασε το υπονοούμενο βάζοντας τα γέλια δυνατά.

Δε βαριέσαι, και μόνο και μόνο για το γέλιο της, τσιμέντο να γίνει!

(Ναι… το τσιμέντο, ειδικά αυτή τη στιγμή, το λες και ατυχή επιλογή…)

Τέλος πάντων, έστω και απρόθυμα ο Jr επέστρεψε στο λαγούμι του και έτσι κατάφερα να μη βγω full mast έξω, γιατί έτσι και με έπαιρναν γραμμή οι άλλες δύο, δε θα με άφηναν σε χλωρό κλαρί!)

(ΜΑ ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ, ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΤΟ ΚΑΝΩ; ΟΧΙ ΚΛΑΡΙ! ΟΧΙ!)

Βγήκαμε έξω και σκουπιστήκαμε και η Μελίτη τυλίχτηκε με την πετσέτα της. Και ευτυχώς έγινε πάνω στην ώρα που ήρθε και το τρίο Stooges.

«Α, μπα; Τον βρήκατε το δρόμο καμάρια μου;» τους ρώτησε η Τζο.

«Εγώ δε θα το έβρισκα ρε; Το ανθρώπινο GPS;» απάντησε ο Στέλιος, ο οποίος μπορούσε να χαθεί στο δρόμο προς το σουβλατζίδικο της γειτονιάς του, να πούμε!

«Οδηγούσα εγώ,» μας εξήγησε η Βίκυ, και έτσι τα πράγματα ήρθαν στη θέση τους.

«Γεια σας!» είπε πιο ντροπαλά απ’ ότι συνήθιζε και ο Ζαχαρίας.

«Καλώς τους,» είπα κι εγώ, και ο Ζαχαρίας γύρισε και με κοίταξε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του να πούμε.

Ξεροκατάπια γιατί ήρθε η ώρα να κάνω τις συστάσεις.

«Λοιπόν, να σας κάνω και τις συστάσεις. «Ο Στέλιος, που όπως σου έχω πει είναι συγχωριανός και παιδικός μου φίλος. Η Βίκυ, που δεν ξέρω κι εγώ τι του βρήκε και είναι η κοπέλα του,» είπα κερδίζοντας τα χαχανητά της ομήγυρης, «και ο Ζαχαρίας είναι ο αδερφός της Βίκυς,» συμπλήρωσα, απευθυνόμενος στη Μελίτη. «Η Μελίτη, συμπάσχουσα Πολιτική Μηχανικός και το νεότερο μέλος του club “Γλεντήστε το Μιχάλη!”» συνέχισα, προκαλώντας άλλο ένα γύρο από χάχανα.

«Χαίρω πολύ!» απάντησε η Μελίτη χαμογελώντας—αυτό που είχα αρχίσει να μαθαίνω ως το επιφυλακτικό της—και έδωσε το χέρι της κατά σειρά συστάσεων, πρώτα δηλαδή στο Στέλιο, μετά στη Βίκυ και στο τέλος στον Ζαχαρία.

Ο Ζαχαρίας την κοίταξε αρκετά παραπάνω από το θεμιτό, ωστόσο τα μάτια του δεν έφυγαν από το πρόσωπό της. Η Μελίτη—απ’ όσο τουλάχιστον μπορώ να καταλάβω όσο την έχω μάθει ως τώρα—δεν έδειξε κάποια φανερή δυσφορία.

Ευτυχώς δε χρειάστηκε να τεστάρουμε την υπομονή της, γιατί έκανε μεταβολή και πήγε να χαιρετήσει τα κορίτσια. Η Τζο ήταν επιτηδευμένα χαλαρή, αλλά η Αλεξία—η οποία είναι και η μόνη από τους υπόλοιπους τρεις που συμπαθεί τον Ζαχαρία—ήταν αρκετά πιο διαχυτική.

Ναι, η Τζο είχε αρχίσει να αρπάζει όπως κοιτούσε την Αλεξία ο Ζαχαρίας αλλά πριν προλάβει να επέμβει η Βίκυ, επενέβην εγώ.

«Ζαχαρία, πότε ήρθες;» τον ρώτησα, και γύρισε ξανά το βλέμμα του προς εμένα.

«Πριν τρεις μέρες, μαζί με τη Βίκυ,» μου απάντησε, και ένιωσα και πάλι το βλέμμα του πάνω μου με τρόπο που με ανατρίχιαζε χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το λόγο.

Γιατί αυτό που είπα ισχύει, είναι λίγο τεμπελάκος και μαλακοπίτουρας, αλλά είναι καλό παιδί.

Και εκεί επενέβη η Μελίτη με τρόπο που δεν είχα φανταστεί.

«Εσύ με τι ασχολείσαι, Ζαχαρία;» του είπε και γύρισε και την κοίταξε με τον ίδιο τρόπο πριν της απαντήσει.

«Δουλεύω στο Help Desk του IT της Rheinmetall,» της απάντησε. Έκανε παύση σα να το σκεφτόταν, και συνέχισε Γερμανικά, γυρνώντας προς τη Βίκυ ώστε να τα μεταφράσει: “Ich kümmere mich halt um Computer, die nicht richtig funktionieren, Drucker und so einen Kram.”

«Ξέρεις, υπολογιστές που δε λειτουργούν σωστά, εκτυπωτές και τα λοιπά…» εξήγησε η Βίκυ, και η Μελίτη μπορεί να μη χρειαζόταν μετάφραση, αλλά οι υπόλοιποι την χρειαζόμασταν.

Ο Ζαχαρίας γύρισε ξανά προς την Μελίτη και την κοίταξε, αυτή τη φορά από την κορυφή μέχρι τα νύχια, και μιας και η Μελίτη είχε στο μεταξύ βγάλει την πετσέτα, στάθηκε στα στήθη της πολύ περισσότερο απ’ όσο πρέπει.

Ωχ!

Και τότε η Μελίτη του μίλησε στα γερμανικά με σταθερή, ήρεμη φωνή κάνοντάς μας όλους να κοιταχτούμε μεταξύ μας: “Zacharias, wenn du mich so ansiehst, verunsichert mich das. Bitte schau mich nicht so intensiv an.”

“Entschuldigung. Ich habe nicht gemerkt, dass dich das stört,” της απάντησε—ντροπαλά!!!!—ο Ζαχαρίας, και δεν έχω ιδέα τι του είπε αλλά σταμάτησε με τη μία να την κοιτάζει λες και ήταν το τελευταίο μελομακάρονο στην πιατέλα.

Κοίταξα τη Μελίτη ερωτηματικά και μου έκανε ένα αδιόρατο αρνητικό νεύμα σα να μου έλεγε “θα τα πούμε άλλη στιγμή.”

Η Βίκυ κοίταξε τη Μελίτη στα μάτια και οι δυο τους σα να μίλησαν με τα μάτια, με τη Βίκυ να της χαρίζει ένα πλατύ, αληθινό χαμόγελο, και τη Μελίτη να της το ανταποδίδει.

Οι άλλοι τρεις κατάλαβαν ότι κάτι παίχτηκε αλλά φρονίμως ποιώντας δεν ανακατεύτηκαν.

Το θέμα είναι ωστόσο, ότι τουλάχιστον εκείνη την ημέρα, ο Ζαχαρίας ήταν πιο προσεκτικός. Ναι μεν το βλέμμα του έμενε λίγο παραπάνω πάνω σου απ’ ότι θα σε έκανε να αισθανόσουν άνετα, αλλά καμία σχέση με πριν που ένιωθες λες και είσαι σε τομογράφο.

Βέβαια, η σπαζοκλαμπανίαση του δεν άλλαξε, αλλά όπως λένε you win some, you lose some. Και μεταξύ μας, κάποιες στιγμές έχει και την πλάκα του. All-in-all ήταν ο γνωστός αγαπημένος Ζαχαρίας, σε λιγότερο ενοχλητική έκδοση.

Εδώ βοήθησε και η Μελίτη που ήταν ανοιχτή μαζί του, χαλαρή, και το κυριότερο του μιλούσε στα γερμανικά. Πέρα από τη Βίκυ κανείς μας δεν είχε ιδέα τι λέγανε, αλλά κάποια στιγμή ο Ζαχαρίας είπε κάτι προφανώς αστείο, καθώς μαζί με τη Μελίτη έβαλε τα γέλια και η Βίκυ.

All in all, στο τέλος της ημέρας ο Ζαχαρίας ήταν τελείως smitten, αλλά με τον τρόπο της η Μελίτη κάπως τον είχε κάνει να καταλάβει ότι η συμπεριφορά της ήταν απλά φιλική και τίποτα περισσότερο.

Γιατί, οκ, το ξέρω ότι είμαι ζηλιάρης και ανασφαλής, αλλά αν έφτανα να ζηλεύω το Ζαχαρία, καλύτερα να το έκλεινα το μαγαζί.

(Όχι ότι δε ζήλεψα την προσοχή που του έδινε, αλλά κατάφερα να συγκρατήσω τον εαυτό μου και να μην πέσω σε spiral, καθώς το ένστικτό μου ούρλιαζε ότι το να γίνω φορτικός στη Μελίτη δε θα πήγαινε καλά…)

Καθίσαμε στην Ανάβυσσο μέχρι αργά το απόγευμα, και μετά με ομόφωνη απόφαση πήγαμε στα Καλύβια, και πιο συγκεκριμένα στο Μουρούζη, για όργιο κρεατοφαγίας.

Και όταν δώσαμε παραγγελία η Μελίτη επιβεβαίωσε αυτό που μου είχε πει στο πρώτο μας ραντεβού.

«Μοσχαρίσια, στο αίμα της.»

«Εννοείτε medium rare?» τη ρώτησε ο σερβιτόρος.

«Εννοώ αυτό που σας είπα, στο αίμα της,» του απάντησε κοιτώντας τον με το βλέμμα “τελειώσαμε, πήγαινε παρακάτω, ναι;”

Ο σερβιτόρος, σοφά ποιών, έγραψε στο κατάστιχό του και ήρθε η σειρά μου. «Μια από τα ίδια,» του απάντησα, και αυτή τη φορά δεν υπήρχε διευκρινιστική ερώτηση.

Ο Στέλιος, η ντροπή των Αγράφων, ζήτησε τη δική του καλοψημένη, υπό τις έντονες αποδοκιμασίες της ομήγυρης. Μπόλεκ και Λόλεκ επέλεξαν μπιφτέκι, ενώ Βίκυ και Ζαχαρίας προτίμησαν αρνίσια παϊδάκια.

Και φυσικά έκλεισε με τις σαλατάρες μας, τις πατατάρες μας και τις τζατζικάρες μας, και ένα καφάσι μπύρες, και Βίκυ και Τζο ας πρόσεχαν να μην έχουν δικά τους αυτοκίνητα.

(Έτσι, για να μάθει η κάρχια η Τζο να με κοροϊδεύει που πήρε αυτοκίνητο κι εγώ κυκλοφορούσα με πόδια και συγκοινωνίες!)

Στα σπίτια μας γυρίσαμε κατά το βραδάκι, και η Μελίτη δήλωσε ότι θα κάνει ένα ντουζ και θα το ρίξει στο διάβασμα—χαρά στο κουράγιο της—και ότι κοντά στα μεσάνυχτα θα με πάρει τηλέφωνο.

«Να σε ελέγξω γιατί είσαι και ατάσθαλος!» μου δήλωσε, κάνοντας με να βάλω τα γέλια.

«Αυτό λέγεται καταπίεση!» διαμαρτυρήθηκα για τα μάτια του κόσμου.

«Σε καταπιέζω, Μιχαλάκη;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με τάχα μου με μισό μάτι.

«Ήθελα να ξέρω ποιος διαδίδει αυτές τις φαιδρότητες!» της έκανα σε full halva mode, κερδίζοντας το γέλιο της.

Και μετά με άρπαξε, με τράβηξε πάνω της και μου ρούφηξε την ψυχή από το στόμα.

«Για να μην ξεχνιόμαστε!» μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

As if, να πούμε.

Και στη βραδινή βιντεοκλήση λύθηκε και το μυστήριο του τι είχε παιχτεί με το Ζαχαρία. Ή, τουλάχιστον, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι λύθηκε.

«Μελίτη, τι παίχτηκε με το Ζαχαρία;» τη ρώτησα με τα πολλά.

«Δεν είναι αδιάκριτος, Μιχάλη,» μου απάντησε σοβαρή. «Όχι με τον τρόπο που για παράδειγμα ήσουν εσύ την πρώτη φορά που με είδες.»

Και μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο προτού γυρίσω στο αγαπημένο μου χόμπι, το spiraling. «Με τούμπαρες με το “συγνώμη σου ζήτησα, δε μετάνιωσα!”»

«Και μπράβο μου!» είπα σαφώς πιο χαλαρωμένος.

«Point is... ο Ζαχαρίας είναι... διαφορετικός,» μου απάντησε.

«Ναι... οκ... δε θα το έθετα έτσι,» είπα διστακτικά.

«Είναι!» επέμεινε. «Και η Βίκυ το ξέρει, ασχέτως αν για δικούς της λόγους δεν σας το έχει πει.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» τη ρώτησα με πραγματική απορία.

«Προσωπική εμπειρία,» μου απάντησε με δυο λέξεις και το πήρα τελείως λάθος.

«Ρε συ Μελίτη τι λες; Εσύ δεν έχεις καμία σχέση!» της είπα σχεδόν τσαμπουκαλεμένος για πάρτη της.

«Δεν μιλάω για μένα, Μιχάλη,» μου απάντησε σε τόνο που έδειχνε ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να συνεχίσουμε τη συγκεκριμένη κουβέντα.

Και τότε μου έκανε επιτέλους κλικ. Η Μελίτη, τον έκοβα σύριζα, ότι με το “διαφορετικός” εννοούσε ότι ο Ζαχαρίας ήταν στο φάσμα του αυτισμού.

Όσο για την εμπειρία που ανέφερε; Ήμουν σχεδόν σίγουρος, και πάλι, ότι αναφερόταν στην αδερφή της.


09. Τετάρτη

Η Μελίτη είχε διάβασμα καθώς Τετάρτη πρωί έγγραφε, οπότε οι επαφές μας περιορίστηκαν σε μηνύματα κατά τη διάρκεια της μέρας και μια ωρίτσα σε βίντεο κλήση το βράδυ. Και επειδή η μιζέρια θέλει παρέα, γύρισα κι εγώ στην εργασία μου.

Οκ, δεν είχα την όρεξη που είχα στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, αλλά έκανα την ανάγκη φιλοτιμία και κατάφερα να συγκεντρωθώ και να κάνω δουλειά, όχι μαλακίες.

Το οποίο σημαίνει ότι τη Δευτέρα ξέχασα να φάω—κλασσικά—και έτρεχα νυχτιάτικα στα McDonalds. Και αν είχα θυμηθεί να φάω πριν τις έντεκα, θα έλεγα και στη Μελίτη να κατέβει, αλλά που μυαλά; Μιλώντας μαζί της είχα ξεχάσει την πείνα μου και τη θυμήθηκα με το που κλείσαμε.

Και πάλι καλά να λες που είναι και αυτά ανοιχτά όλο το εικοσιτετράωρο και δεν την έβγαλα με γαριδάκια απ’ το περίπτερο.

(Ναι, το έχω κάνει κι αυτό…)

Με τούτα και με κείνα είχα ξεχάσει ότι το βράδυ της είχα τάξει (δηλαδή δεν της έταξα ακριβώς, απαίτησε!) να της μαγειρέψω. Και πάλι καλά να λέω που έγραφε το πρωί και με το που τέλειωσε με πήρε για να μου πει τα καλά μαντάτα, και να μου το θυμίσει.

Ξαφνικά το κινητό μου άρχισε να παίζει το “Gypsy” των Uriah-Heep, στο σημείο που ξεκινάει το τελικό σόλο, και το οποίο είχε προβιβαστεί ως το ringtone μου για τη Μελίτη.

«Καλώς τη μου,» της απάντησα. «Πως έγραψες;»

«Οτιδήποτε κάτω από εννιά θα είναι δυσάρεστη έκπληξη,» μου δήλωσε. «Στην τελευταία άσκηση παιδεύτηκα λίγο, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρη ότι είναι σωστή.»

«Τη θυμάσαι;» τη ρώτησα.

«Ξεχνιέται, τρομάρα της;» μου είπε αναστενάζοντας και μου είπε και τι ζητούσε η άσκηση και ποια μέθοδο χρησιμοποίησε.

«Ναι, αν χάσεις μονάδες δεν θα είναι από αυτό,» της είπα κάνοντας μια γρήγορη επαλήθευση σε ένα από τα αναρίθμητα τετράδια που στόλιζαν το γραφείο μου.

«Είσαι σίγουρος;» με ρώτησε με ενθουσιασμό που δεν κρυβόταν.

«Τι τα φοράμε τα γαλόνια;» τη ρώτησα με τον αέρα του διδακτορικού φοιτητή ακριβώς στον τομέα που είχε γράψει σήμερα διαγώνισμα. Να πήγαινα να γίνω καλύτερα γιδοβοσκός αν δε μπορούσα να την επαληθεύσω.

«Και μπράβο σας!» μου είπε ενθουσιασμένη. «Λοιπόν, δε θα μιλήσω πολύ γιατί τα μάτια μου είναι τετράγωνα από το διάβασμα! Πάω να ξεραθώ για να σου έρθω φρεσκαδούρα!»

«Να πας, κοριτσάρα μου!» της είπα χαμογελώντας σαν χαζός.

«Τι ώρα να έρθω;»

«Τι θα έλεγες για τις εννιά; Θα έχεις προλάβει να ετοιμαστείς;»

«Σε βολεύει; Θα έχεις προλάβει;» με ρώτησε.

«Ου φροντίς που λέει και μια γνωστή, τη γνωρίζεις!» της απάντησα παιχνιδιάρικα.

«Εντάξει λοιπόν!» μου είπε με επιτηδευμένα δραματικό ύφος. «Στις εννιά θα είμαι εκεί!»

Και μετά από μια καταιγίδα σματς/σμουτς—είχε κεφάκια το κορίτσι—κλείσαμε και μετά από μια πεντάλεπτη ονειροπόληση κοιτάζοντας με θαυμασμό τον απέναντι τοίχο, τσακίστηκα να κατέβω να πάω να ψωνίσω, γιατί στο ψυγείο είχα μόνο μπύρες!

Ούτε αυτό το ρημάδι το γιαούρτι δεν είχα καταφέρει να αγοράσω.

Α, και ακόμα μία έκπληξη για τη Μελίτη. Πριν ξεκινήσουμε το φαγητό θα είχε πανηγυρική σύγκλιση της ολομέλειας για προσθήκη νέου μέλους.

(Και πιθανότατα δούλεμα που θα πήγαινε σύννεφο πριν μας αφήσουν μόνους μας, αλλά συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια!)

Γιατί εννοείται ότι με το που γυρίσαμε είχε έκτακτη σύγκληση της ολομέλειας με κεντρικό θέμα τη Μελίτη, που εκείνη την ώρα έβγαζε τα μάτια της — μετά από ξενύχτι, έτσι;—με πεπερασμένα στοιχεία.

«Πώς σας φάνηκε η Μελίτη;» ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησα, ούτε εισαγωγή δεν έκανα. Ερώτηση η οποία έλαβε τις εξής απαντήσεις:

Τζο: Έμπαινα!

Αλεξία: Έμπαινα!

Τζο: Θα σε σφάξω, άπιστη!

Αλεξία: Αφού!

Βίκυ: Έμπαινα!

Στέλιος: Σοφά ποιώντας έκανε την πάπια και απάντησε «Απορώ τι σου βρήκε,» γιατί αν απαντούσε και του λόγου του “έμπαινα”, θα τον “έμπαινα” εγώ στο πάρκο απέναντι από το διαμέρισμά του.

(Αν προλάβαινε και δεν τον “έμπαινε” με παρόμοιο τρόπο η Βίκυ στο παρτέρι, και είχε και το πλεονέκτημα της κοντινής αποστάσεως!)

Με λίγα λόγια η Μελίτη πέρασε τις εξετάσεις που δεν ήξερε ότι έδωσε.

Η Βίκυ μάλιστα—η οποία ηράσθην σφόδρα τον τρόπο με τον οποίο η Μελίτη αντιμετώπισε τον αδερφό της—μου το δήλωσε ξεκάθαρα.

«Φουκαρά μου αν κάνεις καμιά μαλακία και τη χάσεις, εγώ τη Μελίτη θα κρατήσω για παρέα, μιλημένα ξηγημένα!»

«Εσύ δε μιλάς;» ρώτησα τον Στέλιο.

«Του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ!» μου απάντησε στα μούτρα, κάνοντάς μας να βάλουμε όλοι τα γέλια.

Η Τριανταφυλλιά, πέραν από καλλίπυγος πρώην κόρη με αδυναμία στους μικρούληδες, ήταν και ενδυματολόγος και δούλευε σε κάποιο θέατρο. Όταν την είχα γνωρίσει το μωρό της ήταν περίπου τριών μηνών και εκείνη σε άδεια εγκυμοσύνης.

Και με το που ο Ρούντολφ ο τάρανδος ξεκινούσε με το έλκηθρο την άγρα πελατών στη νυχτερινή Αθήνα—όταν δηλαδή είχε το ταξί βράδυ, αυτός και ο συνεργάτης του με τον οποίο δούλευαν μαζί το ταξί εναλλάσσονταν ανά εβδομάδα—τσουπ να σου κι εγώ ως δεύτερος νυχτερινός αντικαταστάτης που κανείς δεν ζήτησε.

Μα την Παναγία ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον παντρεύτηκε (και δεν ήταν το παιδί τους ο λόγος, έτσι; Όπως μου είχε πει η ίδια ήταν παντρεμένοι πάνω από πέντε χρόνια.) Η ίδια ισχυριζόταν ότι τον αγαπούσε, αλλά να τη βράσω τέτοια αγάπη, ο Μπάμπης είχε φάει αρκετό κέρατο για ολόκληρο κοπάδι ταράνδων.

Όμορφη, πληθωρική, με χιούμορ—για να μην αναφέρουμε τις σεξουαλικές της ικανότητες—θα μπορούσε να έχει όποιον θέλει, ποιος ο λόγος να ταράζει στο κέρατο τον Μπάμπη—που μπορεί να έτρεμα ότι έτσι και μας έπιανε στα πράσα θα με φύτευε επί τόπου—αλλά είχα καταλάβει ότι ήταν καλός άνθρωπος.

Θα μου πεις γιατί το συνέχιζα; Μια πίπα της και οι τύψεις μου πήγαιναν περίπατο. Και ξέρετε ποιο είναι το μυστικό στην καλή πίπα; Όχι, δεν είναι η τέχνη, ή—μάλλον—όχι η τέχνη από μόνη της. Είναι η όρεξη αυτής που την κάνει, αυτό που λέμε “μεράκι.”

Και από μεράκι η Τριανταφυλλιά άλλο τίποτα. Ένα βράδυ μαζί της και μαζί με το όνομά μου ξεχνούσα και τις επιφυλάξεις μου και τις τύψεις μου για τον φουκαρά το Μπάμπη.

Και επειδή εγώ είμαι λίγο και της πάρλας, ποτέ δεν ήμουν του βουρ και στον πατσά, πέρα απ’ όλα όσα έμαθα κοντά της, έμαθα και κάτι πολύ βασικό που είχε να κάνει με την δουλειά της.

«Πολλοί άνθρωποι,» μου είχε πει, «εστιάζουν στα λόγια, στις εκφράσεις, στις κινήσεις, αλλά ελάχιστοι εστιάζουν στα ρούχα που φοράει αυτός που έχουν απέναντί τους.» Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά να χαμογελάει και να μου εξηγεί τη φιλοσοφία της.

«Τα ρούχα που φοράμε είναι έκφραση, ακόμα και όταν αυτό γίνεται ασυνείδητα. Ειδικά όταν γίνεται ασυνείδητα!» μου είπε τονίζοντας την δεύτερη πρόταση. «Για παράδειγμα εσύ, δε φαντάζομαι ότι έφαγες ώρα να σκεφτείς τι θα φορέσεις.»

«Όχι,» απάντησα με ειλικρίνεια.

«Τα παπούτσια σου είναι φθαρμένα, αλλά καθαρά. Το παντελόνι σου και το πουκάμισό σου σιδερωμένα, παρόλο που πιθανότατα πλήρωσες κάποιο καθαριστήριο.»

«Κι εδώ κάνεις λάθος,» της είπα. «Εγώ τα πλένω, εγώ τα σιδερώνω.»

«Έστω,» μου απάντησε χαμογελώντας. «Παρόλο που δεν υπάρχει κάποιο κρυφό διακύβευμα—φόρεσες ρούχα μόνο και μόνο για να τα βγάλεις και απλά στο ενδιάμεσο έπρεπε να περπατήσεις και μέσα στον κόσμο—ντύθηκες πρόχειρα αλλά όχι ατσούμπαλα.»  

Όσο πλησίαζε το ρολόι στις εννιά, τόσο είχε αυξηθεί η αγωνία μου, αλλά όχι με τον κακό τρόπο. Ήταν η ευχάριστη προσμονή του να περιμένεις κάποιον μη βλέποντας την ώρα και τη στιγμή που θα τον δεις μπροστά σου.

Είχα φτιάξει κλέφτικο, εννοείται. Και μπατζίνα. Και γαλατόπιτα. Παρόλο που ήμουν σπίτι, είχα φορέσει ένα καλό υφασμάτινο παντελόνι και πουκάμισο. Είχα στρώσει το τραπέζι και είχα πάνω του μέχρι και βάζο με λουλούδια. Και είχα πάρει και ένα υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελα να της δώσω.

(Και αυτή τη φορά και με ομοφωνία της ολομέλειας, έτσι;)

Μέχρι και τα παπούτσια μου είχα πάρει λούστρο και τα είχα γυαλίσει τόσο που θα μπορούσα να ξυριστώ στην αντανάκλασή τους, που λέει ο λόγος. Και φυσικά είχα φορέσει και πάλι μια διακριτική ποσότητα από το αγαπημένο μου άρωμα—δε χαλάμε τα γούρια.

Και σε αντίθεση με το τι γνώμη μπορεί να έχετε σχηματίσει για μένα, το σπίτι μου δε χρειαζόταν γενική καθαριότητα από εταιρία απολύμανσης. Μπορεί να είμαι λίγο χαοτικός και το σπίτι μου να ήθελε συμμάζεμα, αλλά ήταν φανατικά καθαρό, κάνω γενική κάθε δύο εβδομάδες, και η τελευταία ήταν το Σάββατο το πρωί.

Στις εννιά ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Τσα!» μου έκανε όταν της απάντησα. «Είμαι από κάτω!»

«Μένω στον τρίτο,» της απάντησα και αντί να περιμένω το κουδούνι να χτυπήσει, πάτησα το κουμπί να ανοίξει η εξώπορτα, και πήγα να φέρω το λουλούδι.

Άνοιξα την πόρτα μου και την περίμενα στην είσοδο με την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο. Βγήκε από το ασανσέρ με ένα κουτί γλυκά και ένα κουτί, το οποίο υπέθεσα ότι ήταν μπουκάλι, και όταν με είδε μου χάρισε το χαμόγελο που μ’ έκανε να λιώνω.

«Καλώς το μου,» της είπα και όταν με πλησίασε, με αγκάλιασε περνώντας τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου και με φίλησε τρυφερά στα χείλη. «Αυτό για σένα,» της είπα δίνοντάς της το τριαντάφυλλο, το οποίο είχα κρυμμένο επιμελώς, και το πρόσωπό της φωτίστηκε σα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Σ’ ευχαριστώ!» μου απάντησε σχεδόν ντροπαλά. «Καλώς σε βρήκα!»

Έκανα στο πλάι και της έκανα την κίνηση να περάσει στα ενδότερα.

Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι με μεγάλες καμπάνες, που τόνιζε υπέροχα τις καμπύλες της και άνοιγε θεαματικά στους αστραγάλους. Από κάτω είχε μαύρα λεπτά πέδιλα, επίπεδα, με δύο λεπτές λωρίδες που σταυρώνονταν μπροστά—διαφορετικά από εκείνα που είχε φορέσει στην έξοδό μας το περασμένο Σάββατο.

Τα νύχια της—και αυτό ήταν αδύνατο να μην το προσέξω—ήταν σε διαφορετική απόχρωση του ροζ, αυτή τη φορά ματ, και σε γαλλικό στυλ.

Από πάνω φορούσε ένα πορτοκαλί φλοράλ crop top που έδενε μπροστά με φιόγκο, με αποκαλυπτικό τόσο‑όσο ντεκολτέ, και που άφηνε την κοιλιά έξω. Από όσο μπορούσα να διακρίνω, χωρίς σουτιέν.

Τα μαθήματα ενδυματολογίας της Τριανταφυλλιάς είχαν βρει πρόσφορο έδαφος· δεν είχαν πάει χαμένα. Συνειδητά ή ασυνείδητα, η Μελίτη μου έλεγε με το ντύσιμό της “Το κάτω δεν βγαίνει. Τελεία. Το πάνω… μολών λαβέ.”


10. To boldly go

Η Μελίτη ακόμα και σε αυτά που μου έφερε είχε επιστημονική προσέγγιση. Τα γλυκά που έφερε ήταν καλτσούνια, όχι το πρώτο τυχαίο γλυκό που βρήκε σε ζαχαροπλαστείο.

«Τα δοκίμασα πρώτη φορά στα Χανιά που είχα πάει πρόπερσι με την Κωνσταντίνα και είχα ξετρελαθεί!» μου εξήγησε με έξαψη. «Ελπίζω να σ’ αρέσουν!»

Εδώ δεν ήταν Κρήτη, δεν περίμενες ένα παραδοσιακό κρητικό γλυκό να είναι διαθέσιμο παντού, το οποίο σημαίνει ότι μπήκε στη φασαρία να ψάξει να βρει κάποιο που έχει καλτσούνια.

Γιατί ήθελε να μοιραστεί μαζί μου κάτι που της άρεσε. Και αν και όπως αποδείχτηκε βρήκα τα καλτσούνια πολύ του γούστου μου, θα τα έτρωγα με την ίδια ευχαρίστηση ακόμα και αν είχαν γεύση φελιζόλ.

Και το κρασί, ακόμα πιο ψαγμένο!

«Δεν είμαι γνώστρια στα κρασιά,» μου ομολόγησε. «Υπέθεσα ότι θα φτιάξεις κλέφτικο και έψαξα να βρω κρασί που ταιριάζει. Και συμφώνησαν και ChatGPT, και Claude και Gemini!» συμπλήρωσε χαχανίζοντας

(Εκτός και αν είναι αυστηρά μαθηματικά προβλήματα ή κώδικας, τα LLMs σπανίως συμφωνούν μεταξύ τους.)

Είχε φέρει ξινόμαυρο Νάουσας, το οποίο ταίριαζε ΑΚΡΙΒΩΣ με το παραδοσιακό αγραφιώτικο κλέφτικο, πολύ περισσότερο από το γνωστότερο Αγιωργίτικο που γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος.

Ναι, δεν ήξερε από κρασιά, ωστόσο κάθισε και το έψαξε, μέχρι που συμβουλεύτηκε και LLM.

Όσο σκληρός καργιόλης και αν είμαι (LOL, NOT!!), είναι να μην επιστρέφω με τη μία στη φυσική μου μορφή;

Της έκανα περιήγηση στο σπίτι, και η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκε με τις πόρτες που καμιά τους δε ήταν κλειστή (κοντολογίς χωρίς να κρύψω την ακαταστασία μου κάτω από το χαλί.)

Εντάξει, το γραφείο μου ήταν σα να το έχει χτυπήσει ανεμοστρόβιλος, αλλά όσο και αν προσπαθούσα να έχω το σπίτι μαζεμένο, στο γραφείο τραβούσα γραμμή. Αλήθεια λέω, κάθε φορά που προσπαθούσα να το συμμαζέψω έχανα τα πράγματά μου, με αποτέλεσμα μια ώρα με το συμμάζεμα τον ανεμοστρόβιλο να τον έχει ακολουθήσει και σεισμός.

Πριν όμως το κυρίως πιάτο είχε τα προεόρτια. Όπως είχαμε συμφωνήσει με τα ρεμάλια στις εννιά και πέντε χτύπησε το messenger μου.

«Πάνω στην ώρα!» της είπα κλείνοντάς της πονηρά το μάτι.

«Χμμμ… τι μαγειρεύεις Μακιαβελικέ Αγραφιώτη;» με ρώτησε αποκαλώντας με μέ το επίθετό μου.

«Θα δεις!» της είπα με νόημα και πάτησα αποδοχή.

Και φυσικά το δούλεμα ξεκίνησε από τη Τζο.

«Τι έγινε γερο-Μπισμπίκη; Την κατάφερες τη μικρούλα;» ρώτησε και της Μελίτης της ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.

“Prepare to rock your world!” της είπα και έκανα νόημα στη Μελίτη να έρθει δίπλα μου. “Behold!” έκανα θεατρικά.

Δεν πρόλαβε να απαντήσει και πετάχτηκε ο Στέλιος.

«Φεύγα με τρόπο,» της είπε. «Θα τον απασχολήσουμε εμείς!» της είπε συνωμοτικά και εκεί τον πρόλαβα εγώ.

«Ναι, εσένα θα περίμενε αν ήθελε να φύγει!» του είπα ειρωνικά. «Θα μου έριχνε το νταν στο κεφάλι και θα έφευγε Κιουρία!» είπα συνεχίζοντας, και η Μελίτη χαχάνισε ακόμα πιο δυνατά.

«Το μυστικό,» είπε η Αλεξία, «είναι να μην τον δέρνεις πολύ! Ίσα να μαλακώσει!»

Και εκεί κατάφερε για πρώτη φορά μετά την κλήση να μιλήσει και η Μελίτη. «Το Σάββατο μου είχε πει να μην τον δείρω πολύ γιατί την Κυριακή είχε δημόσια εμφάνιση! Και είδατε, ε; Κιουρία! Ούτε λίγο μαύρο! Ούτε λίγο μωβ!» απάντησε χρησιμοποιώντας την ίδια λέξη.

«Ε, καλά, δε χρειάζεται κι εσύ να το τραβάς στα άκρα,» απάντησε αυτή τη φορά η Βίκυ. «Λίγο μωβ δεν βλάπτει, το πολύ-πολύ πες του να φορέσει κίτρινη γραβάτα!»

Και δωσ’ του χαχαχά και χουχουχού. Όπως είχα προβλέψει το δούλεμα πήγε σύννεφο, αλλά όχι σε όλο το ζεύγος! Oh, no, no, no. Είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι ο μοναδικός αποδέκτης.

Μωρέ καλά μου το είχε πει και η ίδια: “Νομίζω ότι δεν έρχεσαι στο δάσος για κυνήγι, Μιχάλη!”

Και κάπως έτσι, και χωρίς επιπλέον φαμφάρες η ολομέλεια απέκτησε και έκτο μέλος. Βέβαια είχαμε μια τεχνική δυσκολία, η Μελίτη δεν είχε Facebook—δεν τα γούσταρε τα social—αλλά υποσχέθηκε να αποκτήσει, γιατί τι, όπως είπε και η ίδια, “το να σε δέρνω live έχει περισσότερο γούστο.”

Αλίμονο…

Για μουσική υπόκρουση την ώρα του φαγητού στην αρχή ήμουν μεταξύ lounge και acid jazz αλλά τελικά αποφάσισα ότι η Μελίτη θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο να είμαι ο πραγματικός εαυτός μου, και έτσι δεν ήθελε πολύ. Δεν χρειαζόταν ούτε καν να φτιάξω play list, απλά συντόνισα το ραδιόφωνο στο Rock FM και το άφησα να παίζει.

Το φαγητό ήταν θρίαμβος.

«Θα μου βγει από τη μύτη και δε μπορώ να σταματήσω να τρώω!» ήταν η δήλωσή της.

«Καλά, τότε να μη βγάλω μπατζίνα και γαλατόπιτα!» την πείραξα.

«Κίτρινη γραβάτα έχεις;» με ρώτησε και έβαλα τα γέλια πιάνοντας το υπονοούμενο.

Και μπατζίνα έφαγε, και γαλατόπιτα έφαγε, και τα πιάτα παραλίγο να μου φάει—μου βγήκε τελείως κροκόδειλος να πούμε!

«Βρε κροκόδειλε!» της είπα χαχανίζοντας, και μ’ έστειλε αδιάβαστο.

«Αλιγατοράκι!» μου απάντησε. «Στο μέγεθος, γιατί στην ψυχή είμαι του κροκόδειλος του αλμυρού νερού!»

Πέρα από χαβαλέ και πειράγματα, δεν μιλούσαμε όσο τρώγαμε, κι ακόμα κι εγώ κράτησα τα καραγκιοζιλίκια μου στο ελάχιστο.

«Ωχ, θα σκάσω!» ήταν η τελική της διάγνωση.

«Θες σόδα;» τη ρώτησα, γιατί είχα και από αυτή, γιατί καλό το αρνί αλλά είναι φαγητό που όταν το τρως, σε τρώει και εκείνο.

«Όχι, ευχαριστώ, Μιχαλιό μου,» μου απάντησε, κάνοντας και την πρώτη της γλυκουλινιά—το παιχνιδιάρικο Μιχαλάκη δε μετράει. «Αυτή τη στιγμή και ο αέρας με δυσκολία κατεβαίνει.»

(Και φυσικά λέρωσα τα βρακιά μου, γιατί για ποιον με περάσατε;)

«Θες να κάτσουμε στο μπαλκόνι;» τη ρώτησα. «Έχει δροσούλα σήμερα, είναι ό,τι πρέπει!»

«Αμέ!» μου είπε. «Κάτσε να μαζέψουμε!»

«Μαζεύουμε μετά!» της είπα και της έδωσα το χέρι μου. «Έλα, πάμε!»

Ένας από τους λόγους που είχα επιλέξει αυτό το διαμέρισμα—και δεν ήταν φτηνό το νοίκι, έτσι; Να είναι καλά ο Παντελής και η Χρυσή—ήταν ότι είχε μεγάλο μπαλκόνι. Όταν ήμουν ακόμα φοιτητής, προπτυχιακός και μεταπτυχιακός, στις περιόδους της εξεταστικής είχα ακολουθήσει αυτό που έκανα και στην Τρίτη Λυκείου.

Έχοντας φροντίσει να κοιμηθώ καλά το βράδυ, ξυπνούσα πολύ πρωί, λίγο πριν τις πέντε, και διάβαζα εντατικά μέχρι περίπου τις εννιά το πρωί. Μετά τρεις ώρες ύπνος, και μετά διάβασμα και πάλι. Βέβαια στην Αθήνα δεν είχε την ησυχία του χωριού, οπότε το διάβασμα μετά γινόταν αναγκαστικά στο γραφείο μου, αλλά αυτή η πρωινή μου συνήθεια ήταν συνταγή της επιτυχίας που δεν άλλαζα με τίποτα.

«Ένας από τους λόγους που διάλεξα αυτό το διαμέρισμα όταν ήρθα Αθήνα ήταν το μπαλκόνι,» της είπα και της εξήγησα την ιστορία.

Χαμογέλασα σχεδόν πικρά.

«Και έχω να ευχαριστήσω την Ελευθερία γι’ αυτό,» είπα στάζοντας ειρωνεία. «Σα να γύρισε ένας διακόπτης μέσα μου, Μελίτη,» της είπα σοβαρά. «Μέχρι και που με χώρισε δεν είχα κάτσει να διαβάσω σοβαρά για τις πανελλήνιες.»

«Ποιος ήρθε;» με ρώτησε σα να μην πίστευε στ’ αφτιά της.

«Και όμως…» της απάντησα χαμογελώντας με σφιγμένα χείλη. «Ξέρεις τι μου είχε πει όταν χωρίσαμε;» τη ρώτησα ρητορικά, γιατί φυσικά που να ήξερε. “Δες το σαν ευκαιρία να ξαναγίνεις ο σημαιοφόρος,” μου είχε πει ειρωνικά, εννοώντας ότι ήμουν φύτουλας και ότι εκείνη με είχε βγάλει από το καβούκι μου.»

Η Μελίτη γούρλωσε σχεδόν τα μάτια της αλλά δε μίλησε.

«Ήμουν,» της είπα. «Κι εγώ και ο Στέλιος—που είναι ένα χρόνο μεγαλύτερος—ξεχωρίζαμε σαν τις μύγες στο σχολείο. Μέχρι που γνώρισα την Ελευθερία και το έριξα στην τρελή!»

Γέλασα μόνος μου.

«Καλά, μη φανταστείς ότι έπεσα κάτω από το δεκαεπτά αυτά τα δύο και κάτι χρόνια που ήμασταν μαζί. Αλλά όπως και η ίδια γνωρίζεις, το δεκαεπτά δεν είναι βαθμός που σε βάζει στο Πολυτεχνείο.»

“You’re preaching to the choir…” μου είπε συμφωνώντας μαζί μου.

«Και μπορεί να πόσταρα κατεβατά και να έκανα αφιερώσεις που μόνο εγώ τις διάβαζα, αλλά θυμήθηκα και το άλλο μου όνειρο.» Χαμογέλασα. “And the rest is history.”

Δεν είμαι θρήσκος, δεν πιστεύω στο Θεό. Και όμως καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως τελικά υπάρχει; Όχι ο Θεός των χριστιανών ή των λοιπών θρησκειών, αλλά μια ανώτερη δύναμη με ειρωνική αίσθηση του χιούμορ. Μερικές φορές δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.

Όπως τώρα καλή ώρα, είπα κάτι στη Μελίτη που μόνο η Ολομέλεια το γνώριζε, ενώ ταυτόχρονα από το ραδιόφωνο ακουγόταν η τελευταία στροφή του Stairway to heaven.

And as we wind on down the road
our shadows taller than our soul.
There walks the lady we all know
who shines white lights and wants to show
how everything still turns to gold…

Η Μελίτη έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό μου και μου το χάιδεψε τρυφερά.

“We all carry somehow our original sin,” μου είπε αινιγματικά. «Να σου πω μια ιστορία;» με ρώτησε, σχεδόν διστακτικά.

«Να μου πεις,» της απάντησα χαμογελώντας της ενθαρρυντικά.

Και μου είπε για τον Νίκο, τη δεύτερή της σχέση. Δεν τον ζωγράφισε ως κακό άνθρωπο, ίσα-ίσα ήταν προσεκτική στους χαρακτηρισμούς της, παρόλο που στο τέλος κάηκε με το χυλό.

Το δικό της original sin ήταν ότι η απειρία της—ο Νίκος μπορεί να μην ήταν η πρώτη της σχέση αλλά ήταν ο πρώτος της πραγματικός έρωτας—την είχε παρασύρει.

Και εκεί διαπίστωσε αυτό που είχα μάθει κι εγώ από την Ελευθερία. Ωραίο πράγμα ο έρωτας αλλά χωρίς μια γερή δόση κυνισμού είναι συνταγή για καταστροφή. Πέραν του ότι ήταν ο πρώτος της σεξουαλικά, δεν μπήκε σε περισσότερες λεπτομέρειες για τις εμπειρίες της, πέραν ενός ειρωνικού “καλά που τη φύλαγα για τον κατάλληλο”—μάλλον αναφερόμενη στην παρθενιά της.

Σημασία είχε ότι της ζήτησε να χωρίσουν χωρίς να της δώσει το closure της, χωρίς να εξηγήσει το γιατί. Και είναι που είναι κλειστός χαρακτήρας, χώθηκε ακόμα πιο πολύ μέσα στο καβούκι της.

«Οπότε όχι, Μιχάλη, δεν είσαι χαλβάς. Είσαι ένας υπέροχος, έξυπνος, τρυφερός άνδρας και το καλό που σου θέλω είναι να συνεχίσεις αυτός που είσαι, OR ELSE!»

“Cross my heart” της είπα και της έκανα νόημα να έρθει να κάτσει πάνω στα πόδια μου.

Δεν δίστασε. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και ήρθε και κάθισε πάνω μου πρόσωπο με πρόσωπο. Την κράτησα από τη μέση και με αγκάλιασε σταυρώνοντας τα δάχτυλά της πίσω από το σβέρκο μου.

“Cross my heart, Μελίτη μου,” επανέλαβα, κοιτάζοντάς τη στα μάτια.

Έγειρε μπροστά, τα χείλη μας κόλλησαν, και χαθήκαμε και οι δυο στο φιλί μας.


11. Χορεύουμε;

Όταν τραβηχτήκαμε, το σύμπαν λες και ήταν wingman, να πούμε, κάπως το έκανε—δεν ξέρω πώς—και ο Rock FM έπαιξε αυτό που για μένα είναι ο απόλυτος ύμνος της Rock, πάνω από το Stairway to Heaven, πάνω από το Child in Time, πάνω από τo Easy Living, πάνω από το Sunshine of your love.

Πάνω και πέρα από οτιδήποτε.

«Χορεύουμε;» της είπα.

«Εδώ;» με ρώτησε χαμογελαστή.

«Εδώ!» της απάντησα.

Αντί απάντησης σηκώθηκε από την καρέκλα και σηκώθηκα κι εγώ. Σταύρωσε τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου, και την αγκάλιασα από τη γυμνή της μέση.

(Ναι, χαρές και πανηγύρια, μη το λέμε πάλι, ωστόσο η Μελίτη ακόμα και αν το κατάλαβε—που μάλλον το κατάλαβε, ο Jr. δε φημίζεται ακριβώς για τη διακριτικότητα του—δεν σχολίασε για να μη χαλάσει τη μαγεία της στιγμής.)

High noon, oh I’d sell my soul for water
Nine years worth of breakin’ my back
There's no sun in the shadow of the wizard
See how he glides, why he’s lighter than air?

«Trivia,» της είπα. «Οι Rainbow ξεκίνησαν με την αποχώρηση του Ritchie Blackmore από τους Deep Purple. Μόνο που δεν ξεκίνησαν μετά την αποχώρηση. Ξεκίνησαν πριν.»

«Πώς πριν;» με ρώτησε με απορία.

«Ο Blackmore είχε μπουχτίσει με τα funk και τα soul που είχαν αρχίσει να παίζουν οι Purple στο Stormbringer, και δεν το έκρυβε κιόλας, ο άνθρωπος τα έλεγε δημοσίως, χωρίς αναισθητικό. Οπότε το εβδομήντα πέντε, όντας ακόμα μέλος του συγκροτήματος, μπήκε στο στούντιο στο Μόναχο με μια αμερικάνικη μπάντα, δήθεν για ένα solo project.»

«Και μην τον είδατε;» με ρώτησε γελώντας.

«Και μην τον είδατε!» της απάντησα. «Και το καλύτερο: πήρε ολόκληρη την μπάντα εκτός από τον κιθαρίστα τους, γιατί τι να τον κάνει, μιλάμε για τον Ritchie Blackmore. Αλλά ο πραγματικός λόγος που πήγε εκεί ήταν ο τραγουδιστής των Elf—έτσι έλεγαν την μπάντα. Ένας κοντοστούπης Ιταλοαμερικάνος, ένα μέτρο κι ένα μίλκο, ονόματι Ronnie James Dio.»

«Και;» ρώτησε η Μελίτη με φανερό ενδιαφέρον.

«Και άνοιγε το στόμα του και έπεφταν οι σοβάδες. Άκου τον!» της είπα, αλλά δεν κράτησε για πολύ γιατί κάπου εκεί μπήκε ο Cozy Powell.

«Ο πρώτος δίσκος ήταν μια χαρά, αλλά ήταν οι Elf με τον Blackmore από πάνω. Οπότε το επόμενο πράγμα που έκανε ο άνθρωπος ήταν να τους απολύσει όλους. Μιλάμε για αιματοκύλισμα, κράτησε μόνο τον Dio.»

«Σκληρός καργιόλης!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Δε λες τίποτα. Έφευγε κόσμος και κοσμάκης από εκείνο το συγκρότημα, μπες-βγες, υπάρχουν YouTube Shorts με μεγαλύτερη διάρκεια,» της είπα με μια γερή δόση υπερβολής, κάνοντάς τη να γελάσει.

«Αλλά εκείνη τη μία φορά, το εβδομήντα έξι, τα άστρα ήρθαν στη σωστή τους θέση. Έβαλε τον Cozy Powell στα drums, τον Jimmy Bain στο μπάσο, και τον Tony Carey στα πλήκτρα, ξαναπήγε στο ίδιο στούντιο στο Μόναχο, και έβγαλαν το Rising.»

Έκλεισα τα μάτια μου. «Άκου!» της είπα κρατώντας την πιο σφιχτά. «Άκου το κλάμα της κιθάρας!»

Δεν απάντησε, έκλεισε τα μάτια της για μερικές στιγμές και άφησε τη μουσική να την πλημμυρίσει.

«Έξι κομμάτια όλα κι όλα. Τριάντα τρία λεπτά ολόκληρος ο δίσκος και η δεύτερη πλευρά έχει δύο κομμάτια. Δύο. Δεκαεπτά λεπτά. Και το πρώτο από τα δύο είναι αυτό που ακούς τώρα.»

Σώπασα λίγο επίτηδες, γιατί οι μεγάλες στιγμές θέλουν παύση, και γιατί ήθελα να ακούσει τι έπαιζε από πίσω.

«Ξεκινάει με σκέτα τύμπανα. Μόνο τύμπανα, Μελίτη, και δεν είναι ιντρό, είναι δήλωση προθέσεων. Μετά μπαίνει η κιθάρα σε μια κλίμακα που δεν έχει καμία δουλειά να είναι σε ροκ κομμάτι—μυρίζει Ανατολή από χιλιόμετρα. Και κάπου στη μέση, εκεί που νομίζεις ότι δεν έχει άλλο, μπαίνει από πάνω ολόκληρη η Φιλαρμονική του Μονάχου. Ολόκληρη. Δεν ήταν καν σίγουροι ότι θα βγει, το ηχογράφησαν και είπαν ό,τι γίνει.»

«Και βγήκε,» μου είπε με φωνή γεμάτη δέος.

«Και βγήκε. Το Stargazer, για μένα το απόλυτο αριστούργημα του είδους που λέμε Rock. Με τη σπαρακτική μεγαλειώδη φωνή του Dio, με το θρήνο της κιθάρας του Blackmore, με τα drums του Powell, το μπάσο του Bain, τα πλήκτρα του Carey και τη φιλαρμονική του Μονάχου. Που μιλάει για ένα μάγο που θέλει να πετάξει, και βάζει τους σκλάβους να του χτίσουν ένα πύργο ως τον ουρανό.»

Σταμάτησα την αφήγηση, η Μελίτη ήξερε αγγλικά, και η φωνή του Dio, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει “I see a rainbow raising” που από εκεί και πέρα χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, είναι καθαρή.

“My eyes are bleeding / And my heart is leaving here / The place I’ve known / But it’s not home” είπα τραγουδιστά. «Δεν υπάρχει consensus εδώ, οι μισοί τραγουδάνε “The place I’ve known” και οι άλλοι μισοί “A place unknown”, και ο Dio ποτέ δεν το ξεκαθάρισε επίσημα.»

«Το πρώτο μου φαίνεται ότι λέει,» μου είπε.

«Κι εγώ αυτό νομίζω αλλά πλέον ο Dio μας έχει αφήσει χρόνους οπότε… tough luck!”

Η Μελίτη κάθισε σπίτι μου μέχρι τις τρεις. Επιστρέψαμε στις καρέκλες μας στο μπαλκόνι, και πέραν από τη μια φορά που πήγε στο μπάνιο, και αυτές που πήγαινα μέσα για να φέρω μπύρες, δεν σηκωθήκαμε από αυτές.

Μου ανοίχτηκε, προσεκτικά μεν, και σε μικρές δόσεις, αλλά μου ανοίχτηκε. Μου είπε για τον Γιώργο, έτσι έλεγαν το πρώτο αγόρι της, που πέντε χρόνια αργότερα έκαναν ακόμα παρέα. Μου είπε για το Aikido και πώς το ξεκίνησε—με προτροπή παιδοψυχολόγου παρακαλώ—για να μάθει να ελέγχει τον ευέξαπτο χαρακτήρα της.

Και μου είπε για τη Χαριτίνη. Ήταν αυτό που είχα καταλάβει, on the spectrum but highly functional, περισσότερο από το Ζαχαρία. Εξαιρετικά ευφυής, σύμφωνα με τη Μελίτη, και παρότι είχε επιλέξει ιατρική, είχε επιλέξει ειδικότητα που αφαιρεί τις κοινωνικές απαιτήσεις της Ιατρικής: Παθολογοανατομία.

(Και μου εξήγησε τι ακριβώς ήταν, γιατί εγώ νόμιζα ότι είχε να κάνει με ιατροδικαστική. Nope! Σύμφωνα, και πάλι, με τη Μελίτη ήταν o απόλυτος διαγνωστικός γρίφος. Εξέταση ιστών στο μικροσκόπιο για τη διάγνωση καρκίνων και άλλων παθήσεων. Μηδενική επαφή με ασθενείς, καθαρή ανάλυση δεδομένων, ταμάμ για τη Χαριτίνη, που εκτός από ειδικότητα έκανε ΚΑΙ διδακτορικό, καλή ώρα.)

Κατά τα άλλα είχε ήσυχη παιδική ηλικία, με γονείς και παππούδες που τις λάτρευαν και τις δύο, αν και η ίδια ήταν από φύση αρκετά μοναχική και αποκομμένη—πέρα δηλαδή από την Κωνσταντίνα. Φύσει κλειστή, χρειαζόταν ειδικό κλειδί για να ξεκλειδώσει.

Αυτό ακριβώς που της πρόσφερα εγώ, και κατάλαβα γιατί τόσο επιφυλακτικός άνθρωπος ένιωθε σαν ψάρι στο νερό με τους κανίβαλους της ολομέλειας. Witty και ετοιμόλογη, λάτρευε το γρήγορο χιούμορ των αλλεπάλληλων πυροβολισμών, και ήρθε και κούμπωσε.

Μου εξομολογήθηκε—διστακτικά—ότι είχε μετανιώσει με το Νίκο. Δεν ήταν ο τύπος της αλλά ο αέρας του την είχε γοητεύσει. Σίγουρος για τον εαυτό του, ελαφρά υπερόπτης, ελαφρά νάρκισσος και η Μελίτη δάγκωσε τόσο δυνατά τη λαμαρίνα που κροτάλισε η μασέλα της—δικά της λόγια, όχι δικά μου.

Ψεύτης μην είμαι, κάμποσα από αυτά που μου εξομολογήθηκε με έκαναν να ζηλέψω, ειδικά αυτό με το πόσο έντονα τον είχε ερωτευτεί. Όντας αυτός που είμαι, μου ήταν αδύνατο να μην το πάρω προσωπικά—και ας μην είχε καμία τέτοια διάθεση η Μελίτη. Εγώ… the safe harbor, όχι ο exciting, όχι ο περιπετειώδης. Εκείνη μου έλεγε ότι ο Νίκος είχε αποδειχτεί Σειρήνα, κι εγώ το πήρα ως προσωπική ανεπάρκεια για κάτι που ούτε είμαι, ούτε ήθελα πραγματικά να γίνω.

Yup… that’s me in all my fucking spiraling glory.

Και μετά χρειάστηκε μια μόλις κουβέντα της για να επανακάμψω.

«Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο ρε Μιχάλη;» με ρώτησε ρητορικά. «Δεν ήταν το ότι μου ζήτησε να χωρίσουμε ο λόγος που το πήρα τόσο βαριά, οι πρώτοι ενθουσιασμοί είχαν εξαφανιστεί τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκαν.»

«Αλλά;» τη ρώτησα προσεκτικά.

«Το ότι δεν κατάλαβα το γιατί! Και πολύ του έπεφτα!» μου είπε σταυρώνοντας τα χέρια της πεισματάρικα. «Δεν ήταν κακός ο Νίκος, αλλά δεν έφτανε ούτε το μισό σου δαχτυλάκι! Δε μου άρεσε καν εμφανισιακά,» μου είπε με απελπισία. «Τι σκατά του βρήκα και κόλλησα μαζί του, και πώς κατάφερα να βρεθώ στο τέλος και κερατάς και δαρμένος;»

Και παρ’ τον κάτω και πάλι τον δικό σου.

Ήταν λίγο μετά τις τρεις όταν συνειδητοποίησε με τρόμο τι ώρα είχε πάει, και δεν είχε τελειώσει ακόμα η εξεταστική της, είχε και “Οπλισμένο Σκυρόδεμα I”· αυτό που διάβαζε όταν την γνώρισα.

Με βοήθησε να μαζέψουμε το τραπέζι, μέχρι και να πλύνουμε τα πιάτα.

«Δεν έχω κίτρινη γραβάτα, οπότε όχι!» της είπα.

«Μα δεν είπα ότι θα σε δείρω!»

«Θα το κάνεις όμως άμα σου ρίξω φάπα! ΑΣΕ ΚΑΤΩ ΤΑ ΠΙΑΤΑ!»

«ΙΙΙΙΙ! Με απειλείς με βία ουτιδανέ;» μου έκανε δήθεν τσαμπουκαλεμένη.

«Ποτέ!» της απάντησα και βρήκε την ευκαιρία να βάλει να πιει νερό.

ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ!

«Η Βία δεν είναι λύση αλλά η Λία είναι Βίσση!» της πέταξα.

ΛΑΘΟΣ ΜΟΥ!

Της βγήκε το νερό από στόμα και μύτη, και, όπως ήταν στραμμένη προς εμένα, με έκανε σύχριστο.

Φορώντας το βρεγμένο πουκάμισο και αρνούμενος να αλλάξω παντελόνι καθώς το θεωρούσα παράσημο, και ας έμοιαζα σα να τα έχω κάνει πάνω μου, τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της, και τελικά καταφέραμε να ξεκολλήσουμε ο ένας από τον άλλον μετά τις τρεισήμισι!

«Για καθαρά προληπτικούς λόγους, πάρε μια κίτρινη γραβάτα!» μου δήλωσε, όταν διαπίστωσε ότι ήταν τρεις και μισή και ακόμα χαζολογούσαμε στην είσοδό της.

«Πάει και με μπορντό αλλά θα χρειαστεί να με δείρεις λιγότερο,» της απάντησα. «Αλλιώς να πάρω μουσταρδί!»

«Μύστης!» μου είπε γελώντας.

«Ο πατέρας μου έχει έξι αδέρφια και η μητέρα μου πέντε. Ξέρεις σε πόσους γάμους έχω πάει; Στυλίστας έχω γίνει!» της απάντησα, κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Λοιπόν, πάω για ύπνο γιατί στο τέλος σε βλέπω με κόκκινη γραβάτα, που πάει με το μαύρο!»

«Δεν πας πουθενά χωρίς ΦΠΑ!» της είπα, και πιάνοντας το υπονοούμενο—και χαχανίζοντας ακόμα—με σβέρκωσε κανονικά και με το νόμο και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου.

«Α,» μου είπε σα να το σκέφτηκε τελευταία στιγμή. «Ψήνεσαι το Σάββατο να βγούμε με την Κωνσταντίνα και τον Θέμη;»

«Τρώνε πατσά;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«Γι’ αυτό μου αγχώνεσαι, μωρουλίνι μου;» με ρώτησε πειρακτικά (και φυσικά εννοείται ότι έλιωσα και πάλι, παρόλο το πειρακτικό!) «Πάμε για πατσά αφού τους ξεφορτωθούμε!»

«Τώρα μιλάς σωστά! Μέσα!»

Μου έδωσε ένα τελευταίο πεταχτό φιλάκι, και μπήκε μέσα, και όπως και τις άλλες φορές την περίμενα να μπει στο ασανσέρ. Και αυτή τη φορά δεν είχε απλά χαμόγελο, έτσι; Μου έστειλε φιλάκι, περίμενε να της κάνω ότι το πιάνω, και τότε—και μόνο τότε—μπήκε στο ασανσέρ.

Και μπορεί να είχα στο σπίτι φαγητό αλλά είχα πεθυμήσει δρακουλίνια, οπότε επιστρέφοντας έκανα και μια παράκαμψη από το περίπτερο.


12 Born to be wild

Η Πέμπτη πρωί (δηλαδή μεσημέρι για μένα) ξεκίνησε με τον κλασικό τρόπο. Άνοιγμα της ομαδικής και χαιρετισμός. Μιας οι τρεις κοπέλες δουλεύουν, και ο τέταρτος συχνά-πυκνά το παίζει σώγαμπρος στη Βίκυ, οι πρώτες καλημέρες είχαν πέσει νωρίς με τη δροσούλα.

Jo: Καλημέρα ντουγάνια.
Alexia: Καλημέρα χύστες.
Vicky: Καλημέρα τοξοκρόταλοι
Stelios: Καλημέρα μουνείλωτες.

ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΞΗ! Η Μελίτη όπως είχε υποσχεθεί είχε φτιάξει λογαριασμό στο FB, με είχε προσθέσει και είχε και In Relation with Μιχάλης Αγραφιώτης, και το FB μου ζητούσε να επιβεβαιώσω το αίτημα φιλίας και τη σχέση.

(Καλά που είχα προλάβει να κατουρήσω πρώτα, γιατί αν είχα κάνει το λάθος να ανοίξω το κινητό στο κρεββάτι θα πήγαινα για αλλαγή σεντονιών, να πούμε!)

Melite: LOL!
Vicky: Say good morning properly, ψάρακα!
Melite: LOL! Καλημέρα λουμπίνες!

(Αυτό θα πει “σαν το ψάρι στο νερό!”)

Jo: Εσύ θα πας μπροστά.
Alexia: Και τώρα μολόγατα όλα! Το τρύγησες το άγουρο κορμί του;
Stelios: Μπορεί να περπατήσει σήμερα;
Jo: Του έριξες καμιά σφαλιάρα ή βανίλια Μαδαγασκάρης;
Vicky: Σιγά βρε Ούννοι, με το μαλακό. Μελίτη you have the right to remain silent… NOT! Ξέρασέ τα όλα!
Melite: Εχμ… Ήμασταν φρόνιμοι! Μαλακία, ε; LOL!!!
Jo: Ο Μιχαλάκης σίγουρα! Μπρατσωμένο αγόρι, η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα.
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ.

(Είδατε; Δε χρειάζεται να είμαι παρόν για να με γλεντάνε όλοι!)

Michael: Καλημέρα αιδιολάγνοι.
Vicky: Τι καλημέρα ρε πεοπαπαρούπαλε; Μία έχει πάει.
Stelios: Μπα; Ξύπνησες πασάκα μου;
Melite: Καλημέρα ΜΩΡΟΥΛΙΝΙ ΜΟΥ!
Jo: Ώπα; Να τα και τα πιπεράτα!
Alexia: Σκληρή καργιόλα! NOT!
Vicky: Ζει ο μαλακοπίτουρας ή είδε το μωρουλίνι μου και λιποθύμησε;
Jo: Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει… αλλά μια αλλαγή πάνας μπορεί και να τη χρειαστεί.
Stelios: Και σερβιέτας.
Alexia: Μπα, τον έχω κόψει του ταμπόν.
Michael: Κι εγώ σας αγαπάω αλλά δεν το κάνω θέμα ΜΓΜΣ.
Jo: Άστα, μας τα πρόλαβε το αφεντικό: ΔΓΜΣ.
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Μην τους ακούς μωρουλίνι μου!
Michael: As long as we’re together, who cares about the weather?
Melite: 🖤 🖤 🖤 🖤 🖤 🖤 🖤 🖤
Jo: Awwwwwwwwww!
Vicky: Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος!
Stelios: Εγώ εξακολουθώ να μη μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκεις ρε @Melite, but whatever floats your boat…
Alexia: Κ-ΑΑΑΑΑΑΑΨΟΥΡΑΑΑΑΑΑΑΑ
Michael: Είμαστε δυο! Είμαστε τρεις! Είμαστε χίλιοι δεκατρείς.
Melite: Ώπα-ώπα! Δεν συμφώνησα σε παρτούζες @Michael
Alexia: XAXAXAXAXA Μέχρι πέντε είναι σχέση @Melite
Jo: ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΚΟΚΟ ΝΥΜΦΟΜΑΝΕΣ ΓΥΝΑΙΟ @Alexia
Alexia: Ναι είδα πως σε χάλασε το βράδυ που ήσουν λες και δάγκωσες καλώδιο υπερυψηλής.
Michael: TOO MUCH INFORMATION!!!!
Alexia: LOL
Melite: @Michael δεν απάντησες! Αγόρασε κόκκινη γραβάτα!
Michael: @Melite μωρό μου δεν είναι αυτό που νομίζεις!
Stelios: Μετάφραση: Όχι μόνο είναι αυτό που νομίζεις αλλά παίζει να είναι δυο τρία πράγματα που δεν έχεις νομίσει ακόμα.
Michael: Ρε μαλάκες εσείς δουλειές δεν έχετε;
Alexia: Αμέ! Δουλεύουμε εσένα.
Melite: Ρεμάλια καθίστε φρόνιμα και μη μου το συγχύζετε…
Jo: OR?
Melite: Σας βλέπω όλους με κόκκινες γραβάτες.
Alexia: ΑΧΝΕ! Χτύπα μας αλύπητα! Πέταξέ μας στα βράχια, όργωσε την πλάτη μας, βάναυσε Σατράπη @Melite
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ Λοιπόν, σας αφήνω μπας και κάνω κανένα διάβασμα.
Jo: ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ ΝΤΟΡΗ ΜΟΥ, ΘΑ ΦΑΡΜΑΚΩΘΩ!
Melite: @Michael Εσύ μην παίρνεις θάρρος, θα σε πάρω να σε ελέγξω.
Jo: @Melite! Μην το δείρεις πολύ το ανθρωπάκι! NOT!
Melite: LOL! Σας φιλώ σταυρωτά στα μούτρα.

Αν μου έλεγες μία εβδομάδα πριν ότι η Μελίτη όχι απλά θα γινόταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, αλλά ο Γενικός Γραμματέας, και όλα αυτά στο πρώτο κιόλας chat, θα σου έλεγα να πας να σε κοιτάξει κανένας γιατρός.

Απόδειξη το μήνυμα που μου έστειλε private η Τζο.

ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, Η ΜΙΚΡΗ ΕΙΝΑΙ ΘΕΑΡΑ!!!!!

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΚΑΝΩ, ΕΙΧΑ ΧΕΣΤΕΙ ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΟΤΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΙΚΗ ΘΑ ΕΦΕΥΓΕ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΑΤΗΣΕΙ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ!!!!

ΤΑ ΣΙΓΑΝΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ! ΜΑΛΑΚΑ ΤΟΙΧΟ-ΤΟΙΧΟ, ΔΕ Σ’ ΕΧΩ ΚΟΨΕΙ ΓΙΑ ΠΙΣΩΓΛΕΝΤΗ! LOL!

Γελούσα ακόμα όταν με πήρε τηλέφωνο η Μελίτη.

“Hiyaaaaaaaa!” μου έκανε κεφάτη.

«Καλημέρα μωρουλίνι μου!» της είπα πειρακτικά.

«Είσαι και να σκάσεις!» μου δήλωσε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Ναι, δε με βλέπεις που τραβάω τα μαλλιά μου από την απελπισία;» τη ρώτησα γελώντας ακόμα. «Εντωμεταξύ πώς κατάφερες και ξύπνησες στις 09:00, μου λες;»

«Στις 08:00 ξύπνησα!» με διόρθωσε. «Εντάξει, χρειάστηκε να χωθώ κάτω από το ντουζ με κρύο νερό, αλλά δε γινόταν αλλιώς!»

(Αχ-αχ-ααααααχ! Τέτοιες εικόνες θέλουμε!)

«Καλά, δε θα σε δείρω πολύ γιατί είσαι αγουροξυπνημένος!» μου δήλωσε.

«Τι έκανα πάλι;» τη ρώτησα με προσποιητή απελπισία.

«Με έκανες εικόνα να κάνω ντουζ!» μου είπε χαχανίζοντας. «Ματάκια!»

«Αν δεν έκανα εσένα, ποια θα έκανα;»

(Reboot! LOL!)

“Windows is updating!” μου απάντησε παραδεχόμενη την ήττα της κατά κράτος, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια. «Τι λέγαμε;» με ρώτησε σαν να είχε χάσει πραγματικά το session.

«Ότι χώθηκες κάτω από το κρύο νερό που έπεσε πάνω σου σαν καταρράκτης, προκαλώντας ρίγη στο γυμνό σου κορμί!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Και μετά ξύπνησες!» συμπλήρωσα.

«Εγώ ή εσύ;» με ρώτησε και παραλίγο να μου βγει η πρώτη γουλιά του καφέ (παραγγελία με τα χεράκια μου, ε;) από τη μύτη.

«Εσύ! Εγώ κοιμόμουν και η τύχη μου δούλευε!»

“When in Rome, yada-yada-yada!” μου απάντησε δήθεν αδιάφορα.

“When in Rome act like a Roman Citizen, not like Rome’s Empress!” της έκανα. «Αυτό υποτίθεται πως είναι το νόημα!»

«Τι να πω, έχω εκτόπισμα!» δήλωσε γελώντας ανερυθρίαστα. Αναστέναξε. «Και διάβασμα… κλαψ-λυγμ!»

«Τσιμέντο να γίνει!» την πείραξα.

«Λέγε εσύ… λέγε…» μου έκανε δήθεν απειλητικά. «Και σάμπως να μη σε βλέπω να πηγαίνεις για γραβάτα, και μου γκρινιάζεις μετά!»

«Τι κάνεις το απόγευμα;» τη ρώτησα αλλάζοντας τελείως θέμα.

«Σε παρακαλώ μη μου κάνεις ανήθικη πρόταση γιατί θα πω ναι και θα πέσουν πάνω μου τα τσιμέντα!» μου είπε με απελπισία.

«Μια ωρίτσα μπορείς να την ξεκλέψεις;» την ρώτησα.

«Αμέ! Θα κάνω εκτεταμένο διάλειμμα! Τι έχεις κατά νου;» με ρώτησε.

«Πρώτον, να το παίξω Ελληνίδα μάνα και να σου φέρω ταπεράκι με φαγητό—»

«ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!»

«Και δεύτερον…»

«Ναι;»

“Drum Roll”

«Προχώρα στο παρασύνθημα γιατί δε σε βλέπω καλά, λόγο!» μου έκανε απειλητικά.

«Να πάμε μαζί να με βοηθήσεις να διαλέξω κράνος!»

«…»

Ωχ!

«Ναι, πρέπει να γίνει δίωρο το διάλειμμα!» μου δήλωσε και η ψυχή μου επέστρεψε στη θέση της. «Αχ τι μου κάνεις! Αχ τι μου κάνεις!»

«Βρε αν είναι τόσο φασαρία, και αύριο μέρα είναι!» της είπα με διαλλακτικό τόνο στη φωνή.

«Το κράνος δε θα πάρει πολλή ώρα! Η βόλτα που θα σε πάω θα πάρει!» μου δήλωσε. «Έτσι θα σ’ άφηνα Μιχαλιό μου;» συνέχισε τρυφερά.

«Πού θα με πας;» τη ρώτησα χαμογελώντας σαν κρετίνος που έφαγε γλάστρα στο κεφάλι. Γεμάτη τσιμέντο. Από τον πέμπτο όροφο.

«Όπου μας βγάλει!» μου απάντησε. «Η μηχανή, Μιχάλη, είναι σαν άγριο άλογο…» συνέχισε φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια την ποιητικότητά της. «Το
ταξίδι είναι που μετράει, όχι ο προορισμός…»

«Και αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε…» ξεκίνησα να της απαγγέλω, για να συνεχίσει η ίδια.

«Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τί σημαίνουν.»

Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή.

«Να πούμε στις επτά;» με ρώτησε.

«Ναι μωρό μου, να πούμε!» της είπα αποκαλώντας την για πρώτη φορά έτσι διά ζώσης… έστω και μέσω τηλεφώνου.

«Έκλεισε! Φιλάκια του!»

Και αυτή τη φορά δε μου έκανε θεατρικά ΣΜΟΥΤ-ΣΜΟΥΤΣ. Μου έστειλε πραγματικά φιλάκια.

«Φιλάκια του!» της ανταπέδωσα χαιρετισμό και φιλιά.

Πήρα δυο-τρεις βαθιές ανάσες, και με τον καφέ ανά χείρας πήγα στο γραφείο μου να ξεκινήσω τη δουλειά της ημέρας.

Το απόγευμα στις επτά ακριβώς, όπως είχαμε συμφωνήσει, ήμουν κάτω από το σπίτι της με τα ταπεράκια της μαμάς, και την πήρα τηλέφωνο.

«Ω, Ρωμαίο, ήρθες;» μου είπε απαντώντας στο τηλέφωνο—κεφάκια!

«Έτσι όπως είμαι φορτωμένος με ταπεράκια πιο πολύ σε Lady Montague φέρνω,» της απάντησα, κάνοντάς τη να γελάσει.

«Τέταρτος όροφος!» μου είπε.

«Να έρθω πάνω;» την ρώτησα απορημένος.

«Όχι, κάτσε κάτω και περίμενε να φιλοτιμηθούν τα ταπεράκια να ανέβουν μόνα τους!» μου απάντησε.

(DOH!!! Ένα δίκιο το είχε!)

Άκουσα το χαρακτηριστικό βουητό της πόρτας και χωρίς άλλα πέρασα μέσα και περίμενα το ασανσέρ. Η πολυκατοικία της—σε αντίθεση με αυτή που έμενα εγώ—ήταν καινούργια, είχε μέχρι και υπόγειο parking. Το ασανσέρ ήταν μεγάλο και άνετο, και όχι μικρό και κλειστοφοβικό σαν αυτό της δικής μου.

Βγήκα από το ασανσέρ και την είδα φάτσα κάρτα, το διαμέρισμά της ήταν ακριβώς απέναντι από την πόρτα του. Φορούσε ένα φανελάκι σαν αυτό όταν την είχα πρωτογνωρίσει και από κάτω σορτσάκι, και κατά τα φαινόμενα κυκλοφορούσε στο σπίτι της ξυπόλητη σα γυφτάκι.

“Hiya!” μου έκανε χαρίζοντάς μου ένα λαμπερό χαμόγελο, και όταν την πλησίασα με αγκάλιασε περνώντας τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου και με τράβηξε πάνω της για να μου δώσει ένα φιλί, που δεν το λες ακριβώς και πεταχτό!

Μου έκανε νόημα να περάσω μέσα, και πήρε τα ταπεράκια μου από τα χέρια και την ακολούθησα στην κουζίνα. Η Μελίτη, όπως μου είχε εξομολογηθεί και η ίδια, δεν πολυμαγείρευε, άντε καμιά σαλάτα, καμιά μακαρονάδα, καμιά ομελέτα και ως εκεί. Το ψυγείο της πάντως—σε αντίθεση με το δικό μου που συνήθως περιείχε σχεδόν αποκλειστικά μπύρες—ήταν γεμάτο με τα βασικά: Γάλα, γιαούρτια, φρούτα, αλλαντικά και τυριά, και αναψυκτικά: zero για την ακρίβεια.

Τακτοποίησε τα ταπεράκια στο ψυγείο και μετά με έκανε τουρ στο βασίλειό της. Με εξαίρεση την κουζίνα, ήταν κλασικό φοιτητικό δυάρι, ένα σχετικά μεγάλο σαλόνι, το μπάνιο, και ένα υπνοδωμάτιο/γραφείο. Το κρεββάτι της, σε αντίθεση με το δικό μου, ήταν στρωμένο, το γραφείο της τακτοποιημένο.

Το κρεββάτι ήταν ημίδιπλο, στο κεφαλάρι του είχε δυο λούτρινα σκυλάκια, ένα μπλε και ένα πορτοκαλί και το σεντόνι ήταν και αυτό μπλε, έγραφε πάνω Bluey και στο άκρο του είχε μια οικογένεια σκύλων, δύο μπλε και δύο πορτοκαλί.

Η Μελίτη είδε που το κοίταζα και μου έκανε τις συστάσεις: «Ο μπαμπάς είναι ο Bandit και η μαμά είναι η Chili. Και οι κόρες τους είναι η Bluey και η Bingo!»

Προσπάθησα να κρατηθώ σοβαρός αλλά δε μου έβγαινε. Το δωμάτιο ήταν ΚΟΡΙΤΣΙΣΤΙΚΟ—και δεν εννοώ εφηβικό, εννοώ ΚΟΡΙΤΣΙΣΤΙΚΟ—καμία σχέση με την έξωθεν εικόνα της.

“What?” μου έκανε και καλά τσαμπουκαλεμένη.

«Είσαι γλύκα, το ξέρεις;» της είπα χαμογελώντας σαν βλαμμένος.

«Μη βγει παραέξω!» μου είπε συνωμοτικά! «Για μια υστεροφημία ζούμε!»

«Και να ήθελες…» της είπα. «Μπήκες στην Ολομέλεια, είναι αργά για δάκρυα!»

«Θα με δώσεις στεγνά, προδόταρε;» με κατηγόρησε.

«Βασικά είναι αρχή μια φορά το μήνα να μαζευόμαστε στο σπίτι καθενός και να παίζουμε poker. Οπότε θες δε θες…»

«Πού θα χωρέσουμε έξι άτομα;» μου είπε με απελπισία.

«Οι καλοί χωράν παντού!» τη διαβεβαίωσα. «Και μιας και είσαι καινούργια, να ξέρεις ότι η Τζο πήρε απαλλαγή, ήταν η σειρά της αυτό το μήνα!»

«Μη μου ζητήσετε να μαγειρέψω μόνο!» είπε αποδεχόμενη—σχεδόν—τη μοίρα της.

«Μπα, μόνο εγώ μαγειρεύω…» της απάντησα. «Όλοι οι άλλοι παραγγέλνουν με τα χεράκια τους!»

Γύρισα στο σαλόνι για να την αφήσω να ντυθεί. Ναι, η αλήθεια είναι ότι θα ήταν λίγο στριμόκωλα αν μαζευόμασταν και οι έξι, αλλά δε βαριέσαι, τόσα χρόνια φοιτητές είχαμε συνηθίσει την απόσταση ως πολυτέλεια.

«Θα κάνουμε μια μικρή παρανομία!» μου είπε όταν γύρισε ντυμένη. Φορούσε τζιν παντελόνι και από πάνω ένα ελαφρύ τζιν μπουφάν. «Αλλά πρώτα θα περάσουμε από το σπίτι σου να φορέσεις κι εσύ κάτι από πάνω σου.»

«Μ’ αυτή τη ζέστη;» τη ρώτησα με μια δόση απελπισίας.

“Trust me, you will need it!” με διαβεβαίωσε.

«Και τι παρανομία θα κάνουμε;»

«Θα πάμε με τη μηχανή στο μαγαζί με τα είδη μοτοσυκλέτας, δεν είναι μακριά, ούτε ένα χιλιόμετρο, αλλά θα είσαι για λίγο χωρίς κράνος.»

«Εντάξει,» της είπα.

Κατεβήκαμε στο υπόγειο parking και ανέβηκε στη μηχανή, και με λίγο κόπο ανέβηκα και εγώ. Βγήκαμε έξω, και ένα λεπτό αργότερα ήμασταν σπίτι μου, όπου ανέβηκα και πήρα κι εγώ ένα ελαφρύ τζιν μπουφάν που είχα, και πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν στο μαγαζί.

Έτσουξε λίγο ο κώλος μου, δεν περίμενα τα κράνη να είναι τόσα ακριβά, αλλά η Μελίτη ήταν κάθετη: Στο κράνος δεν κάνουμε τσιγκουνιές.

«Ένας έχει δικαίωμα να σου ανοίξει το κεφάλι, εγώ! Η φυσική όχι!»

Τι να πω; Όπως το έθεσε και η Τζο “το αφεντικό μίλησε.”

Και τα σκυλιά δεμένα!


13. Sons of Anarchy

Το κράνος που επέλεξε για μένα η Μελίτη είχε μέχρι και Bluetooth. Δεν εντυπωσιάστηκα, να πω την αλήθεια, με τα λεφτά που έκανε το καλό που του ήθελα είναι να μπορεί να φτιάξει και καφέ.

Φαγητό μπορεί να ξεχνάω να φάω και σε περίπτωση ανάγκης θα μπορούσα να καταφύγω και στη δερματική αναπνοή, που λέει ο λόγος. Χωρίς καφέ… instant brain malfunction.

«Γιατί γελάς;» με ρώτησε η Μελίτη.

«Καφέ φτιάχνει η μαλακία;» τη ρώτησα.

«Όχι, και θα έπρεπε να ντρέπονται!» μου είπε με στόμφο, κάνοντας να βάλω τα γέλια.

«Αυτό ξαναπές το,» της είπα. «Είναι τυχαίο που η Αναγέννηση συνέπεσε χρονικά με τον ερχομό του καφέ στην Ευρώπη;»

«Κάπως δε νομίζω ότι ο Αρχιμήδης ξεκινούσε τη μέρα του με παπαγάλο Λουμίδη,» μου είπε deadpan και παραλίγο να μου πέσει το κράνος από το χέρι.

«Ναι, αλλά σκέφτεσαι να τον είχε; Δεν ήταν ο Πλατωνισμός που έκανε ζημιά στα μαθηματικά των αρχαίων, η έλλειψη καφέ ήταν!»

Δεν απάντησε, απλά γέλασε με την εξωφρενική μου συλλογιστική.

«Το ξέρεις ότι η πρώτη webcam φτιάχτηκε για να μπορούν να παρακολουθούν την καφετιέρα;»

«Χαχαχα, σοβαρά μιλάς!»

«Σοβαρότατα!» της είπα. «Στο πανεπιστήμιο του Cambridge, google it αν δε με πιστεύεις!»

«Θα το διασταυρώσω… για την κουλτούρα!»

«Εύγε νέα μου! Έτσι κάνουν οι σωστοί επιστήμονες!»

«Λοιπόν, enough με την πάρλα! Βάλε το κράνος σου!»

«Μάλιστα κύριε λοχαγέ!» της είπα και φόρεσα το κράνος μου και φόρεσε και εκείνη το δικό της.

«Μ’ ακούς;» μου είπε.

«Ναι!!!!» της απάντησα ενθουσιασμένος. Το κράνος εκτός από κινητό, μπορούσε να γίνει και pair με άλλο κράνος ώστε να υπάρχει δυνατότητα ενδοσυνεννόησης χωρίς να χρειάζεται μεσολάβηση τηλεφώνου.

Ανέβηκε στη μηχανή και με λίγο ζόρι και πάλι—που θα μου πάει, θα το καταφέρω το ρημάδι—ανέβηκα από πίσω. Η Μελίτη ξεκίνησε, και όπως και πριν, την έπιασα απαλά από τη μέση για να κρατιέμαι. Στα εκατό μέτρα μας έπιασε φανάρι και για να βοηθήσω—μιας και είμαι και πιο ψηλός—ακούμπησα κι εγώ τα πόδια μου στο οδόστρωμα.

«Μιχάλη, σε παρακαλώ μη το κάνεις αυτό,» μου είπε.

«Για να σε βοηθήσω να ισορροπήσεις το κάνω,» της είπα μπερδεμένος.

«Μωρό μου, δεν σου λέω ότι έκανες κάτι κακό… απλά δε θέλω να συνηθίσω και καμιά μέρα που είμαι μόνη μου να ξεχαστώ και να σαβουριαστώ στο δρόμο!»

Ναι, αυτό δεν το είχα σκεφτεί.

«Εντάξει!» της είπα και έβαλα τα πόδια και πάλι πάνω στα πατάκια του συνεπιβάτη. «Πόσο καιρό έχεις τη μηχανή;»

«Του κουτιού!» είναι μου απάντησε. «Μοντέλο 2026, την πήρα στις αρχές Μάη but afraid not my good Sire, οδηγώ μηχανάκι από τα 16 μου.»

Λογικό… στο χωριό υπήρχαν συνομήλικοί μου που οδηγούσαν τρακτέρ στα δεκάξι τους. Παρανομία του κερατά, είναι η αλήθεια, αλλά αυτά είναι ψηλά γράμματα. Ποιος να σε σταματήσει πού; Και εδώ που τα λέμε, δεν οδηγούσαν τα τρακτέρ για την καβλάντα, έτσι; Οπότε ακόμα και σαν σε έκαναν τσακωτό—και εφόσον δεν έκανες κάποια χοντρή μαλακία—ο νόμος έκανε τα στραβά μάτια.

«Ξεκίνησα με παπάκι, πενηντάρι,» άρχισε να μου λέει. «Στα δεκαοκτώ μου, ως δώρο που πέρασα πρώτη στο πολυτεχνείο οι γονείς μου μού έκαναν δώρο το Super Cub 125, Honda κι αυτό!»

«Και γιατί άλλαξες;» τη ρώτησα με περιέργεια.

«Γιατί στο μέλλον θέλω να αγοράσω μηχανή μεγάλου κυβισμού,» μου δήλωσε. «Από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω, οπότε ξεκίνησα με την CB125R για να αποκτήσω εμπειρία,» συνέχισε καθώς δεν τη διέκοψα. «Το όνειρό μου, ωστόσο, είναι η CB1000 HORNET SP» μου είπε, και σχεδόν μπορούσα να δω με τα μάτια της φαντασίας μου το ονειροπόλο βλέμμα της.

«Πολύ καλά έκανες! Από το παπάκι σε χιλιάρα ως άλμα θα το έλεγες και απερίσκεπτο.»

«Καλά, όχι ότι είχα και τα δεκατριάμιση χιλιάρικα που κάνει, ακόμα και αν είχα αυτοκτονικές διαθέσεις,» μου εξήγησε. «Το παπί είχε καλή αξία μεταπώλησης, οπότε για τη CB125R έδωσα δυο χιλιάρικα όλα κι όλα.»

«Ναι, το καταλαβαίνω,» της είπα, καθώς ούτε εμένα μου έτρεχαν ακριβώς τα λεφτά από τα μπατζάκια. Να είναι καλά ο Πολυζωγόπουλος, ο επιβλέπων που με είχε χώσει σε κάτι προγράμματα ΕΣΠΑ, γιατί τα 900 ευρώ της υποτροφίας μου από το ΕΛΙΔΕΚ είχε λήξει εδώ και ένα εξάμηνο, προσθέτοντας ακόμα περισσότερο στο άγχος μου.

Δεν είναι ότι είχα χάσει την αγάπη μου στην επιστήμη μου ο λόγος που το διδακτορικό είχε καταντήσει να γίνει η κατάρα της ύπαρξής μου. Η διατριβή μου ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη και με μαθηματικά που κάνουν τα μεταπτυχιακά του ίδιου του τμήματος Εφαρμοσμένων να μοιάζουν με άλγεβρα λυκείου, και άγχος… πολύ άγχος.

Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Δημήτρης—ο Πολυζωγόπουλος—μου είχε δώσει ανεπίσημα και κάτω από το χαλί ένα μήνα off, να καθαρίσει λίγο το μυαλό μου. Τις τελευταίες μέρες είχα καλή πρόοδο—και όχι χάρη στην ξεκούραση, αλλά χάρη στην οδηγό της μηχανής, οπότε με την διάθεσή μου να έχει επιστρέψει, αποφάσισα από αύριο να επιστρέψω κι εγώ στο γραφείο.

«Μελίτη, τι ώρα γράφεις αύριο;» τη ρώτησα.

«Στις 11:00, γιατί;»

«Γιατί πρέπει να ανέβω κι εγώ στη σχολή πριν ξεχαστεί η ύπαρξή μου,» της είπα ρίχνοντάς το στο χαβαλέ. «Και πρέπει να δω και τον Δημήτρη.»

«Ποιον Δημήτρη;» με ρώτησε με φανερή περιέργεια.

«Τον Πολυζωγόπουλο,» της απάντησα.

«Τι δουλειά έχεις εσύ με τον Πολυζωγόπουλο;» με ρώτησε ξαφνιασμένη.

«Είναι ο επιβλέπων μου στο διδακτορικό μου βρε! Δε στο είχα πει;»

«Είναι ο καθηγητής μου στη μητρωική στατική και πεπερασμένα στοιχεία ραβδωτών φορέων!» μου είπε. «Αυτό που έγραψα χθες.»

«Μικρός που είναι ο κόσμος, ε;» της είπα αθώα, καθώς γνώριζα πολύ καλά ποιον είχε καθηγητή εκεί.

«Με δουλεύεις, Μιχαλάκη;»

«Αν είναι ποτέ δυνατόν!» της είπα με το πιο αθώο ύφος.

«Αυτό είναι, στάση για κόκκινη γραβάτα!»

Και μαλάκα μου το είπε και το έκανε! Και έτσι, μαζί με το κράνος, βρέθηκα να πληρώνω και για γραβάτα!

Βέβαια η Μελίτη δεν με έβαλε να πάρω γραβάτα για να με κάνει μαύρο στο ξύλο έτσι; Ήταν για να πάω αύριο με καινούργια γραβάτα και κουστούμι στο γραφείο. Ανανεωμένος. Και φυσικά επειδή θα το λάτρευε ο Δημήτρης, που παρότι δεν επιβάλλει dress code στους φοιτητές του, ντύνεται πάντα λες και θα πάει σε δεξίωση.

“Decorum matters,” μου είχε πει και εκεί είχα έρθει και πάλι στα λόγια της Τριανταφυλλιάς: “Το ντύσιμο είναι επικοινωνία.”

Χαλάρωσα ακόμα περισσότερο, και αφέθηκα να απολαύσω με όλες μου τις αισθήσεις τη βόλτα με τη μηχανή. Δεν μιλούσαμε, παρά μόνο όταν ήθελε να μου δείξει κάτι, ή ήθελα εγώ να της δείξω κάτι. Και παρόλο που δεν τα συμπαθούσα ιδιαίτερα τα μηχανάκια—είμαι λίγο χέστης, sue me—δεν μπόρεσα παρά να έρθω στα λόγια της. Η αίσθηση του αέρα πάνω σου, το ότι μόνο τα ρούχα που φοράς σε χωρίζουν από τα στοιχεία, είναι άλλη αίσθηση. Ναι, εντάξει, το αυτοκίνητο είναι πιο ασφαλές, συγκρίνεται όμως το άλογο με το κάρο;

Στην Αττική οδό σε κάποια φάση με προειδοποίησε ότι θα ανοίξει λίγο την ταχύτητα για να μην τρομάξω απότομα.

«Το CB125R δεν είναι και CB1000 που μπορεί να πάει 250, μηχανή πόλης είναι,» μου εξήγησε. «Μέχρι τα 110 πάει, μη φανταστείς.»

«Πόσα κιλά είναι η μηχανή;» τη ρώτησα.

«130 κιλά,» μου απάντησε γελώντας. «Κι εγώ 53,» συμπλήρωσε, έχοντας μια καλή υποψία στο μυαλό της για το λόγο της ερώτησης.

«Κοντά 117 χιλιάδες Joules κινητική ενέργεια,» της απάντησα.

«Μη μου γίνεσαι εμένα Χαριτίνη!» μου απάντησε γελώντας.

“Zipping it!” της απάντησα και το βούλωσα για να απολαύσω τη βόλτα—ε, και μια αλλαγή πάνας μπορεί να τη χρειαζόμουν.

Και αν όλα πήγαιναν καλά—για μένα μιλάμε έτσι; Σκέφτομαι… μακροπρόθεσμα!—κάποια στιγμή θα έκανα και το συνεπιβάτη στην CB1000, και δεν ξέρω πόσα κιλά ζυγίζει, αλλά και μόνο η διαφορά στην ταχύτητα—και μάλιστα στο τετράγωνο—αρκούσε για να μου κόβονται τα ύπατα.

Τελικά η βόλτα κράτησε δύο ώρες και ένα τέταρτο, γιατί με το που γυρίσαμε, κάναμε μια στάση στην πλατεία και φάγαμε παγωτάκι.

«Λοιπόν, αύριο στις 09:00» μου δήλωσε πριν χωριστούμε.

«Στις έντεκα δε γράφεις;» τη ρώτησα χωρίς να το σκεφτώ.

«Καλά που μου έκανε ολόκληρη διάλεξη για καφέ!» είπε με απελπισία σηκώνοντας το βλέμμα της στον ουρανό.

«ΠΕΕΕΕΕΕΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟ» της απάντησα και έβαλε τα γέλια.

Και μιας και ήμασταν ακόμα στην υπόγα μόνο που δε με στρίμωξε στον τοίχο να με πάρει στα όρθια να πούμε. Και σούζα τ’ αλογάκι.

«Κάτσε φρόνιμα ρε νούμερο!» μου έκανε γελώντας, και φαντάσου ότι φορούσα και τζιν, που να ήμουν με κανένα σορτσάκι να πούμε.  

«Αφού!» της απάντησα μπαίνοντας σε Alexia mode.

Και ο μαλάκας ήταν και σε λάθος θέση και ο δρόμος μέχρι το ασανσέρ είχε κάτι από την πορεία προς το μέτωπο του Ελύτη, minus τη λασπουριά και τις ψείρες.

«Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας!» της είπα δραματικά.

«Μην παίρνεις θάρρος, πριν πέσω για ύπνο θα σε πάρω να σε ελέγξω!» μου δήλωσε.

«Επειδή είμαι ατάσθαλος;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«Για το σπορ!» μου δήλωσε—είναι να σου έχουν πάρει τον αέρα!

Και κλασσικά φιλιούνται, αγκαλιάζονται, και γύρισα στο σπίτι με τα πόδια, και γιατί δε με άφησε σπίτι μου για να έχουμε καλό ρώτημα;

Ανέβηκα στο διαμέρισμά μου και σιδέρωσα στα γρήγορα το πουκάμισο που θα φορούσα αύριο. Μοντελάκι θα του πήγαινα αύριο, ανοιχτό μωβ πουκάμισο, κόκκινη γραβάτα και navy blue καλοκαιρινό κουστούμι.

Για αύριο μόνο έτσι; Μιλημένα ξηγημένα. Οκ, decorum yada-yada-yada αλλά εγώ δεν είμαι Δημήτρης να έχω ψύχωση με τα κουστούμια και να τα φοράω ακόμα και αν έχω να κάνω διάλεξη σε βεδουίνους στη μέση της Σαχάρα.

Και μετά γύρισα στο βασίλειο του χάους για να μαζέψω τις σημειώσεις μου. Είχα καταφέρει, με τα πολλά, να αποδείξω ένα λήμμα που χρειαζόμουν, και το Fable, που το είχα βάλει να ελέγξει την απόδειξη, ορκιζόταν ότι ήταν σωστή. Το ίδιο και το ChatGPT.

Το Gemini, από την άλλη, έκαψε ελαφρώς φλάντζα—τα παθαίνουν κάτι τέτοια τα LLMs—και, αφού έχασε κάπου στη διαδρομή το μαθηματικό νήμα, αποφάσισε να μου κάνει υποδείξεις στη γραμματική.

Μεταξύ μας, βέβαια, «λήμμα» το έλεγα μόνο λόγω της λόξας μου να χρησιμοποιώ τους μαθηματικούς όρους με απόλυτη ακρίβεια. Στην πράξη, πάνω του στηριζόταν σχεδόν το μισό μου διδακτορικό.

Αφορούσε τις συνθήκες υπό τις οποίες η ημιδιακριτή προσέγγιση με πεπερασμένα στοιχεία διατηρούσε την εκθετική ευστάθεια κατά μέση τετραγωνική τιμή του συνεχούς προβλήματος σε στοχαστικά συστήματα δοκών Timoshenko.

Χωρίς αυτό, τα πεπερασμένα στοιχεία που κατασκεύαζα μπορεί να ήταν απαλλαγμένα από διατμητικό κλείδωμα και να έδιναν εξαιρετικά αριθμητικά αποτελέσματα, αλλά δεν μπορούσα να αποδείξω ότι διατηρούσαν τη θεμελιώδη ευστάθεια του συστήματος που διακριτοποιούσαν.

Με απλά λόγια, μπορούσα να δείξω ότι το πράγμα δούλευε· αυτό που με είχε γονατίσει ήταν να αποδείξω ότι δούλευε για τους σωστούς λόγους και ότι θα συνέχιζε να δουλεύει όταν έπαυα να το κοιτάζω με στοργή και προδέρμ.

Ακριβώς δηλαδή όπως συνηθίζει να κάνει η φύση, αφού οι δυνατοί άνεμοι, οι πλημμύρες και οι σεισμοί έχουν την τρυφερότητα επελαύνοντος ρινόκερου που ξύπνησε στραβά, τον απέλυσαν από τη δουλειά, ανακάλυψε ότι το κέρατο δεν είναι διακοσμητικό—σαν τον Μπάμπη, καλή ώρα—και, όταν πήγε να πιει για να ξεχάσει, βρήκε το μπαρ κλειστό.

Το βράδυ μιλήσαμε, παίξαμε τάβλι, την ξεπουπούλιασα και πάλι, μου δήλωσε ότι θα με κρεμάσει από τη γραβάτα, της απάντησα “that escalated quickly,” και μετά αρχίσαμε για πρώτη φορά τα “κλείσε εσύ/όχι κλείσε εσύ,” και όταν με τα πολλά έκλεισα εγώ, με ξαναπήρε τηλέφωνο και με απείλησε ότι θα με γδάρει, θα με πνίξει, θα με πυροβολήσει, μετά θα με ξαναπνίξει, και μετά θα με κάνει λίπασμα, και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Η συλλογιστική της έμπαζε ελαφρά, αλλά αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο που χάραξε ο Στέλιος—του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ—και έφαγα το “ξύλο” μου αδιαμαρτύρητα. Και μετά αρχίσαμε πάλι την ορθή επανάληψη του “κλείσε εσύ/όχι κλείσε εσύ” και επανάληψη μήτηρ μαθήσεως.

Χαμογελώντας σαν ηλίθιος—με το “σαν” της μεγαλοπρέπειας—έβαλα το ξυπνητήρι στις 08:30 για να προλάβω να κάνω ντουζ και να ξυριστώ—τα γένια έτσι; Μουστάκι και μούσι μένουν για λόγους αρχής.

(Να μη μοιάζω σαν δεκαπεντάχρονος…)

Το πρωί που σηκώθηκα έπραξα τα δέοντα: ντους, ξύρισμα, κουστούμι και μετά από ένα σύντομο εγκεφαλικό καθώς δεν έβρισκα τις σημειώσεις μου, θυμήθηκα ότι τις είχα βάλει αποβραδίς στο χαρτοφύλακα, και λίγο πριν τις εννιά ήμουν έτοιμος.

Η Μελίτη με πήρε με καθυστέρηση ενός λεπτού να μου πει ότι είναι από κάτω. «Καλημερούδια!» μου είπε τρυφερά. «Είμαι από κάτω!»

“Αμήν και πότε,” σκέφτηκα, έχοντας ένα τελείως διαφορετικό “από κάτω,” στο νου, αν—και μεταξύ μας—η αγαπημένη μου στάση είναι lady on top.

«Μιχάλη;» με ρώτησε επαναφέροντάς με.

«Κατεβαίνω μωρό μου!» της είπα, και επειδή το σεξ μαζί της το βλέπω να αργεί, ένα ξελαμπικάρισμα με τον πατροπαράδοτο τρόπο θα το χρειαζόμουν sooner rather than later.

Κατέβηκα κάτω στα γρήγορα, και μετά ανέβηκα σιχτιρίζοντας ξανά στο διαμέρισμά μου γιατί είχα ξεχάσει το κράνος. Η Μελίτη με περίμενε έχοντας κατέβει από τη μηχανή με το κράνος στο χέρι.

«Έχασες το δρόμο, καμάρι μου;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Ξέχασα το κράνος!» της απάντησα.

«Για κάτσε να σε θαυμάσω!» μου είπε ξυπνώντας μέσα μου τον inner Zoolander στη μέση του πεζοδρομίου, γιατί αλίμονο!

«Ρε νούμερο!» μου έκανε βάζοντας τα γέλια.

«Μεγάλο!» της απάντησα. «Εγκρίνεις;»

«ΦΤΟΥ ΣΟΥ-ΦΤΟΥ ΣΟΥ, ΚΟΥΚΛΙ ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΟ ΕΙΣΑΙ!» μου απάντησε. Και μετά μου τράβηξε και μια λαρυγγοσκόπηση να έχω να πορεύομαι—και σάμπως να είχε αρχίσει να παραγίνεται επιθετική.

(Καλά, όχι ότι με χάλασε, ε; Μη λέμε μαλακίες και μεταξύ μας!)

“Hop on!” μου είπε αφήνοντάς με να βρω τις ανάσες μου.

Mental note: Με το υφασμάτινο παντελόνι ήταν πιο εύκολο να ανέβω στη θέση του συνεπιβάτη. Με βλέπω με υφασμάτινο αύριο.

Είκοσι λεπτά αργότερα ήμασταν στην καφετέρια της σχολής.


14. Disclosures

Καθίσαμε να πιούμε τον καφέ μας, και εκείνη τη στιγμή άρχισαν τα πρωϊνά καραγκιοζιλίκια στην ομαδική

Jo: Καλημέρα λαχταρομούνιδες
Alexia: Καλημέρα πεοκαβαλάριδες
Vicky: Καλημέρα μουνίκακες
Stelios: Καλημέρα μουνοκαβαλάρισσες

Εντάξει, ένας σας λέω, τη Μελίτη την έπιασε βήχας από το γέλιο, όχι ότι εγώ πήγα πίσω, παρόλο που τόσα χρόνια έχω διαβάσει ΤΙΣ φρικαλεότητες.

«Σειρά μας,» της απάντησα και η Μελίτη έδωσε το έναυσμα για να αρχίσει το δούλεμα.

Melite: Καλημέρα μουνοκαρτέρηδες.
Jo: Καλώς το κορίτσι!
Vicky: Καλώς την. Που είναι ο @Michael; Ζει ή τον έχεις φυτέψει σε καμιά γλάστρα; Γιατί δε μπορεί, όλο και κάποια μαλακία θα έκανε!
Alexia: Πώς μιλάτε έτσι για τον ξάδερφό μου; Ξαδερφούλη μου μην την ακούς την κάρχια @Vicky που δείχνει δισταγμό, είμαι σίγουρη ότι έχεις κάνει μαλακία!
Jo: Τρία LOL και δύο OMG!
Melite: Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει! Δίπλα μου είναι και προσπαθεί να βρει το κουράγιο να απαντήσει.
Stelios: Εντάξει, τώρα εξηγούνται όλα @Melite.
Melite: Μιλάς με γρίφους, γέροντα!
Stelios: Στο τι του βρήκες! Η γριά ΚΟΤΑΡΑ έχει το ζουμί!
Michael: Καλημέρα αιδιολάγνοι
Jo: @Melite: Κατά φωνή… μιας και έλεγες για μουνοκαρτέρηδες.
Vicky: Μπρατσωμένος καργιόλης!
Stelios: Ούτε καν γαμιόλης, lol!
Alexia: LOL!!
Michael: Κι εγώ σας αγαπάω αλλά δεν το κάνω θέμα!
Melite: Μην τον δέρνετε πολύ σήμερα που γύρισε πρώτη μέρα γραφείο.
Jo: Στη σχολή είστε;
Melite: Ναι! Εγώ γράφω σήμερα και ο Μιχάλης έχει ντυθεί γαμπρός!
Jo: LOL! Πολυζωγόπουλος ε;
Melite: Τον ξέρεις;;;
Jo: Αρχιτεκτονική έχω τελειώσει όχι μηχανολόγος-μηχανικός! Φυσικά και τον ξέρω. Ακόμα τσούζει ο κώλος μου!
Alexia: @Melite Break a leg! @Jo Ώστε έτσι μωρή; Από μπρος παρθένα και από πίσω καράβια που κουβαλάνε τραίνα;
Jo: @Alexia Takes an anal slut to know another!
Michael: ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ!
Vicky: ROTFL! @Melite καλή επιτυχία γκαβλιάρα!
Stelios: @Melite Καλή επιτυχία κορίτσαρε. @Jo/@Alexia Κανένα βίντεο υπάρχει; Για την κουλτούρα ρωτάω.
Melite: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Jo: Μωρή @Vicky εσύ δε λες κάτι;
Vicky: Αμέ! 1080p και πάνω!

Yup, that’s my best friends and my girlfriend for you guys…

Στις έντεκα παρά, φίλησα τρυφερά την Μελίτη και της ευχήθηκα καλή επιτυχία.

«Θα σκίσεις!» της είπα με σιγουριά που ΔΕΝ ήταν θεατρική.

«Έτσι και μας βάλει τίποτα περίεργα θα του κάνω κατ’ ίδια επίδειξη: Βατραχοπέδιλα από τσιμέντο και μπάνιο στο λιμάνι!»

«Μαφιόζικα πράγματα!» της είπα βάζοντας τα γέλια.

«Και εντός θέματος, ε;» μου είπε χαχανίζοντας. «Λοιπόν, πάω! Κι εσύ power έτσι;»

«Ναι μωρό μου,» της είπα τρυφερά. «Λοιπόν, όταν τελειώσεις έλα να με βρεις στο γραφείο μου,» της είπα και της εξήγησα που θα με βρει.

«Να έρθω… αδιάβαστη;» μου πέταξε τη σπόντα κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι, και φυσικά βραχυκύκλωσα.

«Εεεε…εεεε…»

«Αν σου σφυρίξω μερικές νότες θα το θυμηθείς;» συνέχισε απτόητη το δούλεμα.

«Λοιπόν πάω. Αν πέσεις σε boot loop βάλε μπατονέτα στη μύτη να κάνεις hard reset!”

«Καλή επιτυχία!» ήταν το μόνο που βρήκα να πω, είχα στουκάρει τελείως λέμε.

“Count on it, Romeo!” μου είπε και κίνησε για το αμφιθέατρο.

Εγώ και τα Windows 11… μου πήρε λίγη ώρα να καταφέρω να κάνω reboot και ευτυχώς δε χρειάστηκε hard reset. Με το κράνος στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, χρειάστηκε να αυτοσχεδιάσω για να μπορέσω να πάρω τον καφέ μου και το μπουκάλι με το νερό—ήτοι το έχωσα unceremoniously μέσα στο κράνος.

Πέρασα πρώτα από το γραφείο για να αφήσω τον καφέ και το κράνος και μετά πήγα στο γραφείο του Πολυζωγόπουλου. Η πόρτα ήταν κλειστή, οπότε τη χτύπησα διακριτικά.

«Μέσα είμαι, περάστε!» άκουσα τη φωνή του.

Πήρα βαθιά ανάσα, άνοιξα την πόρτα και πέρασα μέσα. Μάλλον δεν με περίμενε γιατί ξαφνιάστηκε που με είδε, δεν του είχα πει ότι θα έρθω, άλλωστε τυπικά είχα δέκα μέρες ακόμα. Δεν του πήρε παρά μερικές στιγμές ώστε το ξάφνιασμα να γίνει ζεστό χαμόγελο.

Κλασσικά εικονογραφημένα, φορούσε γκρι κουστούμι—τουλάχιστον ήταν καλοκαιρινό—με ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο και σκούρα μπλε γραβάτα. Στο γραφείο του επικρατούσε όπως πάντα ένα μικρό χάος—αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε!

«Καλώς τον!» μου είπε και δεν του διέφυγε η σημασία που με είδε με κουστούμι. «Να υποθέσω γύρισες για τα καλά;»

«Να υποθέσεις!» του είπα χαμογελώντας μέχρι τ’ αφτιά.

(Είχε δει και είχε πάθει ο άνθρωπος να μου κόψει τον πληθυντικό και να τον λέω με το όνομά του. Τεράστιος επιστήμονας, με αμέτρητες δημοσιεύσεις, σταθερά στο τοπ 10 του κλάδου μας παγκοσμίως, ε, στην αρχή μου είχε έρθει κάπως!)

«Τελείωσα την απόδειξη του λήμματος!» του είπα θριαμβευτικά. «Μου βγήκε η ψυχή, αλλά κατάφερα να δείξω πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις! Υπό την προϋπόθεση ότι ισχύουν και οι τρεις συνοριακές συνθήκες, η εκθετική ευστάθεια διατηρείται κατά μέση τετραγωνική τιμή,» συμπλήρωσα και άνοιξα το χαρτοφύλακά μου και του έδωσα τις καθαρογραμμένες σημειώσεις μου.

«Το πέρασα και από Fable και από ChatGPT, δεν βρήκαν κάποιο λογικό σφάλμα. Το Gemini από την άλλη θεώρησε την γραμματική μου προσβλητική!» συμπλήρωσα κάνοντάς τον να γελάσει.

“Show me!” μου είπε απλά. Έβγαλα το σακάκι, ξέσφιξα ελαφρά τη γραβάτα και αν και λατρεύω τον μαυροπίνακα, άρχισα να γράφω στον ηλεκτρονικό, που στα βγάζει και σε PDF!

«Κατάφεραν τα LLMs να ακολουθήσουν το συλλογισμό σου;» με ρώτησε με γνήσια απορία ο Δημήτρης.

«Έτσι ισχυρίζονται, γι’ αυτό προφανώς θέλω να το δεις κι εσύ.»

«Εννοείται!» μου απάντησε. «Αλλά θα χρειαστώ χρόνο, και πιθανότατα βοήθεια από κάποιον της Εφαρμοσμένων. Από ένα σημείο και μετά, τα μαθηματικά σου ξεπερνούν τις δυνατότητές μου να τα παρακολουθήσω,» συμπλήρωσε κάνοντάς με να κοκκινήσω.

«Υπερβάλλεις!» δοκίμασα να αντισταθώ.

«Δεν υπερβάλλω Μιχάλη, και το ξέρεις,» μου είπε τερματίζοντας την εν λόγω συζήτηση.

Και μετά το έριξε στο χαβαλέ. «Και ποιος ξέρει; Σε τριάντα χρόνια μπορεί να σε καταριούνται οι φοιτητές για το Λήμμα Αγραφιώτη ή για τα Στοιχεία Αγραφιώτη.»

«Yeah, well... Αν είναι να φας μπινελίκια, τουλάχιστον να τα φας ως θρύλος!» του απάντησα συνεχίζοντας το χαβαλέ.

“Attaboy!”

Κάθισα για λίγη ώρα ακόμα ώστε να του δείξω επί τροχάδην και την υπόλοιπη πρόοδο που είχα κάνει, γιατί δεν ήταν μόνο το λήμμα, και φυσικά του έδωσα και το USB stick με τα αρχεία του SPSS για να κάνει και αυτός τις επαληθεύσεις και με δικά του σετ δεδομένων.

Και φυσικά, πέρα από το διδακτορικό, είχα και το ΕΣΠΑ, 700 ευρώ το μήνα ήταν αυτά, γιατί εντάξει, οι γονείς μου πλήρωναν το νοίκι μου—και καμιά φορά τσόνταραν και τα αδέρφια μου, δεν είμαστε τίποτα λεφτάδες, έτσι;—και δεν ήταν και μικρό, ειδικά όπως είχαν πάει τα νοίκια στο Θεό.

Το ευτύχημα ήταν ότι το διαμέρισμα το είχε ένας κοντοχωριανός, και εγώ τουλάχιστον πλήρωνα σημαντικά λιγότερα απ’ ό,τι άλλοι φοιτητές, αλλά 500 ευρώ είναι 500 ευρώ, έτσι; Και χθες είχα δώσει 450 που δεν μου περισσεύουν για κράνος, και άλλο ένα πενηντάρικο για τη γραβάτα.

Λίγο πριν ωστόσο γυρίσω στο γραφείο είχαμε ένα τελείως unexpected turn of events. Δηλαδή όχι τελείως unexpected, απλά δεν το είχα ως κάτι που θα απασχολούσε άμεσα την οπτική μου.

«Πριν φύγεις δες αυτό!» μου είπε και μου έδωσε μια κόλλα. Δηλαδή δύο κόλλες, η μία μέσα την άλλη.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.

«Γραπτό που διόρθωσα!» μου απάντησε.

«Ξεκίνησες να διορθώνεις κιόλας γραπτά;» τον ρώτησα με απορία, συνήθως του έπαιρνε καιρό.

«Τα δικά σου τα ξεχνάς; Τα γραπτά των φοιτητών που ξεχωρίζουν τα βλέπω αμέσως!»

Μόνο τότε ξεκίνησα να δίνω προσοχή στο γραπτό. Πυκνογραμμένο, με εξαιρετική καλλιγραφία και ακόμα πιο εξαιρετικά σχήματα. Και εκεί άρχισαν να βαράνε μέσα μου κουδούνια, τα είχα ξαναδεί αυτά τα γράμματα!

Πήγα στο πρώτη σελίδα και η καρδιά μου άρχισε headbanging να πούμε: “Μελίτη Λ. Κοσμετάτου”

«Δες την τελευταία άσκηση στα Timoshenko!» μου είπε και ξεροκατάπια γιατί είχα πολύ καλή ιδέα τι θα έβλεπα, ήταν η άσκηση της οποίας είχα επιβεβαιώσει τη λύση. «Η άσκηση ήταν bonus γιατί δεν ήμουν σίγουρος ότι θα τη λύσει κανείς. Δυστυχώς δεν μπορώ να της βάλω 12, οπότε θα αρκεστεί στο δεκάρι.»

Ξεροκατάπια και πάλι, και μόνο τότε ο Δημήτρης πρόσεξε την ανησυχία  στο βλέμμα μου, αν και την εξέλαβε τελείως λανθασμένα.

«Τι έπαθες εσύ; Κάνεις σα να είδες φάντασμα! Δε θα σου φάει τη θέση, τριτοετής είναι ακόμα!» προσπάθησε να αστειευτεί.

Και πώς το λένε αυτό; «Δημήτρη…» του είπα διστακτικά. «Την… την γνωρίζω την εν λόγω φοιτήτρια!»

«Από πού;» με ρώτησε έκπληκτος.

«Μένει στη γειτονιά μου… αλλά… δεν την γνωρίζω απλά… Εδώ… Από το περασμένο Σάββατο είμαστε μαζί.»

“WHAT?” με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια.

«Έρως ανίκατε μάχαν…» του είπα αναστενάζοντας, και ταυτόχρονα προσπαθώντας να αστειευτώ και μετά σοβάρεψα απότομα. «Είναι πρόβλημα;»

Με κοίταξε για λίγο και ανασήκωσε τους ώμους του. «Πρόβλημα…» μου επανέλαβε αφηρημένα. «Θα γίνει πρόβλημα όταν θα γίνεις λέκτορας, αν δηλαδή είναι ακόμα φοιτήτρια μέχρι τότε.»

«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα…»

“Yeah, right!” μου απάντησε ειρωνικά. «Και post-doc θα κάνεις, και λέκτορας θα γίνεις, και τα μουστάκια θα ξουρίσεις!» συνέχισε.

«Όχι τα μουστάκια, εδώ τραβάω γραμμή!» του είπα συνεχίζοντας το χαβαλέ του και μετά σοβάρεψα και πάλι.

«Το άλλο εξάμηνο μου είπες ότι με ήθελες βοηθό στα πεπερασμένα, οπότε αν η Μελίτη επιλέξει structural engineering—που όπως διαπίστωσες ιδίοις όμμασι είναι η φυσική της κλίση—θα πάρει το μάθημα. Τι θα κάνουμε;»

«Μπορώ να διαλέξω άλλο βοηθό…» μου είπε. «Αλλά κι εσύ χρειάζεσαι έστω και τα 5 ευρώ την ώρα, και εγώ χρειάζομαι κάποιον με το δικό σου φυσικό ταλέντο στη διδασκαλία.»

Ανασήκωσε ξανά τους ώμους του. «Δε βαριέσαι, απλά θα πρέπει να το δηλώσεις στη γραμματεία και για τυπικούς λόγους θα διορθώνω εγώ τα γραπτά της,» μου είπε βγάζοντάς με από τη δύσκολη θέση.

Χαμογέλασε. «…Όχι ότι χρειάζονται διόρθωση…»

«Εντάξει,» του είπα νιώθοντας τον ελέφαντα που μου είχε κατσικωθεί στο στέρνο να σηκώνεται για να πάει στο περίπτερο. «Να σου πω… μπορώ να της το πω;»

«Την εμπιστεύεσαι ότι δε θα το πει σε κανέναν;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

«Τυφλά!» του απάντησα μονολεκτικά.

«Τότε να της το πεις…» είπε και μετά χαμογέλασε πονηρά. «Και να βάλεις όλη σου τη γοητεία να δει το φως το αληθινό! Structural Engineering ή τέφρα!»

Έβαλα τα γέλια. «Είναι ελαφρά αγύριστο κεφάλι, και αν την πιέσω παίζει σοβαρά να μου ανοίξει το δικό μου!»

«Η επιστήμη απαιτεί θυσίες!» μου απάντησε γελώντας και εκείνος. Και μετά σοβάρεψε και πάλι. «Χαίρομαι που επέστρεψες!»

«Θα βαρεθείς να με βλέπεις!» του απάντησα χαρούμενος.

«Δεν βλέπω την ώρα!»

«Λοιπόν, πάω στο γραφείο μου, γιατί μη νομίζεις, mails διάβαζα, οπότε… ναι…»

“Go! And sin no more!”

“I’m a cos guy, anyway!” του απάντησα καίγοντάς τον. Ο Δημήτρης λατρεύει τα dad jokes και κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια.

Γύρισα στο γραφείο, και κρέμασα προσεκτικά το σακάκι, το οποίο είχα ξαναφορέσει βγαίνοντας από το γραφείο του Δημήτρη. Αναστέναξα, ο υπολογιστής στο γραφείο ήταν τελείως καρβουνιάρης και είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου το laptop, οπότε έσκασα και κολύμπησα.

Και λίγο πριν της μία με πήρε τηλέφωνο η Μελίτη.

«Τέλειωσες κιόλας;» τη ρώτησα με απορία.

«Στη μούρη του!» μου απάντησε, στουκάροντάς με και πάλι. «Αν δεν πάρω δέκα, πραγματικά θα τον τσιμεντώσω!»

«Δύο μέρες στην ολομέλεια και έγινες κανίβαλος! Dear God, what have we done…»

«Πώς πήγε με τον Πολυζωγόπουλο;» με ρώτησε με πραγματική αγωνία στη φωνή.

«Υπέροχα! Κατεβαίνω κάτω να στα πω, αλλά θα πρέπει να φύγεις μόνη σου, έχω πολλή δουλειά!»

“Nema problema, θα έρθω να σε περιμαζέψω το απόγευμα!»

«Μωρό μου δε χρειάζεται…»

«Ρε τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Τα αναρχοκομμουνιστικά που ήξερες να τα ξεχάσεις! OR. ELSE!»

Χαχανίζοντας σαν βλαμμένος στους διαδρόμους με τον κίνδυνο να φωνάξουν τους άντρες με τα άσπρα για να με μαζέψουν, κατέβηκα στην καφετέρια και βρήκα τη Μελίτη να κάθεται σε μια γωνιά με το κινητό της και να περιγράφει στην ολομέλεια—και με γλαφυρότητα που θα έκανε βαρκάρη του Βόλγα να κοκκινήσει—το πόσο καλά έγραψε. Και βροχή τα ζήτω και μπράβο από τους υπόλοιπους κανίβαλους, γιατί αλίμονο!

Άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και μου έκανε κατ’ ιδίαν επίδειξη γλωσσικών ικανοτήτων, κάνοντας και πάλι τον Jr. να τη δει «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις / Νάτη πετιέται…»

Και φυσικά απ’ όλα όσα έγιναν στο γραφείο του Δημήτρη, κράτησα το καλύτερο για το τέλος.

«Αναγκάστηκα να πω στο Δημήτρη για τη σχέση μας» της είπα επιφυλακτικά.

«Καλά όχι ότι το κρατάμε κρυφό, αλλά γιατί;»

«Γιατί έτσι τα έφερε η ζωή!» της είπα μελοδραματικά και με κοίταξε με το ύφος “ξηγήσου γιατί θα σε δείρω μπροστά σε όλο τον κόσμο και φοράς και κόκκινη γραβάτα!”

«Ο Δημήτρης έχει ένα χούι,» ξεκίνησα την εξιστόρηση από την εποχή των δεινοσαύρων. «Γραπτά φοιτητών που ξεχωρίζει τα κοιτάζει αμέσως!»

«Οκ…?» με ρώτησε διστακτική.

«Μάντεψε ποιας ήταν πάνω-πάνω!» της είπα και γούρλωσαν τα μάτια της.

«Εννοείς…;» είπε μην τολμώντας καν να ολοκληρώσει την ερώτηση.

«Εννοώ!» της είπα χαμογελώντας. «Και εδώ περιπλέκονται τα πράγματα, καθώς αν τελικά πάρεις κατεύθυνση Δομικού θα μ’ έχεις βοηθό στο επόμενο εξάμηνο!»

«Τιμή σου και καμάρι σου να έχεις τέτοια φοιτήτρια!» μου είπε κορδωμένη.

«Ναι αλλά αυτό με τη σειρά του θέτει ερωτήματα ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Το πρώτο… θα πρέπει να αναφέρω τη σχέση μας στη γραμματεία της σχολής.»

“Okay,” μου είπε προσεκτικά.

«Αλλιώς δεν θα μπορώ να αναλάβω βοηθός στο μάθημα, και τα χρειάζομαι αυτά τα χρήματα, Μελίτη.»

Με κοίταξε στα μάτια και έγνευσε καταφατικά.

“It is what it is,” μου απάντησε. «Θα το δηλώσεις, και αν χρειαστεί θα το δηλώσω κι εγώ με σφραγίδα και χαρτόσημα!» μου είπε και παραλίγο να μπήξω τα κλάματα σαν κοριτσάκι.

«Και το δεύτερο, θα διορθώσει ο Πολυζωγόπουλος τα γραπτά σου!»

«Εντάξει, λογικό μου ακούγεται!» είπε η Μελίτη.

«Όχι ότι χρειάζονται διόρθωση… HIS WORDS, NOT MINE!» της είπα χαμογελώντας σαν ηλίθιος.

Μόνο που δεν ήταν χαμόγελο απλής χαράς… ήταν—περισσότερο ίσως—υπερηφάνειας.

Η Μελίτη είχε μείνει και με κοίταζε λες και… λες και ήταν εγώ!

«Με έβαλε να σε ορκίσω να μην το πεις σε κανένα…» της είπα συνωμοτικά… «Δέκα, και αυτό γιατί δε μπορούσε να σου βάλει δώδεκα!»

Τελικά δεν καταφέραμε να αποφύγουμε να γίνουμε θέαμα! Πετάχτηκε πάνω μου και η καρέκλα μου έγειρε πίσω και βρεθήκαμε και οι δυο φαρδιά-πλατιά στο πάτωμα, με εμένα κάτω και την Μελίτη πάνω…

…να κακαρίζουμε σα μανιακοί.


15. One small step for a man

Στις έξι το απόγευμα πέρασε ο Δημήτρης από το γραφείο μου για να με χαιρετήσει και να μου υπενθυμίσει ότι ήταν ώρα να φύγω.

«Μη μου καείς πάλι!» με προειδοποίησε.

«Όχι, μην ανησυχείς, τελειώνω και φεύγω!» του είπα. «Άλλωστε και να ήθελα να επαναλάβω τους ηρωισμούς πλέον θα πέσει παντόφλα!» συμπλήρωσα κάνοντάς τον να γελάσει.

«Ένας λόγος παραπάνω για να το συμπαθήσω αυτό το κορίτσι!» μου είπε.

«Ξέρεις,» ξεκίνησα να του λέω, «δεν είναι τυχαίο ότι έγραψε… δώδεκα!» και συνέχισα διηγώντας του το πρώτο της τηλεφώνημα. «Δεν της αρκούσε το “έτσι είναι,” ήθελε να καταλάβει το γιατί, έστω και αν τα μαθηματικά της δεν είναι ακόμα εκεί.»

«Κάποιον μου θυμίζει!» μου είπε χαμογελώντας. «Αλήθεια, γιατί επέλεξες Πολιτικών Μηχανικών και όχι Μαθηματικό ή Εφαρμοσμένων;»

«Στο γυμνάσιο, ο μαθηματικός μου, ο κύριος Μακρόπουλος, ερχόταν κάθε δεύτερο βράδυ από την Καρδίτσα στο χωριό, για να κάνει extra μαθήματα σε εμένα και τον κολλητό μου, το Στέλιο.»

«Το Ναυπηγό, λες;»

«Ναι!» του απάντησα χαμογελώντας.

«Χρειαζόσουν εσύ ιδιαίτερα στα μαθηματικά;» με ρώτησε με απορία.

«Όχι… χρειαζόμασταν και οι δύο κάποιον να μας κάνει τα μαθηματικά ενδιαφέροντα. Όχι για να πάρουμε είκοσι… το είκοσι το είχαμε έτσι κι αλλιώς…»

«Κατάλαβα…» μου είπε. «Δάσκαλος… πραγματικός δάσκαλος!»

«Ναι… κι εγώ και ο Στέλιος του χρωστάμε. Και στον κύριο Μακρόπουλο, στο γυμνάσιο, και στον κύριο Θεοδωρακάκη, τον φυσικό, στο Λύκειο.»

«Δε μου απάντησες!»

«Και οι δύο μας κέρδισαν δείχνοντάς μας ότι τα Μαθηματικά και η Φυσική δεν είναι απλά αυτοσκοπός γνώσης. Είναι τα θεμέλια του τεχνολογικού μας πολιτισμού.»

Χαμογέλασα αφηρημένα. «Δεν ήθελα να γίνω Μαθηματικός. Δε με ενδιαφέρουν τα θεμέλια… με ενδιαφέρει τι μπορείς να χτίσεις πάνω σ’ αυτά!»

«Ποιητικός…» μου είπε χαμογελώντας μου πλατιά.

«Λατρεύω και τα μαθηματικά και τη Φυσική,» του είπα. «Αλλά ακόμα περισσότερο λατρεύω τι μπορείς να κάνεις με αυτά.»

«Όπως για παράδειγμα να αποδείξεις ευστάθεια υπό δεδομένες συνοριακές συνθήκες… και ας χρειάζομαι κάποιον να μου μεταφράσει αυτό που από ένα σημείο και μετά γίνεται Γραμμική-Β!»

Έβαλα τα γέλια. «Δες το θετικά, τουλάχιστον δεν είναι Γραμμική-Α!»

“Touche!” χαχάνισε. «Λοιπόν, σε αφήνω γιατί αν πιάσουμε τη φιλοσοφία της Επιστήμης θα ακούσω τα σχολιανά μου απ’ τη Γιωργία!» είπε αναφερόμενος στη σύζυγό του.

«Τους χαιρετισμούς μου να της δώσεις!»

«Ευχαρίστως! Λοιπόν… σε χαιρετώ, και κοίτα μη με πάρουν πάλι οι νυχτοφύλακες ότι σε ξεχάσαμε στα εργαστήρια!»

(Ναι, έχει συμβεί και αυτό…lol!!!)

Ναι, παρόλη τη μεγαλοστομία μου, ακόμα εκεί θα ήμουν αν δεν μ’ έπαιρνε στις οκτώ η Μελίτη.

«Κοριτσάρα μου!» της απάντησα μέσα στην καλή χαρά.

«Φοράς ακόμα τη γραβάτα;» με ρώτησε ωστόσο η φωνή της είχε ίχνη εκνευρισμού.

(Τι έκανα; Κάτι έκανα! Fuck!)

«Εχμ… ναι.»

«ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ! ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ;»

Και τότε συνειδητοποίησα ότι είχε πάει οχτώ, θα ορκιζόμουν ότι είναι ακόμα εξίμισι!

“Ooops?”

«Έρχομαι να σε μαζέψω και μη μου πεις πέντε λεπτά ακόμα!» μου είπε και το OR ELSE ήταν αυτό που λέμε “ευκόλως εννοούμενο!”

«Όχι! Όχι! Κατεβαίνω!»

Φόρεσα το σακάκι μου, πήρα το χαρτοφύλακα και το κράνος, κλείδωσα πανικόβλητος το γραφείο, και πήρα με τη μία την Τζο.

«ΕΛΑΕΚΑΝΑΜΑΛΑΚΙΑ!»

«Τι έκανες;» με ρώτησε αναστενάζοντας.

«Ξεχάστηκα στο γραφείο και πήγε οκτώ και δεν είχα στείλει ούτε ένα μήνυμα στη Μελίτη από το πρωί και τα έχει πάρει στην κράνα και να με θυμόσαστε μ’ αγάπη!»

«Άχου το μωρέ!» μου είπε ειρωνικά. «ΝΑ ΦΑΣ ΤΟ ΞΥΛΟ ΣΟΥ ΣΑΝ ΑΝΤΡΑΣ, ΠΑΠΑΡΑ!»

«Τη συγκεκριμένη στιγμή θα προτιμούσα να είμαι τερμίτης!» της απάντησα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Τουλάχιστον φοράς κόκκινη γραβάτα! Ε, λίγο μαύρισμα καλό θα σου κάνει, και δες το και θετικά! Έτσι δρακουλιάρης που είσαι στο δέρμα, δε θα χρειαστεί και να καείς πρώτα!»

«ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΕΓΩ ΣΕ ΠΗΡΑ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΙ ΕΣΥ ΜΕ ΓΛΕΝΤΑΣ; ΑΛΛΑ ΤΕΤΟΙΟΙ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ!»

«Κλαψ-Λυγμ!» μου είπε ειρωνικά. «Σου είπα τι θα κάνεις, θα φας το ξύλο σου σαν άντρας, θα ζητήσεις γονυπετής συγνώμη, και θα βάζεις reminders.»

«Χμμμ… δεν το είχα σκεφτεί αυτό!»

«Πολιτικοί μηχανικοί ρε φίλε…» μου είπε. «Και μετά λένε εμάς ονειροπαρμένους!»

«Αγγελοκρουσμένους!» τη διόρθωσα, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. «Τέλος πάντων… τα λέμε αύριο… αν δηλαδή δεν είμαι φυτεμένος σε κανένα γειτονικό παρτέρι!»

«Μη μου σκας Μιχαλάκη μου, θα έρχομαι εγώ και θα σου αφήνω λουλούδια!»

Καλά το λένε… Είναι να έχεις φίλους να μπορείς να στηριχτείς πάνω τους.

Εντωμεταξύ όση ώρα την περίμενα είχα φτιάξει στο μυαλό μου απολογία που θα έκανε τον Hardy περήφανο και τον Λυσία να με μουτζώνει με χέρια και με πόδια, αλλά με το που έφτασε η μηχανή και η Μελίτη κατέβηκε και ήρθε προς το μέρος μου, έπαθα ηθοποιό που ξεχνάει τα λόγια του στην πρώτη παράσταση.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά δεν υπήρχε και υποβολέας.

«Το ξέρω ότι δεν είσαι Νίκος,» ξεκίνησε το κατηγορητήριο, «γιατί εσύ δεν είσαι αδιάφορος αλλά τρελός επιστήμονας!»

Σοφά ποιών κατέβασα το βλέμμα και δεν έβγαλα άχνα.

«Στο τέλος της ημέρας, ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι που μετράει, και το αποτέλεσμα ήταν να κάθομαι μόνη μου και να αναρωτιέμαι αν θα ξαναζήσω πάλι αυτό το πράγμα. Και δε σκοπεύω να το ξαναζήσω.»

Εντάξει, ένιωσα να μου πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι.

«Συγγνώμη,» μουρμούρισα. «Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο,» συνέχισα κοιτάζοντάς τη στα μάτια. Και μετά τα χαμήλωσα και πάλι μην αντέχοντας να ακούσω τη συνέχεια.

«Μιχάλη;»

Πήρα μια βαθιά ανάσα να ατσαλώσω τον εαυτό μου. «Πες μου» της είπα και σήκωσα τα μάτια μου να την αντικρύσω.

Πείτε ό,τι θέλετε αλλά δε θα αποχαιρετούσα την Αλεξάνδρεια που δεν πρόλαβα με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα.

Γύρισε το κεφάλι της ελαφρά και με κοίταξε προσεκτικά. «Μιχάλη, τι νομίζεις ότι γίνεται εδώ;»

Έσφιξα τις γροθιές μου μέχρι που άσπρισαν. «Με χωρίζεις.»

«ΤΙ; ΤΙ ΛΕΣ ΒΡΕ ΜΠΟΥΦΟ;»

«ΕΙΜΑΙ!» της είπα νιώθοντας τα μάτια μου να τσούζουν. «Συγνώμη μωρό μου, πραγματικά!»

«Έλα εδώ βρε χαζούλη,» μου είπε αυτή τη φορά τρυφερά και την πλησίασα διστακτικά και με αγκάλιασε με τον τρόπο που της άρεσε, σταυρώνοντας τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου.

«Μιχάλη, σε παρακαλώ μην το ξανακάνεις αυτό. Αν έχεις δουλειά, απλά στείλε μου ένα μήνυμα. Δε το ζητάω για να σε ελέγχω… απλά… απλά έχω ανάγκη… να ξέρω.»

«Δε θα το ξανακάνω μωρό μου, στο υπόσχομαι» της είπα. «Και Μελίτη; Να θυμάσαι ότι οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο ή να μου στείλεις μήνυμα. ΔΕΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΤΗ.»

«Δεν…» μου είπε αλλά την έκοψα.

«Αν όχι εσύ τότε ποιος ρε Μελίτη;» της είπα χαϊδεύοντάς τη στο μάγουλο. «Όποια ώρα και στιγμή!»

«Κι εσύ να βάζεις reminders!» μου είπε.

«Yup… μου το είπε και η Τζο, μαζί με το να φάω το ξύλο μου σαν άντρας και να ζητήσω γονυπετής συγνώμη και αν με φυτέψεις θα έρχεται να μου αφήνει λουλούδια γιατί καλά να πάθω!»

«Δε χρειάζεται τόσο δράμα! Θα κεράσεις παγωτό!»

«Όχι από το περίπτερο!» της είπα. «Ξέρω ένα φοβερό παγωτατζίδικο στη Νέα Ερυθραία! Ανοιχτό μέχρι τη μία!»

Γέλασε. «Με το κουστούμι;»

«Με το κορίτσι μου!»

«Βλάκα!» μου είπε τρυφερά.

«Είμαι λίγο drama queen,» της απάντησα παιχνιδιάρικα.

«Και στο σεισμό της Σαντορίνης σήκωσε λίγο κύμα…» μου είπε με ύφος “τι να σε κάνω, μου λες;”

Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά και, όπως είχα στα χέρια μου το κράνος, της έχωσα κατά λάθος και μια στον κώλο με δαύτο.

«Εντάξει, μη το ρίξουμε στις κινκιές ακόμα!» μου είπε χαχανίζοντας. «Πήγαινέ με πρώτα για παγωτό ρε λυσσάρη!»

«Γίνεται και με κράνος;» τη ρώτησα στα σοβαρά…Yup, that’s me…

Της πήρε λίγο χρόνο να κάνει parse. «Ρωτάς σοβαρά, ε;» ρώτησε ρητορικά. Την κοίταξα με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας και έβαλε τα γέλια. «Είσαι ΘΕΟΥΛΗΣ!» μου είπε γελώντας ακόμα.

Μαλακοπίτουρας με δίπλωμα και soon με διδακτορικό τίτλο, αλλά εντάξει, έχω άλλες χάρες…NOT!

Πήγαμε στη Νέα Ερυθραία και φάγαμε τα παγωτάκια μας και γύρω στις έντεκα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Όπως και χθες κατεβήκαμε και οι δύο στο parking, και όταν μπήκαμε στο ασανσέρ πάτησα το ισόγειο.

«Δε θέλεις να ανέβεις πάνω;» με ρώτησε σχεδόν ντροπαλά.

ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ;!;!;!;!;!

«Πες μου ότι υπολογίζεις την κινητική ενέργεια της αισθαντικής αγκαλιάς με το πάτωμα από τον τέταρτο όροφο και μα τω ΘΕΩ η ευχή σου θα γίνει πραγματικότητα!» μου είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου.

Κοντολογίς με είχε ικανό!

(BTW, Την είχα κάνει την πράξη στο μπαλκόνι της Τριανταφυλλιάς πριν αποφασίσω να κάνω τον καταδρομέα. Κινητική ενέργεια vs Μπάμπης…Ναι, δεν ήταν δίλημμα… χίλιες φορές αγκαλιά με το πεζοδρόμιο παρά αισθαντικό tête-à-tête με τον εξαγριωμένο τάρανδο.)

«Μπατονέτες έχεις;»

«Είσαι όργιο!» μου είπε γελώντας και πάτησε το κουμπί του τέταρτου ορόφου. Περάσαμε μέσα και αφού έβγαλα το σακάκι και το κρέμασα στον καλόγερο της εισόδου, περάσαμε στο σαλόνι.

«Βγάλε παιδάκι μου τη γραβάτα σου!» μου είπε και εκεί θυμήθηκα ότι όχι απλά τη φορούσα ακόμα, αλλά την είχα σφίξει κιόλας, λες και θα παρεξηγούνταν το παγωτατζίδικο αν την είχα λάσκα.

«Πάω να βάλω κάτι ελαφρύ και έρχομαι. Μπύρα;»

«Έχεις μπύρα;» τη ρώτησα με απορία.

«Ναι μπούφο, από σήμερα έχω και μπύρα!» μου είπε και το γεγονός ότι κόντεψα να κατουρηθώ πάνω μου μου υπενθύμισε ότι κατουριόμουν! Είχε πάει έντεκα και είχα να κατουρήσω από τις πέντε ξέρω-γω.

(Και πάει, κατά τα φαινόμενα μου έμεινε και το μπούφος!)

Επέστρεψα στο σαλόνι άλλος άνθρωπος, να πούμε, παραλίγο να πάθω Tycho Brahe με την αφηρημάδα μου. Σκέψου να έπαιρνα και κανένα Lasix σαν τον πατέρα μου, θα το έκανα το κορίτσι χήρα και δεν είχαμε κλείσει καλά-καλά ούτε εβδομάδα μαζί.

Η Μελίτη επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα στο σαλόνι με ένα μπουκάλι μπύρα για μένα, και μια Coca-Cola zero για την ίδια. Ξυποληταρία, γιατί αλίμονο, από κάτω τζιν σορτσάκι και από πάνω φανελάκι. Χωρίς σουτιέν, και αυτή τη φορά δε χρειαζόταν να έχω την όραση του Superman. Τα δύο φουσκώματα στο λεπτό ύφασμα τα έλεγαν όλα.

Παντελόνι, δεν βγαίνει. Φανελάκι το φόρεσε για να το βγάλει.

(Πού είσαι Τριανταφυλλιά να με καμαρώσεις!!!!)

Και αν είχα την οποιαδήποτε αμφιβολία για τις προθέσεις της, διαλύθηκε τη στιγμή που αντί να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ, σκαρφάλωσε πάνω μου. Έκανε ελαφρά πίσω και έπιασε τη μπύρα που είχε αφήσει στο τραπεζάκι και μου την έδωσε, και μετά επανέλαβε την ίδια κίνηση να πιάσει το πλαστικό μπουκάλι με τη zero.

«Τσιν-τσιν!» μου έκανε, και ήπιαμε και οι δύο δυο γερές γουλιές από τα ποτά μας. «Για πες μου τώρα, πώς πήγε η πρώτη μέρα;»

«Αν εξαιρέσεις τη βραδινή μου τρομάρα—αποτέλεσμα της μαλακίας που με δέρνει—πολύ καλά!» της απάντησα με πλήρη ειλικρίνεια.

Με κοίταξε και πάλι εξεταστικά. «Να σου εξομολογηθώ κάτι;»

«Βεβαίως!» της απάντησα.

«Το απόγευμα έστειλα μήνυμα στη Βίκυ,» μου είπε.

«Στη Βίκυ;» τη ρώτησα με περιέργεια. «Πώς έτσι;»

Δίστασε για λίγο. «Ας πούμε ότι καταλαβαινόμαστε καλύτερα μεταξύ μας,» μου απάντησε, χωρίς να θελήσει να μπει σε περισσότερες λεπτομέρειες.

“Okay…?” της έκανα χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς που το πάει.

«Μου είπε ότι ένας από τους λόγους του burn-out σου ήταν ότι δεν ξέρεις να βάζεις φρένο στον εαυτό σου.»

«Δεν είναι ακριβώς έτσι…» της είπα αναστενάζοντας. «Ναι, είμαι αφηρημένος. Ναι, μπορώ να απορροφηθώ σε ένα πρόβλημα και να ξεχάσω το υπόλοιπο σύμπαν… αλλά θέλω να με καταλάβεις Μελίτη.»

«Βοήθησέ με, τότε!» μου είπε απαλά.

«Μπορεί το μυαλό μου να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο αλλά δεν είμαι αποκομμένος από την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι το thesis μου είναι εξαιρετικά απαιτητικό και απαιτούσε μαθηματικά που δεν υπάρχουν… ή έστω, μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν.»

«Ορίστε;» με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

«Λάθος διατύπωση,» διόρθωσα τον εαυτό μου. «Δεν ισχυρίζομαι ότι έφτιαξα καινούργιο κλάδο μαθηματικών, απλά το πρόβλημα που έπρεπε να λύσω θα μπορούσε να σταθεί από μόνο του ως διδακτορική διατριβή στο τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών.»

Αναστέναξα. «Κάποια στιγμή άρχισα πραγματικά να φοβάμαι ότι δάγκωσα περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να καταπιώ. Δε μου έβγαινε, και αυτό με γέμισε άγχος και…»

«Όταν σε παίρνει η κατηφόρα δεν μπορείς να σταματήσεις… ναι, κάτι έχω αρχίσει και καταλαβαίνω…» μου είπε αναστενάζοντας.

«Και δεν είμαι λεφτάς, Μελίτη. Ακόμα και τα πέντε ευρώ την ώρα για μένα έχουν αξία, όσο ευτελές και αν φαίνεται σαν ποσό.»

Η Μελίτη με άκουγε χωρίς να μιλάει, μόνο έγνεφε καταφατικά για να μου δείξει ότι καταλαβαίνει τι λέω.

«Η υποτροφία μου έχει λήξει και από διάφορα προγράμματα ΕΣΠΑ βγάζω επτά κατοστάρικα. Αυτά έχω να περάσω το μήνα. Οι γονείς μου πληρώνουν το νοίκι—και καμιά φορά τσοντάρουν τ’ αδέρφια μου. Είμαι 26 χρονών… ναι, δεν κωλοβαράω αλλά νιώθω άσχημα…»

Έξυσα το κεφάλι μου και ήπια ακόμα μια γερή ρουφηξιά από τη μπύρα. «Ο Δημήτρης μου είπε να πάρω ένα μήνα off γιατί είχε καταλάβει ότι έχω καεί. Το ΕΣΠΑ ωστόσο δεν είναι Δημήτρης,» συνέχισα αναστενάζοντας. «Είχε μαζευτεί πολύ πράγμα, έχω μπροστά μου πολλή δουλειά. Δεν πέρασα το απόγευμα με πολλαπλούς διανοητικούς οργασμούς αλλά με χαμαλοδουλειά. Πολλή χαμαλοδουλειά…»

«Σ’ το υπόσχομαι ότι από εδώ και πέρα θα βάζω reminders. Και εσύ θέλω να μου υποσχεθείς πως ΑΝ…ΑΝ… με δεις και δεν δίνω σημεία ζωής, να μου στείλεις μήνυμα. Να με πάρεις τηλέφωνο. Δεν υπάρχει φόβος να μ’ ενοχλήσεις, Μελίτη… Ενόχληση και Μελίτη… Απλά δεν πάνε μαζί…»

Αναστέναξα. «Απλά δεν πάνε μαζί…» επανέλαβα.

Μου πήρε το μπουκάλι από τα χέρια και το άφησε στο τραπέζι, και το ίδιο έκανε και με το μπουκάλι της. Πέρασε τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου, με αγκάλιασε και κόλλησε τα χείλη μου στα δικά της.

Τα χέρια μου στην αρχή ήταν στην πλάτη της, και μετά τα έφερα αργά και αισθησιακά στο πλάι και μετά διστακτικά, πέρασα το ένα μου χέρι ανάλαφρα πάνω από το στήθος της, προσπαθώντας να διαβάσω την αντίδρασή της.

Πήρε και τα δυο μου χέρια και τα κόλλησε στα στήθη της, και αυτή ήταν όση απάντηση χρειαζόμουν.


16. Θεωρία προσεγγίσεων και εφαρμογές

Τα στήθη της οριακά δε χωρούσαν στις χούφτες μου. Μεταξύ C-CUP και D-CUP ήταν η διάγνωση, σύμφωνα με τον αλγόριθμο που μου είχε δώσει κάποτε η Τριανταφυλλιά. Βέβαια στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα και τα νούμερα των σουτιέν έχουν κάτι από ταρό, αριθμολογία και θεωρία προσεγγίσεων, αλλά εντάξει, και να πέσει λίγο έξω η εκτιμήτρια δε θα τινάξει το στοχαστικό μοντέλο στον αέρα.

Στην αίσθηση βέβαια είναι που χωρίζεται η ήρα από το στάρι, κι εγώ είμαι και λιγάκι (LOL!) περίεργος. Δε μ’ αρέσουν ούτε τα αγαλμάτινα σφιχτά (πχ Ελευθερία), ούτε τα… μελάτα (Ελένη). Η Τριανταφυλλιά μέχρι και σήμερα ήταν κοντά στο ιδανικό μου κλάσμα ελαστικότητας vs σκληρότητας, ωστόσο από σήμερα εκθρονίστηκε πανηγυρικά.

Δεν έχω άλλο τρόπο να το περιγράψω. Σφιχτά όσο πρέπει αλλά όχι να σε κάνει να νομίζεις ότι χουφτώνεις μαρμάρινο άγαλμα. Ελαστικό όσο πρέπει, αλλά όχι να σκέφτεσαι ότι πιάνεις αγχολυτικό μπαλάκι.

(Αν και μεταξύ μας δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο αγχολυτικό από αυτό που είχα εκείνη τη στιγμή στα δυο μου χέρια…)

Οι ανάσες της είχαν γίνει κοφτές και οι θηλές της κόντευαν να τρυπήσουν το φανελάκι κι εγώ έλυνα εσωτερικά ασκήσεις αντοχής υλικών. Ευτυχώς που δεν υπάρχει τηλεπάθεια γιατί την έβλεπα τη φτιάξη: όντως θα με πετούσε από τον τέταρτο, τον οποίο υπολόγιζα γύρω στα 13 μέτρα ύψος.

Έκανα ξανά τις πράξεις στο μυαλό μου, το οποίο ήταν ανίκανο να αδειάσει. Δεδομένου ότι εγώ ήμουν 67 κιλά, υπολόγισα ότι η ταχύτητα πρόσκρουσης θα ήταν περίπου 16m/s και κινητική ενέργεια πάνω-κάτω 8500 joules. Ναι, αλοιφή θα γινόντουσαν τα μέσα μου, καθώς τυπικά δεν είναι η πτώση που σε σκοτώνει αλλά η απότομη επαφή με το έδαφος.

Η Μελίτη σταμάτησε το φιλί, τραβήχτηκε ελαφρά πίσω και έβγαλε το φανελάκι της. Εκεί, θέλοντας και μη, το μυαλό μου ξέχασε τη φυσική. Όμορφα στήθη, σκούρες θηλές σε σχεδόν ιδανική αναλογία με τα στήθη της. Βάραιναν ελαφρά και για μένα εκεί είναι η πραγματική ομορφιά.

Ανθρώπινη ρε φίλε, όχι πλαστική.

«Χάιδεψέ με, μωρό μου!» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά καθώς κατάλαβε ότι για μερικές στιγμές είχα σκαλώσει και πάλι θαυμάζοντας το μεγάλο μυστικό θέαμα. (οκ, πρώην μυστικό θέαμα)

Δεν χρειάστηκε επανάληψη, τα χέρια μου βρέθηκαν ξανά πάνω στην ευαίσθητη γυμνή της σάρκα, και της ξέφυγε ένα σιγανό βογγητό. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το κεφάλι της γερμένο πίσω. Έκλεισα τα μάτια μου για να επικεντρώσω την προσοχή μου στις υπόλοιπες αισθήσεις, ακοή και αφή. Οι ανάσες της ήταν το GPS που κατεύθυνε το άγγιγμά μου.

Πήρα τα χέρια μου από μπροστά και τα έφερα απαλά και προσεκτικά στα οπίσθιά της, αλλά όχι για να τη χουφτώσω αλλά για να της δώσω να καταλάβει ότι ήθελα να σηκωθεί λίγο, να γείρει εμπρός.

Το κατάλαβε και μερικές στιγμές αργότερα τα στήθη της βρέθηκαν ακριβώς εκεί που ήθελα. Χείλη στην αρχή, γλώσσα στη συνέχεια, και οι ανάσες της έγιναν ακόμα πιο κοφτές και τα βογγητά της ακόμα πιο δυνατά. Το σώμα της είχε ανατριχιάσει, το ένιωθα όπως τη χάιδευα στη μέση και στα πλάγια.

Το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού—πότε με τα χείλη μου, πότε με τη γλώσσα μου και πότε με τα δόντια μου—συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, μέχρι που η ίδια αποφάσισε ότι ως εδώ. Δεν είπε τίποτα, απλά τραβήχτηκε και πάλι προς τα πίσω.

Αυτή τη φορά δε με αγκάλιασε από το σβέρκο, έπιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπό μου και με φίλησε βαθιά, μέχρι που και πάλι η στιγμή μεταμορφώθηκε σε μια άχρονη αιωνιότητα.

Τραβήχτηκα εγώ απαλά και για μερικές στιγμές η Μελίτη έμεινε με κλειστά μάτια. Τα άνοιξε και μου χαμογέλασε, και πάλι σχεδόν ντροπαλά.

«Μπορείς να μου δώσεις το φανελάκι μου σε παρακαλώ;»

«Μπορώ,» της είπα αλλά δεν έκανα κίνηση. Η Μελίτη έβαλε τα γέλια.

«Ματάκια!» με κατηγόρησε αλλά δεν επέμεινε να της δώσω το φανελάκι της.

Έκανε πίσω χαρίζοντάς μου τη θέα των γυμνών της στηθών.

“BOOOOBIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIES!” έκανα με ενθουσιασμό δεκαπεντάχρονου με εντεκαετή προϋπηρεσία, και παραλίγο να της πέσουν τα μπουκάλια από το χέρι.

«Είσαι ένας μικρός Θεούλης!» μου είπε γελώντας ακόμα, και δίνοντάς μου τη μπύρα μου και μου έκανε τσιν-τσιν.

Είχε μείνει ακόμα coca-cola στο μπουκάλι της αλλά η μπύρα μου άδειασε. Σηκώθηκε και πήγε να μου φέρει νέα μπύρα ενώ εγώ παρακολουθούσα μαγεμένος τα στήθη της σε συνθήκες κίνησης.

(Πυρ και κίνηση που λένε και στα ελληνικά στρατά—τουλάχιστον σύμφωνα με τ’ αδέρφια μου.)

Ανέβηκε ξανά πάνω μου και μου έδωσε τη μπύρα, και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά. Όπως με κοιτούσε, πέρασα ανάλαφρα το χέρι μου πάνω από το αριστερό της στήθος, αλλά αυτό ήταν σαν χάδι, όχι σήμα να ξεκινήσουμε και πάλι—όχι ότι θα με χάλαγε, έτσι; Η Μελίτη το κατάλαβε, και αν και θηλή της πέτρωσε και η άλως ανατρίχιασε, δε με σταμάτησε.

Και εκεί μου ήρθε μια ιδέα. «Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι;» τη ρώτησα.

«Αμέ!» μου απάντησε αλλά το πήρε αλλιώς. «Έχω και κανονικό τάβλι, να μπορέσω να στο φέρω και στο κεφάλι σαν άνθρωπος!» μου είπε και έβαλα τα γέλια.

Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός της που άφησα το παιχνίδι που είχα υπόψη στην άκρη. Τάβλι θέλει το κορίτσι; Τάβλι!

Γύρισε μετά από λίγο και έκατσε δίπλα μου στον καναπέ βάζοντας το τάβλι μεταξύ μας.

«Δε θα φορέσεις το φανελάκι σου;» τη ρώτησα.

«Όχι!» μου δήλωσε.

«Με αποσυντονίζεις!» της είπα χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο, γιατί είχα μια πολύ καλή ιδέα για το όχι της.

“My point exactly!” μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ αποσυντονίζομαι μόνο όταν ξαφνιάζομαι με κάτι. Πχ αν παίζαμε τάβλι και ξαφνικά τα πέταγε, ναι εκεί θα βάραγα τιλτ. Εδώ όμως το με αποσυντονίζεις ήταν… πρόκληση: Απλά μου άρεσε να τη βλέπω γυμνόστηθη και της έδωσα μια καλή δικαιολογία να το κάνει.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά κέρδισε κιόλας 4-0 στις τρεις παρτίδες που παίξαμε.

“Χα! Δουλεύει το κόλπο!” μου είπε μαζεύοντας τα τελευταία της δύο πούλια στο φεύγα, κερδίζοντας μάλιστα την παρτίδα διπλή!

“Truth is you won fair and square…” της είπα. «Δεν αποσυντονίζομαι έτσι απλά!»

«Και τότε γιατί…» ξεκίνησε να λέει και εκεί της έγινε το 1+1. «ΒΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ! ΒΡΕ ΡΕΜΑΛΙ! ΒΡΕ ΜΑΤΑΚΙΑ!» μου είπε γελώντας.

“I’m pleading the fifth!” της είπα προσπαθώντας ανεπιτυχώς να πνίξω το γέλιο μου.

«Έτσι, ε;» μου έκανε και εκεί αποδείχτηκε πόσο εξαιρετικά κακή ιδέα ήταν που της είχα πει ότι γαργαλιέμαι. Έβαλε το τάβλι στο τραπέζι και μου όρμησε, και πού σε πονεί και πού σε σφάζει.

«ΜΗΗΗΗ ΗΜΑΡΤΟΝ!» προσπαθούσα απελπισμένα να ζητήσω έλεος, αλλά πού! Κάποια στιγμή προσπάθησα να αντιδράσω και να τη γαργαλήσω κι εγώ και κατά λάθος τη χούφτωσα.

«ΜΕ ΧΟΥΦΤΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ Ο ΑΧΡΕΙΟΣ! ΒΑΣΤΑΤΕ ΤΟΥΡΚΟΙ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ!»

Και έτσι ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος ψαχουλέματος, καθώς κάποια στιγμή σταμάτησε να με γαργαλάει και απλά έπεσε πάνω μου και με φίλησε. Εγώ εντωμεταξύ ακόμα με πουκάμισο, έτσι;

Ναι, δεν έμεινα για πολύ.

Πότε φιλώντας με, πότε δαγκώνοντάς με απαλά, άφησε το στόμα μου, πήγε στο σαγόνι μου και μετά στο λαιμό μου και μετά στο αυτί μου, και όταν ένιωσα τη γλώσσα της εκεί έχασα τα αυγά και τα πασχάλια—μιλάμε για ρίγος, όχι μαλακίες!

Με σήκωσε και με έβαλε να βγάλω πουκάμισο και φανέλα, και συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, πότε φιλώντας με, πότε δαγκώνοντάς με έφτασε σχεδόν μέχρι το στομάχι—κι εκεί σκάλωσα πραγματικά. Κάτι τέτοια μου έκανε η Τριανταφυλλιά όταν ήθελε να μου πάρει πίπα.

Και όπως κάθε φορά που σκαλώνω πάγωσα για μερικές στιγμές ενώ το μυαλό μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να ανασυγκροτηθεί. Και όσο παράξενο και αν φανεί για άνδρα, το σκάλωμά μου πέρασε στη στιγμή όταν η Μελίτη, χωρίς να αλλάξει τρόπο, ανέβηκε ξανά προς τα πάνω μου, και ο δεύτερος γύρος τέλειωσε όπως και ο πρώτος: με βαθύ φιλί.

Τραβήχτηκε εκείνη πρώτη από το φιλί αλλά δε σηκώθηκε από πάνω μου. «Για να μάθεις!» μου είπε τρυφερά. «Έμαθες;»

«Μπα, δεν τα παίρνω τα γράμματα!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Ορίστε, μου θέλει και encore!»

“A man got to try!”

Και ξαφνικά σοβάρεψε. «Δε μου λες εσύ, έχεις φάει;» με ρώτησε αλλάζοντας τελείως θέμα.

«Εχμ… το παγωτό!» της απάντησα, γιατί η αλήθεια είναι ότι με τούτα και με κείνα είχα ξεχάσει να φάω σήμερα.

«Θεοί δώστε μου δύναμη! Θα τον γδάρω!» είπε με απελπισία. «Θα σου ζεστάνω φαγητό!» μου δήλωσε.

«ΌΧΙ!» της είπα εμφατικά. «Αυτό είναι για σένα!»

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ ΝΗΣΤΙΚΟ!» μου δήλωσε τονίζοντας τις λέξεις.

«Ξέρω ένα καλό Mc Donalds!» της είπα κλείνοντάς της το μάτι συνωμοτικά.

«Μέσα!» μου απάντησε χαμογελώντας. «Πάω να αλλάξω και έρχομαι!»

Όσο να ετοιμαστεί σηκώθηκα από τον καναπέ γιατί είχα πιαστεί λίγο, και περπάτησα μέσα στο σαλόνι για να ξεμουδιάσω. Σε αντίθεση με το δωμάτιό της που το είχε διακοσμήσει με το δικό της γούστο, το σαλόνι της ήταν αρκετά πιο ουδέτερο, σα να είχε τα έπιπλα απλά γιατί έπρεπε να υπάρχουν ώστε να μην είναι άδειος ο χώρος.

Πέρα από τον ομολογουμένως μεγαλούτσικο και βολικό καναπέ είχε δυο πολυθρόνες, λογικά πρέπει να ήταν σετ, και ένα γουστόζικο χαμηλό έπιπλο με βιτρίνα πάνω στο οποίο είχε μια τηλεόραση. Στην κουζίνα είχε ένα μικρό τραπεζάκι για δύο άτομα, και στο σαλόνι, που έπαιζε το ρόλο της σαλοτραπεζαρίας ένα απλό ξύλινο τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, που πάντως παρά την ανησυχία της για το που θα χωρέσουμε, μια χαρά θα μπορούσε να βολέψει και τους έξι μας τη βραδιά του πόκερ.

Πλησίασα τη μπαλκονόπορτα και κοίταξα έξω τραβώντας ελαφρά τις κουρτίνες. Το μπαλκόνι της ήταν πολύ μικρότερο σε σχέση με το δικό μου, είχε πλάτος όσο αυτό του σαλονιού και το βάθος του ήταν και αυτό μικρό, δύο μέτρα το πολύ. Δεν είχε κάγκελα, είχε ένα ψηλό τοιχάκι, γύρω στο ενάμιση μέτρο σε ύψος πάνω από το οποίο υπήρχαν οριζόντια δύο μεταλλικές μπάρες σε απόσταση δέκα εκατοστών μεταξύ τους.

Το μπαλκόνι είχε και τέντα η οποία ήταν τελείως ανεβασμένη. Υπήρχε ένα τραπεζάκι με δυο πλαστικές καρέκλες, και δεξιά από τη μπαλκονόπορτα, στο σημείο δηλαδή που ήταν ο τοίχος του σαλονιού είχε μια ντουλάπα, γύρω στα δύο μέτρα σε ύψος.

«Έτοιμη!»

Η φωνή της με αιφνιδίασε και σχεδόν χοροπήδησα ξαφνιασμένος όπως είχα απορροφηθεί χαζεύοντας την υπέροχη θέα—δηλαδή τις απέναντι πολυκατοικίες. Γύρισα προς το μέρος της, και τίλταρα και πάλι.

Φορούσε ένα μαύρο μάξι φόρεμα με λεπτές τιράντες, μακρύ σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους, που αγκάλιαζε, αισθησιακά σχεδόν, τις καμπύλες της. Το ύφασμα σχημάτιζε απαλές σούρες πάνω στο στήθος της και μαζευόταν σε έναν μικρό κόμπο ανάμεσά τους, ενώ από κάτω, μέχρι λίγο πάνω από τον αφαλό, απλωνόταν ημιδιάφανη δαντέλα με λεπτό μοτίβο που άφηνε το δέρμα να φαίνεται διακριτικά.

Η φούστα έπεφτε στενή και ίσια, με ελαφρές πτυχώσεις στους γοφούς και μια μακριά λωρίδα υφάσματος να κρέμεται χαλαρά μπροστά. Το σύνολο ολοκληρωνόταν με μαύρα ψηλοτάκουνα πέδιλα, με λεπτά λουράκια που τύλιγαν και στερέωναν το πόδι.

«Φόρα τη γραβάτα σου και πάμε να τους τρελάνουμε!» μου είπε γελώντας σκανταλιάρικα.

…ξεκινώντας από εμένα!


17. You da boss

Κάναμε την παραγγελία μας, αυτή τη φορά χωρίς chicken bucket, και όσο να ετοιμαστεί πήγαμε και κάτσαμε στο τραπέζι που είχαμε καθίσει στο πρώτο μας ραντεβού, δέκα μέρες πριν.

Δεν μας κοίταξαν περίεργα πάντως, κι εδώ που τα λέμε δεν υπήρχε και λόγος. Το πιο απλό που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ήταν ότι είχαμε κάποια επίσημη έξοδο και απλά στο γυρισμό σταματήσαμε να φάμε.

«Τι ώρα έχουμε ραντεβού με την Κωνσταντίνα και τον Θέμη;»

«Λέμε για τις οκτώ και μισή αλλά δεν έχουμε κλείσει ακόμα που,» μου απάντησε. «Ο Θέμης μένει Κηφισιά και είπε ότι ξέρει ένα πολύ καλό μπαράκι στο Κεφαλάρι και πρότειναν να πάμε εκεί.»

«Όπου γης και πατρίς!» της απάντησα.

«Με τη μηχανή θα πάμε, έτσι;» με ρώτησε. «Σου έχω τάξει και πατσά μετά!»

Έβαλα τα γέλια. «Αν δεν σκοπεύεις να πιείς γιατί όχι; Αλλά έχω εναλλακτική πρόταση αντί για πατσά!»

«Αχά!» μου είπε. «Για λέγε.»

«Ξέρω ένα πολύ καλό βρώμικο στο Περιστέρι!»

«Εντάξει, ξέρεις πως να μιλάς σε μια γυναίκα!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Η Κωνσταντίνα πού μένει;» τη ρώτησα με περιέργεια.

«Στο Μαρούσι, κοντά στο σταθμό.»

«Μαρούσι;» ρώτησα απορημένος.

«Ναι, είναι με τους παππούδες της από τη μεριά της μητέρας της, είναι το πατρικό της. Επιπλέον μην ξεχνάς ότι σπουδάζει παιδαγωγική, τη βολεύουν ηλεκτρικός και μετρό για να πηγαίνει στη σχολή!»

«Και τρώει και φαγητό της γιαγιάς, αυτό που το πας;» αναστέναξα ενθυμούμενος τα φαγητά Ευτυχίας και Βαΐας, των δυο γιαγιάδων μου.

«Και δεν ξεχνάει να φάει,» με μάλωσε τρυφερά. «Όχι σαν μερικούς-μερικούς, όνομα και μη χωριό.»

“Guilty as charged…” απάντησα χαμογελώντας σαν διαφημιστικό οδοντόκρεμας.

«Μου κάνεις γλύκες για να με τουμπάρεις, μωρουλίνι μου;» με ρώτησε προσπαθώντας να πνίξει το χάχανό της.

«Αν είναι ποτέ δυνατό!» της είπα με θεατρική αγανάκτηση, και εκεί βίωσα την πρώτη βιαιοπραγία εις βάρος μου με τη μορφή ping στη μύτη.

«Όχι βία στα γήπεδα!!!» της έκανα με πάθος ιεροκήρυκα.

«Μωρέ θα σε πατήσω χάμω!» μου υποσχέθηκε.

«Άουτς!»

«ΔΕ ΣΕ ΒΑΡΕΣΑ ΑΚΟΜΑ! ΚΑΙ ΔΕ ΒΟΗΘΑΣ!» μου είπε δήθεν απειλητικά.

«Προθερμαίνομαι,» της απάντησα. «Το ξέρεις το χούι μου, δεν τα πάω καλά με τα ξαφνιάσματα!»

«Καλά, όταν είναι να σε δείρω θα σου στέλνω ιδιόχειρη πρόσκληση με RSVP» μου είπε χαχανίζοντας.

(Και αστεία-αστεία, αν όντως το έκανε αυτό, ικανό με είχα να απαντούσα στην πρόσκληση και να πάω να φάω ξύλο!)

Εκείνη τη στιγμή μας έκαναν νόημα από το ταμείο ότι η παραγγελία μας ήταν έτοιμη αλλά όταν έκανα να σηκωθώ η Μελίτη με αγριοκοίταξε.

«Δικά μου!» μου δήλωσε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις και χωρίς να περιμένει απάντηση σηκώθηκε να πάει να φέρει το φαγητό.

«Ευχαριστώ!» της είπα όταν γύρισε με τα φαγητά.

Μου χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει και ξεκινήσαμε να τρώμε. Παρά το παγωτό είχα λυσσάξει στην πείνα—λογικό είναι, είχα να φάω από το απόγευμα της Πέμπτης και ήταν ξημερώματα Σαββάτου.

Η Μελίτη με πήρε χαμπάρι και αναστενάζοντας σηκώθηκε και πήγε να μου παραγγείλει και δεύτερο burger.

«Θα σε γδάρω!» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.

“We already established that!” της απάντησα deadpan, κάνοντας τη να βάλει τα γέλια.

«Τουλάχιστον δε θα ξαφνιαστείς!»

“That’s the idea!” συνέχισα κλείνοντάς της συνωμοτικά το μάτι.

«Τι θα σε κάνω μου λες;» με ρώτησε με τρυφερή αγανάκτηση.

«Αγκαλίτσες και φιλάκια;» τη ρώτησα παίζοντας τα φρύδια μου.

Κούνησε θεατρικά αριστερά και δεξιά το κεφάλι της σαν να μην πίστευε τ’ αφτιά της για το θράσος μου.

Και από τη μια στιγμή στην άλλη έγινε και πάλι ντροπαλή. «Σου… σου άρεσε αυτό που έκανα;» με ρώτησε διστακτικά.

«Πολύ!» της απάντησα ειλικρινά. «Ειδικά αυτό στο αυτί… Δεν το είχα ξανακάνει… έχασα τα αυγά και τα πασχάλια, δεν είχα ιδέα!»

«Να σου εξομολογηθώ κάτι;» με ρώτησε διστακτικά.

«Μελίτη μου, γιατί με ρωτάς;» τη ρώτησα.

«Έχεις δίκιο…» μου είπε αναστενάζοντας. «Είμαι… είμαι αρκετά bossy άνθρωπος, το ξέρω, και πολλές φορές φοβάμαι ότι άθελά μου το παρακάνω ή ότι γίνομαι αδιάκριτη και φορτική.»

“You da boss!” της απάντησα παιχνιδιάρικα, κάνοντάς τη να χαχανίσει. «Και όχι, δε γίνεται αδιάκριτη, χαζούλα!»

«Μου τη λέει τώρα!» μονολόγησε αλλά με το χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της. Μετά σοβάρεψε. «Αυτό που ήθελα να σου πω είναι… Με τον Νίκο είχαμε προχωρήσει περισσότερο… αλλά… ούτε μια φορά δεν με έκανε να νιώσω όπως εσύ.»

Δεν είναι ότι δε μου άρεσε που το άκουσα, εννοείται ότι έλιωσα, αλλά δε μπορούσα να μην το ρωτήσω. «Γιατί μου το είπες αυτό;» τη ρώτησα προσπαθώντας να διαβάσω το πρόσωπό της.

«Γιατί ήθελα να το ξέρεις!» μου απάντησε απλά.

“Okay!” της απάντησα μονολεκτικά, μην έχοντας κάποια καλύτερη απάντηση να δώσω.

Και εκεί μας έκαναν νόημα ότι ήταν και το δεύτερο burger έτοιμο, και η Μελίτη σηκώθηκε και πήγε και μου το έφερε.

Και μπορεί να μην είχα καλύτερη απάντηση να δώσω από το OK, αλλά ήξερα μια χαρά τι ήθελα να κάνω. Όπως έσκυψε να το αφήσει στο δίσκο, την έπιασα απαλά από το σαγόνι και την έκανα να γυρίσει προς το μέρος μου, και τη φίλησα τρυφερά στα χείλη.

Κάθισε απέναντι και με κοίταξε με το χαμόγελο που μ’ έκανε να λιώνω, και, χωρίς να πούμε κάτι περισσότερο, συνεχίσαμε το φαγητό. Δηλαδή εγώ, η Μελίτη είχε τελειώσει το δικό της και έπινε το αναψυκτικό της περιμένοντας κι εμένα να τελειώσω το δεύτερο burger.

«Αλήθεια,» ξεκίνησα να τη ρωτάω, γιατί μου είχε κάνει εντύπωση όταν μου το είχε πει, αλλά είχε δείξει ότι δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή να επεκταθεί περισσότερο. «Γιατί ρώτησες τη Βίκυ και όχι το Στέλιο ή τη Τζο ή την Αλεξία, που με ξέρουν πολλά περισσότερα χρόνια;»

Με κοίταξε στα μάτια και έβλεπα μέσα της να παλεύει αν θέλει να μου πει ή όχι.

«Γιατί Στέλιος και Αλεξία σε ξέρουν χρόνια, και η Τζο δεν έχει τις ανάλογες παραστάσεις,» μου απάντησε.

«Ένας λόγος παραπά…» ξεκίνησα να λέω και πάγωσα προς στιγμή γιατί αν το σκεφτείς λογικά μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να εννοεί με το ανάλογες παραστάσεις.

«Δεν είμαι στο φάσμα,» της απάντησα ουδέτερα, γιατί ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι η Χαριτίνη ήταν, ή τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει.

«Δεν εννοώ αυτό,» μου απάντησε. «Συγνώμη Μιχάλη μου, μπορεί να μην το έθεσα σωστά.»

«Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη,» της είπα. «Ακόμα και αν οι όποιες μου ιδιαιτερότητες αποδειχτεί ότι είναι μέρος μη διαγνωσμένου φάσματος, it is what it is, που λες κι εσύ.»

Με κοίταξε σταθερά στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει αν μιλάω σοβαρά ή το έπαιζα υπεράνω.

«Μελίτη, είμαι δεν είμαι, δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά τους ανθρώπους που μ’ αγαπάνε. Ο ίδιος είμαι όπως ήμουν από μωρό παιδί, απλά σοφότερος.»

«Η Χαριτίνη είναι στο φάσμα,» μου απάντησε στα ίσια «Λειτουργική, στην καθημερινότητά της σχεδόν περνά απαρατήρητη. Δεν δυσκολεύεται να καταλάβει τα συναισθήματα των άλλων, δυσκολεύεται να απευθυνθεί σωστά σε αυτά.»

«Τι εννοείς;»

«Το γεγονός ότι συμπονάει έναν άνθρωπο που έχει καρκίνο δεν θα την εμπόδιζε να του πει στη μούρη ότι έχει καρκίνο. Δεν έχει αυτά τα φίλτρα, δεν λειτουργούν σωστά.»

«Όπως ο Ζαχαρίας δεν μπορεί να σταματήσει να κοιτάζει όπως κοιτάζει…» μονολόγησα.

«Ακριβώς,» μου είπε.

«Εγώ πώς σχετίζομαι με τους παραπάνω;» τη ρώτησα από καθαρή περιέργεια.

«Θύμωσες;» με ρώτησε ωστόσο το έβλεπα με τα μάτια μου πως η ερώτησή της ήταν ρητορική.

«Γιατί με ρωτάς;» τη ρώτησα και πάλι.

«Γιατί δε θύμωσες, δεν ενοχλήθηκες, δεν αμύνθηκες καν. Εξέφρασες καθαρή περιέργεια.»

«Ναι και;» τη ρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω που το πηγαίνει.

Και τότε έγινε το 1+1 στο μυαλό μου.

“Oh…” έκανα ξαφνικά καταλαβαίνοντας.

«Ο Στέλιος και η Αλεξία σε ξέρουν από τότε που θυμούνται τους εαυτούς τους. Για τη Τζο, που σε ξέρει από τα δεκαοκτώ σου, είσαι απλά το εκκεντρικό της κολλητάρι με το out of the range IQ. Γι’ αυτό ρώτησα τη Βίκυ, Μιχάλη, επειδή έχει εξωτερική ματιά και εμπειρία που οι υπόλοιποι δεν διαθέτουν.»

«Ναι, το κατάλαβα,» της είπα γνέφοντας καταφατικά. «Και δεν είναι out of range, 172 είναι,» συμπλήρωσα μηχανικά.

“Just another point in the dataset, nothing more, nothing less…” μου είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Αυτό σημαίνει το 172 για σένα.»

Χαμήλωσα τα μάτια μου το πάτωμα. «Κι εσύ δε θέλεις κι άλλη Χαριτίνη, ε;» της είπα με το μυαλό μου να έχει πάει πάλι στην καταστροφή.

«Αδερφάκι μου, για άτομο με το δικό σου IQ, ΕΙΣΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΜΠΟΥΦΟΣ!» μου έκανε κουνώντας το κεφάλι και προσπαθώντας σκληρά να μη γελάσει.

«Είμαι!» της είπα με την καρδιά μου να επιστρέφει στη θέση της. «Φιλάκι;»

«Φιλάκι θέλει ο μπούφος μου;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

Δεν περίμενε απάντηση, ήρθε στη μεριά μου, με έπιασε και με τα δυο της χέρια από το πρόσωπο και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου.

And nothing else matters.

Ωστόσο οι συγκινήσεις της μέρας δεν είχαν τελειώσει ακόμα…

Επιστρέφοντας προς το σπίτι είδαμε ένα ζευγάρι να λογομαχεί σε έντονο τόνο. Στην αρχή δεν δώσαμε σημασία, αυτά συμβαίνουν. Τα πράγματα αγρίεψαν όταν ο άντρας έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα στη γυναίκα που έκανε το κεφάλι της σχεδόν να γυρίσει σβούρα.

Εγώ όπως πάντα σκάλωσα αλλά η Μελίτη δεν είχε τους δικούς μου περιορισμούς.

«Εσύ τι ανακατεύεσαι μωρή;» τη ρώτησε όταν η Μελίτη του ζήτησε το λόγο.

«Μωρή να πεις τη μάνα σου,» του απάντησε η Μελίτη, κάνοντας τον τύπο να κοκκαλώσει. Ψηλός και ογκώδης, ήταν σχεδόν διπλάσιος.

«Αν νομίζεις μωρή πουτάνα ότι θα σε σώσει ο χλεχλές σου,» προφανώς εννοώντας εμένα, «είσαι πολύ γελασμένη!» της είπε και έβγαλε μαχαίρι.

Δεν είμαι ηρωικός τύπος, καθόλου, όμως το σώμα μου κινήθηκε ενστικτωδώς, ηρωικώς και ηλιθιωδώς. Τι σκατά θα έκανα ενάντια σε ένα οπλισμένο γομάρι, θα του πέταγα το λήμμα του Zorn στο κεφάλι;

Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε βήμα, καλά-καλά δεν κατάλαβα τι έγινε. Αυτό που κατάλαβα ήταν ο τύπος να είναι πεσμένος μπρούμητα ουρλιάζοντας από τους πόνους και τη Μελίτη να είναι πάνω στην πλάτη του και να του λέει με απόλυτη, σχεδόν ανατριχιαστική ηρεμία «Ζήτα συγνώμη ή θα μάθεις να ζεις χωρίς δεξί χέρι.»

Και μετά γύρισε προς εμένα. «Μιχάλη, πάρε σε παρακαλώ τηλέφωνο την αστυνομία.»

«Όχι!» είπε η κοπέλα. «Μην…»

«Μιχάλη!» μου είπε έντονα, βγάζοντάς με από το μούδιασμα. «Πάρε την αστυνομία, τώρα!» είπε τονίζοντας το τώρα.

«Δεν άκουσα συγνώμη,» συνέχισε η Μελίτη σα να μην έτρεχε τίποτα, απευθυνόμενη στο γομάρι, και ακούστηκε νέο δυνατό, σχεδόν ανατριχιαστικό ουρλιαχτό.

«ΣΥΓΝΩΜΗ! ΣΥΓΝΩΜΗ!»

«Όχι σε μένα!» του είπε, και τον άρπαξε από το μαλλί και του γύρισε το κεφάλι προς την κοπέλα. «Σε εκείνη ζήτα συγνώμη.»

«Συγνώμη!» κλαψούρισε.

“That’s better,” είπε η Μελίτη, κρατώντας τον με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσε να κουνηθεί.

Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και μέχρι να έρθουν, σας ορκίζομαι, πιο πολύ ανησυχούσα για τη σωματική ακεραιότητα του ψευτονταή παρά για της Μελίτης ή τη δική μου.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα ήρθε το περιπολικό και αναγκαστικά ακολουθήσαμε και οι δυο στο τμήμα. Η κοπέλα αρνήθηκε να καταθέσει μήνυση, ωστόσο η παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία διώκεται αυτεπάγγελτα. Ρώτησαν τη Μελίτη αν θέλει να κάνει και εκείνη μήνυση και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.

Και με το που γυρίσαμε σπίτι της μ’ έπιασε για πρώτη φορά στη ζωή μου κρίση πανικού.


18. The Great God Pan

Με το που μπήκαμε στο διαμέρισμα η Μελίτη έκλεισε την πόρτα πίσω μας και γύρισε το κλειδί δυο φορές στην κλειδαριά. Το δεύτερο κλικ ήταν λες και έδωσε στο σώμα μου το σήμα να σταματήσει να λειτουργεί.

Έκανα δυο βήματα προς το σαλόνι και ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν απλώς η κούραση. Είχαμε ξημερωθεί, είχαμε περάσει πάνω από μία ώρα στο τμήμα, είχα πιει δυο μπύρες σχεδόν νηστικός και πριν από λίγο είχα καταβροχθίσει δύο burgers σαν αρκούδα μετά από χειμερία νάρκη.

Μετά η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά, που για μια στιγμή πίστεψα ότι κάτι είχε σπάσει μέσα στο στήθος μου.

Σταμάτησα και πήρα βαθιά ανάσα.

Κακή ιδέα.

Ο αέρας μπήκε, αλλά ήταν σαν να μην έφτασε ποτέ στους πνεύμονές μου. Προσπάθησα ξανά, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, και το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω το στήθος μου να σφίξει περισσότερο. Η περιφερειακή μου όραση άρχισε να σκοτεινιάζει και τα δάχτυλά μου μούδιασαν.

«Μιχάλη;» άκουσα τη Μελίτη να με ρωτά.

Γύρισα προς το μέρος της και είδα το μαύρο φόρεμα, τα μαλλιά της, το πρόσωπό της, και ξαφνικά στη θέση τους είδα το μαχαίρι.

Είδα τη λάμα να κατεβαίνει. Είδα αίμα πάνω στο φόρεμά της. Είδα όλα όσα δεν είχαν συμβεί, με τέτοια καθαρότητα που για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήμουν καθόλου βέβαιος ότι δεν είχαν συμβεί.

«Δεν…» προσπάθησα να της πω, αλλά δεν μπορούσα να ολοκληρώσω ούτε μία λέξη. «Δεν μπορώ…»

Η Μελίτη ήρθε αμέσως κοντά μου, αλλά δεν με άγγιξε. «Κάθισε κάτω,» μου είπε σταθερά.

«Δεν μπορώ να αναπνεύσω.»

«Αναπνέεις. Πολύ γρήγορα, αλλά αναπνέεις. Κάθισε, Μιχάλη.»

Τα πόδια μου αποφάσισαν ότι αυτή ήταν εξαιρετική πρόταση και σωριάστηκα περισσότερο παρά κάθισα στο πάτωμα, με την πλάτη ακουμπισμένη στον καναπέ. Η Μελίτη γονάτισε μπροστά μου και έπιασε τους καρπούς μου απαλά.

«Κοίταξέ με.»

Την κοίταξα, ή τουλάχιστον προσπάθησα. Το πρόσωπό της πλησίαζε και απομακρυνόταν χωρίς να κινείται, ενώ η καρδιά μου είχε προφανώς αποφασίσει να δοκιμάσει ποιο ήταν το θεωρητικό όριο στροφών του ανθρώπινου κυκλοφορικού.

«Παθαίνεις κρίση πανικού,» μου είπε ήρεμα. «Δεν πεθαίνεις. Είσαι εδώ, στο σπίτι μου. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Εκείνος είναι στο τμήμα και το μαχαίρι το έχει η αστυνομία.»

«Εσύ…» είπα κοιτάζοντάς την. «Είσαι καλά;»

«Είμαι καλά.»

«Σε χτύπησε;»

«Όχι.»

«Μπορεί να…»

«Δεν με χτύπησε, Μιχάλη. Δεν έχω ούτε γρατζουνιά. Κοίταξέ με.»

Τα μάτια μου έπεσαν στα χέρια της. Τα κοίταξα ένα-ένα, ψάχνοντας αίμα, κοψίματα, κάτι που να μου αποδεικνύει ότι το μυαλό μου είχε δίκιο και εκείνη άδικο. Δεν υπήρχε τίποτα.

«Θέλω να βγάζεις τον αέρα αργά,» μου είπε. «Όχι βαθιές ανάσες. Μόνο βγάλ’ τον. Μαζί μου.»

Φύσηξε αργά τον αέρα από το στόμα της και προσπάθησα να την αντιγράψω, αλλά στα μισά το σώμα μου άρπαξε μόνο του μια κοφτή ανάσα.

«Πάλι,» μου είπε χωρίς να αλλάξει τόνο.

Προσπάθησα ξανά.

«Πιο αργά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε…»

Η ανάσα μου κόπηκε στο τέσσερα. «Μια χαρά. Πάλι.»

«Δεν είναι μια χαρά.»

«Θα γίνει,» με διαβεβαίωσε.

Τα δάχτυλά μου έτρεμαν τόσο έντονα που τα δόντια μου άρχισαν να χτυπούν, παρόλο που δεν κρύωνα. Η Μελίτη τα κράτησε ανάμεσα στα δικά της και τα πίεσε πάνω στους μηρούς μου.

«Πίεσε τα πόδια σου στο πάτωμα,» μου είπε. «Δυνατά. Τι νιώθεις;»

«Δεν…»

«Το πάτωμα. Είναι κρύο ή ζεστό;»

Χρειάστηκα δυο προσπάθειες για να επεξεργαστώ την ερώτηση.

«Κρύο.»

«Ωραία. Τι άλλο νιώθεις;»

«Τα χέρια σου.»

«Πού;»

«Στους καρπούς μου.»

«Μπράβο. Κοίτα την πόρτα.»

Γύρισα το κεφάλι.

«Είναι κλειδωμένη,» μου είπε. «Τα κλειδιά είναι πάνω της. Κοίτα τα.»

Τα κλειδιά κρέμονταν από την κλειδαριά, εκεί ακριβώς όπου τα είχε αφήσει. Ένα γελοίο μπρελόκ με έναν μικρό μαύρο γάτο ταλαντευόταν ακόμη ελαφρά.

«Είμαστε στο σπίτι μου, είναι Σάββατο, είμαστε ασφαλείς και είμαι μπροστά σου.»

Άρχισε πάλι να μετρά την εκπνοή και αυτή τη φορά κατάφερα να φτάσω μέχρι το πέντε. Ύστερα μέχρι το έξι. Η καρδιά μου εξακολουθούσε να σφυροκοπά, αλλά δεν προσπαθούσε πια να διαφύγει από τον θώρακά μου μέσω του λαιμού.

Δεν κατάλαβα ότι έκλαιγα μέχρι που η Μελίτη άφησε τον έναν καρπό μου και σκούπισε με τον αντίχειρά της το μάγουλό μου.

«Συγνώμη,» είπα μηχανικά.

«Μη μου ζητάς συγνώμη, μωρό μου» μου είπε τρυφερά.

«Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει.»

«Κρίση πανικού.»

«Δεν παθαίνω κρίσεις πανικού.»

«Μόλις απέκτησες καινούργιο hobby.»

Από το στόμα μου βγήκε κάτι ανάμεσα σε λυγμό και γέλιο, και η Μελίτη χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκαμε.

«Μπορώ να σε αγκαλιάσω;» με ρώτησε.

Έγνεψα καταφατικά και ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο πάτωμα. Τύλιξε τα χέρια της γύρω μου και κόλλησα πάνω της, τόσο δυνατά που υπό κανονικές συνθήκες θα φοβόμουν ότι θα την πονέσω. Έχωσα το πρόσωπό μου στον λαιμό της και πήρα ανάσα.Ήταν εκεί.

Ζεστή, ζωντανή και ολόκληρη.

«Είχε μαχαίρι,» ψιθύρισα.

«Το ξέρω.»

«Θα μπορούσε να σε είχε σκοτώσει.»

Δε μου είπε ψέματα, δε μου έκρυψε την αλήθεια.

«Ναι,» μου είπε ήρεμα. «Θα μπορούσε. Αλλά δεν έγινε.»

Έκλεισα τα μάτια μου και την έσφιξα ακόμη περισσότερο.

«Κι εγώ σκάλωσα πάλι.»

«Για δυο δευτερόλεπτα.»

«Δεν έκανα τίποτα.»

«Πήγες να μπεις μπροστά σε έναν τύπο με μαχαίρι.»

«Δεν πρόλαβα.»

«Ευτυχώς,» μου είπε αυστηρά. «Γιατί θα έπρεπε μετά να ακινητοποιήσω δύο ηλίθιους αντί για έναν.»

Γέλασα ξανά, αυτή τη φορά λίγο περισσότερο, αν και τα χέρια μου εξακολουθούσαν να τρέμουν.

«Και πήρες την αστυνομία όταν σου το είπα,» συνέχισε. «Ακριβώς αυτό χρειαζόμουν από σένα.»

Η καρδιά μου δεν είχε ακόμη επανέλθει πλήρως, το σώμα μου ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και ένιωθα λες και είχα τρέξει ανηφόρα δέκα χιλιομέτρων. Αλλά ο χώρος είχε σταματήσει να κινείται και μπορούσα επιτέλους να γεμίσω τους πνεύμονές μου χωρίς να αισθάνομαι ότι ο αέρας εξαφανιζόταν πριν φτάσει μέσα μου.

Η Μελίτη ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό μου.

«Εδώ είμαι μωρό μου,» μου είπε.

Έγειρα το πρόσωπό μου στο στήθος της, και η Μελίτη κάθισε εκεί, δίπλα μου, και με κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της.

«Εδώ είμαι, δεν πάω πουθενά…»

Μου πήρε λίγη ακόμα ώρα αλλά τελικά κατάφερα να ηρεμίσω και η καρδιά μου επέστρεψε στον κανονικό της ρυθμό. Τραβήχτηκα απαλά προς τα πίσω και η Μελίτη με άφησε από την αγκαλιά της.

«Είσαι καλύτερα, μωρό μου;» με ρώτησε τρυφερά.

Δεν της απάντησα, απλά έγνεψα καταφατικά. Σηκωθήκαμε και οι δύο, αν και εγώ με μεγαλύτερη δυσκολία, καθώς είχα πιαστεί.  Την κοίταξα αφηρημένος ενώ το μυαλό μου και πάλι έτρεχε.

«Τι;» με ρώτησε διαβάζοντας το βλέμμα μου.

“It’s not your first rodeo, is it?” τη ρώτησα στα αγγλικά.

“Nope,” μου απάντησε μονολεκτικά.

“Figures…” είπα αναστενάζοντας.

«Μιχάλη, το γεγονός ότι η Χαριτίνη παθαίνει κρίσεις πανικού και έχω μάθει από παιδί σχεδόν πως να αντιμετωπίζω δε σημαίνει ότι είσαι Χαριτίνη,» μου είπε απαλά.

Την κοίταξα χωρίς να απαντήσω.

«Έζησες μπροστά σου μια σκηνή που πίστευες ότι ποτέ σου δε θα δεις παρά μόνο σε κάποια ταινία,» συνέχισε. «Δεν είναι παράλογο που έπαθες κρίση πανικού.»

«Εσύ δεν έπαθες,» της είπα ξερά.

«Κι εγώ έχω πάθει κρίση πανικού, Μιχάλη,» μου είπε.

«Εσύ;» τη ρώτησα δύσπιστα.

«Ναι. Πρώτο έτος, είχαμε βγει βόλτα με τον Νίκο, τότε είχα το Super Cub. Ήμασταν σε ένα δρόμο κάθετο στην Πατησίων, στον οποίο είχε φανάρι. Πλησιάζοντας κιτρίνισε, αν πατούσα γκάζι μπορεί και να το προλάβαινα αλλά αποφάσισα να μην το ρισκάρω και σταμάτησα.»

«Και πολύ καλά έκανες!» της είπα.

«Από πίσω μας ερχόταν ένας τύπος με μηχανή μεγάλου κυβισμού. Δεν τον είδα, απλά τον άκουσα να περνάει δίπλα μας με ταχύτητα,» είπε και ξεροκατάπιε. «Πέρασε με κόκκινο…»

“Ok…?”

«Και έπεσε πάνω σε ένα αυτοκίνητο που ο άνθρωπος είχε ξεκινήσει κανονικά, με πράσινο.»

«Ωχ…» έκανα βλέποντάς το να έρχεται.

«Ο οδηγός της μηχανής εκσφενδονίστηκε. Στα συντρίμμια της μηχανής ο συνεπιβάτης του αιμόφυρτος,» είπε με φωνή που έτρεμε σαν να το ξαναζούσε.

«Ήταν δύο τη νύχτα. Ο Νίκος κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Σταμάτησαν και άλλα αυτοκίνητα,» είπε με φωνή που έτρεμε ακόμα περισσότερο και ξαφνικά η φωνή της έσπασε. «Ο οδηγός της μηχανής σκοτώθηκε επί τόπου,» συνέχισε με δυσκολία. «Ο συνεπιβάτης, μάθαμε αργότερα, υπέκυψε στο ασθενοφόρο.»

Δεν ήξερα τι να κάνω. Την έσφιξα πάνω μου και τη χάιδεψα απλά πίσω από το κεφάλι. Έτριψε για λίγο το πρόσωπό της πάνω μου και μετά σήκωσε το βλέμμα της στο δικό μου.

«Γυρίσαμε εδώ λίγο μετά τις τέσσερις. Αστυνομία, καταθέσεις… καταλαβαίνεις…»

Αναστέναξε. «Με το που περάσαμε την πόρτα ένιωσα να καταρρέω. Ο Νίκος πανικόβλητος κάλεσε το ΕΚΑΒ και αυτός που απάντησε κατάλαβε ακριβώς τι μου συνέβαινε και του έδωσε οδηγίες.»

Γέλασε αλλά δεν ήταν γέλιο.

«Τους είχε σε ανοιχτή ακρόαση. Δεν είναι παράξενο που το θυμάμαι;» με ρώτησε χαμογελώντας χωρίς να χαμογελάει.

«Η φωνή του τηλεφωνητή ήταν ήρεμη και καθησυχαστική. Του έλεγαν τι να μου πει, αλλά δε χρειαζόταν. Το σύμπαν μου όλο είχε γίνει η φωνή από το τηλέφωνο.»

«Ο Νίκος;» τη ρώτησα.

«Όταν με τα πολλά ηρέμισα κατέβηκε στα Everest και μου έφερε ζεστή σοκολάτα,» είπε και αυτή τη φορά το χαμόγελό της ήταν ειλικρινές. «Και το πρωί, με πήγε σχεδόν σηκωτή στο μηχανάκι.»

«Ε;» την ρώτησα σκαλώνοντας τελείως.

«Του είχα πει το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο ότι θα πουλήσω το μηχανάκι. Μου είπε οκ, κοιμήσου τώρα και θα το συζητήσουμε το πρωί.»

Την κοίταζα με γουρλωμένα μάτια.

«Και όμως, Μιχάλη. Ο Νίκος έκανε αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνει, λες και το ήξερε από ένστικτο. “Δε θα το αφήσεις να σε φάει, Μελίτη,” μου είπε.»

Με κοίταξε χαμογελαστή. “And the rest is history”, που λες κι εσύ.


19. Βύας ο κοινός

«Πάω να αλλάξω,» μου είπε.

«Κι εγώ πρέπει να πάω σπίτι μου,» της είπα. Κοίταξα το ρολόι, κόντευε να πάει πέντε.

Με κοίταξε σκεπτική. «Δε το θεωρώ καλή ιδέα,» μου είπε τελικά.

«Και τι θα κάνω;» τη ρώτησα με απελπισία στη φωνή.

«Μιχάλη μου, αυτό που θα σου πω θα σου γκρεμίσει τον κόσμο,» μου είπε πειρακτικά. «Είσαι σπίτι μου, όχι σε παγκάκι.»

Την κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. «Εννοείς να κοιμηθώ εδώ;»

«Θα είμαι φρόνιμη,» μου είπε χαχανίζοντας. «Δεν κινδυνεύει η τιμή σου!» Χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Ακόμα!»

ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΣΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΡΕ ΑΡΧΙΠΑΠΑΡΟΥΠΑΛΕ ΠΕΟΚΑΤΑΔΡΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ ΩΡΑΣ!

«Δεν… δεν έχω ρούχα! Με το κουστούμι θα κοιμηθώ;» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

“Ok,” μου είπε υποχωρώντας. «Αφού θες σπίτι, σπίτι!» μου είπε χαμογελώντας αδιόρατα.

«Μελίτη μου δεν είναι ότι…» προσπάθησα να της εξηγήσω αλλά με έκοψε.

«Δε θα σου βάλω κακό βαθμό!» μου είπε, συνεχίζοντας να χαμογελάει αδιόρατα.

Κάτι μου μαγείρευε… και παρόλο που το μυαλό μου δούλευε στα κόκκινα, δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Τουλάχιστον το χαμόγελό της έδειχνε ότι δεν είχε ενοχληθεί.

«Έλα να σε ξεβγάλω,» μου είπε και κίνησε προς την πόρτα.

Την ακολούθησα και όταν έφτασα στην εξώπορτα την πήρα αγκαλιά και τη φίλησα τρυφερά αλλά βαθιά.

«Καληνύχτα μωρό μου,» της είπα χαϊδεύοντάς της το πρόσωπο.

«Καληνύχτα, μπούφο μου!» μου είπε γλυκά κάνοντας την καρδιά μου και πάλι να λιώσει.

Ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε. Έκανα να κάνω το πρώτο βήμα και έμεινα εκεί. Η καρδιά μου άρχισε και πάλι να βροντάει σα δαιμονισμένη και τα πόδια μου αρνούνταν να υπακούσουν. Ένιωσα και πάλι να με κόβει κρύος ιδρώτας. Θυμούμενος το πάθημά μου δεν προσπάθησα να πάρω βαθιά ανάσα. Πήρα ρηχή και εξέπνευσα αργά.

«Έλα, χαζούλη» μου είπε τρυφερά και έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε και πάλι δύο φορές. «Θα σου δώσω ένα σορτσάκι μου.»

Το τελευταίο με επανάφερε απότομα. «Σορτσάκι σου;» τη ρώτησα, καθώς είμαι αρκετά πιο ψηλός.

«Μωρό μου, θα σου γκρεμίσω και πάλι τον κόσμο, αλλά η περιφέρειά μου είναι μεγαλύτερη από τη δική σου!» μου είπε και σαν να λύθηκε κάποιο ξόρκι, και έβαλα τα γέλια.

«Για να μην αναφέρουμε πολύ πιο φαντασμαγορική!» συμπλήρωσα κάνοντάς τη να χαχανίσει.

“That too!” μου είπε γελώντας ακόμα. “Και επειδή δε χωράς και εσύ και η Bluey, θα εκτελέσεις χρέη Bluey!”

«Ορίστε;» τη ρώτησα καθώς o εσωτερικός μου parser βάρεσε από “syntax error” και “invalid argument” μέχρι και “indentation error” που λέει ο λόγος.

«Θα κοιμηθούμε αγκαλίτσα, μπούφο!» μου είπε με το χαμόγελο που με λιώνει.

«Είμαι λίγο!» της είπα… «Ναι… σαν το κυματάκι που χάιδεψε τις βόρειες ακτές της Κρήτης μετά τη Μινωική έκρηξη…»

Πήγε μέσα και πριν αλλάξει μου έδωσε ένα μακρύ, απαλό στη υφή, αθλητικό της σορτσάκι. Έβγαλα γραβάτα, πουκάμισο και κουστούμι—ναι, τα φορούσα ακόμα—και έμεινα με τη φανέλα. Κάθισα στον καναπέ και έλυσα τα παπούτσια μου και έβγαλα στα γρήγορα το παντελόνι μου και φόρεσα το σορτσάκι.

Της Μελίτης λογικά πρέπει να κάλυπτε πλήρως τους μηρούς, εμένα not so much. Ναι, δεν θα ήταν καλή ιδέα να μείνω με τις κάλτσες σαν βλαχοδήμαρχος, οπότε τις έβγαλα και τις έβαλα προσεκτικά στα παπούτσια.

Ήθελα απελπισμένα να κάνω ντους—πάντα κάνω ένα το πρωί και ένα το απόγευμα—αλλά για σήμερα θα έπρεπε να το ξεχάσω. Επειδή το μπάνιο ήταν στο δωμάτιο και η Μελίτη δεν είχε κλείσει την πόρτα, κάθισα στο σαλόνι να την περιμένω παρότι η φούσκα μου είχε αρχίσει και πάλι να διαμαρτύρεται.

Και όταν ξεχνιέμαι καλά είναι… αλλά όταν θυμάμαι την ύπαρξή της, δεν έχει καθόλου πλάκα. Δε χρειάζονταν τα μαθηματικά της Γενικής Σχετικότητας για να καταλάβεις την επιβράδυνση του χρόνου: απλά μπορούσες να σκεφτείς κλειδωμένη τουαλέτα κι εσένα απ’ έξω να κατουριέσαι, ή—ακόμα χειρότερα—να σ’ έχει πιάσει κόψιμο.

«Περιμένεις πρόσκληση;» άκουσα τη φωνή της να με ρωτάει παιχνιδιάρικα.

«Η αλήθεια είναι ότι περίμενα!» της απάντησα και την άκουσα να γελάει.

«Έλα μέσα βρε όργιο!» την άκουσα να μου λέει γελώντας.

«Δώσε μου μισό λεπτάκι, έχω συνέντευξη με τον πρόεδρο!» της είπα, και άκουσα ακόμα πιο δυνατά γέλια.

«ΠΡΟΕΔΡΟΣ! ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

Πήγα στο μπάνιο και από την υπερένταση δεν μπορούσα να κατουρήσω κιόλας. Καλά πήγε αυτό, πρέπει να έφαγα γύρω στο πεντάλεπτο να πείσω το μαλάκα—που όντως ήταν τον τελευταίο χρόνο—να κατουρήσει.

Έπλυνα τα χέρια μου και έριξα και λίγο νερό στα μούτρα μου, γιατί η αλήθεια είναι πως όταν με είδα στον καθρέφτη τρόμαξα κομμάτι. Σκουπίστηκα με αυτό που υπέθεσα ότι ήταν πετσέτα προσώπου, και σκούπισα και τα χέρια μου—το μικρό πετσετάκι δίπλα στο νεροχύτη ήταν self-explanatory.

Πήρα βαθιά ανάσα και πήγα στο δωμάτιο. Η Μελίτη φορούσε ένα δαντελένιο φανελάκι και σορτσάκι—και ειδικά το πάνω δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στη φαντασία—και χαμογελούσε σκανταλιάρικα.

«Είπες ότι θα είσαι φρόνιμη!» της είπα καταφέρνοντας να ξεσκαλώσω—μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα.

«Είπα ότι θα είμαι φρόνιμη, δεν είπα ότι θα σ’ το κάνω εύκολο!» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι πονηρά. «Μοσιού, για γκελ μπουρντάρ!»

«Ξέρεις και Τούρκικα;» τη ρώτησα απορημένος.

«Φουκαρά μου άσε την πάρλα και έλα να κάνεις τη Bluey γιατί στην πρωινή Ολομέλεια δε θα σε ξεπλένει ούτε ο Ειρηνικός!»

Με βαριά καρδιά—LOL, NOT!—υπέκυψα στον εκβιασμό και ξάπλωσα δίπλα της. Η Μελίτη χωρίς να χάσει χρόνο κουλουριάστηκε πάνω μου και εκεί το έριξα στην καντάδα.

“AND NOW I WANNA BE YOUR DOG! AND NOW I WANNA BE YOUR DOG! WELL, COME ON”

Stooges φίλε μου, να είναι καλά τ’ αδέρφια μου!

«Βρε σαρδανάπαλε!» μου έκανε γελώντας συνειδητοποιώντας τον ερεθισμό μου.

«Δηλαδή με αυτά που φοράς τι περίμενες; Αγοράκι είμαι, όχι Βουδιστής μοναχός!»

«Άχου το μωρέ που μας κατηγορεί επί αποπλανήσει!» μου είπε χαχανίζοντας. «Τους stooges τους ξέρουμε,» μου είπε, «τους stranglers δεν τους ξέρουμε;» με ρώτησε σκαλώνοντάς με και πάλι.

Ανακάθισα στην πλάτη του κρεββατιού, ξεβολεύοντάς την. «Ξέρεις τους Stooges?» τη ρώτησα με γουρλωμένα μάτια.

«Και τους Stooges ξέρω, και τους Ramones ξέρω, και τους Clash ξέρω, και τους Dead Kennedys ξέρω, και τους Sex Pistols ξέρω,» μου είπε, και σας το ορκίζομαι το σαγόνι μου άνοιξε με τρόπο που θα έκανε ανακόντα να πάθει υπαρξιακή κρίση. «Και φυσικά και τους Stranglers.»

«Πώς;» ρώτησα. «Πώς;» ξαναρώτησα. «Πώς;» ρώτησα και τρίτη φορά.

«Ωχ, τούτος δω έπεσε πραγματικά σε boot loop!» μου είπε γελώντας. «Να φέρω μπατονέτα;» με ρώτησε συνεχίζοντας να γελάει.

«Βέβαια μετά οι Stranglers φλώρεψαν τελείως,» συνέχισε κάνοντάς μου μαθήματα Punk, «αλλά μας έδωσαν και ένα No Mercy, and that’s my point exactly!” μου δήλωσε. «Και τώρα ξάπλωσε και πάλι!»

«Μάλιστα!» της είπα τελείως ψαρωμένος και ξάπλωσα και τυλίχτηκε ξανά πάνω μου σαν χταπόδι στα βράχια.

«Πρέπει να σε παχύνω λίγο, μου είσαι από τα κόκκαλα βγαλμένη κι εγώ είμαι πολύ της αγκαλίτσας!» μου είπε και έβαλε και πάλι τα γέλια. «Μη βγει παραέξω και μου κρεμάσουν κουδούνια!»

Την άκουγα, καταλάβαινα τι μου έλεγε, αλλά το μυαλό μου είχε μείνει στην προηγούμενη συζήτηση.

«Τι άλλα μου κρύβεις, Βίρνα;» κατάφερα τελικά να τη ρωτήσω.

«Καλά, δεν το λες και κρατικό μυστικό ότι ακούω Punk!» μου είπε.

«ΠΩΣ;» τη ρώτησα με απελπισία.

«Τι πώς, μωρό μου; Δε φύτρωσα στη Γη, έχω και μια μαμά και ένα μπαμπά!»

«Ακούει ο Λορέντζο Punk?» τη ρώτησα με περιέργεια και έβαλε τα γέλια.

“Nope, η Αμαλία ακούει!» μου είπε εννοώντας τη μητέρα της. «Ο παππούς ο Χαρίτος…»

«Χαρίτος και Χαριτίνη;» τη διέκοψα.

«Χαχα, όχι. Η Χαριτίνη είναι η γιαγιά μου από τον πατέρα μου. Χαρίτος είναι ο πατέρας της μάνας μου!»

«Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!» είπα χαχανίζοντας. «Και ήρθε η Παρασκευή να μας χαλάσει τις παραδόσεις…»

«ΓΕΛΑΩ;» με ρώτησε.

«Εχμ, χαμογελάς!» της απάντησα.

«Δικέ μου την πάτησες!» μου είπε και με άρχισε στο γαργάλημα και παραλίγο να μου φύγουν τα πνευμόνια από τη μύτη.

Τελικά, με τούτα και με κείνα, καταφέραμε να κοιμηθούμε μετά τις έξι. Δηλαδή, πρώτα αποκοιμήθηκε η Μελίτη στην αγκαλιά μου, εμένα μου πήρε αρκετή ώρα ακόμα, καθώς όλη η βραδιά έπαιζε ξανά στο μυαλό μου. Η κούραση ωστόσο νίκησε στο τέλος, και κάποια στιγμή χωρίς να το καταλάβω έπεσε τελικά ο γενικός.

Τα μάτια μου άνοιξαν γύρω στις δώδεκα. Η Μελίτη κοιμόταν ακόμα, και όπως ήταν γυρισμένη στο πλάι προς τα μένα, το ένα της στήθος είχε βγει από το φανελάκι. Είχα που είχα ξυπνήσει με στύση, ήρθε και αυτό, και δεν είναι να απορείς που πάλι είδα κι έπαθα για να κατουρήσω.

Ήθελα απελπισμένα ντουζ, και όταν το μυαλό μου κολλάει, κολλάει. Στα μάτια μου ήμουν σαν κινούμενος σκουπιδοτενεκές. Και ούτε τα δόντια μου δε μπορούσα να πλύνω. Από την άλλη ωστόσο, δεν ήθελα να ξυπνήσει και να μη με βρει.

Γύρισα στο δωμάτιό της και έριξα μια ματιά στο γραφείο της ψάχνοντας κάποιο τετράδιο. Δε χρειάστηκε, είχε ένα πακετάκι με post it και ένα στρογγυλό δοχείο γεμάτο στυλό, μολύβια και μαρκαδόρους. Πήρα ένα post it και έγραψα «Πάω σπίτι μου να αλλάξω και να φέρω το laptop, μην τρομάξεις!»

Ναι, το σχέδιό μου έμπαζε. Πώς διάολο θα έμπαινα μέσα, δεν είχα κλειδιά!

Πήρα και δεύτερο post it και έγραψα «ΥΓ: Πήρα τα κλειδιά σου για να μη σε ξυπνήσω, μη θυμώσεις!» και το κόλλησα κι αυτό στη Bluey.

Νυχοπατώντας για να μην την ξυπνήσω βγήκα από το δωμάτιο και πήγα στο σαλόνι και φόρεσα ξανά το κουστούμι μου, αυτή τη φορά βάζοντας τη γραβάτα στο χαρτοφύλακά μου. Το κράνος προς το παρόν το άφησα στο διαμέρισμά της, έτσι κι αλλιώς σε κανένα μισάωρο θα επέστρεφα.

Ξεκλείδωσα την πόρτα και εκεί πάγωσα και πάλι. “Συγκεντρώσου” μάλωσα τον εαυτό μου. “Είναι μέρα μεσημέρι Σαββάτου. Έχει κόσμο έξω.” Πήρα βαθιά ανάσα και έκλεισα την πόρτα αλλά δεν κλείδωσα, αν συνέβαινε κάτι να μπορούσε να βγει έξω.

Η αλήθεια είναι ότι με κοίταζαν λίγο περίεργα στο δρόμο γιατί ήταν εμφανές ότι προσπαθούσα να κρατήσω αποστάσεις—πράγμα όχι ιδιαίτερα εύκολο σε πολυσύχναστο δρόμο. Όπως και να έχει σε πέντε λεπτά ήμουν σπίτι μου. Γδύθηκα σε χρόνο ρεκόρ και αν και προτιμώ γενικά το νερό ζεστό, προτίμησα χλιαρό.

Έμεινα κάτω από το ντουζ για τουλάχιστον δέκα λεπτά με το νερό να με χτυπάει και το μυαλό μου με τα πολλά να καταφέρει να αδειάσει τελείως. Και μετά τρίφτηκα με το σφουγγάρι τόσο δυνατά που κοκκίνησε το δέρμα μου. Δύο φορές φυσικά, η πρώτη δε μου αρκούσε.

Όταν στέγνωσα καλά-καλά, έπλυνα τα δόντια μου και μετά μάζεψα τα ρούχα που είχα πεταμένα στο πάτωμα και έβαλα το πουκάμισο, εσώρουχο και κάλτσες στο πλυντήριο με τη μία. Σακάκι και παντελόνι χρειαζόντουσαν καθαριστήριο, και το ίδιο και η γραβάτα, και έτσι τα έβαλα στη σακούλα του σακακιού για να τα πάω—το καθαριστήριο ήταν στο δρόμο μου.

Ντύθηκα με ένα απλό κοντομάνικο και από κάτω με φόρμα, πήρα το laptop μου και τη σακούλα με το κουστούμι, και πήρα το δρόμο να γυρίσω πίσω. Άφησα το κουστούμι στο καθαριστήριο και επειδή στο κορίτσι δεν άρεσε ο καφές από το Everest, πήγα μέχρι την πλατεία και έφαγα ένα εικοσάλεπτο ακόμα για να πάρω ένα latte και ένα τετραπλό freddo espresso.

Όταν γύρισα κοιμόταν ακόμα. Χαμογελώντας, έβγαλα τα post it, έβαλα τον καφέ της στο ψυγείο για να μη ζεσταίνεται, και κάθισα στο τραπέζι και άνοιξα το laptop.


20. You could be mine

LLMs ρε φίλε. Τις προάλλες ο Gemini έπαθε υπαρξιακό κοκομπλόκο με τα μαθηματικά μου και μου την είπε για τη γραμματική και τώρα όχι απλά μου βρήκε το λάθος σε python και R αλλά μου πρότεινε και αλλαγές σε τρεις functions το οποίο θα έκανε πιο γρήγορη την εκτέλεση κατά 30%, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του.

«Δε χρειάζεται recursion εδώ, γίνεται και αλλιώς!»

Και πάρε 20 γραμμές ιερογλυφικών.

«Όχι λίστα! Πίνακας είναι!»

(Καλά ντε, δε σου έβρισα και τη μάνα!)

«Εδώ θα χρειαστεί να αλλάξει η σειρά άθροισης.»

(DOH!!!! ΤΙ ΜΑΛΑΚΑΣ!!!!! ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΣ, ΤΡΟΜΑΡΑ ΜΟΥ!)

Μέχρι και συντακτικό λάθος σε comment ανακάλυψε ο αθεόφοβος.

Yup, ήταν θεαματικά πιο γρήγορο, και το SPSS πήρε φωτιά όταν του έδωσα το αρχείο με τα εξαγόμενα και άρχισε τα μαγικά του.

Χασμουρήθηκα και ήπια μια γουλιά καφέ και μιας και δεν τολμούσα να ανοίξω YouTube ή TikTok γιατί μετά δε θα μαζευόμουν, άνοιξα το ναρκαλιευτή.

Δεν την άκουσα, δεν την πήρα χαμπάρι καν. Μόνο κάποια στιγμή ένιωσα αυτή το γνώριμη και ανεξήγητη σιγουριά ότι κάποιος σε κοιτάει, και ενστικτωδώς γύρισα προς το μέρος της.

«Καλημέρα!» της είπα. «Πήγα σπίτι και έκανα ένα ντουζάκι και άλλαξα και έφερα και το laptop. Πήρα τα κλειδιά σου για να κατέβω αλλά σου είχα αφήσει σημείωμα, δεν σε πειράζει, έτσι;» συνέχισα με μια ανάσα.

Το βλέμμα της ήταν… κάπως… δεν μπορώ να το περιγράψω.

«Μελίτη;» τη ρώτησα προσπαθώντας να αστειευτώ, γιατί η αλήθεια είναι ότι είχα αρχίσει να ζορίζομαι από τη σιωπή της. «Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;» τη ρώτησα επαναλαμβάνοντας την πρώτη κουβέντα που μου είχε απευθύνει τη μέρα που τη γνώρισα.

Αυτό σα να την ξύπνησε. Μου χαμογέλασε επιστρέφοντάς μου πίσω μερικά χρόνια από τη ζωή μου που είχα προλάβει να χάσω στο μεταξύ, γιατί αλίμονο!

«Να στο πω ή θα μου πάθεις πάλι υπαρξιακή κρίση;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα, οπότε κατάλαβα πως ότι και αν ήταν αυτό, δεν ήταν κάτι σοβαρό, οπότε θα έπρεπε να το αντιμετωπίσω ανάλογα.

«Να μου το πεις μωρό μου» της είπα.

«Στη ζωή μου έχω δει μόνον έναν άνθρωπο να παίζει minesweeper με ταχύτητα σαν τη δική σου.»

Και φυσικά το πήρα και πάλι λάθος. «Δεν έχω ξυπνήσει καλά-καλά ακόμα,» της είπα απολογητικά, και έβαλε τα γέλια. “What?”

«Μόνο τη Χαριτίνη είχα δει να παίζει τόσο γρήγορα και εσύ μου λες ότι αυτό είναι το “τσίμπλα στο μάτι” mode σου;»

“Oh!” έκανα καταλαβαίνοντας επιτέλους τι εννοούσε.

«Είσαι γλύκας!» μου έκανε και έσκυψε και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι. «Δεν έχω πλύνει ακόμα δοντάκια,» μου είπε απολογητικά. «Είπες ότι έχεις πάρει καφέ;»

«Ναι, τον έχω βάλει στο ψυγείο. Από Mikel, έτσι;»

«Είσαι λατρεία!» μου έκανε και μου έσκασε ένα φιλάκι. «Επιστρέφω Δημήτρια!»

«Εντάξει Μήτση μου!» της είπα πατώντας στο αστείο της.

«Δε γύρισα ακόμα!!!!!» μου είπε και μου έστειλε ένα φιλάκι στον αέρα και έγινε μπουχός.

Μάλλον δεν ήμουν ο μόνος που είχε ξυπνήσει με τη φούσκα να διαμαρτύρεται για έντονη κακομεταχείριση.

Επέστρεψα στο ναρκαλιευτή και πέσαμε σε περίπτωση που χρειαζόταν να μαντέψεις καθώς τα δεδομένα δεν επαρκούσαν για να πάρεις απόφαση. Μου τη δίνει όταν συμβαίνει αυτό αλλά δεν μπορείς να το αποφύγεις αν παίζεις στο hardest level.

Kaboom!

Πώς γίνεται τρεις στις τέσσερις φορές να πατάω νάρκη όταν η πιθανότητα είναι 0,5 είναι ανεξήγητο! (Τι ανεξήγητο ρε παπάρα! Θυμάσαι τις φορές που πατάς νάρκη και ξεχνάς τις φορές που δεν πατάς, και δεν συμβαίνει μία στις τέσσερεις!)

Έχει και τα καλά της η σχιζοφρένεια, δε βαριέσαι ποτέ.

«Τσα!» μου έκανε, και απορροφημένος στο να παίζω με το mouse στο desktop περιμένοντας το SPSS να τελειώσει, χοροπήδησα πάνω στην καρέκλα. «Συγνώμη μωρό μου!» μου είπε γελώντας, και ήρθε και μου έδωσε ένα βαθύ φιλί. «Τι κάνεις;»

«Περιμένω το SPSS,» της είπα. «Που να μη μου είχε κάνει και ο Gemini διορθώσεις σε R και Python» είπα ξεφυσώντας. «Μέχρι και συντακτική διόρθωση στα comments μου έκανε!»

«Τόσο καλά;» με ρώτησε γελώντας.

«Α!!!! Τέλειωσε! AVE AVE! ΝΑ ΣΦΑΞΟΥΜΕ ΤΟ…» ξεκίνησα να λέω και εκεί το μυαλό μου έκανε catch-up και σταμάτησα απότομα. «Κακή επιλογή λέξης,» είπα αναστενάζοντας.

«Δεν πειράζει! Εμείς θα τον σφάξουμε το μόσχο το σιτευτό!» μου είπε τρυφερά, μαντεύοντας τι ήθελα να πω.

«Δεν μπορώ να σταματήσω να το σκέφτομαι. Τι θα γινόταν…»

«Μιχάλη, χωρίς να λέω ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είμαι αυτοκτονική.»

«Σε αντίθεση με μένα που όρμισα τυφλά…» αναστέναξα.

Χαμογέλασε. «Ήταν χαζό αυτό που έκανες… αλλά δε δίστασες Μιχάλη.»

«Πώς δε δίστασα;» της είπα. «Κοιτούσα σα χάνος!»

«Με το που έβγαλε μαχαίρι πήγες να μπεις μπροστά. Για μένα. Χωρίς καν να το σκεφτείς. Ήταν ΧΑΖΟ και θερμά σε παρακαλώ να μην το ξανακάνεις, έβαλες σε κίνδυνο και εσένα και εμένα.»

«Συγνώμη,» μουρμούρισα χαμηλώνοντας τα μάτια μου.

«Έλα εδώ σε παρακαλώ!» μου είπε και σηκώθηκα διστακτικά και την πλησίασα. Έπιασε το πρόσωπό μου στα χέρια της και με κοίταξε στα μάτια.

«Τούτου λεχθέντος ήταν ό,τι πιο ηρωικό έχει κάνει κάποιος άνθρωπος για μένα,» μου είπε απαλά.

Την κοίταξα σαν κουτάβι.

«Αλλά σε παρακαλώ θερμά να μην το ξανακάνεις.»

“Ok,” της απάντησα απλά. «Τρόμαξα Μελίτη μου, δεν… δεν… δεν το σκέφτηκα καν.»

«Το ξέρω μωρό μου,» μου είπε. «Μόνο που εγώ κάνω Aikido δέκα χρόνια, έχω ένα dan και πάω για το δεύτερο.»

«Και δεύτερο;»

«Ναι, δε φαντάζομαι να νομίζεις ότι έχω σταματήσει έτσι;»

«ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ» της απάντησα και έβαλε τα γέλια.

«Λοιπόν, για άνοιξε messenger να πούμε την καλημέρα μας!» μου είπε και με άφησε και πήρε μια καρέκλα και έκατσε δίπλα μου. Άνοιξα το messenger στο laptop ώστε να μη χρειαστεί να βγάλουμε τα μάτια μας στο κινητό.

Stelios: Καλημέρα βυζοσκάμπιλα.
Jo: Καλημέρα πεοκρούστηδες.
Vicky: Καλημέρα κωλοβυθόμετρα.
Alexia: Καλημέρα πλακομούνες.

Λίγη ώρα αργότερα

Jo: Πού ψωλοβροντάει το ζεύγος;
Stelios: Ο @Michael σίγουρα, για την @Melite είναι λάθος ρήμα… εκτός και αν ψωλοβροντάει την τσουτσού του @Michael… οπότε ναι… λογικό να μην απαντάνε.
Alexia: LOL
Jo: LOL
Vicky: It takes one ψωλοβρόντη to know another
Stelios: Προς υπεράσπισή μου εγώ τη βρέχω όταν τα άστρα είναι στη σωστή τους θέση.
Alexia: LOL
Vicky: Του κάνω τη δύσκολη για να μη με βαρεθεί.
Jo: ROTFL
Stelios: Εγώ να σε βαρεθώ μωρό μου; Να πέσει φωτιά και να κάψει τη Jo!
Jo: ΡΕ ΜΟΥΝΙΚΑΚΑ!!!
Alexia: @Jo νομίζω ότι σου σκάβει το λάκκο. @Vicky εσύ μωρή δε λες τίποτα;
Vicky: Sharing is caring!
Jo: ΘΑ ΣΑΣ ΣΦΑΞΩ ΣΤΟ ΓΟΝΑΤΟ!
Stelios: Σιγά μωρή, κατούρα και λίγο.
Jo: Θα πιώ Lasix και θα σου ‘ρθω καρεόλη!
Vicky: Βιτσιόζικα πράγματα! Γουστάρω!
Alexia: ROTFL
Jo: @Stelios / @Vicky… κρίμα, και έλεγα αύριο να κάνω topless.
Alexia: Ώπα;
Vicky: ΖΗΤΑ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΣΤΗ @Jo, ΣΚΟΥΛΙΚΙ!
Stelios: Σου ζητώ γονυπετής συγνώμη, @Jo ΣΚΟΥΛΙΚΙ
Alexia: XAXAXAXAXAXAXAXAXA
Vicky: ΕΒΑΛΑ ΚΟΜΜΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!!!!
Jo: XAXAXAXAXAXAXAXAXA
Stelios: OOPS 😛

Εντάξει, περιττό να πω ότι η Μελίτη κόντεψε να κατουρηθεί και πάλι από τα γέλια. «Λοιπόν γράψε αυτό που θα σου πω.»

Και αυτό έκανα… είπαμε, “She da boss!”

Michael: Καλημέρα παπαλούτσαρδοι.
Jo: Ώπα!
Michael: Πώς κάνεις έτσι μωρή, φάντασμα είδες.
Jo: Που είναι η @Melite για να έχουμε καλό ρώτημα;
Michael: Εδώ δίπλα μου. Ρωτάει αν όντως σκοπεύεις να τα πετάξεις αύριο, και αν ναι να στείλεις στίγμα!
Alexia: Ώπα; Το ψήνει και η @Melite και από τις δυο μεριές;
Michael: Όχι, απλά ποντάρει στο ότι θα τα πετάξεις κι εσύ @Alexia και έχει την περιέργεια αν θα παραμείνω στο φάσμα του ορατού φωτός.
Vicky: LOL!!!!! Ικανό τον έχω να γίνει υπεριώδης!
Stelios: Μπα, πορτοκαλί έντονο θα είναι.
Jo: Αυτανάφλεξη;
Stelios: Clever girl!

«XAXAXAXAXAXAXAXAXAXA» έβαλε δίπλα μου τα γέλια το κωλόπαιδο. «Σε γλεντάνε Μιχαλιώ μου;»

«Το αγαπημένο τους χόμπι… και ΔΕ ΒΟΗΘΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ!»

«Μάλλον θα φταίει το ότι ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΩ ΣΚΟΠΟ! Και τώρα γράφε!»

Michael: Η @Melite ρωτάει αν αύριο θα πάμε στο ίδιο μέρος.
Jo: Yup! Να περάσουμε να σας πάρουμε;
Stelios: @Jo Επιθετική! Μ’ αρέσεις!
Alexia: LOL!
Vicky: @Jo υπενθυμίζω 1080P… για την κουλτούρα!
Jo: Το μυαλό σας στο κοκό, λυσσάρες!
Stelios: Εγώ είμαι αγοράκι!
Jo: Αν συνεχίσεις σε βλέπω coco-boy.
Stelios: Με μια φορά δε γίνεσαι πούστης!
Alexia: Στραποναρισμένος καργιόλης!
Stelios: Το κωλαράκι μου είναι αγνό και παρθένο! Όχι σαν μερικών-μερικών @Jo / @Alexia
Vicky: Σφιχτόκωλος καργιόλης, meh!
Jo: LOL!
Michael: Εντάξει, το λύσατε;
Alexia: Ναι ρε μαλάκες… έχουμε και μικρά παιδιά… NOT!
Michael: Δε χρειάζεται… Θα έρθουμε με τη μηχανή της @Melite
Jo: ΩΩΩΩΩ!!!
Alexia: ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ;
Stelios: Αντρίκια! Πασοκικά! Σκληροκαργιόλικα.
Michael: Αμέ! Μέχρι και κράνος πήρα. Ακόμα τσούζει ο κώλος μου.
Vicky: Λογικό! Το κράνος είναι για το κεφάλι.
Jo: AXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Alexia: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Stelios: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA

«Εντάξει, τό ‘θελες και τό ‘παθες!» μου είπε η Μελίτη όταν βρήκε τις ανάσες της, καθώς της έφυγε ο καφές από τη μύτη.

(Καλά, όχι ότι εγώ πήγα πίσω, έτσι;)

Η Μελίτη πήγε μέσα στην κουζίνα για να φέρει χαρτί, γιατί όντως της βγήκε ο καφές από τη μύτη, και πάλι καλά να λέω που δεν πήγε πάνω στο laptop να έχουμε άλλα.

«Δε μου λες, πεινάς;» με ρώτησε. «Πεινάς!» αποφάσισε μόνη της πριν προλάβω να απαντήσω.

Ό,τι πει το αφεντικό, lol!

“Everest?” τη ρώτησα.

«Μελίτη House!» μου απάντησε. «Θα φτιάξω ομελέτα του χωριάτη, καλή ώρα!» μου είπε δείχνοντάς με χαχανίζοντας.

«Ξέρεις τι λένε, ε;» ξεκίνησα το χαβαλέ. «Η καλή νοικοκυρά…»

Με κοίταξε προκλητικά στα μάτια. «Ναι… για συνέχισε!»

«Έχει δούλα και ειν’ κυρά!» της απάντησα σε full Stelios mode.

Είναι να είσαι σκληρός καργιόλης, να ‘ουμ!


21. Ιχλίμιντριχ

Η υπόλοιπη μέρα, και μέχρι το ραντεβού με την Κωνσταντίνα και το Θέμη, πέρασε χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις. Η ομελέτα ήταν φαντασμαγορική και ήταν αρκετή για να μας κρατήσει μέχρι το βράδυ. Κάθισα περίπου μέχρι τις έξι, και μετά πήγα σπίτι μου για να την αφήσω να ετοιμαστεί με την ησυχία της και να ετοιμαστώ κι εγώ.

Επειδή έκανα δουλειά και η ίδια δε με ενόχλησε, για την ακρίβεια κάθισε δίπλα μου στο τραπέζι και έκανε και εκείνη επαναλήψεις στο τελευταίο μάθημα που θα έδινε: Θεμελιώσεις.

Ο βαθμός στις Σιδηρές Κατασκευές δεν είχε βγει, αλλά μου είχε πει η ίδια ότι περίμενε εννιά με εννιάμιση, εξαρτάται πόσο θα της έκοβε ο καθηγητής, γιατί η ίδια είχε εκ των υστέρων διαπιστώσει ένα λάθος.

Κατασκευή οδών είχε πάρει εννιά και στο Σχεδιασμό Μεταφορικών Συστημάτων πίστευε ότι είχε γράψει δέκα, αν και δεν είχε ανακοινωθεί επίσημα ο βαθμός. Ομοίως δεκάρι περίμενε και στο Οπλισμένο Σκυρόδεμα-Ι.

Στο εργαστήριο Υδατικών πόρων και Περιβάλλοντος είχε πάρει 9,5 και ως γνωστό—σε εμάς τουλάχιστον—στην Μητρωική είχε πάρει δέκα, και αυτό γιατί ο Δημήτρης δε μπορούσε να της βάλει δώδεκα.

Και φυσικά επειδή λίγη αμαρτία ποτέ δεν έβλαψε, κάναμε και ένα μεγάλο διάλειμμα με αφορμή μια μπύρα στον καναπέ. Δεν προχωρήσαμε περισσότερο από την πρώτη φορά, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι τα στήθη της στο φως της ημέρας ήταν… αχ βαχ…

(Το βραδινό σκοτάδι με ό,τι φως έμπαινε από το παράθυρο του σαλονιού και το χαμηλό φως του χολ δεν μου είχε επιτρέψει να τα θαυμάσω σε όλο τους το φυσικό τους μεγαλείο. Οκ, στο flat στομάχι μου τα χάλαγε λίγο, αλλά τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας… και ήδη είχα πολύ περισσότερο απ’ όσο… δικαιούμουν!)

Όπως και να έχει, η Μελίτη είχε παραδοθεί τελείως στο χάδι των χεριών μου, των χειλιών μου, των δοντιών μου και της γλώσσας μου. Και φυσικά το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού με το χέρι μου, που όλο το χαμήλωνα προς τα κάτω, και όλο την τελευταία στιγμή του άλλαζα διαδρομή, το οποίο, το διάβασα στις αντιδράσεις της, της είχε πάρει τα μυαλά.

Είμαι σίγουρος ότι αν περνούσα το χέρι μου κάτω από το ελαστικό σορτσάκι της θα με άφηνε να το πάω μέχρι τέλους, ωστόσο δε βιαζόμουν. Αρχικά γιατί απολάμβανα αυτό το μικρό γλυκό βασανιστήριο που της έκανα, και αφετέρου, ήθελα την πρώτη φορά που θα συμβεί να την κάνω να χάσει πραγματικά τα μυαλά της.

Μπορεί να μην είμαι wine connoisseur ωστόσο ακόμα κι εγώ ξέρω ότι το καλό κρασί δεν το πίνεις μονορούφι από το μπουκάλι, αλλά γουλιά-γουλιά.

Όχι ότι η Μελίτη δεν έγινε και αυτή πιο τολμηρή, αυτή τη φορά έφτασε σχεδόν στα όρια της φόρμας μου, ενώ αυτή τη φορά το συνόδεψε και με χάδι του χεριού της στο μηρό μου, και ελαφρά πιο μέσα.

Ο ερεθισμός μου δεν κρυβόταν και την έπιασα να κοιτάζει το φούσκωμα στη φόρμα σα μαγεμένη αλλά δεν είπα τίποτα. Θυμάμαι μόνο τον ελαφρύ της, σχεδόν αδιόρατο στεναγμό, πριν αρχίσει να ανεβαίνει ξανά προς τα πάνω.

Και μετά γυρίσαμε εγώ στην εργασία μου και η Μελίτη στο διάβασμά της, και με εξαίρεση ένα μικρό διάλειμμα δέκα λεπτών για να ξεμουδιάσουμε, το πήγαμε έτσι μέχρι και την ώρα που επέστρεψα σπίτι μου.

Η δεύτερη φορά μου στο δρόμο πήγε ελαφρά καλύτερα από την πρώτη, τουλάχιστον δεν έκανα σαν οι υπόλοιποι διαβάτες να έχουν λέπρα. Βέβαια κάποια στιγμή που είδα έναν, ας πούμε ογκώδη τύπο από μακριά, άλλαξα πεζοδρόμιο. Και ένιωσα τελείως ηλίθιος όταν διαπίστωσα ότι ο Χουλκ είχε μαζί του και την κορούλα του—την οποία δεν είχα δει.

(Βέβαια εγώ είμαι ικανός να φάω ξύλο και από πεντάχρονο κοριτσάκι με κοτσίδες, έτσι; Μάταια είχαν προσπαθήσει τα αδέρφια μου να με κάνουν σκληρό καργιόλη, με τα πολλά το πήραν απόφαση ότι… δεν, και επικεντρώθηκαν στη μουσική μου παιδεία!)

Στο σχολείο κι εγώ και ο Στέλιος είχαμε φάει bullying αλλά όχι με τον τρόπο που τον παρουσιάζουν στις αμερικάνικες ταινίες. Δεν είχε σηκώσει ποτέ κανένας χέρι πάνω μας, και άλλωστε δε δίναμε και αφορμές. Εντάξει, μας έλεγαν φύτουλες ή τρελούς επιστήμονες, αλλά ως εκεί.

In retrospect, το γεγονός ότι η Ελευθερία είχε γυρίσει να με κοιτάξει το λες και έκπληξη. Εντάξει, δεν ανήκε στις λεγόμενες βασίλισσες του σχολείου, αλλά και όμορφη ήταν και άρεσε. Και—μεταξύ μας—ήταν εκείνη που έκανε την πρώτη κίνηση γιατί αν περίμενε από εμένα…

Anyway, με το που γύρισα στο σπίτι έκανα πρώτα ένα χλιαρό ντουζ και μετά αποφάσισα να γεμίσω τη μπανιέρα και να κάνω τον βατραχάνθρωπο, κάτι σπάνιο για μένα. Όχι γιατί δε μ’ αρέσει, έτσι; Απλά η μπανιέρα είναι σχετικά μικρή και κάθε φορά πρέπει να γίνω γιόγκι για να καταφέρω να χωθώ μέσα.

Μιας και το κράνος το είχα αφήσει στο σπίτι της Μελίτης, θα περνούσα από εκεί για να φύγουμε παρέα, μου είχε πει να είμαι εκεί στις οκτώ. Για τη βραδινή έξοδο, και επειδή δεν ήμουν σίγουρος πώς θα ντυθεί η ίδια, φόρεσα ένα λινό καλοκαιρινό παντελόνι, ελαφρύ πουκάμισο και μπλε suede μοκασίνια, εννοείται χωρίς κάλτσες!

Με το που έφτασα χτύπησα το κουδούνι και μου έδωσε φύλλο πορείας. «Κατέβα στο γκαράζ και θα σε βρω εκεί!»

«Έχω το κράνος μου πάνω!» της είπα.

«Κι εγώ χεράκια! Over and out!» μου είπε και άκουσα το χαρακτηριστικό βουητό της πόρτας που ξεκλειδώνει.

Δεν με άφησε να περιμένω πολύ. Μόλις πέντε λεπτά αργότερα κατέβηκε κουνιστή και λυγιστή. Φορούσε ένα crop top που άφηνε γυμνό τον αφαλό, τονίζοντας διακριτικά το στήθος της, και μια χαλαρή παντελόνα στο ίδιο βαθύ μπλε χρώμα. Το ντύσιμό της ολοκληρωνόταν με ένα ζευγάρι λευκά sneakers.

«Καλώς τον μου!» μου είπε και μου έδωσε πρώτα ένα τρυφερό φιλί στο στόμα και μετά το κράνος για να το φορέσω.

«Είσαι κούκλα!» της είπα με θαυμασμό κοιτάζοντάς την πάνω-κάτω, και η Μελίτη χαχανίζοντας, έκανε μια θεατρική περιστροφή για να τη δω απ’ όλες της μεριές.

«Κολάρα…» είπα και γούρλωσε τα μάτια της. «Η Logo στιγμής!» συμπλήρωσα, και έβαλε τα γέλια. «Σε πήγε τρεις-μία, ε;» συνέχισα κοιτάζοντάς την σκανταλιάρικα.

«Σου έκαναν ιδιαίτερα οι φίλες σου, Αγραφιώτη;» με μάλωσε τρυφερά.

«Οκτώ χρόνια τώρα!» της απάντησα. «Αλλά όχι, αυτό ήταν δική μου πρωτοβουλία!»

«Θα σε δείρω όταν γυρίσουμε!» μου δήλωσε.

«Εντάξει!» της είπα και έβγαλα το κινητό μου.

«Τι κάνεις εκεί;»

«Το σημειώνω στο keep,» της απάντησα. «Βραδινό ξύλο! Να θυμηθώ να ζητήσω να μη με δείρει πολύ γιατί αύριο έχουμε δημόσια εμφάνιση και η κίτρινη γραβάτα δεν πάει με το πράσινο μαγιό μου!»

Η Μελίτη έβαλε τα γέλια. «Είσαι όργιο!» μου είπε και μου έδωσε ένα φιλάκι. Και μετά μου έχωσε μια σφαλιάρα στον κώλο. “Move it, move it!”

Οκ, αυτό δεν το περίμενα!

«Μουλάρι ο Αστραχάν!» είπε χαχανίζοντας και ήταν αυτό που με ξεκλείδωσε.

«Ιχλίμιντριχ!» της έκανα, και παραλίγο να της φύγουν στο πάτωμα οι μπύρες που είχαμε πιει το απόγευμα.

“Ιχλίμιντριχ auch!” μου είπε όταν ηρέμισε από τα γέλια, και μπορεί να μην ήξερα Γερμανικά όπως η ίδια, αλλά ήξερα τι σημαίνει το auch. “Me too,” χωρίς το hashtag…

Ανέβηκε στη μηχανή. «Έλα, ανέβα!» επανέλαβε πιο τρυφερά!

«Βσνjι θύελλα, σούζα τ’ αλογάκι!»

«Ανέβα βρε νούμερο!» μου είπε γελώντας.

Ανέβηκα στο μηχανάκι και συγχάρηκα τον εαυτό μου που δε φόρεσα τζιν. Και μετά τη χούφτωσα στην ψύχρα και με τα δυο χέρια.

«ΒΡΕ ΡΕΜΑΛΙ!» μου είπε χαχανίζοντας από την ενδοσυνεννόηση.

«Για καθαρά λόγους ασφαλείας,» συνέχισα ανερυθρίαστα. «Προσφέρουν σαφώς καλύτερο κράτημα από τη μέση!»

«ΓΕΛΑΩ ΡΕ ΝΟΥΜΕΡΟ;» με ρώτησε γελώντας.

Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε ένα θόρυβο και αμέσως κατέβασα τα χέρια μου στη μέση της. Yup, ήταν κάποιος γείτονας που κατέβηκε στο αυτοκίνητο του, και αναγκαστήκαμε να κόψουμε άρον-άρον το θέατρο.

«Γελούσες πάντως!» της είπα όταν βγήκαμε από το parking.

«Είσαι όργιο!» μου απάντησε χαχανίζοντας και πήραμε το δρόμο να ανέβουμε Κηφισιά.

Αν είχαμε πάει με το αυτοκίνητο θα είχαμε σιχτιρίσει καθώς είχε αρκετή κίνηση στο δρόμο, αλλά η μηχανή δεν έχει τέτοια προβλήματα, και φτάσαμε στην ώρα μας στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού.

«Α, να τοι!» μου είπε η Μελίτη δείχνοντάς μας ένα ζευγάρι, και εκεί σκάλωσα και πάλι.

Η Κωνσταντίνα ήταν ψηλή και μπαμπάτσικη αλλά δε σκάλωσα με την πάρτη της, με το Θέμη σκάλωσα που ήταν αυτό που λέμε “ντούκι”. Ψηλός, πιο ψηλός από εμένα, και γεροδεμένος μου έφερε ξανά στο μυαλό το χθεσινοβραδινό.

«Μιχάλη;» με ρώτησε ανήσυχη η Μελίτη βλέποντάς με να παγώνω.

Δεν απάντησα, επικεντρώθηκα στις εκπνοές.

“Είναι η παιδική της φίλη με το αγόρι της,” επανέλαβα δυο-τρεις φορές νοερά μέσα μου για να καταφέρω να ηρεμίσω.

Μόνο τότε πρόσεξα το χαμόγελο της Κωνσταντίνας, και αυτό με γείωσε ακόμα περισσότερο.

«Εντάξει είμαι μωρό μου,» της είπα. «Πάμε να χαιρετήσουμε!»

Με κοίταξε για μια στιγμή και όταν διάβασε πάνω μου ότι το εννοούσα, το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό της. Με πήρε από το χέρι και κινήσαμε προς τα παιδιά.

Η υπόλοιπη βραδιά άρχισε να κυλάει χωρίς άλλα απρόοπτα. Μετά τις αρχικές συστάσεις πήγαμε στο μπαρ που είχε προτείνει ο Θέμης—κέρδιζε πόντο για το γούστο του—και πήραμε τα ποτά μας. Μας είπανε τα δικά τους, τους είπαμε τα δικά μας, κλασσικά πράγματα.

Σε αντίθεση με την Κωνσταντίνα που ήταν σα να είχε φάει γλιστρίδα, ο Θέμης ήταν εντυπωσιακά πιο ολιγόλογος. Όπως τα κορίτσια τα έλεγαν μεταξύ τους, προσπάθησα δυο-τρεις φορές ανεπιτυχώς να του πιάσω κουβέντα και στο τέλος σταμάτησα να προσπαθώ. Δε βαριέσαι, αφού της έκανε της Κωνσταντίνας, η δική μου άποψη περίσσευε.

Και το ίδιο έκανε και στη Μελίτη όταν πήγε να τον βάλει στην κουβέντα. Δεν ήταν αγένεια, δεν είναι ότι του τα έβγαζε με το τσιγκέλι, απλά ήταν ο ίδιος έτσι. Και το λέω γιατί με τον ίδιο τρόπο απαντούσε και στην Κωνσταντίνα, παρόλο που την κοιτούσε στα μάτια σαν κουτάβι.

Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, εγώ δεν είχα τέτοια θέματα.

«Εσύ Μιχάλη με τι ασχολείσαι;» με ρώτησε η Κωνσταντίνα, αν και ήμουν σίγουρος ότι η Μελίτη θα της τα είχε πει ήδη.

«Προσπαθώ απελπισμένα τα τελειώσω το διδακτορικό μου,» της είπα σε χιουμοριστικό τόνο.

«Και;» με ρώτησε—ακριβώς όπως με είχε ρωτήσει και η Μελίτη.

«Κατά τα φαινόμενα δεν είμαι ακόμα επαρκώς απελπισμένος!» της είπα και για πρώτη φορά άκουσα το γέλιο της. Κελαρυστό και υπέροχο, σε παρέσερνε να γελάσεις κι ο ίδιος!

Ε, το έκανα αποστολή μου εκείνο το βράδυ να την κάνω να γελάει, φροντίζοντας ωστόσο να μην το παρακάνω, μην το έπαιρνε στραβά και ο Θέμης και είχαμε άλλα.

(Για να είμαστε δίκαιοι δεν φάνηκε να ενοχλείται· ίσα-ίσα γελούσε και εκείνος, αλλά όπως λένε όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.)

Και φυσικά μάθαμε και τα βιογραφικά: Γειτόνισσες και φίλες από τότε που θυμούνται τον εαυτό τους, το μόνο που δεν έκαναν μαζί ήταν οι υπόλοιπες γλώσσες, πέρα από τα γερμανικά και τα αγγλικά, και ότι εκείνη έπαιζε μπάσκετ αντί να κάνει Aikido.

Η μόνη στιγμή που ο Θέμης έγινε ομιλητικός ήταν όταν μίλησε για τις σπουδές του—παιδαγωγική και εκείνος, όπως και η Κωνσταντίνα. Λάτρευε τα μικρά παιδιά και ήθελε να γίνει δάσκαλος, αλλά πρώτα ήθελε να κάνει και μεταπτυχιακό.

Και εκεί έφερε η κουβέντα κάτι που δεν είχα σκεφτεί: Τι θα έκανε η Μελίτη μετά το τέλος των εξετάσεών της. Δεν ήταν από Αθήνα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάθεται και να ψήνεται στην Αθήνα ενώ είχε σπίτι στο νησί και τη θάλασσα δίπλα.

«Πότε θα πας Ληξούρι;» ρώτησε η Μελίτη την Κωνσταντίνα.

«Αύγουστο,» της απάντησε η Κωνσταντίνα. «Για δεκαπέντε μέρες και μετά έχουμε κανονίσει με τον Θέμη να πάμε Σκόπελο!»

Με την ολομέλεια έχουμε γυρίσει όλες τις Σποράδες, και αν και η μακράν αγαπημένη μου ήταν η Αλόννησος, και η Σκόπελος ήταν υπέροχη.

«Πολύ όμορφο νησί!» τους είπα. «Θα το λατρέψετε, ειδικά αν σας αρέσει το πράσινο!»

«Κανένα σαν την Κεφαλονιά!» είπε η Κωνσταντίνα με υπερηφάνεια και η Μελίτη έσπευσε να συμφωνήσει.

Αν και έχω ακούσει κι εγώ τα καλύτερα για την ομορφιά της Κεφαλονιάς, δεν είχα ιδίαν άποψη, οπότε δεν εξέφρασα και γνώμη.

«Εσύ πότε θα γυρίσεις;» ρώτησε η Κωνσταντίνα, και εκεί, και με πολλή καθυστέρηση, έκανε επιτέλους catchup και ο μαλάκας που κατοικεί μέσα στο κρανίο μου.

«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα,» είπε η Μελίτη, και το άφησε εκεί, χωρίς να δώσεις περισσότερες εξηγήσεις.

Η Κωνσταντίνα, που την ξέρει από παιδί, δεν επέμεινε και έτσι κάθισα στον άξονα για το υπόλοιπο της βραδιάς. Εντάξει, προσπάθησα να μην είμαι σα να έχω καταπιεί αγγούρι σε λάθος μεριά—και δεν μου είναι και εύκολο, και νομίζω ότι σε κάποιο βαθμό τα κατάφερα.

Από την άλλη, βέβαια, απλά είχε πάρει παράταση, το οποίο σημαίνει ότι θα έπρεπε να μιλήσω με τη Μελίτη ή να πάθω αυτανάφλεξη—ναι, δεν είναι μόνο η σκέψη του να δω topless την Αλεξία που μπορεί να μου το προκαλέσει αυτό…

Ευτυχώς πάντως το διαλύσαμε σχετικά νωρίς, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, καθώς Κωνσταντίνα και Θέμης είχαν κανονίσει αύριο μονοήμερη στην Αίγινα και ήθελαν να ξυπνήσουν νωρίς.

«Μου είχες τάξει βρώμικο!» μου υπενθύμιζε η Μελίτη, και παρόλο που εμένα η όρεξή μου είχε πάει περίπατο δεν ήθελα να της το χαλάσω.

Κατεβήκαμε στο Περιστέρι να πάρουμε τα sandwich και εκεί μου έκανε την ανήθικη πρόταση να τα φάμε στο μπαλκόνι μου.

«Αμέ!» της είπα πρόθυμα.

«Μου υπόσχεσαι ότι ΔΕΝ θα είσαι φρόνιμος;» με ρώτησε, φτιάχνοντάς μου λίγο ακόμα περισσότερο τη διάθεση.

«Θα κάνω πέτρα την καρδιά μου!» της έκανα με δραματικό τόνο.

Τελικά κάναμε πρώτα στάση από το δικό της σπίτι, όχι για να ανεβούμε πάνω, αλλά για να αφήσει τη μηχανή της στο parking, και μετά το πήραμε ποδαράτο για το σπίτι.

«Χμμμ…» μουρμούρισα καταλαβαίνοντας επιτέλους το σχέδιό της.

«Είμαι αθώα!» μου είπε σα να διάβασε τις σκέψεις μου και εννοώντας φυσικά ότι είναι ένοχη σαν την αμαρτία.

Μπορεί να απαλλάχτηκε λόγω αμφιβολιών αλλά μέσα μου δεν είχα καμία αμφιβολία: Ο βραδινός μας σύντομος περίπατος ήταν εξορκισμός.

Ανεβήκαμε στο διαμέρισμά μου και αφού πήραμε χαρτοπετσέτες και δυο μπύρες από το ψυγείο—πρέπει να θυμηθώ να προμηθευτώ zero, μάλωσα τον εαυτό μου—βγήκαμε στο μπαλκόνι για να φάμε.

«Λοιπόν, πώς σου φάνηκαν τα παιδιά;» με ρώτησε μασουλώντας.

«Ο Θέμης μου θύμισε μια ταινία με τον Άρνι!» της είπα. «Που κάνει το δάσκαλο σε νηπιαγωγείο!»

«Χαχα, ναι!» μου απάντησε γελώντας η Μελίτη, που προφανώς αναγνώρισε την ταινία.

«Και η Κωνσταντίνα πολύ συμπαθητική, και με υπέροχο γέλιο!» της είπα χαμογελώντας στην ανάμνηση. «Δεν χόρταινα να την ακούω!»

«Ναι, το έχει αυτό…» μου είπε. «Καλά, όχι ότι θα το γλιτώσεις το ξύλο, αλλά θα φανώ επιεικής!»

«Γιατί;;;»

«Για λόγους αρχής!» μου δήλωσε, και μετά χαλάρωσε. «Είμαι… λίγο κτητική!»

«Ορίστε;» τη ρώτησα προσπαθώντας να καταλάβω αν σοβαρολογεί.

«Καλά… είμαι πολύ κτητική!»

“Okay…?” της είπα ερωτηματικά.

«Αν δεν ήταν η Κωνσταντίνα αλλά άλλη κοπέλα, θα ζήλευα,» μου είπε. «Εντάξει, Βίκυ και Τζο εξαιρούνται!»

«Εμένα;» τη ρώτησα γουρλώνοντας τα μάτια.

«Σου είπα, είμαι κτητική!»

Οκ, αυτό δε μου είχε ξανασυμβεί, ποτέ! Συνήθως εγώ ήμουν που τρωγόμουν με τα ρούχα μου, δεν είχα διανοηθεί ότι μια κοπέλα σαν τη Μελίτη θα μπορούσε να είναι ζηλιάρα και κτητική με την πάρτη μου.

“Okay…” συνέχισα. «Σ’ ευχαριστώ που μου το είπες!»

Έγειρε πίσω το κεφάλι της. «Το εννοείς, έτσι;» με ρώτησε ρητορικά.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω, οπότε δεν απάντησα. Αλλά μιας και είχαμε πιάσει τις εξομολογήσεις, είπα να βγάλω και τα δικά μου.

«Μελίτη πότε θα πας Κεφαλονιά;» τη ρώτησα με την ψυχή στα δόντια, και ήλπιζα αυτή τη φορά να πάρω απάντηση.

«Κανονικά θα έφευγα με το που τελείωνα τις εξετάσεις,» μου είπε και έκανε παύση σα να το σκεφτόταν.

«Αλλά;» τη ρώτησα προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου—η καρδούλα μου το ήεερε.

«You happened, ΜΠΟΥΦΟ!» μου είπε τονίζοντας το “μπούφο.”

«Ιχλίμιντριχ;» τη ρώτησα με τα μάτια μου σχεδόν να τσούζουν.

«Ιχλίμιντριχ!» μου απάντησε βάζοντας απλά το χέρι της πάνω στο δικό μου.


22. Сыграем

Με την όρεξή μου να κάνει δραματική επιστροφή, απόλαυσα το βρώμικό μου, και χρειάστηκα και δεύτερη μπύρα.

«Επιστρέφω αμέσως!» είπα στην Μελίτη.

«Πού πας;» με ρώτησε.

«Να σου πάρω zero!»

«Μωρό μου δε χρειάζεται,» μου είπε τρυφερά.

“You da boss και τα ρέστα αλλά όπως είπε και η Ελενίτσα: “ΣΚΑΣΜΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΗ!”»

«Και πάει και το “μου”,» μου είπε χαχανίζοντας.

«Επιστρέφω Δημήτριος!» της είπα και κατέβηκα σίφωνας να πεταχτώ μέχρι το περίπτερο στην πλατεία.

(Βέβαια, στην είσοδο της πολυκατοικίας μουτζώθηκα δυο τρεις-φορές γιατί βγήκα χωρίς τη συνοδεία του Ninja από το Ληξούρι, αλλά από την άλλη, ένιωθα και πιο ήσυχος με τη Μελίτη στο μπαλκόνι. Ναι, το λες και σχιζοφρένεια. Να συστηθούμε;)

Βγήκα από την είσοδο και κίνησα με ταχύ βηματισμό προς την πλατεία, και όταν έφτασα στο περίπτερο, πήρα τρία μπουκάλια zero του λίτρου—και αυτό γιατί το ψυγείο μου είναι μικρό—και της πήρα και ένα παγωτό γιαούρτι το λάτρευε. Εγώ, not so much, προτίμησα το κλασσικό μου salted caramel.

Πέντε λεπτά αργότερα επέστρεψα στο σπίτι, και εκεί συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πάρει κλειδιά. Ένιωσα λίγο γελοίος χτυπώντας το κουδούνι του ίδιου μου του σπιτιού.

«Μήτσο μου;» μου απάντησε στο θυροτηλέφωνο, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Ξέχασα τα κλειδιά μου!» της είπα.

«Και πως ξέρω ότι είσαι ο Μήτσος μου και όχι κάποιος άλλος Μήτσος;» με ρώτησε συνεχίζοντας το χαβαλέ.

«Γιατί ο άλλος Μήτσος δε θα σου έπαιρνε παγωτό γιαούρτι!»

«Α, δεν ξέρω! Μπορεί να είναι ευφάνταστος Μήτσος, κι εγώ είμαι ένα μικρό και ανυπεράσπιστο κοριτσάκι και αυτός να λαχταράει να τρυγήσει το άγουρο κορμί μου!»

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!» της είπα και την άκουσα να χαχανίζει.

«Σκληρός Μήτσος!» μου απάντησε συνεχίζοντας το χαχανητό.

«Θα μου ανοίξεις;»

«Δεν είπες τη μαγική λέξη!»

«Θα μου ανοίξεις, σε παρακαλώ;» τη ρώτησα.

«ΜΠΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ! Wrong password!»

Χαμογέλασα σαν ηλίθιος. «ΙΧΛΙΜΙΝΤΡΙΧ!»

«ΜΗΤΣΟ ΜΟΥ!!!» μου έκανε θεατρικά και άκουσα το βουητό της πόρτας που ξεκλειδώνει.

Ανέβηκα πάνω και η Μελίτη με περίμενε στην είσοδο. «Μήτσο μου!»

«Μήτση μου!» της είπα και αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε λες και είχα γυρίσει από ταξίδι.

Και μετά μου πήρε την μία coca-cola από τα χέρια και την πήρε μαζί της, καλά δηλαδή που μου έκανε τη δύσκολη. «Παγωτό μετά!» μου δήλωσε, και μου έχωσε άλλη μια στα καπούλια για να μη χαζολογάω.

Χαχανίζοντας ακόμα έφυγε προς το μπαλκόνι. «Ποτήρι να φέρεις!»

Επέστρεψα στο μπαλκόνι δυο λεπτά αργότερα με το ποτήρι της και μια μπύρα.

«Γιατί καθόμαστε στα μουγκά;» τη ρώτησα ρητορικά, και επέστρεψα στο σαλόνι και άνοιξα το ραδιόφωνο. «Έχεις όρεξη για ένα παιχνίδι;» τη ρώτησα με το που γύρισα.

«Αμέ!» μου είπε πρόθυμη. «Τι παιχνίδι;»

«Θα σου κάνω τρεις ερωτήσεις: Ποιο είναι το αγαπημένο σου ζώο, ποια είναι η αγαπημένη σου μορφή νερού και ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα,» ξεκίνησα να της εξηγώ αλλά με διέκοψε.

«Α, το ξέρω αυτό!» μου είπε. «Η πρώτη είναι πώς νομίζεις ότι σε βλέπουν, η δεύτερη είναι πώς βλέπεις τον έρωτα/σεξ και η τρίτη πώς βλέπεις εσύ πραγματικά τον εαυτό σου!»

«OK, αφού το ξέρεις τότε να το τροποποιήσουμε!» συνέχισα χωρίς να απογοητευτώ.

«Πώς να το τροποποιήσουμε;» με ρώτησε με περιέργεια.

«Ο καθένας μας θα πει τι πιστεύει ότι έχει απαντήσει ο άλλος!»

“I like it!” μου είπε με παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Και μετά ο καθένας μας να πει ο ίδιος τι θα επέλεγε για τον άλλον!»

«Μέσα!» της απάντησα ενθουσιασμένος. «Και στο τέλος να απαντήσουμε ο καθένας μας τι είχε πει όταν είχε πρωτοπαίξει αυτό το παιχνίδι!»

«Ποιος ξεκινάει;» με ρώτησε.

«Πέτρα ψαλίδι χαρτί!» της απάντησα και της ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.

Και επειδή το έχω ανάγει σε επιστήμη, πόνταρα—όπως αποδείχτηκε σωστά—ότι θα επέλεγε πέτρα, και έτσι επέλεξα χαρτί.

Μελετημένος καργιόλης! (άντε με το καλό να προαχθώ και σε γαμιόλης, Lol!)

«Λοιπόν, λοιπόν!» της είπα τρίβοντας τα χέρια μου. «Μπορεί να έχεις τα κοπρόσκυλα ως μαξιλάρια…»

«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΠΡΟΣΚΥΛΑ!!!!» μου έκανε με παραπονιάρικη φωνή. «Είναι blue heeler, Αυστραλιανά Ποιμενικά!»

«Έστω!» είπα χαχανίζοντας. «Πιστεύω ότι θα είχες επιλέξει γάτα. Ανεξάρτητη, χαδιάρα, ατίθαση, περίεργη, τρυφερή.»

«Οκ!» μου είπε. «Μορφή νερού;»

«Πέλαγος!» της είπα με σιγουριά. «Είσαι και νησιώτισσα!»

«Δεν σχολιάζω!» μου έκανε σταυρώνοντας πεισματάρικα τα χέρια της στο στήθος.

«Βαθύ, νοσταλγικό και μυστηριώδες, άλλοτε άγριο και τρομακτικό, άλλοτε ήρεμο και γαλήνιο. Απέραντο.»

«Πέλαγος…» είπε σα να το σκεφτόταν. «Μ’ αρέσει η λέξη που επέλεξες!»

(Άρα… ΑΕΚΑΡΑ… μάλλον είχε επιλέξει θάλασσα.)

«Τώρα όσον αφορά το χρώμα… Θα έλεγα βαθύ μπλε, αυτό της του ουρανού λίγο πριν το χάραμα. Γαλήνιο, γλυκό, ήσυχο, γεμάτο υποσχέσεις.»

“Is this your final verdict?” με ρώτησε και καλά προσπαθώντας να με ψαρώσει.

“It is,” της απάντησα.

«Το ζώο το έπιασες ακριβώς!» μου είπε. «Το ίδιο και στη μορφή νερού, αν κι εγώ είχα επιλέξει τη λέξη θάλασσα!»

«Χρώμα;»

«Μελί!» μου απάντησε χαχανίζοντας.

DOH!!!!! Και όχι τίποτε άλλο, αλλά ήταν και το χρώμα που είχα αποφασίσει ότι θα επέλεγα εγώ για να την περιγράψω! Τα χάπια μου!

«Και τώρα…»—drum roll, ναι, τα έκανε!!!!—«Τι θα επέλεγες για μένα;»

«Θέλω να δηλώσω ότι το “μελί” θα το έλεγα εδώ!»

«ΧΑ!» μου έκανε.

«Αλήθεια λέω!» της είπα αμυντικά.

«Σε πιστεύω χαζούλη, χαλάρωσε!» μου είπε χαμογελώντας μου τρυφερά. «Ζώο;»

“Honey badger!” της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

“Fitting!” μου απάντησε χαμογελώντας ακόμα. «Μορφή νερού;»

«Θάλασσα,» της είπα. «Δεν αλλάζει αυτό, όσο και αν κάποιος που σε έβλεπε επιφανειακά θα επέλεγε ορμητικό ποτάμι.»

«Χμμμ…» μου έκανε.

“And thus, I have myself caught between the devil and the deep blue sea!” της είπα τρυφερά.

«Ομολογώ ότι είναι η πιο πρωτότυπη ερωτική εξομολόγηση που έχω ακούσει!» μου είπε χαχανίζοντας. «Καλά, όχι ότι μου έχουν κάνει και πολλές, LOL!»

«Σοβαρά;» τη ρώτησα έκπληκτος. «Δεν… δεν σε πλησίαζαν;»

«Είχαν μάθει να με αποφεύγουν από μικρή!» μου είπε χαχανίζοντας και πάλι, αλλά μετά σοβάρεψε. «Το ρεκόρ μου είναι πέντε χυλόπιτες, δύο ναι—έναν εκ των οποίων το σκυλομετάνιωσα, και έναν Παπαδόπουλο.»

«Ποιος ήρθε;»

«Τι έγινε εδώ ρε παιδιά;» μου είπε κάνοντας μια εκπληκτική μίμηση του Παπαδόπουλου από τους απαράδεκτους.

«Ισοπεδωτικός καργιόλης!» της είπα αυτάρεσκα, ενώ μέσα ένα ανθρωπάκι χόρευε από disco μέχρι και τσάμικο.

«Είσαι ο λίβας που καίει τα σπαρτά!» μου είπε ποιητικά μεν, χαχανίζοντας δε, και αποφάσισα να κρατήσω το “ποιητικά,” και μπράβο μου.

«Είμαι!»

«Όργιο!» μου έκανε γελώντας. «Εσύ δε μου έχεις πει για το αμαρτωλό παρελθόν σου. Τι μου κρύβεις Γιάγκο;»

«Δεν έχω ρίξει ποτέ χυλόπιτα! Τη μία φορά που βρήκα το θάρρος ήμουν εγώ που την έφαγα, φαντασμαγορικά, στη μούρη!»

«Και τι φαντασμαγορικά!» μου είπε γελώντας. «Τζο-φαντασμαγορικά!»

«Μου πρότεινε να κάνω αλλαγή φύλου και πολύ ευχαρίστως!» της είπα θυμούμενος την απάντησή της. «Έδειξα χαρακτήρα όμως, γιατί ο Πρόεδρος μού ήταν—και ακόμα είναι—ιδιαίτερα προσφιλής!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Βέβαια, εξαιτίας του έκανα μια βραδιά τον καταδρομέα και αναγκάστηκα να την κάνω από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου,» της είπα αναστενάζοντας.

“What?” με ρώτησε έκπληκτη προσπαθώντας να καταλάβει αν αστειεύομαι η μιλάω σοβαρά.

Και έτσι της είπα την ιστορία για την Τριανταφυλλιά.

«Δε στο είχα με την καμία!» μου είπε η Μελίτη όταν ολοκλήρωσα την ιστορία.

«Τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι,» της είπα δοκιμάζοντας να αστειευτώ.

«Make no mistake, δεν κατηγορώ εσένα,» με διαβεβαίωσε. «Χωρίς να σημαίνει ότι είσαι αθώος, εκείνη ήταν που έπρεπε να προστατέψει το γάμο της, όχι εσύ.»

«Κυνικό!» της απάντησα.

“Be that as it may,” μου είπε ήσυχα. «Άκου Μιχάλη ο καθένας μας κάνει τις επιλογές του σ’ αυτή τη ζωή. Είμαστε υπεύθυνοι για τις δικές μας, όχι των άλλων.»

«Επιλογή ήταν να μπω σε αυτή τη σχέση,» της είπα. «Δε με αθωώνει.»

«Ίσως, αλλά ο γάμος της Τριανταφυλλιάς δεν ήταν δική σου ευθύνη, ήταν δική της,» επέμεινε. «Και στην τελική αν δεν ήσουν εσύ θα ήταν κάποιος άλλος.»

«Το μόνο σίγουρο,» είπα χαμογελώντας πικρά. «Όπως ότι αν ο Μπάμπης με είχε πιάσει στα χέρια του, στην καλύτερη θα με είχε τουλουμιάσει στο ξύλο—και θα είχε και τα δίκια του.»

«Όχι, Μιχάλη, δεν θα τα είχε. Δεν θα τα είχε ούτε να τουλουμιάσει την Τριανταφυλλιά στο ξύλο,» μου είπε, αναστέναξε και συνέχισε. «Να τη χωρίσει επί τόπου ναι. Να διεκδικήσει αποκλειστική κηδεμονία του παιδιού ναι. Να σηκώσει χέρι πάνω της ή πάνω σου, όχι.»

«Αυτά είναι ψιλά γράμματα στις τρεις τη νύχτα…» της είπα αναστενάζοντας με τη σειρά μου. «Εδώ εγώ—που δεν με απάτησε η Ελευθερία—έπαθα εγκεφαλικό όταν την είδα με τον Ιάσωνα να φασώνονται στην ψύχρα μέσα στο club.» Έτριψα τα μάτια μου, λες και το τρίψιμο θα έδειχνε την εικόνα που ανέσυρε το μυαλό μου. «Όχι να δω τη γυναίκα μου να πηδιέται μ’ έναν άγνωστο με το παιδί μου να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο…»

«Καταλαβαίνω τι λες,» μου είπε, «αλλά θα επιμείνω σε αυτό που σου είπα. Η Τριανταφυλλιά, με όλα της τα άσχημα, ήταν σύζυγός του, δεν του ανήκε. Δεν ήταν δική του, Μιχάλη, ήταν ένας άνθρωπος που για τους δικούς του λόγους—έστω και λάθος—αποφάσισε να ενώσει μαζί του τη ζωή της.»

«Έχεις δίκιο ρε Μελίτη,» της είπα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μα έτσι ή γιουβέτσι, στα δικά μου μάτια—τουλάχιστον—αν ο Μπάμπης με είχε τουλουμιάσει στο ξύλο, εγώ τουλάχιστον, δεν θα ζητούσα τα ρέστα.»

«Εντάξει, δεν επιμένω,» μου είπε μαλακά. «Έτσι κι αλλιώς δεν σε τσάκωσε στα πράσα οπότε η συζήτηση έχει κάτι από το αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν.»

“Yup,” απάντησα μονολεκτικά.

«Για την Ελευθερία μου έχεις πει μέσες-άκρες,» συνέχισε η Μελίτη, συνεχίζοντας την κουβέντα αλλά στρέφοντάς τη μακριά από την Τριανταφυλλιά. «Άλλες;»

«Ναι, την Ελένη, την Τούλα, και τη Μαρία. Καμιά τους όμως δεν ήταν τόσο επιδραστική όσο η Τριανταφυλλιά, και δεν αναφέρομαι μόνο στη σεξουαλική εμπειρία.»

«Τι εννοείς;»

«Έστω και τρεις μήνες που βγάζαμε τα μάτια μας με έμαθε να βλέπω τους ανθρώπους αλλιώς…» της είπα και της εξήγησα τη φιλοσοφία της.

«Μ’ αρέσεις όμως που από τη μία πήγαινες για να βγάλεις τα μάτια σου και από την άλλη κάνατε φιλοσοφικές συζητήσεις!»

«Ε, ναι… ποτέ δεν ήμουν του βουρ και στον πατσά!»

«Γκουχ-γκουχ!» μου έκανε, και προς στιγμή σκάλωσα. Πώς “γκουχ-γκουχ”; Τι “γκουχ-γκουχ”; «Στη Βαρβάκειο του ρίχτηκες χωρίς αύριο!»

ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

«Μη μου τα κάνεις απότομα αυτά, θες να σου μείνω;» της είπα με απελπισία.

«Και μου έδωσες την πάσα για να σου πω ποιο ζώο θα διάλεγα για σένα!» μου είπε κοιτάζοντάς με σκανταλιάρικα. «Χταπόδι!»

«Χταπόδι;» τη ρώτησα με απορία. «Γιατί;»

«Γιατί είναι εξαιρετικά ευφυή. Γιατί είναι προσαρμοστικά. Γιατί είναι μοναχικά. Γιατί σε σχέση με την υπόλοιπη θαλάσσια πανίδα μοιάζουν παράταιρα, σχεδόν εξωγήινα…»

«Δεν είμαι μοναχικός!»

«Γκουχ-γκουχ»

«Καλά, είμαι!» παραδέχτηκα ξεφυσώντας.

«Και κυρίως για την αντίδραση της Ολομέλειας όταν τους πω ότι για σένα επέλεξα μαλάκιο που αλλάζει χρώματα σαν φωτορυθμικό!»

(Ωχ, αυτό δεν το είχα σκεφτεί! Ε, ρε γλέντι που θα γινόταν εις βάρος σου φουκαρά Μιχάλη…)

«Κλαψ-λυγμ;» της έκανα ικετευτικά, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Είναι να είσαι ισοπεδωτικός καργιόλης!» μου είπε ειρωνικά.

«Κάι κάι κάι;» προσπάθησα άλλη μια φορά.

“Yes… no!” μου είπε γελώντας. «Και μιας και το ανέφερες, φαντάζομαι ότι αυτό είναι το ζώο που είχες επιλέξει εσύ σκύλος!»

«Λαμπραντόρ!» τη διαβεβαίωσα.

«Τώρα για τη μορφή νερού…» μου είπε. «Αλήθεια, πότε το έκανες αυτό το τεστ πρώτη φορά;»

«Στα 18, πρώτο έτος στη σχολή… Η Ελένη, που σου ανέφερα!»

«Οκ… φαντάζομαι ότι το πρώτο πράγμα που σου ήρθε στο μυαλό είναι η θάλασσα και μετά άρχισες να αναρωτιέσαι: Ανοιχτή; Κλειστή; Με τι αλατότητα; Ρηχή; Βαθιά;»

«Αυτό λέγεται τηλεπαθητικό γλέντι!» της είπα με αγανάκτηση, γιατί η αλήθεια είναι ότι κάπου εκεί είχε πάει το μυαλό μου.

«Δεν είναι τηλεπάθεια, χρυσό μου!» μου είπε αυτάρεσκα. «Και στο τέλος αποφάσισες Πέλαγο που τα έχει όλα και συμφέρει!»

Damn, she’s good!

«Μελίτη, douze points! » της είπα επιβεβαιώνοντας ότι είχε πέσει μέσα.

«Τώρα όσον αφορά το χρώμα…» μου είπε σκεπτική. «Πράσινο ή γκρι… αλλά όχι ίδιες αποχρώσεις… Είτε το σκούρο πράσινο του δάσους, είτε το μεσαίο γκρι, ούτε ανοιχτό, ούτε κλειστό!»

«Μωβ,» της απάντησα και έσπευσα να προσθέσω «όχι το πεθαμεναντζίδικο έτσι;»

«Μωβ ε;» μου είπε. “Fitting… Να υποθέσω μελαγχολικό, μοναχικό κλπ;»

“Yup,” της απάντησα, και πάλι μονολεκτικά.

Σηκώθηκε από την καρέκλα της και ήρθε και κάθισε πάνω μου, και πήρε και πάλι το πρόσωπό μου στα χέρια της.

«Ιχλίμιντριχ!» μου είπε τρυφερά.

«Ιχλίμιντριχ!» ίσα που πρόλαβα να της απαντήσω πριν κολλήσει τα χείλη της πάνω στα δικά μου.

Ιχλίμιντριχ!


23. The sound of music

Τραβήχτηκε απαλά αλλά δε σηκώθηκε από πάνω μου, μόνο με χάιδεψε τρυφερά στο πρόσωπο και αν ήμουν γάτα θα άρχιζα να χουρχουρίζω. Και αφού το κορίτσι είπε χταπόδι—και παρέλειψε να πει ότι η Ολομέλεια έχει αγαπημένο της χόμπι να με βαράει σα χταπόδι—έκανα το δεύτερο καλύτερο, την έσφιξα πάνω μου.

«ΑΕΡΑ!» μου έκανε θεατρικά.

“Octopus vulgaris!” της είπα με στόμφο.

«Αρχικά δεν είσαι Βούλγαρος,» μου είπε χαχανίζοντας, «και αφετέρου: ΠΩΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ ΑΥΤΟ;»

«Το είχα διαβάσει μια φορά στο Wikipedia,» της είπα ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους μου.

Έγειρε πίσω και με κοίταξε και πάλι στα μάτια. «Μιλάς σοβαρά, ε;»

Parsing… parsing… parse error in line 0

“Ehm… yes?” της απάντησα αμυντικά.

«ΕΙΣΑΙ ΘΕΟΥΛΗΣ!» μου είπε γελώντας.

(Οκ, δε μου αρέσει να αφήνω ερωτήσεις αναπάντητες, αλλά τώρα δεν ήταν της παρούσης, οπότε αποφάσισα να αποδεχτώ ότι είμαι Θεός ήλιος καλοκαιρινός, και την ξαναρωτούσα αύριο—that is αν δεν πάθαινα αυτανάφλεξη το βράδυ…)

«Έχω κι εγώ να σου προτείνω ένα παιχνίδι!» μου είπε με ενθουσιασμό. «Ψήνεσαι;»

Με τον ενθουσιασμό που με ρώτησε όχι απλά είχα ψηθεί, πρέπει να είχα γίνει κάρβουνο να πούμε, ωστόσο κράτησα τα προσχήματα και απάντησα «Αμέ!»

«Λοιπόν… Εναλλάξ! Για κάθε πρώην μας θα διαλέξουμε ένα τραγούδι. Και μετά θα διαλέξουμε τραγούδι ο ένας για τον άλλον!»

«Μ’ αρέσει!» της απάντησα. «Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα!»

«Τι πρόβλημα;» με ρώτησε με περιέργεια.

«Εγώ στα νιάτα μου ήμουν μπερμπάντης!» της είπα και έβαλε τα γέλια.

«Σιγά ρε Ροκαβλόν!» μου είπε γελώντας ακόμα.

«5-2, γατάκι!» της έκανα τάχα μου φουσκώνοντας σα διάνος.

«6-3!» μου είπε, «εκτός και αν δεν εννοούσες το ιχλίμιντριχ, οπότε η επόμενη ερώτηση είναι ξέρεις να πετάς;»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!»

«Και τα σκυλιά δεμένα!» μου είπε χαμογελώντας αυτάρεσκα.

«Οπότε το δικό μου για σένα το ξέρεις ήδη,» της είπα. “Stooges – I wanna be your dog!”

«ΜΟΥ ΛΕΣ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΣΟΥ, ΚΑΘΑΡΜΑ;»

Boot error, sector not found. «Εχμ… έτσι όπως το έθεσα ένα δίκιο το έχεις!»

«ΓΑΒ!» μου έκανε και έβαλα τα γέλια.

«Λοιπόν, ξεκινάω ανάποδα! Πρώτα για σένα!» της είπα.

«ΝΤΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» μου έκανε drum rolls.

«Το τραγούδι που έχω και ως ringtone όταν με παίρνεις τηλέφωνο,» της είπα. “Uriah Heep - Gypsy!”

«Ντεν είμαι γκύπτο! Μελακρινό παιντί είμαι!» μου έκανε ΑΜΕΣΩΣ με το που το άκουσε και παραλίγο να μου βγει η μπύρα από τη μύτη.

«ΙΧΛΙΜΙΝΤΡΙΧ ΑΠΟ ΕΔΩ ΩΣ… ΩΣ…» της είπα και σκάλωσα ψάχνοντας να βρω άνω άκρο.

«Ως;» με ρώτησε. «Πρόσεξε τι θα πεις, είμαι Ninja!»

«Ως την άκρη του ορατού σύμπαντος!»

«ΜΟΝΟ;» με ρώτησε δήθεν τσαμπουκαλεμένη.

«Ε, δε γίνεται παραπέρα, το απαγορεύει η φυσική!» της απάντησα χωρίς να το σκεφτώ, ο ρομαντισμός θα με φάει.

«Να πετάς έμαθες;» με ρώτησε και έβαλα τα γέλια.

«Κι ακόμα παραπέρα! Κι ακόμα παραπέρα!»

«Κοτάρα!» μου είπε χαχανίζοντας. «Εσύ και ο Γαλιλαίος!»

«Έχουμε πολλά κοινά!» της απάντησα. “I’m just a poor boy nobody loves me!”

Και έφαγα ένα ping στη μύτη όλο δικό μου.

«ΙΧΛΙΜΙΝΤΡΙΧ ΑΦΟΥ!» μου εξήγησε!

«ΙΧΛΙΜΙΝΤΡΙΧ!!!!» φώναξα ενθουσιασμένος και την έφερα προς τα μένα και τη φίλησα.

«ΡΕ ΔΕ ΒΓΑΖΕΤΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ;» ακούστηκε μια φωνή από κάπου, μάλλον παραείμασταν ενθουσιώδεις.

«ΟΧΙ ΚΑΙ ΡΕ!» απάντησε χωρίς να χάσει beat η Μελίτη.

«ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΛΟ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΗ ΝΑ ΒΓΑΛΕΤΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ, ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ;» επέμεινε η φωνή και βάλαμε τα γέλια.

«Συγνώμηηηηηηηηη!» έκανε η Μελίτη.

Για να μην ενοχλούμε τον κόσμο αποφασίσαμε να πάμε μέσα και καλού-κακού κλείσαμε και το παράθυρο.

«Δεν έχω αρκουδίσιο στο σαλόνι!» της είπα απολογητικά.

«Πας να με παρασύρεις στο δωμάτιό σου, σκουλήκι;»

«Όχι βέβαια!» της είπα δήθεν θιγμένος. «Μπορούμε να κάτσουμε εδώ και να βγάλεις τα ρούχα σου αν ζεσταίνεσαι!»

«ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ ΡΕ ΝΟΥΜΕΡΟ;» με ρώτησε θεατρικά.

«ΚΑΘΟΛΟΥ ΟΜΩΣ!» της απάντησα, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Δε μου λες, έχεις να μου δώσεις τίποτα να βάλω;» με ρώτησε, πιο σοβαρή αυτή τη φορά.

NTLDR is missing. Press Ctrl+Alt+Del to restart

«Μου ‘μεινε πάλι!» μουρμούρισε.

«Όχι, όχι! Εδώ είμαι!» της απάντησα βρίσκοντας τη μιλιά μου. «Τι θες; Σορτσάκι; Φόρμα;»

«Σορτσάκι!» μου είπε. «Και καμιά μπλούζα!»

«Nieh… οι μπλούζες είναι υπερτιμημένες!» της είπα κλείνοντάς της πονηρά το μάτι.

«ΓΚΟΥΧ ΓΚΟΥΧ!» μου έκανε.

«Πάμε να διαλέξεις!» της είπα και πήγαμε και οι δύο στο δωμάτιο.

Και μετά με πέταξε έξω με τις κλωτσιές για ν’ αλλάξει.

«Μπορείς να μπεις!» μου είπε μετά από δύο λεπτά, φορώντας ένα μποξεράκι μου ως shorts—γιατί είχε το Sylvester και τον Tweety—και επειδή είμαι λίιιιιιγο πιο αδύνατος, πάνω της μου προκάλεσε βραχυκύκλωμα.

Και φυσικά μια τελείως αταίριαστη μπλούζα των Iron Maiden, από το εξώφυλλο του Fear of the Dark, που λόγω υψομετρικής διαφοράς της έπεφτε σαν κελεμπία. Και φυσικά, επειδή είχε υποσχεθεί ότι δε θα μου κάνει τη ζωή εύκολη, το είχε τυλίξει με κόμπο λίγο πάνω από τον αφαλό.

«Εσύ δε θ’ αλλάξεις;» με ρώτησε και μετά συνειδητοποίησε μόνη της ότι πριν με είχε πετάξει με τις κλωτσιές από το δωμάτιό μου για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

«ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ» μου είπε και βγήκε από το δωμάτιο.

Γδύθηκα στα γρήγορα και φόρεσα ένα σορτσάκι και ένα απλό άσπρο μπλουζάκι, και μετά μάζεψα φανέλα και πουκάμισο για να τα βάλω στο πλυντήριο. Εντωμεταξύ πάλι θα έμενα χωρίς ντους και επειδή είμαι και λίγο (LOL!) υποχόνδριος, αποφάσισα ότι θα ξυπνούσα πρωί-πρωί, όσο η Μελίτη κοιμόταν, για να αναπληρώσω.

«Έτοιμος κι εγώ!» της είπα ανοίγοντας την πόρτα. «Μια στιγμή να βάλω τα ρούχα στα άπλυτα και επιστρέφω!»

Όταν γύρισα στο δωμάτιο είχε θρονιαστεί στο κρεββάτι, γέρνοντας την πλάτη της στο προσκέφαλο. Ανέβηκα κι εγώ στο κρεββάτι και κάθισα με τον ίδιο τρόπο δίπλα της.

«Σειρά σου να διαλέξεις τραγούδι!» της είπα επιστρέφοντας στο παιχνίδι που είχαμε αφήσει στη μέση.

Με κοίταξε για λίγο με ανεξιχνίαστο βλέμμα, σα να αναρωτιόταν αν σοβαρολογούσα, κούνησε παραιτημένα το κεφάλι της και αναστέναξε.

«Τι έκανα πάλι;» τη ρώτησα, σίγουρος ότι κάτι έχω κάνει.

«Τίποτα μωρό μου!» με διαβεβαίωσε. «Είσαι πάντα ο ίδιος Μιχάλης που γνώρισα και… χλιμίντρισα!»

«Ιχλίμιντριχ!» της είπα ενθουσιασμένος, και σίγουρος ότι κάτι μου διαφεύγει, αλλά πολύ χαρούμενος για να του δώσω σημασία.

«Το καλό που σου θέλω, φουκαρά μου!» με απείλησε θεατρικά. «Για πες μου τώρα, γιατί επέλεξες αυτό το τραγούδι;»

Αντί απάντησης της είπα ότι επιστρέφω αμέσως και πήγα στο σαλόνι και έφερα το τηλέφωνό μου. Κάθισα και πάλι στο κρεββάτι και αφού το βρήκα στο YouTube το έβαλα να παίξει από το μεγάφωνο του κινητού.

I was only seventeen I fell in love with a Gypsy queen
She told me “Hold on”
…

“You’re my Gypsy Queen” της είπα απλά όταν τέλειωσε το κομμάτι. Η Μελίτη δεν το είχε ακούσει ξανά—και δεν είναι ότι το παίζουν και οι σταθμοί, έτσι;—και είχε μαγευτεί από τη μελωδία του.

«Φρόνιμο φιλάκι!» μου είπε και ήρθε προς το μέρος μου και μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί, και μετά επέστρεψε στη θέση της. «Σειρά μου,» μου είπε. “Ugh, έχω το κινητό μου μέσα!”

«Στο φέρνω εγώ μωρό μου,» της είπα και σηκώθηκα και πήγα μέσα προτού προλάβει να φέρει αντιρρήσεις. Της έδωσα το κινητό της και λίγες στιγμές αργότερα με άφησε αδιάβαστο.

“There must be some way out of here”
said the Joker to the Thief
“There’s too much confusion,
I can’t get no relief…”

Jimi Hendrix - All along the Watchtower

DAMN, SHE IS GOOD!

“Fitting,” της απάντησα μονολεκτικά. “I’m the Joker, you’re the thief!”

Και για πρώτη φορά δε διάβασε σωστά την αντίδρασή μου. «Μιχάλη μου σε πείραξε;» με ρώτησε με μια σκιά ανησυχίας στη φωνή.

Την κοίταξα με απορία. «Γιατί να με πειράξει;» τη ρώτησα. “I’m the definition of the Joker.”

“You’re a walking contradiction,” μου είπε ήσυχα. “You are both the Joker and the Thief. And the businessman. And the plowman. And the prince, and the servant… and the wildcat.”

“And the wind that howls…” συμπλήρωσα. «Γιατί μιλάμε αγγλικά;»

Με κοίταξε κεραυνόπληκτη για μερικές στιγμές και μετά έβαλε τα γέλια. «Εσύ ξεκίνησες!» μου είπε γελώντας ακόμα.

“When you’re right, you’re right…” της είπα πάλι στα αγγλικά, και νέα γέλια.

“And when I’m left?” με ρώτησε προκλητικά.

“You’re still right!” της απάντησα χαχανίζοντας.

“Attaboy!” μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι. «Και τώρα τραγούδι για την Τριανταφυλλιά!»

«Η Ελευθερία ήταν χρονικά πρώτη!» της είπα.

«Μιχάλη, τι είπαμε μόλις τώρα;»

“DUH!!!!” της έκανα και έβαλε και πάλι τα γέλια.

«Λοιπόν! Τριανταφυλλιά!»

Δεν ήθελε και πολλή σκέψη αυτό, το τραγούδι μου ήρθε σχεδόν αμέσως στο μυαλό. “Doors, People are strange!”

“Huh…” μου είπε σκεπτική. «Φανταζόμουν κάτι σε punk… Rock the Casbah!"

«Είναι που δε με βρήκε ο Μπάμπης στο μπαλκόνι… Εκεί θα είχαμε εικόνες σκληρού ροκ!» της απάντησα. «Σειρά σου, Νίκος!»

Το σκέφτηκε για λίγη ώρα και αν και το τραγούδι ήταν fitting, δεν μπόρεσα να μη νιώσω αυτό το βαθύ τσίμπημα της ζήλειας…

Yup, το all along the watchtower μου ταίριαζε απόλυτα.

“Chris Isaak, wicked game.”

Έκλεισε τα μάτια της για μερικές στιγμές, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί. «Όχι, είναι άδικο…» παραδέχτηκε αναστενάζοντας. «Δεν έπαιξε παιχνίδια, δεν ήταν κακός άνθρωπος… απλά ήταν ασύμβατος με μένα,» συνέχισε σχεδόν διστακτικά.

«Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που σου ζήτησε να χωρίσετε,» της είπα. «Και απλά αρνιόσουν να το δεις.»

Με κοίταξε για μερικές στιγμές και κατέβασε τα μάτια της στο στρώμα. «Αυτό μου είχε πει τότε και η Κωνσταντίνα,» μου εξομολογήθηκε.

«Θέλεις να αλλάξεις τραγούδι;» τη ρώτησα απαλά.

«Ναι, θέλω!» μου είπε και σταμάτησε για μερικές στιγμές. “Europe, Carrie”

«Αγκαλίτσα;»

«Ιχλίμιντριχ!» μου είπε και χώθηκε στην αγκαλιά μου.

Δεν είπαμε τίποτα. Δε χρειαζόταν να πούμε τίποτα.


24. 28 degrés à l'ombre

Ήταν εκείνη που έκανε την πρώτη κίνηση. Ανασηκώθηκε και ζήτησε το στόμα μου και έγειρα να φιληθούμε. Ούτε που κατάλαβα πως έκανε το αεροπλανικό που έκανε, τη μια στιγμή ήμασταν δίπλα, την άλλη ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα και εγώ γερμένος από πάνω της.

Καλύτερα έτσι!

Χωρίς να βιάζομαι, και χωρίς να σταματήσω το φιλί, με το ελεύθερο αριστερό μου χέρι ξεκίνησα να χαϊδεύω τη γυμνή της σάρκα στη μέση. Συνέχισα στο πλάι και μετά ανέβηκα προς το δεξί της στήθος, αλλά δεν πήγα αμέσως εκεί. Ξεκίνησα να το χαϊδεύω από το πλάι και εκεί διέκοψα το φιλί και άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό.

Η ανάσα της έγινε κοφτή και το χέρι μου αναπαύτηκε στο στήθος της και έμεινε ακίνητο, ενώ με τα χείλη και τη γλώσσα μου ανέβηκα από το πλάι του λαιμού προς το αυτί της. Όταν μου το είχε κάνει εκείνη είχα σχεδόν κοκαλώσει από την απίστευτη αίσθηση—ήταν η πρώτη κοπέλα που μου το έκανε αυτό.

Για φαντάσου. Και οι πέντε πρώην μου με είχαν πάρει στο στόμα τους—και μιλάμε μέχρι τέλους, έτσι;—και όμως καμιά τους δεν μου είχε κάνει αυτό το τόσο απλό πράγμα σε μια—όπως έμαθα διαβάζοντας αργότερα—από τις πιο ερωτογενείς ζώνες του ανθρώπινου σώματος.

Με το που άρχισα να πιπιλάω το λοβό του αφτιού της άρχισα ταυτόχρονα να μαλάζω δυνατά και το αριστερό της στήθος. Η γλώσσα μου μπήκε διστακτικά στο αυτί της και την ένιωσα να ανατριχιάζει ολόκληρη, και εκεί έσφιξα ακόμα πιο δυνατά το στήθος της πιέζοντάς το ελαφρά προς τα πάνω.

Σταμάτησα να τη μαλάζω στο στήθος, ίσα για να περάσω το χέρι μου κάτω από τη μπλούζα, και να το αγκαλιάσω γυμνό κάτω από τη χούφτα μου. Η ρόγα της είχε πετρώσει και την έπαιξα παιχνιδιάρικα στα δάχτυλά μου, προκαλώντας μια μικρή φωνούλα ηδονής.

Σήκωσα τελείως τη μπλούζα ελευθερώνοντας και τα δύο της στήθη με την ίδια να ανασηκώνει ελαφρά την πλάτη για να με βοηθήσει να τη βγάλω τελείως. Άφησα το αυτί της και επέστρεψα στο φιλί μας. Το χέρι μου βρέθηκε και πάλι να της μαλάζει δυνατά το αριστερό στήθος, και η γλώσσα της στο στόμα μου έγινε ακόμα πιο επιθετική.

Διέκοψα το φιλί και αυτή τη φορά πότε δαγκώνοντας και πότε πιπιλώντας, και χωρίς να χρησιμοποιήσω καθόλου γλώσσα, κατηφόρισα αργά προς το δεξί της στήθος, ενώ με το αριστερό συνέχισα να της μαλάζω δυνατά το αριστερό, πότε-πότε τσιμπώντας ανάλαφρα τη ρώγα της. Το σώμα της σχεδόν τεντώθηκε όταν πέρασα τη γλώσσα μου πάνω από τη ρώγα του δεξιού της στήθους.

Και εκεί ανέλαβε το υπόλοιπο στόμα, χείλη και δόντια, με απαλά προσεκτικά δαγκώματα που έκαναν το κορμί της να τρέμει και την ανάσα της να βγαίνει σχεδόν σφυριχτή. Συνεχίζοντας να πιπιλάω το δεξί της στήθος, το αριστερό μου χέρι κατέβηκε χαμηλά.

Πρώτα στους μηρούς, και μετά ανάμεσά τους, και μετά πλησίαζα εκεί που το σώμα της λαχταρούσε να βρεθώ, αλλά κάθε φορά το χέρι μου άλλαζε πορεία την τελευταία στιγμή. Παίρνοντας θάρρος από τις αντιδράσεις της, πέρασα το χέρι μου κάτω από το μποξεράκι, και ένιωσα το εσώρουχό της που φορούσε από κάτω.

Το χέρι μου πέρασε μέσα και από το κιλοτάκι της και κατάλαβα πως η Μελίτη ήταν από τις γυναίκες που προτιμούσαν να ξυρίζονται κάτω. Το δέρμα της ήταν λείο και απαλό, δεν πρέπει να έβαζε ξυράφι, και κατά τα φαινόμενα το είχε περιποιηθεί το απόγευμα, πριν το ραντεβού μας.

Το χέρι μου χαμήλωσε κι άλλο, το σώμα της τεντώθηκε από την προσμονή, και αυτή τη φορά δεν την βασάνισα άλλο. Ήταν μούσκεμα. Χάιδεψα ανάλαφρα την κλειτορίδα της, και μετά την πίεσα ελαφρά προς τα πάνω, και το σώμα της τεντώθηκε και πάλι.

Πέντε λεπτά μου πήρε να την κάνω να τραντάζεται λες και περνάγανε χιλιάδες βολτ από το σώμα της, και οι ανάσες έγιναν κοφτά βογγητά, σιγανά στην αρχή, και μετά λίγο πιο δυνατά και στην κορύφωση δάγκωσε το ίδιο της το χέρι για να μην ακουστεί σε όλη την περιοχή.

«Όχι άλλο… όχι άλλο!» μου είπε ξεψυχισμένα, με το σώμα της να τρέμει ακόμα, και τις ρώγες της να πονάνε από τη διέγερση.

Ξαπλωμένη γυμνή από πάνω, με τα μάτια κλειστά και παλεύοντας να βρει τις ανάσες της, ήταν σαν αναγεννησιακός πίνακας. Οκ, προχώ για την εποχή, αλλά αναγεννησιακός nonetheless.

«Θες παγωτάκι;» τη ρώτησα.

Αντί απάντησης μου έκανε νέο αεροπλανικό και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που βρέθηκε τ’ ανάσκελα που λένε.

Ninja απ’ το Ληξούρι, καλά το λέω!

Έδωσε τον καλύτερό της εαυτό. Ξεκίνησε από το λαιμό μου και μετά πήγε δαγκώνοντας απαλά μέχρι τ’ αυτί μου, κάνοντάς με να χάσω πάλι τ’ αυγά και τα πασχάλια. Και μετά, σηκώνοντάς μου τη μπλούζα, και δαγκώνοντάς με πότε απαλά και πότε πιο δυνατά, κατέβηκε σιγά-σιγά μέχρι την άκρη του παντελονιού μου.

Δεν ήμουν μόνο εγώ που διάβαζε αντιδράσεις, ήταν και εκείνη. Το δάγκωμα για μένα ήταν πολύ πιο αισθησιακό από το απλό πιπίλισμα και η Μελίτη το κατάλαβε έχοντας το κάνει όλο και όλο μία φορά—σε μένα τουλάχιστον. Την προηγούμενη φορά δάγκωνε και πιπιλούσε—και κατά τα φαινόμενα μετρούσε αντιδράσεις.

Τώρα μόνο δαγκώματα.

Την είδα να κοιτάει και πάλι, με αυτό το ύφος που δεν μπορούσα ακριβώς να περιγράψω, το φούσκωμα στο σορτσάκι μου και αυτή τη φορά πέρασε το χέρι της κάτω από το σορτσάκι μου. Στην αρχή το έκανε αποφασιστικά μα στη συνέχεια δίστασε.

Δεν πρόλαβα να της πω «δεν χρειάζεται αν δε θέλεις,» καθώς μια στιγμή αργότερα το χέρι της αγκάλιασε τον πρόεδρο, ο οποίος τα είχε δει όλα κωλυόμενα. Δεν είχε εμπειρία και φαινόταν, στην αρχή το χάδι της ήταν λίγο ατσούμπαλο.

«Πιο απαλά μωρό μου,» της είπα.

“Ooops!” μου έκανε γελώντας σκανταλιάρικα, και η καρδιά μου πήγε να σπάσει στο στήθος μου. Ποιο ορατό σύμπαν και μαλακίες, εκείνη τη στιγμή ένιωσα το ιχλίμιντριχ να γίνεται p-brane και να χορεύει ανάμεσα στις δέκα υποτιθέμενες διαστάσεις.

(Και φευγαλέα αναρωτήθηκα πως θα μεταβάλλονταν οι εξισώσεις του Doppler στις δέκα διαστάσεις…)

Άρχισε να με παίζει προσεκτικά αλλά εκεί αποφάσισε πως το ύφασμα δεν βοηθούσε, και έτσι το τράβηξε προς τα κάτω, και έτσι είχαμε και τα αποκαλυπτήρια της προτομής.

Σταμάτησε να με παίζει και κοίταξε τον πρόεδρο για μερικές στιγμές σχεδόν μαγεμένη. Και μετά, σαν κάποιο ξόρκι να λύθηκε, άρχισε να με παίζει και πάλι προσεκτικά, και μετά διαβάζοντας τις αντιδράσεις μου—ναι, είχα αρχίσει να την ακούω και πάλι—ακόμα πιο θαρρετά.

Βέβαια σε αντίθεση με εκείνη ο δικός μου οργασμός, που ερχόταν ποδοβολώντας σαν ελέφαντας που τού ‘βρισες τη μάνα, και είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι οι ελέφαντες έχουν μητριαρχική κοινωνία, οπότε ναι, το να πεις yo mama σε ελέφαντα το λες και αυτοκτονικό—

Μου ξέφυγε ένα δυνατό βογγητό και αν συνέχιζε θα μου ξέφευγαν και άλλα, οπότε δοκίμασα να τη σταματήσω.

«Μωρό μου… αν συνεχίσεις έτσι… πετσέτα να πάρεις!» της είπα προσπαθώντας να την κόψω με χιούμορ.

«Ου φροντίς!» μου είπε βραχνά και… ακολούθησε έκρηξη που θα έκανε αυτή του Κρακατόα να μοιάζει με στράκα-στρούκα.

Στο σεντόνι πήγαν, στο χέρι της πήγαν, στο πρόσωπό της πήγαν, πάνω μου πήγαν, κάτω μου πήγαν, τα μόνα που τη γλίτωσαν για κάποιο απροσδιόριστο λόγο ήταν τα μαλλιά της.

«Ναι, τελικά θα τη χρειαστώ αυτή την πετσέτα!» μου είπε και έβαλε τα γέλια, και τα έβαλα κι εγώ, και βρεθήκαμε τρεις η ώρα τα χαράματα να κακαρίζουμε και οι δύο σα μανιακοί.

Και εκεί που δεν το περίμενα, έκανα και το ντους που χρειαζόμουν απελπισμένα, γιατί έτσι όπως μας είχε κάνει και τους δύο σύχριστους ο πρόεδρος δεν γινόταν και αλλιώς!

«Έχεις ζεστό νερό;»

Σύντομο διάλειμμα για επανεκκίνηση.

«Θα κάνεις ντουζ εδώ;» της είπα όταν έφτασα στο logon screen.

«Εσύ τι λες, να βγω έξω σαν τη Μπο Ντέρεκ με home made κρέμα σώματος;» μου είπε δείχνοντάς μου τι εννοούσε.

  • Χέρια, check.
  • Στήθος, check.
  • Στομάχι, check.
  • Πρόσωπο, check.
  • Λαιμός, check.

In retrospect, θα έπρεπε να έχω ρίξει καμιά παχιά το απόγευμα, οπότε δε θα είχε γίνει το δωμάτιο σαν σκηνή του ΣΕΞορκιστή, αλλά που να το φανταστώ;

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι σε πήραν τα σκάγια.»

«Σκάγια!» είπε και έβαλε τα γέλια. «Χειροβομβίδα τουλάχιστον!»

«Χείρα is the keyword!» της απάντησα στην πάσα που της έδωσα, και πάρ’τους κάτω πάλι και τους δυο μας.

Έβγαλα από τη ντουλάπα μια καθαρή πετσέτα σώματος και της την έδωσα και την άφησα να πάει πρώτη, γιατί εδώ που τα λέμε, εκείνη είχε πάρει η… χειροβομβίδα περισσότερο.

Άκουσα το νερό να τρέχει και το μυαλό μου έφτιαξε και πάλι εικόνες, και ο πρόεδρος ξέχασε τις πομπές του και πετάχτηκε σαν εύζωνας που βάραγε προσοχή. Αναστέναξα και σκουπίστηκα όπως όπως με το μποξεράκι, που έτσι κι αλλιώς είχε γίνει χάλια, και ξέστρωσα τα σεντόνια στα γρήγορα για να μην ποτίσει και το στρώμα.

Έστρωσα τα καθαρά σεντόνια, φόρεσα ξανά το μποξεράκι για να μην γυρνάω με τους κώλους έξω, και έκανα ένα κουβάρι τα λερωμένα σεντόνια και τα άφησα έξω από το μπάνιο. Μην έχοντας τι να κάνω μέχρι να τελειώσει, πήγα στην κουζίνα και άνοιξα ένα κουτάκι μπύρα και το άδειασα μονορούφι.

«Τέλειωσα!» μου είπε βγαίνοντας από το μπάνιο τυλιγμένη ακόμα με την πετσέτα που της έδωσα.

«Έχω αλλάξει σεντόνια!»

«Άσε την πάρλα!» μου είπε. «Μου έχεις τάξει παγωτό!»

«Διαταγάς!» της έκανα, και τρώγοντας μια καθόλου στρατιωτική στα καπούλια, μπήκα κι εγώ στο μπάνιο για να ξεπλύνω το σώμα μου από την αμαρτία.

Έκανα στα γρήγορα το ντουζάκι μου και όπως έχω και μπουρνούζι—αλλά και κοντό μαλλί—στέγνωσα γρήγορα. Επέστρεψα στο δωμάτιο και βρήκα τη Μελίτη να έχει ξαπλώσει κάτω από το σεντόνι. Ή, πιο σωστά, είχε κάτσει όπως και πριν, με την πλάτη στο προσκέφαλο, ωστόσο από πάνω ήταν γυμνή και είχε το σεντόνι τραβηγμένο μέχρι την κοιλιά.

«Κρυώνεις;» τη ρώτησα με απορία. «Να βάλω πιο ψηλά το air-condition;»

«Για σένα το κάνω!» μου είπε χαμογελώντας αδιόρατα.

“Ehm, what?”

Αντί απάντησης κατέβασε το σεντόνι. Yup, είχε βγάλει το μποξεράκι που της είχα δώσει, και φορούσε μόνο το κιλοτάκι της.

Ορθή επανάληψη.

Το mini, sexy, δαντελωτό, ημιδιάφανο κιλοτάκι της.

Άθελά μου ξεροκατάπια βλέποντάς την και η Μελίτη χαχανίζοντας σήκωσε και πάλι το σεντόνι. «Παγωτάκι;»

«Παγωτάκι!» επανέλαβα μηχανικά, καθώς είχα μείνει ο ίδιος παγωτό. «Παγωτάκι!» επανέλαβα λες και μου έγινε η θεία φώτιση, και πήγα μέσα στην κατάψυξη και έβγαλα τα δύο παγωτά, και φυσικά έφερε και δύο κουταλάκια.

Κάθισα δίπλα της, εγώ ωστόσο χωρίς να σκεπαστώ, και της έδωσα το παγωτό.

«Δε μου είπες,» μου έκανε επιστρέφοντας στο παιχνίδι με τα τραγούδια. «Ποιο θα επέλεγες για την Ελευθερία!»

«Χμμμ…» έκανα τρώγοντας μια κουταλιά από το δικό μου παγωτό. «Παρόλο που όταν μου ζήτησε—διόρθωση, όταν μου ανακοίνωσε—ότι θέλει να τα χαλάσουμε μου ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι, θα επιλέξω το “Heard it through the Grapevine” των Creedence Clearwater Revival!»

«CCR, ε;»

“I put a spell on her, but I wasn’t the fortunate son so…I saw the rain!”

Ναι, δεν το έπιασε. “WUT???” με ρώτησε με απορία, και αστείο που χρειάζεται να το εξηγήσεις χάνει την μισή του αξία.

C’est la vie, say the old folks, it shows you never can tell…

«Εσύ τι θα επέλεγες για το Γιώργο;» τη ρώτησα όταν τελείωσα με τις εξηγήσεις.

“Beatles!” μου απάντησε αμέσως. “I want to hold your hand” μου είπε χαμογελώντας σχεδόν νοσταλγικά. «Την πρώτη φορά που μου έπιασε το χέρι… τη θυμάμαι πιο έντονα από το πρώτο μου φιλί!» μου εξήγησε ντροπαλά.

Yup, that’s my girl for you!


25. Καλημέρα Ήλιε

Με την προειδοποίηση ότι αν το πρωί ξυπνούσε και δε με έβρισκε στο σπίτι θα είχα πεταχτεί να πάρω καφέ και με την υπενθύμιση αυτή τη φορά να πάρω τα κλειδιά μου γιατί αν την ξυπνούσα επειδή τα είχα ξεχάσει δε θα πήγαινε καθόλου καλά, την πήρα αγκαλιά για να πέσουμε για ύπνο.

«Πρέπει να σε παχύνω!» μου υπενθύμισε.

«Δε θέλω να σου χαλάσω τη φαντασίωση,» ξεκίνησα να της λέω «αλλά δεν το έχουν καταφέρει Ευτυχία, Βαΐα και Χρυσή εικοσιέξι χρόνια.»

«Γελάω, Αγραφιώτη;» με ρώτησε κοιτάζοντας με μέ μισό μάτι.

«Είναι το σασί μου έτσι!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Το σασί σου ή το κλούβιο σου κεφάλι που ξεχνάει να φάει;»

«Και αυτό μέρος του σασί είναι!» της απάντησα, κάνοντάς τη να χασκογελάσει.

«Είπα θα σε παχύνω, και θα σε παχύνω!» μου δήλωσε. “What Melite wants is what Melite gets!”

«Φιλόδοξη!»

«Πραγματίστρια!»

«Καληνύχτα μωρό μου! Ιχλίμιντριχ!» της είπα φιλώντας την τρυφερά στα μαλλιά.

«Καληνυχτούδια του! Ιχλίμιντριχ auch!» μου είπε και έτριψε το πρόσωπό της πάνω στο στέρνο μου και μετά μουρμούρισε «Yup, θα σε παχύνω!»

Χαμογέλασα και έκλεισα τα μάτια μου και αν και συνήθως μου παίρνει λίγη ώρα να τα καταφέρω καθώς ο μαλάκας μέσα στο κρανίο δε μ’ αφήνει σε ησυχία, αλλά αυτή τη φορά ήταν σα να έφαγα ροπαλιά στο κεφάλι, μιλάμε έσβησα!

Ξύπνησα γύρω στις δέκα. Η Μελίτη ήταν μπρούμητα και τελείως ξεσκέπαστη. Δε μου έφταναν οι πρωινές κατουρόκαυλες, είχα και το θέαμα με το μίνι κιλοτάκι να έχει χωθεί μέσα της και άντε μετά να καταφέρεις να κατουρήσεις. Και να έχεις και τον μαλάκα between να τον έχει τραβήξει φωτογραφία—γιατί αλίμονο—και δεν ήταν κωλαράκι ρε παιδιά αυτό, ήταν αριστουργηματικό αριστούργημα.

Το σοβαρό ενδεχόμενο ότι για τη Μελίτη να ήταν output only και εγώ να έμενα με την όρεξη δεν το συζητάμε!  (Spoiler alert! Δεν ήταν, lol!)

Κάπως τελικά κατάφερα τον πρόεδρο να συνεργαστεί, και αφού έπλυνα δοντάκια αποφάσισα να το παίξω αλητεία και να μην κάνω το πρωινό ντουζ. LOL, καλά πήγε αυτό, με το που γύρισα από τα Μικέλ που πήγα να πάρω τους καφέδες μας ένιωθα ότι οι περαστικοί με μύριζαν σαν μαντρόσκυλα και άλλαζαν πεζοδρόμιο.

Και έτσι με το που γύρισα χώθηκα εκ νέου στο ντους και ένιωσα άλλος άνθρωπος, και με το που τελείωσα έβαλα και το πλυντήριο που δεν είχα βάλει το βράδυ για να μην ακούσω καμιά παναγία από τα διπλανά διαμερίσματα. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να πάρω την Κωτσοβολάρα να έρθει να το δει τεχνικός γιατί στο τέλος θα μου έληγε το total support και θα καθόμουν και πάλι στον άξονα.

Γύρισα στο γραφείο με τον καφέ και άνοιξα το laptop για να χαζέψω στα internets—για σήμερα είχα αποφασίσει να μου δώσω ρεπό—και φυσικά άνοιξα και την ομαδική.

Michael: Καλημέρα κλαρίνα.
Alexia: Εμένα παίζει και όμποε, LOL. Καλημέρα ανωμαλιάρηδες
Michael: @Alexia Προσπαθείς να με κάνεις να πάθω έμφραγμα;
Alexia: Εντάξει, το παίρνω πίσω… και από πίσω, LOL.
Michael: @*#($*#@(!_))@_#$*#*(@#$@#)$@#
Jo: Καλημέρα μπουρδελιάριδες!
Vicky: Καλημέρα πρωκτολάγνοι!
Michael: Πού είναι το μπουζούκι;
Vicky: Ποιο από τα δύο, ο κολλητός σου ή το αδερφάκι μου;
Michael: Ο Ζαχαρίας είναι μπαγλαμάς! Για το μπουζούκι σε ρώτησα!
Jo: LOL
Alexia: ROTFL.
Vicky: Κοιμάται και ονειρεύεται.
Alexia: Τα βυζιά εμένα και της Jo?
Vicky: Αυτά τα ονειρεύομαι κι εγώ!
Jo: LOL
Alexia: LOL
Michael: …
Vicky: Αμφότεροι both και οι δυο κοιμούνται σα μοσχάρια γάλακτος, οι γλυκούληδες.
Jo: Το «σα» το βάζεις για να γεμίζεις την πρόταση;
Alexia: @Michael Πού είναι η @Melite για να έχουμε καλό ρώτημα.
Michael: Κοιμάται τον ύπνο του δικαίου.
Jo: Αυτό που λένε κοιμάται και η τύχη της δουλεύει!
Michael: Τι ώρα θα βρεθούμε;
Jo: Εμείς θα ξεκινήσουμε σε κανένα μισάωρο, οπότε κάντε τα κουμάντα σας.
Vicky: Εμείς λίγο αργότερα, γιατί πρέπει να ξυπνήσω και τους μούσκαρους.
Michael: Ok… σας αφήνω να πάω να ξυπνήσω την @Melite, να προλάβει να πιει και εκείνη το καφεδάκι της!
Jo: Φιλούμπες, τα λέμε κάτω.
Alexia: XOXO
Vicky: Φιλάκια!

Επέστρεψα στα Internets και κάθισα να χαζέψω ανάλυση σκάκι στο κανάλι του Agadmator. Μου αρέσει να παρακολουθώ αναλύσεις αλλά δε μου αρέσει να παίζω, η αγάπη μου για το σκάκι εξαντλείται στην επίλυση τακτικών puzzles (lol, έχω ELO 2200 στο chess.com μόνο και μόνο από αυτό!)

Τούτου λεχθέντος, και σε αντίθεση με τα αδέρφια μου ή το Στέλιο, είμαι ικανός να με πάρει ο ύπνος στον τελικό του Μουντιάλ, αλλά δώσε μου να παρακολουθήσω live tournaments και ιδρώνω από την αγωνία.

Φανατικοί ΑΕΚτζήδες και οι τρεις με είχαν σούρει κάμποσες φορές στο γήπεδο όταν η ΑΕΚ ανέβαινε Λάρ’σα και μια-δυο φορές με πήραν μαζί και σε ευρωπαϊκούς αγώνες… και ύπνε που παίρνεις τα παιδιά.

Για το τυπικό δήλωνα κι εγώ ΑΕΚ αλλά η εικόνα εικοσιδύο μαντράχαλων να κυνηγάνε μια μπάλα με συγκινούσε όσο τα μαθήματα θρησκευτικών στο σχολείο. ΚΑΘΟΛΟΥ!

Εκείνη την ώρα ξύπνησε και η Μελίτη και ήρθε να με βρει παραπατώντας στο γραφείο. Με το σέξι, ημιδιάφανο, μίνι κιλοτάκι που δε θα το έλεγες και επιμελές στην κάλυψη της γυμνής της σάρκας.

«Καλημερούδια!» μου είπε με νυσταγμένη φωνή.

«Καλημέρα μωρό μου!» της απάντησα και σηκώθηκα να της δώσω ένα φιλάκι.

«Δεν έχω πλύνει δόντια!» προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί.

«Σκασμός Αντωνάκη… ΜΟΥ!» της έκανα και τη φίλησα βαθιά, και την ένιωσα προς στιγμή να λιώνει στην αγκαλιά μου.

«Καφέεεεεεε»

«Σου έχω πάρει και καφεδάκι,» της είπα. «Στο ψυγείο!»

«Αααχ!!! Τέτοια μου κάνεις και χλιμιντρίζω σαν ψωράλογο!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Ιχλίμιντριχ auch, κοριτσάρα μου,» της είπα.

Και εκεί είχα έκλαμψη. Πριν δυο εβδομάδες είχα πάρει καινούργια οδοντόβουρτσα γιατί η παλιά κόντευε να ξεπεράσει το εξάμηνο, αλλά με τούτα και με κείνα δεν την είχα ανοίξει ακόμα.

«Έλα εδώ!» της είπα και την άρπαξα από το χέρι και την έσουρα στο μπάνιο.

(Και δε μου διέφυγε ότι ενώ δεν ήξερε γιατί την έσουρνα στο μπάνιο, δε θα έλεγα ότι αντιστάθηκε… φανατικά!)

Άνοιξα το ντουλάπι και έβγαλα την οδοντόβουρτσα και ήταν και σε κόκκινο χρώμα γιατί τους είχαν τελειώσει οι μωβ. (Και μεταξύ μας, και ένας από τους λόγους της αναβλητικότητας! Είπαμε, υποχόνδριος!)

«Δική σου!» της είπα.

«ΙΧΛΙΜΙΝΤΡΙΧ!» μου έκανε ενθουσιασμένη και ξεχνώντας ότι δεν είχε πλύνει δόντια (και χέστηκα να πούμε) μου έκανε μια πρόχειρη εξέταση αμυγδαλών, και μετά με πέταξε έξω με τις κλωτσιές για να κάνει την πρωινή της ρουτίνα.

«Θέλω να κάνω ντουζ!» μου παραπονέθηκε πριν με διώξει.

«Ε, κάνε!» της είπα.

«Δεν έχω καθαρά εσώρουχα!» μου παραπονέθηκε. «Ποια με πέρασες ρε να φοράω τα ίδια βρακιά δυο μέρες, την Αστέρω;»

Και μόνο τότε με πέταξε έξω με τις κλωτσιές. Παστρικά πράγματα!

Επέστρεψα στο laptop και πάτησα unpause στην ανάλυση του Agadmator για το παιχνίδι Magnus Carlsen vs Vincent Keymer στο σκακιστικό τουρνουά της Νορβηγίας. Ο Agadmator, όπως πάντα όταν είχε μια ενδιαφέρουσα κίνηση πάτησε pause, περίπου στο 8 λεπτό του video.

Ήταν η 31η κίνηση και ο Agadmator ρώτησε τι θα παίζαμε στη θέση του Keymer. Πάτησα pause, γιατί τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που δίνει δεν είναι αρκετά και κοίταξα προσεκτικά την σκακιέρα.

Νe6 αποφάσισα μετά από πέντε λεπτά διαλογισμού, παρόλο που φαινόταν ότι έδινα τσάμπα το πιόνι στο d6, και ακόμα χειρότερα μετά από take-take-take θα έχανα και το πιόνι στο b6, αφήνοντας τα λευκά με δύο connected pawns σε c4 και b5.

Μόνο που μετά είχα Nf4 και είτε θα έκανα ματ σε δύο κινήσεις, είτε τα λευκά θα αναγκάζονταν να παίξουν Kh1 και μετά Qg1 και θα έμενε εκεί όσο τα μαύρα θα έκαναν εκκαθάριση στη σκακιέρα, και καλή τύχη στα λευκά να παίξουν εναντίων δύο ίππων, ενός αξιωματικού και τριών πιονιών έχοντας όλο και όλο έναν αξιωματικό και την Βασίλισσα να κάνει το περίπτερο.

Και εγώ το βρήκα και ο Keymer όχι!!!!!!

(Το γεγονός ότι ο Keymer είχε ακόμα δέκα λεπτά για όλο το υπόλοιπο της παρτίδας το αγνοούμε επιδεικτικά, lol!)

Στο μεταξύ είχε τελειώσει και η Μελίτη με την πρωινή της ρουτίνα και επέστρεψε να με βρει—αυτή τη φορά φορώντας τη μπλούζα μου σαν κελεμπία· της έφτανε μέχρι τη μέση των μηρών.

Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από τον καφέ της και τεντώθηκε σα χορτασμένη γάτα. «Αααχ!» Και μετά παρατήρησε την οθόνη. «Σκάκι είναι αυτό;» με ρώτησε με μείξη απορίας και περιέργειας.

«Ναι,» της απάντησα. «Είναι σκακιστικό κανάλι με έναν φοβερό τυπά—Κροάτη—που κάνει αναλύσεις παιχνιδιών.»

«Παίζεις σκάκι;»

«Όχι ακριβώς,» της απάντησα. «Μου αρέσει να λύνω τακτικά puzzles, αλλά ως εκεί!»

«Κρίμα!» μου έκανε. «Θα σε λάτρευε η Χαριτίνη.»

«Παίζει σκάκι;» ρώτησα με ενδιαφέρον.

«Ερασιτεχνικά, μη φανταστείς,» μου απάντησε. «Αλλά είναι πολύ δυνατή, εγώ τουλάχιστον ούτε ισοπαλία δεν καταφέρνω να της πάρω.»

«Ούτε εγώ είμαι καλός σε παιχνίδι-παιχνίδι,» της είπα. «Τα puzzles είναι που με ιντριγκάρουν. Ωστόσο ακόμα και αν δε μ’ αρέσει να παίζω ο ίδιος, μ’ αρέσει πολύ να παρακολουθώ!»

“Huh…” έκανε σκεπτική.

«Yup, μπορεί να κοιμηθώ στον τελικό του champions league και να ιδρώσω από την αγωνία σε παρτίδα κλασσικού σκάκι. Για να μη μιλήσουμε για rapid ή blitz!» της είπα με πάθος, και κατά τα φαινόμενα η Μελίτη ήξερε τους όρους οπότε δεν χρειάστηκε να τους εξηγήσω.

«Τι ώρα έχουμε πει με τα παιδιά;»

«Πιες το καφεδάκι σου με την ησυχία σου. Και η Τζο με την Αλεξία τώρα σε λίγο θα ξεκινήσουν. Η Βίκυ και το Στέλιο και το Ζαχαρία θα έρθουν αργότερα, είπε πως κοιμούνται ακόμα και οι δύο.»

«Δεν γύρισε Γερμανία ο Ζαχαρίας;» με ρώτησε με απορία.

«Κατά τα φαινόμενα όχι,» της απάντησα. «Όχι ότι ξέρω το calendar του, έτσι;» συμπλήρωσα χαχανίζοντας.

«Αλήθεια,» μου είπε αλλάζοντας τελείως θέμα. «Εσύ τι έχεις κανονίσει φέτος για διακοπές;»

«Δεν έχω κανονίσει,» της απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους μου.

«Πώς έτσι;» με ρώτησε παραξενεμένη.

«Αλεξία και Τζο πήγαν νωρίς δέκα μέρες φέτος στην Πάρο γιατί η Τζο δε μπορούσε να πάρει άδεια. Η Βίκυ και ο Στέλιος έχουν κανονίσει αρχές Αυγούστου να πάνε δέκα μέρες Ιταλία, και έτσι φέτος κάθισα στον άξονα.»

«Εδώ θα τη βγάλεις μωρέ Μιχάλη;»

«Ε, μπορεί να ανέβω στο χωριό καμιά δεκαριά μέρες αλλά ως εκεί,» της είπα αναστενάζοντας. «Μην ξεχνάς ότι ένα μήνα το είχα ρίξει στην παλαβή, και πέρα από το ΕΣΠΑ θέλω να το τελειώσω το ρημάδι το διδακτορικό.»

«Και μετά;»

«Στρατό για να ξεμπερδεύω με τη μαλακία και… δεν έχω αποφασίσει. Εγώ δηλαδή, γιατί ο Δημήτρης έχει αποφασίσει για μένα!» της είπα χαχανίζοντας. «Θα κάνω post-doc, θα γίνω λέκτορας, και θα ξουρίσω και το μουστάκι!»

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!» μου είπε. «Να ξυρίσεις το μουστάκι, εννοώ!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑ, ναι, αυτό το είπα κι εγώ στο Δημήτρη. Καλοσύνη του, μου επέτρεψε να το κρατήσω, LOL!»

«Να του πεις να τα ξεχάσει αυτά τα κομμουνιστικά που ξέρει!» μου είπε χτυπώντας με εμφατικά με το δάχτυλο στον ώμο. “There is a new boss in town!”

«Ναι, του το είπα και αυτό!» χαχάνισα.

«Και τι είπε;»

«Να χρησιμοποιήσω την Χολιγουντιανή μου γοητεία,» ξεκίνησα και της ξέφυγε ένα ρουθούνισμα, «για να σε στρέψω σε Structural Engineering, και όταν μάλιστα του είπα ότι αν το κάνω αυτό θα κινδυνέψει η κεφάλα μου, προθυμοποιήθηκε να με θυσιάσει για την επιστήμη!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Γελάει η γαϊδάρα!» έκανα με προσποιητή απελπισία.

«Μη φοβάσαι μωρό μου, δε θα κινδυνέψει η κεφάλα σου. Structural Engineering is also my true calling!»

«ΔΟΜΟΣΤΑΤΙΚΗ Η ΤΕΦΡΑ!» φώναξα ενθουσιασμένος.

Αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε!


26. Commando

«Εσύ πότε θα πας Κεφαλονιά,» την ρώτησα και καλά με ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και μέσα μου να γίνεται του δέκατου κύκλου της Κολάσεως. Από τους εννιά.

«Έλεγα να πάω αρχές Ιούλη,» μου είπε, «αλλά αν σ’ αφήσω μόνο σου παίζει να μου γίνεις κινούμενη ακτινογραφία…»

«Μα είδες τι σου είμαι, ο αλήτης;» της είπα με την καρδιά μου να παίζει ταμπούρλο.

«ΘΑ ΣΕ ΓΔΑΡΩ!» με απείλησε. «Δεν αστειεύομαι, Μιχάλη,» μου είπε πιο σοβαρά.

“Yup, I know…” ξεφύσησα. Και μετά αναστέναξα με κίνδυνο να την πλευριτώσω, και μου ήταν και με ένα μπλουζάκι. «Δε χρειάζεται να ψηθείς Αθήνα, μωρό μου… μπορείς να με δέρνεις και μέσω viber ή messenger.»

«Δεν έχει πλάκα έτσι!» μου είπε παιχνιδιάρικα. «Με τη Χαριτίνη στη Σορβόννη και την Κωνσταντίνα εδώ, θα έκοβα φλέβες μετά την πρώτη εβδομάδα στο Ληξούρι,» μου εξομολογήθηκε. “And then there is you…”

«Αυτό που το πας; ε; ε; ε;» της έκανα σαν παιδάκι κερδίζοντας ακόμα ένα μικρό ρουθούνισμα.

«Οπότε έχουμε μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου να σε παχύνω!» μου δήλωσε.

Το γεγονός ότι 26 χρονών μαντράχαλος, διδακτορικός φοιτητής, άρχισα να τρέχω σαν παιδάκι πάνω-κάτω και να χοροπηδάω σαν κατσίκι στο γραφείο… ε, για μένα μιλάμε, δεν το λες και υπερβολή, LOL!

Η Μελίτη κούναγε το κεφάλι της αριστερά-δεξιά χαμογελώντας σα να μην πίστευε στα μάτια της αλλά εγώ είχα ξεφύγει τελείως.

Σταμάτησα και άνοιξα το YouTube και έγραψα πυρετικά. Πάτησα Play και έδωσα το χέρι μου στη Μελίτη. «Χορεύετε δεσποινίς;»

Χωρίς να περιμένω απάντηση την τράβηξα να σηκωθεί, και το έκανε γελώντας. Την πήρα αγκαλιά πάνω που έπεσαν οι πρώτες νότες του Hungarian Dance.

«Δεν ξέρω waltz!» μου είπε γελώντας.

«Ούτε εγώ!» της είπα. «Και δεν είναι waltz, είναι Csárdás» της είπα και αρχίσαμε να γυρίζουμε ο ένας γύρω από τον άλλον σαν αρκούδες πάνω σε λάβα.

«Μη μου πεις, το διάβασες στο Wikipedia!» μου είπε γελώντας.

«Nope, μου το είπε ο Gemini!»

«Ρώτησες το Gemini τι χορός είναι το Hungarian Dance?»

«Βαριόμουν»! της απάντησα, κερδίζοντας ακόμα πιο δυνατά γέλια.

Και μετά ακολούθησαν Animals, γιατί κατά τα φαινόμενα δεν παθαίνουν hallucinations (confabulations, διόρθωσα τον εαυτό μου!) μόνο τα LLM, κατά τα φαινόμενα και ο Αλγόριθμος δεν λέει όχι για καμιά βολτίτσα σε Dutch coffee shops.

«Λοιπόν, πάω να ντυθώ για να φύγουμε!» μου είπε όταν την άφησα από την αγκαλιά μου.

«Μια χαρά είσαι κι έτσι!» της είπα και της έχωσα παιχνιδιάρικα μια στα κωλομέρια.

ΔΕΝ ΦΟΡΟΥΣΕ ΤΟ ΚΥΛΟΤΑΚΙ ΤΗΣ!!!! ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΣΕ FULL COMMANDO ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ EDDIE!

«ΑΧΝΕ!» μου έκανε θεατρικά, και είχα κάψει που είχα κάψει φλάντζα, με αποτελείωσε…

Τελικά, πλάκα-στην-πλάκα, με τα ρούχα μου βγήκε στο δρόμο, δηλαδή τη μπλούζα και το σορτσάκι και όχι σαν Σκωτσέζος καταδρομέας. Μου είπε να πάρω απλά το μαγιό μου, μια πετσέτα και το αντηλιακό και τα υπόλοιπα θα τα φρόντιζε εκείνη.

Και τζιν!

«Με τη μηχανή θα πάμε, κι εγώ μακρύ παντελόνι θα φορέσω!» μου δήλωσε, και επειδή ένιωθα λίγο γελοίος να φορέσω τζιν με σαγιονάρες, φόρεσα ένα ζευγάρι καλοκαιρινά μοκασίνια και οι σαγιονάρες στη σακούλα.

Και πράγματι, και η ίδια τζιν παντελόνι φόρεσε με sneakers. Βέβαια πήρε μαζί της και ένα παρεό για την παραλία, και μαζί με όλα τα τζιτζιμπράγκαλά της, τα έβαλε στο βαλιτσάκι του sport Billy, έχωσε και τα δικά μου, και τα ζαλώθηκα στην πλάτη σαν μουλάρι.

(Με το “σαν” της μεγαλοπρέπειας!)

«Κάνε μου λιγάκι μμμμμμμμμ» της τραγούδισα μουγκανίζοντας σαν γελάδι που του πάτησαν την ουρά «κι εγώ αμέσως θα σου κάνω μμμμμμμμμ!» και με κοίταξε σα να είχα φάει γλάστρα στο κεφάλι. «Γιώργος Μαρίνος!» της είπα, και βεβαιώθηκε ότι όντως μικρός είχα φάει γλάστρα στο κεφάλι.

Κανένα σέβας η σημερινή νεολαία.

Κάναμε και μια στάση στο Μικέλ για δεύτερο καφέ, και εκεί ανακάλυψα ότι υπάρχει και συσκευασία για μηχανές! Κοίτα να δεις ρε φίλε τι μαθαίνει κανείς στα γεροντάματα. Και εκεί μου ήρθε στο μυαλό ο Τσάκωνας από το “μάθε παιδί μου γράμματα”: Έξι χρόνια στο δημοτικό, έξι χρόνια στο γυμνάσιο…»

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε ενώ περιμέναμε τους καφέδες μας.

«Έξι χρόνια στο δημοτικό,» ξεκίνησα να της λέω τελείως άκυρα. «Έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο. Οκτώ χρόνια στο πολυτεχνείο. Έξι χρόνια μέχρι να πάω δημοτικό. Σύνολο 26. Εντάξει, μου βγαίνουν!»

Έβαλε τα γέλια χωρίς να έχει ιδέα τι της έλεγα. «Αρχικά το πολυτεχνείο είναι πέντε χρόνια, βάλε και ενάμιση το μεταπτυχιακό και τριάμισι το διδακτορικό… δέκα!»

Και εκεί σκάλωσε γιατί δεν της έβγαιναν τα νούμερα.

«Κάτσε, δε βγαίνει!» μου είπε.

«Εχμ…ξεκίνησα το μεταπτυχιακό στο τέταρτο έτος,» της είπα. «Στο πέμπτο, είχα ξεκινήσει το διδακτορικό, στην ουσία το πρώτο σκέλος της μεταπτυχιακής μου εργασίας είναι μέρος του διδακτορικού μου.»

“WUT?”

«Μη με βλέπεις έτσι σκληροκαργιόλη και σφίχτη!» της είπα, και παραλίγο να της φύγει ότι είχε μείνει από τον πρώτο καφέ από τη μύτη, «κατά βάθος είμαι nerd!»

«Κι εγώ είμαι nerd!» μου είπε αναστενάζοντας… «αλλά εσύ αδερφάκι μου είσαι μια κατηγορία μόνος σου!»

«Μισή!» της είπα και με κοίταξε με απορία. «Μού ‘ταξες ότι θα με παχύνεις!»

Κούνησε το κεφάλι της με θεατρική απελπισία και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της τη γνωστή ακολουθία που έμπαζε: θα με σφάξει, θα με πνίξει, θα με πυροβολήσει, θα με αποκεφαλίσει και μετά θα με φυτέψει στις γλάστρες, και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

«Trivia! Αν μια σειρά συγκλίνει αλλά όχι απολύτως, τότε για κάθε πραγματικό αριθμό μπορούμε να κατασκευάσουμε αναδιάταξή της ώστε να συγκλίνει σε αυτό τον αριθμό! Riemann, bitches!»

«ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΝΟΥΜΕΡΟ;»

«Η ακολουθία σου… που θα με αποκεφαλίσεις κλπ μπάζει…» της εξήγησα. «Αλλά αν συγκλίνει υπό προϋπθέσεις, το σώζουμε!» συνέχισα ζορίζοντας την τύχη μου.

Αποφασίζοντας ότι δε θα βγάλει άκρη μαζί μου, μού έδωσε φύλλο πορείας για την μηχανή και να κάτσω εκεί και να μη βγάλω άχνα γιατί άντε γιατί άντε.

Και όπως έκανα να πάω στη μηχανή, μου έχωσε και μια παιχνιδιάρικη κλωτσιά στα καπούλια.

«Εγώ μάρτυρας!» είπε η κοπέλα στον πάγκο. Στην Μελίτη, όχι σε μένα.

Αδικία! Αυτό έχω να πω!

Επέστρεψε μετά από δέκα λεπτά, και αφού μου είπε “Ιχλίμιντριχ” και μου έδωσε ένα φιλάκι, ζαλώθηκα και το σακουλάκι με τους καφέδες.

«Έτοιμος;» μου είπε από το Bluetooth του κράνους όταν ανέβηκα κι εγώ.

“I was born ready!” της είπα αυτάρεσκα.

«Φουκαρά μου μη μου αρχίσεις πραγματική ανάλυση σε βλέπω να έρχεσαι με τα πόδια!» με απείλησε.

«Χα! Έχω τα πράγματα!» της είπα βρίσκοντας την τρύπα στη συλλογιστική της.

«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν μπορώ να πάρω εγώ το σακίδιο στην πλάτη;»

Ναι, αλλού ήταν η τρύπα!

(LOL, έτσι μου είχε πει και η Ελευθερία μια φορά που νόμιζα ότι την έπαιρνα από πίσω και είχα μπει μπροστά. Και έλεγα κι εγώ, σάμπως να παραμπήκα εύκολα, άλλες φορές βέλαζε στην αρχή και με απειλές κατά της σωματικής μου ακεραιότητας αν σταματούσα… Άβυσσος… Και μετά συνέχιζε να βελάζει, για τελείως διαφορετικούς λόγους…)

Παρά το φαντασμαγορική φαντασμαγορία των οπίσθιων την Μελίτης, δεν την έκοβα να έχει τέτοιες ορέξεις. Καλά, μη νομίζετε ότι θα μ’ έπαιρνε και από κάτω, έτσι; Σαν αίσθηση προτιμώ το μπροστά· για μένα τουλάχιστον στο από πίσω περισσότερο η ιδέα ήταν παρά κάτι άλλο.

Για τους ομοφυλόφιλους άντρες, που δεν μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς, κάπου το καταλάβαινα. Στις γυναίκες γιατί άρεσε—καλά, όχι σε όλες έτσι, από τις πέντε μόνο Ελευθερία και Τριανταφυλλιά—δεν το καταλάβαινα, αλλά όταν σου χαρίζουν γάιδαρο δεν τον κοιτάς στα δόντια.

Και έτσι, με αυτές τις σκέψεις του κώλου, ούτε που κατάλαβα πότε φτάσαμε στην παραλία, όπου βρήκαμε Τζο και Αλεξία να κάνουν τις λιαστές ντομάτες. Και οι δυο χωρίς το πάνω μέρος του μαγιό, αλλά τουλάχιστον μπρούμητα.

«Άμαχος πληθυσμός!» είπα για να τις ξυπνήσω.

«Βρε καλώς τους!» είπε η Τζο, χωρίς ωστόσο να σηκωθεί και παρά το πείραγμά της ούτε η Αλεξία το έκανε.

«Ξαδερφούλη, θα σηκωνόμουν να σε αγκαλιάσω, αλλά θα μου μείνεις, και τι να σε κάνω που σ’ αγαπάω!» μου είπε χαχανίζοντας. «Τι κάνεις κούκλα;» ρώτησε την Μελίτη.

«Προσπαθώ φιλότιμα να μην τον στραγγαλίσω!» τους είπε με αγάπη, και βάλανε και οι δύο τα γέλια. «Μ’ έχει τρελάνει από το πρωί!»

«Προς υπεράσπισή μου!» ξεκίνησα να λέω και εκεί σταμάτησα γιατί δεν είχα τι άλλο να πω.

«Έλα να σου βάλω αντηλιακό ρε νούμερο!» μου έκανε χαμογελώντας μου τρυφερά.

Τη βοήθησα να στρώσουμε την ψάθα, και μετά τα πέταξε και εκείνη μένοντας με το μαγιό της και ήταν η σειρά μου να την αλείψω.

Αααχ… κολάρα η logo στιγμής…

«Λοιπόν, κολύμπι!» μου είπε όταν τελείωσα.

«Εγώ έλεγα να κάνω λίγο ηλιοθεραπεία!» της είπα γιατί ήξερα τι μου ερχόταν και προσπαθούσα να το αποφύγω. “I hate tan lines!”

«Α, μπα;» είπε η Αλεξία. «Να γυρίσουμε πλευρό τότε.»

Εντωμεταξύ πρέπει να άλλαξα καμιά δεκαριά χρώματα όπως έκανε ότι και καλά πάει να σηκωθεί, και δήλωσα με πάθος ότι τα tan lines είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη μετά τη μαύρη μπύρα.

«Προχώρα!» μου είπε και μου έδωσε μια στα καπούλια, το οποίο δε διέφυγε της προσοχής των άλλων δύο.

«Έτσι, να τη σκίσεις τη γάτα!» έκανε η Τζο.

«Ξαδερφούλη μη την ακούς! Δείξε πόσο σκληρός καργιόλης είσαι, κοπάνα της το χέρι με τον κώλο να μάθει η κάρχια!»

«Με κατέστρεψες!» της είπα κλαψουρίζοντας. «Θα με πάνε αίμα!»

«Θα σε ΠΑΜΕ!» μου είπε διορθώνοντας το πρόσωπο. «Προχώρα ρεμάλι!»

Και φάε και μια δεύτερη, υπό τις ιαχές, τα σφυρίγματα και τις επιδοκιμασίες του ντουέτου της καταστροφής… μου.

Και φυσικά με το που μπήκαμε μέσα μου έδωσε δέκα λεπτά να σαλιαρίσουμε, πριν αρχίσει ο δεύτερος κύκλος εκπαίδευσης των ΟΥΚ. Τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν κινδύνεψαν με τάκλιν στην καρωτίδα ανυποψίαστοι ροφοί, το λες και πρόοδο.

Πλάκα στην πλάκα πάντως, και παρόλο που με ξεθέωσε για δεύτερη σερί Κυριακή, όντως ο τρόπος που κολυμπούσα είχε αρχίσει να εμφανίζει σαφή βελτίωση. Μπορεί να μου βγήκε η γλώσσα και πάλι αλλά η κούραση ήρθε λόγω της διάρκειας—κολυμπώντας σωστά κουραζόμουν λιγότερο στις κινήσεις μου.

Όταν ο Κεφαλλονίτης Hartman αποφάσισε ότι αρκετά για την ώρα, ήρθε πάνω μου και με αγκάλιασε μέσα στο νερό τυλίγοντας τα πόδια της πίσω από τη μέση μου.

«Είδες;» μου είπε αφού μου έδωσε ένα τρυφερό φιλάκι. «Καλύτερα δεν ήταν σήμερα;»

«Ήταν!» της απάντησα χαμογελώντας, και επειδή ότι θυμάμαι χαίρομαι η επόμενη μου παρατήρηση εννοείται ότι ήταν παντελώς άκυρη. «Δεν είχα καταλάβει ότι η αδερφή σου κάνει διδακτορικό στη Γαλλία.»

«Με υποτροφία από το ίδιο το πανεπιστήμιο της Σορβόννης!» μου είπε με υπερηφάνεια που δε μπορούσε να κρυφτεί. «Και δεν είναι απλή υποτροφία, στην πραγματικότητα είναι “Contrat Doctoral” όπως το λένε οι ιθαγενείς!»

«Οι ιθαγενείς!» επανέλαβα βάζοντας τα γέλια, παρόλο που αν το καλοσκεφτείς είναι ακριβώς η σωστή λέξη. «Πώς της φαίνεται η ζωή στη Γαλλία;»

«Σάμπως και βγαίνει από το εργαστήριό της αν δεν πάω εγώ να την ξεκουνήσω;» μου είπε με τρυφερή απελπισία. «Σου θυμίζει κάποιον;»

«Τους νυχτοφύλακες που έκαναν παράπονα στον Δημήτρη ότι πάλι κλείδωσαν τον ψιλολέλεκα στα εργαστήρια!» της απάντησα. “What?” συνέχισα βλέποντάς την να με κοιτάει πάλι με αυτό το απροσδιόριστο ύφος που με έκανε να πιστεύω ότι κάποια μαλακία είχα κάνει πάλι.

«Ιχλίμιντριχ!» μου είπε και με φίλησε τρυφερά. «Είσαι το χταπόδι μου!»


27. The Crazy World of Arthur Brown

Η Βίκυ φρόντισε να στείλει μήνυμα πριν έρθουν ώστε Jo και Αλεξία να βάλουν τα πάνω τους πριν έρθουν. Και φυσικά δεν μπορούσαν να με προειδοποιήσουν… όχι καργιόλη, θα πάθεις αυτανάφλεξη και θα πεις ένα τραγούδι.

Fire, I got you to burn
Fire, I got you to learn

Και έτσι διαπίστωσα ότι υπάρχουν και άλλου είδους φαντασμαγορικές φαντασμαγορίες, πέραν των οπίσθιων της Μελίτης: Τα στήθη της Αλεξίας. Της πρώτης μου ξαδέρφης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είδα και την Τζο σε όλη της τη μεγαλοπρεπή μεγαλοπρέπεια, και μπορεί να μην ήταν Αλεξία, αλλά μια χαρά προκαλούσε εμφράγματα. Και εγκεφαλικά. Και εμβολή.

Κατά τα φαινόμενα και νεφρική ανεπάρκεια από τα γέλια και στις τρεις γαϊδάρες όταν με είδαν να κάνω τη σουπιά πάνω στην άμμο. Δηλαδή, τι σουπιά; Τους εξωγήινους από το Abyss έκανα.

Και δεν ήταν καν εξωγήινοι, τρομάρα τους. Νομίζω, δηλαδή…

Ευτυχώς που ντύθηκαν προτού χρειαστεί να καταφύγω στη δερματική αναπνοή γιατί εκείνη τη στιγμή ήμουν σα να είχα πιει curare από το μπουκάλι.

Και φυσικά με το που επανήρθα άρχισε το γλέντι, και ποια άλλη θα το άρχιζε από τη… φοράδα μου;

«Χθες το βράδυ παίξαμε αυτό το παιχνίδι με το ζώο, τη μορφή νερού και το χρώμα, το ξέρετε;»

«Τίποτε άλλο παίξατε;» την ρώτησε η Τζο.

«Αμέ!» απάντησε η Μελίτη πρόθυμα.

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΑ» απάντησε η Αλεξία. «Και;»

“Messy!” αποκρίθηκε η Μελίτη, μετατρέποντάς με και πάλι σε φωτορυθμικό και κάνοντας τις άλλες δύο να τις πιάσει ο βήχας από τα γέλια.

«Κοριτσάκια και πάλι κοριτσάκια!» είπε η Τζο.

«Ναι, γιατί μωρή εσύ είσαι λιγότερο messy!» της απάντησε η Αλεξία.

Ignorance is bliss. I stand by these words!

Γιατί φυσικά μπορεί το μυαλό μου να είναι στενές επαφές τρίτου τύπου αλλά ο πρόεδρος δεν έχει τις ανάλογες λεπτότητες. Βάλε τα βυζιά και των δύο (ΞΑΔΕΡΦΗ ΣΟΥ! ΜΑΖΕΨΟΥ!) βάλε και τα υπονοούμενα, βάλε και τις αναμνήσεις των χθεσινοβραδινών πομπών μας, και να τη πετιέται.

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΑΧΑΑ, ΠΑΘΑΙΝΕΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ! ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙΤΕ!» φώναξε η Τζο (και φταίω εγώ που της είχα εξηγήσει το να τη πετιέται, γιατί αν δεν πυροβολήσεις πρώτα τον εαυτό σου στο πόδι, ποιο είναι το νόημα τη ζωής;)

«ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!» φώναξε η Μελίτη, και πού στο διάολο ήξερε τα worms? Αυτό το κορίτσι είναι όλο εκπλήξεις.

«ΤΟ ΠΑΛΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΡΚΑΡΗ ΒΓΗΚΕ ΠΑΓΑΝΙΑ!» συνέχισε η Αλεξία.

«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΟΠΩΣ ΛΑΧΕΙ!» κακάρισε η Μελίτη.

«Μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σείεται η στεριά!» συμπλήρωσε κλαίγοντας από τα γέλια η γαϊδάρα η ξαδέρφη μου.

«ΓΚΟΥΣΚΟΥΝΙΑΔΑ!» φώναξε η Τζο, και παίζει να ακούστηκε μέχρι και στο bitch bar που ήταν στα 200 μέτρα.

«ΔΕΝ ΕΠΑΙΖΕ Ο ΓΚΟΥΣΚΟΥΝΗΣ!» είπα ενοχλημένος όπως κάθε φορά που ακούω ανακρίβειες να ειπώνονται με σιγουριά—γιατί αλίμονο αν δε με πείραζε αυτό και όχι το live roasting—και τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι.

«Αρχικά στα δύο πρώτα έπαιζε ο Παύλος Καρανικόλας και όχι ο Κώστας Γκουσγκούνης,» ξεκίνησα σαν Μπακογιαννόπουλος της τσόντας και αφετέρου το «Μουγκρίζουν τ’ άγραφα!» δεν είναι τσόντα! Είναι από αντάρτικο τραγούδι.

Νομίζω ότι αν έβγαινε ο Godzilla να πάρει σάκε από το μπιτσόμπαρο—γιατί κάπως δε νομίζω ότι το φρέντο εσπρέσο θα ήταν του γούστου του— λιγότερη μούγκα θα είχε πέσει.

(LOL, σιγά που θα έβρισκε sake!)

“What?” ρώτησα ενοχλημένος από το βλέμμα τους.

«Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα;» με ρώτησε η Μελίτη προσπαθώντας σκληρά να μη βάλει τα γέλια.

«Άλλος άνθρωπος!» της απάντησα, και ήταν σα να έδωσα το σύνθημα, και κάπως βρέθηκαν και οι τρεις τους να κλαίνε αγκαλιασμένες από τα γέλια.

Αν είναι να γίνεις ρόμπα, να γίνεις σωστά!

Και πάνω που πίστευα ότι δεν μπορεί να γίνω περισσότερο ρόμπα, ότι έφτασα το ολικό ακρότατο, τον πάτο του βαρελιού, διαπίστωσα ότι το βαρέλι είχε τρύπα και κάπως κατάφερα να βγω στον αντίποδα. Καλά δηλαδή που έκανα και τα μαθήματα ελεύθερης κολύμβησης γιατί είναι στο Νότιο Ειρηνικό. (Το γεγονός ότι εκεί ο Ειρηνικός έχει κοντά πεντέμισι χιλιόμετρα βάθος δεν το σχολιάζουμε…)

ΜΕΧΡΙΚΑΙΟΖΑΧΑΡΙΑΣΜΕΓΛΕΝΤΙΣΕ!

Γιατί φυσικά και όταν ήρθαν και οι άλλοι τρεις, οι δυο γαϊδάρες και η μια φοράδα (ιχλίμιντριχ αφού!) τους εξιστόρησαν τα γεγονότα με το νι και με το σίγμα, ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ… Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ πέταξε το εξής!

“Keine Ahnung, was krasser war, Junge: Joe und Alexia komplett oben ohne oder wie Michalis als osmanisches Flaggschiff von einem Miaoulis-Brander gefickt wurde.”

Βίκυ και Μελίτη κοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές, και είχαμε επανάληψη της αγκαλιάς μετά δακρύων. Και επειδή οι υπόλοιποι γερμανικά… nicht ανέλαβε το Duolingo της Ολομέλειας.

«Δεν ξέρω τι με σκάλωσε πιο πολύ, ρε φίλε: που τα πέταξαν έξω η Τζο και η Αλεξία ή που ο Μιχάλης έγινε τουρκική ναυαρχίδα που έπαθε Μιαούλη;» μας εξήγησε η Μελίτη, και κάπως έτσι εκείνο το πρωινό-προς-μεσημέρι-καλά-νωρίς-απόγευμα πέρασε στην Ιστορία.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά ήταν και ιστορικά ακριβές…

Το άλλο που παρατήρησα—παρά το δίγλωσσο live roasting—ήταν πως ο Ζαχαρίας πρόσεχε πως μας κοιτούσε, ή έστω δεν κρατούσε το βλέμμα του πάνω μας μέχρι να αρχίζουμε να νιώθουμε ανατριχίλα σε σημεία που σπάνια τα πιάνει ο ήλιος.

(Βέβαια με τα μπικίνι που φορούσαν και οι τέσσερίς τους, μια χαρά τα φώτιζε ο ήλιος… αχ βαχ…)

Και όχι τίποτε άλλο αλλά μετά το έριξαν και στην ηλιοθεραπεία ξαπλωμένες μπρούμητα και όποιον πάρει ο χάρος. Και αντικειμενικά μιλώντας η Μελίτη είχε τα ομορφότερα, τελειότερα, αριστουργηματικότερα, φαντασμαγορικότερα, επικότερα οπίσθια. Arma virumque cano… και βάλε (LOL, I Wish!) οπότε τράβαγε και ταπερισσότερα βλέμματα, και αποφάσισα να πάρω Στέλιο και Ζαχαρία μέσα γιατί θα τους φύτευα στην άμμο.

(Καλά, τον Στέλιο θα τον φύτευε και η Βίκυ, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι δε θα χασομέραγε να χαζέψει και αυτή τα οπίσθια της Μελίτης…)

Και μετά πήγαμε και πάλι στο Μουρούζη, και επειδή η Μελίτη το είχε πάρει πολύ στα σοβαρά το project «να παχύνουμε το Μιχάλη,» παραλίγο να μου βγει από τ’ αφτιά. Και όποιος ξέρει, ξέρει· ο Μουρούζης δεν αστειεύεται με τις μερίδες, το θεωρεί να πούμε προσωπική προσβολή το φαγητό να μην εξέχει από το πιάτο.

Γυρίσαμε γύρω στις οκτώ στου Ζωγράφου και επειδή δεν ήθελα να οδηγεί και να κουβαλάει το μπαούλο εκστρατείας με τη μορφή σάκου στον ώμο, της είπα να πάμε από το σπίτι της και θα πήγαινα στο δικό μου με τα πόδια και δε θέλω αντιρρήσεις άντε μη… με δείρει!

«Τι θα κάνεις, θα διαβάσεις;» τη ρώτησα με το που ξεκαβαλήσαμε και βγάλαμε τα κράνη.

“Nope,” μου είπε. «Θα χωθώ στη μπανιέρα…»

Αχ βαχ

«Τα μάτια μου είναι εδώ!» μου έκανε, καθώς ομολογώ ότι το βλέμμα μου γλίστρησε ελαφρά.

«Και τι μάτια! Ματάρες!» της είπα εξακολουθώντας να την κοιτάζω όχι ακριβώς στα μάτια.

Ping!

«Άουτς!» έκανα τρίβοντας τη μύτη μου. «Δεν μου έκλεισες ραντεβού, πώς βαράς;»

«ΕΙΣΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ!» μου είπε βάζοντας και πάλι τα γέλια και αποφάσισε να κάνει πειράματα αντοχής υλικών, ήτοι πήδησε πάνω μου και με αγκάλιασε σαν κοάλα που του κάνουν έξωση από τον ευκάλυπτο.

ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΜΠΑΡΑ! ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΜΠΑΡΑ! ΚΑΤΣΕΕΕΕΕ!!!

LOL, NOT! Idiots vs Gravity 0-1

«ΓΟΡΙΛΛΑ ΜΟΥ ΕΣΥ!» μου έκανε γελώντας, και με τους δυο σωριασμένους σα σακιά.

«ΡΟΑΡ!» έκανα και χτύπησα το στέρνο μου. Πεσμένος! Τ’ ανάσκελα! Στο πάτωμα! Του γκαράζ!

Και όσο εγώ έκανα απογραφή σε κόκαλα—και παράλληλα τραγουδώντας Bye-Bye miss American Pie στα όποια υπολείμματα αξιοπρέπειας μου είχαν μείνει από το πρωί—η Μελίτη σηκώθηκε σα να μην τρέχει τίποτα.

«Όταν σε παχύνω θα σε πάω και γυμναστήριο!» μου δήλωσε, τελείως δημοκρατικά.

“It seems that it defeats the purpose!” είπα προσπαθώντας να σηκωθώ.

«Για να δυναμώσεις βρε μπούφο!» μου έκανε γελώντας.

«Δεν έχω φιλοδοξίες για σεξ στα όρθια!» της είπα προσπαθώντας να τη σοκάρω.

«Έχω εγώ!» μου δήλωσε, και ας πρόσεχα.

Bdos Err On A: Bad Sector

Και επειδή το CP/M δε φημίζεται για την ταχύτητά του, μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να βγει το prompt μετά την αλλαγή δισκέτας.

(Είδες τι μπορείς να μάθεις στα καλά καθούμενα από τον CPC-6128 που είχαν τ’ αδέρφια σου; Μέχρι και Z80 Assembly και γιατί το OR A είναι προτιμότερο από το CP 0. And CP/M of course, because God forbids…)

«Θα διαβάσεις μετά;»

«Όχι, σήμερα θα μου δώσω ρεπό και το βράδυ θα με βγάλεις έξω!» μου δήλωσε—πάντα δημοκρατικά.

«Πού θες να σε πάω;» τη ρώτησα, γιατί σιγά που με χάλασε.

«Όπου να’ ναι αρκεί να έχει μπύρες! Καλά ήπιατε εσείς!»

«Αμέ!» της είπα με ευχαρίστηση, γεμάτος ήταν ο Ζωγράφου, φοιτητογειτονιά γαρ.

«Και μετά τα σουβλάκια που μου είχες τάξει από το πρώτο ραντεβού!»

(Εντωμεταξύ εγώ εκείνη τη στιγμή να νιώθω μια μπουκιά μακριά από το να γίνω σκηνή του Meaning of life…)

«Πάλι θες να φας ρε κροκόδειλε;» τη ρώτησα μην πιστεύοντας τ’ αφτιά μου.

«Αλιγατοράκι αφού!» μου έκανε γλυκουλινιάρικα. «Για σένα δουλεύω!»

«ΚΛΑΨ-ΛΥΓΜ;» της έκανα κοιτάζοντας την σαν κουτάβι.

«Θα φας τα σουβλάκια σου σαν άντρας και δε θέλω κλάψες!» μου είπε με φωνή που δε σήκωνε αντίρρηση.

(Μάλιστα, πληθυντικός…)

Και αφού φιληθήκαμε και αλληλοϊχλιμιτριχιαστήκαμε, άλλος για Χίο τράβηξε και άλλος για Μυτιλήνη.

Με το που έφτασα σχεδόν στο σπίτι μπήκα στο ντουζ να ξεπλυθώ από τ’ αλάτια—γιατί το σημερινό roasting δεν ξεπλενόταν ούτε με όλο το νερό του γαλαξία, και πιθανότατα και του τοπικού σμήνους—και αποφάσισα σα ξανακάνω τον Ινδό φακίρη και γέμισα τη μπανιέρα.

Και είχα και γραφείο αύριο γιατί δεν μας έφταναν τα βάσανά μας είχαμε και τα προγράμματα του ΕΣΚΑ και είχα να αξιολογήσω και απαντήσεις ενός RFP, και έχοντας ρίξει μια διαγώνια ματιά στις προτάσεις, καλύτερα να τα έχτιζαν κάστορες τα αντιπλημμυρικά, να πούμε.

Από που να το πιάσεις και που να το αφήσεις ρε φίλε. Και υποτίθεται ότι ήταν κατασκευαστικοί γίγαντες. Εντάξει, μειοδοτικός διαγωνισμός είναι, αλλά υπάρχουν και πιο υγιή χόμπι από το πνίξτε τον Κάμπο αν επαναληφθεί κανένας Daniel.

Και επειδή είμαι από τον Κάμπο—ή έστω από τα γύρω βουνά—ήξερα από πρώτο χέρι το μέγεθος της καταστροφής, και παραλίγο να γίνει η αιτία που θα χάναμε την Αλεξία—που εκείνες τις μέρες ήταν στο πατρικό της στον Παλαμά—μαζί με το θείο το Βασίλη και τη θεία τη Λένα. Κατάφερε όπως-όπως και τους ανέβασε και τους δύο στη σκεπή, και τους μάζεψε βάρκα την επόμενη μέρα.

Ναι, θα τους πετσόκοβα και όποιος είχε πρόβλημα ας ερχόταν να μου ζητήσει τα ρέστα.

Τέλος πάντων, δεν ήθελα να χαλάσω το κέφι μου, και όσο και αν το κεφάλι μου έχει την τάση να πέφτει σε λούπες, η προοπτική της βραδινής μου εξόδου με τη Μελίτη μου, κατάφερε να με κάνει να ξεχαστώ.

Για μπύρα στο χαλαρό θα πηγαίναμε, οπότε αποφάσισα να ντυθώ σχετικά απλά, μπλουζάκι και τζιν. Τώρα αν η Μελίτη έβγαινε ντυμένη για δεξίωση, ε, το πολύ-πολύ θα άλλαζα.

BTW, την έχετε ακουστά τη ναρκοληψία; Εγώ την είχα, αλλά δεν είχα ιδέα ότι μπορεί να μου συμβεί! Στο σταυρό που σας κάνω με πήρε ο ύπνος στη μπανιέρα και αν δεν ήμουν ψηλός και άχαρος να εξέχω, ικανό με είχα να είχα πνιγεί.

(Και μετά να με σκότωνε, όπως μου είχε τάξει!)

Κοίταξα το ρολόι, ευτυχώς ήταν ακόμα 21:40, το έσωζα, δέκα η ώρα είχαμε πει. Δεν προλάβαινα να ξυριστώ (γιατί μύες μπορεί να μην έχω αλλά αν μείνω μια εβδομάδα αξύριστος μοιάζω με ναυαγό, και είναι να απορεί κανείς γιατί γενικά δεν είμαι και ιδιαίτερα τρίχας!)

Brutal, λοιπόν!

(LOL!)


28. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Άνθρωπος

Στις δέκα παρά πέντε κατέβηκα για να πάω να πάρω την Μελίτη από το σπίτι και στη μέση του δρόμου διαπιστώσαμε ότι κι εκείνη είχε την ίδια ακριβώς ιδέα, απ’ την ανάποδη.

«Ώστε έτσι, ε;» μου έκανε απειλητικά. «Δεν είναι να σε αφήσω δύο ώρες μόνο σου και αμέσως να μπερμπαντέψεις!»

Και όχι τίποτε άλλο αλλά μου είχε ντυθεί και σαν τα ξέκωλα του Onlyfans, και μη ρωτάτε που τα ξέρω, ένα χρόνο έπλενα στο χέρι!

Διαβάστε και φρίξτε (ΑΛΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ ΣΤΟ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΑ!) Μακρυμάνικο see-through με μαύρο δαντελωτό σουτιέν, ιδιαίτερα ενθουσιώδες στην προβολή—ήτοι όχι φανατικό στην απόκρυψη—μαύρο πλισέ σορτς με υφασμάτινη ζώνη που τέλειωνε σε μακρύ φιόγκο, και μπότες μέχρι το ύψος των γονάτων.

«Άπιστο γύναιο, ήρθα να σε πάρω από το σπίτι και σε βρίσκω να τριγυρνάς στους δρόμους τσίτσιδη! Θα σου κόψω τα ποδάρια!»

«Τι θα κάνεις;» με ρώτησε και καλά τσαμπουκαλεμένη.

«Θα μου κόψεις τα ποδάρια!» της έκανα εκτελώντας αυτό που λένε “τακτική αναδίπλωση σε προκαθορισμένες θέσεις” εννοώντας ότι ο εχθρός σε έχει πάρει φαλάγγι και τρέχεις με τις κιλότες στους αστραγάλους.

“That’s better!” μου είπε και χλιμιντρίσαμε στη μέση της λεωφόρου Δημοκρατίας.

(Δημοκρατίας ρε φίλε, και μετά σου λένε ότι το Σύμπαν δεν είναι το μεγαλύτερο troll του… εαυτού του!)

«ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ!» μου υπενθύμισε με στόμφο καθώς είχα πάθει Ζαχαρία.

Δηλαδή δε φτάνει που μου τα έβγαλε καλά-καλά τα δικά μου, μου ζητάει και τα ρέστα η… Μεσσαλίνα απ’ το Ληξούρι!

«Εντάξει, εγκρίνει!» χαχάνισε μόνη της.

ΠΟΙΟΣ ΕΝΕΚΡΙΝΕ; ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΝΑ ΕΓΚΡΙΝΩ!

«Έχω το δικαίωμα να μη μιλήσω!» είπα διπλωματικά, γιατί ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης το έχω… ή νόμιζα ότι το έχω μέχρι που ο άλλος τράβηξε μαχαίρι στη Μελίτη κι εγώ την είδα John… Weak.

«Μιχάλη;» με ρώτησε πιο σοβαρά αυτή τη φορά.

«Δεν είναι ότι δεν εγκρίνω μωρό μου—και όχι και ότι μου πέφτει λόγος—αλλά μου ήρθε κάπως απότομο να σε δω έτσι!»

«Για σένα ντύθηκα, έτσι!» μου είπε απλά. «Μπούφο!»

«Συγνώμη!» της είπα μετανιωμένος.

«Ζηλιάρη!» μου είπε πειρακτικά.

«Είμαι…» παραδέχτηκα.

«Well, κι εγώ, οπότε πάτσι!» μου είπε παιχνιδιάρικα.

Οκ, εννοείται ότι δεν μπορούσα να καταλάβω τι ζηλεύει πάνω μου αλλά it is what it is, και όπως αποδείχτηκε και στο μπαρ, δεν ήταν καθόλου σχήμα λόγου.

Γιατί είχα την ατυχία αφού κάτσαμε σε τραπέζι, να πάω να παραγγείλω στο μπαρ γιατί δούλευε ένας παλιός μου συμφοιτητής, και εκεί είχα την ακόμα μεγαλύτερη ατυχία να σκάσει στο μπαρ και η Χριστίνα.

Και ποια είναι η Χριστίνα, θα πείτε. Συμφοιτήτρια και φίλη της Τζο—από εκείνη την είχα γνωρίσει—και έκανε διδακτορικό στην Αγγλία, και την οποία είχα να δω από πέρσι το καλοκαίρι.

Και φυσικά η Χριστίνα που με είδε και με ξέρει και με συμπαθεί, ήρθε από πίσω και μου έκλεισε τα μάτια.

Είδα πως μας κοιτούσε η Μελίτη από το τραπέζι, και σας το ορκίζομαι, λιγότερο είχα τρομάξει όταν μας τράβηξαν μαχαίρι. Και φυσικά πήρα με το ζόρι τη Χριστίνα που δεν είχε καταλάβει Χριστό—pun intended—και την έφερα να της γνωρίσω τη Μελίτη.

“What?” με ρώτησε σαστισμένη.

«Σκάσε και έλα να σας κάνω τις συστάσεις γιατί θα πάμε άκλαυτοι κι εσύ κι εγώ!»

Έβαλε τα γέλια. «Ζηλιάρα η κοπέλα σου;»

«Με μαύρη ζώνη στο Aikido και πάει για δεύτερη!» της εξήγησα.

«Ε, και τι σκάει; I’m girls only!»

«Η ΜΕΛΙΤΗ ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΕΙ!»

(Πεύκοοοοοοοοο, ή για να είμαστε και στη σωστή γλώσσα, PIIIIIIIINE)

Ευτυχώς η Χριστίνα έχει χιούμορ. «Χριστίνα,» είπε δίνοντας της το χέρι. «Girls only, μην τον δείρεις πολύ ή τουλάχιστον όχι για λάθος λόγους!»

«Μελίτη,» είπε με το επιφυλακτικό της χαμόγελο.

Και εκεί χρειάστηκε να επιστρατεύσω το καραγκιοζιλίκι μου αντιγράφοντας τον Ηλιόπουλος από τον Ατσίδα. «Λοιπόν, δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά είμαστε μια ωραία ατμό…σφαιρα… είμαστε!»

Δεν κάθισε πολύ ώρα μαζί μας αλλά κάθισε όσο χρειαζόταν ώστε το λογικό part του μυαλού της Μελίτης να καταλάβει ότι δεν διατηρώ χαρέμι.

«Συγνώμη, Μιχάλη μου,» μου κοιτάζοντας χαμηλά όταν έφυγε η Χριστίνα.

«Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησα μην καταλαβαίνοντας. Δεν ήταν ότι είχε παραφερθεί!

«Που ήθελα να σου ανοίξω το κεφάλι!» μου είπε. «Ούτε καν σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι κάποια γνωστή σου.»

«Τώρα είμαστε πάτσι!» της είπα. «Εσύ ντύθηκες για μένα κι εγώ έπαθα ανατολίτη, και εσύ είδες μια φίλη μου και νόμιζες ότι έγινες θηλυκός Μπάμπης.»

«Δε θα σας έδερνα, πάντως!» μου δήλωσε.

«Και ούτε υπήρχε λόγος… Ακόμα και αν η Χριστίνα δεν ήταν girls only, εγώ είμαι μονογαμικός Μελίτη μου,» της είπα χαϊδεύοντάς της τρυφερά το χέρι. «Και δεν είναι ότι δεν στο έχω πει, έτσι;»

«Ξέρεις ποιο είναι το αστείο;» με ρώτησε. «Που έλεγα μέσα μου ότι η Τζο είναι υπερβολική με την Αλεξία. Εντάξει, έχει το χαβαλέ του, αλλά η Αλεξία είναι girls only!»

«Θέατρο είναι μωρό μου!» της είπα. «Όχι ότι δεν είναι κτητική και ζηλιάρα σαν του λόγου σου, αλλά με το Στέλιο και τη Βίκυ είναι καθαρά χαβαλές!»

«Τι εννοείς;» με ρώτησε απορημένη.

«Εγώ μπορεί να έπαθα ντουβρουτζά όταν με φλάσαρε η Αλεξία, αλλά αν το έκανε στο Στέλιο δεν θα του έδειχνε κάτι που δεν έχει ξαναδεί… κάμποσες φορές και από κοντά!»

«Ε;;;» με ρώτησε τελείως εκτός ισορροπίας.

«Ο Στέλιος και η Αλεξία τα είχαν για ένα εξάμηνο όταν εκείνος πήγαινε Δευτέρα λυκείου και εμείς πρώτη!»

“WHAT????”

«Εγώ και η Αλεξία,» ξεκίνησα να της εξηγώ, «είμαστε τα στερνοπαίδια από τα σόγια των γονιών μας. Εγώ γεννήθηκα 17 Ιούλη το 2000 και η Αλεξία 12 Οκτώβρη του ίδιου έτους. Όλα τα υπόλοιπα ξαδέρφια ήταν τουλάχιστον 6-7 χρόνια μεγαλύτερα.»

«Κατάλαβα,» μου είπε. «Σύνδρομο των Βενιαμίν, ε;»

«Ακριβώς. Μεγαλώσαμε σαν αδέρφια σχεδόν. Ε, ο Στέλιος είναι κοινός μας φίλος από τότε που θυμόμαστε τους εαυτούς μας!» συνέχισα την εξήγηση.

«Και… πως; Αφού η Αλεξία…»

«Δεν το ήξερε ότι ήταν girls only, το ανακάλυψε στην πορεία. Και είναι και το μόνιμο πείραγμα της Τζο: “Να είσαι καλά, χάρη σε σένα έγινε λεσβία!”»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Οπότε ναι, είναι θέατρο… και η ολομέλεια υπήρξε πολύ πριν τη Τζο και αργότερα τη Βίκυ… και τέλος εσένα!»

«Ψάρακας!» μου είπε χαχανίζοντας. «Έτσι μου είχε πει η Βίκυ όταν είχα καλημερίσει σαν άνθρωπος! “Πες σωστά καλημέρα ρε ψάρακα!”»

«Ναι, το είχα διαβάσει!» της είπα χαμογελώντας. «Είσαι η απαλλαγή της, που λένε και στο στρατό, μέχρι εσχάτως εκείνη ήταν ο ψάρακας γιατί με το Στέλιο είναι τρία χρόνια!»

«Ναι, μου το είπε και εκείνη όταν την ρώτησα πως γνώρισε τον Στέλιο. Δεν της το είχα ότι έπαιζε σαντούρι!»

«Και όχι απλά παίζει, ε;» της είπα με υπερηφάνεια. «Κεντάει!»

«Ναι!» μου είπε γνέφοντας θετικά. «Έχω δει κι εγώ κάποια βιντεάκια που μου έχει στείλει!»

«Τέλος πάντων, αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι τον Στέλιο θα τον εμπιστευόμουν τυφλά να σου κρατάει την πετσέτα ν’ αλλάξεις, που λέει ο λόγος. Όπως το ίδιο θα έκανε και εκείνος.»

«Ναι, αν σπάσει κανένα χέρι θα κρατήσω εγώ την πετσέτα της Βίκυς!» μου δήλωσε. «Αρκετές συγκινήσεις είχα για σήμερα!»

«Ιχλίμιντριχ! Ζηλιάρα!» της είπα και έγειρα να τη φιλήσω

«Ιχλίμιντριχ!» πρόλαβα ν’ ακούσω πριν της κλείσω τα χείλη της με τα δικά μου.

«Πού θα με πας στα γενέθλιά σου;» με ρώτησε και τρίφτηκε πάνω μου σα γατούλα.

«Βασικά εσύ θα με πας!» της είπα και έβαλε τα γέλια.

«Σωστό κι αυτό! Που θα σε πάω;»

«Για αρχή στα κεντρικά γραφεία της Ολομέλειας που θα μας περιμένουν και οι υπόλοιποι!» της απάντησα. «Εκεί που παίζει ο Στέλιος μπουζούκι στη χάση και στη φέξη!»

«Για αρχή; Έχει και συνέχεια;» με ρώτησε.

«Ναι, πιο ιδιωτική!» της είπα με αινιγματικό ύφος.

«Αχά! Πού;»

«Στη σπηλιά διά τα περαιτέρω!» της πέταξα deadpan, προσέχοντας να μην πίνει εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν ήμουν να ξαναγίνω πάλι μούσκεμα.

«Αγροίκε μου εσύ!» μου είπε όταν σταμάτησε να γελάει.

«Αμέ! Η original σκηνή στο μυαλό μου έχει και ροπαλιά στο κεφάλι και σούρσιμο από το μαλλί—πατροπαράδοτα πράγματα!»

Της ξέφυγε ένα δυνατό ροχαλητό.

«Αλλά μετά, σκεπτόμενος ότι με το ρόπαλο στον κώλο θα είχα μια δυσκολία στη βάδιση, αποφάσισα να το κάνω λιγότερο… πατροπαράδοτο!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Τα ολέθρια αποτελέσματα του suffrage!» συμπλήρωσα, με δραματικό ύφος, κερδίζοντας νέο γύρο δυνατών γέλιων.

Με το κέφι και των δυο μας να έχει επανέλθει, καθίσαμε μέχρι τις δέκα, και επειδή η μπυροποσία σε μπαρ είναι ακριβό χόμπι, μετά από ψηφοφορία στην οποία εννοείται ότι δεν είχα δικαίωμα ψήφου, αποφασίσαμε δημοκρατικά να συνεχίσουμε στο μπαλκόνι μου.

Και αν μη τι άλλο από μπύρες άλλο τίποτα!

Με το που μπήκαμε σπίτι η Μελίτη έγινε ξυπόλυτος πρίγκηψ, γιατί καλές και σέξι οι μπότες αλλά τα πόδια της είχαν πάρει φωτιά. Και άλλο που δεν ήθελε ο inner ποδολάγνος, γιατί μου δόθηκε και η ευκαιρία να της κάνω μασάζ στα πόδια, καθώς μου ήρθε η ιδέα του αιώνα (των αιώνων, αμήν!)

Εννοείται ότι συνοδεύτηκε από χαρές και πανηγύρια, και μάλιστα εις διπλούν! Ένα της Μελίτης που έγινε σοκολάτα σε παρμπρίζ παρκαρισμένου αυτοκινήτου στη μέση της Σαχάρα, και του προέδρου, γιατί είπαμε, μια ποδολαγνεία την έχουμε.

«Περίμενε, επιστρέφω Δημήτριος!» της είπα και πήγα γρήγορα στο δωμάτιο και άλλαξα σε σορτσάκι και μπλούζα γιατί αυτό που ήθελα να κάνω ήταν χούγια ζόρικα που λένε στην Ινδία.

Γέμισα μια μικρή λεκάνη με ζεστό νερό και βούτηξα μέσα ένα σφουγγάρι και αφρόλουτρο και το ανακάτεψα καλά-καλά μέχρι να κάνει αφρό.

«Κλείσε τα μάτια σου!» της είπα πριν βγω στο μπαλκόνι.

«Αν θες να μου κάνεις surprise party τα γενέθλιά μου αργούν λίγο!» μου είπε χαχανίζοντας καθώς τα δικά της ήταν την πρώτη του Νοέμβρη.

«Κλείσε τα μάτια σου ρε βάσανο!» της είπα.

“Party pooper!” με κατηγόρησε. «Ορίστε, τα έκλεισα!»

Βγήκα έξω και άφησα τη λεκάνη μπροστά στα πόδια της. «Μην τα ανοίξεις για κανένα λόγο!» την προειδοποίησα.

«ΤΙ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙΣ ΡΕ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙΚΟ OCTOPUS VULGARIS;» με ρώτησε χαχανίζοντας, αλλά κρατώντας τα μάτια της κλειστά.

«Θα δεις!» της είπα.

«Πώς θα δω αφού είναι κλειστά τα μάτια μου ρε νούμερο;»

ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

«Καλά, δε θα δεις! Θα νιώσεις!» της είπα και πήρα απαλά πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό της πόδι και το έβαλα στη λεκάνη.

«Τι ώρα είναι;» με ρώτησε από το πουθενά.

«Δέκα και μισή!» της είπα χωρίς να καταλαβαίνω.

«ΙΧΛΙΜΙΝΙΤΡΙΧ!» φώναξε τόσο δυνατά που παίζει και να ακούστηκε μέχρι και την Πολυτεχνειούπολη. «Δεν είναι ακόμα ώρα κοινής ησυχίας!»

Φάε σκόνη, γείτονα!


29. Sweet mystery of life

Ναι, η καρέκλα δεν ήταν ακριβώς βολική για να χαλαρώσει η Μελίτη, οπότε αναγκαστήκαμε να περάσουμε στα ενδότερα, δηλαδή στο σαλόνι. Και επειδή μια ζέστα την έκανε, έφερα και από το γραφείο τον ανεμιστήρα, καθώς τη μεταφορά του air-condition από το δωμάτιο στο σαλόνι μπορείς να το πεις και κατασκευαστικό έργο.

Δη δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι—ή έστω Καρδιτσιώτες—και άνευ τούτων κάτσε να ψοφήσεις στη ζέστη, καργιόλη, που μου θες και δεύτερο air-condition.

Μωρέ καλά το λέει ο σοφός λαός: Κάλιο πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και άρρωστος.

Τε’σπα, επανέρχομαι, ανεμιστήρας μεν αλλά όχι κι ότι, τελευταίας τεχνολογίας, πύργος, με τηλεκοντρόλ, πέντε ταχύτητες, προγραμματισμό, AI (LOL!) και δυνατότητα ψύξης με νερό ή παγοκύστες και 150 ευρώ λιγότερα στην τσέπη, και ας είναι καλά η Κωτσοβολάρα και οι δόσεις της.

Τη δουλειά του την έκανε πάντως, τουλάχιστον στο γραφείο που ήταν και μικρότερος ο χώρος. Στο σαλόνι ήταν αυτό που λέμε better than nothing. Όπως και να έχει το έβαλα στα αριστερά, και έχει και αξιοπρεπέστατη περιστροφή, +/- 65 μοίρες.

«Τη δροσιά του να ‘χεις!» μου είπε η Μελίτη την πρώτη φορά που τη χτύπησε το αεράκι.

Πριν ξεκινήσουμε το δεύτερο γύρο—και για καλό και για κακό μιας και το σαλόνι φαίνεται από απέναντι—τράβηξα τις κουρτίνες και χαμήλωσα τέρμα το φως του σαλονιού.

Ροοστάτες φίλε μου! Η μεγαλύτερη ανακάλυψη μετά τη μαύρη μπύρα—και, από σήμερα, τα tan lines.

Και επειδή όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, σηκώθηκα για να στο μπάνιο να φέρω και πετσέτα ποδιών γιατί δεν ήμουν για σφουγγαρίσματα νυχτιάτικα.

«Στάσου μύγδαλα!» μου είπε και μου ξέφυγε ένα ροχαλητό από εδώ ως απέναντι.

«Πετσετούλα!» της εξήγησα και σε δυο λεπτά ήμουν και πάλι πίσω.

Καθισμένος οκλαδόν έστρωσα την πετσέτα των ποδιών στα μπούτια μου και ακούμπησα πάνω το δεξί της πόδι. Άρχισα να τρίβω απαλά και με τους δυο αντίχειρες στη μέση της πατούσας, και κρίνοντας από τις φωνούλες της και τις ανάσες της, το Μελιτάκι μου άρχισε σιγά-σιγά να μετατρέπεται σε υγρή μορφή.

Κάνοντας ένα νοητικό grid της πατούσας της, συνέχισα το μασάζ πιέζοντας με τους αντίχειρές μου τουλάχιστον για δυο-τρία λεπτά στο κέντρο κάθε νοητού grid, οπότε το πρώτο εικοσάλεπτο πήγε υπέρ του δεξιάς πατούσας.

Και φυσικά δεν άφησα τα δάχτυλά της έτσι, τρίβοντας τα στη βάση τους, με τη Μελίτη να έχει σχεδόν χυθεί στον καναπέ με τα μάτια κλειστά.

Όταν τέλειωσα με το δεξί πόδι, έπιασα το αριστερό και είχαμε επανάληψη της ίδιας ακριβώς ρουτίνας, πρώτα κέντρο πατούσας, μετά στην υπόλοιπη, και στο τέλος τα δάχτυλα.

Όταν τέλειωσα με το αριστερό, δεν το έβαλα και πάλι στη λεκάνη. Το σκούπισα προσεκτικά και το άφησα να ακουμπήσει στο πάτωμα, και μετά πήρα και πάλι το δεξί πόδι που το είχα βάλει μέσα στη λεκάνη, για να το σκουπίσω και αυτό.

Και τότε έκανα κάτι που δεν το περίμενε με την καμία, και όπως έμαθα αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν το είχε κάνει κανείς.

(Και εδώ που τα λέμε, ποιος θα μπορούσε να το είχε κάνει αυτό εκτός από το Νίκο; Με το Γιώργο ήταν και οι δύο μικροί για κάτι τέτοια… Ναι, σχετικό αυτό, γιατί έχω ακούσει ιστορίες για δεκαπεντάχρονα που είχαν κάνει πιο πολλά μέχρι τα δεκαπέντε τους απ’ ότι εγώ μέχρι σήμερα, να πούμε. Η Μελίτη πάντως δεν ήταν τέτοια, οπότε… ναι!)

Πήρα το πόδι της και το φίλησα ελαφρά στην πάνω μεριά του ποδιού, εκεί που ενώνεται με τα δάχτυλα. Και τα χείλη μου τα ακολούθησε η γλώσσα μου και η Μελίτη άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε γουρλωμένη.

«Μιχάλη… Τι…»

“Shhh,” της έκανα τρυφερά. «Αν δε σ’ αρέσει το σταματάω τώρα.»

«Δεν…»

«Θες να σταματήσω, μωρό μου;» τη ρώτησα.

«Όχι,» μου είπε κουνώντας το κεφάλι της δεξιά-αριστερά.

«Κλείσε τα μάτια σου και χαλάρωσε!» της είπα και επέστρεψα ξανά σε αυτό που είχα αρχίσει να κάνω.

Πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό. Με την ίδια φροντίδα. Φιλώντας, πιπιλώντας και δαγκώνοντας απαλά κάθε εκατοστό. Αλλά εκεί που είχαμε το total Melite collapse to Melite shape of goo ήταν όταν πήρα την άκρη του ποδιού της στο στόμα μου.

Της ξέφυγε ένα σιγανό βογγητό και άνοιξε ξανά τα μάτια της και με κοίταξε σαν να μην πίστευε στην αίσθηση των ποδιών της, σα να ήθελε να βεβαιωθεί με τα ίδια της τα μάτια ότι δεν είχε αισθητηριακές παραισθήσεις.

Έκλεισε ξανά τα μάτια της και εγώ επέστρεψα στην περιποίησή της. Πρώτα το ένα πόδι, μετά το άλλο, και μετά άρχισα να ανεβαίνω πιο ψηλά. Μόνο χείλη και γλώσσα, τίποτε άλλο. Είχα κλείσει τα μάτια και είχα επικεντρωθεί και πάλι στις ανάσες της.

Και μου έλεγαν «πιο ψηλά… πιο ψηλά…»

Έφτασα μέχρι την άκρη του παντελονιού της. Και μετά έχωσα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα πόδια της και την ανάσανα πάνω από το σορτσάκι. Της ξέφυγε ένα σιγανό βογγητό το οποίο έγινε πιο δυνατό όταν άνοιξα το στόμα μου και το κόλλησα πάνω της και τη χουχούλιασα.

Ένιωσα το χέρι της πάνω στο κεφάλι μου και προς στιγμή νόμιζα ότι ήθελε να με σταματήσει.

Nope.

Ήθελε να με κολλήσει πάνω της. Ήταν όση διαβεβαίωση χρειαζόμουν για να λύσω το κορδόνι του παντελονιού της. Και αν αυτό δεν αρκούσε, η επόμενή της κίνηση διέλυσε κάθε—έστω και αμυδρό—ίχνος αμφιβολίας: Ανασήκωσε τη λεκάνη της.

Σορτς και κιλοτάκι έφυγαν με συνοπτικές διαδικασίες και για πρώτη φορά είδα το κέντρο της θηλυκότητάς της τελείως γυμνό.

Rosebud…

Μόνο το Xanadu έλειπε.

Έσκυψα πάνω της και ανάσανα βαθιά την γυναικεία της ευωδιά. Τα χείλη μου ακούμπησαν τα χείλη της και στο πρώτο φευγαλέο χάδι της γλώσσας μου το κορμί της τεντώθηκε σαν τόξο στην προσμονή. Τη φίλησα απαλά και τραβήχτηκα τόσο όσο χρειαζόταν για να νιώθει την ανάσα μου καυτή πάνω της. Και μετά πάλι απαλό φιλί, και μετά πάλι φευγαλέο άγγιγμα της γλώσσας, και μετά πάλι τέντωμα σαν τόξο.

Και ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι που δεν άντεξε, και με άρπαξε και πάλι από το μαλλί και με κόλλησε πάνω της.

Και αυτή τη φορά δεν είχε επιστροφή.

Αλλά αυτή τη φορά ο οργασμός της είχε όνομα. «ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ! ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ! ΜΩΡΟ ΜΟΥ! ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ! ΜΙΧΑΛΗ! ΜΙΧΑΛΗ!» φώναξε ξανά και ξανά με το σώμα της να τεντώνεται τόσο που θαρρείς κινδύνευε να σπάσει, και το σώμα της να τραντάζεται σα να τη διαπερνά ρεύμα.

«Όχι άλλο… όχι άλλο… δεν… δεν μπορώ…» μου είπε ξεψυχισμένα και τραβήχτηκα απαλά προς τα πίσω.

Σας έχει κοιτάξει ποτέ κανείς με λατρεία; Ξέρετε πως είναι; Ούτε εγώ ήξερα μέχρι που άνοιξε τα μάτια της.

Σηκώθηκα από το πάτωμα και της έδωσα το χέρι μου. Η Μελίτη σηκώθηκε και εκείνη, και όταν το έκανε, γονάτισα και τη βοήθησα να φορέσει και πάλι το κιλοτάκι της.

Όχι το σορτς.

Σηκώθηκα και πάλι όρθιος και η Μελίτη απλά έβγαλε το πάνω μέρος του φορέματός της. Δεν έβγαλε το σουτιέν, μόνο με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

Challenge Accepted.

Της έβγαλα το σουτιέν και το πέταξα στον καναπέ. Την έσφιξα πάνω μου, και ένιωσα το στήθος της στο στέρνο μου. Σήκωσε τα μάτια της προς το μέρος μου και πέρασε τα χέρια της πίσω από το λαιμό μου. Έσκυψα προς το μέρος της και τα μάτια της έκλεισαν, όπως και τα δικά μου.

Φιληθήκαμε τρυφερά και χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε λικνιζόμασταν στη μουσική που έπαιζε το ράδιο. Υπέροχο μελαγχολικό τραγούδι που μπορεί να μην ταίριαζε καθόλου με την περίπτωση, αλλά φίλε η Janis Joplin είναι Janis Joplin.

Song

Time keeps moving on, friends they turn away.
I keep movin’ on, but I never found out why
I keep pushing so hard, I keep trying to make it right
Through another lonely day, whoa

Η Μελίτη σταμάτησε το φιλί και με τράβηξε να κάτσουμε στον καναπέ.

«Δεν είμαι σίγουρη ότι με βαστάνε τα πόδια μου!» μου είπε σκανταλιάρικα.

“Εντάξει, αν είναι για καλό λόγο, τσιμέντο να γίνει!» της απάντησα παιχνιδιάρικα. «Θες άλλη μπύρα;»

«Όχι!» μου είπε. «Αλλά μια zero θα την έπινα!»

«Ό,τι θέλει το κορίτσι!» της είπα και σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να φέρω μια μπύρα για μένα, και το μπουκάλι με τη zero μ’ ένα ποτήρι.

«Τσιν-τσιν!» μου έκανε όταν της το γέμισα, και κατέβασα μονορούφι το μισό κουτί, είχα κορακιάσει! «Τι θα κάνεις αύριο;»

«Γραφείο,» της είπα. «Έχω να αξιολογήσω και κάτι RFPs.»

«Τι RFPs?» με ρώτησε πίνοντας άλλη μια γουλιά από το αναψυκτικό της.

«Για αντιπλημμυρικά,» της εξήγησα. «Αν και με αυτά που διάβασα πιο πολύ θα εμπιστευόμουν μια τυχαία οικογένεια καστόρων.»

«Τόσο καλά, ε;»

«Μειοδοτικός διαγωνισμός,» της είπα αναστενάζοντας. «Και δε βαριέσαι, αν πνιγεί ξανά ο κάμπος έχει ο Θεός.»

To be fair δεν είχα διαβάσει όλες τις προτάσεις, αλλά επειδή το είχα ξαναδεί το έργο δεν ήμουν ιδιαίτερα αισιόδοξος. Η βασική αρχή κάθε έργου είναι η ίδια: Μεταξύ του γρήγορα, φτηνά και ποιοτικά μπορείς να επιλέξεις το πολύ δύο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επιλογή “γρήγορα και φτηνά.”

Η Μελίτη δεν ήξερε την ιστορία της Αλεξίας και των γονιών της στον Daniel, και όταν τελείωσα τη διήγηση είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Και πάλι καλά να λες που οι γονείς της είναι σχετικά νέοι και μπόρεσαν να ανέβουν με ξύλινη σκάλα στα κεραμίδια. Η στάθμη ανέβηκε τόσο γρήγορα που αν είχαν καθυστερήσει μερικά λεπτά…» είπα και σταμάτησα ανατριχιάζοντας στη σκέψη.

«Δεν καταλαβαίνω,» μου είπε. «Γιατί εσύ και όχι από των Υδάτινων πόρων;»

«Και οι δύο χρειαζόμαστε, μωρό μου!» της είπα. «Τα φράγματα ανάσχεσης μπορεί να δεχτούν τρελές υδροστατικές πιέσεις, και δεν είναι μόνο τα ορμητικά νερά, είναι και τα φερτά υλικά που κουβαλάνε μαζί τους σε τέτοιες περιπτώσεις»

«DOH! ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!» μου έκανε χτυπώντας το κεφάλι της με την άκρη της παλάμης της. «Από την ώρα που… που…» είπε κοιτάζοντάς με ντροπαλά «έχει μπει σε λειτουργία πτήσης!»

«Τόσο καλά;» έκανα εγώ αυτή τη φορά την ερώτηση και σε τελείως διαφορετικό τόνο.

«Απλά καλά; Και καλά, και Τρίκαλα, και Καρδίτσα και Λάρισα, που λες κι εσύ! Και θα συμπλήρωνα με Μαγνησία, για να κλείσει η Θεσσαλία, και για την αλητεία θα έβαζα και Φθιώτιδα! Και λίγο Πιερία μη σου πω!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ Λυρική!»

«Αφού θυμόμουν πως με λένε, καλά να λες!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Εγώ και αμνησία να είχα πάθε…» την πείραξα και έβαλε τα γέλια.

«Ακούστηκα λίγο, ε;» ρώτησε και πάλι ντροπαλά.

«Δε βαριέσαι! Το πολύ-πολύ την επόμενη φορά να λάβουμε πιο… προσωπική πρόσκληση να βγάλουμε το σκασμό νυχτιάτικα!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Τι ώρα έχεις να πας γραφείο;» με ρώτησε αλλάζοντας και πάλι θέμα.

«Εννιά να είμαι εκεί… κλασσικό ωράριο γραφείου μωρέ!» της εξήγησα.

“Good! Στις οκτώ και μισή θα περάσω να σε πάρω!» μου δήλωσε.

«Μωρό μου δε χρειάζεται, είκοσι λεπτά με τα πόδια είναι η σχολή!» της είπα γιατί πραγματικά δεν έβρισκα το λόγο να τη βάζω πρωινιάτικα σε αυτή τη φασαρία.

«Δε μου λες; Πώς την είδες εδώ, δημοκρατία;» μου είπε. «Ετοιμάσου!»

«Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησα και έλαβα την απάντηση με τη μορφή ping στη μύτη. «Αυτό ήταν προειδοποίηση, όχι πρόσκληση με RSVP!»

Με κοίταξε για μερικές στιγμές εμβρόντητη και έβαλε τα γέλια. «ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΝΟΥΜΕΡΟ!»

Αν μη τι άλλο, ήμουν συνεπής, LOL!

Οπότε… ναι, η Δημοκρατία μίλησε. Αύριο το πρωί θα περνούσε να με πάρει με τη μηχανή στις οκτώ και μισή για να πάμε να πιούμε ένα καφέ σαν άνθρωποι και μετά γραφείο. Και λίγο μετά τις έξι θα περνούσε να με πάρει από το γραφείο «για να το δει» και όπως το έθεσε και η ίδια “να με πάρει να φύγω από το γραφείο στην ώρα μου για να μη με πάρει και με σηκώσει.”

Και μετά φαγητό στο Melite House με υπεργολάβο πιτσαρία και παραγγελία από τα χεράκια της, καθότι στον εν λόγω τομέα δήλωσε χρυσοχέρα! Και φυσικά και σαλάτα, γιατί όχι καργιόλη, δε θα τη βγάλεις με μια οικογενειακή που θα σου βγει από τη μύτη θα φας ΚΑΙ πρασινάδα.

“What Melite wants is what Melite Gets!” μου υπενθύμισε με ένα δυνατό ping στη μύτη—και θέλω να δηλώσω και αυτό χωρίς RSVP, και πού πάει αυτός ο κόσμος, πατέρα!

Και αφού έκλεισαν τα εν λόγω logistics τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της γιατί σιγά μην την άφηνα να κυκλοφορήσει τέτοια ώρα μόνη της στους δρόμους με αυτά που φόραγε (ή, για να είμαι ακριβής με αυτά που δεν φόραγε!) και αν μας κολλούσε κανένας στο δρόμο…

…θα έκανα στην άκρη να τον τουλουμιάσει με την ησυχία της.


30. RSVP

Παρά το ότι είχα πει πως δεν σκοπεύω να ακολουθήσω το παράδειγμα του Δημήτρη όσον αφορά το ντύσιμο, guess what, γιατί πως να το κάνουμε, όταν αποφασίζω κάτι εκεί κλείνει το θέμα.

(Ήτοι, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα…)

Λογική και αναμενόμενη λοιπόν η έκπληξη της Μελίτης όταν με είδε να κατεβαίνω ξανά γαμπρός, με γκρίζο ανοιχτό καλοκαιρινό κουστούμι και σκούρα μπλε γραβάτα.

(Και που θα πάει; Θα μάθει σιγά-σιγά με τι αποφασιστικό καργιόλη—και ελπίζω σύντομα γαμιόλη— έχει μπλέξει.)

«Καλά που έλεγες πως ο Πολυζωγόπουλος είναι ικανός να φοράει κουστούμι σε διάλεξη για βεδουίνους στη Σαχάρα,» ξεκίνησε το δούλεμα, γιατί η αλήθεια ήταν πώς ένα μίνι καύσωνα τον έκανε.

«Αφενός στο γραφείο έχω αρκουδίσιο!» της είπα.

«Και αφετέρου;»

«Δεν ανακοινώνουν σε ένα Πολυζωγόπουλο ότι δε θα χρειαστεί τελικά να θυσιάσει την κεφάλα μου στην επιστήμη για να σε κάνω να δεις το φως το αληθινό φορώντας σαγιονάρες!»

«Γραβάτα ή τέφρα;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» της είπα συλλαβιστά.

«Ρεμάλι,» μου είπε. «Δεν πιστεύω να έχεις βάλει στο μάτι κανένα μπάνικο βεδουίνικο κομενάκι, θα σε φυτέψω στους αμμόλοφους!»

«Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» της έκανα χαχανίζοντας.

«ΕΚΛΕΙΣΕΣ ΤΑΦΟ ΡΕ;» μου έκανε δήθεν απειλητικά.

«Όχι, ποιος ο λόγος να μπαίνουμε σε έξοδα αφού θα με φυτέψεις σε αμμόλοφο;»

«ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!» μου έκανε παραστατικά, προκαλώντας νέο γύρο γέλιου.

«Είσαι ακόμα σε λειτουργία πτήσης;» τη ρώτησα πονηρά.

«Όχι, βγήκα γιατί έχω διάβασμα!» μου υπενθύμισε.

“Meh!” την πείραξα.

«Αν είσαι όμως καλό παιδί και φας όλη την πίτσα και τη σαλάτα σου, θα σε αφήσω να με ξαναβάλεις!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑ, καλοσύνη σου» της είπα γελώντας ενώ μέσα μου το ανθρωπάκι είχε αρχίσει και πάλι να χορεύει… δεν ξέρω ακριβώς τι χόρευε, να σας πω την αλήθεια, χορεύω σαν αρκούδα που την είδε αναστενάρης, οπότε… ναι, κάτι τέτοιο!

«Πρώτα η δουλειά και μετά η διασκέδαση, ε;» τη ρώτησα γελώντας μέχρι και τα μουστάκια μου.

(Και είχα ξυριστεί κιόλας για να μην μοιάζω με τον κολλητό του Wilson.)

«Α, γεια σου!» μου είπε. «Και τώρα ανέβα και άσε την πάρλα!»

“Yes, ma’am” της είπα και ανέβηκα προσεκτικά στη μηχανή. Αυτή τη φορά δεν είχα πάρει χαρτοφύλακα, θυμήθηκα ωστόσο να πάρω μαζί μου το laptop για να μη γίνω πάλι Κούρκουλος στο “Ορατότης μηδέν.”

Στην καφετέρια δεν κάτσαμε για πολλή ώρα, ίσα για να πάρουμε ένα καφέ και να ανταποδώσουμε την αγάπη μας στην ολομέλεια. Και όπως πάντα ήμασταν και οι τελευταίοι, γιατί Βίκυ, Τζο και Αλεξία ξεκινάνε δουλειά στις οχτώ.

Jo: Καλημέρα πεοσαρδανάπαλοι
Alexia: Καλημέρα μουνοχλαπάτσες.
Vicky: Καλημέρα ευρύπρωκτοι.
Stelios: Καλημέρα ψωλαρμένιδες.
Jo: @Stelios εμείς δουλεύουμε ρε πεοκρούστη, εσύ ψωλαρμενίζεις όπως πάντα.
Stelios: Κι εγώ δουλεύω μωρή σπαζοκλαμπάνια!
Jo: Ναι, τον κόσμο!
Alexia: Δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα!
Vicky: @Stelios μου τι λένε οι κάρχιες;
Stelios: Κάρχιες ειν’ κι ας τραγουδού, κάρχιες ειν’ κι ας λένε.
Alexia: Ωχ, ο Καλογήρου ήρθε με νεύρα σήμερα… καλά ξεκίνησε η εβδομάδα.
Vicky: Ο καρδιοχειρουργός;
Alexia: Ο καρδιομαλάκας! Έχε χάρει που είναι εξαιρετικός στο χειρουργείο αλλιώς θα του είχα βάλει το νυστέρι εκεί που πολύ σπάνια μπαίνει τυχαία.
Stelios: Μαλάκα μου ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχες μου στην εικόνα.
Alexia: Ακόμα δεν τις ξυρίζεις; LOL.
Stelios: Θα μου το κοπανάς για χρόνια αυτό, ε;
Alexia: Μόνο μέχρι να σε φυτέψουμε… αλλά θα σε θυμόμαστε μ’ αγάπη!
Vicky: Είναι γοριλλάκι, τι να τον κάνω;
Jo: Μωρέ καλά το λέω εγώ και δε με πιστεύει κανείς, ο @Stelios την έκανε λεσβία.
Alexia: Η αλήθεια είναι ότι προτιμάω το δικό σου κωλαράκι @Jo
Jo: AWWWWWWWW
Alexia: Λοιπόν, πάω μέσα… και αν δε δώσω σημεία ζωής μέχρι το απόγευμα, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε.
Vicky: Να σου φέρουμε τσιγάρα στη φυλακή!
Alexia: Ακριβώς! Φιλούμπες!

Και εκεί μπήκαμε κι εμείς για να δώσουμε την καλημέρα μας.

Michael: Καλημέρα στραπονιάριδες.
Melite: Καλημέρα κωλοτριχόδαση.
Stelios: Ψάρακα, για κάτσε καλά! Άντε μη… με δείρεις!
Michael: Πάνω που του ετοίμαζα του μαλάκα πιο επικό επιτάφιο και αυτό του Περικλή πήγε και τό ‘σωσε…
Stelios: Είπαμε, του φευγάτου η μάνα…
Jo: Βρε βρε ποιος μας θυμήθηκε: ο Παπαρρηγόπουλος της ελληνικής τσόντας.
Melite: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Stelios: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Michael: ΔΕΝ ΕΠΑΙΖΕ Ο ΓΚΟΥΣΓΚΟΥΝΗΣ!!!!!
Melite: Ναι μωρό μου, το ξέρουμε… φρόντισες να μας το κάνεις ξεκάθαρο σε ρυθμό ντίσκο!
Stelios: Είχε και μουσική;
Melite: Όχι, μόνο φωτορυθμικά.
Jo: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
Stelios: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA

«Λοιπόν, πάω πάνω! Αρκετό ξύλο έφαγα για την ώρα, να κρατήσουμε και κάτι γι’ αργότερα!» της είπα κλείνοντας το messenger

«ΘΑ ΣΕ ΜΑΣΤΙΓΩΣΩ ΚΙΟΛΑΣ;» μου είπε με θεατρική έξαψη και κόντεψε να με πνίξει, που να έπινα και καφέ…

Η μέρα κύλισε όπως την περίμενα, ο Δημήτρης χάρηκε εις διπλούν, μια με την αμφίεση και άλλη μία από την ανακούφιση ότι τελικά δε θα χρειαστεί να θυσιαστώ για την επιστήμη καθώς σε θέματα δομοστατικής—και όχι, μόνο θα συμπληρώσω—με τη Μελίτη ήμασταν “κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.”

Και μετά το κεφάλι κάτω και δουλειά. Αφιέρωσα τρεις ώρες στο διδακτορικό μου, καθώς μετά την απόδειξη του λήμματος ο δρόμος είχε ανοίξει και τα στοχαστικά σκυλιά δεμένα, στην ουσία αυτό που μου έμενε ήταν το βαρετό μέρος. Είχα φτάσει ήδη τις 130 σελίδες και μέχρι να τελειώσω το υπολόγιζα να πιάσω τη 170-άρα, και μόνο το λήμμα ήταν δώδεκα σελίδες γραμμικής-Β, που λέει και ο Δημήτρης.

Άτιμο πράγμα η ευστάθεια, και οι στοχαστικές το ανεβάζουν σε ένα special level of hell reserved for the highest masochists. Και εκεί, λίγες μέρες πριν τα 26μου, μου λύθηκε με τη μορφή έκλαμψης και η απορία που είχα από τότε που η Ελευθερία μου τούρλωσε τον πισινό της. Σαν τις στοχαστικές, πονάει στην αρχή αλλά το τέλος είναι οργασμικό!

Και έχοντας λύσει μέσα μου ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής, άφησα το διδακτορικό στην άκρη—γιατί όπως λένε το από πίσω χρειάζεται και μια ρέγουλα—και άνοιξα το πρώτο RFP.

Πρώτο RFP: TYN! Δεύτερο RFP: TYN, λίγο πιο νευριασμένο. Τρίτο δεν πρόλαβα γιατί επενέβησαν οι μεγάλες δυνάμεις, και—τελείως δημοκρατικά πάντα—σφυρίχτηκε λήξη.

«Έχει πάει εφτά!» μου είπε ο μελαχρινός σίφωνας. «Σε άφησα να γκομενίζεις λίγο παραπάνω επειδή είμαι στις καλές μου αλλά κατέβα κάτω γιατί θα σε σκίσω!»

«Αφού σου έστελνα μηνύματα!» της είπα απελπισμένος.

«Θα σε σκίσω για λόγους αρχής!» μου είπε χαχανίζοντας από το κινητό.

«Ε, εντάξει τότε! Κάτσε, δεν είπες ότι θ’ ανέβεις γραφείο;»

«Δεν προλαβαίνουμε, έχω παραγγείλει πίτσα, και εννοώ να μας βρουν σπίτι όταν έρθουν»

«Εντάξει, μωρό μου κατεβαίνω!» της είπα. Ο Δημήτρης είχε φύγει από τις έξι, οπότε μάζεψα το laptop και κατέβηκα κάτω που με περίμενε.

Η Μελίτη με περίμενε δίπλα από το μηχανάκι και όταν με είδε έτρεξε σχεδόν χοροπηδώντας πάνω μου να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει!

«Κεφάκια;» της είπα χαμογελώντας.

«ΑΜΕ!!!! Έχω νέα!!!!!» μου είπε! «Και τι νέα!!!!»

«Τι νέα;» τη ρώτησα παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό της.

«Δε σου λέω, να σκάσεις!» με πείραξε. «Πάμε και θα στα πω σπίτι!»

«Θα πονέσω;» τη ρώτησα μεταξύ σοβαρού κι αστείου.

«Όχι! Είμαι πολύ χαρούμενη για σαδομαζοχιστικά! Σε δέρνω άλλη μέρα!» μου είπε χαχανίζοντας, και τι να κάνω, αποδέχτηκα τη μοίρα μου.

«Οκ, άφησέ με σπίτι να αλλάξω και να κάνω ένα ντουζ και μετά έρχομαι από το σπίτι σου.»

Και έτσι κι έγινε, με άφησε σπίτι, και μετά από ένα ντουζάκι το οποίο το χρειαζόμουν απελπισμένα γιατί ένιωθα ότι κολλάω, φόρεσα μια βερμούδα και μια λεπτή μπλούζα και πέντε λεπτά αργότερα ήμουν στο… Melite House για πίτσα, σαλάτα και κατά τα φαινόμενα καλά μαντάτα και καθόλου σαδομαζοχιστικά όργια.

Και μεταξύ μας με την πείνα που είχα ένιωθα ότι θα φάω και την πίτσα και τη σαλάτα, και μαζί και τα κουτιά, ακόμα και αν δε μου είχε τάξει τρελλίτσες η Μελίτη αν φάω όλο μου το φαγητό.

Γιατί η πείνα είναι όπως το κατούρημα, μπορεί να την ξεχάσω, αλλά άμα τη θυμηθώ δεν έχει καθόλου πλάκα!

Χτύπησα το κουδούνι.

«Στον τέταρτο!» απάντησε η Μελίτη νομίζοντας ότι είμαι ο ντελιβεράς.

«Ναι, το ξέρω, έχω ξανάρθει!» της είπα χαχανίζοντας και πέρασα μέσα.

Με περίμενε στην πόρτα της, όχι και πολύ φανατικά ντυμένη.

«Έτσι θα ανοίξεις στον ντελιβερά, άπιστο γύναιο; Θα σε πατήσω χάμω!»

«Γκουχ-γκουχ!»

«Σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης σε πατάω και πάνω,» της είπα με άνεση. «Πάνω απ’ όλα ευελιξία, μη νομίζεις ότι στο παίζω ιστορία!»

«Καλομελέτα κι έρχονται!» μου είπε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρή.

«Θα έχει και ομελέτα; Γουστάρω!»

«Πέρνα μέσα ρε νούμερο!» μου είπε γελώντας.

«Καλά, θα σε δείρω μέσα καθότι πολιτισμένος!» της είπα και πέρασα με αέρα.

«Λοιπόν, η ώρα είναι επτά και μισή!» μου δήλωσε. «Στις οκτώ και τέταρτο θα σε σαπακιάσω στο ξύλο! RSVP!»

«Τώρα μάλιστα!» της είπα σοβαρός-σοβαρός.

Δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί χτύπησε και πάλι το κουδούνι και αυτή τη φορά ήταν όντως ο ντελιβεράς.

«Που θα φάμε;» τη ρώτησα. «Εδώ ή στην κουζίνα;»

«Στην κουζίνα μωρέ, δύο είμαστε!» μου είπε. «Ή θα γίνουμε δύο, όταν επιτέλους πάρεις κανένα κιλό!»

She got a point, να τα λέμε αυτά!

Με έβαλε να παλουκωθώ στην κουζίνα για να με σερβίρει με τα χεράκια της. Δηλαδή να μου δώσει το κουτί με την μία πίτσα, το πλαστικό δοχείο με τη σαλάτα, μια χαρτοπετσέτα και ένα πιρούνι.

Έβγαλε μια μπύρα για μένα και για την ίδια μια zero, καθίσαμε και αρχίσαμε να μασουλάμε.

«Δε μου είπες, ποια είναι τα υπέροχα νέα!»

«Η Χαριτίνη θα έρθει εδώ την άλλη εβδομάδα!» μου είπε χαμογελώντας μέχρι τ’ αφτιά. «ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΗ!!!!!!»

«Τι εννοείς;» τη ρώτησα μασουλώντας το επόμενο κομμάτι πίτσας.

«Εδώ και μια εβδομάδα έχει και φίλο!» μου εξήγησε χαμογελώντας σα χαζό. «Και δε μου είχε πει τίποτα το κωλόπαιδο!»

«Εσύ της έχεις πει για εμάς;» τη ρώτησα αβέβαια.

«Φυσικά και της το έχω πει! Τι ερώτηση είναι αυτή;» με ρώτησε ενοχλημένη.

«Μωρό μου, μην θυμώνεις…» της είπα ελαφρά ανήσυχος ότι έχω κάνει πάλι γκάφα. «Δεν… δεν έχω την ίδια σχέση με τ’ αδέρφια μου που έχεις εσύ με την αδερφή σου…»

«Δε θύμωσα βρε!» μου είπε. «Απλά μου φάνηκε λίγο άκυρη η ερώτηση!»

«Anyway, γιατί δε στο είχε πει;»

«Γιατί ήθελε να βεβαιωθεί ότι τα έχουνε!» μου είπε γελώντας. «Ας πούμε ότι είναι αρκετά πιο επιφυλακτική από εμένα!»

«Και ποιος είναι ο εκλεκτός της καρδιάς της;»

«Ένας ογκολόγος που συνεργάζονται! Ο Julien! Στο Gustave Russy, παρακαλώ! Το κορυφαίο ερευνητικό ίδρυμα για τον καρκίνο σε όλη την Ευρώπη!»

«Ωραίος!» είπα εντυπωσιασμένος.

«Και απ’ αυτό είναι!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Από αυτό; Ποιο;» τη ρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω.

«Ωραίος άντρας! Μου έστειλε φωτογραφία!»

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΤΡΑΣ!» της είπα σαν απατημένος σύζυγος, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Άργησες καμιά τριανταριά χρόνια!» μου είπε συνεχίζοντας να χαχανίζει του καλού καιρού. «Αλλά θα ζητήσω αν είναι από τη Χαριτίνη να μου δώσει τη διεύθυνση των γονιών τους για να πας να τους ζητήσεις τα ρέστα!»

«Τι ώρα είπαμε θα με δείρεις;»

«Στις οκτώ και τέταρτο!» μου απάντησε.

«Θα σου κρατάω μούτρα μέχρι τότε να μάθεις!» της είπα κάνοντας σαν πεντάχρονο.

«Τι φταίω το καημένο;» με ρώτησε ξεκαρδισμένη και σηκώθηκε και μ’ αγκάλιασε όπως ήμουν καθιστός. «Ιχλίμιντριχ, μουρλοκομείο μου!»

Ορίστε, κάτι τέτοια μου κάνει και με τουμπάρει!


31. Υγρό Πυρ

Παρά τις μεγαλοστομίες μου ότι με την πείνα που είχα θα έτρωγα και το κουτί της πίτσας, μαζί με το δοχείο της σαλάτας, λίγο από το τραπέζι, και—αν δεν είχε προλάβει να μαζέψει τα χέρια της—πιθανότατα και κανένα δάχτυλο, τελικά ήταν η υπόσχεσή της για ανταμοιβή σε είδος που έκανε πραγματικά τη δουλειά.

Γιατί εντάξει, να με παχύνει, αλλά το να φας μια δωδεκάρα (μαζί με όλη τη σαλάτα του Σεφ) για μένα ήταν έπος μεγαλύτερο από του Γιλγαμές.

Τέλος πάντων, κατάφερα να τελειώσω το φαγητό μου πριν το ραντεβού για ξυλίκι, και όχι μόνο αυτό, και με δέκα ολόκληρα λεπτά to spare, να προλάβω να χωνέψω κιόλας!

«Εσύ δεν έφαγες όλη την πίτσα σου!» πήγα να διαμαρτυρηθώ.

«Εγώ δεν χρειάζεται να τη φάω όλη!» μου είπε.

«Αυτό είναι αδικία!» διαμαρτυρήθηκα για τα μάτια του κόσμου.

“Life is not fair, yada-yada-yada!” μου είπε και κοίταξε το ρολόι της. «Έχουμε ακόμα δέκα λεπτά να σε τουλουμιάσω!»

«Μαλακία κάναμε!» της είπα. «Αν είναι να φάω τόσο ξύλο που θα το ευχαριστηθώ, θα μπορούσα να είχα γλυτώσει τουλάχιστον τη σαλάτα και να μην αισθάνομαι σαν βόας!»

«Πύθωνας!» με διόρθωσε. «Σε python και R δεν είπες ότι γράφεις;»

«Εγώ νιώθω βόας!» της είπα πεισματάρικα.

«Έχε χάρη που είμαι Κιουρία, αλλά θα τα πούμε σε…» είπε και κοίταξε το ρολόι της «8 λεπτά και 24 δευτερόλεπτα!»

Σ’ωραία! Γιατί αν είναι να φάμε ξύλο, να το φάμε στην ώρα του, σαν Άγγλοι! Πολιτισμός ρε φίλε!

Επιστρέψαμε επί του καναπέος (LOL, I WISH!) και αφού έκατσα σαν τον Πασά, με καβάλησε προσεκτικά για να μην γίνω Mr. Creosote, και δε θα πήγαινε καλά στο σαλόνι.

«Επειδή ήσουν καλό παιδί και έφαγες το φαγητό σου, ορίστε και η προκαταβολή!» μου είπε και έβγαλε το φανελάκι της μένοντας γυμνή από πάνω.

“BOOOOOOOOOOBIIIIIIIIIIIIES!!” φώναξα ενθουσιασμένος από το θέαμα, γιατί πρώτα σου βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. «ΧΟΥΦΤ ΧΟΥΦΤ!» της δήλωσα, και αμ έπος αμ έργο.

«Μαζέψου ρε νούμερο!» μου είπε γελώντας και πήρε τα χέρια μου που ήταν τόσο όμορφα αναπαυμένα—δηλαδή όχι ακριβώς, καθώς το σωστό ψαχούλεμα απαιτεί μαλάξεις, μην κάνουμε μισές δουλειές!»

«Γιατίιιιιιιιιιι» είπα σαν παιδάκι που του πήρανε το παγωτό από το χέρι και το φάγανε επιδεικτικά μπροστά του.

«Γιατί με αναστατώνεις και δε θα μπορώ να σε δείρω σωστά!»

Ε, εντάξει, αν είναι για καλό λόγο, τσιμέντο να γίνει. Όπως ο πρόεδρος καλή ώρα που είχε πάθει και πάλι Ρωμιοσύνη—καμία αίσθηση του χρονισμού ο αλήτης.

Και στις 8:15 ακριβώς—είχε βάλει και reminder παρακαλώ—ήρθε η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα!

«ΠΟΙΟΝ ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΘΑ ΠΑΤΗΣΕΙΣ ΧΑΜΩ ΡΕ?» ξεκίνησε το κατηγορητήριο.

«Προς υπεράσπισή μου είπα ότι σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης μπορώ να σε πατήσω και πάνω!»

«Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το κατηγορητήριο αποφάσισε ομόφωνα ότι κατηγορούμενος είναι ένοχος με το ελαφρυντικό ότι η απειλή που εκστόμισε έγινε σε συνθήκες βαρυτικού πεδίου—»

«Βασικά και η ελεύθερη πτώση σε βαρυτικό πεδίο συμβαίνει, απλά—»

Δεν πρόλαβα να διορθώσω την ανακρίβεια καθώς η ποινή εξετελέσθη χωρίς ο κατηγορούμενος να ερωτηθεί αν έχει να προσθέσει κάτι.

PING!

«Άουτς!» της έκανα, μου την έριξε και δυνατή τρομάρα της.

«Θα την κάνω μάκια να περάσει!» μου είπε.

Τυπικά το να σηκωθεί και να γύρει πάνω μου πιέζοντας με τα στήθια της το πρόσωπό μου, με αποτέλεσμα η μύτη μου να βρεθεί στη… limbo μεταξύ του αριστερού και δεξιού της στήθους.

Και επειδή δεν υπήρξε και κανένα αξιόλογο κενό μεταξύ τους, αποφάσισα να δοκιμάσω δερματική αναπνοή γιατί το να τραβηχτώ για ανάσα θα ήταν μεγαλύτερη προδοσία προς το… man-kind —ή έστω το μέρος της που δεν το έψηνε και από τις δυο μεριές—απ’ αυτή του Εφιάλτη.

Τουλάχιστον εκείνος πρόδωσε μόνο 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς.

Η επιστήθια δεν-την-λες-ακριβώς-φιλία διακόπηκε άδοξα καθώς η Μελίτη αποφάσισε ότι το οξυγόνο είναι υποχρεωτικό, παραβλέποντας το γεγονός ότι μακροπρόθεσμα έχει 100% θνησιμότητα.

Χμμμ… δεν απομακρύνθηκε αρκετά! Απομακρύνθηκε όσο πρέπει!

DESSERT!!! Αχ, για αυτό την ιχλιμιντρίζω, μετά το κυρίως πιάτο είχε και γλυκό! Δεν το λες ακριβώς παγωτό, αλλά δε βαριέσαι, αυτά είναι ασήμαντες λεπτομέρειες, κι εγώ είμαι big picture guy!

(*LOL, NOT!)

Άρχισα να πιπιλάω, να δαγκώνω και να γλείφω το… όχι-παγωτό μου, και ξέχασα στη στιγμή την αδικία του ping, αν και γι’ αυτό με την ελεύθερη πτώση θα πρέπει να επανέλθω, ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ!

Και μετά την προθέρμανση είχε το κυρίως πιάτο, καθώς με τα γνωστά αεροπλανικά της βρεθήκαμε ξάπλα στον καναπέ, εγώ από κάτω και εκείνη από πάνω. Έσκυψε πάνω μου και αναζήτησε το στόμα μου και μου έδωσε ένα μακρύ και παθιασμένο φιλί.

Και όπως είχα μάθει από την Τριανταφυλλιά, καλή της ώρα, μπορείς να καταλάβεις την έξαψη μιας γυναίκας ακόμα και από τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα της στο φιλί.

Η Μελίτη είχε γίνει πύραυλος.

Σταμάτησα το φιλί ίσα για να της δώσω το σωστό φύλλο πορείας. «Έλα πάνω μου, μωρό μου» της είπα σχεδόν βραχνά.

«Πάνω σου είμαι!» μου απάντησε με απορία. Δύο δευτερόλεπτα της πήρε η απορία να γίνει “Oh!!!”

Clever girl!

Ανασηκώθηκε και έκανε να κατεβάσει το σορτς και το κιλοτάκι της και τη σταμάτησα.

«Εγώ!» της είπα γιατί σιγά μην αφήσουμε τους προπτυχιακούς να μας φάνε τις δουλειές, να πούμε!

Όταν έμεινε με την Αδαμιαία—ή, πιο σωστά με την… Ευιαία—περιβολή της, ήρθε προς το μέρος μου προσεκτικά και το πρόσωπό μου γνώρισε για δεύτερη φορά μέσα σε μερικά λεπτά τη Νιρβάνα.

(Ναι, και δεν ήμουν και ο μόνος… Η Μελίτη κάποια στιγμή πρέπει να ξέχασε πως αναπνέουν…)

Το δεύτερο πράγμα που με είχε μάθει η Τριανταφυλλιά είναι η αξία του δάχτυλου όταν έκανα στοματικό. «Δεν αρέσει σε όλες τις γυναίκες, αλλά σε όσες αρέσει, η ένταση διπλασιάζεται!»

Το μυστικό ήταν ΟΧΙ σάλιο στο δάχτυλο αλλά κολπικά υγρά. Απαλό χάδι πίσω για να καταλάβεις την αντίδραση, και μετά ελαφριά πίεση ώστε να το πιάσει το υπονοούμενο. Και πάνω απ’ όλα προσοχή στις αντιδράσεις του σώματος. Αν σφιχτεί, τότε το σώμα της σου λέει «όχι!» Αν κοκαλώσει δε σου λέει ούτε όχι ούτε ναι. Καθησύχασέ τη αλλά συνέχισε, είτε μέχρι να τη νιώθεις να σφίγγεται, είτε αν σου πει ρητά όχι.

Η Μελίτη κοκάλωσε όταν ένιωσε το δάχτυλό μου στην πίσω της πόρτα. Δε μπορούσα ακριβώς να μιλήσω έτσι όπως ήμασταν, οπότε σταμάτησα να σπρώχνω και απλά έπαιξα για λίγο μαζί της, χωρίς ωστόσο να το τραβήξω. Και μετά δοκίμασα και πάλι. Δεν σφίχτηκε.

Χωρίς ούτε στιγμή να σταματήσω να την περιποιούμαι με το στόμα μου, έβαλα το δάχτυλο λίγο πιο μέσα και λίγο πιο μέσα, και τα βογγητά της μου έδωσαν να καταλάβω ακριβώς τη στιγμή να περάσω στο επόμενο level. Κοκκάλωσε και πάλι αλλά με το δάχτυλο να είναι εκεί που πρέπει, άρχισα να κάνω μέσα της κυκλικές κινήσεις.

Και εκεί ήρθε το πρώτο της τράνταγμα. Και μετά το δεύτερο. Και μετά το τρίτο. Δεν μπορούσα να δω τι κάνει, μπορούσα ωστόσο να την ακούω, και αυτή τη φορά οι φωνές της πραγματικά μου θύμισαν hentai (και όποιος ξέρει, ξέρει…)

«Μιχάλη μου! Μιχάλη μου!» άρχισε και πάλι με κοφτές ανάσες και βογγητά ανάμεσα σε κάθε επανάληψη του ονόματός μου. Κάποια στιγμή σταμάτησα να μετράω… «Μιχάλη ΜΟΥ! ΑΑΧ! Μιχάλη μου! Μι…Μιχάλη… Μιχάλη… ΜΙΧΑΛΗ…»

And then…

Σκουριά πυρρόχρωμη στις Μίνες του Σινά
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα· η άγια σκουριά που μας γεννά.
Μας θρέφει, θρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Για πρώτη φορά κατάλαβα πραγματικά τους στίχους του Καββαδία.

Ένιωσα τους μηρούς της να με σφίγγουν σαν μέγγενη, και με ένα τελευταίο—και σχεδόν ξέπνοο—«Μιχάλη,» τραβήχτηκε από πάνω μου και κατέβηκε απαλά προς τα λαγόνια μου, με τα μάτια ακόμα κλειστά και πασχίζοντας να βρει τις ανάσες της.

Αλμυρούτσικο, αποφάσισα μέσα μου. Είχα ακουστά το φαινόμενο αλλά δε μου είχε τύχει και ποτέ. Τώρα απέκτησε και γεύση, γιατί εγώ μισές δουλειές δεν κάνω, και “LOL, NOT” και αηδίες δεν έχει.

Βέβαια με πήραν και λίγο τα σκάγια στο πρόσωπο, αλλά σε κλίμακα “messiness” μια μονάδα και αυτή με το ζόρι.

Κατά τα φαινόμενα ούτε της Μελίτης της είχε τύχει γιατί όταν με είδε τρόπο τινά πασαλειμμένο, σκάλωσε για μερικά δευτερόλεπτα.

«Τι είναι αυτό;»

«Υγρό πυρ!» της είπα κλείνοντάς της το μάτι.

Γούρλωσε τα μάτια της για ένα-δυο δευτερόλεπτα και ξαφνικά κατάλαβε. “Oh…” είπε αλλά ακολούθησε και ορθή επανάληψη, καθώς το μυαλό της είχε αρχίσει και πάλι να μπουτάρει—ή, έστω βγει από λειτουργία πτήσης. “Oooooh” επανέλαβε.

“Attagirl!” της είπα κλείνοντάς της το μάτι.

Αν ήμασταν σε τσόντα η περιγραφή θα πήγαινε ως εξής: “Με το πρόσωπό της κόκκινο ακόμα από τη φωτιά που της είχε προκαλέσει η οργασμική της έκρηξη, έσκυψε ηδονικά και ρούφηξε φιλήδονα, και αχόρταγα, τους χυμούς του πάθους της από το πρόσωπό μου.”

Η πραγματικότητα ήταν δραματικά λιγότερο επικολυρική. Σηκώθηκε, ακόμα ελαφρά κεραυνοβολημένη, να πάει μέσα την κουζίνα να μου φέρει χαρτί για να με σκουπίσει στο πρόσωπο.

«Αν φάω και αύριο το φαγητό μου θα έχει dessert με homemade σιρόπι?» τη ρώτησα σκανταλιάρικα.

«Να σε κάνω να πάρεις κανένα κιλό είπαμε, όχι να σε κάνω τέσσερις τόνους!» μου είπε.

«Δε νομίζω ότι έχει πολλές θερμίδες!» της απάντησα χαχανίζοντας.

«Ναι, δεν κατάλαβες!» μου είπε κοιτάζοντάς με σαν το τελευταίο churro στο luna park.

Ήταν η σειρά μου να πω “Ooooh…”

Ανασηκώθηκα στο καναπέ και σκαρφάλωσε ξανά στα πόδια μου αγκαλιάζοντάς με πίσω από το λαιμό.

«Με τρέλανες!» μου είπε. «Αν συνεχίσουμε έτσι με βλέπω να μετακομίζω,» αναστέναξε. «Δεν έχει και καλή ηχομόνωση το ρημάδι!»

«Άρχισε να ψάχνεις αγγελίες!» της είπα, κερδίζοντας το γέλιο της, και κατέβηκε από πάνω μου και κάθισε δίπλα μου.

«Μη φεύγεις Ντορή μου, θα φαρμακωθώ!» της είπα με πάθος που θα έκανε περήφανη την ίδια τη Χέλμη.

Ναι, δεν φαρμακώθηκα ακριβώς, γιατί αυτό που ακολούθησε ας πούμε δεν το περίμενα… όχι τουλάχιστον τόσο γρήγορα.

Το ξέρατε ότι τα προφυλακτικά έχουν ημερομηνία λήξης; Αν όχι, κακώς, λάστιχο είναι! Το σύνηθες είναι τρία με πέντε χρόνια, και έγινε και ο λόγος που αν πετύχαινα ποτέ τον Νίκο στο δρόμο, θα τον κέρναγα μέχρι και αστακομακαρονάδα. Μπορεί να ήταν απλά ηλεκτρολόγος μηχανικός (Meh) αλλά τουλάχιστον είχε σωστή μεθοδολογία αγοράς—καίτοι φιλόδοξη όπως αποδείχτηκε λίγο καιρό μετά.

Με το που κάθισε δίπλα μου γύρισε προς το μέρος μου και αρχίσαμε να φιλιόμαστε, και επειδή “BOOBIIIIIIIIIIIIIIIES” εννοείται ότι το αριστερό μου χέρι—καθώς η Μελίτη είχε καθίσει δεξιά μου—άρχισε τις αλητείες.

Ε, ναι, δεν ήμουν ο μόνος αλήτης της παρέας. Το αριστερό της χέρι πέρασε χωρίς τυμπανοκρουσίες κάτω από σορτσάκι και μποξεράκι και αγκάλιασε τη Ρωμιοσύνη σε όλο της το μεγαλείο.

Κοντολογίς έγινε αυτό που λένε “μας πήραν και τα σώβρακα”—με την κυριολεκτική του essence—και ένα λεπτό αργότερα έγινα Καρανικόλας, αν και σε φυσιολογικό μέγεθος. Αυτό βέβαια καθόλου δεν απογοήτευσε την άπειρη νέα που τα μάτια της άστραφταν από την αβάσταχτη ερωτική επιθυμία που είχε προκαλέσει και πάλι πυρκαγιά στο κορμί της—

Σας πήγε τρεις μία, ε; Παραδεχτείτε το!

Πραγματικός κόσμος: Με τον ενθουσιασμό της πρωτάρας, ή έστω της… δευτεράρας, παραλίγο να μου τον ξεκολλήσει, και ο πρόεδρος μπορεί να είναι μπερμπάντης (ROTFLMAO!) αλλά κατά βάθος είναι σπιτόγατος και επ’ ουδενί λόγω δεν επιθυμούσε να ζήσει την οδύσσεια ενός ξεριζωμένου.

«Πιο σιγά μωρό μου!» της είπα απαλά.

«Παραήμουν ενθουσιώδης, ε;» με ρώτησε σκανταλιάρικα.

«Ο ενθουσιασμός είναι μια χαρά!» τη διαβεβαίωσα «αρκεί να μη φτάνει στο σημείο να θες να κρατήσεις και ενθύμιο!»

Έβαλε τα γέλια. “Ok, point taken!” μου είπε και συνέχισε, αυτή τη φορά με περισσότερη στοργή και προδέρμ.

«Αυτό δεν το έχω ξανακάνει!» μου είπε, και πριν καν προλάβω να αναρωτηθώ τι εννοεί, χαμήλωσε το κεφάλι μου σε απόσταση που ένιωσα την ανάσα της στον πρόεδρο. Κρατώντας τον από την βάση τον κοίταξε για μερικές στιγμές και ένα “here goes nothing” αργότερα τον πήρε στο στόμα της.

Το ότι κατάφερα να ακούσω το “here goes nothing” το λες και κατόρθωμα, καθώς το μυαλό μου είχε πάθει λειτουργία πτήσης αεροπλάνου που πέφτει—αν και το ρήμα δεν περιγράφει ακριβώς αυτό που συνέβη όταν ένιωσα τα χείλη της να με αγκαλιάζουν.

Και ναι, λίγο αργότερα, ενώ το μυαλό μου προσπαθούσε απελπισμένα να κάνει cold boot, ο πρόεδρος έπαθε zombie apocalypse καθώς τα δόντια δεν ήταν καθόλου του γούστου του.

Κατάφερα να βρω τη φωνή μου πριν γίνει ο πρόεδρος ψαγμένο δέρμα για πορτοφόλι.

«Μελίτη μου… πιο σιγά μωρό μου… τα δόντια σου!»

Δεν απάντησε αλλά με άκουσε και αν και στην αρχή έμοιαζε σα να θέλει να φυσήξει μπαλόνι, κατάφερε με τα πολλά να το βρει. Το μυαλό μου ήταν πολύ μουδιασμένο—με τον ευχάριστο τρόπο, έτσι—για να λειτουργήσει σωστά, και έτσι η συνέχεια ήταν αρκετά πιο ήσυχη μέσα στο κεφάλι μου.

Και πάνω που το είχε βρει, σταμάτησε.

«Σε θέλω!» μου είπε και ο τόνος της δεν σήκωνε παρερμηνείες.

«Κι εγώ, αλλά δεν έχω προφυλακτικά!» της απάντησα σκασμένος.

«Έχω εγώ!» μου είπε. «Σουβενίρ… δε σε πειράζει, έτσι;»

«Φτάνει να μην έχουν λήξει!» της είπα, γιατί με την προοπτική που ανοίγονταν μπροστά μου ΧΕΣΤΗΚΑ που τα είχε αγοράσει ο Νίκος.

Κερασμένα, που λέμε, με εμένα τον παραλήπτη.

Η Μελίτη επέστρεψε μισό λεπτό αργότερα με βλέμμα γεμάτο πονηριά και ανυπομονησία.

«Παραγωγής Ιούλιος 2023,» (Άχου τα, ήταν και καρκινάκια σαν εμένα!) «λήξης Ιούλιος 2028!»

Μου έδωσε το κουτί και το άνοιξα προσεκτικά και έβγαλα ένα προφυλακτικό και το φόρεσα. Με έβαλε και ξάπλωσα στον καναπέ, και χωρίς επιπλέον επισημότητες ανέβηκε πάνω μου, έκατσε προσεκτικά, και οδήγησε τον πρόεδρο στην προεδρίνα.

Very nice to finally meet you, ma’am!


32. Ταυροκαθάψια

Ο πρόεδρος μπήκε στα ενδότερα και της Μελίτης της ξέφυγε ένας ηδονικός στεναγμός. Κάθισε για μερικές στιγμές ακίνητη απολαμβάνοντας την αίσθηση, με το κεφάλι ελαφρά γερμένο πίσω και τα μάτια κλειστά. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω μου για να στηριχτεί, και άρχισε να κινείται, στην αρχή αργά, και μετά λίγο πιο γρήγορα.

Από τη μία ήθελα κλείσω τα μάτια μου και να το απολαύσω με όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις αλλά από την άλλη η κίνηση των στηθών της όπως κουνιόταν πάνω κάτω ήταν αυτό που λέμε στο χωριό “mesmerizing.”

Μενταγιόν και αηδίες, αυτό και αν ήταν υπνωτιστικό!

Και επειδή αργία μήτηρ πάσης κακίας, τα χέρια μου που δεν είχαν τι να κάνουν, αποφάσισαν αυτοβούλως να χουφτώσουν και τα δυο της στήθη, με εμφανή ακουστικά αποτελέσματα στους στεναγμούς της, ειδικά όταν της τσιμπούσαν λίγο πιο δυνατά τις ρόγες.

Και μπορεί να ήταν γενικά άπειρη, αλλά στα ταυροκαθάψια την έλεγες και προχωρημένη. Αυτό που δεν κατάλαβα στην αρχή ήταν πως ενώ φαινόταν να απολαμβάνει απίστευτα να καρφώνεται πάνω μου μέχρι να βρει ο πρόεδρος πνευμόνια—που λέει ο λόγος—οι κινήσεις της ήταν… όχι ακριβώς διστακτικές… αλλά πολύ προσεκτικές και σε πλήρη αντιδιαστολή με τον εμφανή ενθουσιασμό της.

«Μωρό μου,» της είπα και άφησα το στήθος της και την έπιασα από τη μέση για να την οδηγήσω «δεν είμαι γυάλινος!»

Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε για μερικές στιγμές, αλλά το πήρε το μήνυμα και άρχισε να γίνεται σταδιακά περισσότερο ενθουσιώδης. Έχοντας λύσει τα… χωροταξικά, επικεντρώθηκα και πάλι στα στήθη της.

«Πιο δυνατά!» μου είπε με πνιγμένη σχεδόν φωνή. «Πιο δυνατά!»

Ό,τι θέλει το κορίτσι, χαλάω εγώ χατίρι;

Έκλεισα και πάλι τα μάτια μου και αφέθηκα στο ρυθμό της, το οποίο γενικά προτιμώ, γιατί εμένα δε με λες και εγκρατή. Όταν ο πρόεδρος παίρνει φόρα δυσκολεύομαι πολύ να ελέγξω το ρυθμό και συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ άκυρα πράγματα, κι επειδή είμαι αυτός που είμαι, στο τέλος και κοπανάω την παρτενέρ μου σα χταπόδι και έχω χάσει και το επεισόδιο.

Παρά τις φυσικές της αντοχές, ο καναπές είναι αρκετά μαλακός για τέτοια ακροβατικά και κατάλαβα ότι άρχισε να κουράζεται, οπότε όσο και αν ένιωθα ότι θα πιάσω γραμμή με Βαλχάλα, αποφάσισα να βοηθήσω την κατάσταση: την κράτησα γερά από τη μέση δείχνοντάς της ότι θέλω να σταματήσει, και το κατάλαβε.

Όπως κατάλαβε και την επόμενη κίνηση, και άφησε το σώμα της να ξαπλώσει πάνω μου.

«Σειρά μου,» της είπα τρυφερά, και πιάνοντας την από τους επικά επικούς γλουτούς της άρχισα να κινούμαι, και η Μελίτη άρχισε να ανεβάζει decibel.

Το μόνο πρόβλημα στη συγκεκριμένη στάση είναι ότι για κάποιον σαν και μένα—που δε με λες δηλαδή και Κουταλιανό να μασάω ατσάλι και να φτύνω ατσαλόπροκες—είναι φοβερά εξαντλητική, οπότε έχει κάτι από “ελευθερία ή θάνατος,” δηλαδή είτε τελειώνεις στα γρήγορα, είτε αντίο και ευχαριστώ για τα ψάρια.

Και κάπως έτσι καταλήξαμε ορθοδόξως και ιεραποστολικώς, καθώς ναι μεν τα είχα φτύσει αλλά δεν είχα πει την τελευταία κουβέντα. Με αγκάλιασε με τα πόδια της—λες και θα έφευγα!—και όταν μπήκα μέσα της της ξέφυγε ένα ακόμα πιο δυνατό βογγητό.

Προσπάθησα φιλότιμα να κρατηθώ ώστε να τελειώσει και εκείνη αλλά αυτά στις τσόντες… υπάρχει ένα σημείο που από εκεί και πέρα είναι αδύνατο να σταματήσεις, κι εγώ το προσπέρασα με transwarp, να πούμε.

With gasoliiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiiine… και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Τα μπράτσα μου ίσα που με κρατούσαν. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα… και είδα ξανά αυτό το βλέμμα… και όσο χλιμίντρισα, χλιμίντρισα.

«Σ’ αγαπάω» της είπα κοιτάζοντάς τη στα μάτια.

Μου σκούπισε απαλά τον ιδρώτα από το μέτωπο. «Κι εγώ,» μου απάντησε ανταποδίδοντας το βλέμμα.

Χωρίς να βγω από μέσα της χαμήλωσα προς τα πάνω της, με αγκάλιασε και για μερικές στιγμές χαθήκαμε σε ένα βαθύ φιλί. Ένιωσα τον πρόεδρο να γίνεται ξανά Bruce Banner, και τραβήχτηκα προσεκτικά μην έχουμε κανένα ατύχημα.

«Θέλεις μπύρα;» με ρώτησε όπως πήγαινα να πετάξω το προφυλακτικό. Αν ήθελα λέει!

Πήγα στην τουαλέτα και πέταξα το προφυλακτικό στο καλαθάκι, και—επειδή είμαι αρκετά ψηλός για τέτοια ζογκλερικά—ξέπλυνα και τον πρόεδρο από τις πομπές του με κρύο νερό, γιατί ικανό τον είχα να μου το ξαναπαίξει Ρωμιοσύνη και να κυκλοφοράω με τη μαλαπέρδα σα ρόπαλο.

Έκανα να επιστρέψω στο σαλόνι αλλά με πρόλαβε η φωνή της. «Στο δωμάτιο είμαι!»

Καθόταν οκλαδόν πάνω στο κρεββάτι της και ήταν ακόμα τελείως γυ-μνή. Ανέβηκα κι εγώ, αλλά επειδή το οκλαδόν δε με βολεύει ιδιαίτερα, κάθισα γέρνοντας την πλάτη μου στο προσκέφαλο.

Μου έδωσε το κουτάκι με τη μπύρα που κρατούσε στο άλλο της χέρι και αφού κάναμε τσιν-τσιν σχεδόν άδειασα το δικό μου.

Δεν μπορούσα να διαβάσω το βλέμμα της, μου φαινόταν σκεπτικό, και φυσικά άρχισαν μέσα να βαράνε όλες οι καμπάνες της επικράτειας.

«Μετάνιωσες;» τη ρώτησα μονολεκτικά.

«Όχι, χαζούλη!» μου είπε χαμογελώντας μου. «Αν είχα μετανιώσει ρε Μιχάλη θα σ’ έφερνα στο δωμάτιο ντυμένη έτσι;»

«Δεν είσαι ντυμένη!» της απάντησα ανακουφισμένος, καθώς μία-μία οι καμπάνες και τα καμπαναριά άρχισαν επιτέλους να βγάζουν το σκασμό.

“My point exactly!” μου είπε παιχνιδιάρικα.

(Πεύκοοοοοοοοοοοοοοοοο!)

«Κάτι σκέφτεσαι όμως!» επέμεινα, παρά το καρούμπαλο του πεύκου που είχα φάει στην κεφάλα.

«Μου υπόσχεσαι ότι δε θα πάθεις υπαρξιακή κρίση;» με ρώτησε.

(ΩΧ!)

«Δε σου υπόσχομαι,» της απάντησα ειλικρινά, «αλλά θα προσπαθήσω!»

«Δε μου αρκεί η προσπάθεια!» μου είπε. «Το πρόγραμμα έχει encore και δε μου αρέσει να μου χαλάνε το πρόγραμμα!»

Έβαλα τα γέλια και χαλάρωσα. «Οκ, πες μου!»

«Ένας από τους λόγους που είχα πληγωθεί από το χωρισμό μου με το Νίκο, ήταν και το timing…»

Χμμμ…

«Δε θα σου φαινόταν κι εσένα κάπως να σε χώριζαν ούτε ένα μήνα μετά την πρώτη φορά που κάνατε σεξ;»

«Λάθος άνθρωπο ρωτάς,» της απάντησα με ειλικρίνεια. «Εμένα θα μου φαινόταν κάπως ακόμα και σαράντα χρόνια μετά από την πρώτη φορά…»

«Λες να είναι ιδέα μου;» με ρώτησε με αμφιβολία.

«Δεν ξέρω Μελιτάκι μου,» της απάντησα γλυκά.

«Δεν αναφέρομαι στην ποιότητα του sex, Μιχάλη… αλλά δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι… μήπως… μήπως περίμενε αυτό…»

«Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιος να είναι τόσο γομάρι και ταυτόχρονα να περιμένει και ένα μήνα για να στο φέρει λάου-λάου,» της απάντησα, όχι για να την παρηγορήσω αλλά γιατί απλά δε μου φαινόταν λογικό.

«Έχεις δίκιο…» μου είπε και χαμογέλασε πονηρά. «Και δε χρειάζεται να φοβάμαι μη μου βγει έξω!» συμπλήρωσε κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι, και μου έκανε το 1+1.

Κατά τα φαινόμενα ο Νίκος ανατομικά ήταν… ας πούμε λιγότερο προικισμένος απ’ ότι ο yours truly και τα ταυροκαθάψια είχαν κάτι από το μεροκάματο του τρόμου. Για τον ταύρο.

Λογική η φοβία της και καταχωρήθηκε στο αρχείο ως “Resolved.”

«Λοιπόν, πριν τρυγήσεις ξανά το άγουρο κορμί μου για πέμπτη φορά—»

«Δεύτερη!» με διόρθωσε.

«Ο προγραμματισμός μου είναι μεσομακροπρόθεσμος» τη διόρθωσα με τη σειρά μου κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Φιλόδοξος!» μου έκανε συνεχίζοντας να χαχανίζει. «Θα αντέξεις;»

“I’m not above dying trying” της απάντησα με πάθος αντάρτη στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Η Μελίτη αντί απάντησης πήρε το κινητό της. «Εννιά και μισή,» μου είπε, και το άφησε και πάλι στο κομοδίνο.

«Εννιά και τέταρτο είναι,» της είπα παραξενεμένος.

«Εννιά και μισή ραντεβού να σε πατήσω χάμω!» μου δήλωσε, προφανώς μην εκτιμώντας το μαύρο χιούμορ. “RSVP!”

«Θα παρίσταμαι!» της απάντησα με επισημότητα.

«Το καλό που σου θέλω!» μου είπε. «Λοιπόν, έλεγες…;»

«Μη το πάρεις στραβά αυτό που θα σου πω,» ξεκίνησα την εισαγωγή, αλλά η Μελίτη δεν είναι σαν και μένα, οπότε απλά περίμενε να ολοκληρώσω. «Δε σε περίμενα τόσο… επιθετική.»

«Επιθετική;» με ρώτησε ξαφνιασμένη.

«Δε το λέω για κακό,» βιάστηκα να διαβεβαιώσω. «Και ίσως και η επιλογή του ρήματος να μην είναι και η καλύτερη.»

«Δε βοηθάς,» μου είπε μην καταλαβαίνοντας.

«Στο σεξ!» της είπα τελικά, σταματώντας να το κουράζω. «Δεν εννοώ τα “θα σε δείρω”, “θα σε πατήσω χάμω” και τα λοιπά… οικογενειακά μας. Εννοώ… εμάς.»

Δεν απάντησε, μου έκανε νεύμα να συνεχίσω.

«Εγώ είχα στο κεφάλι μου ότι επειδή δεν έχεις μεγάλη εμπειρία θα χρειαστείς περισσότερο χρόνο. Απλώς περίμενα να είσαι πιο… επιφυλακτική. Να χρειαστείς περισσότερο χρόνο μέχρι να αρχίσεις να παίρνεις εσύ πρωτοβουλίες, να δοκιμάζεις πράγματα, να μου λες “σε θέλω”… καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Ναι, καταλαβαίνω,» μου απάντησε. «Το ότι δεν έχω εμπειρία δε σημαίνει ότι δεν έχω επιθυμίες,» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της.

«Όχι, δεν λέω αυτό,» της εξήγησα. «Εννοώ… ότι δεν περίμενα ρε παιδί μου αυτή την ταχύτητα… Μου είπες ότι με το Νίκο…»

«Δεν είσαι ο Νίκος,» μου είπε κόβοντάς με. «Και επιπλέον ούτε εγώ είμαι ακριβώς η ίδια,» μου απάντησε σκαλώνοντάς με τόσο, ώστε το ανθρωπάκι inside δεν ξεκίνησε και πάλι τα αναστενάρια με το πρώτο που μου είπε.

«Τι εννοείς;» ήταν η σειρά μου να τη ρωτήσω.

“I got disillusioned,” μου απάντησε ωμά. «Περίμενα… δεν ξέρω κι εγώ τι περίμενα. Φανταζόμουν την πρώτη φορά σαν… σαν κάτι special.»

Δίστασε για μερικές στιγμές.

«Πέρασε και δεν ακούμπησε,» μου είπε τελικά

«Ένας λόγος παραπάνω…» της είπα διστακτικά.

Αντί απάντησης άφησε το κουτάκι με το αναψυκτικό στο κομοδίνο και ήρθε προς το μέρος μου στα τέσσερα. «Φίλα με!» μου είπε.

Χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τι παιζόταν έκανα αυτό που μου ζήτησε, τη φίλησα τρυφερά στα χείλη και έδιωξα απαλά μια τούφα που έπεφτε στο πρόσωπό της.

«Για να σου λύσω λοιπόν την απορία…» ξεκίνησε, αλλάζοντας στάση και γέρνοντας πάνω μου για να την πάρω αγκαλιά. «Με το Νίκο ήταν expectations encountered reality…»

Δεν απάντησα, δεν ήξερα τι να απαντήσω. Και δεν χρειάστηκε, απάντησε η ίδια για μένα.

«Με εσένα Μιχάλη… είναι reality overcomes expectations.»

Με κοίταξε στα μάτια.

«Και εγώ δεν κάνω εκπτώσεις στις απαιτήσεις μου. Όχι πια.»


33. Μπανάκι Μανάκι

Αυτή τη φορά μπορεί να μην έπαθα Άραβες vs Βυζαντινών, δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού, και έτσι έμεινα με την απορία αν θα ήταν και ο δεύτερος γύρος αλμυρός. Η Μελίτη από την άλλη, και κρίνοντας από το βλέμμα της προς το… υπερπέραν, είχε πάθει Bohemian Rhapsody και αναρωτιόταν “Is this the real life? Is this just fantasy?”

Am I the best or am I the best?

Φορώντας το καλύτερο κρετινέ χαμόγελο ανηφόρησα προς τα πάνω και ξαπλώνοντας στο μαξιλάρι την έπιασα για να την πάρω αγκαλιά. Το Μελιτάκι μου, ακόμα ζαλισμένο, χώθηκε στην αγκαλιά μου και όχι απλά χώθηκε, χτ[[απόδιασε και πάλι πάνω μου.

«Μελίτη σε λένε!» της είπα φιλώντας της απαλά στα μαλλιά.

«ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΛΙΤΗ? ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ!» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Και μιας και είπα θα σε πατήσω χάμω, τι ώρα είναι;»

«Δέκα παρά τέταρτο!» της απάντησα.

PING! PING! PING!

«Άουτς!»

«Πρώτον για να μάθεις να μην τηρείς τα ραντεβού σου!» μου δήλωσε.

«Θα ήθελα να υπενθυμίσω στο αξιότιμο δικαστήριο ότι εκείνη τη στιγμή είχα χωροταξικές δυσκολίες, ήμουν ξαπλωμένος και έκανες την καουμπόισσα.»

«Δικαιολογίες!» μου είπε ρουθουνίζοντας.

«Ακόμα κι έτσι… θα ήταν τουλάχιστον πρωτότυπο ο… μελλοθάνατος να παραπονιέται στο δήμιο ότι δεν είναι σωστό να τον στήνουν στο ραντεβού, και θα του δείξει αυτός, θα δει τι θα πάθει!»

«Κάπως είμαι σίγουρη ότι σε αυτή την περίπτωση η τελευταία σου επιθυμία θα ήταν καταχώρηση στο βιβλίο παραπόνων!»

(Ναι, διόλου απίθανο, lol!)

«Δεύτερον,» συνέχισε. «Ήταν για να εμπεδωθεί το πρώτο!»

«Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ!» άρχισα να τραγουδάω, και έβαλε τα γέλια. «Και τρίτον;»

«Να εμπεδώσεις το δεύτερο!» μου είπε.

«Και μυρσίνη εσύ δοξαστική!» συνέχισα την καντάδα, ΕΙΝΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ!

Και μπορεί να είμαι γενικά κοτάρα λυράτη, με ISO να πούμε, αλλά αυτή τη φορά ήμουν εγώ που έκανα την ανήθικη πρόταση.

«Χρειάζομαι απελπισμένα ντουζ!» της είπα.

«Ώρα είναι να μου πεις ότι θα φύγεις για να πας να ξεπλυθείς και θα γυρίσεις πίσω!» μου είπε στα σοβαρά.

«Nope! Έχω μια καλύτερη ιδέα!» της είπα και το έπιασε το υπονοούμενο.

PING!

«Γιατί;;;;» τη ρώτησα και το εννοούσα.

«Γιατί λαχταράς να δεις το γυμνό κορμί μου!»

Ναι, εντάξει, τίλταρα λίγο, εσείς δηλαδή τι θα κάνατε;

PING!

«Άου! Τι έκανα πάλι!»

«Θυμήθηκα ότι το είδες!» μου είπε και με τράβηξε πάνω της για λαρυγγοσκόπηση.

Ναι, είχε μια περίεργη αίσθηση της δικαιοσύνης αλλά δε θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Τι το κάναμε εδώ, λαϊκή δημοκρατία;

Πήρα το αίμα μου πίσω όταν σηκώθηκε, και της έριξα μια… ας πούμε όχι ελαφριά, στο αριστερό της επικό έπος.

«ΑΧΝΕ!» μου είπε κουνώντας τον προκλητικά και λογικό και επόμενο ήταν να πάθω και πάλι Ρωμιοσύνη. «Θα μου χώσεις ροπαλιά;» με ρώτησε γελώντας.

«Ντίσκο-ντίσκο-ντίσκο τσουτσούνι!» άρχισα να τραγουδάω, και η Μελίτη μάλλον δεν είχε ακουστά το τσουσουνοειδές αριστούργημα του Πανούση και με κοίταξε σα να είχα φάει γλάστρα στο κεφάλι.

«Στη στεριά δε ζει το ψάρι,» συνέχισα απτόητος. «Κι ούτε ο Κνίτης με φρικιά!»

«Προχώρα ρε νούμερο!» μου είπε και ακολούθησε και άλλη βία και νοθεία γιατί έφαγα μία στα κωλομέρια χωρίς ραντεβού!

(Το δικό μου δε μετράει, ήταν αυθόρμητο!)

Και κάπως έτσι, με τα επικά έπη μπροστά και τη Ρωμιοσύνη να ακολουθεί μπήκαμε στο μπάνιο.

«Πώς το προτιμάς το νερό;» με ρώτησε.

«Ζεστό!» της απάντησα. Λάθος απάντηση, κατά τα φαινόμενα για τη Μελίτη είχε προτιμήσεις που παραβιάζανε δυο-τρεις νόμους της φυσικής, όπως για παράδειγμα θερμοκρασία νερού που θα έκανε την λάβα να μοιάζει μπροστά της με δροσερή λάσπη.

«Τι;» μου είπε κοιτώντας με αθώα. «Ζεστό νερό είπες!»

«ΑΥΤΟΔΕΝΕΙΝΑΙΖΕΣΤΟΝΕΡΟΕΙΝΑΙΓΙΑΝΑΒΡΑΣΕΙΣΚΟΤΟΠΟΥΛΟ!»

«Ooops… η αλήθεια είναι ότι προτιμώ το νερό μου ζεστούτσικο!» μου είπε απολογητικά.

Ναι, η δική της αλήθεια ήταν διαφορετική από τη δική μου, σύμφωνα με την οποία για hell spawn που θα έβρισκε τον Old Faithful αναζωογονητικά δροσερό, ναι, τη λες και… ζεστούτσικη τη θερμοκρασία που προτιμούσε.

Ξεκινήσαμε τις διαπραγματεύσεις από “δροσερό”, το οποίο σήμαινε ότι οριακά δε θα ξεφλούδιζα και λίγη (lol, πολλή!) κλάψα αργότερα καταλήξαμε σε “καταρράκτη παγετώνα,” το οποίο σημαίνει “εντάξει, ζεστό είναι αλλά δε θα βάλω τα κλάματα.”

Και μετά το Melite’s House pizza είχαμε και το Michael Spa στο μπάνιο. Και την έλουσα, και την έτριψα με το απαλό σφουγγάρι σε όλο της το σώμα, και την έπλυνα στα χαμηλά της με το ειδικό υγρό, και φυσικά εκεί, στα επικά έπη και στα στήθη της έφαγα πολλή περισσότερη ώρα απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν.

Και η Μελίτη ανταπέδωσε με ενθουσιασμό.

«Μωρό μου αν συνεχίσεις έτσι θα βγει κρεμοσάπουνο!» την προειδοποίησα καθότι αντί να ξεπλύνει τον Πρόεδρο από τις πομπές του, σάμπως να τον κακομάθαινε.

Το επόμενο πάντως δεν το περίμενα με τίποτα.

Με ξέπλυνε με το νερό, και χωρίς να πει τίποτα γονάτισε μπροστά μου και με πήρε στο στόμα της.

Θυμάστε τι έλεγα; Μπορεί να μετράει η τέχνη, αλλά ακόμα περισσότερο μετράει η προθυμία. Και μπορεί η τεχνική να ήταν ακόμα της αρχάριας αλλά ο ζήλος της ήταν άλλο πράγμα.

Την πρώτη φορά που προσπάθησε να με πάρει βαθιά πνίγηκε. Τη δεύτερη φορά, μαθαίνοντας από το πάθημα της πρώτης, έβαλε το χέρι της ως stop.

Πήγα να τη σταματήσω για να συνεχίσουμε αλλιώς αλλά δε με άφησε, ήθελε να το πάει μέχρι τέλους.

Και από ένα σημείο και πέρα, το είδα να έρχεται σαν κύβος των Borg που ήθελε να ζητήσει τα ρέστα από την Ομοσπονδία και προσπάθησα να την τραβήξω πίσω.

Ξέρετε τι έκανε! Μου έχωσε μια στα χέρια και συνέχισε. Μέχρι τέλους.

«Αλμυρούτσικο!» αποφάνθηκε ενώ εγώ την κοιτούσα με γούρλωμα ματιών που θα το ζήλευε και βάτραχος που έπεσε σε λίμνη με ψυχοτρόπα.

Κατάπιε!!!!

Ευτυχώς κατάφερα να boot-άρω σχετικά γρήγορα, και τη βοήθησα να σηκωθεί. Και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που έκανα την λαρυγγοσκόπηση.

«Σ’ αγαπάω! Σ’ αγαπάω!» της είπα όταν σταματήσαμε να φιλιόμαστε.

«Κι εγώ, βαρκάρη μου!» μου είπε πειρακτικά, γιατί η Ρωμιοσύνη μπορεί να ξεχύθηκε ελεύθερη… αλλά δε μαζεύτηκε, τρομάρα της. «Πολύ-πολύ-πολύ!»

Το… πέμπτο, που είχα προμαντέψει ως αποτυχημένος Τειρεσίας (μαλάκα μου, στο τσακ την γλίτωσα πέρσι και δεν έγινα μέλος, ας είναι καλά ο αδερφός μου ο Γιώργος, γαμώ την μπατιρίασή μου) δεν πραγματώθηκε, καθώς καλό το φίκι-φίκι αλλά η Μελίτη είχε να γράψει μεθαύριο κι εγώ είχα να επιστρέψω στο γραφείο.

«Στις 08:30, έτσι;» μου υπενθύμισε στην πόρτα.

«Ναι, στις 08:30,» της απάντησα χαμογελώντας. «Τα λέμε το πρωί!» της είπα και πήγα να τη φιλήσω και έφαγα ακόμα ένα ping στη μύτη, και αυτό χωρίς ραντεβού!

«ΘΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΕΙΣ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΝΑ ΣΕ ΕΛΕΓΞΩ!» μου δήλωσε και μου έριξε ακόμα ένα ping προς εμπέδωση του βαρύτατου αμαρτήματός μου.

«ΜΑΛΙΣΤΑ!» της είπα και βάρεσα προσοχή, για να εισπράξω και ένα τρίτο ping για «Διακωμώδηση της Αρχής!»

«ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΤΑΝ ΜΕ ΝΟΜΟ!»

«ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ ΕΙΧΑΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!»

«ΜΟΝΟ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ! ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΟΥΡΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ!» συνέχισα την πολιτική διαμαρτυρία.

Ping

«ΜΗ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΕΜΕΝΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ!»

«Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΠΠΟ!»

Ping

Σκληρή… γαμιόλα! (ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!!!!!!!!!!!!)

Πέντε λεπτά αργότερα και χοροπηδώντας σαν μαθητριούλα που είχε πάρει ecstasy έφτασα σπίτι και πήρα την ελεγκτική αρχή.

«Έφτασα!» της δήλωσα.

Μιλήσαμε για κανένα μισάωρο (κανείς μας δεν ήθελε να κλείσει) και τελικά μετά από μια καταιγίδα ματς-μουτς (και εννοώ πραγματικά φιλάκια) κλείσαμε το τηλέφωνο και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Και το καλύτερο; Το βράδυ πάλι κοιμήθηκα σα να είχα φάει ροπαλιά στο κεφάλι, και έτσι όταν ξύπνησα στις 08:00 για να κάνω ντουζάκι και να ξυριστώ ήμουν τελείως φρεσκαδούρα. Σήμερα δεν φόρεσα κουστούμι αλλά navy blue παντελόνι με ανοιχτό ροζ πουκάμισο, και έβαλα στο κινητό reminder να πάω να πάρω και το κουστούμι και τη γραβάτα που είχα αφήσει στο καθαριστήριο.

Και μετά, γιατί αλίμονο, μετάνιωσα και τελικά φόρεσα και το σακάκι και το σύνολο συμπληρώθηκε με σκούρα μπορντό γραβάτα, η οποία ταίριαζε και με το σακάκι και με το πουκάμισο.

Τρία καλοκαιρινά κουστούμια είχα όλα κι όλα, και άλλα τόσα χειμωνιάτικα, και τα πουκάμισα και οι γραβάτες (δέκα στο σύνολο) ήταν επίτηδες διαλεγμένα για να μπορώ να φοράω συνδυασμούς. Μπατίρης ξε-μπατίρης, δεν ήταν για μένα “βρακί δεν έχει ο κώλος μας λουλούδια θέλει ο πούτσος μας.”

Καλώς ή κακώς—και όπως λέει και ο Δημήτρης—“Decorum matters.”

Με το που κατέβηκα στο δρόμο, τσουπ, να σου και η λεβέντισσά μου. Έβγαλε το κράνος της και μου χαμογέλασε.

«Θα σε δείρω αργότερα!» μου είπε αντί για καλημέρα.

«Γιατί μωρό μου, τι έκανα πάλι;» της είπα χαχανίζοντας και πλησίασα για να της δώσω φιλάκι.

«Γιατί δεν έχω πειστεί ότι δεν έχεις βάλει κανένα μπάνικο βεδουίνικο κομενάκι στο μάτι!»

«Νομίζω ότι ψάχνεις να βρεις αφορμές να με σαπακιάσεις!» της είπα προσπαθώντας να κρατηθώ σοβαρός.

«Για τα μάτια του κόσμου!» μου είπε παιχνιδιάρικα, και ένα δεύτερο φιλάκι αργότερα φόρεσα το κράνος και ξεκινήσαμε για τη σχολή.

«Για τα μάτια του κόσμου!» μου είπε παιχνιδιάρικα, και ένα δεύτερο φιλάκι αργότερα φόρεσα το κράνος και ξεκινήσαμε για τη σχολή.

Και φυσικά είχαμε και το πρωινό τσίρκο της Ολομέλειας.

Jo: Καλημέρα καμπουρογαμόσαυροι.
Alexia: Καλημέρα πρωκτοραμμένες.
Vicky: Καλημέρα παρακαλομούνηδες.
Stelios: Καλημέρα στραπονολάτρες.
Και εκεί μπήκαμε και οι δυο μας.
Melite: Καλημέρα οπισθογλύφτες
Michael: Καλημέρα πρωκτοκάνθαροι.
Jo: Μιας και λέγαμε για παρακαλομούνηδες @Michael
Melite: Actually… achievement unlocked!
Jo: WHAT????
Alexia: WHAT??????
Vicky: Δε θα έχει μείνει φούρνος για φούρνος στην επικράτεια.
Stelios: My boy! @Michael. You make me so proud today. Κάτσε να τα πούμε…
Jo: Δεν μπορεί, πονάει ο κώλος του!
Alexia: LOL
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Michael: @Melite πες κάτι!
Melite: Κάτι!

Yup…


34. Acta Fucking Mathematica

Πριν πάω στο γραφείο μου πέρασα μία από το γραφείο του Δημήτρη, αφενός για να τον καλημερίσω, και αφετέρου να του αναφέρω ότι οι απαντήσεις των δύο πρώτων RFP—ειδικά η δεύτερη—ήταν για κλωτσιές. Η πόρτα ήταν κλειστή και την χτύπησα τρεις φορές.

«Περάστε, μέσα είμαι!» άκουσα τη φωνή του. Με το που με είδε χαμογέλασε πλατιά, ειδικά όταν πρόσεξε ότι ήμουν και πάλι με κουστούμι.

«Τρίτη συνεχόμενη φορά με κουστούμι, θα λιποθυμήσω!» μου είπε δραματικά.

«Οι κακές παρέες, το δίχως άλλο!» του είπα κάνοντάς τον να γελάσει. «Και όχι τίποτε άλλο, αλλά άντε να πείσω τη Μελίτη ότι δεν έχω βάλει στο μάτι κανένα μπάνικο βεδουίνικο κομενάκι!» συνέχισα, κάνοντάς τον να βάλει πιο δυνατά τα γέλια.

(Γιατί εννοείται ότι του είχα πει στο παρελθόν ότι τον είχα ικανό να φορέσει κουστούμι για διάλεξη στη μέση της Σαχάρα.)

«Δέρνει;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Και δέρνει!» του απάντησα και παραλίγο να τον πνίξω τον άνθρωπο.

«Λοιπόν, σου έχω νέα!» μου είπε, ενθουσιασμένος. «Είδαν το λήμμα σου και ο Μαρκάτος και ο Lorichenkov.»

Εντάξει, παραλίγο να μείνω στον τόπο, έτσι; Ο LORICHENKOV!!!!!!!!! Αυτός ήταν καθηγητής στο Stanford! Και φυσικά και τον ήξερα, στις Στοχαστικές Διαφορικές ήταν ό,τι ο Δημήτρης στο Structural Engineering, από τους κορυφαίους στον κόσμο.

«Και;;;; Μην παίζεις με τον πόνο μου!!!!»

«Θα στο θέσω έτσι: Ο Vasya όχι απλά δε βρήκε κανένα ψεγάδι, μας συμβούλεψε και από πάνω να το στείλουμε για δημοσίευση στο Acta Mathematica! Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»

“WHAT ??????” σχεδόν ούρλιαξα.

“Yup!” μου απάντησε. «Και με ρώτησε αν έχεις σκέψεις για post doc…»

Ήμουν πολύ ζαλισμένος για να σκεφτώ καθαρά. Πρώτα ο Lorichenkov, o freaking Fields Medalist Lorichenkov! Και δεύτερον Acta Mathematica??? Acta fucking Mathematica????

Και εκεί που ήθελα να του πω για τα TYN που έριξα, βρέθηκα να χρειάζομαι καρέκλα για να μη σωριαστώ. Τριάμισι χρόνια ρε φίλε… Τριάμισι χρόνια.

«Είμαι τόσο περήφανος…» μου είπε ο Δημήτρης. «Το ήξερα! Το ήξερα από την πρώτη φορά που διόρθωσα τις ασκήσεις σου…»

Γύρισα στο γραφείο μου με το μυαλό μου να κουδουνίζει ακόμα. Σχεδόν σωριάστηκα στην καρέκλα, μου πήρε λίγο χρόνο για να επανέλθω. Και φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τους δικούς μου. Και μετά τ’ αδέρφια μου. Να τους πω τα ευχάριστα και να τους ευχαριστήσω σχεδόν κλαίγοντας.

Καλά, όχι ότι η Χρυσή και ο Γιώργος πήγαν πίσω. Παντελής και Δημήτρης το πήραν πιο ψύχραιμα, πάντως.

Και μετά Μελίτη.

«ΤΑΞΕ ΜΟΥ!» της είπα πριν προλάβει καλά-καλά να απαντήσει. «Όχι απλά είναι σωστό το λήμμα μου αλλά ο Lorichenkov… Ο LORICHENKOV!!! είπε ότι είναι αποτέλεσμα αντάξιο δημοσίευσης στο Acta Mathematica!!!!!»

Και μπορεί η Μελίτη να μην ήξερε τον Vasily fucking Lorichenkov ή το Acta Mathematica αλλά μου δήλωσε ότι σήμερα θα περάσει στις πέντε να με πάρει από το σπίτι και θα πάμε να το γιορτάσουμε και δε θέλω αντιρρήσεις γιατί θα σου σπάσω το κεφάλι και ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.

«Είμαι τόσο περήφανη! Τόσο περήφανη!» μου είπε συγκινημένη.

«Και το επόμενο εξάμηνο θα μ’ έχεις και βοηθό!»

«ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΣ;;;» μου τσίριξε σχεδόν, ενθουσιασμένη. «Γραμματεία πήγες;»

«Όχι ακόμα… θα τους ρωτήσω σήμερα πάντως, στο υπόσχομαι!»

«Εντάξει μωρό μου!» μου είπε και μετά από μια καταιγίδα ματς μουτς κλείσαμε… και άντε να συγκεντρωθώ τώρα!

Και επειδή μου ήταν αδύνατο, άνοιξα την ομαδική της ολομέλειας, και επειδή είμαι εγώ, ξεκίνησα με γκάφα!

Michael: ΜΟΥΝΕΙΛΩΤΕΣ ΜΑΖΕΥΤΕ ΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΣΑΣ! ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΤΕΛΟΣ, ΤΟ ΛΗΜΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΣΩΣΤΟ, Ο VASILY FREAKING LORICHENKOV ΕΙΠΕ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΣΩΣΤΟ, ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ACTA FUCKING MATHEMATICA! ΜΑΛΑΚΕΣ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ACTA MATHEMATICA? ΤΟ CHAMPIONS LEAGUE ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ!
Melite: Τι είπες μωρό μου να κάνουν οι μουνείλωτες;
Michael: ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ! Κάνε ότι δεν το είδες.
Melite: ΘΑ ΚΑΝΩ ΕΣΕΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ!
Michael: Ντολμάδιασον μεν, άκουσον δε!
Melite: Ορίστε, μελλοθάνατε, σε ακούω.
Michael: Μωρό μου δεν είναι αυτό που νομίζεις! Δηλαδή αυτό που νομίζεις είναι, αλλά όχι αυτό που νομίζεις!!!
Melite: Δε βοηθάς…
Jo: ΜΗ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ, ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΝΑ ΦΕΡΩ POP-CORN!
Alexia: Τι έχουμε εδώ;
Alexia: Αδερφάκι @Michael μου έχω γνωρίσει μπαγλαμάδες και μπαγλαμάδες στη ζωή μου, αλλά εντάξει, έσπασες τα καλούπια.
Vicky: Εγώ @Michael θα σε θυμάμαι με αγάπη! Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε!
Stelios: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΤΙ ΜΑΛΑΚΑΣ ΘΕΕ ΜΟΥ!
Michael: Μαλάκας με διδακτορικό και δημοσίευση στο Acta Mathematica.
Melite: @Michael Σάμπως να βιάζεσαι λίγο!
Michael: Λες να φάω χυλόπιτα από το Acta Mathematica?
Melite: Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι για να την υποβάλεις θα πρέπει να ΕΙΣΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ!
Jo: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Alexia: ΕΓΩ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ!
Stelios: ΜΗΝ ΤHN ΑΚΟΥΣ THN ΚΑΡΧΙΑ! ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΥΠΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΚΑΙ POSTHUMOUSLY!
Melite: @Stelios πώς με είπες;
Stelios: @Melite δεν είναι αυτό που νομίζεις!
Vicky: @Melite Είναι ακριβώς αυτό που νομίζεις.
Stelios: Μωρή άπιστη @Vicky τα λες αυτά για να με ξεφορτωθείς και να πάτε να ζήσετε τον έρωτά σας στην Ολλανδία;
Vicky: @Stelios ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων επιτρέπεται πλέον και στην Ελλάδα!
Melite: @Vicky Ώπα μάγο στάσου!
Vicky: @Melite too late! Αγόρασε νυφικό!

Και έτσι η εκτέλεσή εμένα και του Στέλιου αναβλήθηκε για καθαρά τεχνικές λεπτομέρειες…

Μετά μέχρι και τις πέντε δεν ασχολήθηκα καθόλου με τις απαντήσεις των RFP καθώς είχα τρελά κέφια και δεν ήθελα να χαλάσει η διάθεσή μου. Και αύριο μέρα είναι (Υποθέτοντας ότι η επόμενη μέρα δε θα με βρει φυτεμένo σε κανένα παρτέρι!)

Αντί λοιπόν να χαλάσω τη ζαχαρένια μου, έπιασα για να τελειώσω την υπόλοιπη χαμαλοδουλειά που απαιτούσε το διδακτορικό, και φυσικά το transcribing από Word σε LaTeX γιατί καλό και άγιο, αλλά το equation writer που έχει είναι για τα πανηγύρια. Ας είναι καλά το Kile (το 3.0beta4, αντρίκια!) που δουλεύει και σε Windows και σε Linux, που είναι και το βασικό μου λειτουργικό, και τα windows τα έχω για το SPSS και το RFEM, αν και το τελευταίο συνήθως το τρέχω με remote desktop στα θηρία της σχολής…

(Και όχι, δεν εννοώ τον καρβουνιάρη που έχω στο γραφείο…)

Και πάνω που είχαν πιάσει φωτιά τα πληκτρολόγια ο Δημήτρης είχε την τιμή και την χαρά να λάβει μια από τις πιο άκυρες επισκέψεις ever. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και χτύπησα απλά για να τον ειδοποιήσω.

«Αναρωτιόμουν πόσο θα σου πάρει!» μου είπε με το που με είδε.

«Ποιο;» τον ρώτησα με απορία.

«Να θυμηθείς να με ρωτήσεις αυτό που θες να με ρωτήσεις!»

«Ξέρεις τι θέλω να σε ρωτήσω;» τον ρώτησα με απορία, ξεχνώντας προς στιγμή γιατί πήγα στο γραφείο του.

Ναι, μου το υπενθύμισε ο ίδιος!

«Πώς βρέθηκε η εργασία σου στον Lorichenkov» μου είπε μειδιώντας. «Με τον Vasya γνωριζόμαστε από το Stanford!»

Οκ, μπορεί το Stanford να ήταν το Alma Mater του αλλά μιλάμε για το Stanford, έτσι; Όχι για τον παιδικό σταθμό του χωριού!

(και σιγά που είχε παιδικό σταθμό στο χωριό μου, μη λέμε μαλακίες!)

«Και πάλι…» είπα και μου χαμογέλασε πονηρά.

“We dated two sisters!”

“Oh!” έκανα αφηρημένα.

«Μόνο που ο Vasya έμεινε στην Emily—δόξη και τιμή παρακαλώ— αλλά εγώ παπούτσι απ’ τον τόπο σου, που λένε!» συνέχισε χαχανίζοντας.

“Okay!” είπα αφηρημένος.

«Θυμάσαι που είναι το γραφείο σου;» με ρώτησε γελώντας.

«Νομίζω!» του είπα. «Αν δε δώσω σημεία ζωής, βγάλτε αμπελαλέ!»

«Θα προλάβουμε ή θα μας προλάβει το ροντβάιλερ;»

«Ναι, μην το πεις αυτό μπροστά της! Δέρνει και έχει ένα dan, και πάει και για δεύτερο!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑ εντάξει, μένει μεταξύ μας!»

Και έχοντας απαντηθεί η ερώτηση που θυμήθηκα να κάνω δύο ώρες αργότερα, επέστρεψα στην κόλαση του LaTeX. Και μετά θυμήθηκα τη γραμματεία (καλά που είχα βάλει υπενθύμιση!) και πήγα να πράξω τα δέοντα. Ναι, αιφνιδιάστηκαν κομμάτι, οπότε μου είπαν ότι θα το ψάξουν και θα επανέλθουν Δημήτριοι!

Με τούτα και με κείνα, στις πέντε χτύπησε το τηλέφωνό μου.

«ΜΩΡΟΥΛΙΝΙ ΜΟΥ!» απάντησα ενθουσιασμένος.

«Μη με καλοπιάνεις εμένα!» την άκουσα να λέει στο τηλέφωνο και έβαλα  τα γέλια. «Έλα να με βρεις στην καφετέρια και επειδή είμαι πολιτισμένη θα σε δείρω στο γραφείο!»

«Ε, ναι, μη μας περάσουν για τίποτα Flintstones!»

(Νεκρική σιγή!)

“Yabba-Dabba-Doo?” ρώτησα διστακτικά.

“I quit!” μου είπε. «Θες καφέ;»

«Όχι μωρό μου!» της είπα. «Αλλά ένα νεράκι θα το έπινα!» της είπα, παρόλο που είχα πιει ήδη ένα μπουκάλι του ενάμιση λίτρου.

ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΠΑΕΙ ΤΟΥΑΛΕΤΑ!

Ευτυχώς τη θυμήθηκα στο δρόμο, και σαφώς πιο ανάλαφρος κατέβηκα στην καφετέρια που με περίμενε το κορίτσι μου.

Ένα “φιλιούνται-αγκαλιάζονται” αργότερα και πήραμε το δρόμο να της δείξω που είναι το γραφείο μου.

«Α, ωραία!» μου είπε με το που μπήκαμε. «Θα φας ξύλο μετά μουσικής!»

(Yup, είχα αφήσει ανοιχτό το Medici.Tv το οποίο πλήρωνα—100 ευρώ το χρόνο παρακαλώ—γιατί με κλασσική μουσική είμαι πιο παραγωγικός. Έχετε ακούσει που λένε ότι στα φυτά αρέσει η μουσική; Ε…)

«Μωρό μου δε νομίζω ότι το πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός Φαύνου είναι η κατάλληλη μουσική για ξύλο!» της είπα σοβαρά-σοβαρά. «Κάτσε τουλάχιστον να βάλω λίγο Wagner!»

Ναι, δεν έπιασε, έφαγα ένα δυνατό ping στη μύτη—για λόγους αρχής—και μετά ένα δεύτερο—ξανά για λόγους αρχής—και στο τέλος και ένα τρίτο—δε θα το πιστέψετε, κι αυτό για λόγους αρχής!

«Στο τέλος θα νομίζουν ότι μπεκρουλιάζω!» της είπα με την μύτη μου ελαφρά πιο κόκκινη απ’ ότι συνήθως.

«Κλείδωσε την πόρτα να στην κάνω μάκια να περάσει!» μου είπε παιχνιδιάρικα.

“YOU MEAN…???” τη ρώτησα γεμάτος ελπίδα.

“I mean!” μου απάντησε.

Ναι, δεν προλάβαμε να αμαρτάνουμε καθότι μας τσάκωσε το μακρύ χέρι της δικαιοσύνης. Δηλαδή ο Δημήτρης που κάτι θυμήθηκε και αντί να με πάρει τηλέφωνο αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να ξεμουδιάσει και μας έσκασε φάντης μπαστούνι στο γραφείο.

«Α, Μιχάλη, ξέχασα να σου πω—» ξεκίνησε να λέει με φούρια μπαίνοντας στο γραφείο μου και μόνο τότε πρόσεξε τη Μελίτη που για μερικές στιγμές έγινε αγαλματάκια-ακούνητα-κι-αμίλητα. «Α! Δεν είσαι μόνος!»

«Να σας συστήσω!» του είπα.

«Ναι, γνωριζόμαστε!» μου είπε χαχανίζοντας. «Την είχα φοιτήτρια το προηγούμενο εξάμηνο.»

Ναι, δεν είχα φανταστεί ποτέ την Μελίτη φωτορυθμικό, έζησα να το δω και αυτό!

«Γεια… Γεια σας κύριε Πολυζωγόπουλε!» του είπε μασώντας ελαφρά τα λόγια της και του έδωσε το χέρι.

«Ο Μιχάλης μου είπε ότι είδες το φως το αληθινό!» της είπε σε ανάλαφρο τόνο. «Μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής αλλά μιας και ουσιαστικά τελείωσε το διδακτορικό του με έπαιρνε να τον θυσιάσω για την επιστήμη!»

Μιλάμε η Μελίτη έλιωσε! Έλιωσε. Κοντολογίς ξεπάγωσε χαμογελώντας σαν… Μιχάλης. «Το είδα! Όπως λέει και ο Μιχάλης “Δομοστατική ή τέφρα!”»

«Εύγε νέα μου! Και εννοείται ότι σε περιμένω στην Ανάλυση Φορέων!»

«Εννοείται!» του είπε κόκκινη.

Αχ, ήταν μια γλύκα όπως είχε κρασάρει!

«Ναι, Μιχάλη,» γύρισε πάλι προς τα μένα, «ήθελα να σου υπενθυμίσω ότι πρέπει να τελειώνουμε με τα RFP! Πώς πάει;»

«Χθες διάβασα δύο, αλλά σήμερα δεν ήθελα να μου χαλάσει η διάθεση, οπότε άφησα τα τρία για αύριο.»

«Ωχ… τόσο καλά;»

«Όχι… ακόμα χειρότερα!» του είπα αναστενάζοντας. «Θα σου στείλω τα πρώτα δύο με τα σχετικά annotations και τα συζητάμε αύριο!»

«Εντάξει!» μου είπε. «Για σήμερα το δικαιούσαι!»

Μετά γύρισε προς την Μελίτη, και την έστειλε ξανά για τσάι. «Κυρία μου!» της είπε και υποκλίθηκε ευγενικά.

«Γεια… γεια σας!»

Ευτυχώς που κατάλαβε ότι η Μελίτη είχε στουκάρει και δεν της πέταξε κανένα “Τι είπες για τη γιαγιά μου;”—τα κάνει κάτι τέτοια—γιατί θα τη μαζεύαμε με τα κουταλάκια.

Η Μελίτη είχε μείνει ακόμα να κοιτάζει την πόρτα. Ναι, εντάξει… rebooting, θα περίμενα…


35. Ή ταν ή… arctan!

«Επιτέλους μόνοι!» της είπα όταν με τα πολλά κατάφερε να boot-αρει. «Είχαμε μείνει να μου κάνεις τη μύτη μάκια να περάσει!»

Η Μελίτη με κοίταξε σα να της είχε κάνει ερωτική εξομολόγηση κανένας Gorn, να πούμε. Nope, not in mood!

«Θα μπορούσα να κάνω τον Rudolf,» συνέχισα απτόητος, «αλλά αυτό ταιριάζει περισσότερο στο Μπάμπη!»

Nope, ούτε τα χείλη της δεν έσπασε.

“Ok, this is getting awkward…”

«Ο Πολυζωγόπουλος!» μου είπε λες και είχε δει το φάντασμα του μεγάλου Αλεξάνδρου.

«Μελίτη μου, δε θέλω να σου γκρεμίσω την εικόνα που έχεις για τον κόσμο, ωστόσο ο Δημήτρης συνηθίζει να κυκλοφορεί σε τούτα εδώ τα μέρη!»

Μπα.

Η αλήθεια είναι ότι την πρώτη φορά που τον είχα δει κι εγώ από κοντά, κάπως έτσι είχα νιώσει.

Πολυτεχνειούπολη, Κτίριο Ε, 2019

Όταν λαμβάνεις e-mail από τον Δρ. Δημήτρη Πολυζωγόπουλο που σου ζητάει να έρθεις από το γραφείο του, δεν το συζητάς, πηγαίνες.

Αφού βεβαίως πάθεις πρώτα ένα εγκεφαλικό, τρία εμφράγματα, δυο εμβολές και τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. Με την ψυχραιμία που με χαρακτηρίζει (NOT!) έκανα όλα τα πιθανά και απίθανα σενάρια στο μυαλό μου.

Τα μαθήματα της σχολής τα περνούσα με μεγάλη άνεση (και μέχρι τώρα είχα μέσο όρο 9,7) παρόλο που έπαιρνα και μαθήματα θεωρητικά επόμενων εξαμήνων. Ωστόσο δεν έπαυε να είμαι ο μοναδικός δευτεροετής στη Μητρωική Στατική έχοντας ξεπετάξει όλα τα προαπαιτούμενα.

(Που με τη σειρά τους είχαν δικά τους προαπαιτούμενα, τα οποία είχα ομοίως ξεπετάξει, και μάλιστα ένα με ειδική άδεια από τον καθηγητή, και αν δεν περνούσα το προαπαιτούμενο θα έχανα και αυτό, ακόμα και αν είχα γράψει δώδεκα να πούμε!)

Ο Πολυζωγόπουλος, όπως συνήθιζε, στις εξετάσεις και τις προόδους έδινε παραπάνω μονάδες από το δέκα, αν και οι bonus ασκήσεις ήταν special level of hell. Το μόνο που ήξερα είναι ότι είχα λύσει όλες τις ασκήσεις, οπότε δεν είχα ιδέα γιατί με φώναξε στο γραφείο του.

«Γούστο θα είχε,» σκέφτηκα μέσα μου, «να νομίζει ότι αντέγραψα!» Δεν το είχα κάνει, βέβαια, αλλά άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Με αυτές τις ευχάριστες σκέψεις, και με την ψυχή στα πόδια, χτύπησα την πόρτα του γραφείου του.

«Περάστε!» τον άκουσα να μου λέει από μέσα. Ξεροκατάπια, και μπήκα μέσα.

Όπως πάντα φορούσε κουστούμι και γραβάτα, αν και στο γραφείο του είχε κρεμάσει το σακάκι του στην κρεμάστρα αριστερά από την πόρτα.

«Καλημέρα σας,» του είπα. «Είμαι ο Μιχάλης Αγραφιώτης. Μου ζητήσατε να έρθω από το γραφείο σας!»

«Καλώς τον,» μου είπε με ζεστή φωνή. «Ναι, ξέρω ποιος είσαι! Πέρνα μέσα, μην μου κάνεις το θαλαμοφύλακα!»

Εντάξει, ήμουν πολύ χεσμένος πάνω μου για να χαμογελάσω, ωστόσο εκτίμησα απίστευτα τη ζεστασιά του.

«Κάθισε!» μου είπε και μου έδειξε μια καρέκλα δίπλα από το γραφείο του και πήρε ένα χαρτί και μου το έδωσε.

Διόρθωση, δεν ήταν χαρτί, ήταν η κόλα με το γραπτό μου από την πρόοδο. Δεν είχε βαθμολογία, είχε μόνο πράσινα tick σε κάθε άσκηση. Εκτός από την τελευταία, την bonus.

Σηκώθηκε και έγραψε στον μαυροπίνακα μια διαφορική. Ήταν αυτή που απαιτούνταν για να λυθεί η bonus άσκηση.

Άρχισε να γράφει στον μαυροπίνακα. «Αυτή είναι η λύση,» μου είπε και έλυσε τη διαφορική, κάνοντας κάμποσα αχρείαστα ταχυδακτυλουργικά.

Ναι, στην ίδια λύση είχα καταλήξει κι εγώ, αν και με σημαντικά λιγότερα βήματα, καθώς με την αλλαγή μεταβλητής που είχα κάνει, είχα φτάσει σε απλό διαχωρισμό μεταβλητών με πολύ λιγότερο φαντεζί τρόπο πριν μετασχηματιστεί σε μορφή Bernoulli.

Γύρισε και με κοίταξε. «Ποιος στο έχει δείξει αυτό;»

«Κανένας!» του είπα παίρνοντάς το στραβά. «Είναι προφανές ότι θέτοντας u = sec(x) και w=arctan(y)—» ξεκίνησα να λέω, και με διέκοψε.

“That’s the point,” μου είπε. «Δεν είναι καθόλου προφανές.»

Πολυτεχνειούπολη, Κτίριο Ε, Ιούνιος 2026

“Yup… I can relate to that,” της είπα χαμογελώντας.

«Κοίτα πώς είμαι ντυμένη!» μου είπε με απελπισία, και στο λόγο της τιμής μου, μόνο εκείνη τη στιγμή την πρόσεξα.

Σκούρο μπλε υφασμάτινο με καμπάνα και κίτρινα στο χρώμα του βουτύρου πέδιλα, τα οποία πήγαιναν υπέροχα με το γαλλικό της. Το πρόβλημά της ήταν η μπλούζα, κι αυτή κίτρινη στο χρώμα του βουτύρου, με βαθύ ντεκολτέ—γιατί αλίμονο—που δενόταν με κόμπο, αφήνοντας τον αφαλό έξω.

Yup, τρόπο τινά είχε flasharει τον Πολυζωγόπουλο γιατί η μπλούζα της δεν ήταν αυτό που λέμε και πολύ φανατική στην απόκρυψη, και δεν φορούσε και σουτιέν. Πού να φανταζόταν η φουκαριάρα που είχε έρθει με περιπετειώδη διάθεση ότι θα φάμε cockblock από τον Δημήτρη;

«Ε, εντάξει μωρό μου, για μένα ντύθηκες έτσι!» προσπάθησα να την καθησυχάσω.

“HE SAW MY BOOBIES!” κλαψούρισε.

“HE DID NOT!” της είπα προσπαθώντας με το ζόρι να κρατηθώ σοβαρός.

“HE DID TOO!” συνέχισε το κλαψούρισμα, και δεν άντεξα, μου ξέφυγε ένα ρουθούνισμα. Και μετά δεύτερο.

«ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΜΕ ΜΕΣΙΕ;» με ρώτησε και μαζί με τα γόνατα μου—που λέει ο λόγος—μου κόπηκαν και τα χαμόγελα.

«Όχι τη μυτούλα μου!» της κλαψούρισα με τη σειρά μου.

PING!

«Όχι δεύτερη!»

PING!

«Όχι βία στα γήπεδα!»

PING!

«Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές!»

Έβαλε τα γέλια. «Σ’ αγαπάω!»

«Κι εγώ θηλυκέ μου… Flash Gordon!»

PING!

Ok, guess I deserved that!

«Θα έρθεις και αύριο στο γραφείο, έτσι;» με ρώτησε.

«Ναι!» της απάντησα χωρίς να καταλαβαίνω, εδώ ήταν όταν μιλούσα με τον Δημήτρη.

«Μην πάρεις το laptop σου τότε!» μου είπε. «Κλειδώνει, δεν κλειδώνει το γραφείο;»

«Ναι, κλειδώνει!» της είπα, κι εδώ που τα λέμε είχε δίκιο, δεν υπήρχε λόγος να κουβαλάω ολόκληρο το σακίδιο. Για το κινητό και το πορτοφόλι μου είχα και τις εσωτερικές τσέπες του σακακιού, και το πορτοφόλι μάλιστα ήταν από αυτά τα μοντέρνα τα μικρά, δώρο από τη Jo πέρσι στα γενέθλιά μου.

Το θυμάμαι και γελάω. Δύο κάρτες είχα όλες κι όλες, άντε και μαζί με την καινούργιες ταυτότητα και δίπλωμα άλλες δύο. Και από μετρητά να πούμε, άλλο τίποτα, LOL!

Για την οικονομική μου κατάσταση το έλεγες και αισιόδοξο, αλλά η Τζο μου είχε πει ότι βλέπει μακροπρόθεσμα. Από το στόμα της και στου Θεού τ’ αφτί, που λένε!

(Εντωμεταξύ άθεος εγώ, έτσι;)

Βέβαια είχα και το μπρελόκ μου αλλά αυτό λυνόταν εύκολα και αφού κλείδωσα μπήκαν στο τσαντάκι της Μελίτης να κάνουν παρέα στο δικό της με το μαύρο γάτο.

«Πού θα πάμε;» τη ρώτησα.

“Melite House” μου απάντησε.

«Εχμ…» της έκανα απορημένος. «Ντύθηκες έτσι απλά για να πάμε σπίτι σου;»

«ΓΙΑ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΟΥ ΕΙΧΑ ΝΤΥΘΕΙ ΕΤΣΙ!» μου είπε με απελπισία κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Θα μπορούσε να ήταν χειρότερα!» της είπα. «Να ερχόταν την ώρα που μ’ έκανες… μάκια να μου περάσει!»

«ΑΓΡΑΦΙΩΤΗ ΔΕ ΒΟΗΘΑΣ!» μου είπε και παρόλο τον κίνδυνο… pinging—και τις τελευταίες μέρες με είχε κάνει speed test, να πούμε—δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το χαχανητό μου.

«Ναι, και θα στο κάνω χειρότερο!» της είπα. «Πρέπει να περάσουμε από το γραφείο του Δημήτρη!»

«ΓΙΑΤΙΙΙΙΙΙΙ;;;;» με ρώτησε με απελπισία.

«Για να του δώσω το USB stick με τα σχόλιά μου στις δύο πρώτες απαντήσεις του RFP, είναι πολύ μεγάλα αρχεία για να τα στείλω με mail.»

«Εγώ λέω να σε περιμένω εδώ!» μου είπε η κοτάρα.

«Εγώ λέω να αφήσεις τις ντροπές και να πάμε να φας το ξύλο σου σαν άντρας!»

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΝΤΡΑΣ!» μου είπε με απελπισία και μου έδειξε το ντεκολτέ της. “That’s the point!”

«Δες τη θετική πλευρά!» της είπα για να της δώσω κουράγιο.

«Η οποία είναι;»

«Ναι… δεν υπάρχει. Παρηγορήσου τουλάχιστον πως όταν μείνουμε μόνοι δε χρειάζεται να το παίξω Μεγαλέξανδρος για να λύσω τον κόμπο!»

PING!

(Εγώ δηλαδή γιατί τρώω αδιαμαρτύρητα trolling! Αδικία!)

«Λοιπόν, πάμε!»

«Καλά δεν είμαστε εδώ;» μου είπε και έβαλα τα γέλια.

«Προχώρα κοτάρα!» της είπα, και της έχωσα μια στα επικά έπη.

«Θα σε δείρω σπίτι!» μου δήλωσε, και βρήκα ευκαιρία να της ρίξω και δεύτερη στα επικά έπη. Θα το φάω που θα το φάω το ξύλο, να το ευχαριστηθώ πρώτα!

Πήγαμε στο γραφείο του Δημήτρη ο οποίος είχε ανοιχτή την πόρτα αλλά με κάτι πάλευε στο μαυροπίνακα. Χτύπησα την πόρτα διακριτικά. «Δημήτρη, σου έφερα τα annotated RFPs, δεν μπορώ να στα στείλω με e-mail»

«Ναι, εντάξει!» μου απάντησε αφηρημένος. «Άστο στο γραφείο, θα το δω αύριο!»

«Ναι, βεβαίως!» του είπα και πέρασα μέσα.

«Να σου πω, έχεις λίγο χρόνο;» με ρώτησε, και μετά πήρε χαμπάρι τη Μελίτη που είχε σταθεί στην πόρτα και με περίμενε. «Μπορώ να τον δανειστώ για πέντε λεπτά;» τη ρώτησε.

«Ναι… ναι… βέβαια!» του απάντησε.

«Έλα μέσα παιδί μου, τι στέκεται στην πόρτα!» της είπε, και η Μελίτη ξεροκαταπίνοντας πέρασε μέσα.

“Timoshenko!” της ξέφυγε βλέποντας το μαυροπίνακα.

Ο Δημήτρης χαμογέλασε. «Σωστά!» και μετά γύρισε σε μένα. «Τα ρουνικά μου φτάνουν μέχρι εδώ!» μου είπε. «Έχεις καμιά καλή ιδέα;»

Αποδείχτηκε ότι είχα αλλά φάγαμε τουλάχιστον μία ώρα να κοιτάζω τον πίνακα σα να έχω πέσει σε καταληψία, και άλλη μισή για να δείξω ότι ο μετασχηματισμός που σκέφτηκα (κάτι σαν αλλαγή συντεταγμένων που απλοποιούσε πολύ τις πράξεις) άφηνε το shear coefficient αναλλοίωτο, και από εκεί και πέρα Stokes bitches!

Όταν τελειώσαμε με το Δημήτρη σχεδόν να χοροπηδάει σαν παιδάκι που το πήγαν σε παιχνιδάδικο κόντευε να πάει εφτά.

«Ρουνικά! Καλά το λέω!» μας είπε χαχανίζοντας σαν παιδάκι. «Κυρία μου, σας ζητώ συγνώμη για το χρόνο που σας έφαγα!»

«Τι λέτε; Αλίμονο!» είπε η Μελίτη. «Η επιστήμη απαιτεί θυσίες!»

«Ναι, μη μου τον θυσιάσεις, τον θέλω και αύριο!» της είπε μέσα σε τρελά κέφια.

«Σε έσωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις!» μου είπε, κάνοντας τον Δημήτρη να γελάσει και πάλι. «Καλό σας βράδυ!»

«Καληνύχτα!» μας είπε μέσα στην καλή χαρά.

Τον καληνύχτισα κι εγώ και κατεβήκαμε να πάμε στο parking που είχε αφήσει τη μηχανή, αφού πρώτα κάναμε μια στάση στο γραφείο μου, γιατί εννοείται ότι είχα ξεχάσει το κράνος εκεί, και πάλι καλά που το θυμήθηκε η Μελίτη γιατί εγώ ακόμα ήμουν σε nerdgasm.

Μόνο όταν φτάσαμε στο parking συνειδητοποίησα ότι η Μελίτη, πέραν του να μου υπενθυμίσει το κράνος, δεν είχε πει κουβέντα, δε με είχε απειλήσει καν να με πατήσει χάμω για την αφηρημάδα μου.

«Μωρό μου, τι έχεις;» τη ρώτησα και γύρισε και με κοίταξε με ένα ύφος που δεν είχα ξαναδεί, και φυσικά μου πήγε και πάλι το σκατό στην κάλτσα. Τι είχα κάνει πάλι;

«Ρε συ δεν μπορούσα να του πω όχι!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Τι;» με ρώτησε αφηρημένη. «Όχι, όχι!!! Μωρό μου δεν έχω θυμώσει!»

«Τότε γιατί με κοιτάς έτσι;» τη ρώτησα.

«Περηφάνεια λέγεται!» μου είπε απλά. «Με μια γερή δόση δέους,» συμπλήρωσε και μ’ έστειλε για τσάι, και όταν λέω τσάι, εννοώ να πάω στην Κεϋλάνη να το μαζέψω ο ίδιος.

Δεν πρόλαβα να φτάσω ούτε καν μέχρι νότια της Κρήτης. Με έσφιξε πάνω της και με φίλησε τρυφερά στα χείλη.

“You really are something!” μου είπε αργά. «Αν τολμήσουν να μη δεχτούν τη δημοσίευσή σου στο Acta Mathematica… there will be grave consequences! ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ!»

Ξέρετε κάτι; Ικανή την είχα!

THAT’S MY GIRL!!!!!


36. Τηλεπαθητική… δεν τη λες και καταπίεση

Τελικά αντί να πάμε Melite House πήγαμε Μπατίρης House γιατί της έκανα πρόταση που δε μπορούσε να αρνηθεί, και θέλω να το τονίσω ότι η πρόταση δεν περιλάμβανε αποκεφαλισμένα άλογα. Άλλωστε αν θέλαμε να φάμε ντε και σώνει άλογο, είχαμε και κουνιάδα στη Γαλλία. Ή κάποιο κοντινό ΙΚΕΑ, lol!

(Το γεγονός ότι για να πάμε στην… κουνιάδα χρειαζόταν και μια δόση ψιλικού οξέος που το κατάστημα δε διέθετε, δεν το σχολιάζουμε!)

Και επειδή μου είχε τάξει κέρασμα, και δύο ping προς εμπέδωση αργότερα, ήταν η ίδια που έκανε την παραγγελία από το e-food. Και επειδή φυσικά τη παρουσία του ανώτατου Εκτελεστικού Οργάνου η απόφαση του “τι θα φάει ο Μιχάλης σήμερα” ανήκει αποκλειστικά σε αυτό, βρέθηκα να πρέπει να φάω δύο πίττα γύρο, μια μερίδα πατάτες, και τη μισή σαλάτα.

«Δε χωράνε με τις μπύρες!» κλαψούρισα.

«Καλώς!» μου είπε δίνοντάς μου ελπίδες. «Δε θα πιείς μπύρες!»

Διαμαρτυρήθηκα εντόνως—εννοείται—αλλά από μέσα μου καθώς το μυτάκι μου είχε αρχίσει να αποκτά κοκκίνισμα που θύμιζε βορειοευρωπαίο που ξεχάστηκε στον ήλιο και δεν ήθελα να φωσφορίζω στο σκοτάδι!

«Είπες τίποτα;» με ρώτησε όσο διαμαρτυρόμουν από μέσα μου. Τι διάολο, έγινε και τηλεπαθητική τώρα;

«Όχι!» της είπα, αλλά μάλλον δεν ήμουν ιδιαίτερα πειστικός, καθώς ακολούθησε ping. «Μα δεν είπα τίποτα!» διαμαρτυρήθηκα.

«Λες από μέσα σου!» μου δήλωσε.

Και όσο περιμέναμε με έσουρε στον καναπέ για να με κάνει μάκια να περάσει. Και μπορεί—μιλώντας καθαρά γεωγραφικά—τα μάκια να μην έγιναν στη μύτη, αλλά δε θα χαλάσουμε και τις καρδιές μας.

Better than yesterday, μάθαινε γρήγορα το κορίτσι, και έτσι αφέθηκα να το απολαύσω. Και αυτή τη φορά όπως ήταν και γονατισμένη μπροστά από τον καναπέ, έβαλε και χείρα βοήθειας, οπότε μετά τα πρωινά και απογευματινά nerdgasms τα ακολούθησε και honest to God orgasm.

Και αφού κατάπιε (πάλι!!!!) έφαγα και ένα ping στη μύτη γιατί δεν την προειδοποίησα!

«Μα χθες που προσπάθησα με έκοψες!» της είπα, και η αλήθεια είναι ότι δεν έκανα χαβαλέ, ξαφνικά είχα αρχίσει να αισθάνομαι άσχημα.

«Ούτε σήμερα θα σ’ έκοβα!» παραδέχτηκε. «Απλά μου αρέσει να σου κάνω ping στη μύτη, λατρεύω τη φάτσα σου μετά!»

Και ενώ ήμουν ακόμα με το υφασμάτινο παντελόνι και το μποξεράκι στα πόδια σκαρφάλωσε πάνω μου για να μου κάνει μάκια να περάσει.

Oxygen is overrated και πολύ μου κακοφάνηκε που η Μελίτη διέκοψε την επιστήθια όχι-ακριβώς-φιλία μας γιατί η μπορντό γραβάτα—ναι, ακόμα τη φορούσα—δεν ταίριαζε με το… δερματί μπλε!

Meh!

«Σου άρεσε;» με ρώτησε ενώ είχα αρχίσει να επιστρέφω στο κανονικό μου χρώμα.

«Πολύ!» της απάντησα χαϊδεύοντάς τη τρυφερά στο πρόσωπο. «Πολύ-πολύ-πολύ!»

Χαμογέλασε ντροπαλά. «Η επανάληψη είναι η μητέρα της μαθήσεως!» μου δήλωσε σκανταλιάρικα.

“My point exactly” της είπα και αυτή τη φορά αλλάξαμε θέσεις.

Και ακόμα καλύτερα ο οργασμός της είχε και μια Βυζαντινή essence, αν μ’ εννοείτε, και μπράβο μου!

Και πάνω που προσπαθούσε να βρει τις ανάσες της χτύπησε και το κουδούνι, και φυσικά πετάχτηκα να πάω να ανοίξω ξεχνώντας ότι παντελόνι και μποξεράκι ήταν στους αστραγάλους.

Gravity vs idiot 3-0

«Μιχάλη!» φώναξε η Μελίτη ανήσυχη.

“Not my first rodeo!” της απάντησα για να την καθησυχάσω και ντύθηκα όπως όπως για να ανοίξω την πόρτα ενώ η Μελίτη πήγε στο δωμάτιό μου για να μη φλασάρει και τον ντελιβερά.

Και μιας και η παραγγελία ήταν πληρωμένη, πήρα τη σακούλα και πήγα στην κουζίνα για να ετοιμάσω τα πιάτα. Και μετά θυμήθηκα ότι ήμουν ακόμα με το κουστούμι—ούτε το σακάκι δεν είχα βγάλει ρε φίλε—και πήγα στο δωμάτιο για να αλλάξω, γιατί στο φαγητό μπορείς να με πεις και κομμάτι ατσούμπαλο, και βρήκα τη Μελίτη μόνο με το σέξι κιλοτάκι της.

«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» της είπα ξεχνώντας σε μια στιγμή το φαγητό και την πείνα μου.

«Να αλλάξω θέλω!» μου είπε. «Δε βλέπω κίνηση!»

«Ε;» της είπα μην καταλαβαίνοντας.

«Θέλω μια μακριά μπλούζα!» μου είπε, και σημειώνω ότι και η μπλούζα από το Fear of the Dark και το μποξεράκι είχε μετακομίσει στο Melite House ως… υποχρεωτική απαλλοτρίωση.

«Bye-Bye Eddie, θα σε θυμάμαι με αγάπη!» της είπα δίνοντάς της και τη μπλούζα από το “Somewhere in time”

“It’s integral part of the girlfriend experience” μου είπε. «Βοηθάει και την ψυχολογία το τελετουργικό τους κάψιμο αν δεν πάει καλά!»

«Επιστροφή στον αρχικό ιδιοκτήτη, μπα;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«Τι πλάκα θα είχε έτσι;» μου είπε και φόρεσε τη μπλούζα, που και αυτή της έπεφτε σαν κελεμπία.

Να σας πω την αμαρτία μου, μια ανακούφιση την ένιωσα συνειδητοποιώντας ότι δε θα την έβλεπα με κανένα ρούχο του Νίκου.

Αφού άλλαξα κι εγώ έβαλα το αρκουδίσιο για να δροσίσει το δωμάτιο—μεσομακροπρόθεσμος γιαμιόλης αφού!—και αφού περάσαμε από την κουζίνα να πάρουμε τα φαγητά, βγήκαμε στο μπαλκόνι να τα φάμε θαυμάζοντας την υπέροχη θέα των απέναντι πολυκατοικιών.

«Πότε έρχεται η Χαριτίνη με τον Julien?» τη ρώτησα μασουλώντας.

«Το Σάββατο το πρωί, οπότε έχει πρωινό ξύπνημα, δεν μπορούμε να πάμε με τη μηχανή!»

«Να υποθέσω ότι ο πληθυντικός δεν είναι της μεγαλοπρέπειας;» τη ρώτησα με την καρδιά μου να παίζει ταμπούρλο, και η Μελίτη σκάλωσε για μερικές στιγμές γιατί το εξέλαβε τελείως διαφορετικά.

«Υπέθεσα ότι θα ήθελες να έρθεις…» μου είπε νιώθοντας άβολα.

«Θέλω μωρό μου!» της είπα. «Φυσικά και θέλω… Απλά…»

«Απλά;» με ρώτησε πάλι με δισταγμό στη φωνή.

«Απλά δεν περίμενα ότι θα ήθελες να έρθω κι εγώ!»

PING! PING! PING! PING! PING!

Οκ, το έπιασα το υπονοούμενο, μαλακία είπα! LOL!

«Πού θα μείνουν;» τη ρώτησα, και ήταν γνήσια η απορία καθώς το διαμέρισμά της ήταν μικρό.

«Σε μένα βρε Μιχάλη, που θα μείνουν;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Καλά, πού θα χωρέσετε;» τη ρώτησα απορημένος.

«Ο καναπές γίνεται διπλό κρεββάτι, μωρό μου,» μου είπε συνεχίζοντας να τρώει ατάραχη. «Μην κοιτάς που με διέφθειρες στριμωγμένα!»

«Εχμ… Εσύ μου είπες “σε θέλω!”»

«Κι εσύ δεν αρνήθηκες και έτσι με κύλισες στην αμαρτία!»

«ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΡΝΗΘΩ, ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ, ΤΟΝ ΚΟΒΩ ΚΑΠΩΣ ΘΑ ΖΩΝΤΑΝΕΥΑ!»

“Hence the corruption!” μου είπε χαχανίζοντας.

Πως καταφέρνω και βγαίνω πάντα ένοχος ρε παιδί μου, είναι απορίας άξιο!

Και κοίτα να δεις που έφαγα και τα δυο σουβλάκια, και τις πατάτες, και πάνω από τη μισή σαλάτα και ήπια και μια μπύρα και συνέχισα να πεινάω! Είδες τι σου κάνει η καλή διάθεση και οι… μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές; Θαυματουργές κύριε Πετροχείλο μου!

«Να σου πω… πεινάω ακόμα,» της είπα. «Γουστάρεις παγωτάκι από το περίπτερο;»

«Αμέ!!!» μου είπε, καθώς είχε τελειώσει και εκείνη το ένα πιτόγυρο και τη μισή σαλάτα—πατάτες δεν είχε πάρει.

Χεράκι-χεράκι (ΑΧ ΑΧ ΑΧ! που έλεγε και η Βασιλειάδου) πήγαμε μέχρι την πλατεία και σήμερα είχε και έκπληξη: Είχε παγωτό γιαούρτι-ροδάκινο. Ναι, εγώ το salted camel μου, ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει! Και φυσικά πήρα και τρία πακέτα προφυλακτικά—με γεύσεις παρακαλώ—γιατί αρκετά το είχαμε ρίξει στην τράκα τελευταία!

«Ρε συ!» μου έκοψε ξαφνικά. «Δε γράφεις αύριο;»

«Τι πας και θυμάσαι κι εσύ…» μου είπε ρίχνοντάς το στο χαβαλέ. «Μη φοβάσαι μωρό μου, είμαι εντάξει… Ε, και αν δεν πάρω δέκα, έχω μύτη να ξεσπάσω!»

«Αλίμονο!» της είπα αποδεχόμενος τη μοίρα μου.

Γυρίσαμε στο σπίτι και βγήκαμε στο μπαλκόνι για να φάμε τα παγωτά μας. Σήμερα για την αλητεία είχα αλλάξει σταθμό και από Rock FM είχα βάλει Rebel… που επίσης παίζει rock, γιατί η αλητεία έχει και τα όριά της, να πούμε!

Και άλλο ένα ping στη μύτη γιατί τραγούδησα με περισσότερο ενθουσιασμό του αναμενόμενου το “Killing in the name of.”

«Το τραγούδι το λέει το fuck you, I won’t do what you tell me!» παραπονέθηκα για λόγους αρχής.

«Σου απαγορεύω να το τραγουδάς με πάθος. Ένα τραγούδι στην αρχή και μετά άντε να μαζέψεις την επανάσταση!» μου δήλωσε.

«Δε θα επαναστατήσω μωρό μου!» τη διαβεβαίωσα. «Πού θα βρω καλύτερη βία και νοθεία;»

Τυπικά μιλώντας βέβαια το «βία και νοθεία» προηγούνταν της χούντας των συνταγματαρχών οπότε…

«Κάνε μου ένα ping!»

«What?” μου είπε απορημένη και της εξήγησα τους λόγους της αυτοτιμωρίας μου.

«Θα σε δείρω αργότερα, τώρα τρώω παγωτό!»

«Και πριν λίγο έτρωγες!» της είπα με απελπισία.

“Ooops?” μου είπε και συνέχισε να τρώει ατάραχη το παγωτό της, κατάλαβες το κωλόπαιδο;

Και εκείνη τη στιγμή ξέχασε ότι έτρωγε παγωτό και θυμήθηκε ότι δε μου έχει δείξει φωτογραφία της Χαριτίνης, και μάλιστα είχε και μία που ήταν μαζί με τον Julien!

Ναι, θα έλεγα ότι η αδερφή της είναι αρκετά εντυπωσιακή αλλά όχι σαν την Αλεξία, Jo-εντυπωσιακή θα το έθετα. Ο Julien ήταν καστανόξανθος, πάνω-κάτω στο ύψος μου αν κρίνω από το ύψος της Χαριτίνης που στη φωτογραφία στεκόταν δίπλα του, και πολύ πιθανό να πίστευε ότι του έχει κάτσει το Euro Jackpot, γιατί η εμφάνισή του ήταν πολύ… δεν ξέρω πως να το πω, lab rat, αλλά θα μου πεις και η Χαριτίνη lab rat ήταν.

Όχι στην εμφάνιση πάντως, σίγουρα όχι στην εμφάνιση.

«Κούκλα είναι η αδερφή σου,» της είπα με ειλικρίνεια.

«Καλά, τη Χαριτίνη σου επιτρέπω να τη θαυμάζεις από μακριά χωρίς να σε δείρω!» μου δήλωσε.

Καλοσύνη της, LOL!

«Ουφ, ζέστη κάνει!» μου παραπονέθηκε όταν τελειώσαμε τα παγωτά μας.

«Όχι ότι θέλω να σε παρασύρω στο βούρκο,» ξεκίνησα κερδίζοντας ένα ρουθούνισμά της, «αλλά στα ενδότερα του παλατιού έχω βάλει το αρκουδίσιο!»

«Άτιμη κοινωνία!» μου είπε με δραματικό ύφος. «Εκπορνεύομαι για ένα air-condition, πού πάει αυτός ο κόσμος;»

«Μπορούμε να κάτσουμε κι εδώ!» της είπα γελώντας.

«Είμαι μια αμαρτωλή!» μου δήλωσε και με πήρε από το χέρι, και πάλι καλά να λέω που δε μου έριξε καμιά ροπαλιά για να με σούρει στη σπηλιά διά τα περαιτέρω!

(Καλά, όχι ότι δε θα πήγαινα, lol, αλλά γενικά θα προτιμούσα να αποφύγω τον… πονοκέφαλο!)

Και φυσικά με το που μπήκαμε στο δωμάτιο είχαμε αργό και αισθησιακό στριπτίζ. Δηλαδή αισθησιακό ήταν, αλλά την ταχύτητα με την οποία έβγαλε και πέταξε την μπλούζα δεν την λες ακριβώς αργή. Ξάπλωσε στο κρεββάτι και ξάπλωσα κι εγώ δίπλα της, έχοντας ξεφορτωθεί και τη δική μου μπλούζα με παρόμοιο τρόπο.

Έγειρα πάνω της και ξεκινήσαμε να φιλιόμαστε και επειδή boobies το δεξί μου χέρι πήγε πάνω στο αριστερό της και άρχισε να το μαλάζει με τη δύναμη που άρεσε στο κορίτσι.

Πιπιλώντας και δαγκώνοντας ελαφρά κατηφόρισα στο αριστερό της στήθος και έσουρα το δεξί μου προς τα κάτω, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει. Πήρα την ρώγα της απαλά στα χείλη και άρχισα να την παίζω με την γλώσσα μου, και το δεξί μου χέρι κατέβηκε αυτή τη φορά χωρίς κόλπα ανάμεσα στα πόδια της.

Άρχισα να την παίζω κερδίζοντας τους πρώτους της δυνατούς στεναγμούς και συνέχισε με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Το σώμα της τεντώθηκε—πολύ γρήγορα αυτή τη φορά—και δάγκωσε το χέρι της. Ξέχασα το σεξ, και ενέτεινα το παιχνίδι μου, και λίγη ώρα αργότερα τρανταζόταν λες και είχε δαγκώσει καλώδιο υπερυψηλής!

«Μιχάλη μου! ΑΑΑΧ Μιχάλη… Μιχάλη μου… Μιχ… Μιχάλη…»

Έχω δει ψάρια να σπαρταράνε πιο διακριτικά, αυτό έχω να πω. Δεν ξέρω πως τα κατάφερα τόσο γρήγορα, αλλά τόσο Μιχάλη δεν είχα ακούσει όλες τις άλλες φορές μαζεμένες! Και δε με σταματούσε! Ήθελε κι άλλο!

«ΑΑΑΧ Μι…Μι… Μιχάλη… ΑΑΑΧ ΜΜΜΜΜΜ Μμμμιχάλη…»

Δώσε πόνο μαέστρο!

«Όχι άλλο… όχι άλλο έτσι…» μου είπε και σταμάτησα.

«Θεούλη μου! Θεούλη μου!» είπε.

Ρε σεις πραγματικά την είχε ακούσει στέρεο! Δηλαδή τι στέρεο, Dolby surround και βάλε!

«Φόρα προφυλακτικό,» μου είπε όταν βρήκε τις ανάσες της, και γύρισε μπρούμητα! Χα! Κοίτα να δεις που της άρεσε έτσι.

«Μωρό μου, θες να δοκιμάσουμε κάτι άλλο;» της είπα. «Κάτσε στα τέσσερα!» Γύρισε και με κοίταξε και έσπευσα να την καθησυχάσω. «Μπροστά θα μπω!»

«Οκ,» μου είπε απλά και κάθισε στα τέσσερα. Τελείως αντισεξουαλικά, με την πλάτη να καμπυλώνει προς τα πάνω.

Oh dear…

«Μωρό μου χαμήλωσε την πλάτη σου,» της είπα και την πίεσα εκεί που εννοούσα. «Ναι! Σα να θέλεις να μου βγάλεις τα μάτια με τους γλουτούς σου!» την πείραξα. Χαχάνισε ντροπαλά και πήρε τη στάση που ήθελα.

«Καλύτερα έτσι;» με ρώτησε.

“You have no idea!” της είπα και φόρεσα το προφυλακτικό μου.

Το έτριψα για λίγο στα χείλη της, και μπήκα μέσα της κερδίζοντας ακόμα ένα δυνατό στεναγμό. Ναι, τα επικά της έπη αποδείχτηκαν καταστροφικά για τη διάρκεια της πράξης, δεν είχα καν αρχίσει να επιταχύνω και έπαθα speedy Gonzalez.

“That escalated quickly!” μου είπε χαχανίζοντας νιώθοντάς τον Πρόεδρο να κάνει κυριολεκτικά headbanging στα ενδότερα της κυρίας Προέδρου, και με εμένα να έχω κοκκαλώσει από πίσω της.

«Συγνώμη,» μουρμούρισα καθώς τραβιόμουν προσεκτικά. «Ήταν… ήταν μεγάλη η συγκίνηση!»

«Μη μου ζητάς συγνώμη, χαζούλη,» μου είπε και μου έκανε νόημα να ξαπλώσω δίπλα της.

Σηκώθηκα ίσα για να πάω να πετάξω το προφυλακτικό και γύρισα αμέσως στο κρεββάτι. Ξάπλωσα, και χώθηκε στην αγκαλιά μου, χταποδιάζοντας και πάλι πάνω μου.

«Σ’ αγαπάω!» μου είπε.

«Κι εγώ σ’ αγαπάω! Πολύ-πολύ-πολύ!» της είπα και ανασηκώθηκε ίσα για να μου δώσει ένα πεταχτό φιλάκι στο στόμα.

«Με τρέλανες προηγουμένως!» μου είπε χαϊδεύοντας απαλά το στέρνο μου με το δάχτυλό της, σα να ζωγράφιζε κάποια αφηρημένη καμπύλη.

«Τα επικά σου έπη να δεις τι μου κάνανε!»

«Τα ποια;» με ρώτησε γελώντας.

«Αυτά!» της είπα χουφτώνοντας το έπος που έφτανε το χέρι μου.

«ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ επικά έπη! Είσαι Θεούλης!» μου είπε γελώντας δυνατά. «Και μεταξύ μας προτιμότερο από τη logo στιγμής!»

«Γιατί;;; Κι αυτή κολλάρα είναι!»

Ping!

«Η δική σου όμως, αυτή με το ω και το ένα λ, δε συγκρίνεται αδερφάκι μου με καμία!» της είπα κάνοντάς τη να γελάσει και πάλι δυνατά…

…και αυτό το γέλιο της, δεν χόρταινα να το ακούω.

Πόντος!


37. Accidentally religious

«Να σου κάνω μια ερώτηση;» με ρώτησε σχεδόν ντροπαλά, με το χέρι της να κάνει αμήχανους κύκλους στο στέρνο μου.

«Να μου κάνεις, μωρό μου!» της είπα φιλώντας την απαλά στο κεφάλι και σφίγγοντάς τη πάνω μου.

«Πώς… πώς σ’ αρέσει περισσότερο;» με ρώτησε ακόμα πιο ντροπαλά.

«Με εσένα πάνω μου!» της είπα χωρίς πολλές περιστροφές. «Και δεν είναι μόνο ότι μπορώ να παίζω με τα BOOOOOBIIIIIIIIIIIES» της είπα τονίζοντας με παιδικό ενθουσιασμό τη λέξη κερδίζοντας ένα γελάκι της, «αλλά όπως είδες δεν το έχω να κρατάω ρυθμό…»

«Ναι, κάτι πρόσεξα!» μου είπε χαμογελώντας μου. Μετά σοβάρεψε. “For what it matters,” ξεκίνησε να μου λέει, «εμένα μου άρεσε πολύ αυτό που κάναμε χθες... και… και σήμερα… όσο πρόλαβα δηλαδή!»

«Θες να δοκιμάσουμε κάτι άλλο;» τη ρώτησα καθώς η Ρωμιοσύνη είχε σηκώσει μπαϊράκι ήδη.

«Αμέ!» μου είπε χωρίς να ρωτήσει περισσότερες λεπτομέρειες, και έτσι ξεκινήσαμε και πάλι τα προκαταρκτικά, για τη Μελίτη, εννοείται· εγώ δεν χρειαζόμουν και πολλά-πολλά.

Την έβαλα και ξάπλωσε και αρχίσαμε και πάλι να φιλιόμαστε, αλλά αυτή τη φορά όταν άρχισα να τη μαλάζω στο στήθος το έκανα πιο αισθησιακά, με λιγότερη δύναμη από αυτή που είχε δείξει ότι προτιμάει.

Κατέβηκα πιο χαμηλά και με το ένα χέρι να συνεχίζει να μαλάζει το στήθος της, πήρα το άλλο στο στόμα μου, αλλά αυτή τη φορά ήμουν πιο επιθετικός. Το χέρι απαλά, το στόμα επιθετικά, με δυνατές πιπιλιές και δαγκώματα. Είχα κλείσει και πάλι τα μάτια μου και είχα συντονιστεί με τις ανάσες της, ώστε να ξέρω να σταματήσω πριν προκαλέσω πραγματική δυσφορία, ειδικά με τα δαγκώματα.

Και μετά άλλαξα τακτική και έκανα ακριβώς το αντίθετο, τρυφερός και απαλός με το στόμα και επιθετικός με το χέρι. Συνέχισα για μερικά λεπτά αυτές τις εναλλαγές και από τις ανάσες, τους στεναγμούς και τα βογγητά κατάλαβα ότι την είχα κάνει πύραυλο.

«Κάτσε στα τέσσερα, μωρό μου» της είπα και αμ έπος αμ έργο, και μάλιστα καμπυλώνοντας σωστά τη μέση της.

Πήγα πίσω της αλλά δεν είχα στο νου μου διείσδυση, κάθισα ελαφρά στο πλάι της και περνώντας το αριστερό μου χέρι από κάτω της άρχισα να την παίζω απαλά με το δάχτυλο μέχρι που η υγρασία έγινε σχεδόν… rainforest την εποχή των μουσώνων.

«Χαϊδέψου,» της είπα και γύρισε και με κοίταξε σχεδόν κεραυνοβολημένη. «Μη ντρέπεσαι μωρό μου,» της είπα καθησυχαστικά, «χαϊδέψου.»

Διστακτικά—και ούσα αριστερόχειρας—στηρίχτηκε στο δεξί της χέρι και άρχισε να παίζει τον εαυτό της με το αριστερό της.

Εντάξει, θα μπορούσα να κάτσω να την κοιτάζω με τις ώρες να κάνει αυτό το πράγμα, για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο ερωτικό από το να βλέπω μια γυναίκα να αυτοϊκανοποιείται, ειδικά μάλιστα σε αυτή τη στάση. Όπως ο σκοπός μου ήταν άλλος, και όταν άρχισε να εντείνει το παιχνίδι της, ήρθε η ώρα που περίμενα.

Κάθισα γονατιστός από πίσω της και χούφτωσα γερά και τα δυο της επικά έπη. Τα άνοιξα ελαφρά και έχωσα το πρόσωπό μου ανάμεσά τους και πέρασα φευγαλέα τη γλώσσα μου από το επίμαχο σημείο στο κέντρο τους. Η Μελίτη κοκκάλωσε, γιατί προφανώς κανείς δεν της είχε κάνει κάτι τέτοιο, πολύ πιθανό να μην το είχε φαντασιωθεί καν.

«Τι… τι κάνεις;» με ρώτησε λαχανιασμένη από το δικό της παιχνίδι.

“I’m eating you!” της απάντησα στα αγγλικά. «Δε σ’ αρέσει;»

«Δεν…» είπε χάνοντας τα λόγια της. «Είναι… είναι…»

«Τα επικά σου έπη, μωρό μου» της είπα χαμογελαστός. «Δε σ’ αρέσει;» την ξαναρώτησα.

«Μ… Μ’ αρέσει!» μου είπε.

«Τότε απόλαυσέ το,» της είπα καθησυχαστικά. «Συνέχισε να παίζεις.»

Ξεκίνησε αυτό που είχε σταματήσει, διστακτικά στην αρχή, και με περισσότερο ενθουσιασμό στη συνέχεια, ανακαλύπτοντας ότι το παιχνίδι της γλώσσας μου πίσω της έκανε την αίσθησή της ακόμα πιο έντονη.

Αυτό κράτησε κανένα πεντάλεπτο, και μετά τραβήχτηκα απαλά, και την είπα να σταματήσει… και όπως είχε πάρει φόρα-κατηφόρα, της πήρε λίγο να το κάνει. Χαμογέλασα και κάθισα και πάλι στο πλάι της και περνώντας το χέρι μου ανάμεσα από τα πόδια της βύθισα το μεσαίο μου δάχτυλο στον κόλπο της. Το τράβηξα έξω απαλά, και της είπα να συνεχίσει.

Πέρασα το δάχτυλό μου απαλά πίσω της, και αν και κοκκάλωσε για λίγο, επανήλθε μόνης της. Άρχισα να το βυθίζω πίσω της προσέχοντας τις αντιδράσεις της. Αν και χαμήλωσε την ένταση του παιχνιδιού της, λες και ο εγκέφαλος της είχε πάθει overdrive από τις αισθήσεις, δεν σταμάτησε.

«Μη σταματάς μωρό μου,» της είπα βραχνά, και βύθισα το δάχτυλό μου όσο πήγαινε μέσα. «Παίξε… παίξε για μένα!» της έκανα.

Λες και τα λόγια μου έλυσαν κάποιο ξόρκι που την έκανε να κινείται αργά, άρχισε και πάλι να παίζει με τον εαυτό της και για λίγη ώρα το δάχτυλό μου μπαινόβγαινε πίσω της ή έκανε απαλές κυκλικές κινήσεις, αλλά όταν κατάλαβα από τις ανάσες της ότι της ερχόταν οργασμός, το τράβηξα απότομα από μέσα της, κάνοντάς τη να χάσει τα μυαλά της.

Πέρασα το χέρι μου από κάτω της και τη σταμάτησα. «Ξάπλωσε μωρό μου,» της είπα τρυφερά. «Στο πλάι!»

Έκανε αυτό που της είπα και φόρεσα το προφυλακτικό μου. Κόλλησα σχεδόν στην πλάτη της και την δάγκωσα απαλά στο σβέρκο.

«Σε θέλω! Σε θέλω!» μου είπε με φωνή που είσαι που έβγαινε.

«Κι εγώ!» της είπα, και οδήγησα προσεκτικά τον Πρόεδρο στην κυρία Προεδρίνα και την έπαιξα για λίγο σαν τη γάτα με το ποντίκι. Με μια απότομη κίνηση καρφώθηκα μέσα της, και η Μελίτη έχασε ξανά τα μυαλά της. Τη γράπωσα από το στήθος και καρφώθηκα και πάλι μέσα της, και άρχισα να κινούμαι.

Ήξερα ότι δε θα άντεχα πάνω από μερικά λεπτά, και είχα κάνει ό,τι μπορούσα να τη φέρω σε κατάσταση που ούτε και εκείνης θα της χρειαζόταν.

ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ!!!!!!

Τα “Μιχ… Μιχ… ΑΑΑΧ ΜΜΜ Μιχάλη… Μιχάλη μου… ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ!” άρχισαν ούτε ένα λεπτό αργότερα και μπορεί και πάλι να μη συγχρονιστήκαμε καθώς αυτή τη φορά η Μελίτη τέλειωσε πριν από εμένα, αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα.

ΤΕΛΕΙΩΣΕ!!! ΤΕΛΕΙΩΣΕ!!!!

Ούτε καν μισό λεπτό αργότερα ο Πρόεδρος, ευτυχής και περήφανος, απηύθυνε πανηγυρικό στο… boudoir της κυρίας Προέδρου. Και φυσικά headbanging αλλά τι να τον κάνω που είναι μεταλλάς to the core?

«Θεούλη μου!» την άκουσα να λέει ξανά και ξανά. «Θεούλη μου!»

Ναι, τα έχει αυτά το καλό σεξ, μπορεί να σε κάνει θρήσκο από το πουθενά!

Τραβήχτηκα προσεκτικά από μέσα της και γύρισα προς την άλλη μεριά ίσα για να πετάξω το προφυλακτικό στο καλαθάκι, και έβαλα mental reminder να πάω να το πετάξω αργότερα, καθώς αν ξεμείνει, ας πούμε ότι δεν είναι και το καλύτερο αρωματικό χώρου.

Ξάπλωσα πλάι της και γύρισε προς το μέρος μου και χταπόδιασε και πάλι πάνω μου, αγκαλιάζοντας όλο το σώμα μου με το δικό της.

«Ιχλίμιντριχ!» μου είπε.

«Όχι σ’ αγαπάω;» την ρώτησα δήθεν παραπονιάρικα.

«Χλιμίντρισα αφού!» μου είπε σκανταλιάρικα.

«Και μπράβο σου!» της είπα και της έσκασα ένα φιλάκι στη μύτη.

«Εγώ ή εσύ;» με ρώτησε χαμογελώντας μου.

«Both και οι δυο, αμφότεροι, που λέει και η Βίκυ!» της απάντησα παιχνιδιάρικα.

«Με τρέλανες με αυτό που μου έκανες… πίσω… πίσω μου!» μου είπε επιστρέφοντας στην ντροπαλότητα.

«Βασικά αυτός ήταν ο σκοπός!» της είπα χαμογελώντας. «Τι σου άρεσε περισσότερο;»

«Η αίσθηση της γλώσσας σου εκεί… Θεούλη μου!» μου είπε σχεδόν αναστενάζοντας. «Και μετά… όταν… όταν τράβηξες απότομα το δάχτυλό σου…»

Σταμάτησε και με κοίταξε. «Δεν ξέρω αν πρέπει να σε δείρω ή να σε φιλήσω!»

«Γιατί να με δείρεις;;;» τη ρώτησα με απορία.

«Για την προϋπηρεσία σου!» μου είπε και έβαλα τα γέλια. «ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ!»

«Είμαι μωρό μου!»

PING

«Γιατί;;;»

«Η ιδιοκτησία έχει αναδρομική ισχύ!» μου είπε deadpan, και με έπιασε βήχας από το γέλιο.

«Σου ζητώ ταπεινά συγνώμη!» της είπα χαχανίζοντας ακόμα. «Οι μαντικές μου ικανότητες από μικρό παιδί ήταν χάλια!»

«Τέλος πάντων, τι να σε κάνω που σ’ αγαπάω;»

«Μάκια!» της είπα και το πήρε αλλιώς, γιατί μου έδωσε πραγματικό φιλάκι.

“Oh!” έκανε συνειδητοποιώντας το μέγεθος της… γκάφας της. Σκαρφάλωσε από πάνω μου, χαμήλωσε, και…

ΑΠΟΘΑΝΕΤΩ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΟΒΥΖΩΝ!

Και μετά είχε και ντουζάκι, και πάλι παρεούλα. Βέβαια αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσουμε το δικό μου body wash και δεν έβρεξε μαλλί γιατί το σαμπουάν μου είχε ψώρα, ξέρω γω.

Με τη θερμοκρασία να έχει πέσει κάπως από το απόγευμα, και όπως ήμασταν και από το ντουζ, βγήκαμε στο μπαλκόνι να πιούμε εγώ τη μπύρα μου και η Μελίτη την κόκα-κόλα της—γιατί στο μεταξύ εκτός από μπύρες είχα προμηθευτεί και κουτάκια zero—εγώ μόνο με το μποξεράκι και η Μελίτη ξανά κομάντο κάτω από τον cyborg Eddie.

«Τι ώρα γράφεις αύριο;» τη ρώτησα αδειάζοντας σχεδόν μονοκοπανιά το μισό κουτί της μπύρας.

«Μία!» μου είπε αναστενάζοντας.

«Θα κάνεις τίποτα τελευταίες επαναλήψεις;»

«Όχι… όσο διάβασα, διάβασα!» μου απάντησε. «Βασικά θα κάνω γενική καθαριότητα,» συνέχισε στενάζοντας. «Έρχεται και η Χαριτίνη και είναι… κομμάτι περίεργη!»

«Γιατί;» τη ρώτησα απορημένος. «Μια χαρά καθαρό είναι το σπίτι σου!»

«Σε θέματα καθαριότητας η Χαριτίνη είναι πιο υποχόνδρια και από σένα!» μου είπε αναστενάζοντας και πάλι.

«Δεν είμαι υποχόνδριος!» διαμαρτυρήθηκα.

«Μιχάλη μου, παίζει το πάτωμά σου να είναι πιο καθαρό από τον πάγκο της κουζίνας μου! Υποχόνδριος του κερατά είσαι!» μου είπε. «Και καλή και άγια και την αγαπάω την αδερφή μου, αλλά καλή του τύχη σε όποιον συγκατοικήσει μαζί της!»

«Κοιμάται ο Julien και η τύχη του δουλεύει!» χαχάνισα.

«Τέλος πάντων, οπότε ναι, το πρωί θα κάνω τη χαρωπή νοικοκυρά!»

PING!

«Γιατίιιιιιιιιιιι;»

«Ξέρεις εσύ!» μου είπε.

«Μα δεν είπα μέσα μου δούλα και κυρά!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Και γιατί με κοίταξες έτσι!»

«Γιατί σκέφτηκα πιο προχωρημένη εκδοχή!» είπα δίνοντας τον εαυτό μου στεγνά. «Η καλή νοικοκυρούλα είναι πάντα σκέτη δούλα!»

PING! PING! PING!

«Και θα το επαναλάβω: Νομίζω ότι δεν έρχεσαι στο δάσος για κυνήγι, Μιχάλη!»

PING!

«ΓΙΑΤΙΙΙΙΙΙΙ;»

«Γιατί θυμήθηκα τις πρώην σου!» μου είπε, και πάρ’τον κάτω πάλι τον δικό σου.

Αυτά παθαίνει κανείς όταν σπουδάζει Πολιτικός Μηχανικός αντί Ανωτάτης Νυχομαντικής.


38. Acta Militaria

Το Μελιτάκι μου έφυγε τελικά γύρω στις μία, και βάλε και το εικοσάλεπτο που φάγαμε όταν με πήρε να μου πει ότι έφτασε, και τελικά έπεσα για ύπνο μετά τη μιάμιση.

Δηλαδή προσπάθησα, αλλά το μυαλό μου γύριζε ξανά και ξανά σε αυτά που είχαν συμβεί σήμερα—και δεν ήταν και λίγα. Μα το κυριότερο απ’ όλα ήταν ότι η Μελίτη δε δίσταζε να πειραματιστεί.

Θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα ότι δεν φαντασιωνόμουν να την πάρω από πίσω. Βέβαια το πόσο θα άντεχα—αν υποθέσουμε ότι το κατάφερνα—είναι άλλη συζήτηση. Η Τριανταφυλλιά μου είχε πει—και τονίζοντας μου ότι αυτό δεν θα έπρεπε να το εκλάβω ως βουρ και στον πατσά—ότι αν μια γυναίκα απολάμβανε το δάχτυλο πίσω, ήταν ένδειξη ότι μπορεί να το απολάμβανε και αλλιώς.

Ένδειξη, μου είχε πει, και μου το είχε τονίσει. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι έτσι το ανακάλυψε, από κάποιον από τους πρώτους παρτενέρ της, καθώς της ίδιας παλιότερα δεν της άρεσε καν σαν ιδέα, το έβρισκε, έλεγε, ταπεινωτικό. Χαζομάρες, συνέχισε, αν κάτι σ’ αρέσει δεν υπάρχει τίποτα ταπεινωτικό.

Εγώ πάντως δεν είχα νιώσει έτσι όταν μια φορά μου ζήτησε χρυσή βροχή, και μπορεί πολύ δύσκολα να χαλάω χατίρια σε σεξουαλική μου σύντροφο, αλλά εκεί τράβηξα γραμμή.

Πραγματικά δε μπορούσα να καταλάβω πως την έβρισκε να την κατουράνε, η σκέψη και μόνο έκανε το στομάχι μου να γυρίζει, και δε θα ήμουν καν ο αποδέκτης.

Anyway, σε αυτό τράβηξα φρένο, και δεν το έκανα, και μεταξύ μας δεν ήμουν καν σίγουρος αν θα το κατάφερνα ακόμα και αν το ήθελα. Έχω ένα θέμα, δεν… δεν μπορώ να κατουρήσω ούτε καν με ανοιχτή την πόρτα μόνος μου στο σπίτι, όχι να έχω και… παρέα.

Και τι καλά που θα πήγαινε αυτό όταν θα πήγαινα στρατό… Γιατί είχα και αυτή τη μαλακία, και με το που τέλειωνα το διδακτορικό η μαμά πατρίδα θα με περίμενε σαν το τελευταίο σουβλάκι στο δίσκο.

Ο Δημήτρης μου είχε πει να μην ανησυχώ γιατί δεν σκόπευε να αφήσει τον καλύτερό του ερευνητή να φάει ένα χρόνο μακριά από την έρευνα.

«Τέσσερεις μήνες στο Λουτράκι,» μου είχε πει. «Και μετά ούτε που θα σε ξαναδούν.»

Δεν είναι ότι ψηνόμουν για ΔΕΑ αλλά από την άλλη το δωδεκάμηνο θα το έτρωγα έτσι κι αλλιώς, οπότε ποιος ο λόγος να μην το πληρωθώ κι από πάνω;

Και όχι, καθόλου άσχημα δεν ένιωθα που θα έμπαινε βύσμα. Ήμουν στα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου, και ο χρόνος είναι το μόνο πραγματικό μας συνάλλαγμα. Τέσσερις μήνες… ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω.

Θα προτιμούσα Χαϊδάρι για να μπορώ να βγαίνω στις εξόδους μου σαν άνθρωπος, αλλά ως Πολιτικός Μηχανικός και με διδακτορικό, θα με πήγαιναν σχεδόν σηκωτό στο Μηχανικό, και όχι σώμα διαβιβάσεων ή έρευνας πληροφορικής.

Βέβαια ακόμα και αν ήμουν κάθε μέρα Πολυτεχνείο, μετά το τετράμηνο, το πιθανότερο είναι να χρειαζόταν να κάνω δουλειά και για τη μαμά Πατρίδα, αλλά αυτό δε με χάλαγε καθόλου, στην τελική-τελική αυτό είχα σπουδάσει.

(Spoiler alert, τελικά με πήραν στο Σώμα Έρευνας Πληροφορικής, κατά τα φαινόμενα κάποιος είχε εντυπωσιαστεί πραγματικά από τη δημοσίευση στο Acta Mathematica… Κοίτα να δεις πράγματα που συμβαίνουν!)

Αναστέναξα, γιατί όπως πάντα είχα βγει εκτός θέματος, και είναι απορίας άξιο πώς στις πανελλήνιες είχα γράψει 32,25/40 στην έκθεση. Μαθηματικά, Φυσική, και Χημεία είχα γράψει 20, και βάλε το 16,85 στα Νέα Ελληνικά—και φυσικά τους συντελεστές—και κάπως έτσι είχα περάσει πρώτος σε όλο το Πολυτεχνείο με 19372 μόρια.

Το πτυχίο μου το είχα πάρει με 9,7 και ο Δημήτρης μου είχε πει αν θέλω να κάνω τα χαρτιά μου για το ETH, και είχε συμπληρώσει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ πως όχι απλά θα μου έδιναν υποτροφία, και πίπα θα μου έπαιρναν για να με έχουν διδακτορικό φοιτητή.

Ναι, δεν αγόρασα. Εδώ καλά-καλά δεν μου έφταναν να την περάσω στην Ελλάδα, όχι να πάω Ζυρίχη. Και στην τελική-τελική, το Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ ανήκει και αυτό στο Πανευρωπαϊκό crème de la crème· τρίτο σύμφωνα με το Shanghai Ranking.

Όσο για τις πίπες, τότε είχα την Τούλα, που μπορεί να μην ήταν Τριανταφυλλιά-class αλλά μια χαρά την έκανε τη… δουλειά.

(Και για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις δεν ήταν η Τούλα ο λόγος που δεν ήθελα να πάω Ζυρίχη, ήταν απλά ακόμα ένας λόγος που επέλεξα να μείνω Αθήνα, με κυριότερο φυσικά την καθοδήγηση του Δημήτρη.)

Και φυσικά είχα βγει και πάλι εκτός θέματος, ούτε μια ταβανοθεραπεία της προκοπής δεν μπορούσα να κάνω με τον μαλάκα μέσα στο κρανίο, που όταν δεν έχει να κάνει με μαθηματικά ή στατική, έχει το attention span kernel scheduler σε σύστημα που έχει γονατίσει από τα processes.

Ανέβασα λίγο το κλιματιστικό γιατί είχα αρχίσει να τον δαγκώνω, και να που τελικά κατάφερα να κοιμηθώ πριν τις δύο… νομίζω…

Το πρωί το ξυπνητήρι με έβγαλε από ένα τελείως σουρεαλιστικό όνειρο, ούτε καν θυμόμουν πέντε λεπτά αργότερα τι αφορούσε, πέραν της αίσθησης σουρεαλισμού που θα έκανε περήφανο και τον Μπρετόν, που λέει ο λόγος. Χλιαρό ντουζ ήταν η απόφαση της εσωτερικής ολομέλειας, και δέκα λεπτά αργότερα—για την αλητεία αποφάσισα να μην ξυριστώ—ήμουν έτοιμος για την πρωινή μου άσκηση ενδυματολογίας.

…και να δω πότε θα πάω να πάρω το ρημάδι το γκρι κουστούμι που έχω αφήσει στο καθαριστήριο, και τρία είναι όλα κι όλα τα ρημάδια μου τα καλοκαιρινά. Το μπλε κουστούμι το φόρεσα χθες, οπότε για σήμερα επέλεξα το μπεζ με τις ρίγες στο χρώμα ανοιχτής μόκας, συνοδευόμενο από άσπρο πουκάμισο, πλεχτή γραβάτα ίδιου χρώματος με τις ρίγες, και παπούτσια και ζώνη σε πιο σκούρο τόνο μόκας.

Και πήγαινε και με το αξύριστο από εχθές πρόσωπο μου, αυτό που το πας;

Οκτώ και μισή ήμουν κάτω, και πάνω στην ώρα ήρθε και το κορίτσι μου να με παραλάβει!

«ΓΡΡΡΡ» μου έκανε όταν την πλησίασα και δεν μπόρεσα να μη βάλω τα γέλια.

«Εγκρίνεις, να υποθέσω;» της είπα χαχανίζοντας.

«Διαπίστωσα ότι το μάθημα το δίνω στις τέσσερις!» ξεκίνησε αντί εισαγωγής. «Δεν ξέρω πως, στείλε τον Πολυζωγόπουλο σπίτι του νωρίς γιατί σκοπεύω να σου έρθω να μ’ εξετάσεις αδιάβαστη!»

Δεν ξέρω πως θα το κατάφερνα αυτό… αλλά με τέτοιο κίνητρο, όλο και κάτι θα κατέβαζε η κούτρα μου!

Λίγη ώρα αργότερα πίνοντας το καφεδάκι μας, ανοίξαμε και το messenger για το πρωινό μας καφριλίκι, σήμερα ήμασταν και πρώτοι!

Michael: Καλημέρα μικροτσούτσουνοι.
Jo: Speak of the devil! Καλημέρα ασβεστομούνηδες
Michael: ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΜΙΚΡΟΤΣΟΥΤΣΟΥΝΟΣ!
Jo: shares YouTube video: Μικρή και τριανταφυλλένια.
Michael: ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ!
Melite: Καλημέρα πεοπρωκτολάγνοι! @Jo Fair is fair, του @Michael δεν του τον λες και μικρό
Jo: Και πώς το λες;
Melite: Πρόεδρο, LOL !!!!!!
Jo: XAXAXAXAXAXA του έβγαλες και nickname?
Melite: Truth to be told υπήρχε ήδη, απλά το υιοθέτησα.
Michael: shares a YouTube video: Άνοιξε πέτρα.
Alexia: Ωπ, τι έχουμε εδώ; Καλημέρα σαβουρογάμηδες!
Stelios: Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει! Καλημέρα πεολάτρες!
Vicky: @Stelios Τι είπες μωρό μου;
Stelios: ΔΕΝ ΕΝΝΟΥΣΑ ΕΣΕΝΑ!!!!! Μίλαγα γενικά για τα αγοράκια!
Michael: @Stelios Είναι παρήγορο να μην είσαι ο μοναδικός αυτοκτονικός μαλάκας της παρέας!
Stelios: Τι έκανες πάλι;
Michael: Είχα σεξουαλική προϋπηρεσία χωρίς έγγραφη άδεια από την @Melite.
Melite: Κατάλαβες ο αχρείος;
Vicky: Γι’ αυτό σου λέω, έλα ν’ αγαπηθούμε darling!
Melite: Γιατί, εσύ δεν έχεις;
Vicky: Μπα, δεν του έχω κάτσει ακόμα, τον έχω στο θα σας ειδοποιήσουμε!
Jo: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Michael: @Stelios Να σου πω, ξέρω ένα καλό κατάστημα με είδη κυνηγιού! Δε γαμείς που δε γαμείς, δεν πας για ψάρεμα;
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Melite: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Jo: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ

Yup, σήμερα άλλος έφαγε το ξύλο!

Κάτσαμε μέχρι τις εννιά και τέταρτο περίπου, και μετά η Μελίτη επέστρεψε σπίτι της και εγώ πήγα στο γραφείο μου. Έκανα start το laptop που χθες το είχα κλείσει πριν φύγω, και άνοιξα και τον καρβουνιάρη για να διαβάσω τα e-mails μου.

Αφιέρωσα τρεις ώρες στο διδακτορικό μου, με διάλειμμα ανά μία ώρα για να σηκωθώ να περπατήσω για λίγο ώστε να ξεμουδιάσω, και να μιλήσω για λίγο με τη Μελίτη που έκανε γενική και είχε τα νεύρα της και δε με είχε πρόχειρο για να μου ρίξει ένα ping στη μύτη, και θα μου δείξει εκείνη, θα δω τι θα πάθω, tα γνωστά οικογενειακά μας, με δυο λόγια.

Πήγα μια βόλτα από το γραφείο του Δημήτρη αλλά δεν ήταν εκεί, οπότε επέστρεψα στο γραφείο για να ξεκινήσω την αξιολόγηση και του τρίτου RFP. TYN και αυτό, και δυο ώρες αργότερα ξεκίνησα να διαβάζω και το επόμενο, όταν με πήραν τηλέφωνο από τη γραμματεία.

Τελικά δε χρειαζόταν τίποτα πολύπλοκο, μια υπεύθυνη δήλωση από εμένα και τη Μελίτη ότι ήμασταν σε σχέση, και μια από το Δημήτρη ότι θα διόρθωνε εκείνος τα γραπτά της σε περίπτωση που ήμουν βοηθός σε μάθημα που θα έπαιρνε η ίδια.

Η τέταρτη πρόταση ήταν καλή. Ακριβότερη αλλά καλή. Κοίτα να δεις που συμβαίνουν και θαύματα. Ναι, με τα βάρη που υπήρχαν ανά τομέα θα χρειαζόταν δημιουργική λογιστική για να πάρει η τέταρτη πρόταση την πιο ψηλή βαθμολογία, καθώς το καθαρά οικονομικό είχε βάρος 0,5/1

Η πέμπτη πρόταση ήταν και αυτή καλύτερη από τις πρώτες τρεις, αν και όχι σαν την τέταρτη. Πιο οικονομική από την τέταρτη, έχανε σε κάποια σημεία—υπήρχε λόγος που η τέταρτη ήταν πιο ακριβή—αλλά δεν ήταν και επικίνδυνη όπως οι πρώτες τρεις.

Κοίταξα το ρολόι μου, η ώρα είχε πάει σχεδόν τρεις χωρίς να το καταλάβω! Κατέβηκα στην καφετέρια να πάρω ένα καφέ ακόμα, και γύρισα στο γραφείο. DUH, το USB το είχα δώσει χθες στον Δημήτρη, αλλά ας είναι καλά το PGP και το WeTransfer.

(Και μαλακία που δεν το είχα σκεφτεί χθες! Αλλά πάλι αν δεν το είχα σκεφτεί δε θα είχα και το απογευματινό nerdgasm… οπότε όχι μαλακία!)

Πήγα στο γραφείο του Δημήτρη, και αυτή τη φορά τον βρήκα εκεί. Και τελικά δε χρειάστηκε να σκεφτώ και κάποιο βαρύ κόλπο, η ανάγνωση των RFP του έκανε το μυαλό σούπα—και με εξαίρεση δέκα λεπτά που έκανα διάλλειμα για να πάρω τη Μελίτη και να της ευχηθώ καλή επιτυχία—δεν σηκώσαμε κεφάλι.

Στις πεντέμισι—και ενώ η Μελίτη δεν είχε τελειώσει ακόμα—ο Δημήτρης σφύριξε λήξη για την ημέρα.

«Α, με πήραν και από τη γραμματεία!» του είπα και του εξήγησα τι μου είπαν.

«Θα την κάνω από το e-gov,» μου είπε. «Μέχρι πότε πρέπει να γίνει;»

«Δε μου είπαν,» του απάντησα «αλλά φαντάζομαι οποιαδήποτε στιγμή μέχρι τον Οκτώβρη που ξεκινάνε τα μαθήματα του χειμερινού εξαμήνου.»

«Μια χαρά!»

«Αύριο θα λείπω!» μου είπε. «Έχω το πρωί να πάω κάπου με την Γιωργία, και μετά μάλλον θα κάνω home office, οπότε… κάνε κι εσύ, δε χρειάζεται να έρθεις!»

«Εντάξει,» του είπα και σηκώθηκα για να φύγουμε παρέα, εκείνος για το σπίτι του και εγώ για την καφετέρια γιατί ξαφνικά με είχε πιάσει όρεξη για κρύο τσάι! Και πήρα και ένα μπουκάλι zero του μισού λίτρου, ελπίζοντας ότι δε θα ζεσταθεί μέχρι να τελειώσει η Μελίτη το διαγώνισμά της.

Πραγματικά είμαι ό,τι θυμάμαι-χαίρομαι!

Επέστρεψα στο γραφείο για να περιμένω τη Μελίτη, και μας και δεν είχα τι να κάνω, άνοιξα το Wikipedia και ασχολήθηκα με το αγαπημένο μου χόμπι: τυχαία άρθρα.

Δεν πρόλαβα να διαβάσω πολύ πάντως, λίγο μετά τις έξι έκανε την εμφάνισή της το Μελιτάκι μου. Ήταν ντυμένη απλά, σκούρο μπλουτζίν και άσπρο φανελάκι, σαν αυτό που φορούσε την πρώτη φορά που την είχα δει.

«Καλώς την!» της είπα και σηκώθηκα να τη φιλήσω. «Πώς έγραψες;»

«Δώδεκα!» μου απάντησε μονολεκτικά, γιατί κατά τα φαινόμενα είχε bonus άσκηση, και φυσικά την είχε λύσει και αυτή!

«Μπράβο μωρό μου!» της είπα χαρούμενος.  

«Μου πήρες κόκα-κόλα!» με ρώτησε ενθουσιασμένη βλέποντάς την πάνω στο γραφείο!

«Μεσομακροπρόθεσμος… γαμιόλης!» της έκανα κερδίζοντας μια ενθουσιώδη φωνούλα της, και αγκαλιά μετά λαρυγγοσκόπησης.

«Έφυγε ο Πολυζωγόπουλος;» με ρώτησε.

«Από τις πέντε και μισή!» της είπα παίζοντάς της πονηρά τα φρύδια.

Η Μελίτη έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.

«Είμαι αδιάβαστη!»


39. Task failed successfully

Ο καθηγητής—ή, έστω, ο βοηθός—και η αδιάβαστη φοιτήτρια. Passing grade με πληρωμή σε είδος, ή αλλιώς “κάνε με ό,τι θες” σε μορφή role play. Τι πιο απλό;

Όοοοχι, καργιόλη, αν είναι να κάνουμε κάτι το κάνουμε σωστά, και κάπως έτσι καταλήξαμε μία ώρα αργότερα να φοράμε ακόμα τα ρούχα μας, τα χέρια μας να είναι άσπρα από την κιμωλία, και την πόρτα κλειδωμένη για ακαθόριστους λόγους.

Πιο Μιχάλης Αγραφιώτης πεθαίνεις.

Και φυσικά ξεκίνησε από εμένα γιατί το μυαλό μου είναι ανίκανο για πραγματοποίηση σεξουαλικών φαντασιώσεων χωρίς ένα στοιχειώδη ρεαλισμό—και εννοώ επιπέδου ντοκιμαντέρ του National Geographic, κατά προτίμηση χωρίς David Attenborough, narrating would be awkward…

Οπότε στα πλαίσια του ρεαλισμού σηκώθηκα και έγραψα μια απλή άσκηση στα Timoshenko και της έδωσα την κιμωλία.

«Εντάξει, είπαμε είμαι και καλά αδιάβαστη φοιτήτρια, αλλά κάπου ώπα!» μου έκανε καθώς θεώρησε προσωπική προσβολή να μην λύσει αυτή την άσκηση.

«Υποτίθεται ότι είσαι αδιάβαστη!» προσπάθησα να διαμαρτυρηθώ.

«Αυτή την άσκηση θα την έλυνα ακόμα και αν είχα πάθει διάσειση,» μου παραπονέθηκε και προς επίρρωση άρχισε να γράφει στον πίνακα.

Ναι, δεν μπορούσα να την κόψω γι’ αυτό, οπότε αποφάσισα να αλλάξω level. Έβαλα δεύτερη άσκηση.

«Σοβαρά τώρα;» μου είπε, ακόμα προσβεβλημένη, και σε πέντε λεπτά την είχε ξεπετάξει.

Το role play είχε αρχίσει να πηγαίνει κατά διαόλου, αλλά αν μη τι άλλο ήμουν επίμονος. Τρίτη άσκηση, βάρβαρη.

«Τι έχεις να πεις τώρα;» της ρώτησα αυτάρεσκα.

«Ενδιαφέρον!» μου απάντησε αφηρημένα, καθώς είχε απορροφηθεί και το μυαλό της δούλευε στις δέκα χιλιάδες στροφές.

Αυτή τη φορά της πήρε γύρω στα δέκα λεπτά, και αν συνεχίζαμε έτσι θα ξημερωνόμασταν εδώ χωρίς να βρέξουμε τσουτσού!

Για να μην σας τα πολυλογώ, η ώρα είχε πάει επτά και μισή και αν ο Δημήτρης ήταν εδώ, παίζει να την έπαιρνε για βοηθό στα Μητρωϊκά στοιχεία, του επόμενου έκτου εξαμήνου—αυτό στο οποίο η Μελίτη είχε γράψει δώδεκα προ ημερών.

Η τελευταία απόπειρα με μια nightmarish για προπτυχιακό του έτους της άσκηση σε Timoshenko-Ehrenfest κατέληξε και αυτή σε παταγώδη αποτυχία, καθώς η Μελίτη είχε ξεχάσει ότι υποτίθεται ότι είναι αδιάβαστη και… challenge accepted!

«Που να ήσουν και διαβασμένη, δηλαδή!» της είπα με πραγματικό θαυμασμό όταν μισή ώρα αργότερα την ξεπέταξε και αυτή.

«Αδιάβαστη ήμουν!» προσπάθησε να δικαιολογηθεί! «Δεν σου είπα όμως σε ποιο μάθημα!!!!»

Task failed successfully…

Nope, not sex in the office, γιατί μας είχε κόψει και τους δυο μας η πείνα, apparently δεν ήμουν ο μόνος που ξεχνούσε να ταΐσει τον εαυτό του. Και φυσικά εννοείται ότι πάλι εγώ έφταιγα, οπότε ναι, όταν της υπενθύμισα ότι είναι ώρα να την κάνουμε έφαγα τα σχετικά ping και ακόμα χειρότερα χωρίς μάκια να περάσει!

«Θα παραπονεθούν και πάλι οι φύλακες και θα μας βγει η λέζα χωρίς λόγο!» μου εξήγησε. «Γιατί άντε να πείσεις τον κόσμο ότι δυο ώρες κλειδωμένοι λύναμε ασκήσεις και δεν βγάζαμε τα μάτια μας!»

She got a point…

Με μια στάση στο καθαριστήριο, και ίσα που το πρόλαβα ανοιχτό, και επιστρέψαμε στο Melite House για μια γρήγορη μακαρονάδα από τα χεράκια της.

«Αύριο home office!» της είπα όταν καθίσαμε στον καναπέ. «Εντωμεταξύ, γιατί έκανες σήμερα γενική και όχι αύριο;»

«Για να τελειώνω με δαύτο!» μου είπε. «Και αν έχεις σχέδια να φέρεις τίποτα κομενάκια σπίτι σου να τα ξεχάσεις, μέχρι το Σάββατο το πρωί θα έχεις τη χαρά και την τιμή να με φορτωθείς στο σβέρκο!»

What???

«Και θα σου καθυστερήσω το νοίκι!» συνέχισε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

«Ε, πες το έτσι!» της είπα και ξεσκάλωσα βάζοντας τα γέλια. «Τα κομενάκια τι θα τα κάνω όμως; Δε μου πάει καρδιά—»

Και εκεί η μύτη μου έγινε sonar αντιτορπιλικού από τα pings.

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ! ΔΕ ΣΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΩ! ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΑΞΩ! ΘΑ ΣΟΥ ΠΙΩ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΕ ΤΟ ΜΠΟΥΡΙ ΤΗΣ ΣΟΜΠΑΣ! ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ! ΘΑ… ΘΑ…»

«Σ’ αγαπάω!» της είπα διακόπτοντας τις απειλές κατά της σωματικής μου ακεραιότητας.

«Κι εγώ μωρό μου,» μου είπε τρυφερά.

Και μετά το σύντομο διάλειμμα τρυφερότητας, επέστρεψε στις ευφάνταστες απειλές κατά της σωματικής μου ακεραιότητας.

Την λες και κτητική, lol!

Φάγαμε τη μακαρονάδα μας, και επέστρεψα στον καναπέ να χαζέψω στα social όσο η Μελίτη ετοίμασε τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της. Απορροφημένος σε κάποιο story που είχε ανεβάσει η Jo για το free form design, βρέθηκα μέσα από παραπομπές να διαβάζω για Rhino3d και το Grasshopper plugin και χρειάστηκε να βήξει επιδεικτικά για να την προσέξω.

«Το πιάνο ξέχασες!» ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, βλέποντας το… μπαούλο που είχε ετοιμάσει. Για δυο μέρες!!!!

«Με ειρωνεύεσαι, Αγραφιώτη;» μου είπε δήθεν απειλητικά.

«Καθόλου, μωρό μου!» της είπα. «Απλά αναρωτήθηκα πώς θα χαλαρώσεις χωρίς λίγο πιάνο το βραδάκι!»

«Θα μου βάλεις Medici.tv!»

Problem solved!

Και ευτυχώς να λέω που το μπαούλο είχε και ροδάκια, γιατί αδερφάκι μου αν αυτό έμπαινε σε αεροπλάνο θα μας χρέωναν άλλες τρεις θέσεις.

Όταν γυρίσαμε σπίτι άρχισε να ξεπακετάρει, και ξεκινώντας από το μπάνιο οι πρώτες εκδιώξεις δεν άργησαν να συμβούν. Κατοχικός στρατός, όχι μαλακίες!

Το επόμενο τσίρκο ήταν όταν άρχισε να ξεφορτώνει ρούχα. Τρία φορέματα, πέντε παντελόνια, άλλες τόσες μπλούζες και πουκάμισα, δύο ζευγάρια πέδιλα και άλλο ένα ζευγάρι κλειστές μυτερές ψηλοτάκουνες γόβες με λουράκι, που δεν είχα καν φανταστεί ότι θα μπορούσε να έχει.

«Την Παρασκευή θα βγούμε να γιορτάσουμε!» μου δήλωσε. «Δεν μπορεί εσύ να φοράς κουστούμι κι εγώ να είμαι σα να βγήκα από το εργοτάξιο!»

Και φυσικά έφερε και δυο-τρεις μπλούζες και δυο-τρία σετ εσώρουχων “για να μη γυρίζει κομάντο.”

«Μην παίρνεις θάρρος, τις μπλούζες τις έφερα για το θεαθήναι, τις δικές σου θα κλέβω!»

Melite.exe was installed successfully in Mpatiris House και ήμουν πολύ χαρούμενος για να με απασχολήσουν τα… uninstallations for space allocation purposes. Ή κάνουμε κατοχή ή απλώνουμε τραχανά, να πούμε.

Τραχανά!!! Θυμήθηκα ότι έχω τραχανα! Να της φτιάξω τραχανά με λουκάνικο από το χωριό, με τις συγκινήσεις των τελευταίων ημερών είχα ξεχάσει το πεσκέσι που μου είχε στείλει η μητέρα μου και είχε παραλάβει ευγενικά ο σπιτονοικοκύρης μου, γιατί άντε να τρέχω στα ΚΤΕΛ!

«Μωρό μου!» της είπα ενθουσιασμένος με τα μισά ρούχα μου πεταμένα στο κρεββάτι και τη Μελίτη να κάνει ενδυματολογικό triage, γιατί αλίμονο να μη μου κάνει επί τη ευκαιρία redecoration στη ντουλάπα!

«Συγνώμη, αυτά τα φοράς;» με ρώτησε διακόπτοντάς με και μου έδειξε κάτι ρούχα που πρέπει να είχαν μπει στην ντουλάπα όταν κατέβηκα Αθήνα και είχαν μείνει εκεί because… priorities.

«Εχμ… όχι!»

«ΚΑΙ ΤΙ ΤΑ ΚΡΑΤΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΕ ΜΟΥ;» με ρώτησε με φωνή γεμάτη απελπισία.

«Τυπικά μιλώντας δεν είμαι χριστιανός—»

PING! PING! PING!

«Αύριο το πρωί θα τα κατεβάσεις στην ανακύκλωση!» μου δήλωσε.

«Μάλιστα!» απάντησα σαν ψαρωμένος στρατιώτης σε στρατηγό.

“That’s better!” μου έκανε και συνέχισε το triage.

(Και κοίτα να δεις τελικά που είχα χώρο στη ντουλάπα… LOL!)

Και μετά θυμήθηκα το πεσκέσι! «Ήθελα να σου πω ότι η μάνα μου μου έστειλε πεσκέσι από το χωριό, τα παρέλαβε την Κυριακή από το ΚΤΕΛ ο σπιτονοικοκύρης μου!»

«Το ψυγείο σου, αν εξαιρέσουμε τα αναψυκτικά, χθες ήταν άδειο! Τι τα έκανες;;;» με ρώτησε.

«Ναι, δεν έχω πάει ακόμα να τα πάρω!» της είπα, γιατί εννοείται ότι το είχα ξεχάσει κι αυτό!

«Ω ΘΕΟΙ, ΘΑ ΤΟΝ ΠΝΙΞΩ!»

«Τα καλά νέα είναι ότι ο σπιτονοικοκύρης μένει στο ρετιρέ!» της είπα.

«ΤΣΑΚΙΣΟΥ!»

«ΤΣΑΚΙΖΟΜΑΙ!»

Τον πήρα τηλέφωνο με τη μία—ο ίδιος μου είχε στείλει ήδη δύο μηνύματα, που εννοείται ότι τα είχα ξεχάσει και αυτά—και μιας και ήταν σπίτι πήγα να κάνω παραλαβή.

«Πάνω που είχα πιστέψει ότι θα τα φάμε εμείς!» μου είπε η γυναίκα του με το που άνοιξε την πόρτα.

«Ε… είχα δουλειές!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

Village roasting loaded

«Τα μυαλά σου και μια λίρα έχεις!» μου είπε ορθά-κοφτά, γιατί εννοείται ότι με ξέρει από μικρό παιδί. «Κι εσύ και ο φίλος σου ο Στέλιος! Αλήθεια, τι κάνει αυτός;»

«Μια χαρά είναι κυρία Ουρανία! Παλεύει και αυτός με το διδακτορικό του!»

«Η μάνα σου μου είπε χθες στο τηλέφωνο ότι το δικό σου σχεδόν τελείωσε!» μου είπε με καμάρι, κάνοντάς με να λιώσω.

Χωριό ρε φίλε… Χωριό… Μπορεί να σε ανεβάζουν αφηρημένη κυβέρνηση και να σε κατεβάζουν τρελό επιστήμονα και την ίδια στιγμή να κοκκινίζουν από καμάρι για τα κατορθώματά σου.

«Ναι, τελειώνει!» της είπα. «Και ο Στέλιος τελειώνει,» της είπα μεταφέροντας τα νέα, που φαντάζομαι ότι τα ήξερε από την κυρά-Λαμπρινή, τη μητέρα του.

Και με επιβεβαίωσε. «Ναι, μου τα είπε η Λαμπρινή!»

Τα είπαμε δυο-τρία λεπτά ακόμα και μετά κατέβηκα με τις σακούλες στο διαμέρισμά μου, όπου η Μελίτη τελείωνε με το triage.

«Μελίτη! Έλα να δεις!» της είπα πηγαίνοντας κατευθείαν στην κουζίνα.

Έχουμε και λέμε: Χωριάτικα λουκάνικα, ντόπια έτσι; Χειροποίητα. Τραχανάς και χωριάτικες χυλοπίτες, επίσης χειροποίητες. Μαρμελάδα φράουλα και μπατζίνα από τη Βαΐα. Μέλι και χορτόπιτα από την Ευτυχία και για να μην αναφερθούμε σε bacon, γαλοτύρι, και κατίκι…

«Χαχαχα, η μάνα σου δεν αστειεύεται, ε;» μου είπε ενώ έκανα Tetris προσπαθώντας να τα χωρέσω στο ψυγείο.

«Κλασσική Ελληνίδα μάνα!» της είπα.

«Εμένα μου λες;» είπε χαχανίζοντας. «Μπορεί να μη μου στέλνει με ΚΤΕΛ αλλά κάθε φορά που γυρίζω από Κεφαλλονιά είμαι φορτωμένη σα γαϊδούρα, και όπως είδες δεν ταξιδεύω και ακριβώς light!»

«Αλήθεια, κάθε πότε πηγαίνεις Κεφαλλονιά;» τη ρώτησα βάζοντας πράγματα στο ψυγείο με τρόπο που παίζει να παραβίαζαν δυο-τρεις νόμους της φυσικής.

«Μια φορά το δίμηνο, τουλάχιστον!» μου είπε. «Και φυσικά Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι!»

«Αν προσπαθείς να μου δημιουργήσεις τύψεις που δε θα φύγεις κατευθείαν για το νησί…» ξεκίνησα να της λέω και έκανα παύση.

«Ναι;» μου είπε ρουθουνίζοντας καθώς το είδε να της έρχεται.

«Καρέκλα να πάρεις για να μην πιαστείς να περιμένεις όρθια!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Να σε δω να τα πεις αυτά στο Λορέντζο και στην Αμαλία!» μου έκανε συνεχίζοντας να γελάει. «Που θα τα πεις κάποια στιγμή!» συνέχισε. «Με ρώτησαν αν θα έρθεις Κεφαλονιά τον Αύγουστο…»

“WHAT???” σχεδόν φώναξα μένοντας άγαλμα μπροστά από το ψυγείο. What did she just say?

«Ναι, προέβλεψα ότι θα πάθαινες self-combustion οπότε τους είπα για του χρόνου!»

Δεν ήξερα που είχα σκαλώσει περισσότερο, στο ότι είχε μιλήσει στους γονείς της για μένα και ήθελαν να με γνωρίσουν, ή για τη σιγουριά της ότι του χρόνου το καλοκαίρι θα με δέρνει ακόμα;

«Εκτός και αν μου κάνεις καμιά στραβή και σε φυτέψω!» συνέχισε… “Consider yourself warned!”

Αλλά αυτό που πραγματικά με αποτελείωσε ήταν το τελευταίο.

«Όχι, δεν έπαθα bridezilla!» με διαβεβαίωσε. «Αλλά υπάρχει λόγος που για σένα μίλησα στην εβδομάδα πάνω και για το Νίκο έμαθαν μετά το τέλος της σχέσης μας.»

Εξακολουθούσα να την κοιτάζω σαν ηλίθιος με το μυαλό μου να αρνείται να πάρει επιπλέον στροφές, και έπαθε ξαφνικά Μιχάλη.

«Μιχάλη…;» με ρώτησε ανήσυχη.

Στο μυαλό μου ο scheduler αποφάσισε να κάνει “kill -9” όλα τα running processes και το μυαλό μου ξεπάγωσε με τη μία.

Έκλεισα την πόρτα του ψυγείου, την πλησίασα και την έσφιξα στην αγκαλιά μου.

«Στη Μελισσάνη θα με πας;» τη ρώτησα χαϊδεύοντάς τη τρυφερά στο πρόσωπο.

Δεν χρειάστηκε τίποτα περισσότερο για να διώξει σε μια στιγμή την ανησυχία στο πρόσωπό της και να το κάνει να φωτιστεί σαν Χριστουγεννιάτικο δέντρο.


40. Melitean Dialogue

Ναι, ο ρομαντισμός δεν κράτησε πολύ. Η Μελίτη είχε πολύ πιο ξεκάθαρες απόψεις για το πώς βγαίνει κανείς από το emotional overdrive.

«Πάμε να σε βιάσω, ΤΩΡΑ!»

Φιλόδοξο…

Όχι γιατί δεν την είχα σωματικά ικανή, έτσι; Αλλά υπήρχε μια μικρή ασήμαντη λεπτομέρεια που χάλαγε το σκηνικό: Η… προθυμία του υποτιθέμενου θύματος!

Ούτε ένα «Μη, καλέ, μη!» έτσι για τα μάτια του κόσμου, ο τσούλος.

«Μισό λεπτάκι να τελειώσω με τα πράγματα στο ψυγείο, και πάμε στο δωμάτιο να υποταχτώ στην σκληρή και άδικη μοίρα μου!»

PING!

«Γιατί;»

«Να μην έχει λίγο ξύλο; Τι σόι βιασμός είναι αυτός;» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια και παραβιάζοντας άλλους δυο-τρεις νόμους της φυσικής, γέμισα το ψυγείο σε ταχύτητα που θα έκανε αυτή του φωτός να μοιάζει με γιαγιά με πι που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο K2.

Και εκεί θυμήθηκα μια απίστευτη σύντομη ιστορία επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει πριν μερικά χρόνια, το “On K2 with Kanakaredes” του Dan Simmons. Παρά το Greek-sounding επίθετο, ο Kanakaredes ήταν ένα νοήμον εξωγήινο γιγάντιο σκαθάρι. Τι όμορφη ιστορία!

«Αχ θα τον πνίξω!» είπε η Μελίτη βλέποντάς με να έχω πέσει πάλι σε διαλογισμό μπροστά από το ψυγείο.

«Έτοιμος!» της είπα κλείνοντας την πόρτα του ψυγείου. «Αύριο το πρωί θα σου φτιάξω να φας τραχανά με λουκάνικο!!!! Και τώρα που το θυμήθηκα θα ήθελα να σου στείλω να διαβάσεις μια απίστευτη ιστορία επιστημονικής φαντασίας!»

Η Μελίτη παίρνοντας απόφαση ότι δε θα έβγαζε άκρη μαζί μου, παραδόθηκε στη μοίρα της και με έσουρε στο δωμάτιο.

«Αχ, κύριε διαχειριστή, δεν έχω χρήματα να πληρώσω τα κοινόχρηστα!» μου έκανε. «Γίνεται να κανονίσουμε κάτι άλλο;»

«Για νοίκι δεν είπαμε;» τη ρώτησα αφηρημένος

This time was the ping of death.

Ενδιαφέρουσα ιστορία, όχι της παρούσης αν ήθελα να διατηρήσω το κρανίο μου ανέπαφο, και δεν το είχα ξεκινήσει σωστά.

«Αχ, κύριε διαχειριστή, δεν έχω χρήματα να πληρώσω τα κοινόχρηστα!» μου έκανε. «Γίνεται να κανονίσουμε κάτι άλλο;» με ρώτησε ξανά.

Κατάφερα να μπω στο πετσί του ρόλου και να κάνω το λίγδα διαχειριστή—για κοινόχρηστα είπε!!! Αντί απάντησης την κοίταξα από την κορυφή μέχρι τα νύχια με ξελιγωμένο ύφος, αν και το τελευταίο δεν χρειαζόταν να το υποκριθώ, lol!

Πήγα από πίσω της και χούφτωσα και τα δυο της στήθη.

«ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ ΕΚΕΙ;» με ρώτησε μπαίνοντας στο πετσί του ρόλου. «Δεν εννοούσα αυτό!»

«Το εννοώ εγώ, μαναράκι!» της είπα και τη χούφτωσα ακόμα πιο δυνατά. “Take it or leave it”

PING! PING! PING!

«Γιατί;;;;» τη ρώτησα με απελπισία.

«Γιατί παραείσαι πειστικός και με ανατριχιάζεις!»

Που δηλαδή να μη με είχε φέρει στο δωμάτιο “για να με βιάσει ΤΩΡΑ!”

«Ευτυχώς που σπουδάσαμε Μηχανικοί» της είπα τρίβοντας τη μύτη μου. «Αν ήμασταν ηθοποιοί σε τσόντα… θα έπεφτε μαύρη πείνα!»

«Συγνώμη, μωρό μου!» μου είπε γελώντας. «Απλά μου έκανε trigger μια παλιά ιστορία.»

Σοβάρεψα απότομα. «Τι εννοείς;»

Χαμογέλασε και πάλι. «Μην πάει ο νους σου στο κακό, μωρό μου!» μου είπε καθησυχαστικά. «Δεν… δεν έχω βιώσει ανεπιθύμητο χάδι… χέρι που θα απλωνόταν πάνω μου χωρίς την άδειά μου θα το έκοβα σύρριζα!»

«Δεν καταλαβαίνω!» της είπα.

«Με το Γιώργο είχαμε φτάσει μέχρι τα ψαχουλέματα,» μου είπε. «Ε, την πρώτη φορά αιφνιδιάστηκα και παραλίγο να του δώσω το χέρι του στο… χέρι!»

Έβαλε τα γέλια.

«Γελάω η γαϊδάρα, αλλά ο φουκαράς είχε ασπρίσει, είδα κι έπαθα να τον ηρεμίσω!»

«Ναι, ούτε εγώ θα γελούσα στη θέση του…»

«Point is χρειάστηκε να του πιάσω εγώ το χέρι και να το βάλω πάνω στο στήθος μου για να καταλάβει ότι δεν κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα.»

Και μετά σα να μη συνέβαινε τίποτα ήρθε μπροστά μου, γύρισε πλάτη και πιάνοντας τα χέρια μου τα έφερε και πάλι πάνω στα στήθη της.

«Σας παρακαλώ, όχι αυτό, κάτι άλλο!» μου είπε γυρνώντας και πάλι στο δραματικό ύφος.

Ok, let’s try dancing again.

«Τι άλλο μπορείς να μου προσφέρεις μαναράκι;» τη ρώτησα χουφτώνοντας γερά τα στήθη της.

«Ό,τι άλλο θέλετε… αλλά… αλλά όχι… όχι αυτό…»

«Μαναράκι, θα σου πω μια ιστορία,» της είπα. Έκανε να μου κατεβάσει τα χέρια και της τα χτύπησα ελαφρά. «Ή μπορώ να σε αφήσω χωρίς θέρμανση, διαλέγεις και παίρνεις.»

«Δεν είναι δίκαιο…» μου έκανε, ενώ τα χέρια μου άρχισαν να τη μαλάζουν και πάλι.

«Αυτό είναι και το νόημα της ιστορίας που θα σου πω,» της είπα και σήκωσα τη φανέλα της, και της έβγαλα το σουτιέν.

«Μη…» έκανε αδύναμα—και όχι ιδιαίτερα πειστικά, lol!

«Τη Μήλο την ξέρεις;» τη ρώτησα. «Το νησί!»

«Την… την ξέρω!» μου είπε τάχα με σπασμένη φωνή.

«Που λες οι Αρχαίοι Αθηναίοι την εύρισκαν πολύ μπάνικο γκομενάκι, όπως εσύ καλή ώρα, και απαίτησαν πληρωμή… Όχι σε είδος, αλλά φόρο υποτέλειας.»

Το άλλο χέρι μου κατέβηκε χαμηλά και της ξεκούμπωσε το παντελόνι.

«Οι Μήλιοι επικαλέστηκαν τη δικαιοσύνη και τα ρέστα,» συνέχισα το μάθημα ιστορίας, γιατί… γιατί Μιχάλης, τι θέλετε τώρα;

Κατέβασα το παντελόνι της και έμεινε μόνο με το κιλοτάκι της.

Τη γύρισα προς τη μεριά μου, και έκανε ότι χαμηλώνει ντροπαλά τα μάτια της. «Ξέρεις τι απάντησαν οι Αθηναίοι, μαναράκι;» τη ρώτησα και της πίεσα το σαγόνι για να την αναγκάσω να με κοιτάξει.

«Δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν»

Η Μελίτη με τα χίλια ζόρια έπνιξε το χάχανο, αλλά δεν κατάφερε να κάνει το ίδιο και με το ρουθούνισμα.

«Σου φαίνεται αστείο, μαναράκι; Οι Μήλιοι αποφάσισαν να αντισταθούν και οι Αθηναίοι τους έσβησαν από το χάρτη.»

«Δε… Δε γελάω!» είπε καταφέρνοντας να παραμείνει σοβαρή.

«Ξέρεις τι σημαίνει αυτό που είπαν οι Αθηναίοι, μαναράκι;»

«Ό-Όχι!» μου είπε με δήθεν τρεμάμενη φωνή. Εντάξει, δε θα κέρδιζε κανένα Tony, να πούμε, αλλά αξιοπρεπέστατη προσπάθεια!

«Ότι η δικαιοσύνη είναι μια έννοια που έχει νόημα μόνο μεταξύ ισοδύναμων, καθώς οι ισχυροί κάνουν αυτά που τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι αποδέχονται αυτά που τους επιβάλλει η αδυναμία τους.»

Την πίεσα να γονατίσει και έλυσα το παντελόνι μου.

«Η Μήλος καταστράφηκε συθέμελα, μαναράκι, οι άντρες σφάχτηκαν μέχρι ενός, και οι γυναίκες και τα παιδιά έγιναν σκλάβοι.»

Έτριψα τον Πρόεδρο στα χείλη της.

«Μη γίνεις Μήλος, μαναράκι!»

Η Μελίτη ύψωσε για μερικές στιγμές τα μάτια της προς τα πάνω μου και με πήρε υπάκουα στο στόμα της.

Εκεί μου ήρθε μια άλλη ιδέα, παρόλο που σεναριακά η συνέχεια έμπαζε, γιατί που στο διάολο βρέθηκε το κρεββάτι στην είσοδο του διαμερίσματός της; Τη σταμάτησα και γδύθηκα προσεκτικά, γιατί ναι, ακόμα με το κουστούμι ήμουν.

Και μιας και το σενάριο έμπαζε που έμπαζε, αποφάσισα να κρεμάσω το κουστούμι μου στην υποτιθέμενη ντουλάπα της και να πάω να βάλω πουκάμισο και φανελάκι στο υποτιθέμενα δικό της πλυντήριο.

Επέστρεψα στο δωμάτιο, στο οποίο η Μελίτη με περίμενε γονατιστή ακόμα μεν, χαχανίζοντας δε.

«Μαναράκι, βρίσκεις κάτι αστείο;» τη ρώτησα.

«Πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης!» μου είπε βάζοντας τα γέλια και μετά επέστρεψε και πάλι στο ρόλο της.

Ανέβηκα στο κρεββάτι και της έκανα νόημα να ανέβει και εκείνη.

«Όχι αυτό… σας παρακαλώ!» μου είπε.

«Οχιά διμούτσουνη!» της είπα σκληροκαργιόλικα. «Μαναράκι, μη μου τα σκοτίζεις!»

Ανέβηκε και καλά απρόθυμα στο κρεββάτι και την έβαλα να κάτσει στα τέσσερα, με τα επικά της έπη προς εμένα. «Περιμένεις πρόσκληση;» της είπα, και προς επίρρωση της έχωσα μια με το αριστερό, στο δεξί της επικό έπος.

Η Μελίτη έσκυψε και με πήρε στο στόμα της, κι εγώ ως γλοιώδης διαχειριστής άρχισα να τη χαϊδεύω ανάμεσα στα πόδια, βρίσκοντάς την—totally unsurprisingly—μουσκεμένο μούσκεμα. Για να μην αναφέρω πως για νοικάρισσα που είχε υποκύψει στον εκβιασμό έδινε ύποπτα τον καλύτερο εαυτό της στην πίπα!

Έχασε λίγο το ρυθμό της—και για μερικές στιγμές τα αυγά και τα πασχάλια—όταν βύθισα το μεσαίο μου δάχτυλο στη ρεσεψιόν της Προεδρίνας, αλλά κατάφερε να επανακάμψει σχετικά γρήγορα, δείχνοντας ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Τράβηξα το μου δάχτυλό και το έσυρα μέχρι τη limbo μεταξύ των επικών της επών, και το βύθισα αργά στο κενό ανάμεσα τους.

Η Μελίτη σταμάτησε για μερικές στιγμές και σταμάτησα κι εγώ. Και μετά έκανε ελαφρά προς τα πίσω το σώμα της για να βυθιστεί το δάχτυλό μου πιο βαθιά πίσω της, και της ξέφυγε ένας ηδονικός στεναγμός.

Έσκυψε ξανά πάνω από τον πρόεδρο και συνέχισε την αποκλειστική συνέντευξη. Το δάχτυλό μου πίσω ταυτόχρονα την έφτιαχνε και την αποσυντόνιζε, με αποτέλεσμα ο ρυθμός της να πέσει, καθώς κάθε φορά που το βύθιζα μέσα της τον έχανε.

«Μαναράκι, τι λες, θα ξημερώσουμε;» τη ρώτησα.

Αντί απάντησης ρίχτηκε και πάλι με ζήλο επί το έργο, με τις πνιχτές της φωνούλες να δείχνουν ξεκάθαρα πόσο απολάμβανε το παιχνίδι στην πίσω της πόρτα.

Ένιωσα το τέλος να πλησιάζει οπότε επέστρεψα στο ρόλο μου. «Μαναράκι, μη διανοηθείς και τα φτύσεις.»

Μερικές στιγμές αργότερα είχαμε old faithful, Mpatiris house edition, και η εκβιασθείσα πτωχή-πλην-πρώην-τίμια κόρη έκανε πέτρα την καρδιά της, ατσάλωσε τον εαυτό της… και αφού κατάπιε, στο τέλος μου τον έκανε και λαμπίκο!

Το τελευταίο δεν ήταν στο script! Ο αυτοσχεδιασμός της ήταν αντάξιος από Oscar και Tony μέχρι και 500 λεπτά προς όλους!

«Και τώρα, μαναράκι,» είπα επιστρέφοντας πάλι στο ρόλο μου, «θα δεις τι σημαίνει Βρασίδας!»

Πνιχτό γέλιο.

«Διασκεδάζουμε μαναράκι;» συνέχισα απτόητος, προσπαθώντας να κρατηθώ σοβαρός.

«Συγνώμη κύριε Βρασίδα!» μου είπε κάνοντας τη χαμηλοβλεπούσα. «Μπορώ να ντυθώ να επιστρέψω στα δώδεκα ορφανά αδέρφια μου;»

«Μαναράκι οι δικοί σου δεν είχαν τηλεόραση στο σπίτι;» τη ρώτησα με ύφος, και η Μελίτη άρχισε να θυμίζει τους Ρωμαίους στρατιώτες στη σκηνή του Biggus Dickus.

«Ήμασταν μια πτωχή πλην τίμια οικογένεια!» μου είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα. (Για τα επικά της έπη που ήταν ακόμα τουρλωμένα, ούτε λόγους να πούμε!)

«Και για να σου απαντήσω την ερώτηση, μαναράκι, δεν πας πουθενά. Με μια πίπα νομίζεις ότι θα τη βγάλεις;»

«Σας παρακαλώ κύριε Βρασίδα! Μη… μη…»

«Μαναράκι, κλείσε στοματάκι γιατί κυκλοφορούν ξεβράκωτα τσουτσούνια!» της είπα δείχνοντας τον Πρόεδρο, που σάμπως να είχε αρχίσει να ξυπνάει και πάλι.

Πνιχτό ρουθούνισμα και πάλι.

«Εσύ καλά την πήρες την πρωτεΐνη σου, μαναράκι, σειρά μου τώρα!» της είπα και πήγα από πίσω της.

Άνοιξα τα επικά έπη και έχωσα το πρόσωπό μου ανάμεσά τους.

«Αχ κύριε Βρασίδα μου, τι κάνετε εκεί;»

«Duolingo, Βρασίδας edition!» της είπα και βύθισα τη γλώσσα μου μέσα της.


41. Advanced Game Mechanics

Και κοίτα να δεις ρε φίλε που μπορεί να οδηγήσει ένα role play για αδιάβαστη φοιτήτρια ενοίκιο κοινόχρηστα.

Μια ώρα νωρίτερα.

Η γλώσσα μου μπαινόβγαινε στην πίσω πόρτα της και η Μελίτη—που ήταν από πριν πύραυλος—είχε προαχθεί σε warp capable vessel. Ο σκοπός μου ήταν ο ίδιος με χθες, να την φτάσω στο τσακ, να σταματήσω, και να συνεχίσουμε στο σεξ ώστε να καταφέρει να τελειώσει.

Μόνο που όταν επέστρεψα με το στόμα μου στην Προεδρίνα με το δάχτυλό μου ξανά πίσω της, την είχε ακούσει τόσο πολύ, που δε μου έκανε καρδιά να τη σταματήσω.

Και δεν τη σταμάτησα.

Παραδομένη στο παιχνίδι μου, ξέχασε το role play, ξέχασε τον κύριο Βρασίδα, ξέχασε τα μαθήματα γεωπολιτικής, και παίζει για μερικές στιγμές να ξέχασε και το όνομά της.

Κοντολογίς έγινε του “Μιχάλη μου” το κάγκελο και πάλι και όταν στην κορύφωση του οργασμού της τράβηξα απότομα το δάχτυλό μου από πίσω της, στα πράγματα που είχε ξεχάσει προστέθηκε για μερικές στιγμές και το πώς αναπνέουν.

«Όχι… όχι άλλο… θα λιποθυμήσω!» μου έκανε, και σταμάτησα το γλυκό μαρτύριο περήφανος για το έργο.

Θεολογία αυτή τη φορά δεν είχαμε, αλλά όταν κατάφερε να βρει τις ανάσες της, με έστειλε ξανά στην Κεϋλάνη να μαζέψω το τσάι από τα χωράφια…

«Μιχάλη… θέλεις… θέλεις να δοκιμάσουμε… αλλιώς;» με ρώτησε διστακτικά και ντροπαλά.

Και έτσι η περί δικαίου διάλεξη της προηγούμενης σκηνής κατέληξε σε… Οθωμανικό δίκαιο.

«Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησα.

«Όχι…» μου απάντησε ειλικρινά. «Αλλά σάμπως είχα φανταστεί ποτέ μου πως το δάχτυλο… πίσω… πίσω μου…» μου είπε ντροπαλά και σταμάτησε για μερικές στιγμές. «Μια δοκιμή θα μας πείσει,» είπε προσπαθώντας να αστειευτεί.

«Επιστημονική προσέγγιση, μ’ αρέσεις!» της απάντησα αστειευόμενος με τη σειρά μου.

Έγειρα προς το πλάι και άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου μου. Από την τελευταία μου σχέση με την Αναστασία, που και αυτή ήταν φαν της πίσω πόρτας, μου είχε μείνει αμανάτι ένα μπουκαλάκι με λιπαντικό, σχεδόν γεμάτο, γιατί η σχέση μας δεν κράτησε και πολύ.

«Χρυσό παιδί και άγιο, αλλά πολύ εκκεντρικός για τα γούστα μου!» είχε εκμυστηρευτεί στη Τζο—εκείνη είχε κάνει τα προξενιά.

Η Τζο ορκίζεται ότι είχε χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτή τη λέξη, και όχι τίποτα βαρύτερο, αλλά μερικές φορές νομίζω ότι απλά κρατάει πράγματα πίσω πιστεύοντας ότι θα με προστατεύσει.

«Θα σου βρω άλλη!» μου είχε πει. Ανέκαθεν προσπαθούσε να με “αποκαταστήσει” αλλά ειδικά μετά τη γνωριμία που της είχα κάνει με την Αλεξία, όταν η τελευταία μετακόμισε Αθήνα από Θεσσαλονίκη που είχε σπουδάσει και δούλευε—καθώς το ΚΑΤ ήταν το όνειρό της—η αποκατάστασή μου είχε προαχθεί σε Holly Quest.

Βέβαια πρόλαβα και “αποκαταστάθηκα,”—or at least I hope so—μόνος μου, και κάπως έτσι βρεθήκαμε εδώ που είμαστε.

«Τι είναι αυτό;» με ρώτησε η Μελίτη.

«Θα υποσχεθείς ότι θα κρατηθείς και θα με δείρεις άλλη ώρα;» ρώτησα, because… retroactivity. “Λαδάκι μηχανής!”

“Λαδάκι μηχανής;” με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια. «Αλλαγή λαδιών θα μου κάνεις;»

«Εχμ… έχεις ακουστά το “Βάλε λάδι κι έλα βράδυ”;» τη ρώτησα συνεχίζοντας το χαβαλέ. «Κάτι τέτοιο!»

“Oh!” έκανε καταλαβαίνοντας και μετά της έκανε το 1+1. «Βρασίδα, μαναράκι, θα σε πατήσω χάμω αν τολμήσεις να εκβιάσεις κανένα άλλο κομενάκι στην πολυκατοικία!»

Ναι, η εν λόγω Μήλος θα έκανε την Αθήνα με τα κρεμμυδάκια, LOL!

«Μαναράκι, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» της είπα μπαίνοντας στο ρόλο του τρομοκρατημένου Βρασίδα. «Νεανικές απερισκεψίες!»

PING!

«ΕΙΣΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!»

(Φάε τη σκόνη μου αιτιότητα, το αφεντικό μίλησε!)

Τώρα

Ήμασταν στο μπαλκόνι και πίναμε και οι δύο παγωμένη μπύρα, καθώς θεώρησε πως η zero ήταν πολύ ξενέρωτη για την περίσταση. Στο Rebel FM—η αλητεία μου δεν είχε λήξει καθώς είχα διαπιστώσει ότι έπαιζε ολόκληρο το solo στο Child in time, και όχι την πετσοκομμένη έκδοση που έβαζε ο Rock FM—έπαιζε Iron Butterfly, “In A-Gadda-Da-Vida.”

(Που ποτέ δεν το είχε βάλει ο Rock Fm, ακόμα ένας λόγος για να κρατήσω τον Rebel. Και όχι μόνο αυτό, χθες κάποια στιγμή είχε παίξει και το “Sails of Charon,” το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι ίσως το κορυφαίο κομμάτι των Scorpions και μέχρι χθες δεν το είχα ακούσει ποτέ και από κανέναν στο ραδιόφωνο!)

Κατέβασε αφηρημένη μια γερή γουλιά. Στο “Please take my hand,” πήρα το ελεύθερο χέρι της στο δικό μου και το χάιδεψα.

Γύρισε και μου χαμογέλασε με αυτό της το χαμόγελο που μ’ έκανε να λιώνω σαν κεράκι. «Θέλεις να παίξουμε κανένα παιχνίδι;»

«Αμέ!» της είπα ανταποδίδοντας το χαμόγελο. «Τι παιχνίδι;»

«Ό,τι να ‘ναι,» μου απάντησε.

«Σ’ αρέσουν τα point and click adventures;»

«Μ’ άρεσε να βλέπω τη Χαριτίνη να παίζει!» μου είπε με ένα νοσταλγικό χαμόγελο. «Εμένα μου αρέσουν πιο πολύ τα point and shoot!»

«Δεν είμαι καλός σ’ αυτά,» της είπα αναστενάζοντας. «Και η αλήθεια είναι ότι τα βαριέμαι…»

Γέλασε. “Imagine my surprise!” μου είπε. “Point and click, then!” μου είπε.

Και τότε είχα ξανά την έμπνευση του αιώνα! Παιχνίδι με mind blowing puzzles που απαιτούσε και eye-hand coordination—που δεν είχα—και ήταν ο λόγος που το είχα αφήσει στην άκρη.

Braid!

Ένα από τα πιο εμβληματικά indie παιχνίδια, ο κατασκευαστής του είχε πάρει κάτι σαν το Super Mario και το είχε μετατρέψει σε συγκλονιστική βαθιά και φιλοσοφική συγκυρία.

“Τι θα έκανες αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω;”

Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της περί… αναδρομικής ιδιοκτησίας του Μιχάλη Αγραφιώτη, μπορούσες να το πεις και fitting!

«Ιδέα!» της είπα. «Παιχνίδι που έχει και τα δύο! Οκ, δεν είναι point and shoot αλλά απαιτεί eye-hand coordination, και το είχα παρατήσει γιατί… Μιχάλης!»

«ΑΜΕ!!!!» μου είπε ενθουσιασμένη.

Πήραμε τις μπύρες μας και πήγαμε στο δωμάτιο που είχα κάνει γραφείο. Έβαλα τη Μελίτη να κάτσει στον υπολογιστή για να χειρίζεται τα controls και έφερα μια καρέκλα από την κουζίνα και έκατσα δίπλα της.

Μια ώρα νωρίτερα.

Βασική, βασικότατη αρχή του… Οθωμανικού δικαίου: Όχι βιασύνες.

Άφησα το μπουκάλι με το λιπαντικό πάνω στο κρεβάτι—δίπλα μου για να το έχω πρόχειρο—και την έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα. Ανέβηκα πάλι προς τα πάνω της και αφού τη φίλησα, άρχισα και πάλι να κατεβαίνω δαγκώνοντας πότε πιο δυνατά, πότε πιο σιγανά προς τα κάτω.

Το χέρι μου εναλλάσσονταν μεταξύ του αριστερού και του δεξιού της στήθους και η δύναμη που έβαζα όταν τα μάλαζα ή τσιμπούσα τις ρώγες της ήταν πάντα ακριβώς αντίθετη με την δύναμη του δαγκώματος.

Κατέβηκα και πάλι ανάμεσα στα πόδια της και φίλησα απαλά τα κάτω της χείλη. Ένιωσα το κορμί της να τρεμουλιάζει και πάλι και ενέτεινα το παιχνίδι με τη γλώσσα και τα χείλη μου. Οι ανάσες της άρχισαν να γίνονται και πάλι πιο κοφτές.

Σταμάτησα ίσα για να βάλω λίγο λιπαντικό στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μου χεριού, και επέστρεψα στο στοματικό που της έκανα. Όταν άρχισε να τρεμουλιάζει και πάλι βύθισα το δάχτυλό μου πίσω της, και για μερικές στιγμές σταμάτησε να αναπνέει.

Δάγκωσα απαλά την κλειτορίδα της και της ξέφυγε ένα ηδονικό βογγητό. Επέστρεψα και πάλι στο παιχνίδι χειλιών και γλώσσας, συνοδευόμενο αυτή τη φορά με εναλλαγή μέσα-έξω και κυκλικών κινήσεων του δάχτυλού μου πίσω της.

Το σώμα της τρεμούλιασε και πάλι. Τράβηξα απαλά το δάχτυλό μου από πίσω της, και σταματώντας το στοματικό ανέβηκα προς τα πάνω.

Αν και, ειδικά στο από πίσω, προτιμούσα στα τέσσερα, ο αρχικός πόνος εκεί είχα καταλάβει ότι είναι πιο έντονος, και η Μελίτη δεν είχε δοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο. Μπορεί να της άρεσε, μπορεί όχι, αλλά όπως έλεγε και η Τριανταφυλλιά “πρώτα μαθαίνεις να περπατάς και μετά μαθαίνεις να τρέχεις.”

«Μωρό μου πάρε με λίγο στο στόμα σου,» της είπα, και η Μελίτη χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο κάθισε στα τέσσερα—όπως και πριν—και με πήρε στο στόμα της.

Έβαλα νέα δόση λιπαντικού στο δάχτυλό μου, και το βύθισα ξανά μέσα της, αλλά αυτή τη φορά περιορίστηκα στις απαλές κυκλικές κινήσεις για να χαλαρώσω το σφικτήρα της.

Με τη Ρωμιοσύνη να επιστρέφει στις δόξες της, της ζήτησα να σταματήσει και να κάτσει στο πλάι μου, με την πλάτη γυρισμένη προς τα μένα. Φόρεσα το προφυλακτικό και αφού παίδεψα για λίγο την Προεδρίνα στο φουαγιέ, μπήκα πιο βαθιά μέσα της.

«Αααχ… Μωρό μου… με τρελαίνεις!» μου είπε μιλώντας για πρώτη φορά την ώρα που κάναμε σεξ.

Τραβήχτηκα από μέσα της και έτριψα τον πρόεδρο στην… κερκόπορτα.

«Αν νιώσεις δυσφορία και δε μπορείς, σε παρακαλώ να μου το πεις αμέσως!»

«Θα στο πω, μωρό μου,» με διαβεβαίωσε με βραχνή φωνή.

Άρχισα να σπρώχνω απαλά. Η πρώτη της αντίδραση ήταν ένας ηδονικός στεναγμός, το οποίο ήταν μεν καλό σημάδι, αλλά ο Πρόεδρος/γενίτσαρος, γεωγραφικά μιλώντας, ήταν ακόμα στην… κάσα της κερκόπορτας.

Άρχισα να σπρώχνω πιο δυνατά κερδίζοντας ένα πόντο.

«Μωρό μου θες να σταματήσω; Πονάει;»

«Λίγο… αλλά… μη… μη σταματάς!»

Τραβήχτηκα πίσω και μετά ξανά έσπρωξα προσεκτικά πάλι προσέχοντας να μην πάει ούτε χιλιοστό παραμέσα από αυτόν τον πόντο. Επανέλαβα τη ρουτίνα μερικές φορές ακόμα, και μετά έσπρωξα πιο δυνατά, κερδίζοντας άλλον ένα πόντο.

«Αααχ…» της ξέφυγε αλλά δε μου ζήτησε να σταματήσω, και έτσι δε σταμάτησα· από ένα σημείο και πέρα το να ρωτάς ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, γίνεται ντεκαβλέ και κουραστικό.

Επανέλαβα τις ίδιες κινήσεις και πριν για 4-5 φορές, και μετά έσπρωξα και πάλι.

«ΑΑΑΧ!» είπε πιο δυνατά αυτή τη φορά και σταμάτησα και κάθισα για μερικές στιγμές ακίνητος μέσα της. «Να συνεχίσω;»

«Ναι! Ναι!» μου είπε σχεδόν παρακλητικά.

Ξανά την ίδια ρουτίνα, μέχρι που ένιωσα το σφικτήρα της να παραδίδεται, και μπήκα σχεδόν μέχρι τη μέση.

«ΑΑΑΑΑΧ» της ξέφυγε και πάλι, και αυτή τη φορά δεν ήταν πόνος, ήταν ηδονή.

Άρχισα να κινούμαι αργά μέσα της και τα βογγητά της πολλαπλασιάστηκαν, παρόλο που κάποια στιγμή μπήκα τόσο βαθιά μέσα της όσο επέτρεπε η συγκεκριμένη στάση—και όπως είπα δεν την είχα επιλέξει τυχαία. Χούφτωσα και άρχισα να μαλάζω δυνατά το αριστερό της στήθος με το χέρι μου και σταδιακά ξεκίνησα να επιταχύνω.

«ΑΑΑΑΧ… ΜΜΜ… ΑΑΑΧΑΧ»

Το αξιοσημείωτο ήταν ότι κατάφερα και κρατήθηκα για σχεδόν δέκα λεπτά έτσι, και μπορεί να μην τελείωσε—λίγες γυναίκες το καταφέρνουν αυτό στο παρά φύσιν—αλλά κρίνοντας από τα βογγητά και τους στεναγμούς της, της άρεσε.

Πολύ.

Ένιωσα το τέλος να έρχεται και στην κορύφωση καρφώθηκα όσο πιο βαθιά μπορούσα και κάθισα ακίνητος καθώς ο Πρόεδρος έγινε για πρώτη φορά με τη Μελίτη μεταλλάς του κώλου…

Τώρα

Η Μελίτη το λάτρεψε το braid, και με το δικό της hand coordination προχωρήσαμε πολύ, καθώς περνούσε με χαρακτηριστική ευκολία σημεία που μου έβγαζαν την ψυχή. Όχι απλά περάσαμε το σημείο που είχα κολλήσει αλλά προχωρήσαμε αρκετά παρακάτω!

Χάσαμε κάθε αίσθηση του χρόνου (πρώτη φορά μου ξανασυμβαίνει, LOL!) Ένα σας λέω, παίζαμε μέχρι σχεδόν της τέσσερις, και ήταν η Μελίτη που το πήρε χαμπάρι.

Και να δω πως θα ξυπνούσα το πρωί να της φτιάξω τον τραχανά με τα λουκάνικα που της είχα υποσχεθεί…


42. Applied Recursion Theory

Μιας και ο Δημήτρης θα έλειπε το πρωί δεν υπήρχε λόγος να ξυπνήσω κι εγώ με τα κοκόρια οπότε έβαλα alarm στο κινητό μου στις έντεκα. Η Μελίτη χταπόδιασε πάνω μου και πέσαμε να κοιμηθούμε. Εμένα, κλασσικά εικονογραφημένα, μου πήρε λιιιιιιίγο παραπάνω να με πάρει ο ύπνος καθώς το μυαλό μου έπαιζε σε loop την… άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Δεν ήταν η αίσθηση—όπως έχω πει προτιμώ αυτή του κανονικού, ήταν η ιδέα. Και η ιδέα είχε γίνει πράξη, και ο πρόεδρος είχε καταφέρει να… τρυπώσει ανάμεσα στα επικά της έπη.

Και όχι μόνο αυτό αλλά της είχε αρέσει—και δεν ήταν απλά η αίσθησή μου, μου το επιβεβαίωσε και η ίδια αμέσως μετά.

Χθες

Τραβήχτηκα προσεκτικά από πίσω της και σηκώθηκα να πετάξω το προφυλακτικό, και η Μελίτη γύρισε προς το μέρος μου.

“Woah,” είπε. “This was unexpected!”

«Σου άρεσε;» τη ρώτησα τρυφερά επιστρέφοντας στο κρεββάτι, και η Μελίτη χταπόδιασε πάνω μου και με φίλησε στο στέρνο.

«Στην αρχή ήταν λίγο άβολα,» μου εξομολογήθηκε. «Περίεργη αίσθηση, από τη μία μου άρεσε αλλά από την άλλη πονούσε αρκετά.»

«Γιατί δε μου είπες να σταματήσω;» τη ρώτησα απορημένος. «Ρε συ Μελίτη…»

«Χαλάρωσε μωρό μου,» μου είπε κοιτάζοντάς με. «Έχω αρκετά μεγαλύτερες αντοχές στον πόνο από εσένα, και όπως σου είπα η αίσθηση ήταν… περίεργα ευχάριστη.»

Αναστέναξα χωρίς να απαντήσω.

«Και όταν μου… μου βάζεις δάχτυλο… το ίδιο είναι στην αρχή. Δεν πονάει, αλλά η αίσθηση είναι ενοχλητικά ευχάριστη…»

(Yup, I can attest to that; firsthand. Είχα ανακαλύψει με την Τριανταφυλλιά ότι μου άρεσε να μου βάζει δάχτυλο όταν μου έκανε πίπα. Στην αρχή ήταν όντως περίεργο και ενοχλητικό, αλλά μετά… Το πρόβλημα ήταν ότι εγώ δεν ήμουν Τριανταφυλλιά, να μην ντρέπομαι δηλαδή με κάτι που μ’ αρέσει, οπότε δεν το είχα επαναλάβει…)

Δεν ξέρω πού βρήκα το θάρρος—το στόμα μου πρόλαβε το μυαλό μου— και έτσι η Μελίτη έγινε ο δεύτερος άνθρωπος που έμαθε το τρόπω τινά αμαρτωλό μου μυστικό.

“I know,” της απάντησα χωρίς να το σκεφτώ. “Been there, done that!”

“WHAT???” με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια της.

«Σου ζητώ προκαταβολικά συγνώμη για την αναδρομική μου… απιστία,» της είπα και χαχάνισε, καταλαβαίνοντας που το πήγαινα, «αλλά…το είχα δοκιμάσει με την Τριανταφυλλιά!»

PING!

«Για να μην ξεχνιόμαστε!» μου είπε χαχανίζοντας. Την έσφιξα πάνω μου και τη φίλησα στα μαλλιά και της είπα την ιστορία.

«Θα… θα ήθελες να το δοκιμάσουμε;» με ρώτησε.

«Ναι…» της είπα ντροπαλά. «Αλλά όχι τώρα, να του δώσουμε του φουκαρά του προέδρου ένα ρεπό!»

«Μ’ αρέσει που μου έλεγες για πέντε φορές!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Δεν είπα αύριο,» τη διόρθωσα. «Είπα όχι τώρα!»

«Ορίστε, το μυαλό του πάλι στο κοκό!»

PING!

«Μα…»

PING!

«Η υπόθεση σηκώνει μπύρα!» μου είπε.

Τη συνέχεια τη γνωρίζετε… Braid!

Σήμερα

Ξεχταποδιάστηκα προσεκτικά για να μην την ξυπνήσω, και σηκώθηκα από το κρεββάτι και κάθισα με τα πόδια στο δροσερό από το κλιματιστικό πάτωμα μπας και καταφέρω να bootάρω.

Αναστενάζοντας σηκώθηκα από το κρεββάτι και πήγα στο μπάνιο για την πρωινή μου ρουτίνα, και σχεδόν με πήρε ο ύπνος την ώρα που έπλενα τα δόντια μου.

Δροσερό νερό, αποφάσισα, και αν και στην αρχή παραλίγο να μπήξω τσιρίδα σαν κοριτσάκι, κατάφερα να μη με ακούσει η πολυκατοικία, και έμεινα πάνω από δέκα λεπτά κάτω από το νερό, μπας και καταφέρω να ξυπνήσω.

Γύρισα στο δωμάτιο και φόρεσα ένα καθαρό μποξεράκι και μετά πήγα να φτιάξω στη Μελίτη το πρωινό που της είχα τάξει.

Ναι, καφέ πρώτα.

Για να ξυπνήσω ακόμα περισσότερο αποφάσισα να πεταχτώ μέχρι το Μικέλ, οπότε της έγραψα ένα σημείωμα να μην ανησυχήσει αν τυχόν ξυπνήσει και δε με βρει σπίτι, και πήρα το δρόμο για την πλατεία. Στο Μικέλ είχε ουρά δύο ατόμων, και επειδή το συγκεκριμένο δε φημίζεται και για την ταχύτητά του, έφαγα ένα εικοσάλεπτο εκεί.

Στο γυρισμό πέρασα από το συνοικιακό super market πέρασα να πάρω πελτέ ντομάτας—ο προηγούμενος είχε καταναλωθεί μετά την τελευταία… φορτωτική από το χωριό. Οι συνταγές του τραχανά λένε φέτα, αλλά εγώ τον έκανα πάντα με γαλοτύρι, αλλά για σήμερα, είπα να τιμήσω και την καταγωγή του Μελιτακίου μου οπότε πήρα και φέτα Κεφαλλονιάς!

Και παραλίγο να ξεχάσω το κρεμμύδι! (Προνοητικός αλλά αφηρημένος γαμιόλης!)

Όταν με τα πολλά επέστρεψα σπίτι άκουσα το νερό στο ντουζ να τρέχει, το κορίτσι μου είχε ξυπνήσει.

«Μωρό μου γύρισα!» είπα έξω από το μπάνιο για να μην την τρομάξω. «Σου έφερα και καφεδάκι!»

«Αχ, γι’ αυτό σ’ αγαπάω!» την άκουσα να μου λέει από μέσα. «Δώσε μου πέντε λεπτά και έρχομαι!»

«Θέλεις παρέα!» τη ρώτησα πονηρά.

«Δεν έχω πιει καφέ, θα κινδυνέψει σοβαρά η σωματική σου ακεραιότητα!» μου είπε χαχανίζοντας.

(Το οποίο ερμήνευσα ως δεν έχω όρεξη τώρα αλλά σου κάνω χιούμορ για να μην πέσεις πάλι σε spiral και δεν τα μπορώ τα υπαρξιακά σου χωρίς καφέ, θα σου σπάσω το κεφάλι!)

Λογικό!

Πήγα στην κουζίνα και έβαλα να βράζει νερό για τον τραχανά, και έβγαλα τα λουκάνικα και τα έκοψα σε λεπτές φέτες, έβαλα λάδι και τα έριξα στο αντικολλητικό που μου είχε δώσει η Αλεξία όταν είχε αγοράσει ένα μεγαλύτερο, γιατί… Τζο!

(Και όχι να το παινευτώ, αλλά θα το παινευτώ! Η ξαδέρφη μου είναι χρυσοχέρα. “Ούτε του παπά!» μου είχε πει η Τζο σχολιάζοντας την ευγνωμοσύνη της που της είχα φέρει στη ζωή της την Αλεξία!)

Εντωμεταξύ το πεντάλεπτο της Μελίτης αποδείχτηκε σαν το 99% του setup των windows αλλά δε βαριέσαι, όταν εμφανίστηκε στην κουζίνα το πρωινό ήταν σχεδόν έτοιμο.

«Το καφεδάκι σου είναι στο ψυγείο!» της είπα, και σέρβιρα και τους δυο μας.

PING!

«Γιατί;;;»

«Για να μάθεις να ξεχταποδιάζεσαι χωρίς έγγραφη άδεια!» μου δήλωσε και μετά μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο στόμα.

«Πώς θα σου έφτιαχνα πρωινό;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

PING!

«Γιατί πάλι!»

«Γιατί έχεις δίκιο, μωρουλίνι μου, το πρώτο ping ήταν άδικο και αποφάσισα να αυτοτιμωρηθώ!» μου δήλωσε και ήπιε μια γερή γουλιά από τον καφέ της.

«Και γιατί το έφαγα εγώ το ping στη μύτη;»

«Υπεργολαβία!» μου απάντησε ατάραχη, και ευτυχώς που δεν είχα αρχίσει να τρώω γιατί παίζει σοβαρά να πνιγόμουν.

Ping!

«Τι έκανα πάλι;» ρώτησα χαχανίζοντας.

«Τίποτα!» μου ομολόγησε. «Μου έρχονται οι Ρώσσοι και κάποιος έπρεπε να πληρώσει τα σπασμένα!»

Melitean logic, bitches! Όχι Αριστοτέλης, Bool, Godel και αηδίες!

«Έπαθες Ουκρανία;» τη ρώτησα γελώντας.

PING!

Σιωπή.

PING!

«Το δεύτερο ήταν για να μάθεις να μη ρωτάς το λόγο!» μου εξήγησε, και έβαλα ξανά τα γέλια.

«Ποιος ήταν ο λόγος, λοιπόν! Μίλα ξεκάθαρα Βίρνα που να πάρει η οργή!»

«Έπαιξες με τον πόνο μου!» μου απάντησε και έφαγε την πρώτη μπουκιά τραχανά. «Σου είπα ότι σ’ αγαπάω;»

Εγκρίνει!

«Όχι!»

PING!

«Θέλω να τ’ ακούω!» της είπα κοιτάζοντάς την σαν κουτάβι.

«Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟ!»

(Φάε τη σκόνη της, Αναστασία!)

Και μετά obligatory διόρθωση, γιατί αλίμονο. «Εκκεντρικός ή τρελοκομείο; Οι εκκεντρικοί—»

PING!

Message received loud and clear!

Φάγαμε το πρωινό μας και η Μελίτη με επιχειρηματολογία που θύμιζε έντονα σόναρ αντιτορπιλικού έπλυνε τα πιάτα. Με το που τελείωσε επιστρέψαμε στο σαλόνι για την καλημέρα μας στην πρωινή Ολομέλεια.

Και φυσικά η Θεία Λειτουργία είχε ξεκινήσει από το πρωί.

Stelios: Καλημέρα πλακουτσoμούνες.
Jo: Καλημέρα μουνοψειριάριδες.
Alexia: Καλημέρα κωλοβυθομέτρες.

(Lol, το λες και αναδρομικά προφητικό!)

Vicky: Καλημέρα στραβοψώληδες
Jo: @Vicky πάλι αστόχησε ο μαλάκας ο @Stelios
Vicky: Με μια φορά δε γίνεσαι πούστης.
Alexia: LOL!
Stelios: Δε φόραγα τα γυαλιά μου!
Jo: LOL!
Vicky: Πήγε ο μαλάκας ξεβράκωτος στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα!
Alexia: Όπως θα έλεγε και ο @Michael, καθαρά τυπικά ομιλώντας, άλλη πήγε ξεβράκωτο στην κάμπο με τα τσουτσούνια!
Vicky: Εγώ και η μαλάκω η von Trapp!
Jo: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Stelios: Totally worth the visit to ER!

Από εκεί και πέρα ησυχία μέχρι που μπήκαμε να δώσουμε και εμείς την καλημέρα μας.

Melite: Καλημέρα τσουτσουνόκαμποι.
Michael: Καλημέρα βυζολάγκαδα!
Jo: Βρε-βρε καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα. Πού ψωλοβροντάγατε το πρωί.
Melite: Βασικά τη νύχτα ψωλοβροντάγαμε, και ιδού οι ολέθριες συνέπειες, ε μαναράκι @Michael
Michael: I have the right to remain silent.
Melite: Δε θα πιστέψετε τι έγινε χθες… Gather to the fire, little bitches, and let me tell you a story.
Michael: Πετάγομαι πέντε λεπτά στην ανατολική Μογγολία… μην ανησυχήσετε!
Alexia: Ώπα! Εδώ έχει ψωμί.
Jo: ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙΣ, ΠΑΩ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ POPCORN!
Stelios: Αν τελειώσω το διδακτορικό μου με εσάς που έχω μπλέξει να μου τρυπήσετε τη μύτη.
Vicky: @Melite Τι σου έκανε ο αχρείος μωρό μου; ΠΑΡΑΤΑ ΤΟΝ!
Melite: Χθες που λέτε πήγα στο γραφείο του… αδιάβαστη!
Jo: ΩΠΑ!!!!!!
Alexia: Μη μας κρατάς σε αγωνία!
Melite: Ναι, δεν πήγε καλά, ROFL!
Stelios: Imagine my surprise! Τι έκανε ο φίκος;
Michael: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΤΕ!
Melite: @Michael, σιωπή μαναράκι, μιλάει το management!
Jo: @Michael την έχεις σκίσει τη γάτα να’ουμ, σου βγάζω το καπέλο.
Alexia: Σκληρός καρεόλης!
Vicky: Για προχώρα στο παρασύνθημα.
Melite: Τυπικά ομιλώντας, που λέει και το μαναράκι μου…(θα σας πω μετά γι’ αυτό) οι μαλάκες ήτο δύο! Το μαναράκι μου και η yours truly. Ξεκινήσαμε να κάνω την αδιάβαστη φοιτήτρια και καταλήξαμε να λύνουμε ασκήσεις Timoshenko δύο ώρες.
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΣΟΒΑΡΑ ΜΙΛΑΣ;
Jo: Για την @Melite και τον @Michael μιλάμε!
Alexia: Σωστό κι αυτό.
Melite: Όταν γυρίσαμε σπίτι του είπαμε να δοκιμάσουμε κάτι άλλο μπας και το καταφέρουμε. Εγώ την πτωχή-πλην-τίμια-αμφιβόλου-τιμιότητας ένοικο και τον @Michael τον λίγδα διαχειριστή.
Jo: LOL
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Vicky: DRUM ROLL! ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ ΔΙΚΕΦΑΛΕ!
Stelios: ΝΑΙ ΜΩΡΗ ΟΜΑΔΑΡΑ!
Melite: Κάπως κατάφερε και μου έκανε διάλεξη εφαρμοσμένης Realpolitik
Jo: WHAT?
Melite: Στο σταυρό που σας κάνω μου ανέφερε ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ το απόσπασμα από τον Διάλογο των Μηλίων. Αυτό που οι Αθηναίοι λένε στους Μήλιους ότι η δικαιοσύνη έχει νόημα μόνο μεταξύ ισοδύναμων και τα ρέστα!
Jo: Γουάο! Μιλάμε για τελείως νέο επίπεδο.
Melite: Παιδιά σας το ορκίζομαι, όταν πήγε στο μπάνιο άνοιξα το κινητό για να το ψάξω! ΛΕΞΗ ΠΡΟΣ ΛΕΞΗ το είπε!
Michael: Είδες μαναράκι; Φροντίζω την τέρψη ψυχής και σώματος.
Melite: Είδα το φως το αληθινό Κύριε Βρασίδα! Το βράδυ θα έρθω να πληρώσω και το νοίκι!

«Είδες πως σε διαφημίζω;» μου είπε γελώντας.

«Θα μου το χτυπάνε μέχρι το τέλος της αιωνιότητας…» της έκανα δήθεν απελπισμένος.

“Even better!” μου απάντησε θρασύτατα, και όχι τίποτε άλλο, αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω και ping.

Και κάπου εκεί την άφησα να συνεχίσουν το γλέντι εις βάρος μου και πήγα στο γραφείο να συνεχίσω με τη χαμαλοδουλειά που έμενε για να τελειώσω την διδακτορική μου διατριβή.


43. Περηφάνεια

Είχα απορροφηθεί στη δουλειά μου όταν η Μελίτη ήρθε να με βρει ντυμένη με φόρμα, και αυτή τη φορά χτύπησε διακριτικά την πόρτα για να μην με τρομάξει.

«Μωρό μου, θα πεταχτώ στο Dojo μου, γιατί παίζει να έχουν ξεχάσει ποια είμαι τις τελευταίες εβδομάδες!» μου είπε χαϊδεύοντάς παιχνιδιάρικα στα μαλλιά.

«Δεν σου έρχεται περίοδος;» τη ρώτησα.

«Λογικά θα μου έρθει μέχρι το βράδυ,» μου είπε αναστενάζοντας. «Πάω όσο προλαβαίνω, γιατί μια με τις εξετάσεις, μια με τους έρωτες, θα ξεχάσω και αυτά που έχω μάθει, και έχω και Nidan Shinsa το Σεπτέμβρη!»

«Τι έχεις το Σεπτέμβρη;» τη ρώτησα ξαφνιασμένος.

«Το δεύτερο νταν μου,» μου είπε αδιάφορα και μετά άλλαξε ύφος. «Μιχάλη μουυυυ;»

«Τι είναι κοριτσάρα μου;» τη ρώτησα τρυφερά.

«Είμαι γκρινιάρα όταν έχω τα ρούχα μου!» μου δήλωσε.

«Και τι την έχουμε ολόκληρη μυτόνγκα;» της είπα κάνοντάς τη να χαχανίσει.

«Δεν είναι μυτόνγκα!» μου είπε. «Μια χαρά είναι η μύτη σου!»

«Ε, βάρα από εδώ, βάρα από εκεί, που θα πάει; Θα το καταφέρουμε κι αυτό!» της είπα και την έσφιξα πάνω μου χώνοντάς τη ανάμεσα στα στήθη της, πάνω από τη μπλούζα εννοείται.

«Ορίστε, έγιναν και self service τα κορίτσια!» μου είπε πειρακτικά.

«ΚΟΡΙΤΣΑΡΟΙ!» τη διόρθωσα. «Που μου τα φυλάκισες, άκαρδη!»

«Χωρίς αθλητικό top δε θα πάει καλά,» μου είπε. «Χώρια που… θες να τα βλέπουν οι άλλοι να κάνουν χορευτικά;»

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!» της είπα. «ΤΙ ΤΟ ΚΑΝΑΜΕ ΕΔΩ;»

«Σατράπη μου εσύ!» μου είπε χαχανίζοντας. «Λοιπόν πάω, θα γυρίσω σε κανένα τρίωρο!»

«Εντάξει μωρό μου,» της είπα.

Ping!

«Τι έκανα πάλι;» τη ρώτησα παραιτημένος.

«Δε με είπες μαναράκι και αποφάσισα ότι μου αρέσει!»

Έβαλα τα γέλια. «Εντάξει, μαναράκι! Πήγαινε να δείρεις τον κόσμο!»

«Φιλάκι, μαναράκι;» μου έκανε γλυκουλινιάρικα.

Σηκώθηκα την έσφιξα πάνω μου και με άρπαξε και εκείνη και φιληθήκαμε λες και θα πήγαινε ταξίδι στην Ιαπωνία, να πούμε.

«Πού είναι το Dojo σου;» τη ρώτησα.

«Α, πολύ κοντά, στον Άγιο Θεράποντα. Με τα πόδια θα πάω!»

«Τι θες να φάμε το μεσημέρι, μαναράκι;» τη ρώτησα, κερδίζοντας μια απίστευτα γλυκιά ενθουσιώδη αντίδραση.

«Αραμπιάτα από τα χεράκια μου!» μου δήλωσε. «Να δαγκώνει!» και προς εμπέδωση μου πάτησε και μια δαγκωνιά στο σαγόνι. «Σε μάρκαρα για να μη μου γκομενίζεις!»

Και μετά μου πάτησε μια πιπιλιά στο λαιμό που παραλίγο να χρειαστώ μετάγγιση, να πούμε.

«ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ!»

Και όπως γύρισε για να φύγει, της έχωσα κι εγώ μια στα επικά της έπη και χοροπήδησε γελώντας.

«Έφυγα!»

Πήγα μαζί της ως την πόρτα και μετά γύρισα στο γραφείο, περνώντας πρώτα από την κουζίνα να πιώ λίγο νερό γιατί είχα κορακιάσει, και επέστρεψα στη μάχη με LaTeX και BibTex. Και όχι τίποτε άλλο αλλά είχα και ένα σκασμό πίνακες και διαγράμματα, και μπορεί τα τελευταία στο TeX να μην είναι special level of unpredictability hell, όπως το Word—κακή του και ψυχρή του ώρα—αλλά μάγκα μου, αν έπρεπε να τα κάνω με το χέρι, όπως τον παλιό καλό καιρό, θα το είχα ρίξει στα ψυχοφάρμακα.

Kile (και παλιότερα LyX) ρε φίλε… Πολιτισμός!

(Ok, ήταν σε beta και έτρωγε και αυτό κάτι φρίκες και κρασαρίσματα, αλλά εντάξει, χίλιες φορές αυτό από το να παλεύω να ισιώσω διάγραμμα στο Word, όποιος έχει ζήσει τον εφιάλτη, ξέρει!)

Και πάνω που είχαν πιάσει φωτιά τα πληκτρολόγια χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ο πατέρας μου! Το σήκωσα ελαφρά ανήσυχος γιατί ο ίδιος δε με έπαιρνε τηλέφωνο σχεδόν ποτέ.

«Μπαμπά;» του είπα απαντώντας στο τηλέφωνο.

«Τι κάνεις λούπου μου;» με ρώτησε χρησιμοποιώντας το αγαπημένο του χαϊδευτικό.

«Καλά είμαι, εσείς; Όλα καλά;» τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω την ανησυχία στη φωνή μου.

«Βρε μπαγάσα;» με ρώτησε αλλάζοντας τόνο. «Η Ουρανία μας είπε για μια ομορφούλα μελαχρινή που μπαινοβγαίνει σπίτι σου!»

«Τη λένε Μελίτη!» του είπα με φωνή που έκανε τον πατέρα μου να βάλει τα γέλια.

«Άι άι, τούτος δω την έχει δαγκώσει για τα καλά!!!»

«Λίγο μόνο!» του είπα κοκκινίζοντας σαν παιδάκι που το έπιασαν με το χέρι στο βάζο με τα γλυκά.

Και μετά σοβάρεψε. «Σε πήρα να σου πω πόσο περήφανος είμαι για σένα γιε μου!» μου είπε, και μου πήγε το σκατό στην κάλτσα. Ο πατέρας μου δεν τα συνήθιζε αυτά και το μυαλό μου πήγε αμέσως στην καταστροφή, κάτι έχει!

«Μπαμπά, σίγουρα όλα καλά;» τον ρώτησα με φωνή που έτρεμε.

«Ναι βρε ζουλάπι, όλα καλά είναι! Δεν μπορεί ο πατέρας να πάρει το γιο του να του πει πόσο περήφανο τον έχει κάνει;»

Δεν απάντησα, δεν είχα τι να απαντήσω.

«Το ξέρω ότι δε στο έδειξα όπως έπρεπε—»

«Το έδειξες ακριβώς με τον τρόπο που έπρεπε, μπαμπά!» του είπα με σπασμένη φωνή κόβοντάς τον. «Και εσύ και η μαμά και ο Γιώργος και ο Δημήτρης! Δε θα ήμουν εδώ χωρίς εσάς.»

«Μιχάλη, μη με κόβεις… δεν είμαι σαν εσένα, δεν έχω εύκολα τα λόγια!» με μάλωσε πατρικά-τρυφερά. «Από μικρός ήσουν διαφορετικός… και εσύ και ο Στέλιος. Μα μέχρι που μας έπιασε εμένα, τη μάνα σου, τον Πανάγο και τη Λαμπρινή ο δάσκαλός σου ο Μακρόπουλος, δεν είχαμε… δεν είχα καταλάβει πόσο.»

Το να πω ότι το σαγόνι μου είχε φτάσει στο πάτωμα, το λες πλεονασμό. Δεν είχα ακούσει ούτε μια φορά στα εικοσιέξι χρόνια που είμαι σε αυτόν τον πλανήτη τον πατέρα μου να μιλάει με σπασμένη φωνή.

«“Τα παιδιά αυτά είναι για μεγάλα πράγματα,” μας είχε πει. Προσπάθησε να μας εξηγήσει αλλά δεν καταλαβαίναμε, δεν ήμασταν έξυπνοι σαν εσάς!»

«Μπαμπά…»

«Σιωπή, μιλάει ο πατέρας σου!» μου είπε αυστηρά, και το βούλωσα. «Και μετά σας πήγαμε να σας μετρήσουν…»

(Εννοούσε το Wisc-V που μας κατέβασαν να κάνουμε σε ένα παιδοψυχολόγο στην Αθήνα.)

«Ακόμα το θυμάμαι. Ο γιατρός να μας εξηγεί με φωνή που σχεδόν έτρεμε πως αυτό που για τους άλλους ήταν το ταβάνι, για εσάς ήταν απλώς το πάτωμα που στεκόσασταν, και ότι χρειάστηκε να κάνει κάποια κόλπα για να σας μετρήσει πραγματικά, γιατί το τεστ δε μπορούσε.»

(Wisc-V extended norm…)

«Δεν μπορούσα να σε καταλάβω… το μυαλό μου… απλά δε χωρούσε κάποιον σαν εσένα. Αλλά παρόλο που δε στο έδειξα ήμουν τόσο περήφανος, παλικαρά μου… τόσο περήφανος…»

«Σ’ ευχαριστώ πατέρα!» του είπα κλαίγοντας σαν κοριτσάκι—παλικαράς να σου πετύχει, ε;

«Ανάστησα τρία καλά παιδιά! Μα σαν έρθει η ώρα μου και με ρωτήσει ο Άγιος Πέτρος τι έκανα σε αυτή τη Γη, το πρώτο που θα πω είναι ότι έκανα εσένα!»

Εγώ να κλαίω του καλού καιρού, έτσι; Όχι ότι ο πατέρας μου πήγε πίσω, και ας προσπάθησε να το κρύψει.

«Λοιπόν, αρκετά με τα κλάματα, δε θα μου βγει το όνομα στα γεράματα!» μου είπε και το κλάμα μου έγινε κλαυσίγελος. «Ο Δημήτρης όπως ξέρεις πήρε καινούργιο αυτοκίνητο, θα του το φέρουν αρχές Αυγούστου.»

Ναι, το ήξερα, με πόνο στην καρδιά θα αποχωριζόταν το κωλοπειραγμένο του τρίθυρο Peugeot 208 GTi Mk1 του που είχε πάρει το 2015, γιατί πλέον είχε γίνει μπαμπάς και η Μαριώ του δεν σήκωνε πολλά-πολλά.

«Το παλιό του δώρο από εμάς και τ’ αδέρφια σου!» μου είπε και κοκκάλωσα.

«ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ;» σχεδόν ούρλιαξα στο τηλέφωνο.

«Κατά πως φαίνεται δεν είμαι ο μόνος περήφανος στην οικογένεια!» μου είπε γελώντας. «Οπότε από τον Αύγουστο τέρμα τα ΚΤΕΛ!»

ΖΝΤΟΥΠ!

Και όλα αυτά καλά και άγια αλλά για σήμερα, τουλάχιστον, δεν βοήθησαν την ολοκλήρωση του διδακτορικού, καθώς άντε μετά απ’ αυτό να συγκεντρωθώ.

Οπότε πήρε και τα δυο μου αδέρφια για να τους ευχαριστήσω για το δώρο—όπου περισσότερο τελικά τους ένοιαξε να μάθουμε λεπτομέρειες για την ομορφούλα μελαχρινή που μπαινοβγαίνει στο σπίτι μου—παρά για οτιδήποτε άλλο. Και, κάπως έτσι, η Μελίτη πέρασε στη μυθολογία του Αγραφιωτέικου, καθώς μέχρι να τη δουν με τα μάτια τους η Μελίτη ήταν πυρετική παραίσθηση της κυρίας Ουρανίας.

Και φυσικά και τη γεμάτη αγάπη διαβεβαίωση του Δημήτρη ότι έτσι και δει έστω και γρατζουνιά στο ΠΡΩΗΝ αυτοκίνητο του, θα μου το έχωνε στον κώλο, και αυτό, και τα 307 άλογα της κωλοπειραγμένης μηχανής του.

Και όταν με όλη μου την καλή διάθεση μου πήγα να του εξηγήσω ότι η ισχύς δεν είναι φυσικά άλογα και ότι σε SI η ισχύς ήταν ~229 kW μου απάντησε ότι αν τολμήσω έστω και να το γρατζουνίσω θα μου έβαζε μαζί με τα άλογα και τα βιβλία μου στον κώλο.

Ε, πες το έτσι ντε!

Και μετά θυμήθηκα το work order του Αφεντικού, και κατέβασα το μπόγο με τα ρούχα που είχε αποφασίσει ότι δεν χρειαζόμουν στην ανακύκλωση.

Μέσα στην τρελή χαρά ο δικός σου πήγα και αγόρασα πέντε σκρατς του ευρώ και έγινα ρε φίλε σαν διαφήμιση δίαιτας. «Μαλάκες έκανα αυτή τη δίαιτα και μέσα σε μια εβδομάδα… έχασα επτά μέρες απ’ τη ζωή μου!»

Και να πεις ότι μου περισσεύουν;

Να δω πώς στον φούτσο θα του βάζω βενζίνη, και έτσι όπως το είχε κωλοφτιάξει ο Δημήτρης την πίνει σα νεροφίδα. Lol, τώρα που το σκέφτομαι τυπικά και το Anaconda νεροφίδα μπορείς να το πεις, οπότε ναι… κάπως έτσι.

ΠΟΥ ΘΑ ΤΟ ΠΑΡΚΑΡΩ ΕΔΩ;

Μιλάμε για Ζωγράφου έτσι; Γιατί στη Σχολή έχει χώρο αν πας νωρίς, αλλά κοντά στο σπίτι μου πιο πιθανό ήταν να κερδίσεις το Τζόκερ παρά να βρεις θέση parking, και είδαμε πόσο καλά πήγε η τύχη μου με τον ΟΠΑΠ. Δηλαδή πρώην ΟΠΑΠ, τώρα είχε γίνει Allwyn.

Τι μαλακία όνομα, άκου Allwyn…

Και μετά θυμήθηκα ότι μου τέλειωναν και οι κάψουλες του καφέ, και ξαναπέρασα από το σούπερ μάρκετ, γιατί δεν είμαι για Μικέλ κάθε μέρα, δε μου φτάνουν τα μισθά, που έλεγε και η Νοταρά στο “Αχ αυτή η γυναίκα μου.” Εβδομήντα-εφτά ευρώ για να περάσω δέκα μέρες.

Θα πεινάσουμε Νίνα… (Ατάκα από την ίδια ταινία, LOL! Η μάλλον όχι LOL γιατί σε αντίθεση με τη Νίνα εδώ θα έπεφτε μαύρη πείνα!) Και μ’ αρέσει που η Μελίτη μου είχε φέρει και φορέματα για να βγούμε να το γιορτάσουμε. Ούτε σε πατσατζίδικο, να πούμε!

Τα ολέθρια αποτελέσματα του να είσαι καλός δάσκαλος… παλιά έκανα και κάποια ιδιαίτερα σε δυο-τρία παιδιά, αλλά τελικά είχα αποδειχτεί πολύ αποτελεσματικός. Και ο μικρός που μου είχε μείνει, στον οποίο έκανα ιδιαίτερα μέχρι τα τέλη του Μάη ήταν από οικογένεια που δεν τα έβγαζε εύκολα πέρα, και δε μου έκανε καρδιά να τους ζητάω χρήματα.

(Και όχι τίποτε άλλο αλλά ο Razi είναι πραγματικά χαρισματικό παιδί, και το πρόβλημα δεν ήταν κατανόησης, ήταν ενδιαφέροντος. Βάλε και τη διαταραχή προσοχής που είχε—γιατί το μυαλό του λειτουργούσε σε ψηλές στροφές και βαριόταν εύκολα—είχε έρθει και είχε κουμπώσει.)

Δε βαριέσαι, μπορεί να μην πληρωνόμουν σε λεφτά αλλά πληρωνόμουν σε φαγητό, από τη στιγμή που σταμάτησα να ζητάω χρήματα, η Ayesha φρόντιζε να μου έχει φαγητό για να πάρω στο σπίτι, και κάπως έτσι έμαθα και την Πακιστανική κουζίνα που μέχρι τότε δεν είχα ιδέα για το πόσο εξαιρετικά φαγητά έχει…

Γύρισα σπίτι και με τρόμο συνειδητοποίησα ότι είχα ακόμα σχεδόν ένα δίωρο μέχρι να γυρίσει η Μελίτη, και με τα μυαλά που είχα εκείνη την ώρα να δω τι σκατά θα έκανα.

Και φυσικά το αγαπητό μου σύμπαν είχε απάντηση και σε αυτό, γιατί ο Δημήτρης είχε ξεμπερδέψει νωρίτερα, και μου έκανε teams call για να βγάλουμε τα μάτια μας με τα RFPs.

Σύμπαν ρε φίλε… ένα πρόβλημα για κάθε μου λύση!


44. Schrödinger's Girlfriend

Δεν είχαμε τελειώσει ακόμα με το Δημήτρη όταν η Μελίτη επέστρεψε από το Dojo της, έχοντας περάσει πρώτα από το super market για να πάρει πιπεριές chili, σκόρδο και ένα κουτί ντομάτες κονκασέ—μακαρόνια και μπούκοβο που απαιτεί η συνταγή που είχε στο μυαλό της είχα.

Η Μελίτη με είδε που μιλούσαμε στο teams και απλά με χαιρέτησε σιωπηλά και πήγε να μαγειρέψει, ενώ οι δυο μας κάναμε δημιουργική λογιστική με τη βαθμολογία για να βγάλουμε την τέταρτη πρόταση ως κορυφαία.

Που ήταν η κορυφαία αλλά με το κόστος να έχει 50% βάρος καλή τύχη. Ναι, δεν έβγαιναν τα νούμερα με την καμία, με τα καλύτερα ταχυδακτυλουργικά έβγαινε δεύτερη μετά την πέμπτη πρόταση, που ναι μεν δεν ήταν δημόσιος κίνδυνος σαν τις πρώτες τρεις, αλλά μετριοκαλή σε σχέση με την τέταρτη.

“C’ est la vie,” μου είπε παραιτημένος ο Δημήτρης. «Το μη χείρον, βέλτιστον.»

Τέλος πάντων, ακόμα και έτσι, η πέμπτη πρόταση ήταν αρκετά αξιοπρεπής ώστε να μπορεί ο Δημήτρης να βάλει την τζίφρα του χωρίς να φοβάται ειδικά δικαστήρια και εξεταστικές αν μας έσκαγε νέος Ντάνιελ. Δώσαμε ραντεβού το επόμενο πρωί στη Σχολή, και κλείσαμε το teams.

Και μετά πήγα στην κουζίνα να βρω τη Μελίτη που καθόταν στο τραπέζι και χάζευε βίντεο στο κινητό της περιμένοντας το φαγητό να γίνει.

«Κοριτσάρα μου!» της είπα και έσκυψα και της έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και κάθισα στην άλλη καρέκλα. «Πώς πήγε το μάθημα;»

«Καλούτσικα,» μου είπε και συνέχισε «All things considered, όχι άσχημα μετά από τρεις εβδομάδες απουσίας.»

«Σε θυμόντουσαν;» την πείραξα.

«Κάπου σ’ έχουμε ματαξαναδεί εσένα!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Εσύ τι έκανες;»

«Με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου!» της είπα. «Και όπως καταλαβαίνεις στην αρχή μου πήγε το σκατό στην κάλτσα!»

«Γιατί;» με ρώτησε παραξενεμένη.

«Γιατί ο κυρ-Παντελής δεν συνηθίζει να με παίρνει τηλέφωνο, οπότε όπως καταλαβαίνεις μου ήρθε κάπως! Και μετά το έκανε χειρότερο!»

«Χειρότερο;;;» με ρώτησε με ίχνος ανησυχίας στη φωνή της.

«Μου είπε ότι είναι περήφανος για μένα, και Μελιτάκι μου τα χρειάστηκα, ήμουν σίγουρος ότι μετά θα μου πει ότι έχει καρκίνο ξέρω γω!»

«Έλα μωρέ Μιχάλη και με κοψοχόλιασες!»

«Και μετά με είπε ζουλάπι και ο χρόνος άρχισε να κυλάει και πάλι!» της είπα χαμογελώντας. «Α, και ο Οίκος των Αγραφιωταίων, έμαθε και την ύπαρξή σου! Τους τα πρόλαβε η κυρία Ουρανία!»

«Οπτική και αηδίες!» μου είπε γελώντας.

«Τα αδέρφια μου δεν έχουν πειστεί ότι δεν είσαι πυρετική της φαντασίωση, αν δεν σε δουν με τα μάτια τους είσαι περίπου Schrödinger’s girlfriend!» συνέχισα κάνοντάς την να γελάσει δυνατά.

«Έτσι σου είπαν;»

«Ε, καλά δε το έθεσαν ακριβώς με όρους κβαντομηχανικής, αλλά ναι, στα μάτια τους υπάρχεις και ταυτόχρονα δεν υπάρχεις!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Τέλος πάντων, για να επιστρέψω στον κυρ-Παντελή, το καλύτερο μου το κράτησε για το τέλος!» της είπα αινιγματικά.

PING!

«Μη με κρατάς σε αγωνία εμένα, είμαι Ninja!» μου έκανε κάνοντάς με να βάλω ξανά τα γέλια.

«Ο Δημήτρης και η Μαρία, μετά από προσπάθειες χρόνων, πριν έξι μήνες έκαναν παιδί…» ξεκίνησα την εισαγωγή.

«Ναι, μου το είχες πει ότι έγινες ξανά χαζοθείος!»

«Οπότε η Μαρία που είναι σκληρή καργιόλα σαν του λόγου σου—»

PING!

«Τι έκανα πάλι;»

«Με διέφθειρες Κύριε Βρασίδα! Σκληρή γαμιόλα πλέον!»

«Δεν μπορούσα να πω τη Μαρία σκληρή γαμιόλα!»

PING

«Υπεργολαβία, δίκιο έχεις!»

PING!

«ΤΙ;;;;;»

«Με κρατάς σε αγωνία!»

Κούνησα το κεφάλι μου αριστερά και δεξιά παραιτημένος, εννοείται ότι μαζί της δε θα έβγαζα άκρη. «Πήρανε καινούργιο αυτοκίνητο, τέλος πάντων, και το παλιό του… μου το κάνουν δώρο!!!!»

“WHAT????”

«Ναι!!!!! Peugeot 208 GTi Mk1, κωλοπειραγμένο, 229 kW»

“Woah!” μου έκανε εντυπωσιασμένη.

PING!

«Γιατί; Τι έκανα πάλι;»

«Γιατί σκέφτηκες να πηγαίνεις στο γραφείο με το αυτοκίνητο! Σου απαγορεύω!»

«Χαχαχαχα, είσαι λατρεία!» της είπα. «Μπα, εσύ θα με πηγαίνεις και πάλι η πεζό 2, γιατί εδώ που θα το παρκάρω; Καλύτερα στη σχολή!»

«Σε μένα βρε μπούφο!» μου είπε. «Έχω parking, το ξέχασες;»

«Μα εκεί βάζεις τη μηχανή σου!» της είπα.

«Η οποία ΔΕΝ είναι αυτοκίνητο! Μια χαρά μπορούμε να τα στριμώξουμε, είμαι και γωνία, δεν εμποδίζουμε κανέναν!»

Πρακτική γαμιόλα!

Και μιας και μιλάμε για πρακτικά θέματα… Παρασκευή. Δεν ήθελα να της το χαλάσω αλλά κανείς δε γάμησε με 77 ευρώ. Και ούτε καν 77, εβδομήντα μιας και τα ATM βγάζουν από δεκάρικα και πάνω.

«Μωρό μου,» της είπα διστακτικά… «Δε θέλω να στο χαλάσω για την Παρασκευή αλλά με το κράνος και τη γραβάτα έχω μείνει χωρίς σάλιο…»

Η Μελίτη σηκώθηκε από τη θέση της και ήρθε και κάθισε πάνω στα πόδια μου και με αγκάλιασε από το πρόσωπο. «Δε θα μου χαλάσεις τίποτα!» μου είπε. «Θα το γιορτάσουμε ιδιωτικά, εδώ!»

PING!

«Μπούφο!»

«Είχες φέρει τα φορέματά σου…» της είπα.

«Και τ’ απαγορεύει ο κανονισμός της πολυκατοικίας;» με ρώτησε χαχανίζοντας. «Δε μου κάνει καρδιά να τους δείρω που τρέχανε στο ΚΤΕΛ για σένα, αλλά αν είναι θα τους δείρω… με βαριά καρδιά!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» έβαλα τα γέλια. «Δεν είναι δική τους η πολυκατοικία μωρό μου, απλά έχουν το δικό μου και το ρετιρέ!»

«Καλά, δεν τους δέρνω τότε!» μου δήλωσε και έσκυψε και με φίλησε τρυφερά.

«Καλοσύνη σου!»

PING! Και πάνε και οι τρυφερότητες.

«Μη με ειρωνεύεσαι εμένα Αγραφιώτη!»

«Αν είναι ποτέ δυνατόν!»

PING! (Το δις εξαμαρτείν που λένε)

Λίγη ώρα αργότερα η μακαρονάδα ήταν έτοιμη και βάλαμε να φάμε, γιατί μια πείνα την έκανε.

PING!

«Ξέχασα να πάρω ψωμί!» μου είπε.

…and justice for all, ένα πράγμα!

«Έχω φρυγανιές,» της είπα βάζοντας προληπτικά το χέρι μου στη μύτη μου για να μην αυτοτιμωρηθεί. Ναι, δεν έπιασε. Μου τράβηξε το χέρι και…

Ping!

«Δε θέλω επιείκειες! Έσφαλα και θα τιμωρηθώ!»

Ναι, πάμε παρακάτω…

Έφερα τις φρυγανιές και φάγαμε τη μακαρονάδα μας, που όχι απλά δάγκωνε, κομμάτια έκοβε, οπότε δεν είναι να απορείς που μαζί με τα μακαρόνια ήπια και τρεις μπύρες, την πρώτη μονοκοπανιά.

Αφού φάγαμε μαζέψαμε το τραπέζι και υπό την αυστηρή της επιτήρηση έπλυνα τα πιάτα, και επειδή αρκετά pings είχα φάει απόψε, κράτησα τις απόψεις μου για το micromanagement μέσα μου.

«Και τώρα ντουζάκι!» μου δήλωσε, και λογικό ήταν, από την προπόνηση είχε έρθει.

Ping!

«Περιμένεις ειδική πρόσκληση;» με ρώτησε σκανταλιάρικα.

«Μαναράκι, θα δεις τι σημαίνει κύριος Βρασίδας!» της είπα μπαίνοντας στο mode. «Σήμερα θα έχει κι άλλο μάθημα ιστορίας.!»

«Ποιος ήρθε;» με ρώτησε βάζοντας τα γέλια και μετά επέστρεψε στο πετσί του ρόλου της. «Αχ όχι κύριε Βρασίδα… δεν είχα πάλι στο μυαλό μου τέτοιο διακανονισμό!»

«Μαναράκι, έτσι σε θέλω… να μου κάνεις τη ζόρικη όπως οι Γαλλιδούλες στους Γερμανούς. Έχεις ακουστά το Blitzkrieg?»

Στο δρόμο για το μπάνιο η Μελίτη μου υπενθύμισε να πάρω τα προφυλακτικά και το “βάλε λάδι κι έλα βράδι!” και στην αρχή το πήρα αλλιώς.

«Μωρό μου μ’ αρέσει ο ενθουσιασμός σου αλλά το από πίσω θέλει ρέγουλα!» της είπα.

«Ναι, για σένα το θέλω!» μου είπε, και προς στιγμή σκάλωσα. «Εκτός και αν το μετάνιωσες!» συνέχισε πιο διστακτικά.

Red Mars, Redder Mars, Reddest Mars o δικός σου σε παραλλαγή που θα έκανε τον Kim Stanley Robinson να το ρίξει στα ψυχοφάρμακα.

«Άχου το, το πιάσανε οι ντροπές του!» με άρχισε στο δούλεμα η Μελίτη.

Οπότε τι να κάνω, το έριξα στην πλάκα κι εγώ. «Μαναράκι, ο κύριος Βρασίδας είναι πολιτικά ευέλικτος, σαν την Τουρκική διπλωματία ένα πράγμα!»

Πάνω απ’ όλα το context, μη μας περάσουν για τίποτα τριτοδεύτερους!

«Αχ κύριε Βρασίδα μου, πώς τα λέτε έτσι!» μου είπε με ύποπτο και πάλι ενθουσιασμό για εκβιασθείσα πτωχή πλην τίμια κόρη.

«Ένας είναι ο Βρασίδας, μαναράκι!»

Και μετά επιστρέψαμε στα καθ’ ημάς και χαχανίζοντας πήγαμε στο μπάνιο. Με το που γδύθηκε και παρασυρμένος από τη συγκίνηση της στιγμής της έχωσα μια γερή στο αριστερό της επικό έπος που την έκανε να χοροπηδήσει ξαφνιασμένη.

«Κύριε Βρασίδα! Ντροπή!»

(Ναι, για το spanking Θα μας έπιαναν οι ντροπές!)

«Ο Βρασίδας είναι ενθουσιώδης εραστής, μαναράκι. Και τώρα έμπα στο μπάνιο να σου πω την ιστορία της γραμμής Maginot!»

«Κύριε Βρασίδα, με όλο το θάρρος, να κάνουμε ένα ντουζάκι μη μου πάθετε καμιά δηλητηρίαση;» μου είπε χαχανίζοντας.

(Ορίστε, έκανε και πρόγραμμα, Lol!)

Με τον πρόεδρο να έχει πάθει Ρωμαίικη Ρωμιοσύνη είχαμε κάποια μικρά χωροταξικά θέματα στην αρχή, αλλά μηχανικοί ήμασταν, τη βρήκαμε την άκρη μας. Κοντολογίς μου πρότεινα να καθίσω ήσυχος αλλιώς θα μου την κολλήσει στην κοιλιά με μονωτική, κάτι που παραδόξως έκανε τον Πρόεδρο πολύ πιο συνεργάσιμο.

Βρασίδας να σου πετύχει ρε φίλε!

Σε κάθε περίπτωση, μιας και σήμερα είχε φέρει ό,τι μπουκάλι κυκλοφορούσε στο μπάνιο της, της έκανα και λούσιμο! Και μετά το δικό της body wash στο σφουγγάρι, και φανατική καθαριότητα στους κορίτσαρους. Όχι ότι την χρειάζονταν πραγματικά αλλά… «Ο Βρασίδας μίλησε, μαναράκι!»

Και τι να κάνει η πτωχή-πλήν-πρώην-τίμια-πρώην-κόρη, αποδέχτηκε την άδικη την μοίρα της… ξανά με ύποπτο για τις περιστάσεις ενθουσιασμό. Και επειδή τρίβοντας τα επικά της έπη με έπιασε θρησκευτικό δέος, αφού την ξέπλυνα καλά-καλά έπραξα τα θρησκευτικά μου δέοντα με ζήλο που θα ζήλευε και προσκυνητής στην Τήνο. Γονάτισα και… προσευχήθηκα.

Και φυσικά με τη σως για να γλιστράει να κάνει το θαύμα της, η Μελίτη μου την άκουσε ΚΑΙ THX © ™ και τα ρέστα—γλώσσα, χείλη, δόντια και δάχτυλο έπραξαν τα δέοντα. Μπορεί σήμερα να μην πάθαμε Αραβικό Στόλο, αλλά έγινε και πάλι του “Μιχάλη μου” το κάγκελο.

Βρασίδας ο Λίγδας! Εγγύηση!

Σηκώθηκα περήφανος για το έργο μου ενώ την Μελίτη είχε αρχίσει πάλι την… εφαρμοσμένη θεολογία, προσπαθώντας να βρει τις ανάσες της.

«Μαναράκι, ήρθε η ώρα να πληρώσεις το νοίκι!» της είπα.

«Θα σκέφτομαι τα 15 αδέρφια μου και θα κάνω κουράγιο, η δόλια!» μου είπε και γονάτισε.

«Κάτσε ρε Μαναράκι, δώδεκα δεν ήταν χθες;»

«Βάλτε και το ΦΠΑ 24% κύριε Βρασίδα, 14,88, στρογγυλά 15!» μου είπε και σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα γιατί μ’ έπιασε νευρικό γέλιο και δε μπορούσα να σταματήσω.

«Τα ροφήματα έχουν 13%» της είπα χαχανίζοντας. «Θα πούμε ότι στο έκανα Delivery!»

Βάλε την βελτίωσή της, βάλε και την… αλλαγή λαδιών που μου έκανε, κράτησα και τρία λεπτά; Και βάλε και το τράβηγμα της… τάπας (αλλαγή λαδιών αφού!) την ώρα που ο Πρόεδρος πάθαινε Old Faithfull, και δεν είναι να απορείς που τα μάτια μου γύρισαν ανάποδα, λες και μέτραγαν λίτρα να πούμε.

«Τι φτύνεις μαναράκι, κουκούτσια έχει;» τη ρώτησα τάχα μου προσβεβλημένος.

«Σας ζητώ συγνώμη κύριε Βρασίδα!» μου είπε θεατρικά χαμηλώνοντας το βλέμμα, «αλλά σήμερα πάθατε πυροσβεστικό κρουνό, να με πνίξετε πήγατε, στόμα είναι όχι, όχι πισίνα ολυμπιακών προδιαγραφών!»

Τελικά τσάμπα τα πήραμε τα προφυλακτικά, μ’ έπιασε βήχας από τα γέλιο και η εκ νέου διακόρευση της πτωχής-πλην-(παλιά-στο-Τέξας)-τίμιας-κόρης πήρε αναβολή για λόγους ανωτέρας βίας.


45. I never told you that…

Νωρίς το απόγευμα η Μελίτη εξέδωσε πολεμικό ανακοινωθέν σε σχέση με την επερχόμενη εισβολή των Ρώσσων με νέο, επικαιροποιημένο, χρονοδιάγραμμα βασισμένο στην αυξανόμενη ευαισθησία των κοριτσιών.

«Αύριο,» μου είπε και μου έδωσε ένα ping στη μύτη για λόγους μη επαρκούς συμπαράστασης στο δράμα της.

«Να τα κάνω μάκια να περάσουν;» ρώτησα μάλλον με περισσότερο ενθουσιασμό από τον δέοντα.

Ping!

«Να κάτσουμε από μακριά και αγαπημένοι;» τη ρώτησα προσπαθώντας να φανώ διαλλακτικός.

Ping!

«Σου απαγορεύω!» μου είπε σταυρώνοντας πεισματάρικα τα χέρια της μπροστά από τους κορίτσαρους.

«Το βρήκα!» της είπα. “Stay put!”

Ένα ping αργότερα (για να μάθω να την κρατάω σε αγωνία) πήγα στο μπάνιο και γέμισα την μια μικρή λεκάνη και της ετοίμασα ένα ποδόλουτρο extra prima good, και έτσι το Mpatiris House πρόσθεσε και το “Bath & Spa” στον τίτλο του.

Η ποδολαγνεία μου αυτή τη φορά αρκέστηκε στο αισθησιακό feet massage, καθώς το Μελιτάκι μου είχε κατά τα φαινόμενα δολοφονικές διαθέσεις, και, αν μη τι άλλο, ήθελα τουλάχιστον να προλάβω να πάρω το διδακτορικό μου, τριάμισι χρόνια είχα γαμηθεί με δαύτο!

Για φίκι-φίκι ούτε λόγος, καθώς όταν προσπάθησα να κάνω τον κύριο Βρασίδα με έκοψε ευγενικά (δηλαδή ping of death)

ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΡΘΕΙ ΑΚΟΜΑ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ!

Το κόλπο αποδείχτηκε ότι ήταν απλό τελικά, κρύα σοκολάτα και το “On K2 with Kanakaredes” το οποίο μου έδωσε δύο ώρες σχετικής ηρεμίας την οποία ανάλωσα σε φιλοσοφική συζήτηση με τα τρία αγαπημένα μου LLMs, ChatGPT, Claude και Gemini.

Και τα τρία με συγχάρηκαν για την υπομονή μου και την αγάπη μου για το Μελιτάκι και—αν και δεν το έθεσαν ακριβώς έτσι—με συμβούλεψαν να κάτσω να φάω το ξύλο μου σαν άντρας και πως κάθε αρχή και δύσκολη και πως σιγά-σιγά θα συνήθιζα και το ξύλο.

O Gemini μου έφερε και ένα λυρικό παράδειγμα, το οποίο ήταν αδύνατο να μην το εκτιμήσω, αν και υγειονομικά μιλώντας θα έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον στην Google: Ήταν σαν το τσιγάρο, στην αρχή γινόσουν πράσινος αλλά μετά πάθαινες εξάρτηση.

Να δεις που το Gemini έχει γίνει πραγματικό AGI και μας δουλεύει στα μούτρα!

Meh, μου τον χαλάσανε τον Κλαύδιο μου οι αχαρακτήριστοι της Anthropic, εγώ το έγραψα για το joke του Gemini και αυτό άρχισε να μου κάνει κήρυγμα για το φόβο εξανθρωπισμού των LLMs, λες και είχα πέσει από κανέναν Άρη να πούμε.

Αντιθέτως το ChatGPT το έριξε και αυτό στο trolling—φαίνεται στην OpenAI δεν είναι τόσο σφιχτόκωλοι—και τελικά κατέληξα να κάνω copy-paste τις απαντήσεις του ενός στο άλλο, και πέσαμε σε ένα spiral σουρεαλιστικού τρολαρίσματος που θα έκανε Monty Pythons, Zucker brothers, και Mel Brooks περήφανους.

Και κάπου εκεί η Μελίτη έφτασε στο τέλος του Κ2 και είχαμε πάλι ηχοεντοπισμό υποβρυχίου, συνοδευόμενο από γοερό κλάμα, γιατί η αλήθεια είναι ότι το τέλος της ιστορίας δε το λες και “lived happily ever after.”

Πρώτα την πήρα σφιχτά αγκαλίτσα αφήνοντάς τη να κλάψει με την ησυχία της και μόνο αφού ηρέμισε προσπάθησα να της εξηγήσω αυτό που είχα καταλάβει ως νόημα της ιστορίας.

«Το Κ2 είναι από τις πιο σκληρές και αφιλόξενες γωνιές του πλανήτη,» ξεκίνησα να της λέω. «Αλλά ταυτόχρονα η ίδια η λέξη είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Το Κ2 δεν είναι αφιλόξενο, απλά είναι. Η φιλοξενία περιέχει τη λέξη φιλία και η λέξη φιλία είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα.»

Τη χάιδεψα στα μαλλιά.

«Η φύση δεν είναι ούτε εχθρική ούτε φιλική και οι άνθρωποι έχουν γίνει tune out, δεν ακούν τη μουσική της όπως την ακούν τα εξωγήινα σκαθάρια. Η απόπειρα να ανέβουν στο Κ2 είναι η απόπειρα υπέρβασης εαυτού, και δεν είναι δωρεάν… απαιτεί θυσίες. Και η υπέρβαση γίνεται και οι άνθρωποι αρχίζουν και ακούν τη Μουσική της φύσης. Και μετά το Olympus Mont στον Άρη… γιατί είναι εκεί. Ακόμα μια υπέρβαση να κατανικηθεί.»

Τρυφερό ping!

«Είσαι υπέροχος!» μου είπε ρουφώντας τη μύτη της.

«Το πρωί θα πάω γραφείο,» της είπα αλλάζοντας θέμα. «Αλλά δεν υπάρχει λόγος να ξυπνήσεις κι εσύ, θα πάω με τα πόδια, δεκαπέντε λεπτά είναι!»

«Όχιιιιι» μου είπε με γλυκουλινάρικο ύφος, και είναι περίεργο ότι δε μου έκανε πάλι ping of death. «Καφεδάκι με το Μελιτάκι!»

«Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!» της είπα. «Λοιπόν, έχεις όρεξη να δούμε καμιά σειρούλα;»

«Αμέ!» μου είπε.

Ping!

Γιατί δεν είχα πατατάκια, και πώς θα δούμε σειρά ή ταινία χωρίς κάτι αλμυρό;

Ping

Γιατί το μυαλό μου πήγε στο πονηρό, και ότι δεν εννοούσε το homemade μου… αλμυρό φιστίκι και ότι ακόμα χειρότερα ο κύριος Βρασίδας, δεν φτάνει που κόντεψε να την πνίξει νωρίτερα, ήταν πικρούτσικος από πάνω!

(Εν τω μεταξύ εγώ το μόνο που είχα προλάβει να σκεφτώ είναι δρακουλίνια!!!!)

Και κάπως έτσι, αφήνοντάς την να γκρινιάζει, κατέβηκα στο περίπτερο να εξοπλιστώ με πατάκια, δρακουλίνια και τρεις σοκολάτες. Δεν μου τις είχε ζητήσει, αλλά δε χρειαζόταν… με το κοριτσομάνι της Ολομέλειας είχα μάθει το μυστικό.

Σοκολάτα κύριοι!

(Αν και στην περίπτωσή μας και λίγος αγιασμός δεν θα έβλαπτε…)

«Κοίτα τι σου έφερα!» της είπα με το που επέστρεψα από το περίπτερο, και άνοιξα τη σακούλα και έβγαλα τις τρεις σοκολάτες.

«ΣΟΚΟΛΑΤΑ!!!!!» μου φώναξε ενθουσιασμένη και ξεχνώντας με ποιον έχει να κάνει χοροπήδησε πάνω μου, και ίσα πρόλαβα να αφήσω τη σακούλα κάτω και να την πιάσω, με τη Μελίτη να με αγκαλιάζει με χέρια και με πόδια. Δέκα-δεκαπέντε δευτερόλεπτα… και Gravity vs Idiots 4-0.

Διασυρμός αδέρφια.

Εντωμεταξύ και μόνο η ιδέα της σοκολάτας της ανέβασε τη διάθεση με αποτέλεσμα να μου κάνει την πρόταση του αιώνα.

«Ψήνεσαι να γίνουμε μαζί ρόμπα στην Ολομέλεια;» με ρώτησε με σκανταλιάρικο χαμόγελο.

«Βασικά εγώ ΕΙΜΑΙ η ρόμπα της Ολομέλειας!» της υπενθύμισα. «Αλλά μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!»

«Ωραία!!!» είπε χειροκροτώντας μόνη της κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Το είδα προχθές στο YouTube και μου άρεσε!»

«Ποιο;»

«Το παιχνίδι που θέλω να παίξουμε, πάμε στο γραφείο!» μου είπε και σηκώθηκε, επιτρέποντάς να θαυμάσω τα επικά της έπη με το σφιχτό κολάν σορτσάκι της.

Αχ βαχ!

«Λοιπόν,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. Το παιχνίδι λέγεται “Ποτέ δε σου είπα πως…” και μετά λέμε μια χαζομάρα που θα κάνει ο άλλος. «Κάτσε να σου δείξω!» μου είπε και μου έδειξε ένα τέτοιο βίντεο, μάλλον είχε γίνει viral γιατί έδειξε δυο-τρία τέτοια.

Έβαλε το κινητό ώστε να μας γράφει και ξεκίνησε.

«Μωρό μου, ποτέ δε σου είπα πόσο σέξι σε βρίσκω με το κόκκινο κραγιόν σου!» μου είπε χαχανίζοντας.

“What?” ρώτησα αιφνιδιασμένος και η Μελίτη σταμάτησε το βίντεο. «Επιστρέφω αμέσως!» μου είπε, και πήγε στο μπάνιο και γύρισε πίσω με ένα τσαντάκι.

Και έβγαλε από μέσα ένα κόκκινο κραγιόν.

«Κάτσε ακίνητος!» μου είπε, και φυσικά με έβαψε. «Σειρά σου τώρα!» μου έκανε.

«Μωρό μου, ποτέ δεν στο είπα,» ξεκίνησα κλέβοντας δανειζόμενος δημιουργικά την ιδέα από ένα από τα βίντεο, «αλλά έβρισκα πολύ σέξι το μουστάκι σου πριν κάνεις laser!»

Ping (παιχνιδιάρικο) και η Μελίτη πάτησε και πάλι pause και βγάζοντας ένα μολύβι από το τσαντάκι της πήγε στο μπάνιο για να μπορεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη και γύρισε με βαμμένο μουστάκι.

Και συνεχίσαμε έτσι…

Εγώ με μακριά βλέφαρα. Η Μελίτη με μούσια. Εγώ με eye liner. H Μελίτη με “μαύρα” δόντια. Εγώ με ρουζ. Η Μελίτη με “τριχωτό στέρνο” (το οποίο για λόγους αρχής ζωγράφισα εγώ, καθώς κατά τα φαινόμενα ήταν όσο πιο κοντά θα μπορούσα να βρεθώ στους κορίτσαρους απόψε)

Αλλά το αποκορύφωμα ήταν το τελευταίο: Η Μελίτη να κάνει τον Βρασίδα.

«Μαναράκι,» μου είπε, «ποτέ δε στο είπα αλλά βρίσκω πολύ σέξι το μαύρο σου δαντελωτό σουτιέν.»

Και κάπως έτσι φόρεσα in camera ένα από τα σέξι εσώρουχα που είχε φέρει μαζί της για αύριο, και με την περίοδο να της έρχεται τελικά κοντά στα μεσάνυχτα ήμουν ο μόνος που φόρεσε το συγκεκριμένο σουτιέν εκείνη τη μέρα…

«Λοιπόν, ποστάρω στην ομαδική!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Όχι ακόμα!» της είπα. «Έχω καλύτερη ιδέα, ο πρόλογος να είναι στυλ έπους: Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μῆνιν ἄειδε θεὰ, Arma virumque cano και τα ρέστα!» της είπα ενθουσιασμένος.

«Τι είναι πάλι τούτο;» με ρώτησε με απορία.

«Η αρχή της Αινειάδας,» της εξήγησα. «Η Ιλιάδα όπως ξέρεις τελειώνει με την ταφή του Έκτορα. Τα υπόλοιπα, όπως ο Δούρειος ίππος, το Timeo Danaos et dona ferentes είναι από εκεί.»

«Ποιος τίμιος δανός;» μου είπε με απελπισία. «Τι λες;»

«“Timeo Danaos!” μωρό μου, όχι “Τίμιος Δανός” Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες!»

PING!

«Δεν ήταν Δανός!»

PING!

«Καλά, ήταν!»

PING!

«ΓΙΑΤΙ ΒΑΡΑΣ;;;» κλαψούρισα.

«Πρέπει να έχω λόγο;» μου είπε γελώντας. «Είσαι γλύκας!!!!!»

Την κοίταξα λίγο σαν χαζός γιατί ξαφνικά έπαθα BSOD. «Τι λέγαμε;» τη ρώτησα με το που πέρασα τα POST checks.

«Για τους Δανούς!» μου είπε γελώντας.

«Α, ναι.. Ο Λαοκόων» ξεκίνησα να λέω και σταμάτησα έχοντας ξεχάσει τι ήθελα. «Ρε συ, ποιος Λαοκόων;»

Η Μελίτη έβαλε και πάλι δυνατά τα γέλια. «Μωρό μου δεν έχω ιδέα τι λες, ξεκίνησες με την ιδέα να κάνουμε επικό πρόλογο και κάπως κατέληξες να μου λες για τίμιους Δανούς που δεν είναι τίμιοι Δανοί αλλά τρομαγμένοι Δαναοί!»

«Δεν ήταν…» (ΠΑΥΣΗ) «Timeo σημαίνει “Φοβάμαι!”…» (ΠΑΥΣΗ) «Ορίστε, είδες τι μου κάνεις, ξέχασα τι ήθελα να πω!»

Εντωμεταξύ η Μελίτη να έχει πέσει στο τραπέζι και να χτυπιέται από τα γέλια, έτσι;

Παράτησα την προσπάθεια και απλά ανοιξα το ChatGPT και του ζήτησα να γράψει σε μορφή πρώτης παραγράφου επικού ποιήματος που εξιστορούσε το βίντεο… και ΚΕΝΤΗΣΕ.

«Γράψε αυτό!» της είπα και της έστειλα αυτό που μου έδωσε το ChatGPT, και μπορεί να γινόμασταν ρόμπες ξεκούμπωτες, αλλά θα γινόμασταν ΜΕ ΕΠΙΚΟ ΤΡΟΠΟ

Melite: Μῆνιν ἄειδε, θεά, καὶ ἄνδρα μοι ἔννεπε, τὸν πολύτροπον @Michael, ὃς μυρία pings ἐδέξατο καὶ μυρίους διασυρμούς ὑπέμεινε, πρὶν εἰς ἔσχατον ὕβρεως ἀφικέσθαι. Arma virumque cano, μα όπλα δεν ήσαν δόρατα και ξίφη, αλλά κραγιόν, eyeliner, ρουζ και δαντελωτός στηθόδεσμος. Καὶ τὴν @Melite ἄειδε, Μοῦσα, τὴν μουστακοφόρον, μελανόδοντον καὶ δασύστερνον, ἥτις μετὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐβάδισε γενναίως προς το έσχατο πεδίο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ἵνα ἀμφότεροι ρόμπα γένωνται ἐνώπιον τῆς πανσεβάστου Ὀλομελείας.
Melite: Video Posted “I never told you that…”

Ένα θα πω, το post της έγινε pinned!

Και μετά μας πήρε και μας σήκωσε, γιατί αλίμονο!


  1. Romanesi Eunt Ite Domusm

Το γλέντι της Ολομέλειας περιλάμβανε φυσικά και Live Video, και εννοείται ότι μας πήγαν αίμα.

Jo: Και στο έλεγα ρε μαλάκα @Michael, άλλαξε φύλο να τη βρούμε οι δυο μας! Αν μου είχες εμφανιστεί έτσι, ίσα που σου καθόμουν!
Alexia: Γκουχ-Γκουχ
Jo: @Alexia μωρό μου δεν είναι αυτό που νομίζεις!
Stelios: @Alexia Ακριβώς αυτό που νομίζεις.
Vicky: Μαναράκι @Melite άλλαξα γνώμη! Μην πάρεις νυφικό, πάρε γαμπριάτικο, εγώ είμαι ευέλικτη.
Stelios: Να δεις μαλάκα @Michael που στο τέλος αυτές οι δυο θα κλεφτούνε και θα κάτσουμε στον άξονα.

Και μετά μας πήρε ο γκρεμός αλλά all-in-all it was absolutely worth it, πονέσαν τα πλευρά μας από το γέλιο. Και μετά, όπως είχαμε αρχικά προγραμματίσει, είδαμε μαζί ταινία και ήταν η εισαγωγή της Μελίτης στον παλαβό, σουρεαλιστικό κόσμο των Monty Pythons—και τι πιο ταιριαστό από το “Life of Brian”;

Η Μελίτη δεν ήξερε από που της ήρθε. Τι να πιάσεις και τι να αφήσεις;

  • Τον Cleese ως εκατόνταρχο να κάνει μαθήματα γραμματικής στον Brian όταν τον τσάκωσε να γράφει συνθήματα κατά των Ρωμαίων;
  • Τον Cleese ως Φαρισαίο να προσπαθεί να συντονίσει λιθοβολισμό από πλήθος γυναικών μασκαρεμένων ως άντρες;
  • Τον Eric Idle ως Stan να θέλει να γίνει μητέρα και να τον λένε Loretta;
  • Τον Cleese ως έναν από τους αρχηγούς κάποιας επαναστατικής οργάνωσης να αναρωτιέται «Ωραία, πέρα από την ύδρευση, το αποχετευτικό σύστημα, τους δρόμους, την παιδεία, την ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, τι έχουν κάνει οι Ρωμαίοι για εμάς;»
  • Την επική σκηνή του Biggus Dickus με τον Palin να κάνει τον ψευδό Πόντιο Πιλάτο και τους στρατιώτες να προσπαθούν να κρατηθούν σοβαροί για να μη βρεθούν “fighting wabbid wild animals”;
  • Με τους εξωγήινους από το πουθενά;
  • Και, φυσικά, με το επικό τέλος με τον Idle να τραγουδάει πάνω στο σταυρό “Always look at the bright side of life”;

Μιλάμε για σχεδόν ολική κατάρρευση του κεντρικού νευρικού συστήματος, κυριολεκτικά κόντεψε να κατουρηθεί πάνω της από τα γέλια. Και αν νομίζετε ότι υπερβάλλω—και δεν σας έχω πείσει αναφέροντας ΚΑΠΟΙΕΣ από τις σκηνές της ταινίας, δεν έχετε παρά να τη δείτε και οι ίδιοι, και εδώ θα είμαστε να τα πούμε.

Κάπου εκεί της ήρθε η περίοδος και είχαν αρχίσει και τα πρώτα πονάκια—αν και η ίδια ισχυρίζεται ότι σε σχέση με άλλων γυναικών τα δικά της είναι πταίσματα—οπότε γυρίσαμε στην σουίτα του Mpatiris House Bath & Spa και ξαπλώσαμε στο κρεββάτι.

Βέβαια στο χταπόδιασμα αντιμετωπίσαμε κάποιες δυσκολίες γιατί η Μελίτη ήθελε να σκεπαστεί με το σεντόνι—λογικό—αλλά εγώ όχι—επίσης λογικό—και τελικά επικράτησε η λογική.

Κάτω από το σεντόνι κι εγώ λοιπόν αλλά σήμερα δεν είχε χταπόδιασμα, το κορίτσι ήθελε κουτάλα και να τη χαϊδεύω τρυφερά στην κοιλιά.

(Τουλάχιστον μου επέτρεψε να χαμηλώσω τη θερμοκρασία του αρκουδίσιου στους 25 για να μη βγάλω τη μπέμπελη κάτω από το σεντόνι…)

«Καληνύχτα Μελιτάκι μου,» της είπα τρυφερά και γύρισε ίσα για να μου δώσει ένα τρυφερό φιλάκι.

«Καληνύχτα μωρό μου!» μου είπε με νυσταγμένη φωνούλα, και την έσφιξα πιο δυνατά και πέσαμε για ύπνο, και αυτή τη φορά κατάφερα να μην το κουράσω, με πήρε σχεδόν αμέσως.

Από τις αγκάλες του Μορφέα με έβγαλε ο ενοχλητικός ήχος του ξυπνητηριού, και διαπίστωσα ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας είχαμε αλλάξει στάση, γιατί βρήκα την Μελίτη χταποδιασμένη πάνω μου.

Σηκώθηκα προσεκτικά για να μην την ξυπνήσω και πήγα στο μπάνιο για την πρωινή μου ρουτίνα, και μετά το ντουζ είχε και ξύρισμα, γιατί χθες η Μελίτη μου είχε παραπονεθεί ότι γρατζουνάω.

(Το μουστάκι και το μούσι δεν την πείραζαν, τα γένια να πούμε ήταν το πρόβλημα, lol!)

Έφτιαξα και τα καφεδάκια μας και μόνο τότε πήγα να την ξυπνήσω.

«Καλημερούδια!» της είπα όταν άνοιξε τα μάτια της. «Έχω φτιάξει καφεδάκι.»

«Καλημέρα!» μου είπε νυσταγμένα και μετά πρόσεξε ότι ήμουν ακόμα με το σορτσάκι. «Δεν ντύθηκες;»

«Όχι ακόμα, πρώτα θα πιούμε το καφεδάκι μας και μετά!» της είπα.

«Εντάξει!» μου είπε και σηκώθηκε και φόρεσε τα γυαλιά της. «Πήγαινε και έρχομαι να σε βρω!»

«Στο μπαλκόνι θα είμαι,» της είπα και έφυγα να την αφήσω να ετοιμαστεί με την ησυχία της.

Ήπιαμε το καφεδάκι μας, γράψαμε τις πρωινές μας καφρίλες στην ομαδική, έφαγα τα pings μου γιατί της είπα ότι δε χρειάζεται να με τρέχει ως τη σχολή—τα γνωστά δηλαδή.

Για σήμερα είχα φορέσει το ανοιχτό γκρι κουστούμι αλλά με μωβ πουκάμισο, όχι το ανοιχτό ροζ που είχα φορέσει τις προάλλες, και navy blue γραβάτα. Ένα ΓΡΡΡΡΡΡ και μια επιδοκιμαστική στα κωλομέρια μου αργότερα, και κατεβήκαμε να πάμε μέχρι το σπίτι της για να πάρουμε τη μηχανή.

Με το που μπήκα στο γραφείο δεν έκανα καν τον κόπο να ανοίξω τον καρβουνιάρη, άνοιξα το laptop και ξεκίνησα τη μάχη με το τέρας. Από τη συγκέντρωσή μου με έβγαλε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα, καθώς την είχα κλειστή για να δουλέψει το αρκουδίσιο.

«Μιχάλη είσαι εδώ;» άκουσα τη φωνή του Δημήτρη.

«Εδώ είμαι!» του απάντησα και άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα. «Καλημέρα!»

«Καλημέρα!» μου απάντησε χαμογελαστός. «Να σου πω, μου ζήτησε ο Ασημακόπουλος να του στείλεις το latest draft.»

(Ο Ασημακόπουλος ήταν το ένα από τα τρία μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το άλλο ήταν η Αναγνωστάκη.)

«Θα το στείλω και στους τρεις σας!» τον διαβεβαίωσα. «Έχω κάποια συμμαζέματα ακόμα, αλλά έχω ενσωματώσει και τις αλλαγές σε κάποιες διατυπώσεις που μου ζήτησε η Κατερίνα και έχω προσθέσει και επιπλέον επεξηγηματικά διαγράμματα που ζήτησε ο Γιάννης.»

«Μια χαρά!» μου είπε.

Στην αρχή το είχα πάρει λίγο προσωπικά είναι η αλήθεια, αλλά ο Δημήτρης μου είχε υπομονετικά εξηγήσει—λες και μιλούσε σε πεντάχρονο να πούμε—ότι κάποια σημεία χρειαζόντουσαν οι επεξηγήσεις και οι προσθήκες που μου ζήτησαν.

«Το τι είναι προφανές για σένα και τι για αυτούς που θα αξιολογήσουν τη διατριβή σου σηκώνει πολλή συζήτηση!» μου είχε πει. «Δεν μπορούν όλοι να ακολουθούν τα άλματά σου, πρέπει να χτίζεις γέφυρες. Και μιλάω εκ πείρας!»

Και τότε το βλέμμα του έπεσε στον μαυροπίνακα, στον οποίο ήταν ακόμα η άσκηση που είχα βάλει στη Μελίτη και φυσικά η λύση της—ή για να είμαστε ακριβείς, το τελευταίο μέρος της λύσης καθώς είχε γράψει και σβήσει δυο φορές.

«Τι είναι αυτό;» με ρώτησε απορημένος, και τι να του πεις και τι να του εξηγήσεις του ανθρώπου.

«Η άσκηση που μου είχες ζητήσει να φτιάξω για να την βάλεις ως bonus στο διαγώνισμα,» του απάντησα.

«Ναι, αυτό το βλέπω, και όπως σου είπα κάποια στιγμή θα επανέλθω σε αυτό—» ξεκίνησε να λέει και σκάλωσε.

(Spoiler alert: Οι bonus ασκήσεις πρέπει να είναι δύσκολες, για να ξεχωρίσουν οι καλοί φοιτητές, αλλά όχι soul crushing που θα τους έκανε να αναρωτιούνται για τις επιλογές τους σ’ αυτή τη ζωή.)

«Κάτσε! Κάτι μου θυμίζουν αυτά τα γράμματα!» μου είπε καχύποπτα.

«Της Μελίτης είναι,» του είπα. «Προχθές μετά το μάθημα που έγραφε ήρθε να με πάρει από το γραφείο και… το ένα έφερε το άλλο,» του είπα κοιτάζοντάς τον με το ύφος “please don’t ask for more information!”

Σχεδόν έβλεπα τις ερωτήσεις να γεννιούνται και να σβήνονται μέσα στο μυαλό του. “You are deeply weird people… both!” ήταν τελικά αυτό που κατάφερε να πει.

“Guilty as charged,” του απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους και για μερικές στιγμές επικράτησε νεκρική σιγή καθώς και πάλι άρχισαν να σχηματίζονται ερωτήσεις στο μυαλό του και πάλι να τις απορρίπτει μία-μία.

«Μόνη της την έλυσε ή τη βοήθησες;» με ρώτησε με τα πολλά.

«Μόνη της,» του είπα. «Και πίστεψέ με, το τελευταίο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να τη βοηθήσω!» συμπλήρωσα, και αν καταλάβει, κατάλαβε.

«Γιατί…—» ξεκίνησε να λέει και σταμάτησε λες και τον χτύπησε κεραυνός καθώς μέσα του έγινε το 1+1. “I’ll be damned!” είπε και έβαλε τα γέλια.

“Story of my life!” του απάντησα, κάνοντάς τον να βάλει ακόμα πιο δυνατά γέλια.

«Δες το θετικά…» μου είπε. «Τουλάχιστον έκανε σωστή επιλογή!»

«Σ’ ευχαριστώ!» του είπα σχεδόν κοκκινίζοντας.

«Ναι, τη Δομοστατική εννοώ!» μου είπε βάζοντας και πάλι τα γέλια.

(Γιατί αλίμονο αν δε με τρόλλαρε και ο Δημήτρης…)

Πέρα από τα διαλείμματα που έκανα ανά μιάμιση ώρα για να ξεμουδιάσω και να στείλω μήνυμα ή να μιλήσω με τη Μελίτη, μέχρι και τις επτά που ήρθε να με πάρει—της ζήτησα να καθυστερήσει λίγο γιατί ήθελα να αφήσω το κομμάτι που έκανα στη μέση—ασχολήθηκα με τη διατριβή μου και μόνο.

Ο Δημήτρης είχε περάσει στις έξι να με χαιρετήσει και να μου υπενθυμίσει χαχανίζοντας οι ασκήσεις να λύνονται σε ώρες γραφείου, γιατί άντε να πείσεις τους φύλακες ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Που βασικά για… ελέφαντες είχαμε ξεκινήσει αλλά στη μέση πάθαμε καμένος δομικός εις διπλούν.

«Πες μου ότι ήρθες διαβασμένη!» της είπα όταν πέρασε στο γραφείο μου και έβαλε τα γέλια.

«Τι, ούτε μια άσκηση δε θα μου βάλεις κύριε Βρασίδα;»

«Μαναράκι,» της είπα μπαίνοντας στο πετσί, «ο Βρασίδας είναι πολιτικός επιστήμονας/ιστορικός αναλυτής, όχι πολιτικός μηχανικός!»

«Κρίμα!» μου είπε παιχνιδιάρικα. «Και ότι είχα έρθει να υποκύψω στις ακόλαστες ορέξεις σου, γιατί έχω και δέκα ορφανά να μεγαλώσω!»

«Κάτσε ρε μαναράκι, τα άλλα 4,88, στρογγυλά πέντε, τι τα έκανες;» τη ρώτησα.

«Τι πας και θυμάσαι κι εσύ κυρ-Βρασίδα!» μου είπε και έκλεισε την πόρτα. «Έχει φύγει ο Πολυζωγόπουλος;»

«Από τις έξι,» της είπα, «με την προειδοποίηση λύση ασκήσεων να γίνεται σε ώρες γραφείου…» συνέχισα και της είπα την ιστορία, με τη Μελίτη να παθαίνει κι αυτή φωτορυθμικά.

«Του είπες γιατί είχα έρθει εδώ;» με ρώτησε με απελπισία.

«Βασικά αναγνώρισε το γραφικό σου χαρακτήρα στον πίνακα, και του είπα ότι αφού είχε φύγει είχες περάσει να με πάρεις… και το ένα έφερε το άλλο.»

Παραλίγο να της φύγουν τα γυαλιά όπως γούρλωσε τα μάτια της. «Αυτό του είπες;»

«Χρησιμοποιώντας ακριβώς αυτή τη διατύπωση,» τη διαβεβαίωσα.

«Και τι είπε;» με ρώτησε με τη φωνή ανθρώπου που σφίγγει τα δόντια για να ακούσει τα κακά μαντάτα.

“You are deeply weird people. Both!” της απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αλλά δες το θετικά, τουλάχιστον έκανες καλή επιλογή!» συνέχισα και μου ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.

«Ναι… εδώ ταιριάζουμε λιγάκι!» (λιγάκι, LOL!) μου είπε αναστενάζοντας. «Κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.»

«Εννοούσε τη Δομοστατική!» της είπα και έβαλα τα γέλια. «Θυμάσαι την bonus άσκηση του Δημήτρη;»

«Φυσικά!» μου απάντησε.

«Ναι, μου είχε ζητήσει να του φτιάξω εγώ μια bonus άσκηση και όταν την είδε γούρλωσε τα μάτια του, μου είπε ότι δεν είμαι με τα καλά μου, και την απέρριψε με την υποσημείωση ότι θέλει να εξακολουθήσει να έχει φοιτητές και πως θα επανέλθει να το συζητήσει μαζί μου…» της είπα σχεδόν με μια ανάσα.

«Δεν καταλαβαίνω!»

«Η άσκηση που σου έβαλα να λύσεις ήταν αυτή ακριβώς!»

«Εσύ την έγραψες;» με ρώτησε χαχανίζοντας. «Θα ορκιζόμουν ότι την είχες βρει σε κανένα βιβλίο τύπου Applied Sadism for Structural Engineers.”

“Hence, we are both deeply weird people!”

«Καλώς… θα σε βιάσω σπίτι τότε!» μου είπε και άνοιξε την πόρτα. “Move your ass!”

Ναι, ήταν λίγο δύσκολο εκείνη τη στιγμή γιατί η περί βιασμού δήλωσή της μου ήρθε λίγο απότομα. «Πώς; Αφού…»

«Θα κάτσω ήσυχη σε μια γωνία κύριε Βρασίδα!» ξεκίνησε το τσίρκο. «Με ξέρετε δα, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω το φουκαριάρικο!»

Το πιάσαμε το υπονοούμενο κι εγώ και ο Πρόεδρος, οπότε χρειάστηκα πέντε λεπτάκια να… καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός να μην περπατάω στους διαδρόμους λες και είχα πέσει μικρός στο καζάνι με τα Viagra.

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις!


47. Μικρά γαστριμαργικά μυστικά

Με το που γυρίσαμε σπίτι, η εκβιασθείσα δεν-τη-λες-και-κόρη-πλέον υπέκυψε στις ακόρεστες ορέξεις του λίγδα διαχειριστή/πολιτικού επιστήμονα/ιστορικού με ενθουσιασμό που σήκωνε τελικά συζήτηση για το ποιος είναι ο θύτης και ποιο είναι το θύμα.

Δεν πρόλαβα καλά-καλά να βγάλω το σακάκι και το παντελόνι, και με πέταξε στο κρεββάτι ενώ η ίδια δεν μπήκε καν στον κόπο να αλλάξει. Και όταν έκανα να ξαπλώσω στο μαξιλάρι σαν με σήκωσε και με έβαλε να κάτσω καθιστός στην άκρη του κρεββατιού.

«Μαναράκι, μ’ αρέσει ο ενθουσιασμός σου, αλλά μήπως να βάλουμε μια μπουκιά στο στόμα μας;» της είπα καθώς όταν επιστρέφαμε περάσαμε από το σουβλατζίδικο και οι μυρωδιά με έκανε να θυμηθώ ότι πεινάω… και αν μου μπει κάτι στο μυαλό… με ξέρετε, δε βγαίνει ούτε με σκαρπέλο.

«Αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω,» μου είπε και τύλιξε πρόχειρα τα μαλλιά της με ένα λαστιχάκι και μου κατέβασε το μποξεράκι. «Χώρια που μετά το φαγητό μου πικρίζεις!»

Μικρά γαστρονομικά μυστικά…

Χθες, πριν καν της έρθει η περίοδος, έτρωγα ping επειδή ανέπνεα, να πούμε, για σεξ ούτε κουβέντα! Και σήμερα, με την εισβολή από τη Ρωσία σε πλήρη εξέλιξη, είχε πέσει πάνω μου λες και ήμουν το τελευταίο μελομακάρονο στο δίσκο.

Ορμονολογικός αχταρμάς που είχε κάτι από συνδυασμό μεροκάματο του τρόμου και μέρας της μαρμότας, άλλοτε γινόμουν πλούσιος, άλλοτε ανατιναζόμουν.

Και προς εμπέδωση σταμάτησε απότομα, σηκώθηκε, μου έδωσε ping στη μύτη γιατί ξέχασα να της θυμίσω το λάδι μηχανής. Πήγε στο κομοδίνο, το πήρε, και εκεί μου έδωσε και δεύτερο ping γιατί με την αφηρημάδα ΜΟΥ διέκοψα την αισθησιακή σκηνή. Και φυσικά δε μείναμε εκεί, έφαγα και ένα τρίτο—υπεργολαβία αυτή τη φορά—γιατί είχε την καλοσύνη να αναγνωρίσει ότι εκείνη ήταν η ξεχασιάρα και έπρεπε να τιμωρηθεί.

Με τη μύτη ελαφρά πιο κόκκινη, τον πρόεδρο να ζει τη νιρβάνα του, και την υψηλή τεχνική της Μελίτης στην… αλλαγή λαδιών (στο κυρίως πιάτο είχε ακόμα περιθώρια βελτίωσης, να τα λέμε αυτά) η κορύφωση μου ήρθε με τη γνωστή ταχύτητα που θα έκανε το transwarp να μοιάζει με γιαγιά που οδηγεί στη δεξιά λωρίδα.

Και αφού τα κατάπιε, επακολούθησαν τρία pings. Ένα γιατί πήγα να την πνίξω πάλι και πώς στο διάολο καταφέρνει και μαζεύεται τόσο πράγμα, δύο γιατί πίκριζε παρά το γεγονός ότι ήμουν νηστικός και το τρίτο γιατί… βασικά γιατί έτσι, λογαριασμό θα μου έδινε;

Αλίμονο!

Και μετά μου επέτρεψε να φορέσω το μποξεράκι μου—καλοσύνη της—και να κάνω μάκια τους κορίτσαρους, αλλά να προσέχω με πόσο ενθουσιασμό θα το κάνω γιατί είναι ευαίσθητη, έχει ορμονικά και είναι Ninja, και φυσικά την υποσημείωση ότι της είμαι πολύ προσφιλής και γενικά θα προτιμούσε να μη μου ανοίξει το κεφάλι.

«Κι εγώ σ’ αγαπάω,» της είπα χαχανίζοντας. «Είσαι λατρεία!»

«Είμαι!» μου δήλωσε και μου έδωσε ένα τρυφερό φιλάκι στη μύτη.

«Όχι ping? Θα λιποθυμήσω!»

PING για ειρωνεία κατά της Αρχής και μετά ενθουσιώδες φιλάκι, και μετά κουζίνα για να ζεστάνουμε μακαρονάδα, η οποία αυτή τη φορά συνοδεύτηκε και από τη χορτόπιτα της γιαγιάς Ευτύχως.

Τουλάχιστον αυτή τη φορά θυμηθήκαμε και περάσαμε από το super market και πήραμε ψωμί, οπότε γλύτωσε η μύτη μου και λίγο ξύλο.

Win-win!

«Μελίτη μουυυυυυυυυυ;» της είπα καθώς μου ήρθε στο μυαλό μια σατανική ιδέα με πιθανότητες επιβίωσης της μύτης κοντά στο 5% αλλά με κέρδος που άξιζε το ρίσκο.

Και φυσικά ξεκινήσαμε με προληπτικό Ping γιατί κάτι σίγουρα κάτι είχα κάνει—και ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα της συμμετοχής στην Ολομέλεια, πρώτα σε τιμωρούσαν, μετά έπρεπε να αποδείξεις ότι δεν ήσουν ένοχος και στο τέλος έφταιγες εσύ γιατί δεν τα εξήγησες σωστά. Με δυο λόγια Τρίτη απόγευμα…

«Πόσες μέρες θα κάτσουν εδώ η Χαριτίνη και ο Jules?»

«Μια εβδομάδα, θα επιστρέψουν Παρίσι την άλλη Κυριακή το βράδυ,» μου εξήγησε.

«Και γιατί δεν πάνε Κεφαλονιά;» τη ρώτησα με απορία.

«Μπορούμε να πάμε και οι τέσσερις αν θέλεις,» μου είπε προσπαθώντας σκληρά να κρατηθεί σοβαρή. Την κοίταξα με ανοιχτό το στόμα, μην έχοντας συνειδητοποιήσει το επικό μέγεθος της κοτσάνας που πέταξα. «Μωρό μου, ακόμα και η Χαριτίνη καταλαβαίνει το too soon!»

ΠΕΕΕΕΕΕΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ…

«Λοιπόν, ποια ήταν η σατανική σου ιδέα;»

«Δεν υπάρχει λόγος να στριμωχτούν στον καναπέ του σαλονιού και χωρίς κλιματιστικό. Μπορούμε να νοικιάσουμε ένα φορτηγό και να φέρεις πράγματα να κοιμάσαι μια εβδομάδα εδώ,» της είπα με την ψυχή στα δόντια και κοιτώντας την σαν κουτάβι.

«ΜΕ ΕΙΡΩΝΕΥΕΣΑΙ, ΑΓΡΑΦΙΩΤΗ;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με καχύποπτα και πάρε τρία ping of death στη μύτη. Και μετά ενθουσιώδες σκαρφάλωμα πάνω μου για να την κάνει μάκια να περάσει και ότι μ’ αγαπάει πολύ-πολύ και ότι είμαι υπερβολικός, δεν χρειαζόμαστε νταλίκα, ένα φορτηγάκι μπορεί να κάνει μια χαρά τη δουλειά του.

Α, και ότι θα με ξαναβίαζε το βράδυ οπότε να φροντίσω να ενυδατωθώ, αλλά αν τολμήσω να είμαι και πάλι πικρός θα μου ανοίξει το κεφάλι. Και θα με άφηνε να παίξω ΚΑΙ με τα κορίτσια, αρκεί να είμαι προσεκτικός, γιατί θα μου το άνοιγε ξανά.

«Τουλάχιστον στο ΚΑΤ έχουμε και γνωστούς, θα μας περιποιηθούν!» της είπα χαχανίζοντας, εννοώντας φυσικά την Αλεξία.

Μετά μου επέτρεψε—καλοσύνη της—να πάω να ξεπλύνω το κορμί μου από την αμαρτία, και με ρώτησε ντροπαλά αν είχα όρεξη να της κάνω μασάζ στα ποδαράκια.

(Αυτό που την πιάνουν κάτι παντελώς άκυρες ντροπές δεν το καταλαβαίνω, μετά από όλα όσα έχουμε κάνει.)

«Το προσωπικό του Μπατίρης House Bath & Spa, κυρία μου, θα δώσει τον καλύτερό του εαυτό για την ικανοποίησή σας,» της είπα και έβαλε τα γέλια. «Έχετε και διαφημιστικό φυλλάδιο;» με ρώτησε καχύποπτα.

«Είχαμε,» της απάντησα. «Αλλά επειδή γενικά προτιμούμε τα κρανία ανέπαφα... μας τελείωσαν!»

Η Μελίτη ενθουσιάστηκε, έβαλε τα γέλια, πήδησε πάνω μου και… 5-0 υπέρ της βαρύτητας.

Τελείωσα το μπάνιο μου και της είπα να πάμε να φέρουμε άλλα πράγματα αν χρειάζεται και μετά να της κάνω το μασάζ στα πόδια.

Και όλος παραδόξως αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε μετακόμιση. Τα τρία φορέματα θα τα κρατούσε γιατί το Σάββατο το βράδυ ήθελε να πάμε κάπου καλά και ήθελε να έχει επιλογές. Από το διαμέρισμά της πήρε επίσης ακόμα ένα ζευγάρι γόβες—που και αυτές της είδα για πρώτη φορά—και βολικά εσώρουχα, γιατί αυτά που είχε φέρει μαζί της ήταν για να με αποπλανήσει και όχι για… ουκρανική αντίσταση.

Και μετά γυρίσαμε σπίτι να της κάνω το μασαζάκι της και επειδή ήταν στις καλές της μου επιτράπηκε και λίγη ποδολαγνεία!

«Μαναράκι,» της είπα όταν τέλειωσα και με το αριστερό της πόδι. «Εσύ καλά έφαγες σήμερα, και θα ξαναφάς το βράδι, αλλά εμένα με ρωτάς;» της έκανα, και έβαλε τα γέλια. Και κάπως έτσι έφαγα ΚΑΙ ποδαράκια 😉

Όμως το πραγματικό αποκορύφωμα ήταν το βράδυ που η Μελίτη—η οποία είχε τρελές ορέξεις—με έσουρε σχεδόν στο δωμάτιο διά τα περαιτέρω. Με άφησε να παίξω απαλά με τα κορίτσια, και η φουκαριάρα έγινε ακόμα περισσότερο πύραυλος.

Αυτό που έγινε στη συνέχεια το λες και απερισκεψία και δεν θα το κάναμε αν δεν εμπιστευόμασταν ο ένας τον άλλον: σεξ χωρίς προφυλακτικό, και φυσικά ο λόγος δεν ήταν κάποια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.

Η μόνη ένστασή της ήταν ο φόβος να λερώσουμε τα σεντόνια.

«Αρχικά θα είμαι εγώ από κάτω,» της είπα, «και επιπλέον θα στρώσω και μια παλιά πετσέτα!»

Ανέβηκε πάνω μου και της ξέφυγε ένα βαθύ βογγητό με το που μπήκα μέσα της. Άρχισε να κινείται με μεγάλο ενθουσιασμό—καθότι ήταν τούρμπο—αλλά την έκοψα.

«Μωρό μου θα κουραστείς έτσι,» της είπα τρυφερά. «Σιγά-σιγά, δε βιαζόμαστε!»

Άρχισα και πάλι να χαϊδεύω και να μαλάζω προσεκτικά τους ερεθισμένους κορίτσαρους κάνοντάς την ακόμα πιο τούρμπο, αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί και να μην πάθει πιστόνι με νίτρο.

Ακόμα και με αργό ρυθμό η αίσθηση του προέδρου χωρίς το κουστούμι του ήταν άλλο πράγμα, και ο πρόεδρος δεν ήταν συνηθισμένος να μπαίνει κομάντο, μπροστά τουλάχιστον. Και πάνω που νόμιζα ότι θα την αφήσω με την όρεξη, άρχισε η… Μιχαλιάδα.

ΤΕΛΕΙΩΣΕ! ΝΑΙ, ΤΕΛΕΙΩΣΕ! ΧΩΡΙΣ ΚΟΛΠΑ!!!!

«Μι-Μιχάλη μου! ΑΑΑΧ ΜΜΜ ΜΜΜιχ-Μιχάλη… Μιχάλη μου!»

Και άνοιξε το γκάζι, και Μιχάλη μου ο ένας, Μελίτη μου ο άλλος, μας έμαθαν μέχρι και στις γειτονικές πολυκατοικίες, και να δω με τι μούτρα θα αντίκρυζα τον κύριο Πέτρο και την κυρία Ουρανία—ειδικά αυτή!

Προεδρική Νιρβάνα… δεν ξέρω πως να το περιγράψω ήταν σχεδόν σαν δύο απανωτοί οργασμοί, Που τεχνικά μιλώντας ήταν ένας αλλά ΛΕΩΝ! Σας το ορκίζομαι στα κόκκαλα των Timoshenko και Ehrenfest, ήταν ο πιο δυνατός οργασμός που είχα ζήσει στα εννιάμιση χρόνια που κάνω σεξ.

(Με κάμποσα μεγάλα διαλείμματα πλυσίματος στο χέρι, lol)

Βέβαια στο τέλος θύμιζα Quentin Tarantino meets Dario Argento, αλλά χαλάλι. Άφησα τη Μελίτη να πάει να ξεπλυθεί πρώτη χωρίς να αυτοπροσκληθώ, γιατί μπορεί ώρες-ώρες να είμαι ούφο αλλά ΔΕΝ είμαι ΤΟΣΟ ούφο.

Και μετά πήγα κι εγώ στο μπάνιο με τον Πρόεδρο να φέρνει κάτι σε κόμη Δράκουλα μετά από οργιαστικό γεύμα επιπέδου ξεκληρίσματος ολόκληρου Ρουμανικού χωριού, και είδα και έπαθα για να τον καθαρίσω από τις πομπές του.

Από την άλλη, πάλι, το Μελιτάκι μου είχε τελειώσει με τρόπο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει και… ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο… οπότε ναι!

Η επιστροφή μου στο δωμάτιο έγινε… μετά μουσικής. Με το που μπήκα μέσα η Μελίτη κοιτάζοντάς με σκανταλιάρικα πάτησε κάτι στο κινητό της και ξεκίνησε η καντάδα.

Κάποια γρυλίσματα που δεν τα κατάλαβα και μετά “Oh sweet mystery of life.”

«Τι είναι αυτό;» τη ρώτησα χαχανίζοντας και έτσι εκείνο το βράδυ μου ανταπέδωσε την εισαγωγή στους Monty Python με το “Young Frankenstein” και πώς στο διάολο είχα καταφέρει και το είχα απλά ακουστά χωρίς να κάνω ποτέ τον κόπο να το δω;

Τι Abby Normal, τι η καμπούρα που άλλαζε θέσεις, τι η Frau Bucher που έκανε τα άλογα να χλιμιντρίσουν…

(Εκεί είχαμε διακοπή, αφενός για να μην κατουρηθώ από τα γέλια, και αφετέρου για ενθουσιώδη ανταλλαγή ιχλίμιντριχ, η οποία κατέληξε σε running gag, όποτε εμφανίζονταν η Blucher λέγαμε ο ένας στον άλλο “Ιχλίμιντριχ”)

Και φυσικά τη σκηνή με την Kahn να το ρίχνει στην όπερα, αν και μεταξύ μας βρίσκω τη… Μιχαλιάδα πιο πολύ του γούστου μου.

Γυρίσαμε στο κρεββάτι και ξαπλώσαμε για να την πέσουμε για ύπνο, καθότι είχε και πρωινό ξύπνημα, αλλά η Μελίτη είχε άλλα στο μυαλό της.

«ΜΟΥ ΕΤΑΞΕΣ ΟΤΙ ΘΑ ΜΕ ΕΚΒΙΑΣΕΙΣ ΝΑ ΥΠΟΚΥΨΩ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΑΣΤΕΣ ΟΡΕΞΕΙΣ ΣΟΥ!» μου διαμαρτυρήθηκε μετά ping.

«Βασικά, μαναράκι, εσύ…»

Ping!

Και μετά ακολούθησε και δεύτερο γιατί δεν έχω πιει χυμό να ενυδατωθώ. Και μετά τρίτο γιατί δεν είχαμε χυμούς! Και μετά με πήρε στο στόμα της και σταμάτησαν να με απασχολούν αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες.

Και με το λάδι μηχανής να κάνει κι αυτό το γνωστό του θαύμα, δεν είναι να απορείς που δεν την κούρασα, ούτε δέκα λεπτά δεν άντεξα.

Και φυσικά στο τέλος είχε και πάλι ping γιατί πίκριζα, και δεύτερο ping γιατί στην αρχή ήμουν αλμυρούτσικος και την είχα γελάσει και τώρα που έγινε hooked της έδειξα το πραγματικό μου πρόσωπο.

Πολλή Τρίτη απόγευμα για Παρασκευή βράδυ, αδέρφια!


48. Allons enfants de la Patrie

Το… ξεζούμισμα το ακολούθησε χταπόδιασμα, κατά τα φαινόμενα σήμερα το κορίτσι δεν ήθελε τρίψιμο στο στομάχι.

«Σου υπενθύμισα ότι είσαι δικός μου;» με ρώτησε έχοντάς με αρπάξει με χέρια και με πόδια.

«Η μυτούλα μου το ξέρει!» της απάντησα κάνοντάς τη να χαχανίσει.

«Δεν πιστεύω να τόλμησες να αφήσεις καμιά πρώην σου να σε αγκαλιάσει έτσι!» μου είπε κοιτάζοντάς με καχύποπτα και ετοιμάζοντας ping of death.

«Όχι,» της απάντησα. «Ξενέρωτες παιδί μου, το πολύ κουτάλα!»

PING OF DEATH

«Μα δεν ήταν χταπόδιασμα!» προσπάθησα να διαμαρτυρηθώ.

«Τις έπιανες αγκαλιά κουτάλα! Σου απαγορεύω!»

PING OF DEATH

«Τι έκανα πάλι!»

«Δεν μπορώ να βαρέσω την Άτροπο στη μύτη!»

Λογικό.

Και εκεί με έπιασε το παράπονο. «Εσύ δηλαδή δε χταπόδιαζες με το Νίκο;»

PING

«Έσφαλα!» μου είπε. «Σου ζητώ ταπεινά συγνώμη!»

Ξεχταποδιάστηκε, και έβγαλε τη μπλούζα της απελευθερώνοντας από το ζυγό τους κορίτσαρους, και φυσικά επειδή “BOOOBIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIES” ξέχασα τι λέγαμε πριν, ξέχασα ότι η μπλούζα τυπικά δεν ήταν “της” αλλά “μου”—και να την θυμάμαι με αγάπη—και γενικά ποιος είμαι και που πάνω.

Και όχι μόνο αυτό αλλά σκαρφάλωσε πάνω μου και έσκυψε στο πρόσωπό μου και ένα έχω να πω, οι κορίτσαροι είναι βάλσαμο για μύτη που έχει αρχίσει να θυμίζει βορειοευρωπαίο στον ήλιο.

Και μετά ξαναφόρεσε (ΜΕΗ!) την μπλούζα μου της και χταποδιάστηκε ακόμα πιο σφιχτά από πριν.

«Μαναράκι, λίγη μετάνοια παραπάνω δε θα έβλαπτε να πούμε!» της είπα σε Βρασίδας mode.

Ping!

«Εντάξει, το μετάνιωσες επαρκώς;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

Δημιουργική γαμιόλα, τα θέλει και μένα ο κώλος μου!

Θυμήθηκα την πρώτη φορά που η Τριανταφυλλιά μου είχε βάλει δάχτυλο την ώρα που μου έκανε πίπα. Ήμουν ξαπλωμένος στο πλάι και ήταν και εκείνη—αρκετά πιο χαμηλά—γιατί ξετρελαινόταν με το mouthfuck στη συγκεκριμένη στάση, κι εγώ με το θέαμα του προέδρου να χάνεται στο στόμα της και με το χέρι της να χαϊδεύεται.

Είχε ξαφνικά σταματήσει και με ρώτησε αν ήθελε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, και το μυαλό μου δεν είχε πάει εκεί. Με ξαναπήρε στο στόμα της και το χέρι της άρχισε να με χαϊδεύει πίσω μου και ανακάλυψα ότι μου άρεσε η αίσθηση.

Τη συνέχεια η αλήθεια είναι ότι δεν την περίμενα αλλά η Τριανταφυλλιά είχε αίσθηση του timing που θα έκανε τα ρολόγια πλέγματος στροντίου του Nist να μοιάζουν ξεκούρδιστα! Περίμενε τη στιγμή που κορύφωνα—γιατί φυσικά και με καταλάβαινε—και μου έβαλε το δάχτυλό της μέσα μου και οι τυφλοί είδαν, και οι μουγγοί μίλησαν, και οι κουφοί άκουσαν, και οι παράλυτοι περπάτησαν, να πούμε.

Και φυσικά η εν λόγω στάση έγινε και η δική μου αγαπημένη, αλλά ο ευέξαπτος μελαχρινός έρωτας είχε ακόμα ψωμιά μπροστά της, λίγο πάνω από τη μέση και πνιγόταν.

Δε βαριέσαι, όρεξη να υπάρχει—η Ρώμη δε χτίστηκε δα σε μια μέρα.

Ping!

«Που ταξιδεύεις πάλι; Θα σε πατήσω χάμω!» με απείλησε.

«Μωρό μου, δεν είναι αυτό που νομί—»

Ping of Death.

«ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΩ!» μου είπε και μετά έξυσε αφηρημένα το μέτωπό της. «Τι νομίζω;»

«Δεν ξέρω αλλά κάπως είμαι σίγουρος ότι θα την πληρώσει η μύτη μου!» της είπα κοιτάζοντάς την σαν κουτάβι, αλλά δεν ψάρωσε και έτσι δεν είχαμε δεύτερο γύρο κοριτσοθεραπείας.

«Απαλλάσσεσαι λόγω αμφιβολιών!» ήταν η ετυμηγορία. «Και τώρα ύπνο γιατί έχουμε πρωινό ξύπνημα.»

«Τι ώρα έρχονται;» τη ρώτησα.

«Γύρω στις έντεκα και μισή!» μου απάντησε. «Πετάνε από Orly στις επτά και τέταρτο!»

«Μαναράκι, τότε η αδερφή σου και ο γαμπρός σου έχουν πρωινό ξύπνημα, όχι εμείς!»

Ping!

«Συμπαραστέκομαι ηθικά στην αδερφή μου!» μου δήλωσε.

«Μπορείς να της συμπαρασταθείς και ξυπνώντας στις εννιά!» τη διαβεβαίωσα.

Ping!

«Δεν είναι ακόμα γαμπρός μου!» μου δήλωσε, έχοντας εξαντλήσει τα υπόλοιπα επιχειρήματα.

(Τουλάχιστον δεν χρειάστηκε να είμαστε εμείς που θα ξυπνήσουμε τα κοκόρια, οπότε στα βιβλία μου καταγράφηκε σα νίκη!)

«Έχω μια ιδέα!» της είπα. «Ξέρω να ανοίγω φύλλο, θέλεις να τους φτιάξουμε αύριο σπανακόπιτα; Της αρέσει;»

Και εκεί είχαμε δεύτερο γύρο ενθουσιώδης κοριτσοθεραπείας γιατί η Μελίτη βρήκε την ιδέα εξαιρετική, και μ’ αγαπάει πολύ-πολύ-πολύ, και η Χαριτίνη λατρεύει τη σπανακόπιτα, αλλά η Μελίτη τη λατρεύει ακόμα περισσότερο, και ξανά ότι μ’ αγαπάει πολύ-πολύ-πολύ, και ας ήμουν ένας άθλιος μπερμπάντης που είχε το θράσος να έχει κάνει και άλλες σχέσεις στη ζωή του.

«Ωραία, τότε θα ξυπνήσουμε νωρίς, να πάμε σούπερ μάρκετ για να πάρουμε τα υλικά, βασικά αλεύρι για να ανοίξω το φύλλο, σπανάκι και πράσο, και φέτα Κεφαλονιάς» (διακοπή για ενθουσιώδες χειροκρότημα από τη Μελίτη) «και…»

Ναι, εκεί ξέχασα τι λέγαμε γιατί μου δήλωσε ότι επειδή είμαι τόσο καλός δε θα φορέσει τη μπλούζα της και θα χταποδιάσει πάνω μου μόνο με το κάτω της εσώρουχο και πως θα με βοηθήσει να ανοίξουμε φύλλο.

«Ξέρεις να ανοίγεις φύλλο;» τη ρώτησα έκπληκτος.

«Όχι αλλά είμαι καλή μαθήτρια!» μου είπε, και μου έδωσε ένα βαθύ φιλί, και μετά ping στη μύτη γιατί σάμπως και να παραπήρε θάρρος ο πρόεδρος—που αλήθεια είναι, τα κάνει κάτι τέτοια ο… αχαρακτήριστος.

Καλά που την είχα πείσει να κοιμηθούμε λίγο παραπάνω, τελικά ξυπνήσαμε στις επτά και μισή για να πιούμε καφεδάκι και μετά να κατέβουμε να πάρουμε τα υλικά για τη σπανακόπιτα.

Και επειδή BOOOBIIIIIIIIIIIIES η λίστα είχε μείνει μισή, συμπληρώνω: φρέσκο κρεμμυδάκι, ξερό κρεμμύδι είχαμε, άνηθο, δυόσμο, μαϊντανό, αυγά, γάλα εβαπορέ, αλεύρι, τραχανά είχαμε— ΚΑΙ ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΤΕ ΤΙ ΘΑ ΤΟΝ ΚΑΝΑΜΕ ΤΟΝ ΤΡΑΧΑΝΑ, ΑΓΡΙΟΙ, ΑΠΟΛΙΤΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΗΜΙΒΑΡΒΑΡΟΙ! Η ΓΝΗΣΙΑ, Η ΠΑΣΟΚΙΚΗ, Η ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΓΙΟΛΙΚΗ ΣΠΑΝΑΚΟΠΙΤΤΑ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΤΡΑΧΑΝΑ.

Και ευτυχώς κράτησα τα σχόλια μέσα μου γιατί και η Μελίτη δεν είχε ιδέα ότι βάζουν τραχανά στη σπανακόπιτα, και αν ήταν τηλεπαθητική θα είχε πρωινό φύτεμα στο μανάβικο του super market.

Το άνοιγμα φύλλου ήταν συγκλονιστική εμπειρία, η Μελίτη κατάφερε να κάνει άσπρη μέχρι και τη μύτη της.

«Σα να έχω σνιφάρει κόκα είμαι!» μου είπε γελώντας κοιτάζοντας από την κάμερα του κινητού της.

«Αν η κόκα είχε πάει πάνω στη μύτη σου θα το έλεγες και σπατάλη!» της είπα, γιατί αλίμονο αν δεν πρόσφερα οικονομικό σχολιασμό για φανταστική χρήση ναρκωτικών.

Και εκεί έγινε άσπρη και η δική μου μύτη, γιατί φυσικά Ping με τα αλευρωμένα της δάχτυλα.

Και πάνω που έλεγες ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να γίνει πιο σουρεαλιστική, χτύπησε το τηλέφωνό της.

«Έλα μαμά!» της απάντησε βάζοντας το σε ανοιχτή ακρόαση.

«Καλημέρα μωρό μου,» είπε η μάνα της, και έτσι άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή της Αμαλίας. «Τι κάνεις;»

«Μια χαρά μουμουλίνο μου!» της είπε και μου ξέφυγε ένα πνιχτό ροχαλητό αλλά συμμαζεύτηκα αμέσως όταν η Μελίτη με κοίταξε με ύφος που το λες και δολοφονικό.

«Πού είσαι, ετοιμάζεσαι να πας αεροδρόμιο;» τη ρώτησε.

«Ναι… όχι ακριβώς!» της είπε χαχανίζοντας. «Στο Μιχάλη είμαι!»

(ΜΕ ΣΤΕΓΝΩΣΕ ΣΤΗΝ ΨΥΧΡΑ!)

«Πες γεια σου Μιχάλη, μαμά!» της είπε και εννοείται ότι έγινα φωτορυθμικό.

Αν αναρωτιέστε ποιος έκανε troll την Μελίτη—και όπως διαπίστωσα αργότερα και τη Χαριτίνη… είναι που δεν έχετε γνωρίσει την Αμαλία.

«Γεια σου Μιχάλη, μαμά!» την άκουσα να λέει στο τηλέφωνο, και η Μελίτη έσκασε στα γέλια, ενώ εγώ συνέχιζα να κάνω το χαλασμένο φωτορυθμικό.

«Γεια… γεια σας!» είπα τρέμοντας αλλά η Αμαλία δεν είχε τη λεπτότητα του Δημήτρη και…

«ΤΙ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ;» ρώτησε με δήθεν τσαμπουκαλεμένη φωνή, κερδίζοντας νέο γύρο γέλιων από τη Μελίτη και σχεδόν λιποθυμικό επεισόδιο για την πάρτη μου. «Και για να έχουμε καλό ερώτημα δεσποινίς, τι κάνεις στις οκτώ και μισή σε ξένο σπίτι!»

«Ανοίγουμε φύλλο!» της απάντησε deadpan και η μητέρα της το πήρε αλλιώς.

«ΜΗ ΜΕ ΕΙΡΩΝΕΥΕΣΑΙ ΕΜΕΝΑ!» της είπε η Αμαλία, με ύφος που θα ζήλευε και Drill Surgeon του Αμερικάνικου Σώματος Πεζοναυτών.

«Κλείσε, σε παίρνω στο Viber,» της απάντησε η Μελίτη και αμ έπος αμ έργο.

Με μπλούζα με το εξώφυλλο του album Iron Maiden—να ζήσω να τη θυμάμαι—σχεδόν commando από κάτω, και η μπλούζα που την είχα από το γυμνάσιο—που δεν είχα φτάσει το τελικό μου ύψος—ίσα που κάλυπτε την αρχή των μηρών της. Με τα γυαλάκια της και φυσικά με αλεύρια μέχρι και στο πρόσωπο.

“I’ll be damned” άκουσα την Αμαλία που πρέπει να είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Μιχάλη, έλα να πεις κι εσύ ένα γεια στη μαμά!» μου είπε, και με κοίταξε σαν κουτάβι και… και δεν μπορούσα να το αρνηθώ, παρόλο που μέσα μου είχα πάθει ταχυκαρδία.

Πήρα βαθιά ανάσα και αποφάσισα ότι μια ψυχή που ήταν να βγει, ας έβγαινε.

«Ένα γεια στη μαμά!» είπα σκύβοντας πάνω από την οθόνη του κινητού, αφήνοντας τη Μελίτη άγαλμα και την Αμαλία να βάζει τα γέλια, τόσο με την απάντηση, όσο και με τη φάτσα της κόρης της.

Θα μου έκανε τη μύτη Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αλλά χαλάλι!

Ακολούθησαν φυσικά και οι τυπικές συστάσεις, ξέρετε χαίρω πολύ, καλά είμαι και το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς και τα ρέστα. Και μετά γυρίσαμε στο άνοιγμα του φύλλου, και μετά της γέμισης, αλλά για ευνόητους λόγους δεν την βάλαμε στο φούρνο, αυτό αφού επιστρέφαμε από το αεροδρόμιο.

Μετά ένα γρήγορο ντουζάκι με τη σειρά και μετά ντύσιμο για να φύγουμε. Μιας και δεν θα πηγαίναμε με μηχανάκι φόρεσα ένα απλό σκούρο τζιν με ανοιχτό μπλε πόλο μπλουζάκι, και η Μελίτη φόρεσε και αυτή ένα ανοιχτό τζιν και από πάνω ένα απλό, λίγο πιο σκούρο από το τζιν, γαλάζιο φανελάκι.

Στην αρχή είχε αγχωθεί λίγο και ήθελε να πάρουμε ταξί, αλλά ας είναι καλά τα internets που πλέον μπορούσες να παρακολουθήσεις live σε χάρτη την πτήση που σε ενδιαφέρει.

Το αεροπλάνο που τους έφερνε ήταν ακόμα στη μέση της Αδριατικής, οπότε είχαμε τουλάχιστον μιάμιση ώρα μπροστά μας, και αυτό την έπεισε να πάμε με ΜΜΜ, δηλαδή το 220 μέχρι τον Ευαγγελισμό και από εκεί το μετρό για το αεροδρόμιο. Φτάσαμε νταν την ώρα που προσγειωνόταν το αεροπλάνο τους και πήγαμε να τους περιμένουμε στις αφίξεις.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ένα ελαφρύ-προς-μέτριο-καλά-βαρύ άγχος και το οποίο προκαλούσε είτε πάγωμα είτε απύθμενη βλακεία, και μαντέψτε ποιο είδος με έπιασε για να φάω το πρώτο δημόσιο ping στη μύτη.

«Εγώ λέω με το που τους δούμε να παίξουμε τη Μασσαλιώτιδα!» της είπα αλλάζοντας συνεχώς το πόδι που στηριζόμουν.

«Θα σοβαρευτείς ρε νούμερο;» μου είπε χαχανίζοντας.

«Κοίτα, αν τους παίξουμε τον ύμνο της Βέρμαχτ δε θα το πάρει καλά ο Jules!»

Ping!

«Εμένα βαράς; Στους Γάλλους πες τα, μαναράκι,» είπα μπαίνοντας από το πουθενά σε Βρασίδας mode, «που έφτιαξαν “απόρθητα οχυρωματικά έργα” και έπαθαν Blitzkrieg από τους Γερμανούς που τους τη βγήκαν από το δάσος των Αρδεννών!»

Ping! Ping! Ping!

«Μας κοιτάζουν περίεργα!» της είπα περιμένοντας να φάω και άλλο ping για το θράσος μου να κάνω υποδείξεις στο management, αλλά μας έσωσε το Ελλάς-Γαλλία συμμαχία. Κυριολεκτικά!

«ΝΑ ΤΟΙ!» μου φώναξε ενθουσιασμένη και με άρπαξε από το χέρι λες και ήμουν ξεροκέφαλο παιδάκι και πήγαμε να υποδεχτούμε το ζεύγος.

Yup, η Χαριτίνη ήταν κούκλα. Ψηλή, λυγερόκορμη, μαυρομάλλα, με ελαφρά σπαστό μαλλί σαν της Μελίτης αλλά αρκετά πιο μακρύ, μαυρομάτα, και με πιο εξωτικό, μεσογειακό δέρμα—σχεδόν Λατίνα—ήταν γυναίκα που θα έκανε τα αντρικά κεφάλια να γυρίσουν.

Και αν από τη φωτογραφία που είχα δει ήξερα πάνω-κάτω τι να περιμένω, η συγκεκριμένη του Jules, που μου είχε δείξει, τον αδικούσε κατάφορα. Ελάχιστα πιο ψηλός από μένα, καστανόξανθος με σκούρα γαλάζια μάτια, γελαστό πρόσωπο και στρογγυλά γυαλάκια, ναι μεν είχε nerdy look, αλλά όχι lab rat όπως τον είχα χαρακτηρίσει.

«ΜΩΡΟ ΜΟΥ!!!!» φώναξε η Χαριτίνη—ίδια λεπτή κοριτσίστικη φωνή σαν της Μελίτης μου—και τσιρίζοντας και οι δύο έπεσαν η μία στην αγκαλιά της άλλης και… σχεδόν ξέχασαν την ύπαρξή μας.

“They will remember us, sooner or later,” είπε χαμογελώντας ο Jules με έντονα γαλλική προφορά. “Jules, nice to meet you!”

“Michael, nice to meet you, too!” του είπα ανταποδίδοντας χαμόγελο και κάνοντάς του μια ζεστή χειραψία ενώ Χαριτίνη και Μελίτη εντωμεταξύ ακόμα ήταν αγκαλιασμένες και χοροπηδούσαν. “It may take them some time though…”

Αναστενάζοντας και οι δυο κάτσαμε να περιμένουμε τα κορίτσια μας να θυμηθούν ότι υπάρχουμε.



49. On Motivation

Ευτυχώς κάπου εκεί το duo Κοσμετάτου θυμήθηκε ότι υπάρχουμε και εμείς σε αυτόν τον πλανήτη και, μιας και εγώ και ο Jules είχαμε συστηθεί ήδη, έγιναν και οι υπόλοιπες συστάσεις.

«Από εδώ η βλαμμένη μου μεγάλη αδερφή,» μου είπε χαχανίζοντας.

«Χαίρω πολύ, Μιχάλης!» της είπα δίνοντάς της το χέρι μου.

Η Χαριτίνη στάθηκε για μια στιγμή κοιτώντας με από κάτω μέχρι πάνω και κοίταξε διστακτικά το χέρι μου και η Μελίτη δαγκώθηκε. Μάλλον δεν την είχε ενημερώσει για τα… επίπεδα υποχονδριασμού μου, όπως δεν είχε ενημερώσει και εμένα ότι η αδερφή της δεν είναι της χειραψίας.

Τράβηξα το χέρι μου πίσω και της έκανα ελαφριά υπόκλιση και το πρόσωπό της φωτίστηκε.

«Χαίρω πολύ!» μου είπε. «Χαριτίνη!»

Και μετά θυμηθήκαμε και οι τρεις ότι έχουμε άμαχο πληθυσμό που δεν καταλάβαινε ελληνικά.

“Jules, this is my little sister, Melite” του είπε και η Μελίτη του έδωσε το χέρι της και αντάλλαξαν μια θερμή χειραψία.

“Charmed” της είπε όταν άφησε το χέρι της και έκανε και αυτός μια μικρή υπόκλιση.

Τους βοηθήσαμε να πάρουνε τα πράγματά τους και αυτή τη φορά επιστρέψαμε με ταξί, και αναγκαστικά κάθισα μπροστά για να είναι οι δύο αδερφές μαζί και για να μην έχουμε το Jules μόνο του.

“So, Michael,” είπε η Χαριτίνη στα αγγλικά, “Melite told me that you are finishing your PhD!”

“That’s right,” είπα και γύρισα να τους κοιτάξω χαμογελαστός. “It took me long enough, three and a half years, but at last I was able to finish the proof that eluded me.”

“Proof?” ρώτησε ο Jules. “Isn’t your PhD on Structural Engineering?” με ρώτησε με ειλικρινή περιέργεια.

“It is,” του απάντησα, “on stochastic Timoshenko–Ehrenfest systems, and I needed to prove that, under certain conditions on the initial state and the stochastic forcing, the semi-discrete approximation preserves the mean-square exponential stability of the continuous system, uniformly with respect to the spatial discretization.”

“Yeah, can you translate it to English?” με ρώτησε χαχανίζοντας. “Is that even translatable to English?”

“Ok,” του απάντησα χαμογελαστός. “Let’s try another approach: I needed to prove that, under certain initial conditions, the semi-discrete approximation remains exponentially stable in the mean-square sense, with a decay rate that does not deteriorate as the mesh is refined.”

Και εκεί επενέβη η Χαριτίνη: «Ε, πες το έτσι ντε, να καταλάβουμε κι εμείς!» και έβαλε τα γέλια, και μαζί της έβαλε τα γέλια και η Μελίτη, και μετά η Χαριτίνη γύρισε στον Jules. “Melite said that his supervisor compared Michael’s mathematics to Linear-B, so… let it be!”

“Ok!” είπε ανακουφισμένος ο Jules. “For a sec I thought that I lost some IQ points during the flight!”

Και κάπως έτσι αποκτήσαμε ΚΑΙ διεθνές τρολλάρισμα.

“So, Jules,” ξεκίνησα εγώ για να στρέψω την κουβέντα από εμένα. “Melite told me that you are an oncologist.”

“Yeah,” he replied. “Child cancer, focused on leukemia.”

Η πληροφορία με χτύπησε στο δόξα πατρί γιατί είχαμε χάσει ένα ξάδερφό μου από παιδική λευχαιμία. Εγώ δεν είχα γεννηθεί τότε, γεννήθηκα δυο μήνες αφού έφυγε, μόλις οκτώ χρονών. Γιώργος και Δημήτρης, τ’ αδέρφια μου, είχαν πάρει τα ονόματα των δύο παππούδων μου. Εγώ είχα πάρει του άτυχου ξάδερφου μου.

“I…” είπα και η φωνή μου έσπασε. “I… had a cousin. I never met him; he died of leukemia two months before I was born. I got my name in his memory.”

Δεν το είχα πει αυτό ούτε καν στη Μελίτη, αφενός γιατί δεν το είχε φέρει ποτέ η κουβέντα και αφετέρου δεν είναι και από τις μνήμες που θες να επαναφέρεις, ακόμα και αν δεν είναι καν δική σου.

“I’m so sorry, babe!” είπε η Μελίτη και με χάιδεψε τρυφερά στον ώμο.

“I lost my baby sister to leukemia,” μας είπε ήσυχα. “That’s… that’s why I studied medicine. To give everything I have to erase this purge.”

“I’m so sorry for your loss,” είπαμε σχεδόν ταυτόχρονα κι εγώ και η Μελίτη.

Ξαφνικά το διδακτορικό μου έμοιαζε ανούσιο, και δεν το λέω με πίκρα. Η εκτίμησή μου για τον Jules ανέβηκε μερικές σκάλες παραπάνω.

“Cancer, and more importantly, child cancer is one of the reasons I’m not a religious person,” είπα σιγανά. “Universe is not just… it just is.”

“Amen to that!” απάντησε η Χαριτίνη. “Anyway, the idea of coming to Greece is to get away from all of this to clear our minds… So, let’s change the subject.”

“Do you like spanakopita?” είπα αρπάζοντας την ευκαιρία.

“I LOVE SPANAKOPITA!” απάντησε η Χαριτίνη. “Jules, cher, you are going to love it! Spinach pie with feta cheese—” Σταμάτησε και με κοίταξε καχύποπτα. "It has feta cheese, right?”

Έβαλα τα γέλια. “Not any feta, Charitine, Kefalonia’s feta!”

“Wait… you made it yourself?” με ρώτησε η Χαριτίνη.

“I rolled out the pastry myself, with some, let’s say, highly questionable assistance from your sister.”

“Hey, I did help!” είπε η Μελίτη τάχα μου θιγμένη.

“Baby girl, at some point you were like a scene from Scarface!” της είπα κερδίζοντας τα γέλια Χαριτίνης και Jules και φυσικά ένα ping στη μύτη.

“Marry him!” είπε η Χαριτίνη στην αδερφή της και στουκάραμε αμφότεροι εις διπλούν.

“What?” ρώτησε η Μελίτη καθώς της ήρθε λίγο ξαφνικό.

“Well, this could be awkward but if his cuisine is like his mathematics, I would marry him!” είπε ο Jules βάζοντας τα γέλια.

“Ehm!” του είπε η Χαριτίνη για να το επαναφέρει.

“Current girlfriend excluded!” είπε χωρίς να χάσει beat, και κάπως έτσι, καλά-καλά δεν είχαμε βγει στην Αττική οδό και είχα γίνει πολύφερνος νύφη.

“Am I allowed to speak?” ρώτησα για να λάβω τρία ηχηρά “No!” ως απάντηση.

Σάββατο μεσημέρι και συνέχιζε να κάνει Τρίτη απόγευμα.

“I will take your advice into consideration,” είπε η Μελίτη και μετά γύρισε καχύποπτα προς εμένα. «Δε φαντάζομαι να έχεις καμιά αντίρρηση, ε;» με ρώτησε και η Χαριτίνη έβαλε τα γέλια και εξήγησε στο Jules τι μου είπε η αδερφή της.

Κάπως έτσι κατάφερα να boot-άρω κι εγώ και να λάβω μέρος στο χαβαλέ, με τον μοναδικό μου τρόπο. “Wise men know when to shut up.”

Είκοσι-εικοσιπέντε λεπτά αργότερα ήμασταν μπροστά στην πολυκατοικία της Μελίτης και όταν ανεβήκαμε πάνω το πρώτο πράγμα που έκανε η Χαριτίνη ήταν στρατηγική επιθεώρηση.

«Μαλακία κάναμε!» μου είπε χαμηλόφωνα η Μελίτη. «Στο δικό σου σπίτι έπρεπε να τους στείλουμε!»

«Η κουζίνα μοιάζει με πεδίο μάχης!» της υπενθύμισα, καθώς δεν είχα προλάβει να συμμαζέψω το χάος.

Ping!

«Ορίστε, αυτός είναι ευπρεπής εκβιασμός κύριε Βρασίδα!»

«Μαναράκι, δέκα στόματα έχεις να θρέψεις!» μου υπενθύμισε.

«Δώδεκα!» με διόρθωσε. «Χθες κάναμε δίδυμα!» συνέχισε χαχανίζοντας.

«Πώς μωρέ, αφού υποτίθεται ότι είσαι ορφανή!» διαμαρτυρήθηκα.

Ping!

«Μη μου χαλάς εμένα τη σκηνοθεσία!»

«Καλά λοιπόν… σήμερα θα είμαι πονόψυχος, θα σε εκβιάσω ευπρεπώς!»

Ping!

«Σου απαγορεύω!»

Άντε βγάλε τώρα εσύ άκρη… Τέλος πάντων, τουλάχιστον ο Στρατηγός έμεινε ικανοποιημένος από την επιθεώρηση του στρατοπέδου διαμερίσματος της Μελίτης, οπότε κάτι ήταν κι αυτό.

“So, sis,” της είπε η Μελίτη, “I will leave the house to you, I’ll stay with Michael for some days.”

“It’s ok with me,” είπε η Χαριτίνη, “as long as you don’t ask me to cover for you!”

“You won’t,” της είπε η Μελίτη. “Should they ask, you are free to tell them that I’m at Michael’s,” είπε και σταμάτησε για μερικές στιγμές. But since he is working, I’m free till about six or seven o’clock, if you want to hang out.”

“Can we go to the sea?” ρώτησε ο Jules σαν κουτάβι.

“Of course!” απάντησε και πάλι η Μελίτη. “Though we need to take a taxi, I can’t take all three of you on the bike!”

“We will rent a car, no problem” απάντησε o Jules και μετά γύρισε προς τη Χαριτίνη. “Cherie?”

“Sure,” του απάντησε χαμογελώντας του.

“Ok, we will leave you to settle in and we’ll come back at two-ish to have the spanakopita!” είπε η Μελίτη, και την κάναμε με ελαφρά χοροπηδηματάκια.

«Κερνάω καφεδάκι!» μου είπε, και έτσι πήγαμε μέχρι την πλατεία να πάρουμε καφέ από το Μικέλ, και τελικά όχι απλά πήγαμε, αλλά κάτσαμε κιόλας να τον πιούμε εκεί.

«Πώς σου φάνηκαν;» με ρώτησε με ίχνος αγωνίας στη φωνή της.

«Η Χαριτίνη ακριβώς όπως την περίμενα!» της απάντησα. «Όσο για τον Jules… παίζει να του έλεγα ναι αν μου ζητούσε να παντρευτούμε,» συνέχισα γελώντας για να λάβω ένα παιχνιδιάρικο ping στη μύτη.

«Σου απαγορεύω!» μου δήλωσε.

«Αλίμονο!» της απάντησα χαχανίζοντας ακόμα.

«Αχ μωρέ Μιχάλη μου, είχα ξεχάσει να σου πω το πιο βασικό πράγμα για τη Χαριτίνη, δεν θέλει σωματικές επαφές.»

«Δεν φάνηκε έτσι όπως χοροπηδάγατε σαν κατσίκια και οι δύο!» της είπα πειράζοντάς την. «Ή όπως κράταγε τον Jules στο αυτοκίνητο!»

«Ε, καλά, δεν είναι το ίδιο ρε Μιχάλη!»

«Το ξέρω, μαναράκι, σε τσιγκλάω!» της είπα και χειροκρότησε μόνη της ενθουσιασμένη και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη, αλλά μετά σοβάρεψε και πάλι καθώς θυμήθηκε την προέλευση του ονόματός μου.

«Δεν μου είχες πει την ιστορία για τον ξάδερφό σου…»

«Ε, δεν είναι και από τα πράγματα που μπορούν να αναφερθούν στο μέσο της συζήτησης,» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Δε σε μαλώνω, χαζούλη!» μου είπε τρυφερά.

«Ο Μιχάλης ήταν το στερνοπαίδι της θείας μου της Τασίας, αδερφής της μάνας μου, και του θείου μου του Μανώλη,» της είπα αναστενάζοντας. «Δεν πρόλαβαν να κάνουν κιχ, τον χάσανε μέσα σε τρεις μήνες…»

«Λυπάμαι μωρό μου,» μου είπε στεναχωρημένη.

«Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω… αλλά αυτός έφυγε και ησύχασε, Μελίτη μου. Αλίμονο σε αυτούς που μένουν πίσω.» Πήρα βαθιά ανάσα προσπαθώντας να βρω την αυτοκυριαρχία μου. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν για τον Jules και τους γονείς του.»

«Γάμησέ τα…» μου είπε αναστενάζοντας με τη σειρά της.

«Ξέρω όμως πως ήταν για τους θείους μου και τα ξαδέρφια μου. Η μητέρα μου μού είπε πως ο θείος ο Μανώλης άσπρισε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Η θεία μου η Τασία, το πιο χαρούμενο παιδί της οικογένειας, σύμφωνα με τη κυρά-Χρυσή… Της πήρε χρόνια για να χαμογελάσει ξανά.»

Η φωνή μου έτρεμε, είχε σπάσει, και τα μάτια μου έτσουζαν. «Και σκεφτόμουν… σκεφτόμουν μέσα στο ταξί… Αυτός ο άνθρωπος έχασε τη μικρή του αδερφή. Τι… τι δύναμη πρέπει να έχεις μια τέτοια απώλεια να σε ατσαλώσει να… να σπουδάσεις για να προσθέσεις το δικό σου λιθαράκι ώστε να μην κλάψουν άλλοι γονείς το παιδί τους και άλλα αδέρφια τα αδέρφια τους.»

«Ποια γαμημένα στοχαστικά συστήματα και μαλακίες τούμπανα… αυτό είναι… αυτό είναι ουσιαστική έρευνα.»

«Όχι!» μου είπε. «Μιχάλη, γονείς έχουν χάσει τα παιδιά τους και αδέρφια τα αδέρφια τους επειδή στο σεισμό το σπίτι κατέρρευσε πάνω από τα κεφάλια τους. Ή επειδή τα ανασχετικά αναχώματα γκρεμίστηκαν από τα ορμητικά νερά και πνίγηκαν σαν τα ποντίκια.»

«Μελίτη…» πήγα να πω αλλά με έκοψε.

«Όχι,» μου είπε. «Η έρευνά σου είναι εξίσου σημαντική.»

«Η έρευνά μου ξεκίνησε γιατί για μένα ήταν ένα ενδιαφέρον μαθηματικό πρόβλημα, Μελίτη. Αυτό είναι το πρόβλημά μου. Ένα ενδιαφέρον μαθηματικό πρόβλημα που κανείς άνθρωπος δεν είχε λύσει ως τώρα.»

«Το οποίο θα έχει άμεσο αντίκτυπο στο σχεδιασμό των σκελετών των κτηρίων, Μιχάλη. Ακόμα και αν ο σκοπός σου ήταν “ένα ενδιαφέρον μαθηματικό πρόβλημα που κανείς δεν είχε λύσει,” να που το έλυσες.»

Πήρε τα χέρια μου στα χέρια της και τα μάτια της άστραφταν από το πάθος.

«Και να που θα έχει εφαρμογές. Όχι μόνο στους σεισμούς αλλά και στις χαοτικές πιέσεις και στρεβλώσεις που προκαλούν οι πλημμύρες,» μου είπε και σταμάτησε για μερικές στιγμές.

«Και έλα πες μου ότι η εικόνα της Αλεξίας με τους γονείς της πάνω στα κεραμίδια στο Daniel δεν έβαλε το λιθαράκι της στο κατά τα άλλα “ενδιαφέρον μαθηματικό πρόβλημα”.»



50. Fight, flight or boobies

Γυρίσαμε στο σπίτι μου, και επειδή η διάθεσή μου ήταν ακόμα πεσμένη, η Μελίτη αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Πρώτη στάση, Ολομέλεια, η οποία είχε δεν είχε μείνει στις καθημερινές socially questionable καλημέρες.

Stelios: Καλημέρα πεογλύφτες.
Jo: Με “ει” αγράμματο ντουγάνι @Stelios, δεν γίναμε ξαφνικά Πραξιτέληδες. Καλημέρα ψωλοβροντάκηδες.
Stelios: Θα σού’ λεγα τι να “γλύψεις” αλλά θα προτιμήσω την τύχη μου σε Glory hole με κανίβαλο.
Vicky: Μη μου δίνεις ιδέες @Stelios. Καλημέρα ψωλοφουρτουνάκηδες.
Jo: @Stelios Πάρε φόρα και έλα με την όπισθεν, έχουμε but plugs σε όλα τα με-γέθη.
Alexia: Και strap-ons! Καλημέρα παλαμογαμιάδες!
Vicky: @Alexia Διπλά; Για μια φίλη ρωτάω.
Stelios: @Alexia Το διπλό δε με βολεύει, θα βρει μπαλάκια. Σε μονό υπάρχει τίποτα;
Jo: @Stelios Έχουμε ένα γαμάτο—pun intended—αλλά θα χρειαστείς πρωκτοραφή. Μαύρο, σαν το φίδι που θα σε φάει!
Stelios: Αυτό που λένε once you go black you never go back! Εντωμεταξύ τι σκατά λεσβίες είστε π’ ανάθεμά σας, το μυαλό σας στην τσουτσού… έστω και πλαστική.
Jo: @Stelios Οι τσουτσούδες μας αρέσουν, τα μούτρα σας δε μας αρέσουν!
Alexia: Εντάξει μωρέ, τον @Stelios τον λες και γλυκούλη… NOT!
Stelios: Εγώ φταίω μωρή που σε λυπήθηκα και δε σ’ άφησα να με παρακαλάς.
Alexia: Λέει ο @Stelios που έφαγε τρεις χυλόπιτες μέχρι να με πιάσει σε στιγμή αδυναμίας.
Vicky: Σουβλάκια;
Alexia: Από το σουβλατζίδικο στο χωριό!
Jo: Ααααχ… τα σουβλάκια στο χωριό… Σε βγάζουν στο κλαρί για πλάκα!
Alexia: Εσύ να τα βλέπεις που με ρώταγες τι του βρήκα!
Vicky: Εγώ ακόμα του βρίσκω! Κάτι κάνω λάθος!
Stelios: Μη τις ακούς τις κάρχιες, μωρό μου! Εσύ όλα σωστά τα κάνεις.
Vicky: Μέχρι να μου κάτσει η @Melite, και μετά αντίο Σπανιόλες κυρίες! Αλή-θεια, που ψωλοβροντάνε πάλι αυτοί οι δύο;
Stelios: Εγώ είμαι πιο τριχωτός! Που θα βρεις μωρή τόση τρίχα;
Jo: Σε κανένα ζωολογικό κήπο, ξέρω-γω; Όλο και κάποια καφέ αρκούδα θα βρεθεί.
Vicky: Είναι λίγο σαν κουβέρτα ο καλούλης μου. Τσιμπάει λίγο αλλά το χειμώνα είναι σα να κοιμάσαι αγκαλιά με τη φλοκάτη.
Alexia: Μπρρρρ… ευτυχώς ο καλός θεούλης με έκανε λεσβία!
Jo: Καλό θεούλη τον λέμε τώρα τον @Stelios?
Stelios: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Alexia: Touché!

Και κάπου εκεί μπήκαμε και εμείς για να απευθύνουμε πανηγυρικό.

Melite: Καλημέρα κουβερτόψωλοι!
Michael: Καλημέρα ξυνομούνες!
Vicky: Καλώς την κούκλα. @Melite μωρό μου, που γύρναγες; Δεν πιστεύω να με απατάς με τον γκόμενό σου πάλι!
Michael: @Vicky Είμαι κι εγώ εδώ!
Stelios: Κι εγώ!
Melite: Μου έκανε μια ανήθικη πρόταση που δε μπορούσα να αρνηθώ.
Stelios: Ώπα!
Vicky: Πες μου ότι έχετε βίντεο!
Melite: Αμέ! @Melite Shares a video.
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ @Melite έπεσες με τη μούρη στη σακούλα με το αλεύρι;
Stelios: @Melite Tony Montana would be proud!
Alexia: Ωπ, τι έχουμε εδώ; Δούλα και κυρά @Melite; Κοίτα να δεις που την έσκισε τελικά τη γάτα ο μαλακοπίτουρας ο ξάδερφος
Jo: @Michael Πες μας τι της έριξες στο ποτό! Ομολόγησε και θα είμαστε επιεικής μαζί σου!
Melite: Όχι μωρέ, εγώ προθυμοποιήθηκα μπας και σταματήσει η Αμαλία να με λέει αχαΐρευτη.
Jo: Σταμάτησε;
Melite: Έκαψε φλάντζα όταν με είδε!
Alexia: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ Πού σε είδε;
Melite: @Alexia με ρώτησε τι κάνω το πρωί στο ξένο σπίτι και της είπα ότι ά-νοιγα φύλλο! Ε, νόμιζε ότι την ειρωνεύομαι οπότε αναγκάστηκα να βάλω τα με-γάλα μέσα.
Jo: ROFL

Οπότε, ναι, η διάθεσή μου καλυτέρευσε γρήγορα, και ας το γύρισαν αμέσως μετά στο αγαπημένο τους hobby of roasting Michael. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια!

Και μετά πήγαμε να διαλέξουμε φόρεμα για το βράδυ. Σάμπως να βιαζόμασταν, είναι η αλήθεια, αλλά σιγά που θα παραπονιόμουν, καθώς το πρώτο πράγμα που έκανε η Μελίτη όταν επιστρέψαμε στο δωμάτιο ήταν να βγάλει το φανελάκι και το σουτιέν, απελευθερώνοντας τα κορίτσια.

“BOOOOBIIIIIIIIIEEEEEEEESSSSSSSSSSSS” έκανα ενθουσιασμένος.

«Ρε νούμερο θα σοβαρευτείς ποτέ;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Μαναράκι, ο Βρασίδας θα σου πει ένα μυστικό που το γνωρίζουν όλοι οι άντρες και δε φαίνεται να το καταλαβαίνουν αι γυναίκαι!»

“Please, enlighten me!” μου είπε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρή.

«Το αυτόνομο νευρικό σύστημα των αρσενικών, μαναράκι, στην πραγματικότητα έχει τρεις αντιδράσεις. Fight, flight or boobies, και το τρίτο κάνει overwrite τα πρώτα δύο!» ξεκίνησα να λέω τη θεωρία μου, με τη Μελίτη στην αρχή να γουρλώνει τα μάτια της και μετά να βάζει τα γέλια, και εμένα να συνεχίζω με πάθος ιεροκήρυκα.

«Λιοντάρι και boobies; Χέσε μας ρε γατάκι. Κροκόδειλος και boobies; Τα σαμιαμίδια είναι γούρι. Πολική αρκούδα και boobies? Μεγάλο λούτρινο!»

«Και οι ομοφυλόφιλοι;» με ρώτησε χτυπώντας το αδύναμο σημείο της θεωρίας.

«Είναι η ασφαλιστική δικλείδα της φύσης στην περίπτωση που όλες οι γυναίκες του κόσμου σηκώσουν συγχρονισμένα τις μπλούζες τους! Οι υπόλοιποι θα πάθουμε Darwin Awards!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Μαναράκι, ένας είναι ο Βρασίδας!» της είπα αυτάρεσκα. «Και αφού το έβγαλες το φανελάκι, μην πάει χαμένος ο κόπος σου, μαναράκι! Έλα κοντά μου να σε εκβιάσω!»

«Καλέ κύριε Βρασίδα δεν ντρέπεστε καθόλου; Τι θα πω στα έντεκα ορφανά που με περιμένουν σπίτι;» με ρώτησε και μου ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.

«Μαναράκι, αδέρφια έχεις ή κβαντικές υπερθέσεις;»

«Δεν προλαβαίνουμε να με εκβιάσετε τώρα!» μου είπε κόβοντάς μου τα φτερά. «Έχει πάει δύο παρά τέταρτο, βάλε και το ντουζάκι που θα χρειαζόμασταν…»

«Άτιμη κενωνία!» μοιρολόγησα σαν πρωταγωνιστής σε δραματική ελληνική ταινία του ’60.

«Μη μου ανησυχείτε κύριε Βρασίδα, όταν γυρίσουμε θα με εκβιάσετε με την ησυχία σας. Θα έχω φροντίσει να βάλω και τα εννιά ορφανά να κοιμηθούν!»

Και μιας και κοκό δεν είχε, επιστρέψαμε στο λόγο για τον οποίο άφησε τα κορίτσια ελεύθερα να με αποσυντονίζουν.

«Αυτό;» μου είπε κρατώντας ένα ροζ πλεχτό μπλουζάκι «ή αυτό;» και μου έδειξε ένα κίτρινο στο χρώμα του βουτύρου Off‑shoulder top. «Θα τα φορέσω με το τζιν που φοράω τώρα.»

«Δεν θα βάλεις φόρεμα;» τη ρώτησα, τρία φορέματα και δυο ζευγάρια γόβες είχε φέρει. «Ήλπιζα να βάλεις ροδακινί μάξι φόρεμα με τον κόμπο στο μπούστο,» της είπα, καθώς είχα ξετρελαθεί όταν το είχα δει.

Strapless και με βαθύ σκίσιμο, ταίριαζε και με το ένα από τα δύο ζευγάρια κλειστές μυτερές γόβες που είχε φέρει μαζί της.

«Ναι, αυτό το προόριζα για τον ιδιωτικό μας εορτασμό!» μου είπε.

«Γιατί καλέ, τι έχει;»

Αντί απάντησης απλά το φόρεσε. Ναι, στο μπούστο είχαμε θέμα, ήταν αδύνατο να μην το κοιτάξεις και επειδή ο Jules είναι αγοράκι, το να πέσει πάνω τους το μάτι του θα ήταν ουσιαστικά αντανακλαστικό, καλύτερα όχι.

«Το κίτρινο off-shoulder,» της απάντησα.

“I thought so!” μου είχε χαχανίζοντας.

Μιας και είχαμε λίγη ώρα ακόμα μπροστά μας, πήγαμε και κάτσαμε στο σαλόνι. Δηλαδή εγώ έκατσα και η Μελίτη σκαρφάλωσε πάνω μου.

«Να σου εξομολογηθώ κάτι;» τη ρώτησα.

«Θα σε δείρω πολύ ή λίγο;» μου απάντησε κοιτάζοντάς με καχύποπτα.

«Όταν σε είχα γνωρίσει… δεν ξέρω…» ξεκίνησα να της λέω. «Δε μπορούσα να σε φανταστώ με φορέματα, γόβες και φούστες!»

«Δεν είσαι ο μόνος,» μου είπε αναστενάζοντας. «Από μικρή που ήμουν όλοι με αντιμετώπιζαν σαν αγοροκόριτσο,» μου είπε αναστενάζοντας. «Καμία σχέση! Μου άρεσε που ήμουν κοριτσάκι, παρόλο που το γούστο μου στα παιχνίδια ήταν διαφορετικό από των υπόλοιπων, όπως πχ της Κωνσταντίνας. Εμένα δε μου άρεσαν οι κούκλες, μου άρεσαν οι κατασκευές!» συνέχισε σχεδόν ντροπαλά.

«Για φαντάσου!» της είπα χαχανίζοντας και κερδίζοντας επαξίως ένα παιχνιδιάρικο ping.

«Μου άρεσαν τα φορεματάκια, μου άρεσαν οι φούστες, μου άρεσε να φτιάχνω το μαλλί μου. Δεν το έκανα για να υπενθυμίζω στους υπόλοιπους πως ήμουν κοριτσάκι, το έκανα επειδή πραγματικά μου άρεσε. Και φυσικά μεγαλώνοντας και δίπλα στη Χαριτίνη…»

«Τι εννοείς;» την ρώτησα με απορία.

«Την ακολουθούσα σαν κουτάβι,» μου είπε. «Και η Χαριτίνη, την είδες, έτσι; Ντυμένη και προσεγμένη σα να βγήκε από περιοδικό μόδας.»

“Yup” απάντησα μηχανικά.

PING!

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!» μου δήλωσε και μετά κόλλησε για μερικές στιγμές. «Τι λέγαμε;»

«Ότι ακολουθούσες την Χαριτίνη σαν κουτάβι!» της υπενθύμισα.

«Α, ναι!» μου είπε. «Και η Χαριτίνη λάτρευε την προσοχή που της έδινα, γιατί… γενικά δεν πολυγούσταρε επαφές με τον υπόλοιπο ανθρώπινο πληθυσμό, τουλάχιστον όχι μέχρι τα μέσα της εφηβείας της.»

«Ναι…» της είπα αναστενάζοντας… «Κάτι μου θυμίζει αυτό…»

«Εσένα και το Στέλιο, ε;» μου είπε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο πρόσωπο.

«Τέλος πάντων… Η Χαριτίνη ήταν από μικρή πολύ κοκέτα και έτσι κοντά της έγινα κι εγώ.»

«Από την άλλη σα χαρακτήρες ήμασταν τελείως διαφορετικοί. Η Χαριτίνη ήταν ήρεμη και απέφευγε τις συγκρούσεις σε αντίθεση με εμένα που άρπαζα εύκολα.»

Σταμάτησε για λίγο, λες και ξαναζούσε τις σκηνές στο μυαλό της

«Με είχαν πάει σε παιδοψυχολόγο γιατί ήμουν πολύ επιθετική και βίαιη,» συνέχισε αναστενάζοντας. «Είναι αυτός που πρότεινε στους γονείς μου να κάνω Aikido.»

«Έτσι σε πήγαν;» τη ρώτησα. «Στα καλά καθούμενα;»

«Όχι,» παραδέχτηκε. «Ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού και κάποιο αγόρι, που είχε αδερφό στο λύκειο… ας πούμε μετέφερε την πίκρα του αδερφού του για τη χυλόπιτα που είχε φάει από τη Χαριτίνη.»

Χαμογέλασε πικρά. «Και η Χαριτίνη… είναι Χαριτίνη. Δεν είχε πρόθεση να τον προσβάλει… ήταν απλά κυριολεκτική.»

«Και;» την ρώτησα.

«Και… και του έχωσα γροθιά στη μούρη,» μου απάντησε. «Και το αστείο ήταν πως αυτή ήταν η αφορμή να καταλάβουμε πως η Χαριτίνη ήταν στο φάσμα… στην άκρη του, αλλά στο φάσμα.» Έκανε παύση μερικές στιγμές και συνέχισε. «Κανείς δεν το είχε καταλάβει μέχρι τότε… απλά… απλά τη θεωρούσαν εκκεντρική λόγω του μυαλού της.»

“I can relate to that too…” της είπα ενθυμούμενος τα παιδικά μας χρόνια και το πόσο παράταιροι φαινόμασταν εγώ και ο Στέλιος σε σχέση με τους συνομήλικούς μας, με την Αλεξία τη μόνη που δεν έδινε δεκάρα τσακιστή.

Και εκεί, στην πρώτη λυκείου που τα είχε φτιάξει με το Στέλιο, είχε πέσει σε όλο το σχολείο κεραμίδα στο κεφάλι. Γιατί η Αλεξία ήταν η Αλεξία, the queen bee.

Μέσω της Αλεξίας είχα γνωρίσει από κοντά κι εγώ την Ελευθερία, μη νομίζετε. Και ήταν εκείνη που την είχε συμβουλέψει να κάνει την πρώτη κίνηση, γιατί αν περίμενε από εμένα… θα έπιανε νυχτερίδες κι αράχνες.

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε η Μελίτη βλέποντάς με και πάλι να ταξιδεύω.

«Τα δικά μου… εμένα και του Στέλιου,» της απάντησα και της είπα την ιστορία.

Και φυσικά έφαγα ping όταν της είπα για την Ελευθερία, και φυσικά και έφαγα και δεύτερο ping όταν συνειδητοποιήσαμε ότι είχε πάει δύο και τέταρτο και ήμασταν ακόμα στο σπίτι μου. Και έτσι, με τη Μελιταία δικαιοσύνη να έχει αποδοθεί, και με το ταψί με τη σπανακόπιτα στα χέρια, πήραμε το δρόμο για το δικό της.



51. Faites vos jeux

Τελικά το μεσημέρι δεν κάτσαμε πολλή ώρα μετά το φαγητό, γιατί Χαριτίνη και Jules κουτουλούσανε καθώς ήταν στο πόδι από τις πέντε το πρωί, και θέλανε να ξεκουραστούν. Μας είπαν επιπλέον ότι είχαν πάρει τηλέφωνο στη Hertz και το απόγευμα θα κατέβαιναν να πάρουν το αυτοκίνητο που είχαν κλείσει.

“What car did you choose?” τους ρώτησα.

“An i30,” απάντησε ο Jules. “Same as the one I drive back home. It sits right in the sweet spot; small enough to handle the city comfortably, yet big enough to carry four people without feeling cramped.”

“Not to mention that you can park it comfortably in my spot in the basement, without having to relocate my bike!” του απάντησε η Μελίτη.

“You have a parking space?” τη ρώτησε ευχάριστα ξαφνιασμένος.

“Ooops!” είπε η Χαριτίνη που προφανώς είχε ξεχάσει να αναφέρει αυτή την μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια.

“Phew… I saw the tightly parked cars on the street, and I was wondering how far away we would have to go to find a parking space!” είπε με ανακούφιση.

Κάπου εκεί τους αφήσαμε και πάλι μόνους τους και γυρίσαμε στο διαμέρισμά μου, όπου η Μελίτη γδύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, μένοντας μόνο με το κάτω της εσώρουχο και τη μπλούζα με το εξώφυλλο του Iron Maiden.

Η αλήθεια είναι ότι ένιωθα κι εγώ τα μάτια μου βαριά, οπότε η Μελίτη απλά ξάπλωσε κι εκείνη δίπλα μου και ασχολήθηκε με το tablet της, ενώ σε μένα έπεσε ο γενικός.

Και όταν άνοιξα τα μάτια μου βρήκα τη Μελίτη χταποδιασμένη πάνω μου να κοιμάται και εκείνη του καλού καιρού. Χαμογέλασα, ήταν σκέτη ζωγραφιά.

Όταν ένας άντρας είναι ερωτευμένος δεν υπάρχει αντικειμενική ομορφιά, για μένα η Μελίτη ήταν η πιο όμορφη και η πιο ποθητή γυναίκα στον κόσμο.

Εγώ πάλι… ήμουν εγώ. Η Αλεξία ορκιζόταν ότι ήμουν εμφανίσιμος και πως αν δεν ήμουν… weirdo, υπήρχαν κάμποσες συμμαθήτριές μου οι οποίες με έβρισκαν του γούστου τους.

“Η Ελευθερία δεν είχε ερωτευτεί ακριβώς τον εσωτερικό σου κόσμο,” μου είχε πει. “Της άρεσες ωστόσο και έτσι σου έδωσε την ευκαιρία.”

Και η Τζο μου είχε πει ότι είμαι εμφανίσιμος, και η Τριανταφυλλιά. Δεν ξέρω, εγώ δεν το έβλεπα στον καθρέφτη. Τέλος πάντων να είχαμε να λέγαμε, ό,τι και αν ήμουν άρεσα στη Μελίτη μου και για μένα αυτό ήταν αρκετό.

Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν ακόμα έξι. Είχαμε γυρίσει σπίτι γύρω στις τρις και μισή και εγώ είχα πέσει σχεδόν με τη μία για ύπνο, άρα είχα κοιμηθεί κοντά δυόμιση ώρες.

Σηκώθηκα προσεκτικά για να μην την ξυπνήσω, και κάνοντας πρώτα μια επίσκεψη στην τουαλέτα γιατί κατουριόμουν, έφτιαξα ένα καφεδάκι για να ξυπνήσω, και πήγα και κάθισα στο laptop. Βαριόμουν, οπότε ασχολήθηκα με το αγαπημένο μου χόμπι: Wikipedia, random page, and let the good times roll!

Και εκεί θυμήθηκα τα κβαντικά ορφανά που το πλήθος τους θύμιζε κατανομή τυχαίας μεταβλητής οπότε έκανα ότι θα έκανε κάθε άνθρωπος στη θέση μου: άνοιξα το SPSS.

Ναι, με τα πρώτα samples έμοιαζε με Cauchy–Lorentz που είχε πάθει λόξιγκα και αποφάσισα από εδώ και πέρα να καταγράφω τον αριθμό των ορφανών ως ενδιαφέρον στατιστικό πείραμα.

Ικανοποιημένος γύρισα στο Wikipedia και πάνω που είχα απορροφηθεί με τις διατροφικές συνήθειες του Hemidactylus turcicus, γνωστού και ως μεσογειακό σαμιαμίδι, ξύπνησε το Μελιτάκι μου με δολοφονικό mood γιατί κατά τα φαινόμενα απαγορεύονταν να ξεχταποδιάζομαι χωρίς έγγραφη άδεια και ακόμα χειρότερα να γκομενίζω αριστερά και δεξιά.

Και μετά με αγκάλιασε και μου είπε ότι μ’ αγαπάει πολύ-πολύ και πού είναι το καφεδάκι που της είχα τάξει. Όταν της απάντησα ότι δεν θυμόμουν να της έχω τάξει κανένα καφεδάκι, αλλά πολύ ευχαρίστως να της φτιάξω, έφαγα αρχικά ένα ping of death γιατί οι μαντικές μου ικανότητες ήταν μη επαρκώς αναπτυγμένες.

Και μετά με αγκάλιασε, μου είπε ότι μ’ αγαπάει πολύ-πολύ αλλά μην την αφήνω να κοιμάται τα μεσημέρια γιατί η διαδικασία τους ξυπνήματος είναι επικίνδυνη για τη σωματική μου ακεραιότητα.

Για λόγους προσωπικής ασφάλειας της μύτης μου κράτησα μέσα μου το γεγονός ότι εγώ δεν της έδωσα καμία άδεια να κοιμηθεί, μόνη της πήρε την πρωτοβουλία, και πήγα να της φτιάξω καφέ.

«Σου είπα ότι σ’ αγαπάω πολύ-πολύ-πολύ;» μου είπε με το που τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά.

«Η μυτούλα μου το ξέρει!» της είπα, και φυσικά άρπαξα ακόμα μία για ειρωνεία κατά της αρχής.

«Πού γκομένιζες όσο εγώ κοιμόμουν;»

Τυπικά μιλώντας είχα γκομενίσει τρόπο τινά κάνοντας αναδρομή στο αμαρτωλό μου παρελθόν, το οποίο είχε απαγορευτεί ρητά και κατηγορηματικά από την Ανώτατη αρχή, και δεν εννοώ την αναδρομή, εννοώ το παρελθόν!

Ping!

Το ότι άργησα να απαντήσω ήταν απόδειξη ενοχής και θα μου δείξει εκείνη θα δω τι θα πάθω!

«Όταν ξύπνησες είχα φτάσει στις διατροφικές συνήθειες του Hemidactylus turcicus!» της απάντησα. «Το οποίο το λες και παράξενο αν λάβεις υπόψη ότι ξεκίνησα από τη βιογραφία του Pat O’ Keeffe, ο οποίος μάλιστα κέρδισε τον πρώτο του τίτλο σε αγώνα που έγινε την ώρα αεροπορικής επιδρομής των Γερμανών στο Λονδίνο, because you know… priorities!»

Γύρισα και την κοίταξα χαμογελαστός και όπως είχε σκύψει… ας πούμε ότι το μπλουζάκι πρόσφερε θέαμα μέσα από τα μανίκια, αλλά έστρεψα το βλέμμα μου ξανά στην οθόνη επειδή τα ένστικτά μου φώναζαν πως έτσι όπως είχε ξυπνήσει η Μελίτη, θα ήταν πιο ασφαλές να βουτήξω σε pond με κροκόδειλους του Νείλου παρά πετάξω σεξουαλικό υπονοούμενο.

Το οποίο σημαίνει με τη σειρά του ότι το “Fight, flight or boobies” έπασχε λίγο. Και ακόμα χειρότερα είχε και άλλες εξαιρέσεις: Πχ, ποιος θα τολμούσε να συνεχίσει να κοιτάζει ξένα boobies με την ζηλιάρα κοπέλα του δίπλα;

Ping!

«Που γκομενίζεις πάλι μέσα στο μυαλό σου;» με ρώτησε.

«Η θεωρία του fight, flight or boobies χρειάζεται αναθεώρηση!» της απάντησα με ειλικρίνεια. «Σκέφτηκα τις εξής εξαιρέσεις…» της είπα και ξεκίνησα να εξηγώ το σκεπτικό μου.

Και κάπως έτσι με την βοήθεια της Μελίτης που πρόσφερε απλόχερα τη βοήθεια της με τη μορφή pings κατέληξα ότι μερικές θεωρίες καλύτερα να μένουν κλειδωμένες στο ντουλάπι.

Το βράδυ πήγαμε σε ένα από αυτά τα ακριβά γκουρμέ εστιατόρια που σου πιάνουν τον κώλο, στον χαϊδεύουν, άμα λάχει σου βάζουν και κανένα δάχτυλο—ή στην περίπτωσή μας ολόκληρο fisting, να πούμε—και φεύγεις πεινασμένος.

Και όχι τίποτε άλλο, με το που πήγαμε να πάρουμε τα παιδιά και τους είδαμε πως είχαν ντυθεί, η Μελίτη έκανε επιδρομή στη ντουλάπα της, και γυρίσαμε πίσω να αλλάξω κι εγώ για να φορέσω κουστούμι, και έτσι καταλήξαμε εγώ με το navy blue σακάκι, ανοιχτό ροζ πουκάμισο και κόκκινη γραβάτα, ενώ η Μελίτη φόρεσε και αυτή και εκείνη ένα μαύρο mini εφαρμοστό φόρεμα, λίγο πιο ανοιχτό χρώμα από το δικό μου, με μαύρο καλτσόν και κλειστές μυτερές μαύρες γόβες.

Και μπορεί το ντεκολτέ να ήταν διακριτικό αλλά η γραμμή του φορέματος ήταν τέτοια που αναδείκνυε (με λίγα λόγια ούρλιαζε στη μούρη σου) τις καμπύλες των κοριτσιών, προκαλώντας μου εγκεφαλικά, και όχι λόγο ζήλειας.

«Εγκρίνεις;» μου είπε κάνοντας μια στροφή, και μου είχαν που μου είχαν πεταχτεί έξω τα μάτια από τις καμπύλες των κοριτσιών, ήρθαν και τα επικά έπη και με αποτελείωσαν.

«Δε με λυπάσαι;» της κλαψούρισα και το μάτι της έπεσε στο παντελόνι μου, και ας πούμε ότι δεν είχα περίστροφο στην τσέπη.

«Μήπως να βάλω το ροζ;» με ρώτησε σκανταλιάρικα.

«Όχι!» βιάστηκα να τη διαβεβαιώσω. «Μια χαρά είσαι!»

Και τι έκανε το κωλόπαιδο; Με πλησίασε, με αγκάλιασε, πέρασε το δεξί της χέρι της πίσω από το σβέρκο μου και με πίεσε να σκύψω να φιληθούμε. Μέχρι εδώ καλά! Τα πράγματα ζόρισαν όταν το αριστερό της με χούφτωσε κανονικά και με το νόμο, και έπαθα Μιχάλη.

«Όταν γυρίσουμε, κύριε Βρασίδα,» μου υποσχέθηκε, «η υπομονή σου θα ανταμειφθεί! Θα βάλω τα δεκατρία ορφανά για ύπνο και θα έρθω να με εκβιάσεις όσο λαχταρά η ψυχάρα σου!»

«Ο σκοπός μαναράκι δεν είναι να σε εκβιάσω όσο λαχταρά η ψυχάρα μου, αλλά να δουλέψει ο εκβιασμός!» της είπα και έβαλε τα γέλια.

«Σωστό! Επαναδιατυπώνω… θα έρθω να υποκύψω στις ακόλαστες ορέξεις σου όσο λαχταρά η ψυχάρα σου!»

Τώρα μάλιστα!

Βέβαια being me, παραλίγο να τινάξω την ερωτική βραδιά στον αέρα, καθώς με τη θερμή συμπαράσταση του Julien σχεδόν ξεχάσαμε την ύπαρξη των γυναικών που συνοδεύαμε γιατί… sparse matrices.

Και όλα ξεκίνησαν από μια απλή ερώτηση που του έκανα για την έρευνά του, και ερώτηση στην ερώτηση στο τέλος κόντεψα να πάρω visitor badge στο εργαστήριό του.

Από όσα είχα κατάλαβα, χωρίς φυσικά να παριστάνω ότι ήξερα βιολογία ή ογκολογία, χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων στοχαστικά μοντέλα για να μελετήσουν πώς διαφορετικοί πληθυσμοί λευχαιμικών κυττάρων ανταποκρίνονταν στη θεραπεία, συνδυάζοντάς τα με δεδομένα από τους ασθενείς.

“The problem is that everything is slow,” είπε αναστενάζοντας ο Jules. “Painfully slow. We change some assumptions, run the models again, compare the results, change something else, run them again. Sometimes I think our real research subject is server aging.”

“Define slow!” του είπα.

“Hours. Sometimes much longer if we want enough simulations for the statistics to settle.”

Άφησα το πιρούνι μου κάτω. “And when you change a parameter, you rerun the whole thing?”

“Mostly, yes” μου αποκρίθηκε και κοντοστάθηκε με το πιρούνι στον αέρα καθώς ακολούθησε και νέα ερώτηση.

“Everything everything?”

“Uhm… yes?” απάντησε διστακτικά.

Η Μελίτη σκούντηξε τη Χαριτίνη. “Look at his face.”

“I am,” της απάντησε η αδερφή της.

“What?” τις ρώτησα.

“Nothing, baby. Carry on,” μου απάντησε η Μελίτη μειδιώντας.

Γύρισα ξανά στον Jules: “Okay. Stupid question number one. Between two nearby parameter sets, how much of the actual calculation changes?”

Ο Jules έξυσε λίγο το κεφάλι του. “It depends. Sometimes very little.”

“And you recalculate the parts that don’t change?”

Με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει που το πήγαινα.“Usually.”

“Why?” επέμεινα και η Χαριτίνη ξαφνικά σταμάτησε να χαμογελάει και συγκεντρώθηκε στη συζήτηση που είχα με τον φίλο της.

Ο Jules με κοίταξε αμήχανα. “Because that's how the pipeline is written.”

“That's a software reason, not a mathematical one!” του απάντησα και συνέχισα. “Stupid question number two. When you compare two versions of the same stochastic model, are you feeding them the same random realizations?”

“Not necessarily. Usually, each run generates its own.”

“Why?” επέμεινα.

Ο Jules έσκυψε λίγο μπροστά. “What are you thinking?”

“I don’t know yet. I’m trying to understand what you’re actually measuring. But if two very similar models are being driven by completely different random realizations, you’re adding noise to the comparison.”

Δεν απάντησε αμέσως. “So, some of the difference you see is caused by the parameters,” συνέχισα, “and some of it may simply be because one model got lucky here and the other got unlucky there.”

“Yes.”

“Then why don’t you couple them?”

Ο Jules συνοφρυώθηκε. “Couple them how?”

“Use the same underlying randomness when you’re comparing nearby models. Same random events, different parameters. Then whatever changes between the outputs is much more likely to come from what you actually changed instead of the noise you injected yourself.”

Σιωπή.

Η Χαριτίνη με κοιτούσε πλέον ακίνητη. Η Μελίτη είχε σταματήσει και αυτή να τρώει και κοιτούσε πότε εμένα και πότε τον Jules.

“That would reduce the variance of the difference,” είπε αργά εκείνος.

“That’s what I’m thinking.”

“So we might need fewer simulations to distinguish a small effect.”

“Potentially. Depends on the model and how strongly the outputs correlate under the same random input.”

Ο Jules κοίταξε για λίγο το τραπέζι.

“We’ve been increasing the number of simulations.”

“Which obviously works,” του είπα. “But if the comparison itself is noisy, you’re partly solving the problem by beating the server to death with sample size.”

Η Χαριτίνη ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο Jules έμεινε ακίνητος για δυο-τρία δευτερόλεπτα και μετά με κοίταξε.

“Michael. How much do you know about Monte Carlo methods?”

“Enough to have been personally victimized by them.”

Η Μελίτη ρούφηξε τη μύτη της για να μη γελάσει.

“My PhD dissertation is on stochastic Timoshenko-Ehrenfest systems,” συνέχισα. “Different planet, obviously, but stochastic analysis is stochastic analysis. And if you’re repeatedly solving almost the same problem, I’d also look at what intermediate quantities you can keep instead of rebuilding the universe every time.”

“What quantities?”

“I have no idea. I’d have to understand what your model actually does before I start talking out of my ass.”

“Tomorrow!” μου είπε excited! “I need my laptop!”

“Before we do anything,” προειδοποίησα “I want it officially recorded that I know approximately fuck-all about leukemia.”

“And I know approximately fuck-all about stochastic analysis,” απάντησε ο Jules με τη σειρά του.

“It’s a date then!” του απάντησα χαρούμενος… και τότε θυμήθηκα και πάλι ότι δεν ήμασταν μόνοι.

Η Χαριτίνη γύρισε προς τη Μελίτη. «Ναι, δεν μας βλέπω να πηγαίνουμε για μπάνιο αύριο» της είπε στα ελληνικά.

«Μπορώ να τον πνίξω και να πάτε!» της είπε προσφέροντάς της εναλλακτική. «Μόνο να μου φέρνεις τσιγάρα στη φυλακή!»

«Δεν καπνίζεις!» της είπε η Χαριτίνη.

«Από σήμερα λέω να το ξεκινήσω!» της απάντησε η Μελίτη.

“What are they saying?” με ρώτησε ο Jules λαμβάνοντας ταυτόχρονα δύο γυναικεία δολοφονικά βλέμματα.

“That we’re both probably sleeping on the couch tonight.”



52. Βάλε λάδι κι έλα βράδυ redux

“What are they saying?” με ρώτησε ο Jules λαμβάνοντας ταυτόχρονα δύο γυναικεία δολοφονικά βλέμματα.

“That we’re both probably sleeping on the couch tonight,” του απάντησα.

“What?” με ρώτησε απορημένος στην αρχή αλλά κατανόησε γρήγορα την πραγματική φύση του προβλήματος. “Oh… Oooh!” είπε γυρίζοντας προς τη Χαριτίνη.

Η τελευταία προσπάθησε να τον κοιτάξει αυστηρά… και απέτυχε παταγωδώς. “ On avait dit qu’on allait à la mer demain, mais qu’est-ce que tu veux que je fasse, je t’aime mon gros nigaud ? ” του είπε χαμογελώντας του τρυφερά.

«Κάι κάι κάι;» έκανα προς τη Μελίτη προσπαθώντας να αντιγράψω το κουταβίσιο βλέμμα του Jules, και έτσι τούμπαρε και η μικρή αδερφή!

«Τι να σε κάνω ρε νούμερο που σ’ αγαπάω;» μου είπε τρυφερά.

Και η βραδιά συνεχίστηκε με χαζοκουβέντα καθώς φροντίσαμε αμφότεροι να μείνουμε μακριά από την έρευνά του, ή τη δική μου. Μάθαμε αναλυτικά πώς γνωριστήκανε, πως ο Jules την κυνήγησε με ζήλο απλήρωτου πιστωτή, και πως η Χαριτίνη τελικά ενέδωσε.

Αλληλογραφία, φιλαράκια. Honest to God αλληλογραφία, κάθε μέρα ο Jules της έγραφε και ένα γράμμα, και η Χαριτίνη έπαθε Ρωξάνη. Ή, για να είμαστε τυπικοί, σχεδόν Ρωξάνη, γιατί ερωτεύτηκε τον σωστό άντρα. Θα μου πεις εδώ δεν υπήρχε Christian, αλλά αυτά είναι ασήμαντες λεπτομέρειες.

(Source: Wikipedia)

“Well, we can relate to that,” είπε με περηφάνια η Μελίτη. “He got me by explaining reduced integration!” συνέχισε κοιτάζοντάς με τρυφερά. “And by invoking Thucydides the first time we met.”

“What?” ρώτησε ο Jules που δεν ήξερε την ιστορία.

“Well, I got him staring at me like a lovestruck puppy… and let’s say that I’m a very angry cat person!” του εξήγησε, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια. “He tried to get my attention asking what I was studying. I replied that if I told him I’d have to kill him.”

“And?” ρώτησε με περιέργεια.

“He replied “ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος” from Pericles’ funeral oration”

“HAHAHAHAHAHA!” έκανε βάζοντας τα γέλια. “For real?”

“Oh yes!” του απάντησε η Μελίτη. “He really does know his Thucydides!” είπε χαχανίζοντας πονηρά, κάνοντας τη Χαριτίνη να βάλει υπόπτως ύποπτα τα γέλια.

Υποψίες που επιβεβαιώθηκαν όταν ο Jules ρώτησε τη Χαριτίνη ποιο είναι το αστείο και η τελευταία άλλαξε διακριτικά την κουβέντα.

“It’s on a need-to-know basis!” του είπε ορθά-κοφτά, και τα σκυλιά δεμένα.

Τώρα το πως αυτό έκανε apply στη διαφαινόμενη μεταφορά πληροφοριών που ΣΙΓΟΥΡΑ δεν χρειαζόταν να ξέρει η Χαριτίνη, είναι άλλη συζήτηση. Και μετά μου έκοψε… εδώ μας έδωσε στεγνά στην Ολομέλεια, στην αδερφή της δε θα τα έλεγε;

“Hey, where is Konstantina?” ρώτησε η Χαριτίνη. “She is Melite’s best friend since childhood,” εξήγησε στον Jules. “They both used to follow me like annoying puppies when they were younger,” συνέχισε πειρακτικά. “Pretty cute puppies, though!”

“And you hated that with passion!” είπε κοροϊδευτικά η Μελίτη.

“Guilty as charged! So, where is she?”

“MYKONOOOOOOOOOOOOOS!” της είπε συνοδεύοντάς την με παντομίμα. “With her big amore!”

“Wait, weren’t they supposed to go to Skopelos?” τη ρώτησα.

“They will in early August. This weekend they went to Mykonos!” εξήγησε η Μελίτη.

“So, she'll be back for the rest of the week? I want to see her!” είπε η Χαριτίνη.

“Great! We will arrange something!” της είπε. “Though it would be after eight or nine o’clock, Michael sometimes works till late evening.”

“We are on vacation,” απάντησε απλά η Χαριτίνη, εννοώντας ότι η ώρα έναρξης δεν τους απασχολούσε ιδιαίτερα, ή, όπως φάνηκε στη συνέχεια, όχι τόσο όσο η ώρα λήξης. “And Since Michael has work, we’ll have a good excuse not to stay out too late.”

Και κάπου εκεί ζητήσαμε το λογαριασμό αλλά δεν πρόλαβα να πάθω εγκεφαλικό, με το που τον έφεραν η Χαριτίνη τον άρπαξε με τη μία. “Ours,” μας είπε.

“Ok, gourmet food is great, yada-yada-yada,” είπα με το που σηκωθήκαμε να φύγουμε, “but if you are still hungry!”

“We are!” είπε με απελπισία ο φουκαράς ο Jules, κάνοντάς μας και τους τρεις να βάλουμε τα γέλια.

Και κάπως έτσι ο Παριζιάνος έμαθε το γνήσιο, το ορθόδοξο, το σοκαμοκικό, το σκληροκαργιόλικο βρώμικο. Ντυμένοι και οι τέσσερις σα να είχαμε γυρίσει από δεξίωση, περάσαμε από το Περιστέρι και φάγαμε σαν άνθρωποι.

Ναι, μέχρι και η Χαριτίνη… μόνο το περιτύλιγμα δεν έφαγε.

Γιατί ο στόχος του πραγματικού γκουρμέ δεν είναι να χορτάσεις! Είναι να φύγεις ακόμα περισσότερο πεινασμένος, και με τον κώλο να τσούζει σε τουλάχιστον πολυώνυμο βαθμού n+1, όπου n ο αριθμός αστεριών Michelin.

Δεν είναι να απορείς που γενικά προτιμούσα το 0, το γραμμικό τσούξιμο είναι πιο ανεκτό!

Για να μη χάσουμε το αυριανό μπάνιο, και με τελείως δημοκρατικές διαδικασίες, αποφασίστηκε η Μελίτη να φέρει τον Jules στο γραφείο μου τη Δευτέρα κατά τις τρεις, για να έχω προλάβει κι εγώ να συνεχίσω τη δουλειά στην εργασία μου.

«Κάτσε, εσύ πώς θα κάνεις μπάνιο;» τη ρώτησα χαμηλόφωνα. «Αφού έχεις περίοδο!» συνέχισα και με κοίταξε αναρωτώμενη αν ρωτάω σοβαρά.

«Ταμπόν, μωρό μου!» μου είπε αναστενάζοντας. «Τι νομίζεις ότι φοράω τώρα;»

ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!

«Ναι, αυτό δεν το είχα σκεφτεί…»

«Πέφτω από τα σύννεφα!»

(Μου την είπε τώρα!)

Με τη Μελίτη κατεβήκαμε στην είσοδο του parking, δεν υπήρχε λόγος να πάμε στην υπόγα, και πήγαμε σπίτι μου. Και φυσικά αντί να γδυθώ κάθισα να θαυμάσω το θέαμα της Μελίτης που γδυνόταν.

Με είδε που είχα πάρει θέση και χαχάνισε. «Είσαι μεγάλο νούμερο!» μου είπε γελώντας και άρχισε το γδύσιμο, βγάζοντας πρώτα το φόρεμα και το strapless σουτιέν, απελευθερώνοντας επιτέλους τους κορίτσαρους.

«Αααχ…» είπε με απόλαυση. Ναι, μόνη της μιλούσε, εγώ είχα πάθει υπνωτισμό βλέποντας τη να σκύβει και να βγάζει προσεκτικά το καλσόν της. Σηκώθηκε όρθια και οι κορίτσαροι χοροπήδησαν και πάλι.

Έχετε δει γάτα να ακολουθεί laser σε τοίχο; Ναι, κάτι τέτοιο έπαθα κι εγώ.

«Ρε συ είχα διαβάσει,» της είπα βγαίνοντας ξαφνικά από την ύπνωση γιατί μου ήρθε στο κεφάλι απότομα, «ότι τα στήθη συνήθως διαφέρουν στο μέγεθος μεταξύ τους!» συνέχισα κερδίζοντας επάξια το γουρλωμένο βλέμμα της, καθώς μάλλον δεν περίμενε ακριβώς αυτή την ερώτηση. «Τα δικά σου είναι συμμετρικά!» διαπίστωσα χαρούμενος.

Η Μελίτη με κοίταξε κεραυνοβολημένη για μερικές στιγμές, μέχρι που θυμήθηκε με ποιον έχει να κάνει.

«Δεν είναι,» μου είπε. «Το αριστερό μου είναι ελαφρά μεγαλύτερο από το δεξί!»

“Nope!” της είπα με σιγουριά.

“Yup!” μου απάντησε.

Τα ξανακοίταξα προσεκτικά. Μπα, τα ίδια μου φαινόντουσαν. «Μαναράκι, ο Βρασίδας δεν βλέπει διαφορά αλλά είναι πρόθυμος να κάνει επιστημονική επαλήθευση!»

Η Μελίτη έβαλε τα γέλια. «Για την επιστήμη, προφανώς!»

«Πάντα!» της είπα με πάθος ιεροκήρυκα. Σηκώθηκα όρθιος και πήγα από πίσω της και της χούφτωσα και τα δύο στήθη και έκανα σα να τα ζυγίζω στις παλάμες μου. «Μαναράκι, η επιστήμη μίλησε! Συμμετρία και στους δύο άξονες!»

«Έτσι λέει η επιστήμη;» ρώτησε γελώντας και πάλι.

«Παιδιά είμαστε;» της ανταπάντησα, χωρίς να πάρω τα χέρια μου από τα στήθη της.

«Να σου πω, δεν έβγαλα το ένα σουτιέν για να φορέσω το άλλο!»

«Τα δικά σου μπορεί να είναι δαντελωτά αλλά έχουν σοβαρές ελλείψεις σε σημαντικά features!»

«Όπως;» με ρώτησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρή.

“Lacking pinching mechanism!” της είπα και της τσίμπησα απαλά και προσεκτικά—Ρώσσοι γαρ—και τις δύο ρώγες. «Βρασίδας μαναράκι, όχι Victoria secret, Calvin Klein και Chantelle & Simone Pérèle»

«ΠΟΥ ΤΑ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΤΑ Chantelle & Simone Pérèle?»

«Μαναράκι, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» της είπα και αφήνοντας τους κορίτσαρους απομακρύνθηκα σε υποτιθέμενη ασφαλή απόσταση.

«Και τι νομίζω για να έχουμε καλό ρώτημα;» με ρώτησε προσπαθώντας απελπισμένα να μη βάλει τα γέλια.

«Ότι τα δυο γαλλικά ονόματα που ανέφερα τελείως στην τύχη επηρεασμένος βαθιά από την ελληνογαλλική συμμαχία…»

Ροχαλητό. «Ναι;»

«Και λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικοκοινωνικές συνθήκες στα μέσα της δεκαετίας του ’60, που χαρακτηρίζεται και ως η χρυσή εποχή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας αλλά με την οικονομική ανάπτυξη και τις παροχές του κοινωνικού κράτους να μη συμβαδίζουν με τις πολιτικές αλλά και κοινωνικές ελευθερίες, δεν είναι παράλογο που οδήγησε τελικά σε σύγκρουση των φοιτητών με την καθεστηκυία τάξη, η οποία κορυφώθηκε το Μάη του 1968 και οδήγησε τη χώρα σχεδόν σε επανάσταση!»

Ping!

Η αλήθεια είναι το παθιασμένο μου λογύδριο δεν είχε καμία σχέση με την μεταχρονολογημένη Μελιταία απαγόρευση προτέρων γνώσεων, και γενικά ύπαρξης παρελθόντος, οπότε… ναι… Ping.

«Είσαι λατρεία!» μου είπε. «Λατρεία!» επανέλαβε, και με αγκάλιασε και με φίλησε παθιασμένα.

«Ναι αλλά όλο με δέρνεις!» της είπα δήθεν παραπονεμένα.

«Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο, μωρουλίνι μου!» μου είχε χαχανίζοντας. «Ξέρω τι σου λέω, 16 ορφανά μεγαλώνω!»

Το πήρα το μήνυμα.

«Λοιπόν, μαναράκι, ήρθε η ώρα να εξασφαλίσεις τον επόμενο μήνα για τα 9 ορφανά σου!»

«Δεκαεπτά!» υπερθεμάτισε.

«Δέκα!» έκανα είπα ανεβάζοντας την προσφορά.

«Δεκαπέντε!» επέμεινε.

«Έντεκα,» αντιπρότεινα.

«Δεκατρία και δεν πάω ορφανό παρακάτω!»

“Sold!”

Έβγαλα και κρέμασα προσεκτικά σακάκι και παντελόνι, και άφησα το πουκάμισο και τη φανέλα στην καρέκλα, για να τα βάλω αργότερα για πλύσιμο, ενώ η Μελίτη άφησε τα γυαλιά της στο κομοδίνο και έδεσε τα μαλλιά της σε ένα πρόχειρο κότσο. Έβγαλα παπούτσια και κάλτσες σε χρόνο ρεκόρ και η Μελίτη ήρθε και στάθηκε μπροστά μου.

«Σου είχα πει ότι η υπομονή σου θα ανταμειφθεί!» μου είπε με αισθησιακή φωνή και γονάτισε και μου κατέβασε το μποξεράκι, με τον πρόεδρο να πετάγεται σαν άλλος jack in the box.

Με κοίταξε για μερικές στιγμές και μετά έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει: αντί να με πάρει στο στόμα της, τον κράτησε ακίνητο με το αριστερό της χέρι και τον έγλειψε από τη βάση του μέχρι σχεδόν το κεφαλάκι.

“Pornhub!” μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι αφήνοντάς με τελείως μαλάκα και με πήρε στο στόμα της.

Δεν ήθελα να μείνουμε στην πίπα, ήθελα να κάνουμε αυτό που κάναμε χθες και να τελειώσουμε σχεδόν μαζί.

Βέβαια είχα ξεχάσει μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια… φορούσε ακόμα ταμπόν.

«Πήγαινε να το βγάλεις!» της είπα.

«Μωρό μου… αν το βγάλω τώρα… θα μείνουμε και οι δύο με την όρεξη!» μου είπε τρυφερά. Με κοίταξε λίγο ντροπαλά. «Θες… θες αλλιώς;»

Την έβαλα να ξαπλώσει στην αρχή ανάσκελα και έπαιξα με το στήθος της και την κλειτορίδα της, και δε σταμάτησα μέχρι που το κορμί της άρχισε και πάλι να τραντάζεται σα να το περνούσε ρεύμα. Μου έδινε το επικό της έπος, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω έτσι.

(Που μεταξύ μας είχα σκοπό να κάνω και χωρίς αντάλλαγμα, αλλά όταν σου χαρίζουν γάιδαρο δεν τον κοιτάς στα δόντια. Ή, τουλάχιστον, προσπαθείς να μην τον κοιτάξεις σα δόντια, ή να σκεφτείς τίποτε άκυρο—γιατί για μένα μιλάμε!)  

Κατάφερα πάντως και έδειξα χαρακτήρα, και με το ένα χέρι στην κλειτορίδα και το άλλο να της κάνει αλλαγή λαδιών, είχαμε επανάληψη της Μιχαλιάδαδας, ωδή I, με το τραγούδι της μούσας. Ή, στην περίπτωσή μας, της μελαχρινής μουσίτσας.

Έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από την κοιλιάς της και της ζήτησα να ξαπλώσει μπρούμητα. Ξεκίνησα με το δάχτυλό μου και όταν θεώρησα ότι είχα κάνει την προετοιμασία που χρειαζόταν, έκανα και τον Πρόεδρο λαδοπόντικα, και άλλο που δεν ήθελε ο αχρείος.

Προσεκτικά, όπως και την πρώτη φορά, και πόντο-πόντο, κατάφερα με τα πολλά να μπω μέσα της, χωρίς να της προκαλέσω περιττή δυσφορία.

«Πονάς μωρό μου; Μήπως θες να σταματήσω;» τη ρώτησα.

«Πονάει λίγο… αλλά μη σταματάς… έτσι έκανε και την πρώτη φορά!» με διαβεβαίωσε.

Άρχισα να κινούμαι αργά μέχρι που τα «ΜΜΜ» της άρχισαν να αλλάζουν τόνο. Μπήκα πιο βαθιά και η ανταμοιβή μου ήταν ένα ηδονικό «ΑΑΑΑΧ,» και εκεί άρχισε να δουλεύει το μοτέρ.

Και το μοτέρ μπορεί να δούλευε μια χαρά αλλά κάτι είχε χαλάσει στο σύστημα και ο οργασμός… δεν. Και όχι τίποτε άλλο, αλλά όσο και να αρέσει στην κοπέλα, από ένα σημείο και μετά παύει να αρέσει, και μιλάω εκ πείρας: με την Ελευθερία δυο φορές είχα μείνει με το πουλί στο χέρι.

Εκεί αποφάσισα να αλλάξω τακτική. «Μωρό μου θέλεις να αλλάξουμε στάση;» τη ρώτησα.

«Θέλω,» μου απάντησε και την καθοδήγησα να κάτσει στα τέσσερα, και όπως είχε πια μάθει πως να λυγίζει τη μέση της σωστά, ήταν ό,τι χρειαζόμουν.

Έβαλα ξανά lube στον Πρόεδρο, γιατί κάθε στάση θέλει τη δική της ρέγουλα, και μπήκα και πάλι προσεκτικά. Όπως ήταν αναμενόμενο λόγω στάσης, στην αρχή και πάλι πόνεσε λιγάκι.

«Μωρό μου λίγο πιο σιγά!» μου είπε, και δεν είχα καν βιαστεί.

Ακόμα πιο προσεκτικά ξαναπήγαμε πεδίο μάχης πρώτου παγκοσμίου πολέμου—minus the mustard gas, και γενικά το θανατικό—και πόντο από εδώ, πόντο από ‘κει το καταφέραμε το θηρίο.

Και η θέα του επικού της έπους ήταν το μυστικό της επιτυχίας, από τη στιγμή που άρχισα να επιταχύνω ούτε ένα λεπτό δεν κράτησα, και ο πρόεδρος ξανά έγινε μεταλλάς.

Ναι, είχαμε ξεχάσει κάτι πολύ σημαντικό: Δε φορούσε σκουφάκι… και κάπως έτσι, με το που τραβήχτηκα η Μελίτη έφυγε σίφωνας για την τουαλέτα και… ουαί και αλίμονο όταν γύριζε.

Αντίο αγαπημένη μου μυτούλα! Θα σε θυμάμαι με αγάπη!


53. Applied Gender Studies

Άκουσα το νερό να τρέχει, προφανώς η Μελίτη είχε μπει να κάνει ντουζάκι, και παρά το γεγονός ότι κι εγώ ήθελα να πλυθώ την περίμενα υπομονετικά. Πέραν από τον χαβαλέ, δεν φοβόμουν πραγματικά για τη μύτη μου, συμβαίνουν αυτά στο από πίσω-πίσω… όπως και… χειρότερα, σύμφωνα με την αναδρομικά απαγορευμένη μου εμπειρία.

“Όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί” λέει ο σοφός λαός, και… ναι, νομίζω ότι έγινα σαφής. Anyway, που λένε και στο χωριό, η αλήθεια είναι ότι για ακόμα μία φορά με αιφνιδίασε.

Θα μου πεις κι εγώ όταν γίνεται… αλλαγή λαδιών την ακούω, αλλά ρε παιδί μου άλλο πράγμα το δάχτυλο και άλλο πράγμα ο Πρόεδρος, και δεν τον λες και μικρό.

Καλά, ούτε τεράστιο τον λες. Για να είμαι ειλικρινής, και αναλογικά με το ύψος μου, μάλλον μικροφέρνει, αλλά έχει και τα καλά του: μεγαλύτερη πιθανότητα οπίσθιας… εμπροσθοκίνησης. Η Τριανταφυλλιά—γκουρού του είδους και φανατική, ας πούμε γκουρμεδιάρα, του μπρος-παρθένα(LOL!!!!!)-πίσω-τραίνα, μου είχε πει ότι ανατομικώς ήμουν στο sweet spot μήκους/πάχους γι’ αυτού του είδους τις ταρζανιές.

“Αν δεν πονάει και λίγο τι γλύκα έχει;” μου είχε πει, αλλά θα μου πεις ότι η ίδια γούσταρε το rough sex. “Με κόκκινο κωλαράκι είναι πιο γλυκό,” έλεγε η ίδια και αν και spanking δεν ήταν του γούστου μου, αναγκάστηκα να ομολογήσω πως το οπτικό αποτέλεσμα ήταν.

Και κάπου εκεί η αναδρομή μου στο αναδρομικά απαγορευμένο ερωτικό μου παρελθόν διακόπηκε καθώς η Μελίτη επέστρεψε στο δωμάτιο τυλιγμένη στην πετσέτα… και ας πούμε ότι ο Πρόεδρος νιώθοντας έντονο πατριωτικό καθήκον σηκώθηκε να χαιρετήσει.

Η Μελίτη με κοίταξε και απλά κούνησε με προσποιητή απελπισία το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά. «Πήγαινε να ξεπλυθείς ρε νούμερο!» μου είπε χαχανίζοντας. «Θα σε δείρω καθαρό, καθότι πολιτισμένη!»

«Ε, πες το έτσι, και ανησύχησα,» της είπα πειρακτικά μεν, από ασφαλή απόσταση δε.

Πήγα στο μπάνιο και διαπίστωσα ότι το Mpatiris House Bath & Spa είχε αναβαθμιστεί με σάουνα που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Ο χριστός και ο παναγίας, ντουζ είχε μπει να κάνει ή ατμοκαθαρισμό;

Εννοείται ότι στο πλάτωμα της μπανιέρας το αφρόλουτρο και το σαμπουάν μου ήταν εξορισμένα σε μια γωνία, με όλο το διαθέσιμο χώρο να έχει καταληφθεί από μια στρατιά από μπουκάλια και μπουκαλάκια.

Και μιας και το μυαλό μου ήταν στον ατμό βίωσα αυτό που λέγεται epiphany. Τα γυναικεία προϊόντα περιποίησης όπως και τα αέρια, τείνουν να καταλαμβάνουν όλο το διαθέσιμο χώρο στο μπάνιο.

Women beauty products diffusion law!

(Βέβαια τυπικά μιλώντας η διάχυση των αερίων είναι φαινόμενο και όχι νόμος, όπως πχ αυτός του Boyle, αλλά στην περίπτωση των γυναικείων προϊόντων περιποίησης ταίριαζε γάντι!)

Χαρούμενος με τη νέα μου συνεισφορά στην ανθρωπολογία—καθότι το Fight, flight or boobies απέτυχε στην πειραματική επαλήθευση—χώθηκα κι εγώ κάτω από το ντουζ να καθαρίσω σώμα και πνεύμα.

Ή, έστω, σώμα.

Γύρισα στο δωμάτιο όπου βρήκα τη Μελίτη να χαζεύει στο tablet της, φορώντας ένα ελαφρύ ροζ σατέν φανελάκι με ελαφριά δαντέλα. Από κάτω δε φαινόταν τι φορούσε καθώς ήταν σκεπασμένη με το σεντόνι.

«Καλώς το μου!» μου είπε όταν με είδε. Ξετυλίχτηκα από την πετσέτα για να βάλω εσώρουχο, πήρα και τη δική της που την είχε βάλει προσεκτικά στην καρέκλα, και την επέστρεψα στο μπάνιο.

Ξάπλωσα δίπλα της και αφήνοντας το tablet στο κομοδίνο, κουλουριάστηκε χταποδιάζοντας στην αγκαλιά μου.

«Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι!» μου είπε ντροπαλά. «Αλλά μη θυμώσεις!»

Ωχ…

«Αυτό… αυτό που κάναμε… το είχαμε κάνει… ή μάλλον… είχαμε προσπαθήσει να το κάνουμε και με το Νίκο.»

Ναι, θα προτιμούσα να μην το είχα μάθει αυτό. Μπορεί από τη μεριά μου να μην υπήρχε… αναδρομική απαγόρευση παρελθόντος, αλλά δεν πέταγα τη σκούφια μου και να το μάθω. Και, μεταξύ μας, αυτός ήταν και ο λόγος που δε με είχε πειράξει η εν λόγω απαγόρευση από τη μεριά της, και την αντιμετώπιζα με χιούμορ.

«Γιατί μου το είπες;» τη ρώτησα τελικά.

«Γιατί δε θέλω να υπάρχουν πράγματα που δεν τα ξέρεις,» μου είπε απλά.

«Το συγκεκριμένο θα μπορούσα και να μην το είχα μάθει,» της απάντησα με τη σειρά μου.

«Υπάρχει,» μου είπε. «Θέλω να καταλάβεις τι σημαίνουν κάποια πράγματα για μένα. Είμαστε το άθροισμα του παρελθόντος μας, Μιχάλη.»

«Γι’ αυτό έχω γίνει σα μεθυσμένος ιρλανδός;» τη ρώτησα δείχνοντας τη μύτη μου.

«Είναι πείραγμα, και το ξέρεις!» μου είπε. «Φυσικά και έχεις παρελθόν, Μιχάλη, και… και σε έχουν κάνει αυτόν που είσαι. Guess who got benefited the most,» συνέχισε κοιτάζοντάς με στα μάτια και με τα δάχτυλά της να διαγράφουν, και πάλι, αφηρημένους κύκλους στο στέρνο μου.

«Ξέρεις τι μου είχε πει κάποτε η Τριανταφυλλιά;» της είπα σοβαρά, και αυτή τη φορά δεν είχε ping. «“Το να ακούς είναι τέχνη,” μου είχε πει. “Και έχει τρεις βασικούς κανόνες. Ο πρώτος, και ο βασικότερος, είναι όταν ακούς να μην στρέφεις την κουβέντα στον εαυτό σου. Ο δεύτερος είναι να μην διακόπτεις, και αν έχεις ερωτήσεις να τις κρατάς για το τέλος. Ο τρίτος—και πολλές φορές ο πιο δύσκολος—είναι να μάθεις να ακούς πράγματα που ίσως δε θα ήθελες να ακούσεις”.»

Χαμογέλασα διστακτικά. «Τυπικά παραβίασα τον πρώτο κανόνα αλλά… αλλά…»

«Το κατάλαβα, χαζούλη!» μου είπε τρυφερά. “Providing context.”

«Οκ… συνέχισε,» της είπα.

«Αυτό ήταν,» μου είπε. «Ο λόγος που στο είπα είναι…» είπε και σταμάτησε σα να έψαχνε τις λέξεις. «Νόμιζα ότι τα έκανα όλα λάθος. Όταν… όταν τον σταμάτησα γιατί πονούσα… σταμάτησε αμέσως βέβαια αλλά μετά… μετά ήταν αλλιώς. Μην είμαι ψεύτρα, του πέρασε λίγο αργότερα… αλλά εκείνη η λίγη ώρα…»

Με φίλησε στο στέρνο. «Και μετά ήρθες εσύ! Που η πρώτη σου έγνοια είναι η Μελίτη σου να είναι εντάξει. Ξέρεις κάτι Μιχάλη;» μου ρώτησε και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Με εσένα στην αρχή πόνεσε πιο πολύ από τον Νίκο.»

«Γιατί δε με σταμάτησες βρε κορίτσι μου;» τη ρώτησα. «Δε θα σου κρατούσα μούτρα!»

«Το ξέρω!» μου είπε χαμογελώντας. «Όπως ξέρω ότι είχες κάνει ό,τι μπορούσες. Ο Νίκος… ο Νίκος είχε πάει βουρ. Εσύ όχι. Και παρόλο που στην αρχή πονούσε… μου άρεσε. Μου άρεσε γιατί αυτό το έκανα μαζί σου.»

Χαμογέλασε τρυφερά. «Και σήμερα… σε ήθελα μέσα μου… δε με ένοιαζε το πώς… Ήθελα να σου δοθώ και σου δόθηκα.»

«Ναι αλλά αν δε σου αρέσει έχουμε πρόβλημα,» της είπα. «Μελίτη, όσο επικώς επικά κι αν είναι τα επικά σου έπη, it’ just doesn’t worth it.»

«ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΜΠΟΥΦΟ!» μου είπε. «Απλά… ήθελα να στο πω με… Μιχαλικό τρόπο…» είπε και χαμογέλασε. «Ξέρεις… Αθήνα-Κόρινθο μέσω Όσλο»

Yup, κάτι έχει πάρει τ’ αφτί μου.

«Και… έχω βγάλει το ταμπόν,» μου είπε ακόμα πιο ντροπαλά, και ξαφνικά μου έγινε το 1+1 με το σέξι φανελάκι.

Έσκυψα πάνω της και τη φίλησα τρυφερά. Δηλαδή στην αρχή ήταν τρυφερό, μετά η Μελίτη αποφάσισε πως ό,τι πρόλογο είχαμε να κάνουμε τον είχαμε κάνει ήδη, και σάμπως να έγινε λίγο πιο επιθετική.

Long story short, πολύ γρήγορα βρέθηκε πάνω μου, με τους κορίτσαρους στα χέρια και τον Πρόεδρο στα ενδότερα του προεδρικού μεγάρου. Και επειδή η Μελίτη είναι επιμελής μαθήτρια, θυμόταν το μάθημα από την τελευταία φορά και ξεκίνησε αργά.

«Πιο δυνατά!» μου ζήτησε. “Show me the wonders of the Vrasidas bra!”, και το έπιασα το υπονοούμενο, οπότε άρχισα να μαλάζω τους κορίτσαρους πιο δυνατά, τσιμπώντας προσεκτικά και τις ρόγες.

Και ξαφνικά έπαθε Μιχάλη (ξανά) και άρχισε να γκαζώνει. Ναι, κάτι ήξερε, καθώς τα «ΑΑΑΧ» και τα «ΜΜΜ» απέκτησαν ονοματεπώνυμο.

Ή, έστω, όνομα.

«ΜΙΧ… ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ… ΑΑΑΧ ΑΑΑΑΧ ΜΜΙΧΑΛΗ…ΜΙΧ… ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ! ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ!»

Κοίτα ρε πράγματα που συμβαίνουν, δεν μου είχε τύχει ποτέ κοπέλα με την οποία είχα κάνει sex να πάθει Speedy Gonzalez!

Στιγμές αργότερα, η Μελίτη έπεσε πάνω μου ξέπνοη και την έσφιξα τρυφερά στην αγκαλιά μου, όσο πάσχιζε να βρει τις ανάσες της. «Αλλαγή στάσης!» μου δήλωσε και κατέβηκε από πάνω μου.

Ξάπλωσε, ανέβηκα από πάνω της, και με αγκάλιασε με χέρια και πόδια. Είχε κλείσει τα μάτια της και, όταν μπήκα μέσα της, τής ξέφυγε και πάλι ένας ηδονικός στεναγμός. Άρχισα να κινούμαι αλλά αυτή τη φορά δεν έκλεισα τα μάτια μου, ήθελα να τη βλέπω.

Ναι, το λες και φιλόδοξο, καθώς το κάτω κεφάλι αποφάσισε να γίνει προεδρεύον—pun intended—μέλος του εσωτερικού μου ελεγκτικού συνεδρίου και με ψήφος 2 υπέρ και 1 κατά πήρε τον έλεγχο, καθώς η ψήφος του ως προέδρου μετρούσε διπλή.

Η Μελίτη χαλάρωσε αρχικά το σφίξιμο των ποδιών της για να μπορέσω να αυξήσω ταχύτητα και μετά το παράτησε τελείως και απλά έμεινε με τα πόδια σηκωμένα, και η εικόνα αυτή με αποτελείωσε, με και χωρίς την πρόθεση “από” if you get my drift, οπότε ξέρετε… metal και τα ρέστα.

Και μετά τρέχαμε για αλλαγή σεντονιών γιατί είχαμε ξεχάσει να βάλουμε πετσέτα, και ευτυχώς που η Μελίτη είχε εμπειρία από ατυχήματα με την περίοδο και έτσι δε χρειάστηκε να πεταχτεί το σεντόνι στα σκουπίδια.

«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» με ρώτησε την ώρα που τρίβαμε το σεντόνι για να φύγει ο λεκές «Θα μπορούσαμε να το απλώσουμε στο μπαλκόνι! Πατροπαράδοτα πράγματα, και θα τη γλύτωνε και ο κόκορας!»

Ping!

Αυτή τη φορά ήμουν εγώ που το έριξα! «Σου απαγορεύω αναδρομικά να έχεις χάσει την παρθενιά σου από άλλον!»

Ping!

Αυτή τη φορά το έφαγα εγώ. «Υπεργολαβία!» μου είπε deadpan και συνέχισε ατάραχη το τρίψιμο.

Και φυσικά ακολούθησε και δεύτερο ping, πάλι στη δική μου μύτη, επειδή με τη συγκίνηση της στιγμής είχα ξεχάσει την αναδρομική της απαγόρευση να έχω ερωτικό παρελθόν.

Και μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι για μπύρα και εκεί θεώρησε απαραίτητο να μου πει ότι στοματικό δεν είχε δοκιμάσει με τον Νίκο καθώς από τη στιγμή που ο ίδιος δεν είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να της το κάνει, ούτε εκείνη είχε βρει λόγο.

«Δεν πάει έτσι, Μελίτη,» της είπα. «Όταν προσφέρεις το κάνεις για τον άλλον, γιατί σου αρέσει να τον κάνεις να νιώσει όμορφα και όχι ως αντάλλαγμα για μελλοντική παροχή υπηρεσιών.»

«Από μόνη μου δεν είμαι δοτικός άνθρωπος,» μου απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Καθόλου.» Παύση. «Ωστόσο όταν κάποιος μου δίνει με την καρδιά του, τότε το κάνω κι εγώ με τη δική μου.» Χαμογέλασε και μου χάιδεψε το χέρι. «Σε κάποια θέματα βλέπουμε τον κόσμο διαφορετικά, δεν είναι κακό.»

Ήπια μια γουλιά από την μπύρα μου. «Είμαι πολύ δοτικός άνθρωπος,» της είπα τελικά. «“Σε βαθμό μαλακίας” κατά την Τζο. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το κάνω γιατί κατά βάθος φοβάμαι ότι μόνο δίνοντας θα γίνω αποδεκτός. Δεν είναι έτσι.»

«Κάποιος στο έχει πει, αυτό, έτσι;» με ρώτησε η Μελίτη. «Η Τριανταφυλλιά;»

«Όχι,» της είπα. «Με όλα της τα ελαττώματα, με πρώτο και κύριο τα κέρατα που φορούσε στο Μπάμπη, ήταν βαθιά perceptive άνθρωπος. Σχολείο, πραγματικό σχολείο.»

«Ποιος, τότε;»

«Εγώ,» της είπα. «Εγώ το πίστευα για τον εαυτό μου. Και χρειάστηκε μια Τριανταφυλλιά για να με κάνει να δω τον εαυτό μου σε βάθος.»

Πήρα το χέρι της στο δικό μου. “Obligatory ping of death!” της είπα, κάνοντάς τη να χαχανίσει, και δε μου χάλασε το χατίρι. «Σου απαγορεύω να μου επιτρέπεις να έχω ερωτικό παρελθόν!» συνέχισα, και έβαλε τα γέλια. Ήπια ακόμα μια γερή γουλιά από τη μπύρα μου. «Λατρεύω που είσαι κτητική και ζηλιάρα! Με κάνει να νιώθω ασφαλής.»

«ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ!» μου δήλωσε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα.

«Θυμάμαι την πρώτη… Μιχαλιάδα!» ξεκίνησα να της λέω.

«Την ποια;» με ρώτησε με απορία.

«Εσένα να φωνάζεις το όνομά μου στην κορύφωσή σου!» της είπα και σας το ορκίζομαι κοκκίνησε! Ήταν μια γλύκα. «Το βλέμμα σου μετά… ο τρόπος που με κοίταξες… δεν έχουν αντάλλαγμα… για μένα δεν έχουν αντάλλαγμα.»

«Άρα μπορείς να καταλάβεις το πονάει, Βρασίδα μου, αλλά μ’ αρέσει!» μου είπε σκανταλιάρικα και μετά σοβάρεψε. «Για να στο θέσω ωμά επενδύω σε όσους επενδύουν πάνω μου.»

«Επιθετική επενδύτρια!» της είπα πειρακτικά. «Η αλήθεια είναι,» συνέχισα πιο σοβαρά, «ότι… ότι σε περίμενα πιο επιφυλακτική.»

«Με άλλον μπορεί και να ήμουν,» μου απάντησε. «Ειδικά μετά το Νίκο.» Χαμογέλασε και σηκώθηκε και ήρθε και κάθισε πάνω μου. «“It takes two to tango,” που λέει και ο μπαμπάς.»

Με αγκάλιασε πίσω από το σβέρκο και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου.

Και χορέψαμε.



54. Πληρωμή σε είδος

Το πρωί ήταν η Μελίτη που ξύπνησε πρώτη, και όχι απλά ξύπνησε, αλλά πήγε και πήρε και καφεδάκια από το Μικέλ της πλατείας. Από τον ύπνο με έβγαλε το χάδι της στα πλευρά μου και ένα απαλό δάγκωμα στο σαγόνι.

«Καλημέρα υπναρά!» μου είπε χαμογελώντας με το που άνοιξα τα μάτια μου και μου φίλησε τρυφερά τα χείλη. «Έχω πάρει καφεδάκι!»

«Σου είπα ότι σ’ αγαπάω;» της είπα αντί για καλημέρα.

«Όχι! Τέτοιος είσαι!» μου είπε δήθεν παραπονιάρικα, και όπως ήταν σκυμμένη την τράβηξα και έπεσε πάνω μου με μια χαρούμενη τσιρίδα.

«Σ’ αγαπάω!» της είπα και της ανακάτεψα παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, για να εισπράξω το πρώτο ping της ημέρας.

«Τι έκανα πάλι;»

«Είναι προκαταβολή!» μου εξήγησε χαχανίζοντας. «Όλο και κάτι θα κάνεις μέσα στη μέρα!»

Κάλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα, καλά το λένε!

Σηκώθηκα να κάνω την πρωινή μου ρουτίνα και αποφάσισα ντουζ αργότερα, να έπινα πρώτα ένα καφεδάκι. Και εκεί η Μελίτη μου ανακοίνωσε πως οι αδερφές Κοσμετάτου, πάντα τελείως δημοκρατικά, είχαν αποφασίσει αντί για μπάνιο να πάμε ολοήμερη εκδρομή στο Ναύπλιο.

«Και γιατί όχι;» μου εξήγησε η Μελίτη. «Και κοντά είναι, και ωραίες παραλίες έχει, και γραφικό είναι, και για φαγητό και για βόλτα είναι· όλα τα καλά τα έχει.»

«Μωρέ αυτό έχει,» της είπα αναστενάζοντας. «Εγώ δεν έχω…»

«Έχω εγώ!» μου είπε και μου έδωσε και δεύτερο προληπτικό ping. «Αυτό για να μη μου αρχίσεις τα μα-μου! Μια χαρά θα είχες αν δεν αγόραζες κράνος, και μετά σε έσουρα και για γραβάτα.»

Και μετά χαμογέλασε πονηρά. «Και με το περπάτημα που θα ρίξουμε σήμερα… θα σου επιτρέψω να με πληρώσεις σε είδος τρίβοντας τα πονεμένα μου ποδαράκια.»

Το σενάριο έμπαζε από παντού. Αφενός η Μελίτη ήταν αθλήτρια, οπότε αν κάποιος ήταν να βρεθεί με πονεμένα πόδια, αυτός μάλλον ήμουν εγώ. Και επιπλέον… η εν λόγω πληρωμή σε είδος είχε ένα βασικό πρόβλημα: Αυτό θα μπορούσε να είναι… δική μου απαίτηση για πληρωμή σε είδος.

Ping!

«Κάτι σκέφτεσαι πάλι και όπως το κόβω πρέπει να έχεις ήδη περάσει το Αμβούργο και κατευθύνεσαι Δανία!»

«Η πληρωμή σε είδος που μου πρότεινες, μου θύμισε ένα short που είχα δει στο YouTube. Είναι από μια σειρά, το “Frasier,” όπου ο πρωταγωνιστής είναι ένας νευρωτικός ψυχίατρος που κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές.»

«Και προφανώς ως νευρωτικός Πολιτικός Μηχανικός που κάνει στοχαστική ανάλυση βρήκες μια αδερφή ψυχή!» μου είπε γελώντας.

«Δεν είμαι…» ξεκίνησα να λέω, αλλά ποιον δουλεύω; «Εντάξει, είμαι!»

Self-Ping και η Μελίτη ξέσπασε σε νέα γέλια.

«Τέλος πάντων, στο βίντεο αυτό, η Daphne, η live in care giver του πατέρα του Frasier κάθετος οικιακή βοηθός, λέει στον Frasier. “Come on, Dr Crane, it’s not that men never used sex to get what they want” και ο Frasier της απαντάει με απόγνωση “How can we possibly use sex to get what we want? Sex IS what we want!”»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Ναι, έχει φοβερό χιούμορ!» της είπα. «Κάποια στιγμή θα άξιζε να τη δούμε παρέα!»

«Αμέ!» μου είπε πρόθυμα. «Και τώρα που το λύσαμε κι αυτό, να πάρεις και κουστούμι μαζί σου!»

«Θα πάμε σε γκουρμέ και στο Ναύπλιο;» τη ρώτησα με απελπισία, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο της.

«Όχι μωρό μου, απλά θα διανυκτερεύσουμε εκεί και το πρωί θα πας κατευθείαν γραφείο!» και χαμογέλασε πονηρά. «Το δωμάτιο που κλείσαμε έχει και τζακούζι!»

«Σάουνα να μην έχει!» της είπα με θεατρική απελπισία.

«Δεν έχει,» με διαβεβαίωσε. «Αλλά αυτό διορθώνεται!» μου έκανε τάχα απειλητικά.

«Θα είμαι το πιο φρόνιμο και υπάκουο αγόρι στον κόσμο!» της είπα με πάθος ιερέα που δίνει όρκο πίστης.

Ping!

«Σου απαγορεύω!» μου είπε. «Βρασίδας ή τέφρα!»

«Τι να σε κάνω που λυπάμαι τα 6 ορφανά!»

«Δέκα!» μου είπε. «Και δεν δέχομαι παζάρια για τα δώδεκα ορφανά!»

Ήπιαμε το καφεδάκι μας και ετοιμάσαμε γρήγορα τα πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου ενώ η Μελίτη, από τα πράγματα που είχε φέρει εδώ, πήρε ένα υφασμάτινο παντελόνι, ένα λευκό σε χρώμα του μαργαριταριού μπλουζάκι με holter λαιμόκοψη και ένα ζευγάρι μαύρα ψηλοτάκουνα πέδιλα, για τη βραδινή μας έξοδο. Τα πράγματα για τη θάλασσα θα τα παίρναμε από το σπίτι της.

Εντωμεταξύ δεν είχα πάρει χαμπάρι πόσο νωρίς ήταν παρά μόνο όταν κοίταξα το ρολόι μου. Δεν είχε πάει καλά-καλά εννιά, πότε προλάβανε και συνεννοήθηκαν μεταξύ τους οι αδερφές… Κατσάμπα;

Όπως και να έχει, γύρω στις εννιά και μισή, με τον Jules οδηγό, εμένα συνοδηγό για να μη στριμώχνομαι πίσω, και Μελίτη και Χαριτίνη στο πίσω κάθισμα να τις έχει πιάσει λογοδιάρροια, πήραμε τους δρόμους, και παρόλο που ως διαδρομή είναι μεγαλύτερη και έχει και διόδια, η Μελίτη τον συμβούλεψα να πάει από την Αττική οδό.

“Sunday or not, it’s better to avoid traversing Athens,” εξήγησε στο Jules.

Η μόνη παράκαμψη που κάναμε ήταν σε κάποιο σημείο να μπούμε στην Παλιά Εθνική για να δούμε τον ισθμό της Κορίνθου από την παλιά γέφυρα.

“If you fall from here you’ll go down like a bomb!” είπε ο Jules.

“Actually,” του είπα αδυνατώντας να κρατηθώ, “you won’t even have the time to reach terminal velocity, even diving headfirst; it’s only sixty-seven meters. If you hit the water feet-first, it might be survivable… though, I’d avoid betting on it.”

“What?” με ρώτησε έκπληκτος και εγώ το πήρα πάλι λάθος.

“The terminal velocity if you dive headfirst, and depending on body type, it’s about 240 to 290 km/h. Even without air resistance, from 67 meters you’ll get…” είπα και σταμάτησα κάνοντας γρήγορους υπολογισμούς στο μυαλό μου, “around 130 km/h!”

“What?” ρώτησα με απορία βλέποντας και τους τρεις τους να με κοιτάνε περίεργα. “It’s elementary physics!”

Η Μελίτη έβαλε τα γέλια και μ’ αγκάλιασε. “Of course it is, babe!” μου είπε τρυφερά.

“You’d make a questionable suicide advisor!” μου είπε η Χαριτίνη. “Or a very good one, I can’t decide which is which!”

“Well, that’s not for me, I’m afraid of heights!” απάντησα.

“You have preferences?” με ρώτησε η Μελίτη χαχανίζοντας.

“Of course I do!” της απάντησα τάχα μου θιγμένος από την ερώτηση. “Pure nitrogen, less messy; not good for the fish, though.”

Ο Jules έβαλε τα γέλια ενώ η Χαριτίνη συμφώνησε. “He’s got a point, you know. That being said, call me a conservative but I’d prefer a more conventional approach to diving,” είπε χαχανίζοντας ελαφρά.

“Well… call me a chicken but I’d prefer total avoidance of diving,” είπα κι εγώ αστειευόμενος με τη σειρά μου. “I’m a mountain villager to the core!”

“Yeah,” είπε ο Jules, “diving on the mountain is a bad idea!”

“You know? Melite started me on swimming lessons! I swear, I had no idea I needed swimming lessons!”

“That bad?” ρώτησε ο Jules γελώντας.

“I thought that floating was good enough, but apparently this wasn’t up to Melite’s standards so…”

“So, we will repeat the lessons today!” δήλωσε η Μελίτη.

Επιστρέψαμε στο αυτοκίνητο και πήραμε το δρόμο για το Ναύπλιο χωρίς άλλα απρόοπτα. Παρκάραμε στο Λιμάνι και πήγαμε και αφήσαμε τα πράγματά μας στα δωμάτια μάς, καθώς τα δωμάτια που είχαμε νοικιάσει ήταν σε κάποιο παλιό αρχοντικό χωμένο σε κάτι σοκάκια πίσω από τις καφετέριες.

Αλλάξαμε, δηλαδή φορέσαμε τα μαγιό μας και κατεβήκαμε όλοι μαζί να πάμε σε κάποια παραλία. Εκεί, ντρέπομαι που το λέω, είδα και τη Χαριτίνη με μαγιό και έπαθα μίνι εγκεφαλικό, και ευτυχώς που κατάφερα να συμμαζευτώ εγκαίρως γιατί θα έτρωγα ξύλο και από τους τρεις.

Εξωτικά μεσογειακή στο χρώμα και με το θεωρητικά ολόσωμο μαγιό της πρακτικά να αφήνει το στομάχι της έξω, ήταν και η αιτία του εγκεφαλικού μου. Σε αντίθεση με τη Μελίτη που είναι flat στο στομάχι, η Χαριτίνη είχε αυτό το υπέροχο μικρό κιλουμπίνι που λατρεύω στο γυναικείο σώμα.

«Έλα να σε αλείψω μωρό μου,» μου είπε τρυφερά η Μελίτη, και σταμάτησα με τη μία να σκέφτομαι την αδερφή της.

Και εδώ που τα λέμε, από τους τέσσερίς μας εγώ ήμουν που χρειαζόμουν απελπισμένα το αντηλιακό, καθώς και ο Jules ήταν αρκετά μελαχρινός στο δέρμα. Εγώ πώς βγήκα σαν το δράκουλα, μου λέτε;

(Η απάντηση είναι στα γονίδια, και ο παππούς μου ο Γιώργος ήταν ασπρουλιάρης, και δαύτα πήδησαν μια γενιά και εμφανίστηκαν ξανά σε εμένα, γιατί αλίμονο…)

Και φυσικά επειδή η Μελίτη το λόγο της το κρατάει, η πρώτη ώρα αφιερώθηκε σε ναυτικά γυμνάσια, και μπορεί και πάλι να μου βγήκε στο τέλος η γλώσσα, ωστόσο οφείλω να ομολογήσω ότι οι κολυμβητικές μου ικανότητες είχαν αρχίσει να παρουσιάζουν σαφή βελτίωση.

Στην παραλία τελικά καθίσαμε γύρω στο τρίωρο, και μετά επιστρέψαμε στο Ναύπλιο για να φάμε, και κανονίσαμε να πάμε το απόγευμα Ακροναυπλία. Πήγαμε σε ένα εστιατόριο να φάμε, και μπορεί να μας χάιδεψαν τον κώλο στο λογαριασμό, αλλά τουλάχιστον δεν φύγαμε νηστικοί.

Κάναμε τον αργό περίπατό μας στο λιμάνι, για να μας κάτσει το φαγητό, και μετά επιστρέψαμε στα δωμάτιά μας καθώς η Χαριτίνη ήθελε να ξαπλώσει—η μία ώρα ύπνο το μεσημέρι, εφόσον μπορούσε, ήταν απαράβατος κανόνας—και κατά τα φαινόμενα ξυπνούσε με καλύτερη διάθεση απ’ ό,τι η μικρή της αδερφή.

Σοφά ποιώντας αποφασίσαμε να μη δοκιμάσουμε την τύχη μου, και έτσι γεμίσαμε το τζακούζι και χωθήκαμε και οι δύο στο νερό.

«Μαναράκι, ο Βρασίδας πληρώνει πάντα τα χρέη του!» της υπενθύμισα με το που κάτσαμε στα δύο αντικρυστά μέρη της μπανιέρας, εκείνη στο πιο ρηχό και εγώ στο πιο βαθύ.

Χαμογέλασε και μου άπλωσε το αριστερό της πόδι και άρχισα να τρίβω το πέλμα απαλά με το Μελιτάκιον να κλείνει τα μάτια της και να γέρνει πίσω το κεφάλι της απολαμβάνοντας μασάζ εις διπλούν: το ξενέρωτο του νερού, και το ορθόδοξο ποδολαγνικό του Βρασίδα.

«Αααχ,» μου έκανε με απόλαυση. «Κύριε Βρασίδα με κακομαθαίνετε!»

«Ένεκα της αναδρομικά απαγορευμένης προϋπηρεσίας!» της απάντησα, κάνοντάς τη να χαχανίσει.

«Θα σε δείρω αργότερα!» με διαβεβαίωσε, γιατί μια ανησυχία την είχα!

«Θα ήθελα να δοκιμάσουμε κάτι,» της είπα ντροπαλά. “Reverse cowgirl!”

«Τώρα δε μπορούμε… για τεχνικούς λόγους!» μου είπε χαμογελώντας ντροπαλά με τη σειρά της. «Το βράδυ όμως θα κάνω πέτρα την καρδιά μου και θα υποκύψω στις ακόρεστες σεξουαλικές σου ορέξεις. Επτά ορφανά είναι αυτά!»

«Ο Βρασίδας δεν είναι άκαρδος, θα περιμένει!» τη διαβεβαίωσα.

«Αν καθίσετε στο πλάτωμα μπορώ να σας δώσω προκαταβολή!» μου είπε πονηρά.

Για πίπα ξεκίνησε αλλά η Μελίτη επηρεασμένη από ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ του National Geographic video στο Pornhub, μου ζήτησε να δοκιμάσουμε κάτι που είχε δει σε εκπαιδευτικό video στην τέχνη του στοματικού τσόντα.

«Μαναράκι, θα σου πω για την καταστροφή της Ισπανικής Αρμάδας στη ναυμαχία του Γκράβελιν,» ξεκίνησα να της λέω με το που ο πρόεδρος βρέθηκε ανάμεσα στους κορίτσαρους και της ξέφυγε ένα ροχαλητό, και συνέχισε με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο. «Οι Άγγλοι που λες…»

Στους κανονιοβολισμούς που έπεσαν στο τέλος και την έκαναν σύχρηστη σε πρόσωπο, μαλλιά—δεν την γλίτωσαν αυτή τη φορά—και στήθος, μάλλον ταίριαζε περισσότερο η Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, οπότε το σημείωσα νοητικά για την επόμενη φορά.



55. Το σύνδρομο της Κίνας

Μετά το ντουζ, που περιλάμβανε και αναγκαστικό λούσιμο από τη Μελίτη, έστειλε μήνυμα στη Χαριτίνη για να τη ρωτήσει αν έχουν ξυπνήσει. Ναι, δεν έλαβε απάντηση, και έτσι, μιας και η Μελίτη δεν ήταν του μεσημεριανού ύπνου με τρόπο ασφαλή για τη σωματική μου ακεραιότητα, αποφασίσαμε να πάμε να πιούμε καφεδάκι τα δυο μας.

Σορτσάκι και μπλούζα εγώ, τζιν σορτσάκι δημόσιο κίνδυνο, και… δημόσιο…κινδυνότερο—εις διπλούν—λευκό φανελάκι με πάχος silicon wafer σε δίαιτα, κατηφορίσαμε για τις καφετέριες.

«Μάλλον έπρεπε να φορέσω σουτιέν!» ήταν η διάγνωσή της.

“You are very perceptive” της απάντησα ειρωνικά, και εισέπραξα δύο ping, ένα για ειρωνεία κατά της αρχής και το δεύτερο ως υπεργολαβία, καθώς—καλοσύνη της—αναγνώρισε το δίκιο μου.

«Τώρα να σου πω πώς όταν πηγαίναμε μόνες μας διακοπές με την Κωνσταντίνα πολλές φορές κάναμε μπάνιο μπάνιο topless ή θα μου μείνεις;»

Ρητορική ερώτηση, της έμεινα.

«Είναι πολύ καλύτερη η αίσθηση χωρίς το πάνω μέρος του μαγιό,» μου είπε αναστενάζοντας.

Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι, αλλά λαμβάνοντας υπόψη την ευκολία με την οποία τα πέταγαν Τζο και Αλεξία όταν τους δινόταν η ευκαιρία, δεν ήταν να απορείς.

(Για τη Βίκυ δε το συζητάω, καθώς ούσα γερμανοθρεμμένη, το πάνω μέρος του μπικίνι εθεωρείτο περίπου περιττή και πλείστα ενοχλητική εξάρτυση, χρήσιμη μόνο προς αποφυγήν εγκεφαλικών του Στέλιου, που ας πούμε ήταν αρκετά πιο πατροπαράδοτος. That is με τη Βίκυ και τη Μαρία, την αδερφή του, γιατί με τις αδερφές/κοπέλες των άλλων τον έλεγες και το πρόσωπο του σωματικού φιλελευθερισμού, LOL!)

«Ο Βρασίδας είναι διαλλακτικός, μαναράκι,» της είπα. «Μπορείς να κυκλοφορείς ελεύθερα χωρίς το πάνω μέρος του μπικίνι στο σπίτι!»

«Με σκλαβώνεται κύριε Βρασίδα!» είπε η Μελίτη χαχανίζοντας. «Αν ήμασταν μόνοι σε κάποια ερημική παραλία;»

«Define μόνοι! Ναυαγοί σε κανένα ερημονήσι του Ειρηνικού, ξέρω γω, ή σε καμιά παραλία που θα μπορούσε να σκάσει από το πουθενά κανένας απίθανος;»

«Ναι, γενικά προτιμάω μέρη που έχουν αξιοπρεπές 5G σήμα,» μου απάντησε χαχανίζοντας ξανά.

«Όχι, δε θα με πείραζε,» της είπα τελικά. «Αρκεί να το έβαζες και πάλι αν παύαμε να ήμασταν μόνοι.»

Η Μελίτη μου χάιδεψε τρυφερά το χέρι. «Δε θα το έκανα για τον ίδιο λόγο που δεν το κάνει και η Βίκυ από τότε που είναι με το Στέλιο,» μου είπε χαμογελώντας μου τρυφερά.

«Στο έχει πει, ε;» τη ρώτησα.

“Yup…” μου απάντησε. «Στο είπα και άλλη φορά, με τη Βίκυ έχουμε… special rapport! Γιατί νομίζεις βρε χαζούλη ότι μπορεί και αστειεύεται έτσι χαλαρά ότι θέλει να κλεφτούμε;»

«Το ξέρω, μωρό μου,» της είπα ανταποδίδοντας το χάδι στο χέρι.

Ναι, ποια ήρθε εκείνη τη στιγμή στην καφετέρια με το σύζυγό της και δύο παιδιά, το ένα γύρω στα τέσσερα και το άλλο σε βρεφικό καροτσάκι; Μαντέψτε σωστά και τινάξτε τη μπάνκα στον αέρα.

Και ελάτε να μου πείτε ότι το σύμπαν δεν είναι μεγάλο troll. Of all the gin joints coffee shops, in all the towns Nafplion, in all the world, she walks into mine where Melite and I were sitting. Η Τριανταφυλλιά. Με τον Μπάμπη και δεύτερο παιδί, πιθανότητα επίσης όχι δικό του.

Φυσική κοκκινομάλλα η Τριανταφυλλιά, λυγερόκορμη και εμπροσθοβαρής, ήταν από τις γυναίκες σαν την Αλεξία ή την Τζο—και όπως ανακάλυψα εσχάτως και τη Χαριτίνη—τραβούσε όλα τα ανδρικά βλέμματα σαν μαγνήτης.

Μόνο που το βλέμμα μου εκείνη τη στιγμή δεν θα το έλεγες ακριβώς θαυμασμού, περισσότερο έφερνε στον Akimov μερικές στιγμές αφού πάτησε το ΑΖ-5. Βάλε και το στιγμιαίο πάγωμα της Τριανταφυλλιάς—που ο Μπάμπης ευτυχώς δεν κατάλαβε καθώς τον τραβολογούσε ο μεγάλος του—και η Μελίτη με πήρε χαμπάρι αμέσως.

«Μιχάλη;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με εξεταστικά. «Κάνεις σα να είδες φάντασμα.»

Παρά το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή βίωνα συνδυαστικά Chernobyl και Three Mile Island, κάπως κατάφερα και έγειρα και της ψιθύρισα στ’ αφτί «Η Τριανταφυλλιά και ο Μπάμπης…»

Ευτυχώς η λογική επικράτησε και η Τριανταφυλλιά κάνοντας ότι δεν της άρεσε το συγκεκριμένο καφέ, πήρε Μπάμπη και παιδιά και έφυγαν από το μαγαζί.

«Μικρός που είναι ο κόσμος, ε, μαναράκι;» μου είπε πειρακτικά. «Τι λένε γι’ αυτό τα στοχαστικά σου μοντέλα;»

«Αυτή τη στιγμή αλλαγή πλανήτη!» της απάντησα κάνοντας τη να βάλει τα γέλια.

«Δες το θετικά,» μου είπε συνεχίζοντας το δούλεμα. «Θα μπορούσε να μην είχε πιάσει κόψιμο το Μπάμπη και να σε είχε δει και φατσικά!»

«Δε βοηθάς!» της είπα με απελπισία.

Ping!

«Δεν έχω σκοπό!» μου δήλωσε. «Και δε φτάνει που σου έχω απαγορέψει να έχεις παρελθόν, όχι απλά με γράφεις… εκεί που δεν πιάνει μελάνι, μου κουβαλάς και τις ερωμένες σου!»

«ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΟΥΒΑΛΗΣΑ ΕΓΩ!!!!»

Ping of death.

“Semantics!” μου είπε χαχανίζοντας. «Αλήθεια, πώς γνωριστήκατε;»

«Δεν αλλάζουμε καλύτερα θέμα;» τη ρώτησα με ακόμα μεγαλύτερη απελπισία.

“Nope!” μου είπε μειδιώντας. «Οι αμαρτίες πληρώνονται!»

Νοέμβριος 2022, Ζωγράφου

Πίνουμε το καφεδάκι μας με την Τζο και τη Χριστίνα. Φίλες, συμφοιτήτριες και αρνήτριες πέους—_Jo words, not mine—έχουν πιάσει σοβαρή συζήτηση-ΝΟΤ!—ενώ εγώ κάνω ότι τις προσέχω.

Βασικά η προσοχή μου είναι στραμμένη σε μια όμορφη κοκκινομάλλα, γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε, η οποία πίνει καφέ με μια φίλη της, και ευτυχώς τα γυαλιά ηλίου που φοράω μου επιτρέπουν να την κοιτάζω αβέρτα χωρίς το φόβο να καρφωθώ.

Την έχω πιάσει που και που να μου ρίχνει ματιές. Ξέρετε, από αυτές που το βλέμμα στέκεται ελάχιστα παραπάνω, πριν κάνει ότι στρέφεται αλλού. Καλά, να είχαμε να λέγαμε, ακόμα και αν καθόταν ακριβώς απέναντί μου με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω μου, πιο πιθανό ήταν να πιάσει αράχνες στη θέση της παρά να κάνω κάποια κίνηση.

Μία φορά έχω κάνει στη ζωή μου την πρώτη κίνηση, και βρες γυναίκα που διάλεξα ρε μαλάκα, την Τζο, ή κατά κόσμο Ιωάννα. “Μια χαρά παιδί, είσαι” μου είχε πει, “και θα είχα όλη την καλή διάθεση αλλά έχεις ένα βασικό ελάττωμα ανάμεσα στα πόδια σου.”

Την έκανα πολύ γούστο όμως, με γοήτευε ο ατίθασος, ρέμπελος, παντελώς αντισυμβατικός χαρακτήρας της, και είχαμε κολλήσει. Αρκετά μοναχικός άνθρωπος και κλειστός χαρακτήρας, πέρα από το Στέλιο—και φυσικά την Αλεξία που ήταν όμως Θεσσαλονίκη—η Τζο ήταν η πρώτη μου πραγματική φίλη πέρα από τον μικρόκοσμο του χωριού μου.

Ελευθερία και Ελένη, οι μόνες μέχρι τώρα σχέσεις που είχα κάνει, εικοσιδύο χρονών μαντράχαλος, ήταν και αυτές που είχαν κάνει την πρώτη κίνηση. Η Ελένη ήταν συμφοιτήτρια του Στέλιου και της είχα γυαλίσει σε κάποια φοιτητική εκδήλωση που είχαμε πάει η δυο μας, και ακόμα και τότε ο Στέλιος σχεδόν με έσουρε να της στείλω μήνυμα στο κινητό που του είχε δώσει. Όσο για την Ελευθερία… τα έχουμε πει.

«Εσύ τι λες;» με ρώτησε η Τζο που νόμιζε ότι παρακολουθούσα την συζήτηση της με την Χριστίνα.

«Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησα αφηρημένος.

«Καλά κρασιά,» ήταν η διάγνωσή της.

«Ρε συ έχω την εντύπωση ότι η κοκκινομάλλα με κοιτάει,» της είπα. Δες κι εσύ διακριτικά,» της ζήτησα καθώς η Τζο καθόταν δίπλα μου.

«Οκ,» μου απάντησε και συνέχισε την κουβέντα της με την Χριστίνα. Πέντε-δέκα λεπτά αργότερα μου έδωσε διάγνωση. «Όντως σε κοιτάει!» μου είπε.

«Τι να κάνω;» τη ρώτησα.

«Ξέρω γω; Άνοιξε φύλλο για τυρόπιτα» μου απάντησε.

Εκείνη τη στιγμή η κοκκινομάλλα σηκώθηκε και πήγε στα σκαλιά που ανέβαιναν στο πατάρι που ήταν οι ανδρικές και οι γυναικείες τουαλέτες.

«Μαλάκα για σένα ανεβαίνει πάνω!» μου είπε η Τζο ενθουσιασμένη. «Πήγαινε!»

«Πού να πάω;» τη ρώτησα πανικόβλητος.

«Στο γιαλό να δεις πώς κουνιούνται οι βάρκες. Σήκω βρε αρχιμαλάκα και πήγαινε στο πατάρι!» μου είπε. «Ρε τι είναι τούτος δω;» ρώτησε την Χριστίνα με απελπισία.

«Τι να της πω;»

«Τα κάλαντα! Πήγαινε ρε μαλάκα πάνω!» μου είπε.

Ξεροκατάπια και κάπως κατάφερα και πήγα κι εγώ στο πατάρι με τα πόδια μου να τρέμουν. Η κοκκινομάλλα έκανε ότι έφτιαχνε το make-_up της στον καθρέφτη. Ξεροκατάπια πάλι και της χαμογέλασα.

«Δεν έχω χρόνο,» μου είπε συνωμοτικά. «Δώσε μου το κινητό σου και θα σε πάρω εγώ!»

«Ο-Ορίστε;» τη ρώτησα αποσβολωμένος και της ξέφυγε ένα μικρό γελάκι. «Δώσε μου το κινητό σου!» επανέλαβε.

Της το έδωσα και το σημείωσε στο κινητό της. Δεν με κάλεσε, απλά επανέλαβε ένα-ένα τα ψηφία του τηλεφώνου μου για να βεβαιωθεί ότι τα έγραψε σωστά.

«Πώς σε λένε;» με ρώτησε.

«Μιχάλη!» της απάντησα σχεδόν σα ρομπότ.

«Λοιπόν Μιχάλη, θα σε πάρω κάποια στιγμή τηλέφωνο,» μου είπε. «Κατά το βραδάκι!»

«Μάλιστα!» της είπα.

«Τα λέμε!» μου είπε και μου έκλεισε πονηρά το μάτι.

«Μισό…» πρόλαβα να τη σταματήσω. «Πώς σας λένε;»

«Τριανταφυλλιά!» μου απάντησε, μου έκλεισε ξανά παιχνιδιάρικα το μάτι, και επέστρεψε στο τραπέζι της.

Ναύπλιο, Ιούνιος 2026

“And now you know” της είπα τελειώνοντας την ιστορία.

Ping! Ping! Ping!

«Για να μην ξεχνιόμαστε!» μου είπε πειρακτικά η Μελίτη, και εκείνη τη στιγμή βούιξε το κινητό της. «Ξύπνησαν τα καμάρια μας!» Έγραψε κάτι στο κινητό της και το άφησε στο τραπέζι. «Τους είπα να έρθουν να μας βρουν εδώ.»

«Α, ωραία!» έκανα. «Τι κάνουμε αργότερα;» τη ρώτησα.

«Δεν έχω ιδέα, φαντάζομαι θα βγούμε για κανένα ποτάκι αλλά μιας και έχει πρωινό ξύπνημα δε θα το ξενυχτίσουμε.»

«Ε, καλά, δε χάλασε κι ο κόσμος να πάω και στις έντεκα στο γραφείο,» της είπα. «Δε χρειάζεται να ξυπνήσουμε με τα κοκόρια. Θα στείλω το πολύ-πολύ ένα μήνυμα στο Δημήτρη ότι αύριο θα αργήσω λίγο.»

«Έχεις και τον Jules,» μου υπενθύμισε.

«Ναι, δε τον έχω ξεχάσει. Δεν αλλάζει κάτι, θα έχω προλάβει να κάνω τη δουλειά που χρειάζεται πριν. Εσείς τι θα κάνετε;»

«Εγώ θα πάω στο Dojo για ελαφριά προπόνηση μου είπε. Ο κύκλος μου είναι τέσσερις μέρες, αύριο θα είναι η τελευταία και ήδη έχω αρκετά μειωμένη ροή.»

Χαμογέλασε πονηρά. «Και πάλι θα χρειαστούμε πετσέτα, πάντως!»

«Όχι αν γίνει στη μπανιέρα!» της είπα στο ίδιο ύφος.

Δίστασε για λίγο… «Θα προτιμούσα όχι μπανιέρα.»

«Εντάξει, μαναράκι,» της είπα. «Αν μη τι άλλο ο κύριος Βρασίδας είναι ευέλικτος!» συνέχισα και χαχάνισε. «Μπορούμε να δοκιμάσουμε το reverse cowgirl αύριο ή μεθαύριο, σπίτι, χωρίς να χρειάζεται πετσέτα, αλλά για σήμερα το βράδυ ψηφίζω μπανιέρα.»

«Τι έχεις στο μυαλό σου, βδελυρέ εκβιαστή;» με ρώτησε με δραματικό ύφος. «Τι άλλη θυσία πρέπει να κάνω για τα X ορφανά αδέρφια μου;»

«Χ;» τη ρώτησα βάζοντας τα γέλια.

«Τυχαία μεταβλητή!» μου απάντησε. «Και μη με ρωτήσεις τι κατανομή ακολουθεί!»

«Διακριτή ομοιόμορφη,» της απάντησα, «υποθέτοντας ότι κάθε φορά που επέλεγες αριθμό το έκανες πραγματικά στην τύχη,» της απάντησα σοβαρά, γιατί αλίμονο. «Η Cauchy–Lorentz με λόξιγκα μπορεί να εξηγηθεί λόγω μη επαρκούς δείγματος!»

«Ποια Cauchy-Lorentz ρε νούμερο;»

«Α, ναι, δε στο είχα πει. Κατέγραφα τον αριθμό των ορφανών στο SPSS καθαρά για λόγους στατιστικής ανάλυσης.»

Με κοίταξε. Την κοίταξα. Αποφάσισε να αλλάξει θέμα. «Και τι θα κάνουμε στο μπάνιο, κύριε Βρασίδα;»

«Μαναράκι, θυμάσαι τον Παύλο Καρανικόλα;» της είπα και της ξέφυγε ένα ροχαλητό. «Ε, θα παίξουμε μια από τις ταινίες του!»

«Εμείς οι βλάχοι όπως λάχει;» με ρώτησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρή.

«Σκύψε ευλογημένη.»



56. Περί συντελεστή τριβής ολίσθησης

Η Μελίτη διάβασε λάθος το υπονοούμενο στον “Σκύψε ευλογημένη”

«Βρε αχρείε εσύ δεν είπες ότι το… πίσω-πίσω θέλει ρέγουλα;»

«Μαναράκι, μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, καθότι ο Βρασίδας λατρεύει τα επικώς επικά σου έπη, αλλά η κυρία είσοδος είναι περισσότερο της αρεσκείας του.»

«Μπα;» μου είπε γελώντας.

«Μαναράκι, θα σου πω κάτι αλλά να μείνει μεταξύ μας,» της είπα συνωμοτικά, κάνοντάς της να της ξεφύγει ένα προκαταβολικό ροχαλητό. «Μπορεί το επικό σου έπος να είναι επικά επικό αλλά βασικά είναι φτιαγμένο για άλλη δουλειά,» της είπα σαν αρχαίος φιλόσοφος που έκανε διάλεξη στην Ακαδημία του Πλάτωνα. «Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη πριν η επίσκεψη στο μηχανουργείο!»

Δεύτερο ροχαλητό.

«Η κυρία Προέδρου, από την άλλη,» (νέο ροχαλητό) «έχει ιδιωτικό λιοτρίβι…» (γέλιο) «Τι να λέμε τώρα; Συγκρίνεται το παρθένο…» (παύση) «Παλιά-στο-Τέξας παρθένο ελαιόλαδο με το γράσο;»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Γι’ αυτό σου λέω, μαναράκι.»

Όταν σταμάτησε να γελάει το επιστημονικό της μυαλό βρήκε το αδύναμο σημείο στη θεωρεία: «Τότε γιατί μου λες ότι το… γράσο είναι προτιμότερο από τα κολπικά υγρά στο… πίσω-πίσω!»

«Μαναράκι, με σκότωσες!» της είπα.

«Γιατί;» με ρώτησε με απορία.

«Μαναράκι, τι κάνει το γράσο;» τη ρώτησα.

«Μειώνει την τριβή!» μου απάντησε χωρίς να καταλαβαίνει που το πάω.

«Πώς υπολογίζουμε την τριβή, μαναράκι;» την ρώτησα ξανά.

«Με το συντελεστή τριβής ολίσθησης!» μου είπε και με κοίταξε αβέβαια.

«Ο οποίος εξαρτάται;» την ξαναρώτησα.

“DOH!” έκανε συνοδεύοντάς το με facepalm που θα έκανε Pickard και Riker περήφανους. “Damn, that hurt scientifically! Self ping of death” μου είπε και κάλυψα προληπτικά τη μύτη μου, γιατί συνήθως εκείνη της άρπαζε.

Ναι, αυτή τη φορά η Μελίτη έκανε στον εαυτό της γιατί… βασική κλασσική μηχανική: διαφορετικά υλικά, διαφορετικοί συντελεστές τριβής ολίσθησης, διαφορετικές μέθοδοι μείωσης ή ενίσχυσής της.

«Μαναράκι, δες το θετικά!» της είπα.

Ping! (αυτή τη φορά στη δική μου μύτη)

«Μαναράκι το βουλώνω!»

Ping!

«Αγκαλίτσα;» τη ρώτησα τρυφερά, τι άλλο να έκανα ο αγνωστικιστής Άθεος;

Τρυφερό ping, και χώθηκε στην αγκαλιά μου. «Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ;» με ρώτησε σαν παιδάκι.

«Πολύ-πολύ-πολύ!» της απάντησα και τη φίλησα στα μαλλιά.

«Μ’ αρέσει που ο Βρασίδας ξεκίνησε από κοινωνιολόγος/ιστορικός και έχει καταντήσει Leibniz να πούμε!» συνέχισε χαχανίζοντας.

«Μαναράκι, ο Βρασίδας δεν ισχυρίζεται ότι ανέπτυξε τον απειροστικό λογισμό. Αφενός τον πρόλαβε ο Νεύτωνας, και αφετέρου στην πραγματικότητα τους είχαν προλάβει κοντά δύο χιλιάδες χρόνια Εύδοξος και Αρχιμήδης!»

«Κύριε Βρασίδα σε πιάνω αδιάβαστο!» μου είπε. «Ο Leibniz θεωρείται η τελευταία οικουμενική ιδιοφυία, ο τελευταίος πανεπιστήμονας.»

(Πηγή: Χαριτίνη)

Και όπως κάθε φορά που συλλαμβάνομαι αδιάβαστος, άνοιξα το κινητό, πήγα στο Wikipedia, και ρώτησα και τα τρία AIs ζητώντας στο prompt και παραπομπές.

«Είσαι περιπτωσάρα από τις λίγες ρε Αγραφιώτη!» μου είπε η Μελίτη βάζοντας τα γέλια. «Εγώ να σου κωλοτρίβομαι κι εσύ… Θεούλη μου! Θέλω να σε πνίξω! Θέλω να σε φιλήσω! Θέλω να σε φυτέψω! Θέλω να σε βάλω κάτω και να σε ξεζουμίσω! Όλα μαζί, ταυτόχρονα!»

«Ε;»

«Ὅπερ ἔδει δείξαι…» μου είπε παραιτημένη, πήρε το κινητό από τα χέρια μου και με έσφιξε πάνω της. «Έλα εδώ ρε νούμερο!»

Κάτι παίχτηκε εδώ που έχασα! Πότε μου κωλοτρίφτηκε;

Με τη Μελίτη να έχει βάλει το χέρι της πάνω στον ώμο μου και να έχει γύρει το κεφάλι της πάνω μου, αποφάσισα να μείνω με την απορία.

«Ξέρεις κάτι;» μου είπε και τραβήχτηκε ελαφρά από τον ώμο μου. «Την μέρα που γνωριστήκαμε… σε είχα προσέξει κι εγώ!» μου είπε.

«Ορίστε;» τη ρώτησα γουρλώνοντας τα μάτια.

«Θυμάσαι τι σου είπα όταν σε “έπιασα” να με κοιτάς;» με ρώτησε, κάνοντάς μου air quotes στο έπιασα.

«Φυσικά!» της απάντησα και την έκανα quote “Τρέχει τίποτα; Έχω μαρούλι στα δόντια, ξέρω γω;”

«Είχα τις κλειστές μου εκείνο το βράδυ αλλά ήσουν… γλυκούλης και αποφάσισα να… να απαντήσω πιο παιχνιδιάρικα, ελπίζοντας να το πιάσεις!» μου είπε αφήνοντάς με τελείως μαλάκα.

Γέλασε. «And now you know, που λέει ένας φίλος από την ορεινή Καρδίτσα!»

Καλά το θυμόμουν ως “ζοχαδιασμένη διασκέδαση!”

«Μου αρέσει να με φλερτάρουν,» μου είπε ντροπαλά. «Οι πεφτικές είναι που μου γυρνάνε το στομάχι. Και εσύ με φλέρταρες Μιχάλη. Διακριτικά και πάνω απ’ όλα με χιούμορ!»

Χαμογέλασε και με φίλησε στον ώμο. «Το γέλιο για μένα είναι… αφροδιασιακό,» συνέχισε. «Και ο Γιώργος και ο Νίκος… με έκαναν να γελάω. Αλλά εσύ αδερφάκι μου είσαι μια κατηγορία από μόνος σου!»

«Είμαι;» τη ρώτησα λαχταρώντας επιβεβαίωση.

«Είσαι, μπούφο!» μου είπε τρυφερά. «Και δεν είναι μόνο το χιούμορ σου και το βάθος σου… είναι ο ίδιος ο τρόπος που σκέφτεσαι και αντιδράς. Υπέροχα σουρεαλιστικός και παράλογος… και ταυτόχρονα σχεδόν Αριστοτελικά λογικός…»

«Πολύ-πολύ-πολύ;» τη ρώτησα με τη σειρά μου.

«Πολύ-πολύ-πολύ σουρεαλιστικό μου τρελοκομείο!» μου είπε και ανασηκώθηκε και μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο στόμα. «Πολύ-πολύ-πολύ!»

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν και μας βρήκαν η Χαριτίνη με τον Jules οπότε συμμαζευτήκαμε τρόπο τινά. Ήπιαν και οι δύο το καφεδάκι τους και αποφασίσαμε να πάμε Ακροναυπλία, το οποίο σημαίνει ότι θα έπρεπε να γυρίσουμε στο δωμάτιο για να αλλάξει η Μελίτη.

“Clock is ticking!” μας είπε η Χαριτίνη χαχανίζοντας. “Don’t fool around!”

“Yes, mom!” της είπε η Μελίτη και σηκωθήκαμε και επιστρέψαμε στο δωμάτιο.

Εγώ βασικά μια χαρά ήμουν, η Μελίτη χρειαζόταν να ντυθεί. «Το σορτσάκι μένει!» αποφάσισε.

«Εγώ λέω να αλλάξεις,» της είπα και η Μελίτη γύρισε και κοιτάχτηκε ανήσυχη.

«Είναι κάπως, ε;» μου είπε.

«Μια χαρά είναι!» της είπα χαχανίζοντας. «Απλά ήθελα να δω τα επικά σου έπη!»

Ping!

Και μετά φιλάκι, γιατί σε ποια γυναίκα δεν αρέσει ο φίλος της να θαυμάζει το σώμα της;

«Μαναράκι, ήσουν για πολύ ώρα χωρίς σουτιέν!» της είπα με το που έβγαλε το φανελάκι, και θεώρησα ιερό καθήκον και ύψιστη ηθική υποχρέωση έναντι των κορίτσαρων να τα στηρίξω στη διαρκή τους μάχη ενάντια στο acceleration gradient tensor του μητρικού της πλανήτη.

(Για το αν ήταν και δικός μου κανείς δεν ορκιζόταν, ούτε καν η ίδια μου η οικογένεια, λες και η Χρυσή δε με είχε κάνει με τον πατέρα μου αλλά με κανένα γλεντζέ ηδονιστή εξωγήινο που είχε πάρει τη μορφή του, να πούμε. Το ενδεχόμενο μπερδέματος μωρών στο Νοσοκομείο της Λάρισας δεν εξετάζεται λόγω… Occam, LOL!)

Κοντολογίς πήγα από πίσω και τη χούφτωσα του καλού καιρού. Yup, συμμετρικά ήταν και άσε την ιδιοκτήτρια να λέει.

«Θα κάτσεις φρόνιμος ρε νούμερο;» μου είπε γελώντας.

«Γιατί, τι σ’ εμποδίζω!» τη ρώτησα αθώα. «Ίσα-ίσα ο Βρασίδας προσφέρει άριστα κρατήματα, ενσωματωμένο pinching, δυναμική ρύθμιση ζουπίσματος, και podcast για θέματα πολιτισμού, ιστορίας, κοινωνιολογίας, ανθρωπολογίας, gender studies, στοχαστικής ανάλυσης, στατιστικής, και, φυσικά, μηχανικής!»

«Όλα αυτά;» με ρώτησε γελώντας ακόμα πιο δυνατά.

«Μαναράκι, ένας είναι ο Βρασίδας!»

«Μαναράκι, υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν έχεις σκεφτεί!» μου είπε. «Αν για οποιοδήποτε λόγο χρειαστείς τα χέρια σου, θα γίνω αμαζόνα commando από πάνω!»

Ναι, ομολογώ ότι δεν είχα σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο, ωστόσο είχα απάντηση. «Δε θα χρειαστώ τα χέρια μου!» τη διαβεβαίωσα.

«Και ποιος θα με τραβήξει φωτογραφία με φόντο το ηλιοβασίλεμα;» με ρώτησε. “I want the whole boyfriend experience, that is beyond sex and stealing your clothes!”

Το επιχείρημά της ήταν ατράνταχτο, οπότε με βαριά καρδιά σταμάτησα να παρέχω υπηρεσίες στήριξης και φόρεσε ένα αθλητικό μπούστο που είχε φέρει μαζί της, με περισσότερο γενναιόδωρο ντεκολτέ για τα γούστα μου.

“I’m sexy and I know it!” μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά τo μάτι, και με χούφτωσε και από πάνω! «Αργότερα,» μου υποσχέθηκε.

«ΠΩΣΘΑΒΓΩΕΤΣΙΕΞΩ;» τη ρώτησα με απελπισία.

«Αλλάζοντας θέση στον πρόεδρο!» μου απάντησε deadpan.

Αν μη τι άλλο, είναι πρακτική.

Κατεβήκαμε—εγώ με περισσότερη δυσκολία ομολογώ καθώς η νέα θέση δε με βόλευε όταν ο πρόεδρος… ξεφούσκωσε—και έτσι, αναγκαστικά έκανα και μια στάση στην τουαλέτα της καφετέριας για… να κουμπώσει σωστά η ταχύτητα.

“Να ένα πράγμα που ποτέ καμιά γυναίκα δε θα μπορέσει να καταλάβει πραγματικά!” σκέφτηκα μέσα μου νιώθοντας απέραντη ανακούφιση με τον πρόεδρο να επιστρέφει στην αγαπημένη του θέση. “Nope, μπορούν” αποφάσισα μέσα μου σκεπτόμενος το θέμα καλύτερα. “Πιο ψηλά και εις διπλούν!”

Άσχετο, πώς διάολο δεν τους ενοχλεί όταν το εσώρουχο μπαίνει μέσα; Εγώ παθαίνω σχεδόν κρίση, αυτές πως το αντέχουν; Όλες ρε φίλε, όλες! Είτε μαγιό, είτε εσώρουχο, σπανίως τις απασχολεί!

(Ή ίσως να είναι λιγότερο νευρόσπαστες από εμένα, sigh…)

Ανεβήκαμε στην Ακροναυπλία και αφού η Μελίτη μου ήθελε boyfriend experience, boyfriend experience πήρε. Την τράβηξα ένα σκασμό φωτογραφίες, τραβήξαμε selfie, και φυσικά αγγαρέψαμε και Jules με Χαριτίνη να μας βγάλουν φωτογραφίες.

Η αδερφή της, κατά τα φαινόμενα, είχε επιλέξει διαφορετικό πακέτο, καθώς τραβήξανε μόνο selfies που ήταν και οι δυο τους, ή ζήτησαν από εμάς να τους τραβήξουμε. Και στο τέλος, αγγαρέψαμε και ένα ζευγάρι γιαπωνέζων τουριστών να μας τραβήξουν και τους τέσσερις.

Όταν γυρίσαμε στο Ναύπλιο έκανε πείνα επί τέσσερα, οπότε αποφασίσαμε πρώτα να φάμε και μετά να πάμε στα δωμάτια για να φρεσκαριστούμε και να αλλάξουμε για κανένα ποτάκι.Ένα δεύτερο χάιδεμα κώλου αργότερα, αλλά πάλι χορτάτοι από εξαιρετικά ψαρικά, και επιστρέψαμε στο δωμάτιο.

«Μαναράκι, σε βλέπω κουρασμένη!» της είπα.

«Όχι μωρό μου, καλά είμαι!» μου είπε η Μελίτη μην πιάνοντας το ποδολαγνικό μου υπονοούμενο, οπότε αναγκάστηκα να ξεροβήξω για να την επαναφέρω. “Oh…” έκανε χαχανίζοντας.

Ραντεβού είχαμε δώσει στις δέκα, οπότε είχαμε καμιά ώρα μπροστά μας. Γεμίσαμε και πάλι τη μπανιέρα, καθίσαμε στις δύο αντικρυστές άκρες, και πήρα το αριστερό της πόδι στα χέρια μου και άρχισα να το τρίβω απαλά, κάνοντας τη Μελίτη να λιώσει και πάλι.

«Μιχάλη, δε βιαζόμαστε έτσι;» με ρώτησε διστακτικά από το πουθενά.

«Τι εννοείς;» τη ρώτησα με το μυαλό μου ξαφνικά να δουλεύει και πάλι στις χιλιάδες στροφές, και ευτυχώς η Μελίτη κατάλαβε ότι κινδύνευα να πέσω σε spiral και με καθησύχασε.

«Δεν το λέω για κακό, μωρό μου,» με διαβεβαίωσε. «Αλλά…»

«Αλλά;»

“Boyfriend experience,” μου είπε. «Είσαι μόλις η τρίτη μου σχέση, η δεύτερη σοβαρή, και νιώθω… νιώθω ώρες-ώρες σα να πηγαίνω με σπασμένα φρένα.»

Εφαρμοσμένη Τριανταφυλλιά, κανόνες δύο και τρία, οπότε παρόλο που μέσα μου δεν ένιωθα ακριβώς καλά την άφησα να συνεχίσει.

“Boyfriend experience…” μου είπε και έκανε παύση. «Στην ουσία το ζω για πρώτη φορά… και ώρες-ώρες φοβάμαι ότι έχω πέσει με τα μούτρα!»

«Μελίτη,» της είπα σοβαρά και άφησα για λίγο το πόδι της κάτω. «Με βλέπεις;» της είπα και με έδειξα πάνω-κάτω. «Δεν είμαι γκουρμέ, είμαι all-you-can-eat buffet.»

Έπιασα το πόδι της και το έφερα απαλά κοντά στο πρόσωπό μου και φίλησα το σημείο που ενώνεται η πατούσα με τα δάχτυλα.

“So, stop worrying, relax, and enjoy the Michael Boyfriend Experience with the Vrasidas expansion pack.”



57. Εισαγωγή στην υδροβιολογία

Η Μελίτη τράβηξε το πόδι της και σχεδόν όρμισε πάνω μου το οποίο σήμαινε ότι αργότερα θα είχε obligatory σκούπα-μάπα εμπλοκή, καθώς κάμποσο από το νερό της μπανιέρας έπαθε Νιαγάρα.

«Σ’ αγαπάω!» μου είπε και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. «Σε θέλω!» Σταμάτησε για μερικές στιγμές. «Σκουπίσου να πάμε μέσα!»

«Γιατί μωρό μου;» της είπα. «Μια χαρά είναι εδώ!»

«Γιατί φοράω το ταμπόν!» μου είπε, «και θέλω να το βγάλω.»

«Ε, βγάλ’ το,» της απάντησα. «Θα κλείσω και τα μάτια μου για να μην αισθάνεσαι άσχημα!»

«Δεν είναι αυτό βρε μπούφο!» μου είπε και σταμάτησε. «Δηλαδή είναι, αλλά δεν είναι μόνο του!» Δίστασε. «Περίοδος… νερό…»

«Μαναράκι, σύμφωνα με τη Wikipedia υπάρχουν περισσότερα από πεντακόσια αναγνωρισμένα είδη καρχαριών στον πλανήτη!» ξεκίνησα τα μαθήματα υδροβιολογίας. «Κανένα από αυτά δε απαντάται σε τζακούζι στο Ναύπλιο.» Παύση. «Δε νομίζω ότι κινδυνεύουμε!»

Η Μελίτη έμεινε να με κοιτάζει αποσβολωμένη για μερικές στιγμές και μετά ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Γι’ αυτό ακριβώς σε λατρεύω!» μου είπε και κόλλησε ξανά τα χείλη της στα δικά μου. Σηκώθηκε από πάνω μου και αναστέναξε. «Κλείσε τα μάτια σου…»

Έκλεισα τα μάτια μου και την περίμενα να επιστρέψει στη μπανιέρα. «Τα κάναμε λίγο πουτάνα,» μου είπε χαχανίζοντας.

«Προτιμότερο από το να τα κάναμε λίγο… καργιόλα!» της απάντησα φλεγματικά, κερδίζοντας νέα γέλια.

Μπήκε στη μπανιέρα και στάθηκε και με κοίταξε για μερικές στιγμές λύνοντας προβλήματα γεωμετρίας στο μυαλό της. Μετά, σα να βρήκε τη λύση, κάθισε στα τέσσερα στη μπανιέρα και ήρθε προς το μέρος μου. Άνοιξε τα πόδια της πιο πολύ, και πιάνοντας τον πρόεδρο τον οδήγησε στο φουαγιέ του προεδρικού μεγάρου.

Βέβαια μέσα στη μπανιέρα και με τον τρόπο που καθόμασταν δε μπορούσα να χουφτώσω τους κορίτσαρους, οπότε την έπιασα απαλά από τη μέση για να βοηθήσω τις κινήσεις της—ή, τέλος πάντων, όσο μπορούσα γιατί δε με λες ακριβώς και Ποπάυ.

Η Μελίτη άρχισε να κινείται, προσεκτικά στην αρχή, αλλά γρήγορα βρήκε το ρυθμό της και συνέχισε με περισσότερη αυτοπεποίθηση. Η εικόνα της, με τα μάτια της κλειστά και να δαγκώνει τα χείλη της, ήταν απίστευτα αισθησιακή. Κάπως κατάφερα και με λίγο αγώνα πέρασα τα δεξί μου χέρι ανάμεσά μας, και της χούφτωσα δυνατά το στήθος, κερδίζοντας ακόμα ένα στεναγμό της.

Ναι, τελικά το διακόψαμε στη μέση γιατί κάποια στιγμή άρχισαν να πονάνε τα γόνατά της καθώς το πάτωμα της μπανιέρας, δεν το λες και ιδανική επιφάνεια για τα γόνατα.

«Δε θέλω να σ’ αφήσω έτσι!» μου είπε με παραπονεμένη φωνούλα. «Ξεπλύσου και κάτσε στο πλάτωμα.»

“Nope!” της απάντησα.

«Δε θέλεις;» με ρώτησε με απορία.

«Θέλω, πώς δε θέλω;» της είπα. «Αλλά πρώτα η διασκέδαση και μετά η διασκέδαση!»

«Ε;» μου είπε καίγοντας ελαφρά φλάντζα.

Αντί απάντησης σηκώθηκα και τη βοήθησα να σηκωθεί και την έβαλα να μου γυρίσει την πλάτη και να γείρει στον τοίχο ακουμπώντας στους πήχες της.

«Καρανικόλας;» μου απάντησε χαχανίζοντας.

«Βρασίδας!» της απάντησα και πέρασα το δεξί μου χέρι ανάμεσα από τα πόδια της και άρχισα να την παίζω, και αργότερα πέρασα το αριστερό μου χέρι μπροστά της και άρχισα να μαλάζω και να τσιμπάω πότε τον ένα και πότε τον άλλο κορίτσαρο. (Πάντα στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθώς, η αλήθεια είναι, λόγω θέσης ο αριστερός ήταν αρκετά πιο βολικός.)

Σήμερα το κορίτσι είχε πάθει βραδυφλεγία οπότε το δεξί μου χέρι κόντεψε να πάθει τενοντίτιδα μέχρι να την καταφέρω να τελειώσει. Όταν κατάλαβα ότι άρχισε να κορυφώνει, και για το φόβο των Ιουδαίων (Χαριτίνη/Jules διπλανό δωμάτιο) άφησα το στήθος της και της έκλεισα προσεκτικά το στόμα.

«Θεούλη μου!» ήταν η διάγνωσή της στο τέλος, και μπράβο μου.

…και μετά ακολούθησε Καρανικόλας.

Με το που τελειώσαμε, είχε την ευγενή καλοσύνη να με αφήσει να ξεπλυθώ πριν με πετάξει με τις κλωτσιές έξω από το μπάνιο, γιατί κατά πως φαίνεται μερικά πράγματα δεν περιλαμβάνονταν στο αντίστοιχο girlfriend experience.

Και έτσι επέστρεψα στο κυρίως δωμάτιο και εις ένδειξη διαμαρτυρίας ξάπλωσα στο υπέρδιπλο κρεββάτι, το οποίο δεν είχαμε καν δοκιμάσει από το πρωί. Εντάξει, το στρώμα ήταν the stuff dreams are made of, και δεν είναι να απορείς που χωρίς να το καταλάβω έπεσε ο γενικός.

Με ξύπνησε ο ήχος του τηλεφώνου και πετάχτηκα ταραγμένος από τον ύπνο μου με τον εγκέφαλο να μην έχει μπουτάρει. Η Μελίτη.

«Έλα μωρό μου!» απάντησα. «Τι κάνεις;»

(ΣΑΣ ΕΙΠΑ, ΔΕΝ ΕΙΧΑ BOOTΑΡΕΙ ΑΚΟΜΑ!)

Η απάντηση σα να ακούστηκε στέρεο. «Προσπαθώ να αποφασίσω αν θα σε στραγγαλίσω ή αν θα σε αφήσω να κοιμηθείς πρώτα και να σε στραγγαλίσω αργότερα!»

Σηκώθηκα καθιστός και την είδα να κάθεται απέναντι στην καρέκλα και να γελάει. Κοίταξα το κινητό, μετά κοίταξα την Μελίτη, και μετά πάλι το κινητό.

«Μωρό μου πρέπει να σε κλείσω, με φωνάζουν! Φιλάκια του!» είπα και έκλεισα το κινητό. «Δε μ’ αρέσει να αφήνω πράγματα στη μέση,» της είπα απολογητικά, κερδίζοντας ακόμα ένα της επικό facepalm. “What?”

«Ρε νούμερο!» μου είπε προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια της, «σε πήρα τρεις φορές τηλέφωνο και το άφησα να χτυπάει! Την πρώτη φορά το άφησα μέχρι που μου βγήκε και ο τηλεφωνητής σου!»

Νέα, ακόμα πιο δυνατά γέλια.

“You have reached an imaginary number. Please rotate your phone exactly pi over two rads clockwise and try again!” μου είπε. «ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΤΟ ΣΚΕΦΤΗΚΕΣ ΑΥΤΟ;»

«Βασικά—» ξεκίνησα της εξηγώ αλλά με διέκοψε.

«Όχι! Μετάνιωσα! Δε θέλω να μάθω! Αρνούμαι!» μου έκανε με προσποιητή απελπισία. «Σήκω ντύσου!» μου είπε.

Η ίδια ήταν ήδη ντυμένη, με τα καλά ρούχα που είχε φέρει μαζί της, μακρύ μαύρο υφασμάτινο παντελόνι χωρίς ζώνη, μαύρα ψιλοτάκουνα πέδιλα, και την περλέ μπλούζα της με τη halter λαιμόκοψη. Και κρίνοντας από την καμπύλη που διαγραφόταν κάτω από τη μπλούζα, χωρίς σουτιέν.

(Κοινώς, το ένα τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζιτούνι. Και ορίστε οι ολέθριες συνέπειες του να με πάρει ο ύπνος στα καλά καθούμενα, έχασα την ευκαιρία δεύτερης δωρεάν επίδειξης του Βρασίδας Smart Bra.)

Αναστενάζοντας σαν δυστυχισμένος τυφώνας σηκώθηκα και ντύθηκα και του λόγου μου, και με τη Μελίτη να με παίρνει αλαμπρατσέτα βγήκαμε να πάμε να βρούμε Χαριτίνη και Jules που μας περίμεναν στο λιμάνι· όχι εμάς θα περιμένανε, και ping για να έχω να πορεύομαι.

Βρήκαμε τα παιδιά να μας περιμένουν εκεί που είχαμε πει, αλλά αντί να πάμε να κάτσουμε σε κάποιο μπαρ, προτιμήσαμε να κάνουμε μια αργή βόλτα στο μόλο, και να σας πω την αμαρτία μου, αυτό μου άρεσε περισσότερο. Jules και Χαριτίνη περπατούσαν αγκαλιασμένοι χιαστί από τη μέση, ενώ η Μελίτη και εγώ σφιχτά αγκαζέ.

Ένας περιπλανώμενος μουσικός έπαιζε βαλς σε βιολί, και Χαριτίνη και Jules, χαχανίζοντας σαν παιδάκια, άρχισαν να χορεύουν και, ρε φίλε, ήταν μια ζωγραφιά· πραγματικά ζήλεψα. Η Μελίτη έσφιξε ακόμα πιο πολύ το μπράτσο μου και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου, ενώ μαζεύτηκε και άλλος κόσμος γύρω, και παίρνοντας θάρρος ακολούθησαν και άλλα ζευγάρια.

Ο κερδισμένος της βραδιάς, βέβαια, ήταν ο βιολιτζής που ξαφνικά το καπέλο του γέμισε χαρτονομίσματα και κέρματα. Όταν τέλειωσε ο πρώτος χορός, Χαριτίνη και Jules υποκλίθηκαν θεατρικά, κερδίζοντας τα ζεστά χειροκροτήματα της ομήγυρης, με πρώτο και πιο ενθουσιώδες το δικό μας.

Με τη Μελίτη να γέρνει πιο πολύ πάνω μου και να με αρπάζει και πάλι από το μπράτσο συνεχίσαμε την αργή μας βόλτα. Ήταν μια υπέροχη ζεστή, αλλά όχι πνιγηρή, καλοκαιρινή βραδιά και το λιμάνι ήταν γεμάτο από κόσμο: οικογένειες με παιδιά, ζευγαράκια και παρέες.

Τελικά, έστω και με καθυστέρηση γιατί η βόλτα μας πήρε λίγο παραπάνω, βρήκαμε ένα ήσυχο μπαρ που δεν είχε πολύ κόσμο και καθίσαμε εκεί. Τα κορίτσια πήραν τζιν με τόνικ η Χαριτίνη, white Russian η Μελίτη, ενώ εγώ και ο Jules βαρελίσια μαύρη μπύρα.

“I have a confession to make,” τους ανακοίνωσα με το που ήρθαν τα ποτά μας. “I was kind of jealous watching you dancing!”

“Awww,” απάντησε η Χαριτίνη. “Thank you!”

“Sorry, babe!!!” είπα στη Μελίτη απολογητικά. “But my dancing is as good as my fencing… nonexistent”

“Well, too late now!” μου είπε χαμογελώντας πειρακτικά. “DOA period is ten days!”

“Actually, waltz is very easy to conquer!” προσπάθησε να μας παρηγορήσει ο Jules. “All you have to do is watch some videos and practice!”

“Sure,” απάντησε η Μελίτη. “So, as of tomorrow… dance lessons!” είπε κλείνοντας παιχνιδιάρικα και με απίστευτη γλύκα και τα δυο της μάτια.

“Yes, ma’am” της είπα χαρίζοντάς της ένα από τα πιο χαζοχαρούμενα χαμόγελά μου.

Η βραδιά κύλησε ήσυχα και γύρω στη μία αποφασίσαμε να το διαλύσουμε, αφενός γιατί στη Χαριτίνη και τον Jules δεν τους άρεσε να το τραβάνε μέχρι αργά, και αφετέρου γιατί έτσι ή γιουβέτσι είχαμε και πρωινό ξύπνημα, καθώς είχα να πάω γραφείο. Πριν επιστρέψουμε στα δωμάτια, ωστόσο, κάναμε μια στάση στο περίπτερο και πήραμε παγωτά.

«Γρανίτα;» με ρώτησε με απορία η Μελίτη.

“Yup!” της απάντησα μονολεκτικά.

Γυρίσαμε στα δωμάτιά μας και βγήκαμε στο μικρό μπαλκονάκι για να φάμε τα παγωτά. Δηλαδή η Μελίτη το δικό της, γιατί εγώ είχα άλλα σχέδια για το παγωτό.

«Δε θα φας το παγωτό σου εσύ;» με ρώτησε με περιέργεια, βλέποντας με να βάζω το παγωτό στο mini καταψύκτη.

«Όχι τώρα μωρό μου!» της είπα. «Πρώτα έλεγα να παίξουμε τις κουμπάρες!» της είπα πετώντας της σεξουαλικό υπονοούμενο για να καταλάβω διάθεση.

«Ντροπή κύριε Βρασίδα και είμαστε σε ξένο μέρος!» μου είπε μ’ ένα πνιχτό γελάκι. «Θα έχει και σήμερα μάθημα ιστορίας;»

«Αμ τι, μαναράκι, έτσι θα σε άφηνα;» της απάντησα με φωνή γεμάτη υπόσχεση.

Melite was about to have a very special Michael-exclusive boyfriend experience!

Επιστρέψαμε στο δωμάτιο, και αφού τραβήξαμε τις κουρτίνες για να μη γίνουμε θέαμα, κλείσαμε τα φώτα, αφήνοντας λίγο ανοιχτή την πόρτα του μπάνιου για να μη φάμε τα μούτρα μας.

Πήγα από πίσω της και άρχισα να τη φιλάω στο σβέρκο και στους ώμους, χαϊδεύοντάς την αρχικά στη μέση και στα πλευρά, και ανέβηκα σιγά-σιγά προς τους κορίτσαρους, πάντα από το πλάι. Όταν οι ανάσες της άρχισαν να γίνονται κοφτές, τη βοήθησα να βγάλει τη μπλούζα της αλλά δεν την άφησα να βγάλει το παντελόνι της.

Πήγα ξανά από πίσω της και ξεκίνησα και πάλι να τη φιλάω στο σβέρκο χαϊδεύοντάς τη και με τα δύο χέρια στο στομάχι. Ανέβηκα αργά προς τα πάνω, σέρνοντας τα δάχτυλά μου, κάνοντάς την να ανατριχιάσει τελείως. Πέρασα και πάλι τα χέρια μου δίπλα από τους κορίτσαρους χωρίς να τους ακουμπήσω, κάνοντάς την τούρμπο.

Έβγαλα τη μπλούζα μου και την αγκάλιασα σφιχτά με πλάτη της να ακουμπάει στο γυμνό μου στέρνο, και συνέχισα το ταξίδι των χεριών μου από το στομάχι και τη μέση, μέχρι το πλάι και το γύρω-γύρω από τους κορίτσαρους.

Μην αντέχοντας άλλο πήρε και τα δυο μου χέρια και τα έβαλε στα στήθη της και τα πίεσε πάνω τους. Της τσίμπησα παιχνιδιάρικα τις πετρωμένες της ρώγες και τράβηξα τα χέρια μου. «Μη βιάζεσαι μωρό μου!» της είπα. Πήρα τη μπλούζα μου και την τύλιξα και της έκλεισα τα μάτια.

«Τι… τι κάνεις;» με ρώτησε.

«Σσσς…» της είπα ψιθυριστά.

Τη δάγκωσα απαλά στο σβέρκο και μετά χαμηλώνοντας άρχισα να τη δαγκώνω ερωτικά στην πλάτη, κάνοντάς τη να χάσει τα μυαλά της. Όταν έφτασα στη μέση της, πέρασα τα χέρια μου μπροστά και της ξεκούμπωσα το παντελόνι και το κατέβασα μέχρι κάτω.

Έλυσα τα λουράκια από τα πέδιλά της και όταν τα έβγαλα, σήκωσε πρώτα το ένα και μετά το άλλο της πόδι για να με βοηθήσει να της βγάλω το παντελόνι. Φορούσε ένα βαμβακερό, άνετο εσώρουχο αλλά ακόμα και αυτό δεν μπορούσε να κρύψει την… σχεδόν υπνωτιστική ομορφιά του ζευγαριού των επικώς επικών της επών.

Γονάτισα άρχισα να δαγκώνω ερωτικά και τα δυο της επικά έπη, πρώτα το αριστερό και μετά το δεξί. Την έβαλα να ξαπλώσει στο κρεββάτι ανάσκελα και πήρα τα χέρια της και έβαλα πίσω από το κεφάλι της.

«Σταύρωσε τα χέρια σου μωρό μου,» της είπα και το έκανε.

Την άφησα για μερικές στιγμές, ίσα για να πάω στο μπάνιο και να πάρω μια από τις δυο πετσέτες προσώπου που είχε, και επέστρεψα. Την τύλιξα πολλές φορές για να την κάνω μακριά και λεπτή, και τη χρησιμοποίησα για να δέσω χαλαρά τα χέρια της.

«Μμμ…» μου είπε όταν κατάλαβε τις προθέσεις μου.

«Και τώρα μαναράκι, το κυρίως πιάτο!» της είπα κερδίζοντας μια χαμηλή χαρούμενη τσιρίδα, και χαμογελώντας σαν βλαμμένος πήγα στο ψυγειάκι και έβγαλα το παγωτό μου.

Έσκυψα από πάνω της και άρχισα να τη φιλάω, να τη δαγκώνω και να τη γλείφω απαλά χαμηλά στο στομάχι… και το σώμα της τεντώθηκε από την προσμονή. Ακούμπησα την άκρη του παγωτού πάνω της και τινάχτηκε ξαφνιασμένη.

«Ο Βρασίδας θα φάει το παγωτό του μαναράκι,» της εξήγησα. «Να σου πω,» συνέχισα πιο σοβαρά, «αν σταματήσεις να αισθάνεσαι άνετα μου λες και σταματάω, εντάξει μωρό μου;»

«Θα στο πω!» μου είπε. «Και τώρα κύριε Βρασίδα… σκάσε και φάε το παγωτό σου!» μου είπε και μου ξέφυγε ένα ροχαλητό—μήνυμα ελήφθη.

Άρχισα να σέρνω τη μύτη της γρανίτας πάνω στο στομάχι της και μετά πιο ψηλά, ανάμεσα στους κορίτσαρους κάνοντας τα πλαϊνά τους… μαντάρα. Και μετά πάνω τους και όταν άρχισα να τα τρίβω πάνω στις ρώγες της σχεδόν χοροπήδησε και το πήρα αλλιώς και έκανα να τραβηχτώ.

«Αν σταματήσεις θα σου ανοίξω το κεφάλι!» με διαβεβαίωσε, και υπό το φόβο της σωματικής μου ακεραιότητας, τι να κάνω ο αγνωστικιστής άθεος; Υπέκυψα.

Συνέχισα εναλλάσσοντας το παγωτό με τα χείλη και τη γλώσσα μου κάνοντάς τη ακόμα πιο τούρμπο και αν είχε χάσει μία φορά τα μυαλά της με το παιχνίδι στους κορίτσαρους… όταν το παγωτό έφτασε στο… κουδούνι του προεδρικού μεγάρου, εκεί τα έχασε τελείως.

«Δώσε μου κάτι να δαγκώσω!» μου ζήτησε επιτακτικά.

Σταμάτησα ίσα για να βγάλω από την τσάντα της μια μπλούζα μου, και την δίπλωσα ξανά και ξανά και την έβαλα προσεκτικά στο στα χείλη της. Η Μελίτη άνοιξε το στόμα και τη δάγκωσε, και εγώ επέστρεψα στο έργο μου.

Η ιδέα ήταν να την αλείψω παντού με το παγωτό και μετά να την καθαρίσω με τη γλώσσα μου, δεν περίμενα με την καμία ότι θα είχε οργασμό τρίβοντας το παγωτό στην κλειτορίδα και τα χείλη της, και όλο αυτό μέσα σε μερικά λεπτά, έτσι;

Και μπορεί τελικά να μην έφαγα το παγωτό, αλλά η εικόνα της να τραντάζεται, το σώμα της να τεντώνεται σαν τόξο, και τα πνιχτά βογγητά της από το φιμωμένο της στόμα, δεν ανταλλάσσεται με τίποτα.

Έφτυσε τη μπλούζα ίσα για να μου πει ξέπνοα «Όχι άλλο… Όχι άλλο…»

Την άφησα να βρει τις ανάσες της και πήγα και πέταξα ότι είχε μείνει από το παγωτό ξυλάκι. Επέστρεψα στο κρεββάτι και της “έλυσα” τα χέρια και τα μάτια. Με τράβηξε πάνω της, και κάπως έτσι χρειάστηκε να μπω κι εγώ στο ντουζ.

Το οποίο κατά τα φαινόμενα ήταν ο σκοπός της, γιατί με το που μπήκαμε στο μπάνιο, δεν ανοίξαμε καν το νερό. Με έβαλε να κάτσω στο πλατύ του μπάνιου και χωρίς πολλά άλλα με πήρε στο στόμα της και ούτε πέντε λεπτά δεν άντεξα.

Ping γιατί… το σιρόπι ναι μεν δεν ήταν πικρό αλλά ήταν αλμυρούτσικο και δεν ταίριαζε με τη γρανίτα φράουλα.

«Μωρό μου δε χρειάζεται να καταπίνεις κάθε φορά!» της είπα και… ping για αυτόκλητες υποδείξεις στο ανώτερο Management.



58. Πες “αλεύρι”

Το πρωί ξυπνήσαμε στις επτά και μισή και φάγαμε το πρωινό που παρεχόταν μαζί με τη διανυκτέρευση. Δεν το έλεγες all-you-can-eat-buffet που έχουν συνήθως τα ξενοδοχεία—και το Michael Boyfriend Experience—αλλά είχε σπιτικές μαρμελάδες, φρέσκο αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα, φρεσκοστυμμένη, όχι ετοιματζίδικη, πορτοκαλάδα και ζεστό, χωριάτικο ψωμί.

Το κατσικίσιο δεν ήταν του γούστου της Μελίτης, καθώς όταν της το πρότεινα μου είπε “Blieh!”

«Εσύ χάνεις!» της είπα, και άδειασα όλη την κανάτα, λατρεύω το κατσικίσιο γάλα.

«Αρέσει στη Χαριτίνη, ωστόσο!» μου δήλωσε για να μη θεωρήσω εξαιτίας της προβληματικό όλο το Κοσμετατέικο. «Και στο μπαμπά αρέσει,» συνέχισε. «Εγώ κληρονόμησα τα γούστα της μαμάς!»

«Να υποθέσω ότι η Χαριτίνη δεν ακούει punk?» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«Όχι! Αν εξαιρέσουμε την κλασσική μουσική είναι mainstream gal to the core!» μου είπε μασουλώντας φέτα με μαρμελάδα ροδάκινο. «Γαμάτη μαρμελάδα!» μου δήλωσε και χαχανίζοντας της σκούπισα το… μουστάκι.

«Ξέρεις τι λατρεύω ιδιαίτερα πάνω σου;» τη ρώτησα.

«Ότι είμαι πανέμορφη, πανέξυπνη, ερωτεύσιμη, σεξουλιάρα και πρωτίστως μετριόφρων;» μου απάντησε χαχανίζοντας.

«Όλα τα παραπάνω, εννοείται, συν του ότι τρως σαν κανίβαλος!»

«Τι υπονοείς Γιάγκο; Μίλα ξεκάθαρα που να πάρει η οργή!» είπε, και προς εμπέδωση πασαλείφτηκε και πάλι με τη μαρμελάδα.

«Ὅπερ ἔδει δείξαι, που λέει μιας Κεφαλλονίτισσα Ninja!» της είπα και τη σκούπισα και πάλι.

«Είμαι λίγο ατσούμπαλη!» παραδέχτηκε.

Ping!

«Τι;»

«Στόμα δεν έχεις; Τι τις θες τις χαρτοπετσέτες;»

Self-epic-facepalm.

Πήρα ένα ψωμάκι και το άλειψα με ένα βουνό μαρμελάδα ροδάκινο, και το έπιασε το υπονοούμενο. Αφού χθες δεν κατάφερα να φάω γρανίτα από το κορμί της το αναπλήρωσα σκουπίζοντας με τα το στόμα μου τη μαρμελάδα ροδάκινο από τα χείλη της.

Task successfully failed, που λένε και στο χωριό.

Όταν τελειώσαμε το φαγητό, μαζέψαμε τα πράγματά μας και όταν ξεκίνησα να ντύνομαι για το γραφείο θυμήθηκα μια ασήμαντη μικρή λεπτομέρεια που πάνω στην έξαψη της εκδρομής είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου: Laptop και το σακίδιο με σημειώσεις, mouse και τα ρέστα.

«Θα πρέπει να περάσουμε από το σπίτι μου,» της είπα αναστενάζοντας για το διαπραχθέν έγκλημα αφηρημάδας, αλλά όταν το εξήγησα στη Μελίτη εκείνη το πήρε κομμάτι πιο ψύχραιμα.

“Okay!” μου απάντησε. «Τότε μη φορέσεις από τώρα κουστούμι, δεν υπάρχει λόγος να το τσαλακώσεις!»

Πρακτική...

Το ταξίδι της επιστροφής δεν είχε ιδιαίτερες εκπλήξεις και λίγο μετά τις δέκα φτάσαμε Ζωγράφου και ο Jules μας άφησε μπροστά από το σπίτι μου. Η Μελίτη είπε στη Χαριτίνη ότι αφού με αφήσει στη σχολή θα γυρίσει για να κατέβουν μετά και οι τρεις κέντρο να πιούν καφέ στο Θησείο και γενικά να χαζέψουν.

Ανεβήκαμε στο διαμέρισμά μου ίσα για να αλλάξω και να πάρω τα πράγματά μου και μετά με πήγε στη σχολή.

«Κατά τις 15:30 θα έρθει και ο Jules» μου υπενθύμισε.

«Το θυμάμαι, μωρό μου!» της είπα και της έδωσα ένα φιλάκι και πήγα στο κτίριο Ε, περνώντας πρώτα από την καφετέρια για να πάρω τον καφέ μου.

Άφησα τα πράγματά μου στο γραφείο και πέρασα να πω μια καλημέρα στο Δημήτρη, ο οποίος δεν ήταν μόνος του, στο γραφείο του ήταν και ο Παπαδάτος, ο κοσμήτορας της σχολής εφαρμοσμένων μαθηματικών.

«Α, καλώς τον!» είπε ο Δημήτρης. «Για σένα λέγαμε!»

«Για μένα;» τον ρώτησα νιώθοντας ξαφνικά σαν ελάφι μπροστά από τα φώτα αυτοκινήτου.

«Ναι,» απάντησε ο Παπαδάτος αυτή τη φορά. «Θα θέλαμε να μας κάνεις μια παρουσίαση του θεωρήματός σου!»

«Λήμμα…» τον διόρθωσα μηχανικά πριν προλάβω να βουτήξω τη γλώσσα μου στο μυαλό μου.

Ο Παπαδάτος χαμογέλασε. «Έστω, λήμμα!» μου είπε.

«Η διατριβή μου δεν… δεν είναι ακόμα έτοιμη,» ψέλλισα και κοίταξα τον Δημήτρη με απελπισία.

«Δεν θα παρουσιάσεις όλη τη διατριβή σου,» μου εξήγησε ο Δημήτρης ψύχραιμα. «Θα παρουσιάσεις το αποτέλεσμά σου σαν ανεξάρτητο paper και θα το δημοσιεύσεις σαν ανεξάρτητο paper.»

«Ακριβώς,» είπε ο Παπαδάτος.

«Πότε;» ρώτησα τελικά.

«Α, μην αγχώνεσαι, έχουμε χρόνο!» μου είπε ο Παπαδάτος. «Τέλη Σεπτέμβρη είναι το συνέδριο που οργανώνουμε σε συνεργασία με το τμήμα Μαθηματικών και εφαρμοσμένων Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Κρήτης.»

Το μυαλό μου είχε παγώσει και πάλι, σας έχω πει δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις ακόμα και αν είναι ευχάριστες.

«Γιατί εγώ;» κατάφερα να ρωτήσω, λες και αναρωτιόμουν τι κακό μου συνέβη.

«Ο Vasya έστειλε το… λήμμα σου στον Καρατζά και ο Καρατζάς εντυπωσιάστηκε και την προώθησε στους Nualart και Touzi, και long story short, έχεις γίνει διασημότητα.»

Νεκρική σιγή.

«Οπότε,» συνέχισε ο Παπαδάτος, «το συντομότερο δυνατό θα θέλαμε να κάνεις μια εσωτερική παρουσίαση και να τη στείλεις για δημοσίευση.»

“Στο Acta Mathematica,” συμπλήρωσε ο Δημήτρης.

«Μας ακούει;» ρώτησε ο Παπαδάτος βλέποντάς με να τους κοιτάζω λες και είχα πέσει σε καταληψία.

«Ναι, μια χαρά ακούει,» τον διαβεβαίωσε ο Δημήτρης. «Θα του πάρει λίγη ώρα αλλά θα επανέλθει, έτσι κάνει πάντα!»

«Π-πότε;» κατάφερα να ψελλίσω βρίσκοντας επιτέλους τη φωνή μου.

«Την άλλη εβδομάδα,» μου απάντησε ο Παπαδάτος. «Νομίζω προλαβαίνεις.»

«Θα… ναι… η διατριβή μου…»

«Θα πάει μια εβδομάδα πίσω,» μου είπε ο Δημήτρης. «Δεν χάλασε ο κόσμος!»

«Μην ανησυχείς πάντως,» μου είπε ο Παπαδάτος μ’ ένα μικρό γελάκι. «Αν δε σου δώσουν διδακτορικό οι Πολιτοκοί θα στο δώσω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια!»

«Γκουχ-γκουχ!» έκανε ο Δημήτρης για να τον “συμμαζέψει,” «Εγώ τον πρόλαβα!»

Ο Παπαδάτος γέλασε ξανά και κάπως έτσι γλιτώσαμε το tug of war με μένα στο ρόλο του σχοινιού.

Κατάφερα να γυρίσω στο γραφείο μου για να πάθω κρίσι πανικού με την ησυχία μου που παρόλο το crash course δεν πήγε καλά στην αρχή, μου ήταν αδύνατο να σταματήσω να τραβάω βαθιές ανάσες κάνοντας τα πράγματα κάθε φορά και χειρότερα. Κάθισα στο πάτωμα για να νιώσω το κρύο της επιφάνειας του και σιγά-σιγά κατάφερα να μη λιποθυμήσω.

Με το που ηρέμισα κάπως, έκανα κλήση στη Μελίτη μέσω Viber, η οποία, και δικαίως, στην αρχή τα χρειάστηκε.

«Καλά είμαι μωρό μου,» προσπάθησα να την καθησυχάσω. «Είχα μια κρίση πανικού.»

«Γιατί; Τι συνέβη;»

«Θα με πάρεις με τα σάπια λάχανα,» ξεκίνησα, και της εξήγησα τι διαδραματίστηκε στο γραφείο του Δημήτρη.

«Μωρό μου αυτά είναι υπέροχα νέα!» μου είπε ενθουσιασμένη.

«Ναι… δεν τα πάω καλά με τις απότομες συγκινήσεις!» της είπα στενάζοντας. «Το firmware είναι κομμάτι προβληματικό!»

«Δεν σε επιστρέφω!» μου δήλωσε εμφατικά κάνοντας με να γελάσω.

«Είμαι και ελαφρά μεταχειρισμένος, αυτό πού το πας;» αστειεύτηκα με τη σειρά μου.

«Μωρό μου είμαι τόσο περήφανη για σένα!» μου είπε. «Άντε μην έρθω εκεί και σε βιάσω!»

«Είναι εδώ και ο Πολυζωγόπουλος και ο Παπαδάτος,» της είπα χαχανίζοντας.

«Καλά, σε βιάζω το απόγευμα!» μου δήλωσε. Εντάξει, μην ανησυχώ.

«Εσείς τι θα κάνετε; Θα κατεβείτε Θησείο;»

«Ναι,» μου είπε, «δεν έχει αλλάξει το πρόγραμμα. Θα σου φέρω τον Jules κατά τις τρεισήμισι και θα πάω Aikido. Θα περάσω να σας πάρω κατά τις επτά!»

«Κάτσε, πώς θα μας πάρεις; Τρικάβαλο;»

«Έχω και δίπλωμα αυτοκινήτου μωρό μου,» μου υπενθύμισε.

ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟ

«Λοιπόν, είσαι εντάξει; Να σε αφήσω μόνο σου ή θα πάθεις και πάλι ντουβρουτζά;»

«Όχι, όχι…» βιάστηκα να τη διαβεβαιώσω. «Υπάρχει βέβαια ένα μικρό ασήμαντο προβληματάκι που δεν ξέρω πως θα το λύσω, αλλά εντάξει!»

«Τι προβληματάκι μωρό μου;»

«Πώς δε θα πάθω κατάρρευση στην εσωτερική παρουσίαση και το Σεπτέμβρη… δε τα πάω καλά με τα πλήθη!»

«Πες ότι είναι φοιτητές που τους κάνεις μάθημα!» μου είπε. «Ή, ακόμα καλύτερα, ξεκίνα κάπως έτσι: “Μαναράκια, σήμερα ο Βρασίδας θα σας μιλήσει για εκθετική ευστάθεια κατά μέση τετραγωνική τιμή υπό δεδομένες αρχικές συνθήκες…”»

Με την παρουσίαση την ερχόμενη εβδομάδα, δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσω να ασχοληθώ με τη χαμαλοδουλειά που απαιτούσε ακόμα η διατριβή, οπότε ξέσφιξα γραβάτα και γέμισα και τους δύο μαυροπίνακες που είχα στο γραφείο με τα κύρια σημεία της απόδειξής μου και προσπάθησα να τα δω σαν εξωτερικός παρατηρητής.

Ποια σημεία μπορεί να ήταν αδύναμα; Πού χρειαζόταν ίσως να ενισχύσω τους συλλογισμούς μου; Πού μπορεί να χρειαζόντουσαν περισσότερες διευκρινήσεις; Πού μπορεί να είχα κάνει τα Μιχαλικά άλματα που έλεγε και ο Δημήτρης;

Φανατικός χρήστης του Obsidian, άνοιξα νέο vault ειδικά για το λήμμα μου και άρχισα να κρατάω σημειώσεις που έκανα link μεταξύ τους, γιατί το μεγάλο όπλο αυτής της εφαρμογής είναι το graph view που σου δείχνει τις διασυνδέσεις και φυσικά τα bases και το canvas, και τα απαραίτητα plugins καθώς το canvas του είναι κομμάτι απλοϊκό.

(Και τυπικά μιλώντας δεν ήταν ακριβώς vault, δηλαδή vault ήταν, αλλά ως subfolder του main vault, όπως και όλα τα υπόλοιπα vaults, για να μπορώ να τα συγχρονίζω όλα μαζί, καθώς το syncing πολλαπλών vaults είναι αρκετά πιο ακριβό χόμπι και δε μου έφταναν τα μισθά μου!)

Και για να επιστρέψω στα καθ’ ημάς, η ώρα μέχρι να έρθει ο Jules στο γραφείο πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Ναι, δε θα το έπαιρναν καλά Χαριτίνη και Μελίτη, αλλά τις δυόμιση τη μιάμιση ώρεςα τις αναλώσαμε για να καταλάβω τα βασικά για την έρευνά του και τα μοντέλα που χρησιμοποιούσαν.

“You are using Obsidian!” σχολίασε ενθουσιασμένος όταν με είδε να ανοίγω το laptop για να αρχίσω να κρατάω σημειώσεις, εννοείται σε διαφορετικό vault.

“Oh, yes!” του απάντησα με ανάλογο ενθουσιασμό. “I take that you are using Obsidian too?”

(Αυτό για το αν αναρωτιέστε που χάθηκε η μία ώρα, καθώς ο Jules κατά τα φαινόμενα κουβαλάει τα δικά μου τα μυαλά και κάπου… ας πούμε παρασυρθήκαμε.)

“So… sofa again for tonight!” μου είπε χαχανίζοντας όταν διαπιστώσαμε ότι θα έπρεπε να ανανεώσουμε το ραντεβού για αύριο.

“At least it’s comfortable!” του είπα. “Mine, not so much!” συνέχισα στενάζοντας θεατρικά.

Και πάνω στην ώρα ήρθαν και οι μεγάλες δυνάμεις να μας μαζέψουν καθότι το βράδυ είχε και έξοδο με την Κωνσταντίνα και το Θέμη, και έπρεπε να ετοιμαστούμε.

«Μελιτάκι μουυυυυυυυυυυ;» έκανα την εισαγωγή.

«ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΑΛΙ;» με ρώτησε χωρίς περιστροφές.

«Βασικά δεν έκανα μόνος μου, ήταν Ελληνογαλλική συνεργασία!» προσπάθησα να της εξηγήσω. “I’m trying to explain to Melite,” είπα στον Jules που φυσικά δεν ήξερε ελληνικά, “that we need you to come again tomorrow!” ενώ ο Jules αντί να μιλήσει προτίμησε να της χαρίσει χαμόγελο διαφημιστικού οδοντόκρεμας.

“It’s not me that you need to worry about,” του είπε χαχανίζοντας.

“She will understand,” τη διαβεβαίωσε ο Jules. “I might end up οn the sofa, though!”



59. Με παρέσυρε το ρέμα

Με το που γυρίσαμε σπίτι πήρα τους δικούς μου να τους πω τα ευχάριστα και όλοι με διαβεβαίωσαν—με σιγουριά που δε συμμεριζόμουν ιδιαίταιρα—πως θα σκίσω, και θα τους δείξω εγώ θα δουν τι θα πάθουν. Τα κλασσικά δηλαδή που η οικογένειά σου δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι κάνεις, πέρα από το να τους τρως ένα πεντακοσάρικο κάθε μήνα, αλλά είναι περήφανοι για σένα.

Και φυσικά την υπενθύμιση του Δημήτρη πως η απειλή ότι θα μου χώσει το αυτοκίνητο στον κώλο ισχύει στο ακέραιο οπότε να έκανα τα κουμάντα μου ή να παρουσίαζα το paper μου σε parking.

Και μετά τον Στέλιο για να του πω να κόψει τον κώλο του και μεθαύριο να έρθει στο γραφείο μου να κάνω μια πρώτη πρόβα. «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΝΑΥΠΗΓΟΣ ΕΙΜΑΙ!» μου υπενθύμισε.

«ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΑ!» ήταν η απάντησή μου.

Φυσικά και ήξερε από στοχαστικές διαδικασίες, και μπορεί να μην είχε εντρυφήσει στο δικό μου βάθος, αλλά μια χαρά θα μπορούσε να παρακολουθήσει τους συλλογισμούς μου, και από την Ολομέλεια ήταν ο μόνος που είχε την απαραίτητη μαθηματική παιδεία για να μπορέσει να το κάνει.

Το ραντεβού με την Κωνσταντίνα και τον Θέμη είχε δοθεί στις εννιά και μισή στο ίδιο μέρος που είχαμε πάει και τις προάλλες, οπότε θα φεύγαμε στις εννιά, οπότε όταν έκανα και το ντουζάκι μου είχαμε σχεδόν μια ώρα ελεύθερη.

«Ο βιασμός αναβάλλεται για το βράδυ!» μου δήλωσε. «Μου έταξες ότι θα μάθουμε να χορεύουμε βαλς!»

Βασικά εγώ δεν είχα τάξει τίποτα, απλά είχα συμφωνήσει, αλλά αποφάσισα να κρατήσω την ένσταση για τον εαυτό μου. Καθίσαμε στο σαλόνι και είδαμε δυο-τρία εκπαιδευτικά βίντεο και μετά πήγαμε να κάνουμε την πρώτη μας πρόβα.

«Νομίζω ότι με πατάς!» μου είπε η Μελίτη χαχανίζοντας ενώ ο γαλάζιος Δούναβης κυλούσε ανέμελος.

«Με παρέσυρε το ορμητικό ρεύμα του Δούναβη, μαναράκι!»

Πέρα από αυτά τα μικρά απρόοπτα η πρόβα πήγε καλά, και τον γαλάζιο Δούναβη τον ακολούθησε το Βαλς των λουλουδιών του Τσαϊκόφσκι, όπου πάνω στον ενθουσιασμό οι ρόλοι αντιστράφηκαν.

«Εγώ προβλέπεται να σε πατάω!» μου δήλωσε, κλείνοντάς και τα δυο της μάτια και σουφρώνοντας παιχνιδιάρικα το πρόσωπό της σαν παιδάκι που έκανε σκανταλιά. «Δες το θετικά, εσύ δε με πάτησες ακόμα!»

“The night is young!” της απάτησα κάνοντάς τη να χαχανίσει, ωστόσο ναι, κατάφερα αυτή τη φορά να μην την πατήσω.

Το τρίτο και τελευταίο της βραδιάς ήταν ένα από τα αγαπημένα μου κλασσικά κομμάτια, το Walz no 2 του Dmitri Shostakovich, και καταφέραμε να μην πατήσουμε ο ένας τον άλλον. Εντάξει, είχαμε ακόμα πολλά ψωμιά μπροστά μας αλλά all-in-all, και για πρώτη φορά, ήμασταν κάτι παραπάνω από αξιοπρεπείς.

Και κάπως έτσι η συνδρομή μου στο Medici.tv απέκτησε και άλλη μια χρήση που δεν είχα φανταστεί.

Για τη βραδινή μας έξοδο η Μελίτη φόρεσε μια όμορφη εμπριμέ midi φούστα με αφηρημένα σχέδια και navy blue ribbed tank top που αναδείκνυε διακριτικά τους κορίτσαρους και στο χρώμα μάτσαρε με το πιο σκούρο σχέδιο της φούστας και nude ψηλοτάκουνα πέδιλα που έδεναν με λουράκι.

Εγώ πάλι στην αρχή σκεφτόμουν να ντυθώ πιο απλά αλλά με δημοκρατικές διαδικασίες στο τέλος βρέθηκα με μπεζ παντελόνι και σκούρο μπλε πόλο “για να ταιριάζουμε οπτικά” σύμφωνα με το ανώτατη ρυθμιστική αρχή.

“Μέρος του girlfriend experience,” μου δήλωσε ορθά-κοφτά.

Προθυμοποιήθηκα, πάντα ως μέρος του Michael boyfriend experience αντί του strapless σουτιέν που επέλεξε να φορέσει το Vrasidas smart bra αλλά παρά την εκ νέου επίδειξη των δυνατοτήτων του, η Μελίτη δεν εντυπωσιάστηκε.

«Σταμάτα να με χουφτώνεις ρε νούμερο μπας και ντυθούμε!»

Meh!

Στις εννιά ήμασταν στο σπίτι της που μας περίμεναν Χαριτίνη και Jules. Η Χαριτίνη είχε δέσει πίσω τα μαλλιά της και φορούσε ένα ολόσωμο μαύρο midi φόρεμα με κούμπωμα και αρκετά τολμηρό v—και πως κατάφερα και δεν καρφώθηκα ένας θεός ξέρει, καθώς έχει…ας πούμε εντυπωσιακό μπούστο—ενώ ο Jules μαύρο υφασμάτινο παντελόνι με άσπρο πουκάμισο.

Και στο δρόμο δόθηκαν από τον your truly οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους. “Themis doesn’t like to speak much, so don’t bother trying to make small talk,” προειδοποίησα Jules και Χαριτίνη. “He is not rude, he’s just taciturn.”

“But when it’s about children it’s like another man!” συμπλήρωσε η Μελίτη χαμογελώντας. “He loves children, he wants to be a teacher!”

“Awww” έκανε η Χαριτίνη.

“And he is a mountain of a man!” της είπα χαχανίζοντας. “He’s like Arnie in that movie that he plays the kindergarten teacher!”

“For real?” ρώτησε χαχανίζοντας ο Jules.

“Oh, yes!” του απάντησε η Μελίτη.

Και στην Κηφισιά διαπίστωσα ότι και η Κωνσταντίνα ανήκε στην μετρημένη στα δάχτυλα του ενός χεριού κατηγορία ανθρώπων με τους οποίους η Χαριτίνη δεν απέφευγε τις επαφές.

Κοντολογίς είχαμε επανάληψη της σκηνής του αεροδρομίου που έτρεξαν η μία στην άλλη τσιρίζοντας σαν πεντάχρονα, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και σχεδόν χοροπηδούσαν πάνω στο πεζοδρόμιο.

Caffeinated budgies είναι η καλύτερη περιγραφή που μπορώ να δώσω.

Ο Θέμης από την άλλη δεν είχε εκπλήξεις, ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμουν. Η Κωνσταντίνα προφανώς τον είχε προειδοποιήσει για τη Χαριτίνη, και έτσι δεν έδωσε το χέρι του όταν κάνανε τις συστάσεις, απλά μια χαμογελαστή υπόκλιση.

Πάντως σε αντίθεση με το πόσο λιγομίλητος είναι, η χειραψία του ήταν θερμή και φιλική, πάλι ακριβώς όπως τη θυμόμουν.

Και αν εγώ την προηγούμενη φορά δεν είχα καταφέρει να πιάσω κουβέντα μαζί του, ο Jules τα κατάφερε όταν του είπε ότι το αντικείμενο της έρευνάς του ήταν η αντιμετώπιση του παιδικού καρκίνου, και πιο συγκεκριμένα της λευχαιμίας. Κατά τα φαινόμενα δεν υπήρχε πιο γρήγορος δρόμος στην καρδιά του Θέμη από τα παιδιά.

Αν και αυτή τη φορά έμεινα σχετικά στην άκρη, καθότι τα κορίτσια μιλούσαν μεταξύ τους και ο Θέμης με τον Jules, δεν το πήρα κατάκαρδα. Ίσα-ίσα, με το πρωινή έκπληξη ακόμα να μην έχει καταλαγιάσει, ήμουν εγώ αυτή τη φορά που δεν ήμουν για πολλά-πολλά.

Και επειδή κατά τα φαινόμενα το bragging είναι μέρος του boyfriend experience, η Μελίτη δεν κρατήθηκε και άρχισε να με διαφημίζει με το ζήλο κονφερανσιέ, και άντε τώρα να κάτσεις να εξηγήσεις ποιοι είναι Lorichenkov, Καρατζάς, Nualart και Touzi, και τι είναι οι στοχαστικές διαφορικές και γιατί η εκθετική ευστάθεια κατά μέση τετραγωνική τιμή είναι τόσο σημαντική.

Και το παλαβό ήταν ότι βοήθησε! Έχοντας μπροστά μου μια ομάδα ανθρώπων που οι μισοί δεν είχαν ιδέα τι είναι οι διαφορικές εξισώσεις, πόσο μάλλον οι στοχαστικές διαφορικές εξισώσεις, αναγκάστηκα να κάνω απλοποιήσεις και να βρω αναλογίες και παραδείγματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι ακόμα και έτσι κατάλαβαν, ωστόσο σίγουρα βρήκα ιδέες για τις παρουσιάσεις που θα έκανα, και ας ήταν το κοινό πολύ πιο εξειδικευμένο.

Τελικά καθίσαμε μέχρι τις δώδεκα και μέχρι να γυρίσουμε σπίτι πήγε δωδεκάμισι. Η αλήθεια είναι ότι ψιλονύσταζα αλλά το κορίτσι ήθελε παιχνίδι… και με το που ξύπνησε το κάτω κεφάλι, ξύπνησε και το πάνω.

«Κύριε Βρασίδα, δεν έχετε στάλα ντροπής πάνω σας;» με ρώτησε με θεατρική αγανάκτηση, παραβλέποντας το γεγονός ότι ήταν εκείνη που με χούφτωνε του καλού καιρού.

«Μαναράκι, μιλάς πολύ!» της είπα. «Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς!» της είπα προσπαθώντας να κάνω χαβαλέ παραβλέποντας μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια.

«Κύριε Βρασίδα είστε σίγουρος ότι θέλετε να μασήσω;» με ρώτησε η Μελίτη προσπαθώντας να μη βάλει τα γέλια.

«Μαναράκι, το σημερινό πρόγραμμα θα ξεκινήσει με δασολογία και πιο συγκεκριμένα για τα δέντρα της οικογένειας των Πευκίδων!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» έβαλε τα γέλια ανήμπορη να κρατηθεί.

«Κύριε Βρασίδα, έχω μια καλύτερη ιδέα!» μου είπε, και σε χρόνο ρεκόρ έμεινε μόνο με το κιλοτάκι της. «Καθίστε αναπαυτικά!» μου είπε και με έβαλε να κάτσω στο κρεββάτι με τα πόδια μου στο πάτωμα.

Με βοήθησε να γδυθώ σε χρόνο dt και μετά έδεσε τα μαλλιά της πρόχειρα και γονάτισε παίρνοντάς με στο στόμα της για λίγη ώρα. Με την τεχνική της να βελτιώνεται συνεχώς, έκλεισα τα μάτια μου για να το απολαύσω, και εκεί με περίμενε έκπληξη.

Σταμάτησε για μερικές στιγμές και άνοιξα τα μάτια μου. «Κύριε Βρασίδα,» μου είπε κοιτώντας με σκανταλιάρικα «μου είχατε τάξει να μου πείτε για τη Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ!»

Έσκυψε από πάνω μου φυλακίζοντας τον πρόεδρο στους κορίτσαρους και πιέζοντάς τους πάνω του.

«Μαναράκι, είναι Οκτώβρης του 1805 και βρισκόμαστε ανοιχτά του ακρωτηρίου Τραφάλγκαρ στη νοτιοδυτική Ισπανία. Οι Άγγλοι που λες…»

Ναι, πρέπει να αποφεύγω τις μεγάλες εισαγωγές, ειδικά αφού ξέρω ότι παθαίνω Speedy Gonzalez. Η διήγηση έμεινε στη μέση καθώς οι κανονιοβολισμοί άρχισαν πριν το προβλεπόμενο και όπως δεν πρόλαβε να με πάρει ξανά στο στόμα της… ας πούμε ότι η homemade θερμομόνωση κάλυψε μεγάλο μέρος του προσώπου, κορίτσαρους και φυσικά μαλλί.

«Κύριε Βρασίδα θα σας πνίξω!» μου δήλωσε με τα μάτια της κλειστά και τους… σοφάδες να πέφτουν από παντού.

«Μαναράκι ο Νέλσον πήγε από ελεύθερο σκοπευτή αλλά αν μη τι άλλο ο Βρασίδας είναι διαλλακτικός,» της είπα, και, αιφνιδιάζοντάς την τελείως, έσκυψα και έχωσα το πρόσωπό μου ανάμεσα στους κορίτσαρους.

«Τι κάνεις ρε νούμερο;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Επιλέγω τρόπο ασφυξίας!» της είπα πιέζοντας τους κορίτσαρους πάνω μου. «Δεν είναι όλοι ίσοι και όμοιοι, να πούμε!»

«Και έχω και κλειστά τα μάτια μου και δε σε βλέπω να σου κάνω ping!» μου παραπονέθηκε.

“That too!” της απάντησα και έχωσα τη μούρη μου στους σοφαντισμένους κορίτσαρους.

Παραγωγικός ο πρόεδρος, να τα λέμε αυτά, και έτσι όπως είχα χώσει τη μούρη μου ανάμεσα στους κορίτσαρους πήρα και τη δική μου δόση… ασβεστώματος. Σηκώθηκα και τη βοήθησα να σηκωθεί, και της σκούπισα το πρόσωπο με τα χέρια μου για να μην πάει στα μάτια της, καθότι από το αναδρομικά απαγορευμένο μου ερωτικό παρελθόν γνώριζα ότι αυτό δεν πήγαινε καθόλου καλά για την ατυχήσασα παρτενέρ μου.

Ping! Ping! Ping!

Ένα γιατί έκοψα την ιστορία στη μέση. Το δεύτερο για την αστοχία μου στους κανονιοβολισμούς και το τρίτο για το θρασύτατο “That too!” Με τη Μελιταία δικαιοσύνη να έχει αποκατασταθεί, και με μια σύντομη στάση στο κομοδίνο για να πάρω το… γράσο, πήγαμε στο μπάνιο να ξεπλύνουμε τις πομπές μας.

«Πώς πάμε από ροή;» τη ρώτησα ελπίζοντας οι Ρώσσοι να έχουν επιτέλους ξεκουμπιστεί, μπας να μπορέσω να τα πω tête-à-tête με την κυρία Προέδρου, γιατί καλά είχε χαρεί το κάτω κεφάλι, να χαρεί και λίγο το πάνω!

«Όχι ακόμα μωρό μου,» μου είπε. «Από αύριο.»

Τενοντίτιδα, λοιπόν!

Αλλά πρώτα την έλουσα και μετά την έτριψα με το σφουγγάρι σε όλο το σώμα—ή, έστω σχεδόν σε όλο το σώμα—εννοείται σπαταλώντας περισσότερο χρόνο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν στους κορίτσαρους και στα επικώς επικά της έπη. Την κυρία προέδρου θα την έκανε μόνη της, όπως με πληροφόρησε η ίδια, και αφού θα με πετούσε με τις κλωτσιές έξω, αλλά πάντα με αγάπη!

«Αφού!» μου είπε κοκκινίζοντας ελαφρά όταν τη ρώτησα γιατί ντρέπεται κάτι τόσο απλό, και δεν επέμεινα περισσότερο. Αφού; Αφού!

Και μετά παίξαμε ξανά Καρανικόλα, και αυτή τη φορά στα προκαταρκτικά δεν έπαθα καν τενοντίτιδα! Δεν είναι ότι της πήρε λιγότερη ώρα, αλλά σήμερα διάλεξα διαφορετική τακτική. Αντί να την έχω γυρισμένη με την πλάτη, επέλεξα κάτι που βοηθούσε περισσότερο το χέρι μου.

Πλαγίως κύριοι, κάνει θαύματα. Και κάνει θαύματα γιατί αντί για τους κορίτσαρους το άλλο μου χέρι ασχολήθηκε με το επικά επικό της έπος, και γι’ αυτό φυσικά είχα φροντίσει να φέρω μαζί μου και το γράσο. Των φρονίμων τα παιδιά, που λένε!

Βέβαια μου διέφυγε και πάλι μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήταν μετά τα μεσάνυχτα, δεν είμαι η Θεά Κάλι και η Μελίτη γίνεται φωνακλού όταν έχει έντονο οργασμό. Και έτσι υπενθυμίσαμε στην πολυκατοικία, και πιθανότατα στο οικοδομικό τετράγωνο, ότι κάπου εδώ τριγύρω μένει κάποιος Μιχάλης.

«Θα αλλάξω το όνομα στο κουδούνι!» της είπα όσο προσπαθούσε να βρει τις ανάσες της καθώς τη Μιχαλιάδα την είχε ακολουθήσει και Θεολογία.

«Ακούστηκα ε;» μου είπε ντροπαλά.

«Κομμάτι…» της απάντησα.

«Δε βαριέσαι, εσένα θα δείρουν! Εμένα ποιος με ξέρει;» ρώτησε χαχανίζοντας.

«Η κυρία Ουρανία!» της υπενθύμισα. «Η οποία ξέρει τη Χρυσή!»

«Ναι, αυτό δεν το είχα σκεφτεί!» μου είπε χαχανίζοντας ντροπαλά και μετά τρία ping of death στη μύτη μου.

Το πρώτο γιατί την έκανα να φωνάζει, το δεύτερο γιατί την έκανα ρόμπα. Το τρίτο ήταν προειδοποιητικό γιατί σκέφτηκα μέσα μου “υπάρχει και η εναλλακτική να μην την κάνω να φωνάζει!”

Η τρίτη ήταν άδικη! Ποτέ δε μου πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό.

«Κλαψ-λυγμ!» της έκανα θεατρικά.

«Αμάρτησα! Θα σκύψω η ευλογημένη!» μου είπε… και κάπου εκεί ξέχασα τη μύτη μου και επιδόθηκα με ζήλο στο έργο.

Καρανικόλα φάε τη σκόνη μου!



60. Διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου

Όπως μου ζήτησε την άφησα μόνη της για να τελειώσει το πλύσιμο στην ευαίσθητη περιοχή, και τυλιγμένος με την πετσέτα επέστρεψα στο δωμάτιο, όπου φόρεσα απλά ένα μποξεράκι. Δεν ξάπλωσα, την περίμενα να επιστρέψει ώστε αφού ντυθεί να πάρω και τις δυο πετσέτες για να τις βάλω στην πετσετοκρεμάστρα.

Αν και η Μελίτη όταν πέφτει να κοιμηθεί δε φοράει σουτιέν, προθυμοποιήθηκα να κάνω εγώ το σουτιέν της, εννοείται για καθαρά αλτρουιστικούς λόγους.

«Λύσσαξες!» μου έκανε χαχανίζοντας, και τελικά φόρεσε ένα απλό βαμβακερό εσώρουχο και πήγε η ίδια τις πετσέτες μέσα.

Και κάπως έτσι βρεθήκαμε εγώ να έχω γείρει στο μαξιλάρι που έβαλα στην πλάτη του κρεβατιού, τη Μελίτη να έχει γείρει πάνω μου, και τους κορίτσαρους στις χούφτες μου.

«Λοιπόν, μαναράκι,» της είπα μαλάζοντας απαλά τους κορίτσαρους, «αφήσαμε τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ στη μέση!»

«Κύριε Βρασίδα, άσε τα μαθήματα ναυτικής ιστορίας και πάμε να πιάσουμε την αμαρτωλή και—υπενθυμίζω απαγορευμένη—δική σου!» μου είπε.

«Ο Βρασίδας μαναράκι έχει διαφορετικά γούστα από τους Kalotermes flavicollis, Reticulitermes balkanensis και Reticulitermes urbis.»

(Πηγή: Wikipedia)

«Ποιος ήρθε;» με ρώτησε γυρίζοντας να με κοιτάξει.

«Τερμίτες, μαναράκι!»

«Μου λες πως είναι δυνατόν να τα θυμάσαι όλα αυτά;» με ρώτησε σοβαρά.

“Near-photographic memory…” της εξήγησα. «Αν βρω κάτι ενδιαφέρον… απλά… απλά καταγράφεται και μένει!»

«ΚΑΙ ΤΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΕΡΜΙΤΩΝ;» με ρώτησε με απόγνωση.

«Γιατί μαναράκι τα ισόπτερα είναι συναρπαστικά, καίτοι ζημιάρικα, πλάσματα…» ξεκίνησα να της εξηγώ αλλά η εξήγηση κόπηκε στη μέση από ανάποδο ping of death (πώς λέμε ανάποδο ψαλίδι… κάπως έτσι!)

«Μη μου αλλάζεις εμένα κουβέντα Αγραφιώτη, θα τα ομολογήσεις όλα!» μου είπε σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση. «Και σου δίνω το λόγο μου ότι δε θα σε δείρω περισσότερο απ’ όσο πρέπει!»

Ε, πες το έτσι!

«Λοιπόν, μολόγα!» συνέχισε και ξαφνικά την έπιασαν οι ντροπές της. «Αυτό… που κάναμε, το είχες ξανακάνει;»

“Nope!” της απάντησα. «Ή μάλλον… όχι πετυχημένα!»

«Τι εννοείς;» με ρώτησε γεμάτη περιέργεια.

«Ελευθερία: μεγάλο κενό ανάμεσα στα κορίτσια της,» ξεκίνησα να της λέω. «Τούλα… πολύ μαλακή για τη συγκεκριμένη δουλειά. Ελένη, πολύ μικρά, Τριανταφυλλιά πολύ μεγάλα, και με την Αναστασία δεν προλάβαμε να το δοκιμάσουμε, αν και είχε το ίδιο δομικό πρόβλημα με την Ελευθερία!»

«Χμμμ…» μου έκανε καχύποπτη.

«Οι κορίτσαροι είναι… ιδανικοί!» της είπα σφίγγοντάς τους γεμάτος ενθουσιασμό. «Κατάλληλο μέγεθος, κατάλληλη πυκνότητα, έχουν διπλό διαφορικό, τραβάνε στην ανηφόρα, κι αν ποτέ τα άλλαζα, πάλι τα δικά σου θα επέλεγα!»

PING! PING! PING!

«Αλλαγές δεν γίνονται δεκτές!» μου δήλωσε.

«Που λέει ο λόγος, μαναράκι!» προσπάθησα να της εξηγήσω.

PING!

«Να μη λέει!»

Όταν έχει επιχειρήματα, έχει επιχειρήματα!

«Ούτε εγώ το έχω ξανακάνει,» προθυμοποιήθηκε να μου αναφέρει, καθώς από μόνος μου—και μη γνωρίζοντας εκ των προτέρων την απάντηση—δεν θα έκανα την ερώτηση.

«Και μπράβο σου!» της είπα χαρούμενος.

«Ένας είναι ο Βρασίδας!» μου έκανε χαχανίζοντας.

Obligatory light nipple pinching to remind her of the benefits of the smart bra!

Της ξέφυγε ένας στεναγμός απόλαυσης. «Με αποσυντονίζεις,» μου είπε, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να βάλει τα χέρια της πάνω στα δικά μου και να τα πιέσει δυνατά πάνω της.

«Γι’ αυτό σου λέω μαναράκι… τι Wonderbra και αηδίες, του Βρασίδα είναι πραγματικά θαύματα… απτικής τεχνολογίας. Για να μην αναφέρω τον honest to God General Intelligence που ελέγχει τον όλο μηχανισμό!»

«Βλέπω και φρίττω από την αποτελεσματικότητα,» μου έκανε βραχνά αλλά εκεί είχαμε μια μικρή αλλαγή πλεύσης. Τράβηξε απαλά τα χέρια μου από πάνω της και σηκώθηκε και κάθισε ανακούρκουδα απέναντί μου. «Μιχάλη, τι γνώμη έχεις σχηματίσει για μένα;» με ρώτησε αιφνιδιάζοντάς με.

“What?” απάντησα ενστικτωδώς. «Τι ερώτηση είναι αυτή;»

«Έχεις δίκιο,» μου είπε χαμηλώνοντας για μερικές στιγμές το βλέμμα της. «Δεν τη διατύπωσα σωστά.» Αναστέναξε. «Γίνομαι… γίνομαι καταπιεστική;» με ρώτησε με αβέβαιο τόνο.

«Γιατί με ρωτάς;»

“Ugh, I hate when you answer with question!”

“Be that as it may,” της απάντησα παραμένοντας σταθερός. «Γιατί με ρωτάς;»

Η Μελίτη αναστέναξε ξανά, και άρχισε να διαγράφει με τα δάχτυλά της αφηρημένους κύκλους στο στρώμα. «Ο Νίκος,» ξεκίνησε να μου λέει διστακτικά, «μου είχε πει ότι…»

«Ότι;»

«Γίνομαι καταπιεστική…» μου είπε κοιτάζοντας ακόμα χαμηλά, και μετά το σήκωσε ξανά πάνω μου σαν άνθρωπος που περίμενε να ακούσει μια αλήθεια που δεν ήθελε. «Είμαι;»

«Καταπιεστική, όχι» της είπα. «Bossy είσαι, αλλά με χαριτωμένο τρόπο, όχι αυταρχικό.» συνέχισα χαμογελώντας.

«Δεν εννοούσε αυταρχική, Μιχάλη. Εννοούσε clingy.»

«Δεν κάνουν όλοι για όλους,» της απάντησα τινάζοντας αδιάφορα τους ώμους μου. «Εμένα αυτό με κάνει να νιώθω ασφάλεια.»

«Άρα είμαι…» μου είπε σκυθρωπή.

«Σκοπεύεις να με αλλάξεις για κάποιον άλλον, Μελίτη;» τη ρώτησα.

«Όχι βέβαια! Πώς σου ήρθε αυτό;» με ρώτησε αρπαγμένη.

«Ε, τότε σκάσε και κόλλα πάνω μου!» της είπα.

Ping στη μύτη για ασέβεια κατά της αρχής και μετά ρούφηγμα ψυχής από το στόμα. «Σ’ αγαπάω!» μου είπε χταποδιάζοντας σφιχτά πάνω μου.

«Αφού μπορώ και ανασαίνω, έχεις ακόμα περιθώρια… χειροτέρευσης!» της απάντησα κάνοντάς την μετά από αρκετή ώρα να χαμογελάσει και πάλι. «Δεν βλέπω κίνηση!»

Υπεργολαβικό ping και σφίχτηκε ακόμα περισσότερο πάνω μου. Εντάξει, μπορούσα να αναπνέω ακόμα αλλά δεν θα το κάνω θέμα!

«Ξέρεις ποιο είναι το αστείο;» τη ρώτησα ρητορικά και συνέχισα χωρίς να περιμένω απάντηση. «Θα στο πω και ας φάω ξύλο για το αναδρομικά απαγορευμένο αμαρτωλό μου παρελθόν!»

Obligatory ping.

«Και η Ελευθερία, και η Ελένη το ίδιο μου είχαν πει.»

«Οι άλλες όχι;» με ρώτησε με απορία.

«Είχε μεσολαβήσει το σχολείο της Τριανταφυλλιάς,» της είπα χαμογελώντας.

Ping!

Χαμογέλασα. «Κι όμως, μωρό μου, ήταν πραγματικό σχολείο.»

Δεκέμβριος 2022, Ζωγράφου

Όπως πάντα μου είχε στείλει εκείνη μήνυμα από ένα δεύτερο κινητό που είχε, εννοείται κρυφά από το Μπάμπη. Ήταν από την αρχή ξεκάθαρη, πάντα εκείνη θα επικοινωνούσε μαζί μου, ποτέ εγώ μόνος μου.

«Ο Μπάμπης θα φύγει την Παρασκευή το απόγευμα και θα λείπει όλο το ΣΚ, θα γυρίσει Δευτέρα, και θα πάω τον μικρό στους παππούδες του. Θα σου στείλω μήνυμα τι ώρα να έρθεις.»

Είχαμε να βρεθούμε δύο εβδομάδες, αφενός είχε πολλή δουλειά στο θέατρο, και αφετέρου δε βοηθούσε και το πρόγραμμα του Μπάμπη, καθώς απουσίαζε τις ώρες που είχα και εγώ μαθήματα στη σχολή, και υπήρχε όριο στο πόσο επέτρεπα στον εαυτό μου να το ρίξει στην παλαβή.

Δεν έπαιρνα τα μαθήματα δέκα-δέκα που λέει ο λόγος για να δείξω πόσο ουάο και γαμάτος είμαι, ο βασικός λόγος ήταν ότι ήθελα να τελειώνω όσο νωρίτερα γινόταν, γιατί παρά τις υποτροφίες που κέρδιζα κάθε χρόνο, η ζωή στην Αθήνα δεν είναι φτηνή και η οικογένειά μου δεν είναι πλούσια.

Ευτυχώς με είχε προσέξει και ο Πολυζωγόπουλος και έτσι, ακόμα και τεταρτοετής, είχα επιπλέον χαρτζιλίκι κάνοντας τον βοηθό του στο εισαγωγικό μάθημα της Μητρωικής στατικής. Πέντε ευρώ την ώρα ήταν πέντε ευρώ την ώρα, τουλάχιστον μπορούσα κάπως να βγάζω τους καφέδες μου με την Τζο και τον Στέλιο.

Παρασκευή βράδυ ήμουν σπίτι της. Με περίμενε μ’ ένα ημιδιάφανο νεγκλιζέ που δεν άφηνε και ιδιαίτερα περιθώρια στη φαντασία, και με το που μπήκα πρακτικά μου ρίχτηκε. Στο λόγο της τιμής μου εκείνο το Σαββατοκύριακο πρέπει να έχασα μερικά κιλά, και δε μου περισσεύουν τρομάρα τους· με ξεζούμισε τελείως.

Βέβαια στην αρχή είχα το άγχος του Μπάμπη, αλλά η Τριανταφυλλιά ήταν άσσος στην πουτανιά: Διπλό GPS tracker, και αυτό του αυτοκινήτου του, και αυτό του κινητού του, καθώς ο Μπάμπης ήξερε τόσα από κινητά όσο από τις… εξωσχολικές δραστηριότητες του στεφανιού του: ΤΙΠΟΤΑ.

Και οφείλω να ομολογήσω ότι εκτός από καλή στο σεξ είναι και καταπληκτική μαγείρισσα, το στιφάδο που μου έφτιαξε το Σάββατο, και το παστίτσιο την Κυριακή ήταν the stuff the dreams are made of! Huh, ίσως τελικά να μην έχασα κιλά… μόνο την κατσαρόλα και το ταψί δεν έφαγα.

Και με όλο το χρόνο διαθέσιμο, και με εμένα πρόθυμο ακροατή και συνομιλητή, δεν περιοριστήκαμε στο σεξ, σε όλα τα δυνατά και αδύνατα μέρη, σε όλες τις δυνατές και αδύνατες στάσεις. Σύμφωνα με την ίδια ο… Μιχαλάκης, είχε το ιδανικό μέγεθος για το αγαπημένο της σπορ: Από πίσω-πίσω.

Ο Μπάμπης ήταν μεγαλούτσικος και την ζόριζε, οπότε σε μένα είχε βρει τη Νιρβάνα της. Βέβαια, παραδέχτηκε, και να μην το εκλάβω ως προσωπική ανεπάρκεια, το μέγεθος του Μπάμπη είχε τα πλεονεκτήματά του στο κανονικό.

Και όσο τρώγαμε της είπα την ιστορία μου με την Ελευθερία που ξεκίνησε από το χωρισμό μας “Είσαι καλό παιδί και τα ρέστα αλλά…” και έφτασε μέχρι το “Ευκαιρία σου να γίνεις ξανά σημαιοφόρος.”

«Ώρες-ώρες γίνομαι τσιμπούρι μου είχε πει η Ελευθερία. Και, μεταξύ μας, το ίδιο μου είπε και η Ελένη, αν και πιο ευγενικά.»

Δε μου απάντησε κατευθείαν, με κοίταξε προσεκτικά. «Είσαι;»

«Δεν ξέρω ρε Τριανταφυλλιά,» της είπα ξεφυσώντας. «Δεν είναι ότι τους έκανα έλεγχο που είναι και τι κάνουν αλλά…»

«Αλλά;»

«Ήθελα να είμαι μαζί τους. Αυτό δεν είναι το νόημα;»

«Μιχάλη, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Το ότι είναι μαζί σου δεν σημαίνει ότι θέλει να της απασχολείς όλο τον διαθέσιμο χρόνο της.»

Αναστέναξα. «Μπορεί και να είναι έτσι…» ξεκίνησα να της λέω. «Ωστόσο ποτέ δεν πίεσα… δεν είναι στη φύση μου να το κάνω αυτό.»

«Μπορεί να μην πίεσες άμεσα αλλά ο τρόπος σου να τους δημιουργούσε πίεση έμμεσα,» μου εξήγησε. Με χάιδεψε τρυφερά στο πρόσωπο. «Θες να σου πω ένα μυστικό;»

Δεν απάντησα, απλά έγνεψα καταφατικά.

«Υπάρχουν τρεις βασικοί κανόνες που πρέπει να θυμάσαι πάντα. Ο πρώτος είναι ποτέ να μη δίνεις περισσότερο απ’ όσο ο άλλος είναι διατεθειμένος να λάβει. Ο δεύτερος είναι ποτέ να μη ζητάς περισσότερο απ’ όσο ο άλλος είναι διατεθειμένος να σου δώσει.»

«Και ο τρίτος;»

«Ψάξε ανθρώπους που μπορούν να λάβουν αυτό που τους δίνεις και που σου δίνουν αυτό που ζητάς να λάβεις.»

Ιούνιος 2026, Ζωγράφου

Ping (γιατί αλίμονο) και μετά σφίχτηκε ακόμα πιο δυνατά πάνω μου.

«Κι εγώ θα σου κατσικωθώ για να μάθεις!» μου δήλωσε και με φίλησε τρυφερά στο στέρνο.

«Τέτοιο κακό που με βρήκε να μη συμβεί σε άλλον!» της είπα χαϊδεύοντάς την τρυφερά.

Ping!

«ΔΕ ΘΑ ΣΥΜΒΩ ΣΕ ΑΛΛΟΝ!»

«Μωρό μου δεν εννοούσα αυτό!» της είπα χαχανίζοντας.

«Το ξέρω!» μου είπε κλείνοντας και πάλι τα δυο της μάτια και κάνοντάς μου μουσουνίτσα. «Απλά ήθελα να στο πω!»

Και σκαρφάλωσε πάνω μου και αρχίσαμε να φιλιόμαστε, και τα εσώρουχα που φορούσαμε έφυγαν με συνοπτικές διαδικασίες. Η Μελίτη σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο και επέστρεψε με μια πετσέτα.

Και αν μέχρι τότε είχαμε βγάλει τα μάτια μας με διάφορους τρόπους, εκείνο το βράδυ για πρώτη φορά κάναμε έρωτα.



61. Βανίλια Μαδαγασκάρης

Ξαπλωμένη από κάτω μου, με τα μάτια της κλειστά, να δαγκώνει τα χείλη της. Τα πόδια της τυλιγμένα πίσω μου, και οι κορίτσαροι να κινούνται απαλά στο ρυθμό που την έκανα δική μου. Έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου, και συνέχισα σε αυτό τον αργό υπνωτιστικό ρυθμό προσπαθώντας να τραβήξω τη στιγμή μέχρι να γίνει αιωνιότητα.

Δεν έχω παράπονο από τον πρόεδρο, έκανε το καθήκον του, ή, τέλος πάντων, το έκανε στο βαθμό που μπορούσε, καθώς μεταξύ μας καλός και άγιος, αλλά αγύριστο κεφάλι ρε αδερφάκι μου.

Είχα καταλάβει ότι η Μελίτη θέλει έντονη… προθέρμανση για να φτάσει σε οργασμό, αλλά αυτή τη φορά η ανάγκη μας ήταν τόσο δυνατή που απλά δεν είχαμε μυαλό γι’ αυτό. Με ήθελε μέσα της να την κάνω δική μου εδώ και τώρα, και αυτό ακριβώς έγινε.

Ποτέ δεν είχα δει καμιά κοπέλα ιδιοκτησιακά, ωστόσο λάτρευα τη φράση “να την κάνω δική μου” γιατί σήμαινε κάτι πολύ παραπάνω από ιδιοκτησία, ακριβώς γιατί δεν ήταν ιδιοκτησία. Για μένα σήμαινε “να μου δίνεται ψυχή και σώμα· όλο της το είναι.”

Να παραδίδεται σε μένα όπως εγώ παραδινόμουν σ’ εκείνη.

Είχα ψαχτεί παλιότερα μήπως είμαι αυτό που λένε υποτακτικής ψυχολογίας και ήταν ιδέα που μου είχε φυτέψει η Χριστίνα. Η Τζο με έλεγε βανίλια Μαδαγασκάρης, και πιο βανίλια, με έβαζες στο κουταλάκι και με έκανες “υποβρύχιο”.

«Δοτικός είσαι, όχι υποτακτικός!» με διαβεβαίωσε, και η αλήθεια είναι ότι όταν διάβασα για την υποτακτικότητα ανατρίχιασα λιγάκι. Μου αρέσουν οι δυναμικές γυναίκες αλλά ποτέ δεν είδα στον εαυτό μου αυτό που λέει η έκφραση “να γίνω σκλάβος της”

Η Τριανταφυλλιά, γιατί φυσικά το είχα συζητήσει μαζί της, μου είχε πει ότι είχα απλά light bottoming τάσεις και επειδή και εκείνη είχε ακριβώς το ίδιο, κάποιες στιγμές βρισκόμασταν σε αδιέξοδο, καθώς παιχνίδια που ήθελε να δοκιμάσουμε δεν ήταν ακριβώς του γούστου μου.

Εντάξει, είχα ξεφύγει πάλι, και αυτό είναι η μεγάλη μου αδυναμία: δεν μπορώ να συμμαζέψω το μυαλό μου όταν αρχίζει το ταξίδι. Και κάπως έτσι επανήρθα στο κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο από κάτω μου, με κλειστά μάτια, και με στόμα να δαγκώνει τα χείλη της.

Είχε τον πιο γλυκό τρόπο να με συμμαζεύει. Με τα pings, με τα “συμμαζέψου ρε νούμερο” και κυρίως με το βλέμμα της “τώρα αυτός σοβαρολογεί ή μας δουλεύει;”

“Σουρεαλιστικό της τρελοκομείο!”

Το ομορφότερο γλυκόλογο που είχα ακούσει στη ζωή μου.

Είχα κλειστά και τα δικά μου μάτια αλλά σας ορκίζομαι ένιωσα το βλέμμα της. Άνοιξα τα δικά μου και για λίγο χάθηκα στο υπέροχο, ζεστό, ανοιχτό μελί τους.

«Αφέσου μωρό μου,» μου είπε τρυφερά. «Αφέσου!»

Άρχισα να επιταχύνω και ούτε μισό λεπτό αργότερα κοκάλωσα μέσα της με τον πρόεδρο να γίνεται και πάλι μεταλλάς.

«Μην τραβηχτείς, μείνε μέσα μου!» μου είπε σχεδόν παρακλητικά. «Θέλω να νιώσω το βάρος σου πάνω μου… μην τραβηχτείς.»

«Δεν πάω πουθενά,» της είπα και ξάπλωσα προσεκτικά πάνω της.

Καθίσαμε εκεί για λίγη ώρα ακίνητοι, με τη Μελίτη να με σφίγγει πάνω της, τυλίγοντας τα πόδια της πίσω από τους γλουτούς μου.

«Δικός μου είσαι!» μου δήλωσε.

«Πέρασε και η περίοδος για το DOA!» της είπα και έσκυψα και της δάγκωσα απαλά τη μύτη. «Κι εσύ δική μου!»

«Είμαι!» με διαβεβαίωσε. «Άντε μη σε ξαναβιάσω!»

«Μαναράκι δώσε μου πέντε λεπτά να δουλέψει η γρήγορη φόρτιση, και είμαι όλος δικός σου!»

Ping!

«Το μυαλό σου στο κοκό, ρεμάλι!»

Ping!

«Γιατί έτσι!» μου είπε κάνοντας και πάλι τη φατσούλα που κλείνει και τα δυο της μάτια και σουφρώνει το πρόσωπό της.

Τραβήχτηκα από μέσα της και σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Άκουσα το νερό να τρέχει για δυο-τρία λεπτά, και πέντε αργότερα επέστρεψε στο δωμάτιο με την πετσέτα τυλιγμένη στη μέση της.

«Τάπα!» μου είπε φλεγματικά, και ξάπλωσε στο κρεββάτι.

Σειρά μου να πάω στο μπάνιο και ξεπλύθηκα κι εγώ στα γρήγορα και σκουπίστηκα καλά για να μην κάνω βόλτα την πετσέτα. Έπλυνα και τα δόντια μου και γύρισα στο δωμάτιο.

«Έπλυνες τα δόντια σου, νεαρή;» τη ρώτησα.

«Ναι μωρό μου,» με διαβεβαίωσε. «Εντάξει, είμαι λίγο γκαβάδι χωρίς τα γυαλιά αλλά όχι τόσο γκαβάδι να μου πάρει ένα πεντάλεπτο να βάλω ταμπόν!»

«Αλήθεια, πόση μυωπία έχεις;» τη ρώτησα.

«Πεντέμισι στο αριστερό μάτι και πέντε στο δεξί.»

«Η Χαριτίνη δεν έχει, ε;» τη ρώτησα καθώς η αδερφή της δεν φορούσε γυαλιά.

«Έχει,» μου είπε, «αλλά είναι μικρή, 0,75 και στα δύο μάτια. Γυαλιά φοράει μόνο όταν διαβάζει ή αν έχει να οδηγήσει, και πάντα το βράδυ, σχεδόν ποτέ την ημέρα.»

Φόρεσα το μποξεράκι μου και ξάπλωσα δίπλα της και η Μελίτη με τη μία χταπόδιασε πάνω μου.

«Δυνάμωσε λίγο το κλιματιστικό,» μου είπε.

«Το fan speed ή να κατεβάσω θερμοκρασία;»

«Βάλτο στους 24 για λίγο και δυνάμωσε το fan speed.»

Η αλήθεια είναι ότι έκανε αρκετή ζέστη για να είμαστε έτσι κολλημένοι ο ένας στον άλλον, οπότε η δροσιά ήταν ευπρόσδεκτη.

«Να σε ρωτήσω…» μου είπε διστακτικά. «Αυτό… με το δέσιμο το έχεις ξανακάνει;»

«Όχι,» της είπα. «Αλλά ομολογώ ότι η original ιδέα δεν ήταν δική μου!»

«Τι εννοείς;» με ρώτησε με περιέργεια.

«Η Τζο… μου το έχει πει. Είναι ένα από τα αγαπημένα της παιχνίδια, temperature play. Παγωτό, πάγος, κρύες κομπρέσες για κρύο και κερί για ζέστη.»

«Κερί;» με ρώτησε και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

«Ναι, να στάζει λιωμένο κερί,» της είπα. «Έχει ειδικά κεριά για αυτήν ακριβώς τη δουλειά.»

«Το έχεις δοκιμάσει;» με ρώτησε.

«Εγώ με τη Τζο;» τη ρώτησα γελώντας. «Υπάρχουν κάποιες μικρές τεχνικές δυσκολίες!»

“DUH!!!!” είπε βάζοντας τα γέλια. «Οι… τεχνικές δυσκολίες δεν είναι μικρές, πάντως!» συνέχισε πονηρά. «Είναι… yummy!»

“De gustibus…” της απάντησα αφηρημένα.

Ping!

«Μη μου κάνεις εμένα λατινικά άνευ διδασκάλου!» μου είπε. «Είμαι θετικής κατεύθυνσης!»

«Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, που λένε και στο χωριό!» της είπα και εκεί συνειδητοποίησα ότι με είχε πιάσει λιγούρα. «Γουστάρεις να ψήσω τη μπατζίνα της γιαγιάς;»

«ΜΕΣΑ!» μου είπε, και έτσι βρεθήκαμε και οι δύο στην κουζίνα.

Άνοιξα το ψυγείο και έκοψα την μισή ωμή μπατζίνα που είχε φτιάξει η γιαγιά Βαΐα και την έβαλα στο φούρνο για να ψηθεί, και επιστρέψαμε στο κρεββάτι.

Η Μελίτη αυτή τη φορά κάθισε οκλαδόν απέναντί μου γιατί το κορίτσι ήθελε πάρλα και ταυτόχρονα να με βλέπει χωρίς να στραβώνει το λαιμό της.

«Της αρέσει να το κάνει ή να της το κάνουν;» με ρώτησε επιστρέφοντας στη συζήτηση για τα kinks της Τζο.

«Να το κάνει,» είπα στενάζοντας.

«Γιατί αναστενάζεις καλέ;»

«ΓΙΑΤΙ Η ΑΛΕΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΞΑΔΕΡΦΗ!» της είπα με απελπισία, κάνοντάς την να βάλει τα γέλια.

«Εσένα… σ’ έχουν δέσει ποτέ;» με ρώτησε ενώ ταυτόχρονα έκανε ασκήσεις ping στον αέρα με τα δάχτυλά της, γιατί God forbid να μου κάνει ping απροετοίμαστη.

No pressure at all!

«Εγώ είμαι από μόνος μου για δέσιμο,» της απάντησα φλεγματικά, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. «Περιττή σπατάλη ενέργειας και πόρων!»

«Μου άρεσε,» μου είπε ντροπαλά και μετά χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Είδες; Δεν είσαι μόνο εσύ για δέσιμο!»

«Μαναράκι, όπως σου έχω πει επανειλημμένως, ο Βρασίδας αν μη τι άλλο είναι ευέλικτος!»

«Αχ κύριε Βρασίδα δε λυπάστε καθόλου τα Y ορφανά;»

“Y?” τη ρώτησα.

«Αλλάζω τυχαίες μεταβλητές για να μη γίνομαι προβλέψιμη!» μου είπε συνωμοτικά.

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» δεν κρατήθηκα.

«Όχι τώρα όμως!» έσπευσε να διευκρινίσει.

«Όποτε θες μωρό μου!» της είπα. «Πώς το φαντάζεσαι;» τη ρώτησα, και ήταν τόσο γλύκα που κοκκινίζει ενώ έχουμε κάνει τα τέρατα, να πούμε.

«Να… να μου δέσεις τα χέρια πίσω από την πλάτη… και να με βάλεις να γονατίσω και… και να σε πάρω στο στόμα μου… και να τελειώσεις στο πρόσωπό μου.»

«Μαναράκι έχω όλη την καλή διάθεση αλλά ο πρόεδρος είναι ζημιάρης, τα σκάγια θα σε πάρουν παντού!»

Ήταν η σειρά της να βάλει τα γέλια και όταν ηρέμισε μου έκανε και τη δεύτερη ερώτηση. «Θα… θα ήθελες να σε δέσω κι εγώ;»

«Αμέ!» της είπα.

«Ναι αλλά εγώ δε θα σου πω τι θα σου κάνω, θα στο φυλάω για έκπληξη!» μου είπε παίζοντας θεατρικά τα φρύδια της.

«ΔΕΝ ΠΑΙΖΩ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΑΥΤΟ! ΚΛΑΨ-ΛΥΓΜ!»

«Κάνεις υποδείξεις στο ανώτατο management, τυροπιτάκι μου;» με ρώτησε ύποπτα γλυκουλινιάρικα.

«Αν είναι δυνατόν, σπανακοπιτάκι μου!» της απάντησα κάνοντας την αθώα αθωότητα.

«Σπανακοπιτάκι;» με ρώτησε με καχυποψία.

«Αφενός σου λείπει το κατάλληλο εξάρτημα για να σε πω μπουρεκάκι μου,» ξεκίνησα να της εξηγώ αυτοσχεδιάζοντας, «και αφετέρου…»

«Και αφετέρου;» με ρώτησε κάνοντας και πάλι προθέρμανση στα δάχτυλά της.

Και εκεί μου ήρθε η έμπνευση. «Γιατί… γιατί τρως το σπανάκι σου και τους δέρνεις όλους!»

Βέβαια, τυπικά μιλώντας δεν χρειαζόταν σπανάκι γιατί—

Ping of death.

«Τι;»

«Ξεκίνησες να ταξιδεύεις πάλι!» μου δήλωσε, και επέστρεψε στη θέση της.

«ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ!»

«Σε καταπιέζω, μαναράκι;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ!» της είπα, προκαλώντας νέο χάχανο και μετά σοβάρεψα. «Η Τριανταφυλλιά μου είχε πει ότι έχω ελαφρά bottoming τάσεις, ενώ η Τζο είχε αντίθετη άποψη: Βανίλια Μαδαγασκάρης!»

«Το είχε γράψει και στην ολομέλεια αυτό η Τζο!» θυμήθηκε η Μελίτη. «Την πρώτη φορά που είχα μπει στην ομαδική και με είχε ρωτήσει αν σου έριξα καμιά σφαλιάρα ή Βανίλια Μαδαγασκάρης!»

“I really don’t care,” της είπα, και το εννοούσα. «Βανιλάκια είμαστε και τα δύο!» συνέχισα. «Και ξέρεις τι; Είναι γαμώ τες γεύσεις!»

“I wholly agree!” μου είπε και εκεί είχε την έμπνευση του αιώνα. «Ψήνεσαι να δούμε Penguins of Madagascar όταν τρώμε την μπατζίνα;»

Είναι να μην την λατρεύω;



62. Καίτοι η Καίτη…

Το πρωί σηκωθήκαμε και οι δύο στις οκτώ για να πιούμε μαζί καφεδάκι πριν με πάει στο γραφείο. Κάναμε παρεούλα ντουζάκι, φρόνιμοι, και μετά έφτιαξα τα καφεδάκια μας για να τα πιούμε στο μπαλκόνι.

«Τι θα κάνετε σήμερα;»

«Αφού σε αφήσω στο γραφείο θα γυρίσω σπίτι να τους βρω και θα πάμε Ακρόπολη και μετά Μουσείο,» μου είπε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Στις τρεισήμισι θα φέρω και τον Jules στο γραφείο και στις επτά θα έρθω να σας πάρω.»

«Τι θα κάνουμε μετά, έχετε κανονίσει τίποτα;»

«Όχι,» μου απάντησε. «Αλλά κάτι θα βρούμε!»

«Ωραία… ελπίζω κι εγώ να βοηθήσω τον Jules να μη χρειαστεί να έρθει και αύριο, αφενός γιατί θα φάμε ξύλο από την αδερφή σου,» (γελάκι) «και αφετέρου πρέπει να τελειώσω και την παρουσίαση γιατί έχω και πρόβα με το Στέλιο.»

«Τον έχωσες κανονικά, ε;» με ρώτησε συνεχίζοντας να χαχανίζει.

«Όχι που θα μου γλίτωνε το ρεμάλι!» της απάντησα χαζογελώντας αλλά μετά σοβάρεψα. «Έχει το μαθηματικό υπόβαθρο να με ακολουθήσει ως ένα σημείο… από εκεί και πέρα θα δούμε…»

«Να έρθω κι εγώ;» με ρώτησε. «Ναι, ξέρω, δεν θα καταλάβω και πολλά…»

«Αμέ!» της είπα μ’ ένα χαμόγελο από το ένα αφτί μέχρι το άλλο. «Τα βασικά τα ξέρεις, συνήθεις και μερικές διαφορικές έχεις κάνει, διακριτοποιήσεις έχεις κάνει, και οι στοχαστικές διαφορικές είναι απλά διαφορικές εξισώσεις με τυχαίες μεταβλητές… καίτοι τα μαθηματικά είναι αρκετά πιο βάρβαρα, οι βασικές αρχές είναι οι ίδιες.»

Ping!

«ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΙΤΗ; ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ!»

«Καίτοι! Με ΟΙ!» της είπα ξαφνιασμένος. «Σημαίνει “αν και”!»

Ping!

«Το ξέρω, αλλά είχε πλάκα η φάτσα σου!» μου είχε κάνοντάς μου πάλι τη γλυκουλινιά που με τουμπάρει: παιχνιδιάρικο κλείσιμο και των δύο ματιών και σούφρωμα του προσώπου.

Πίσω έχει αχλάδα της ουρά, όταν σηκωθήκαμε για να πάμε μέσα, της έριξα μια στο δεξί της επικά επικό έπος που την έκανε να χοροπηδήσει. «Αγροίκε! Ημιάγριε! Βάρβαρε!» μου είπε και μου τούρλωσε και το αριστερό επικό της έπος για να μη μείνει ρέστο στη διανομή… και χαλάω χατίρι εγώ;

«Μελίτη… νομίζω ότι δεν έρχεσαι στο δάσος για κυνήγι!» της είπα, και άρπαξα κι εγώ μια στα πισινά, ανταποδίδοντας το χοροπήδημα.

«Προχώρα ρε νούμερο!»

Και πάνω που πήγα να αλλάξω ήρθε από πίσω και με χούφτωσε.

«Βρε βρε, τι έχουμε εδώ;» με ρώτησε σκανταλιάρικα. Τον χάιδεψε καλά-καλά, και πάνω που νόμιζα ότι θα παίξουμε τις κουμπάρες με παράτησε στα κρύα του λουτρού. «Για να μάθεις!» μου είπε χαχανίζοντας.

#(@)(#)@()(#@*#@!)_#!@#*(@!&#*(@!)_@#(*

(Δυνατά… από μέσα μου)

Με πήγε στο γραφείο, και προτού ξεκινήσω τη δουλειά, είπα να πω την καλημέρα μου στην Ολομέλεια.

Michael: Καλημέρα κλαπαρχίδαμοι
Jo: Καλημέρα πεολινάτσες. Η @Alexia κοιμάται, πριν δυο ώρες γύρισε από εφημερία, μην περιμένετε να απευθύνει πανηγυρικό.
Michael: Καλή της ξεκούραση.
Jo: Εμένα που μου πέταξε τα μάτια έξω πρωινιάτικα, ποιος θα με ξεκουράσει;
Michael: $#&#(@#(&#@!#&^!@#&!^@#!@^#&*!@))
Vicky: Καλημέρα βροντομούνες! @Jo, μην τον ακούς τον ξενέρωτο, δώσε περιγραφή του αγώνα!
Jo: LOL
Stelios: Και κανένα video, δε θα πούμε όχι! Καλημέρα αστραποπέοντες
Melite: @Michael ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΓΚΟΜΕΝΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΤΗ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΓΚΟΜΕΝΙΖΕΙΣ ΚΙ ΕΔΩ; ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ!
Melite: Καλημέρα πρωκτοραμμένες…
Stelios: Άλλος θα χρειαστεί πρωκτοραφή τελικά
Michael: ΚΑΙΤΟΙ! ΜΕ ΟΙ!
Vicky: @Melite ΓΚΟΜΕΝΙΖΕΙ ΚΙΟΛΑΣ;;; ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΣΟΥ ΛΕΩ, ΠΑΡΑΤΑ ΤΟΝ ΚΑΙ ΕΛΑ ΝΑ ΛΕΣΒΙΑΣΟΥΜΕ ΠΑΡΕΑ!
Stelios: ΕΓΩ ΤΙ ΦΤΑΙΩ;
Jo: @Stelios Γεννήθηκες. Θες κι άλλα;
Melite: @Vicky Δεν έχω ξαναλεσβιάσει, θα πονέσει;
Vicky: Εξαρτάται! Αν χρησιμοποιήσoυμε τα σύνεργα των @Jo & @Alexia, θα τσούξει αρκετά ο κώλος σου!
Jo: HEHEHEHEHEHE
Michael: HAVE MERCY &(*#&^#@!@^#&!@#)(@#)(@#*)(!*@!#
Melite: @Vicky ο δικός σου όχι; Μονά-ζυγά δηλαδή;
Vicky: Δε με ρώτησες αυτό! Με ρώτησες να θα πονέσεις εσύ!
Melite: Ένα δίκιο το έχεις!
Michael: ΓΙΑ ΣΥΜΜΑΖΕΥΤΕΙΤΕ!!!!!
Melite: @Michael Or else?
Michael: Θα κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να γίνω μπλε!
Jo: Σκληρέ καργιόλη @Michael έχω μια καλύτερη ιδέα. Ρίξτης τρεις σβουριχτές με το πρόσωπό σου στην παλάμη της!
Melite: XAXAXAXAXAXAXA
Stelios: XAXAAXAXAXAXAXA
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ. @Melite, εγώ στο κάνω αυτό και με το κωλαράκι μου να ξέρεις!
Jo: XAXAXAXAXAXAXA
Stelios: Άπιστο γύναιο!!!!!
Melite: Κράτα και εσύ την αναπνοή σου μέχρι να γίνεις μπλε!

Και κάπως έτσι ξεκίνησε η μέρα μου στο γραφείο. Anyway, που λένε και στο χωριό, άνοιξα το obsidian που είχα κρατήσει τις σημειώσεις μου και πήρε φωτιά το LaTeX και η ώρα πήγε δώδεκα χωρίς να το καταλάβω. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω και να πάω να πάρω και δεύτερο καφέ, και έστειλα και ένα μήνυμα στη Μελίτη.

ΠΩΣ ΠΑΕΙ Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ;

ΖΕΣΤΗ, Ο JULES ΤΗΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΥΣΕΙ! ΕΣΥ ΚΑΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΤΟΥΛΑ; ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ!

ΚΑΙΤΟΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙΤΗ, ΤΟ ΞΥΛΟ ΔΕ ΤΟ ΓΛΥΤΩΝΩ Ε;

ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ! ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΗΡΑΜΕ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΒΑΤΑ! ΣΜΟΥΤΣ ΣΜΟΥΤΣ ΣΜΟΥΤΣ ΣΕ ΑΦΗΝΩ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΝΕ ΠΕΡΙΕΡΓΑ!

ΣΜΟΥΤΣ ΣΜΟΥΤΣ ΣΜΟΥΤΣ

ΥΓ: ΘΑ ΣΑΣ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ ΚΑΙ ΕΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΤΗ! I HAVE SPOKEN!

Ορίστε, μου έγινε και Mandalorian.

Και μιας και δουλειά δεν είχε ο διάολος αποφάσισα να περάσω και μια βόλτα από το Δημήτρη. «Βρε καλώς τον,» μου είπε με το που χτύπησα διακριτικά την ανοιχτή πόρτα.

Δεν κάθισα πολλή ώρα, είχε και αυτός δουλειά, ωστόσο του είπα ότι είχα ξεκινήσει να φτιάχνω την παρουσίαση που θα έδινα, και πως θα την έκανα πρόβα με τον Στέλιο και τη Μελίτη. Ο Πολυζωγόπουλος εκδήλωσε ενδιαφέρον να παραστεί και ο ίδιος και του απάντησα πως είναι καλοδεχούμενος.

«Βεβαίως! The more the merrier!»

Γελούσαν και τα μουστάκια μου, δε θα το έλεγα στη Μελίτη, θα έβλεπε τον Πολυζωγόπουλο να σκάει φάντης μπαστούνι. Θα έπεφτε “ξύλο” με το καντάρι όταν γυρνούσαμε σπίτι, αλλά η φάτσα της όταν θα έβλεπε τον Πολυζωγόπουλο να σκάει στο γραφείο μου; Priceless! Για όλα τ’ άλλα υπάρχει η Mastercard.

(Με τα πλέον 50 ευρώ υπόλοιπο, LOL!)

Δεν είχα να κάνω κάτι άλλο με την παρουσίαση, τουλάχιστον όχι πριν την κάνω πρόβα, οπότε έπιασα να ασχολούμαι και με τη χαμαλοδουλειά στη διατριβή. Αλλαγές διατυπώσεων και κάποιες αλλαγές στα διαγράμματα, που μου είχαν υποδείξει και ο Δημήτρης, αλλά και ο Ασημακόπουλος και η Αναγνωστάκη.

Και φυσικά προετοιμασία datasets και ανάλυση των simulations, γιατί καλά τα λήμματα και η μαθηματικά εγγυημένη ευστάθεια, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθείς ότι είσαι μηχανικός και όχι μαθηματικός. Το λήμμα σου εγγυάται τη συμπεριφορά του συστήματος υπό συγκεκριμένες αρχικές συνθήκες και συγκεκριμένο στοχαστικό μοντέλο.

Ωστόσο τα πραγματικά υλικά δεν είναι το “unobtanium” του μαθηματικού σου κόσμου, εισάγουν το δικό τους πρόσθετο τυχαίο θόρυβο, και πρέπει να δεις τι επιπτώσεις έχει. Δηλαδή τι στραβώνει, πού, και πόσο.

Το λήμμα ήταν το μισό διδακτορικό. Τα παραπάνω ήταν το άλλο μισό.

Στην πραγματικότητα το μοντέλο μου ήταν απλά βάση για κάτι πολύ πιο φιλόδοξο: αυτή η τυχαιότητα να ενσωματωθεί σε γενικευμένο στοχαστικό μοντέλο προκειμένου να επεκτείνει φυσικά τη θεωρία δοκών Timoshenko-Ehrenfest ακριβώς όπως η τελευταία επέκτεινε τη θεωρία Euler-Bernoulli.

Ένα βήμα τη φορά!

Ήταν το μεγάλο μυστικό μου και η υπέρτατη φιλοδοξία μου, και ήταν και ο λόγος που με είχε πάρει από κάτω και φοβόμουν ότι είχα δαγκώσει περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να καταπιώ. Γιατί αν δεν είχα καταφέρει να αποδείξω το λήμμα… δε θα μπορούσα να συνεχίσω προς το πραγματικό μου όνειρο.

Πρώτα φτιάχνεις αεροπλάνο και μετά πύραυλο για το φεγγάρι, κα η φιλοδοξία μου δεν ήταν πύραυλος… ήταν διαστημόπλοιο.

Ωστόσο το πρώτο τεράστιο βήμα είχε γίνει γιατί πλέον ήξερα: it can be done. Τα μαθηματικά ήταν εκεί, φωνάζανε, αλλά… πρώτα έπρεπε να αποδείξω στον υπόλοιπο πλανήτη ότι το αεροπλάνο μπορεί να πετάξει.

Δεν το είχα πει ποτέ σε κανέναν, άλλωστε οι δικοί μου δεν θα καταλάβαιναν καν σε τι αναφέρομαι. Μόνο ο Πολυζωγόπουλος ίσως να υποψιαζόταν κάτι, εξ ου και η σιγουριά του ότι και post doc θα κάνω, και το μουστάκι θα ξυρίσω (ΔΕΝ ΤΟ ΞΥΡΙΖΩ!)

Με τούτα και με κείνα η ώρα πήγε τέσσερις χωρίς να το καταλάβω. Πού είναι η Μελίτη και ο Jules? Άνοιξα ανήσυχος τα μηνύματά μου μήπως μου είχαν στείλει κάτι και το είχα χάσει, and of course I did!

Μου είχε στείλει μήνυμα η Μελίτη ότι θα καθυστερούσαν λίγο, γιατί ο Jules είχε χαζέψει με το μουσείο και είχαν καθίσει παραπάνω απ’ όσο υπολόγιζαν. Και πράγματι, ούτε δέκα λεπτά αργότερα χτύπησε η πόρτα του γραφείου μου.

«Μέσα είμαι!» απάντησα.

«Αν είσαι με την Καίτη, ετοιμάσου να συναντήσεις τους προγόνους σου!» άκουσα τη φωνή της Μελίτης και άνοιξε η πόρτα.

«Καλώς τους!» είπα χαχανίζοντας και Μελίτη και Jules πέρασαν μέσα. Η Μελίτη μου έδωσε ένα τρυφερό φιλάκι αλλά και ο Jules δεν ήρθε με άδεια χέρια!

“Hi!” μου έκανε. “We brought you milkshake!”

“Hahahaha, thank you!” του απάντησα.

“So, I’m coming back by seven o’ clock. Be ready or… you know the drill, couch!” μας είπε η Μελίτη και έφυγε από το γραφείο.

Πέσαμε πάνω με τα μούτρα, και φάγαμε άλλη μισή ώρα να μου εξηγήσει κάποια επιπλέον πράγματα που χρειαζόμουν να καταλάβω, και μετά ξεκινήσαμε.

Ο σκοπός δεν ήταν να μάθω εγώ βιολογία ή εκείνος μηχανική. Δε χρειαζόταν να ξέρω γιατί ένα συγκεκριμένο κύτταρο αντιδρούσε έτσι ή αλλιώς, έπρεπε όμως να ξέρω τι σήμαινε κάθε μεταβλητή, ποιες μπορούσαν να θεωρηθούν ανεξάρτητες, ποιες ήταν συζευγμένες, τι μετρούσαν πραγματικά και τι απλώς εκτιμούσαν.

Και ο Jules από την άλλη δε χρειαζόταν να μάθει πεπερασμένα στοιχεία. Έπρεπε να του εξηγήσω πώς χρησιμοποιούμε εμείς τα μοντέλα όχι μόνο για να πάρουμε μια απάντηση, αλλά για να καταλάβουμε πόσο εμπιστευόμαστε την απάντηση και τι ακριβώς την επηρεάζει.

Στη μηχανική δεν τρέχεις απλώς δέκα χιλιάδες simulations και μετά κοιτάς τον μέσο όρο σαν να σου αποκάλυψε ο Θεός την αλήθεια. Πειράζεις ελεγχόμενα παραμέτρους, κρατάς άλλες σταθερές, ψάχνεις ευαισθησίες και συσχετίσεις, βλέπεις ποια αβεβαιότητα σου αλλάζει ουσιαστικά το αποτέλεσμα και ποια απλώς προσθέτει θόρυβο.

Και, όπου μπορείς, φροντίζεις δύο simulations που συγκρίνεις να έχουν όσο γίνεται κοινή τυχαιότητα, ώστε να μη χρειάζεται να ξεχωρίσεις τη διαφορά που πραγματικά σε ενδιαφέρει μέσα από ένα σύννεφο άσχετου random noise.

Αυτό προσπαθούσα να μεταφέρω στον Jules. Όχι πώς να «βελτιστοποιήσει τη λευχαιμία», αλλά πώς θα μπορούσαν να οργανώσουν διαφορετικά τα δικά τους μοντέλα και τις προσομοιώσεις τους ώστε να πάρουν περισσότερη πληροφορία από τον ίδιο υπολογιστικό κόπο.

Ποιες ποσότητες άξιζε να επαναχρησιμοποιούνται, ποιες μεταβλητές είχε νόημα να μεταβάλλονται μαζί, πού μπορούσαν να κάνουν ελεγχόμενες συγκρίσεις και πού ο τυχαίος θόρυβος τούς έκρυβε το σήμα που πραγματικά έψαχναν.

Βιολογία μπορεί να μην ήξερα, και τα μοντέλα μπορεί να ήταν διαφορετικά, αλλά η τυχαιότητα παρέμενε τυχαιότητα και δομικά την αντιμετώπιζες με τον ίδιο τρόπο. Έπρεπε να καταλάβεις πώς επηρεάζει το μοντέλο σου, αλλιώς κάθε νέα μέτρηση ήταν άλλο ένα ρίξιμο των ζαριών και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων χαρτομαντεία.

All-in-all νομίζω ότι ο Jules κατάλαβε αυτά που έπρεπε να καταλάβει, και γέμισε το vault του με ένα σκασμό σημειώσεις. Και όχι μόνο αυτό αλλά καταφέραμε και τελειώσαμε και σχεδόν μισή ώρα νωρίτερα πριν τις επτά, οπότε πήρα τηλέφωνο τη Μελίτη να έρθει να μας μαζέψει.



63. Agrafiotis beam theory

Ο Jules είχε σχεδόν ξενυχτίσει για να δει το Γαλλία-Ιράκ, και τελικά τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ καθώς το παιχνίδι είχε διακοπεί στο ημίχρονο λόγο καιρικών συνθηκών. Βάλε αυτό, βάλε την Ακρόπολη, βάλε το μουσείο, βάλε και την επίσκεψη σε εμένα, δεν ήταν να απορείς που είχε παραδώσει πνεύμα και σχεδόν κουτούλαγε όταν τον γυρίσαμε σπίτι.

Μελίτη και Χαριτίνη ωστόσο δεν ήθελαν να κλειστούν σπίτι και αποφάσισαν να βγουν έξω. Ευκαιρία ήταν να έχουν και λίγο alone time μεταξύ τους και η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ ψηνόμουν για έξοδο, οπότε αρνήθηκα ευγενικά την πρόσκληση.

«Σίγουρα Μιχαλιό μου;» με ρώτησε.

«Ναι, μωρό μου,» τη διαβεβαίωσα. «Άλλωστε θα έχω παρέα και την Καιτούλα!» συμπλήρωσα πειρακτικά.

Ping of death.

«Σου απαγορεύω, δε σου επιτρέπω και… και…άντε γιατί άντε!» μου είπε με δήθεν απειλητική φωνή. «Δικός μου είσαι!» δήλωσε, χτυπώντας με επιδεικτικά με το δάχτυλο στο στέρνο.

«Μη μου χτυπάς εμένα το δάχτυλο!» της έκανα και αντέγραψα την κίνησή της… λίγο πιο δημιουργικά (κοντολογίς χούφτωσα και με τα δύο χέρια τους κορίτσαρους.) “Yoink!”

«Ορίστε, μου βάζει και χέρι ο ξετσίπωτος!» έκανε με προσποιητή αγανάκτηση.

«Ε, τι να κάνω κι εγώ αφού μου έχεις απαγορεύσει τις Καιτούλες;»

Ping of death.

«Καλά σου κάνω!» μου δήλωσε. Και μετά κοίταξε το μπούστο της, καθώς τα χέρια μου δεν είχαν μετακινηθεί ούτε πόντο, και ακόμα χειρότερα το είχαν ρίξει στο με τα δυο χεράκια πλάθω κουλουράκια. «Ρε νούμερο θα συμμαζευτείς;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Συμμετρικά είναι!» διαβεβαίωσα την ιδιοκτήτρια των κορίτσαρων, η οποία ούτε είχε ζητήσει δεύτερη διάγνωση, ούτε είχε συμφωνήσει με την πρώτη. “I have spoken!”

«Ε, εντάξει, αφού το είπες εσύ, τι λόγος πέφτει σ’ εμένα ΠΟΥ ΤΑ ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΑΠΟ ΤΑ ΕΝΤΕΚΑ!»

«Και γι’ αυτό το λόγο είσαι biased!» της εξήγησα.

«Ενώ εσύ να πούμε είσαι ανεξάρτητη αρχή;» με ρώτησε προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο της.

«Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» της απάντησα θριαμβευτικά. «Αμ τι νομίζατε κυρία μου; Κριτσίνια σπάμε;»

Και κάπου εκεί έπρεπε να φύγει οπότε αναγκαστικά σταμάτησα να τη χουφτώνω (meh!). Με διαβεβαίωσε ότι θα γυρίσουν σχετικά νωρίς και μετά φιληθήκαμε λες και θα έφευγε στα καράβια, να πούμε.

Εγώ πάλι γύρισα στο δωμάτιο-γραφείο, άνοιξα το laptop, και συνέχισα από εκεί που είχα μείνει όταν ήρθε ο Jules. Με άλλα λόγια έπεσα με τα μούτρα και μέχρι να το καταλάβω είχε πάει δέκα και μισή, κι εκεί συνειδητοποίησα ότι είχα και πάλι ξεχάσει να φάω.

Και, μεταξύ μας, ούτε που θα το είχα θυμηθεί αν δε με είχε πάρει τηλέφωνο η Μελίτη να μου πει ότι επιστρέφοντας σπίτι κάνανε μια στάση στα Goody’s γιατί τα είχε πεθυμήσει η Χαριτίνη.

«Εσύ για να έχουμε καλό ρώτημα, τι έχεις φάει;» με ρώτησε.

«Εχμ… έλεγα να φάω—» ξεκίνησα να λέω και με διέκοψε.

«Θεούλη μου θα τον πνίξω!» μονολόγησε. «Λοιπόν, θα σου πάρω δυο extreme burger με πατάτες και θα τα φας ΚΑΙ τα δύο!»

«Μελίτη μου…»

«ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ!» μου δήλωσε. “You get only to pick your poison,” συνέχισε και μου διάβασε το μενού.

«Green!»

«Λοιπόν, σε κλείνω τώρα, λογικά σε μισή ώρα το πολύ θα γυρίσω… και θα τα πούμε κατ’ ιδίαν!» μου υποσχέθηκε.

«Εντάξει μωρό μου,» της είπα. «Σ’ ευχαριστώ!»

«Τι να σε κάνω που σε ιχλιμιντρίζω; Νούμερο, έ, νούμερο!» μου είπε τρυφερά και κλείσαμε.

Όλα καλά, πέραν του ότι μου υπενθύμισε ότι πεινάω, και ενώ είχα να φάω από εχθές ξαφνικά το μισάωρο μου φάνηκε αιωνιότητα, θα έτρωγα μια χαρά! Και Burger θα έτρωγα, και πατάτες θα έτρωγα, και κατά τα φαινόμενα και ξύλο θα έτρωγα!

Ήθελα απελπισμένα να πιώ μια μπύρα αλλά με περίμεναν και δύο burgers και δύο πατάτες, οπότε αποφάσισα να μην το ρισκάρω. Ας έτρωγα τουλάχιστον τα δύο burgers και τη μια πατάτες, και βλέπαμε.

Είκοσι-εικοσιπέντε λεπτά αργότερα ήρθε και ο μάγος με τα δώρα. «Α, ωραία, θα πέσει ξύλο μετά μουσικής!» μου είπε όταν της άνοιξα, καθώς δεν είχα κλείσει το Medici.tv και είχα βάλει rebel. Και μετά μου έδωσε ένα φιλάκι και μου είπε ότι μ’ αγαπάει πολύ-πολύ, αλλά να μην παίρνω θάρρος γιατί θα μου ανοίξει το κεφάλι.

«Λοιπόν, πάω να αλλάξω!» μου είπε. «Ξεκίνα να τρως!»

«Να έρθω να σε βοηθήσω;» προθυμοποιήθηκα.

Ping!

Λαμβάνοντας το μήνυμα, άφησα τα αναψυκτικά στο ψυγείο—δύο zero, μάλλον ήταν κάποια προσφορά—και πήρα ένα κουτάκι μπύρα, και το ένα κουτάκι zero για να έχει και η Μελίτη, και γύρισα στο μπαλκόνι για να φάω.

Ε, μέχρι να αλλάξει—πόση ώρα να της πήρε;—το ένα burger είχε εξαφανιστεί, μιλάμε το κατέβασα σε τρεις-τέσσερεις δαγκωνιές, όπως και το ένα κουτάκι από τις πατάτες. Νιώθοντας ασφαλής ότι υπάρχει χώρος, άνοιξα και τη μπύρα και ήπια δυο-τρεις γουλιές.

«Καλέ, πότε πρόλαβες και το έφαγες το πρώτο;» με ρώτησε η Μελίτη βγαίνοντας στο μπαλκόνι.

«Πεινούσα λίγο!» της απάντησα σαν παιδάκι που το πιάσανε στα πράσα να κάνει αταξία.

Η Μελίτη αντί απάντησης έκλεισε τα μάτια και έκανε το βουδιστή μοναχό. Ξέρετε, τα δάχτυλα μαζεμένα με τις παλάμες προς τα πάνω και τα “ΟΜ! ΟΜ!”

Σοφά ποιώντας επέστρεψα στο φαγητό μου…

«Πώς τα περάσατε;» τη ρώτησα μασουλώντας μια μπουκιά πατάτες.

«Όμορφα,» μου απάντησε μονολεκτικά και μετά συνέχισε «Πήγαμε στο Pue Verde και ήπιαμε τα ποτάκια μας και μετά μου είπε ότι είχε πεθυμήσει Goody’s.»

Ping!

«Αυτό γιατί πάλι είχες ξεχάσει να φας!» μου δήλωσε. «Τι θα σε κάνω, μου λες;»

“It’s part of the absent-minded boyfriend experience!” της εξήγησα χαρίζοντάς της το χαμόγελο της Colgate.

«Ε, βέβαια,» ξεκίνησε να με μαλώνει. «Να φας ξεχνάς, να με παρενοχλείς όταν πάνω να ντυθώ ή γδυθώ δεν το ξεχνάς!»

«Μωρό μου, αν αρχίσω να το ξεχνάω αυτό, please shoot me and spare me of my misery!» της είπα, κερδίζοντας επαξίως—και ειρωνικώς—ένα ping of death γιατί “έλα, δε θέλω μακάβριες αηδίες!”

«Τι ώρα έχεις κανονίσει να έρθει ο Στέλιος αύριο;» με ρώτησε κάνοντάς μου τράκα δυο πατάτες.

«Γύρω στις πέντε,» της απάντησα και έσπρωξα το χάρτινο κουτί με τα πατατάκια προς το μέρος της για να πάρει κι άλλα. «Να πάμε μετά να πιούμε και κανένα καφεδάκι, είπε θα ανέβει και η Βίκυ μετά.»

«Αμέ!» είπε χαρούμενη η Μελίτη, τσιμπώντας ακόμα μερικές πατάτες. «Μαλακία, έπρεπε να πάρω κι άλλες.»

«Φάε αυτές μωρό μου, εγώ είμαι εντάξει!» της είπα τελειώνοντας και το δεύτερο burger. «Και έχουμε και μπατζίνα από εχθές ή αν θες ψήνουμε και ένα μπαστούνι χορτόπιτα. Αυτό θα έτρωγα αν δεν έφερνες τα burgers.»

«Να σου πω…» ξεκίνησε. «Μια λιγούρα την έχω, γιατί τι να σου κάνει ένα cheeseburger. Είχαμε φάει καλά το μεσημέρι και θεωρούσα ότι θα φτάσει αλλά… δεν!»

«Οκ, πάω να βάλω την πίττα να ψήνεται!» της είπα και σηκώθηκα.

«Κι εγώ έρχομαι για να σε παρενοχλήσω!» μου δήλωσε και όπως το είπε το έκανε. Με χούφτωσε κανονικά και με τον νόμο και άντε να κάνεις δουλειά έτσι.

«Θα με αφήσεις να μαγειρέψω ρε νούμερο;» τη ρώτησα αντιγράφοντάς την.

«Τι σε εμποδίζω;» με ρώτησε αθώα, και, τυπικά μιλώντας, όντως δε με εμπόδιζε, αλλά άντε να συγκεντρωθεί το πάνω κεφάλι όταν όλο το αίμα πάει στο κάτω. «Νομίζω ότι ο Πρόεδρος εγκρίνει!»

«Και ο Πρόεδρος εγκρίνει και όλο το προεδρικό συμβούλιο εγκρίνει!» τη διαβεβαίωσα. «Η κυρία Ουρανία δε θα εγκρίνει αν της κάψουμε το σπίτι!»

«Α, μη σκας γι’ αυτό!» με διαβεβαίωσε έχοντας περάσει κανονικά και με το νόμο το χέρι της από μέσα από το μποξεράκι μου και παίζοντάς με παιχνιδιάρικα. «Μόλις τελειώσεις την προετοιμασία θα σε αφήσω ήσυχο!»

«Ναι, αν συνεχίσεις έτσι δε θα είναι μόνο η προετοιμασία που θα τελειώσει, αν μ’ εννοείς!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Θα συνεχίσεις να με παρενοχλείς όταν ντύνομαι και όταν γδύνομαι;» με ρώτησε.

«Μαναράκι, δεν ρωτάνε το Βρασίδα τα αυτονόητα!» τη διαβεβαίωσα, κερδίζοντας ένα ακόμα ενθουσιώδες γελάκι της. Καλά το λέω, ούτε το Μελιτάκιον έρχεται στο δάσος για κυνήγι.

«Καλά, σε αφήνω τώρα, αλλά μετά θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις!» μου υποσχέθηκε.

«Κάτσε καλά, θα σε δέσω!» την ψευτοαπείλησα!

«Είδες τι καλός που είσαι στο σταυρόλεξο;» με ρώτησε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι!

Αχά! Εκεί το πήγαινε το ταμτιριρί το νυμφομανές γύναιο! «Δεν ντρέπεσαι, καθόλου μωρή Μεσσαλίνα;» τη ρώτησα χαχανίζοντας

«Καθόλου!» με διαβεβαίωσε, ρίχνοντάς μου και μια στο κωλομέρι.

Έβαλα την χορτόπιτα να ψήνεται, και επιστρέψαμε και οι δύο στο μπαλκόνι, εγώ παίρνοντας και ακόμα μια μπύρα.

Η νύχτα προβλεπόταν ενδιαφέρουσα!

«Πώς πήγε με το Jules σήμερα;» με ρώτησε βουτώντας κανονικά και με το νόμο το χάρτινο κουτί με τις πατάτες.

«Καλά πήγε,» της είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου. «Του έδειξα τη δική μας μεθοδολογία, πως αποφεύγουμε περιττές επαναλήψεις, πως αναγνωρίζουμε τι είναι τυχαίος θόρυβος και τι όχι, πώς κάνουμε επαλήθευση με ελεγχόμενες συγκρίσεις και τα ρέστα.»

«Και τα ρέστα…» επανέλαβε κουνώντας το κεφάλι της χαμογελώντας με απόγνωση.

«Ε, ναι…» συνέχισα μην καταλαβαίνοντας το ύφος της. «Αυτή είναι η ιδέα, μωρό μου, αυτό ξεχωρίζει την πραγματική ανάλυση από τη χαρτομαντεία!»

«Μ’ αρέσει που το αναφέρεις λες και είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο!»

«Είναι απλό,» επέμεινα. «Η τεχνική πολυπλοκότητα δεν αλλάζει το ότι η βασική ιδέα είναι απλή: Εντόπισε το θόρυβο και δες τι επηρεάζεται και τι όχι, και το κυριότερο γιατί. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσεις την τυχαιότητα.»

«Αντιμετωπίζεται;» με ρώτησε μασουλώντας μια πατάτα.

«Εξαρτάται τι προσπαθείς να μοντελοποιήσεις,» της απάντησα. «Δεν μπορείς να προβλέψεις πότε θα σπάσει ένα συγκεκριμένο δοκάρι στο οποίο ασκείται στρέβλωση αλλά αν γνωρίζεις το υλικό και τα χαρακτηριστικά του δοκαριού μπορείς να κάνεις μια καλή πρόβλεψη πού περίπου είναι το όριό του.»

«Η διατριβή σου τι ακριβώς πραγματεύεται;» με ρώτησε τελικά. «Και γιατί ήταν τόσο σημαντικό το λήμμα σου;»

«Γιατί μοντελοποιεί τυχαίες παραμορφώσεις σε ιδανικό υλικό και εξηγεί γιατί υπό τις απαραίτητες προϋποθέσεις η συγκεκριμένη προσέγγιση με τα συγκεκριμένα πεπερασμένα στοιχεία είναι μαθηματικά βέλτιστη.»

Και τότε, σαν να άναψε ένα λαμπάκι στο μυαλό της, με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Προσπαθείς να εισάγεις την τυχαιότητα στη θεωρία Timoshenko- Ehrenfest;»

Δεν το περίμενα να κάνει το 1+1 τόσο άμεσα, και όσο έξυπνη και αν ήταν, αν μπορούσε να το κάνει ένας τριτοετής, θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε μηχανικός διαβάσει τη διατριβή μου. Ήταν το όνειρό μου, δεν είχα τολμήσει να το πω ούτε στον ίδιο τον Πολυζωγόπουλο, παρόλο που ήμουν σίγουρος ότι το είχε καταλάβει από μόνος του.

«Κάνω το πρώτο βήμα,» της απάντησα πολύ προσεκτικά. «Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποδείξω ότι το μαθηματικό μοντέλο λειτουργεί. Ότι είναι εγγενής μαθηματική ιδιότητα των στοιχείων μου και όχι κάτι που απλά επαληθεύεται πειραματικά…»

«Δεν χρειάζονται χίλια πειράματα για να καταρριφθεί μια θεωρία, ένα αρκεί…» είπε αφηρημένα η Μελίτη.

«Όχι ακριβώς,» της απάντησα. «Ο κόσμος μας δεν είναι φτιαγμένος από ιδεατά υλικά, μια αποτυχία μπορούσε να σημαίνει τίποτα και τα πάντα. Αποδεικνύοντας την ευστάθεια ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΩ ότι οποιαδήποτε αποτυχία οφείλεται στη χρήση πραγματικών υλικών—δεν είναι αποτυχία του ίδιου του μοντέλου!»

Η Μελίτη με κοίταξε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι και μετά το έκλεισε, σαν να έχασε τι ήθελε να πει. Και εκεί χαμογέλασε με ένα τρόπο που έκανε το πρόσωπό της να λάμπει.

“Agrafiotis beam theory…” είπε και χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. “I like it!”



64. Για δέσιμο…

“Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς” λέει το γνωμικό. (Ναι, αυτοί που το λένε μάλλον δεν έχουν κάνει απένταροι φοιτητές, άλλα τέλος πάντων.)

Και καλά το χρήμα είναι εφήμερο αλλά η δόξα όχι. Τρίχες, και η δόξα εφήμερη είναι.

“Agrafiotis beam theory.”

Αυτό… αυτό ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Θυμήθηκα το αριστούργημα του Γκάτσου.

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς

“Agrafiotis beam theory…”

Η δόξα είναι εφήμερη, η αθανασία όχι.

«Μιχάλη;» μου έκανε η Μελίτη επαναφέροντάς με από τις σκέψεις μου. «Πού χάθηκες πάλι;»

«Ένα βήμα τη φορά,» επανέλαβα μηχανικά το mantra μου.

Η Μελίτη με κοίταξε ερωτηματικά για μερικές στιγμές αλλά και πάλι, σα να της έγινε εσωτερική αποκάλυψη και στο πρόσωπό της αυτή τη φορά ζωγραφίστηκε η κατανόηση.

Αν κάτι το θεωρείς περίπου άπιαστο, το να το βάλεις ως στόχο είναι συνταγή για απογοήτευση. Μπορεί να χάνομαι μέσα μου, μπορεί να ξεχνιέμαι, και γενικά μπορεί να φαίνομαι τελείως “γιούχου” αλλά διατηρώ πολύ καλή επαφή με την πραγματικότητα, και όσο και αν μοιάζω ώρες-ώρες με αφηρημένη κυβέρνηση, είμαι εξαιρετικά πρακτικός άνθρωπος, και η επιστήμη που διάλεξα με εμπλούτισε με τα δικά της εφόδια.

Στόχο βάζεις κάτι που κρίνεις ότι είναι μετρήσιμα εφικτό. Μπορεί να τον καταφέρεις, μπορεί και όχι, αλλά αν δεν είναι ΚΑΙ μετρήσιμο ΚΑΙ εφικτό, τότε δε λέγεται στόχος αλλά ευχή. Το “άπιαστο” είναι η κατεύθυνση, και οι στόχοι τα βήματα σε αυτήν.

Ακόμα και αν δεν το πιάσεις—που είναι και το πιο πιθανό—τουλάχιστον δεν πήγες στα τυφλά, δεν προσπάθησες πετάξεις πριν καν μάθεις να μπουσουλάς.

«Και μετά λέμε τους αρχιτέκτονες αγγελοκρουσμένους!» της είπα χαχανίζοντας ελαφρά, chuckled που λένε στο χωριό.

«Δε βαριέσαι…» μου είπε. «Λίγο πολύ όλοι είμαστε για δέσιμο!» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι πονηρά και γεμάτη υπαινιγμούς.

Μήνυμα ελήφθη… και είπαμε, πρακτικός!

Και εδώ είχε και άμεση εφαρμογή το ένα βήμα τη φορά. Πρώτον, περιμένουμε να γίνει η χορτόπιτα για να μη χρειαστεί επέμβαση της πυροσβεστικής, το οποίο θα ακολουθούσε τελείως διαφορετικού είδους δέσιμο· αυτό με πραγματικές χειροπέδες, lol!

Φάγαμε τη χορτόπιτα—και ναι, έφαγα κι εγώ—και εκεί μου ήρθε μια ιδέα.

«Θέλεις να το κάνουμε πιο ενδιαφέρον;» τη ρώτησα παίζοντας υπαινικτικά τα φρύδια μου.

«Χμμμ…» είπε χαμογελώντας. «Τι έχεις στο μυαλό σου;»

«Θα δεις,» της είπα και σηκώθηκα και κατέβασα τελείως τις τέντες του μπαλκονιού, και την μεγάλη μπροστινή και τη μία πλαϊνή—από την άλλη μεριά είχε τοίχο. «Strip poker, εδώ, στο μπαλκόνι!

Με τις τέντες κατεβασμένες προφανώς και δεν φαινόμασταν από απέναντι, γι’ αυτό άλλωστε τις είχα κατεβάσει τελείως, αλλά το ζουμί ήταν στην ιδέα ότι αυτό θα γινόταν στο μπαλκόνι.

Η Μελίτη δίστασε για λίγο αλλά τελικά έγνεψε καταφατικά.

«Κάθε παρτίδα και ένα ρούχο!» της είπα. Αυτός που θα καταφέρει να γδύσει τον άλλον πρώτος είναι ο νικητής.

«Και ποιο είναι το έπαθλο;» με ρώτησε με βραχνή σχεδόν φωνή—την είχα κερδίσει ολοκληρωτικά.

«Ο νικητής θα κάνει στον χαμένο ό,τι θέλει,» της απάντησα.

«Δηλαδή;» επέμεινε, γέρνοντας το κεφάλι.

“The real thrill is not knowing what to expect!” της είπα.

Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε για μερικές στιγμές, αλλά αυτή τη φορά το βλέμμα της ήταν παιχνιδιάρικο: το πρόσωπο γερμένο ελαφρά προς τα αριστερά, το στόμα χαμογελαστό, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της.

Την κοίταξα στα μάτια. “It’s take it or leave it!”

Χαμογέλασε ακόμα πιο έντονα. “Deal!” μου απάντησε.

“Be right back!” της έκανα και πήγα μέσα στο δωμάτιο-γραφείο και άνοιξα το βαλιτσάκι με τις μάρκες—το είχαμε αγοράσει όλοι μαζί για το poker night και με είχαν διορίσει ως φύλακα—και πήρα την μία από τις δύο πλαστικές τράπουλες.

«Φαντάζομαι ξέρεις να παίζεις πόκερ, έτσι;» τη ρώτησα όταν επέστρεψα.

«Ξέρω τα βασικά…» μου είπε. «Κέντα χρώμα, καρέ, χρώμα, full, τριάδα, κέντα, δύο ζευγάρια, ένα ζευγάρι.»

«Σε short dec, όντως η τριάδα κερδίζει την κέντα γιατί είναι πιο σπάνια,» της απάντησα. «Με όλη την τράπουλα ωστόσο, η κέντα κερδίζει την τριάδα γιατί είναι πέντε φορές λιγότερο πιθανή σε παιχνίδι με πέντε φύλλα.»

«Το έχεις ανάγει σε επιστήμη, έτσι;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Τέχνη!» τη διόρθωσα. «Το πόκερ είναι μεν τζόγος αλλά όταν το διακύβευμα είναι σοβαρό, τότε αλλάζει και η φύση του: από τζόγος γίνεται ψυχολογία. Παίζεις τον παίχτη, Μελίτη μου, και το φύλλο γίνεται δευτερεύον.»

«Λογικό…» μου απάντησε. «Αν παίζεις φασόλια δε σε νοιάζει αν χάσεις.»

«Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» τη διαβεβαίωσα. «Λοιπόν, κανόνες. Δύο χέρια, δικαίωμα αλλαγής μέχρι τρία φύλλα σε κάθε χέρι. Τέσσερα μόνο αν το πέμπτο είναι άσσος.»

«Οκ!» μου απάντησε μονολεκτικά. «Τις μάρκες τι τις θέλουμε;»

«Για να είναι το παιχνίδι ενδιαφέρον,» της εξήγησα. «Αν κάθε χέρι είναι και ρούχο, αφενός καταργεί την έννοια του πάσου, και αφετέρου θα τελειώσει πολύ γρήγορα.»

«Κατάλαβα,» μου είπε. «Παρτίδα είναι μέχρι ο ένας να αφήσει τον άλλον απένταρο!»

«Σωστά!» της είπα χαμογελώντας. «Και σε αντάλλαγμα της επιστροφής των μαρκών βγαίνει και ένα ρούχο!»

Οι μάρκες που είχα φέρει ήταν δύο των 50 ευρώ, τέσσερις των είκοσι, έξι των δέκα, και δώδεκα των πέντε ευρώ: δηλαδή 150 ευρώ για τον καθένα μας. Ανακάτεψα καλά-καλά και την έβαλα να κόψει και μετά μοίρασα.

Άνοιξα τα φύλλα μου. Δύο εφτάρια, δύο ρηγάδες και ένα τριάρι. Πόνταρα πέντε ευρώ. Η Μελίτη πόνταρε και αυτή πέντε ευρώ και ζήτησε δύο φύλλα για αλλαγή. Της τα έδωσα και την κοίταξα προσεκτικά όσο τακτοποιούσε τα φύλλα της. Από τις κινήσεις της κατάλαβα ότι είχε είτε ένα τριάρι, είτε έκανε και δεύτερο ζευγάρι.

Πόνταρε 10 ευρώ. Την κοίταξα στα μάτια και αν και προσπάθησε να μείνει ουδέτερη τα κατέβασε για μια στιγμή. Ενδιαφέρον.

«Δέκα και άλλα δέκα,» της είπα. Με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει τι μαγείρευα, αλλά στο πόκερ είμαι μανούλα, κερδίζω σχεδόν πάντα την ολομέλεια—κανείς τους δεν μπορεί να με διαβάσει, ούτε καν η Βίκυ.

«Τα βλέπω,» μου είπε ασυναίσθητα διστακτικά. Δεν είχε τριάρια.

«Πόσα;» τη ρώτησα και μου απάντησε ένα. Gotcha!

«Ένα κι εγώ,» της είπα και άλλαξα το πεντάρι που μου είχε έρθει αντί του δύο.

Κοίταξε τα φύλλα της. «Ντούκου,» μου είπε, άρα είτε μπλόφαρε, είτε δεν της είχε έρθει το φύλλο που περίμενε.

Ούτε εμένα μου είχε έρθει κάτι της προκοπής, ένα τεσσάρι κούπα αυτή τη φορά. «Δέκα ευρώ,» της είπα.

«Δέκα και άλλα πέντε!» μου είπε. Μπλόφαρε, την κατάλαβα σχεδόν αμέσως.

«Και άλλα δέκα από εμένα,» της απάντησα και το σκέφτηκε για λίγη ώρα.

«Πάσο,» μου είπε. «Τι έχεις;»

«Αν θες να δεις τι έχω πρέπει να πληρώσεις,» της είπα. «Πάσο;»

Αναστέναξε. «Πάσο.»

Μάζεψα τις μάρκες και πήρα τα χαρτιά της και τα δικά μου και τα ανακάτεψα προσεκτικά. Έκοψα και της έδωσα να μοιράσει.

Δέκα λεπτά αργότερα είχε φύγει η μπλούζα. Από κάτω φορούσε άσπρο δαντελωτό σουτιέν. Άλλο ένα τέταρτο και έφυγε και το παντελόνι. Άσπρο και το εσώρουχο, αλλά πιο απλό—δεν ήταν σετ με το σουτιέν.

Η μάχη για το σουτιέν ήταν σκληρή, η Μελίτη είναι πανέξυπνη, και γρήγορα βελτίωσε το παιχνίδι της, αναγκάζοντάς με κάμποσες φορές να πάω εγώ πάσο και να χάσω το pot. Μου πήρε σαρανταπέντε ολόκληρα λεπτά να της πάρω τα εκατόν πενήντα ευρώ και να την αναγκάσω να απελευθερώσει τα κορίτσια.

Στη μάχη για το κιλοτάκι με βοήθησε η τύχη, καθώς ήταν από τα παιχνίδια που είχαμε και οι δύο καλό χαρτί, και καταλήξαμε στην τρίτη παρτίδα να παίξουμε ρέστα και οι δύο. Η Μελίτη είχε είτε κέντα, είτε χρώμα, είτε full από χέρι, καθώς δύο φορές δεν άλλαξε φύλλο. Εγώ είχα από την αρχή τρεις βαλέδες, και ακολούθησα το ποντάρισμά της.

Και στη δεύτερη αλλαγή μου ήρθε και ο τέταρτος βαλές. Εκτός και αν είχε καρέ από ντάμα και πάνω—σχεδόν απίθανο από χέρι—θα κέρδιζα, πράγμα που έγινε.

«Φουλ του δέκα, με ντάμες» μου είπε θριαμβευτικά. «Γδύσου!»

Χαμογέλασα και άνοιξα τα χαρτιά μου. «Καρέ του βαλέ!» της απάντησα στον ίδιο τόνο. «Σας ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας!»

Ping!

“Don’t be a sore loser!” της απάντησα πειρακτικά.

“I’m not exactly sore right now… if you catch my drift” μου είπε χαμογελώντας ντροπαλά.

“To the victor belong the spoils!” της είπα με τον πρόεδρο να κοντεύει να σπάσει μέσα στο μποξεράκι μου. «Βγάλε το κιλοτάκι σου.» Σηκώθηκε όρθια, φορώντας ακόμα τα πέδιλά της, και έμεινε μόνο με αυτό.

Πήγα από πίσω της και της έδεσα τα μάτια με το μπλουζάκι της. Τη δάγκωσα απαλά στο σβέρκο και χούφτωσα τους κορίτσαρους και με τα δυο μου χέρια και άρχισα να τους μαλάζω με δύναμη, τσιμπώντας που και που τις ρώγες της, που ήταν ήδη πετρωμένες.

Κατέβασα το δεξί μου χέρι ανάμεσα στα πόδια της και της ξέφυγε ένα ηδονικό βογγητό. «Σσσσς…» της έκανα και βούτηξα το δάχτυλό μου μέσα της. Δεν ήταν απλά υγρή… σχεδόν έσταζε.

Την άφησα για μερικές στιγμές και πήγα στο δωμάτιο και επέστρεψα με μια μαξιλαροθήκη. Την τύλιξα για να λεπτύνει και της φίμωσα προσεκτικά το στόμα. Τη γύρισα προς τα μένα και βούτηξα με το δεξί μου χέρι δυο δάχτυλα μέσα της. Την έβαλα να σκύψει στο τραπέζι και έτριψα τη σχισμή ανάμεσα στα επικά της έπη απλώνοντας την υγρασία της.

Και μετά γονάτισα και αρπάζοντάς τα γερά τα τράβηξα ελαφρά προς τα πλάγια και βούτηξα τη γλώσσα μου στο κενό ανάμεσά τους, κερδίζοντάς ένα—πνιχτό αυτή τη φορά—ηδονικό της βογγητό.

Σηκώθηκα και την οδήγησα προσεκτικά μέσα και έκλεισα την μπαλκονόπορτα, γιατί παρά το φίμωμα σκόπευα να την κάνω να ακουστεί.

«Περίμενέ με!» της είπα και πήγα πρώτα στο γραφείο να πάρω ένα USB καλώδιο και μετά στην κουζίνα για να πάρω τρία παγάκια από την κατάψυξη. Γύρισα στο σαλόνι και με το καλώδιο της έδεσα τα χέρια της πίσω από την πλάτη, και την έβαλα να γονατίσει στο πάτωμα με τα πόδια ανοιχτά.

«Και τώρα το κυρίως πιάτο!» της είπα, και ακούμπησα το παγάκι πάνω στη ρόγα του αριστερού της στήθους κάνοντάς την να τιναχτεί. Το τράβηξα αμέσως και έσκυψα πάνω της. «Αν δεις ότι δεν αντέχεις κάνε μου δυο φορές το κεφάλι πίσω, σα να διαφωνείς. «Αν θέλεις να συνεχίσουμε κούνα το κεφάλι σου καταφατικά. Αν θες να σταματήσουμε κούνα το κεφάλι σου πέρα-δώθε αρνητικά.»

Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

Let the games begin.



65. Εισαγωγή στη Θεωρία Μέτρου

«Μαναράκι,» ξεκίνησα να της λέω τρίβοντάς της το παγάκι πάνω στη δεξιά ρόγα, «σήμερα θα κάνουμε ιστορία των μαθηματικών.»

«Μ-χμχμχμ» μου έκανε βάζοντας τα γέλια φιμωμένη.

«Αλλά πριν ξεκινήσουμε είναι σημαντικό να καταλάβεις κάτι,» της είπα αλλάζοντας ρόγα με το παγάκι, και κάνοντάς τη να τιναχτεί. «Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι καλωδιωμένος να κάνει άμεσες εκτιμήσεις κινδύνου, δεν έχει intuitive κατανόηση της τυχαιότητας και των νόμων που τη διέπουν.»

«Μχμ» μου έκανε και τις ξέφυγε ένα βογγητό καθώς της τσίμπησα την παγωμένη ρόγα. Πίεσα επίτηδες πιο δυνατά μέχρι που έκανε το κεφάλι της δύο φορές πάνω, επιβεβαιώνοντας ότι είχε καταλάβει τους κανόνες του παιχνιδιού.

«Πάρε για παράδειγμα το πρόβλημα του Monty Hall,» συνέχισα να της λέω, τρίβοντας και τις δύο της ρόγες με τα παγάκια, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει τελείως. «Επιλέγεις μία από τις τρεις πόρτες γνωρίζοντας ότι κάποια από αυτές έχει το έπαθλο. Ο παρουσιαστής σου ανοίγει μια από τις δύο που δεν επέλεξες και σε ρωτάει, θέλεις να αλλάξεις επιλογή;»

Έλυσα το φίμωτρο για να μπορέσει να μιλήσει. «Τι κάνεις σ’ αυτή την περίπτωση;»

Κατέβασα το παγάκι ανάμεσα στα πόδια της κάνοντάς τη να τιναχτεί και πάλι. Δεν κούνησε το κεφάλι της και άρχισα να την τρίβω στα χαμηλά της με το παγάκι.

«Αλλάζεις!» μου είπε ξεψυχισμένα.

«Γιατί;» τη ρώτησα σπρώχνοντας το παγάκι ελαφρά μέσα της.

«Γιατί… γιατί αλλάζει ο χώρος!» μου είπε. «Πριν είχες 33% πιθανότητα να κερδίσεις… αααααχ… τώρα… ααααχ… αν… αν αλλάξεις…. Έχεις… αααχ έχεις 66% ααααχ αααχ»

“Clever girl” της είπα γεμάτος περηφάνεια. «Μάθημα πρώτο, χώρος και πιθανότητες πάνε χέρι-χέρι!»

Τράβηξα το παγάκι από μέσα της και την έβαλα με τον κορμό στον καναπέ. «Δεύτερη ερώτηση,» της είπα, τρίβοντας το σχεδόν λιωμένο παγάκι στην είσοδο του επικά επικού της έπους. «Έχεις εκατό επιβάτες σε ένα αεροπλάνο. Ο πρώτος επιλέγει μια θέση στην τύχη και κάθεται.»

«Ναι… Ναι…» μου είπε καθώς είχα αφήσει το παγάκι και είχα περάσει τα χέρι μου από κάτω της και άρχισα να παίζω με την προεδρίνα.

«Σ’ αρέσει μωρό μου;»

«Πολύ…» μου απάντησε και πάλι ξεψυχισμένα. «Πολύ!»

«Από εκεί και πέρα κάθε επιβάτης κάθεται στη θέση του, εκτός και αν τη βρει κατειλημμένη, οπότε σε αυτή την περίπτωση επιλέγει μία στην τύχη και κάθεται εκεί.»

Σταμάτησα να την παίζω για μερικά δευτερόλεπτα, και αφήνοντάς τη δεμένη και γερμένη πάνω στον καναπέ, πήγα στην κατάψυξη και έβγαλα τρία ακόμα παγάκια, αλλά αυτή τη φορά το ένα το έχωσα κάτω από τη βρύση, στρογγυλεύοντας τη μια του πλευρά.

Γύρισα στο σαλόνι και πήρα το… επεξεργασμένο παγάκι, και το ακούμπησα πίσω της και άρχισα να το πιέζω ελαφρά προς τα μέσα, κάνοντάς της να ξεφύγει ένα ξαφνιασμένο μουγκρητό. Δε μου είπε να σταματήσω, οπότε άρχισα και πάλι να σπρώχνω ελαφρά.

«Ποια είναι η πιθανότητα ο εκατοστός επιβάτης να κάτσει στη θέση που αναγράφει το εισιτήριό του;» Σταμάτησα να την τρίβω και πιάνοντάς τη προσεκτικά από τα μαλλιά την τράβηξα προς τα πίσω αναγκάζοντάς τη να σηκωθεί από τον καναπέ. «Αν απαντήσεις σωστά συνεχίζεται το μάθημα,» της ψιθύρισα. Χούφτωσα και τους δυο κορίτσαρους και τσίμπησα απαλά τις ρόγες της. «Αν απαντήσεις λάθος… φέρνω γράσο και τα λέτε κατ’ ιδίαν με τον πρόεδρο.»

Της ξέφυγε ένα γελάκι.

«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΛΑΘΟΣ!» της είπα χαχανίζοντας με τη σειρά μου.

“Party pooper!” μου έκανε. «Ένα δεύτερο, είναι η απάντηση. Στο τέλος της ημέρας για τον τελευταίο επιβάτη υπάρχει μία ελεύθερη θέση, και τα ενδεχόμενα είναι ακριβώς δύο: Να είναι η σωστή θέση ή να είναι λάθος.»

«Και γιατί;» τη ρώτησα. «Γιατί τα δύο ενδεχόμενα είναι ισοπίθανα;»

«Γιατί μετά την πρώτη τυχαία επιλογή αλλάζει αυτό που μετράς,» μου είπε. «Ο πρώτος έχει μία στις εκατό να κάτσει στη θέση του, αλλά οι υπόλοιποι δεν διαλέγουν θέση στην τύχη. Πηγαίνουν στη δική τους.»

«Συνέχισε,» την ενθάρρυνα.

«Αν τη βρουν ελεύθερη, κάθονται και τελείωσε. Αν τη βρουν πιασμένη, τότε έχουμε πάλι μία τυχαία επιλογή. Αλλά οι ενδιάμεσες θέσεις δεν αλλάζουν ουσιαστικά τίποτα· απλώς μεταφέρουν το ίδιο πρόβλημα στον επόμενο επιβάτη.»

«Και πού τελειώνει η αλυσίδα;»

«Όταν κάποιος διαλέξει είτε τη θέση του πρώτου είτε τη θέση του εκατοστού. Αυτές είναι οι μόνες δύο θέσεις που λύνουν το πρόβλημα. Αν διαλέξει του πρώτου, η θέση του εκατοστού μένει ελεύθερη. Αν όχι… όχι!»

«Ναι, μάλλον δεν είσαι το κατάλληλο παράδειγμα,» της είπα και της έχωσα μια δυνατούτσικη στο αριστερό επικά επικό της έπος.

«ΣΥΓΝΩΜΗ ΚΙΟΛΑΣ!» μου είπε με προσποιητή αγανάκτηση, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Το θέμα είναι, μαναράκι, ότι η θεωρία πιθανοτήτων αρχικά αναπτύχθηκε για να απαντήσει σε ερωτήσεις που έκαναν οι τζογαδόροι!»

Την έβαλα να γείρει και πάλι στον καναπέ και περνώντας το χέρι μου από κάτω της άρχισα και πάλι να την παίζω.

«Και ξέρεις ποια ήταν η μεγαλύτερη συμβολή στη θεωρία πιθανοτήτων, μαναράκι; Μπορείς να φανταστείς;»

«Αααχ… όχι… όχι…»

«Ήταν από ένα Γάλλο μαθηματικό, τον Henri Lebesgue, που αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν αντί να υπολογίζουμε το εμβαδό κάτω από μια καμπύλη χωρίζοντάς την σε κάθετα παραλληλόγραμμα, όπως κάνανε οι μαθηματικοί από Εύδοξο και δώθε, το κάναμε χωρίζοντάς τη σε οριζόντια…»

«Αααχ… αααχ…»

«Και από το ολοκλήρωμα Lebesgue, μαναράκι, αναπτύχθηκε η θεωρία μέτρου που επέτρεψε τη σύγχρονη αυστηρή αξιωματική θεμελίωση της θεωρίας πιθανοτήτων.»

«ΑΑΑΑΧ ΑΑΑΑΧ» έκανε και το κορμάκι της άρχισε να τρέμει.

«Αλλά για τον Andrey Kolmogorov, μαναράκι» της έκανα και στο… “Κολ” της έριξα ακόμα μια στο αριστερό επικά επικό της έπος, «θα τα πούμε άλλη φορά.»

«ΜΜΜ ΑΑΑΑΧ ΑΑΑΑΧ»

«Ναι μαναράκι μου… η θεωρία μέτρου είναι καύλα ατελείωτη!» της είπα και άρχισα να την παίζω πιο εντατικά και δυο λεπτά αργότερα ξεκίνησε και η Μιχαλιάδα, και αυτή τη φορά, αντί αραβικού στόλου που έπαθε Βυζάντιο, πάθαμε Westeros meets the White Walkers…

…και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Την άφησα να βρει τις ανάσες της και βάζοντάς τη να γονατίσει και πάλι, της έλυσα τα μάτια αλλά όχι τα χέρια πίσω από την πλάτη.

«Ο Βρασίδας, μαναράκι, είναι γενναιόδωρος,» ξεκίνησα να της λέω, «οπότε μην κοιτάς που έχασες, δε θα σε αφήσω έτσι!»

Η Μελίτη προσπάθησε να κρατηθεί σοβαρή. «Από την καλή σας την καρδιά, το δίχως άλλο!»

«Ε, πώς μαναράκι, έτσι να σε αφήσω, επειδή αποδείχτηκα πιο ατσίδας στο πόκερ; Ένας είναι ο Βρασίδας.»

«Ο αλτρουισμός σας είναι συγκινητικός κύριε Βρασίδα,» μου είπε και ταυτόχρονα της ξέφυγε ένα ροχαλητό. «Είστε μια σύγχρονη Ιφιγένεια με μούσια και τσουτσού!»

«Ακριβώς μαναράκι! Θα θυσιαστώ για να... φυσήξεις!» της απάντησα ξεδιάντροπα, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΝΟΥΜΕΡΟ!»

«Νομίζω ότι εδώ δεν ταιριάζει Medici.tv,» της είπα, «αλλά μη φοβάσαι, έχουσιν γνώση οι φύλακες!» συνέχισα και πήγα στο δωμάτιο και έκλεισα την καρτέλα του Medici.tv και άνοιξα το YouTube.

«Ο Χριστός και ο Παναγίας!» μου είπε όταν επέστρεψα. «Τι είναι αυτό ρε νούμερο;» με ρώτησε προσπαθώντας—ανεπιτυχώς—να συγκρατήσει τα γέλια της.

«Θαλασσογραφία, Μαναράκι! Φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αγέρι!» της είπα κλείνοντάς της πονηρά το μάτι. “It’s mind… blowing!”

Επί του πρακτέου ωστόσο αποδείχτηκε ότι για τη Μελίτη δεν ήταν ακριβώς έτσι. Μπορεί να ήταν δική της φαντασίωση αυτό που κάναμε αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι… δεν. Ούσα αυτή που είναι, στη συγκεκριμένη πράξη—και όχι μόνο—ήθελε εκείνη να έχει τον έλεγχο, και αν το είχε το ευχαριστιόταν και η ίδια, παρόλο που στα χαρτιά η πράξη είναι παθητική. Το κατάλαβα γρήγορα και έτσι το mouthfuck σταμάτησε απότομα.

«Μιχάλη γιατί…» πήγε να με ρωτήσει όταν τραβήχτηκα αλλά διάβασε το βλέμμα μου και χαμήλωσε το δικό της. «Συγνώμη!» μου μουρμούρισε.

«Είσαι χαζούλα!» της είπα τρυφερά. «Ό,τι κάνουμε θέλω να αρέσει και στους δύο.»

«Θες… θες να δοκιμάσουμε κάτι άλλο;» με ρώτησε διστακτικά.

«Αμέ!» της απάντησα χωρίς δισταγμό.

«Σειρά μου να σε δέσω!» μου είπε χαρούμενη, και μου έδεσε τα χέρια με το καλώδιο αλλά μου τα έδεσε μπροστά. Στη συνέχεια μου έδεσε και τα μάτια.

Ένιωσα το ένα της χέρι να αγκαλιάζει τον πρόεδρο ενώ με το άλλο χούφτωσε απαλά το… δίδυμο της καταστροφής, ακριβώς από κάτω του. Άρχισε να με παίζει κάνοντας αργές κυκλικές κινήσεις με το χέρι της και λίγες στιγμές αργότερα ένιωσα τα χείλη της να αγκαλιάζουν το κάτω κεφάλι, και μου ξέφυγε ένας ηδονικός στεναγμός.

Το ταυτόχρονο παιχνίδι με το στόμα και τα χέρια της με ξετρέλανε, αλλά ο ρυθμός της παρέμεινε αργός, σχεδόν βασανιστικός, αλλά πάνω που νόμιζα ότι θα πάθω αυτανάφλεξη σταμάτησε. Μου σήκωσε τα χέρια και κάθισε πάνω μου και ο πρόεδρος συνάντησε ξανά την προεδρίνα.

«Είναι η τελευταία μέρα που μπορούμε να το κάνουμε με ασφάλεια χωρίς προφυλακτικό,» μου ψιθύρισε. «Δε θα με αγγίξεις!» συνέχισε και μου σήκωσε τα δεμένα χέρια και τα πέρασε πίσω από το κεφάλι μου.

Άρχισε να κουνιέται και ήταν τόσο απίστευτη η αίσθηση μέσα της που νόμιζα ότι ο πρόεδρος θα εκραγεί. Nope! Συνέχισε με αυτό τον αργό υπνωτικό ρυθμό μέχρι που έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου.

«Αφέσου!» μου είπε και άρχισε να επιταχύνει. «Αφέσου μωρό μου!»

Πριν μερικές μέρες είχα νιώσει τον οργασμό της ζωής μου, νόμιζα ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να τον ξεπεράσει, ήταν σχεδόν σα να είχα δύο απανωτούς οργασμούς.

Ναι, ο αποψινός ήταν ακόμα πιο έντονος, κόντεψε να σπάσει το κεφάλι του ο πρώην μαλάκας από το headbanging.

Σηκώθηκε από πάνω μου και μου έλυσε τα μάτια. «Δώσε μου πέντε λεπτά πριν έρθεις στο ντουζ!» μου είπε και έφυγε σφαίρα, ούτε τα εσώρουχά της δε μάζεψε.

Χαμογελώντας τα μάζεψα εγώ από το μπαλκόνι μαζί με τα ρούχα της, μάζεψα και τα δικά μου, και περίμενα υπομονετικά στο σαλόνι μέχρι να περάσει το πεντάλεπτο που μου ζήτησε. Όταν πέρασε πήγα και χτύπησα την πόρτα του μπάνιου.

«Να μπω;»

«Ναι μωρό μου, μπες!»

Έχοντας διαβάσει τις ταμπέλες—ναι, ξέρω να τις διαβάζω—είχα βεβαιωθεί ότι μπορώ να πλύνω τα εσώρουχά της και τη μπλούζα της με τα δικά μου, οπότε με το που μπήκα μέσα, και πριν πάω στο μπάνιο, τα έχωσα χωρίς πολλά-πολλά στο πλυντήριο.

«Μελίτη, έβαλα τα εσώρουχά σου και τη μπλούζα για πλύσιμο,» της είπα. «Μη φοβάσαι, δε θα στα χαλάσω, ξέρω να διαβάζω τις ταμπέλες!»

Τράβηξε την κουρτίνα χαχανίζοντας. “Of course you do…”

Το πλυντήριο ήταν σχεδόν γεμάτο, οπότε επέλεξα το πρόγραμμα και το ξεκίνησα και μετά μπήκα κι εγώ στη μπανιέρα. «Να υπενθυμίσω στην Αυτού Μεγαλειότητα ότι εγώ δεν είμαι hell spawn σαν την Αφεντιά της!»

Χαχάνισε και πάλι. «Κοτάρα!»

«Ακριβώς επειδή ΔΕΝ είμαι κοτάρα, θα προτιμούσα να μην καταλήξω βραστός, αν δε σε πειράζει!»

«Δροσερό είναι!» μου είπε. «Ορίστε,» έκανε και άνοιξε τη βρύση.

Ναι, δροσερό θα μπορούσες να το πεις αν ήσουν οργανισμός που ζούσε σε θερμοπηγές, για τους υπόλοιπους not so much. Με λίγη γκρίνια από εδώ, λίγη γκρίνια από εκεί συμβιβαστήκαμε σε θερμοκρασία που η Μελίτη ισχυριζόταν ότι θα έκανε πολική αρκούδα να τουρτουρίζει.

«Θέλω να ξέρεις ότι το μπάνιο μαζί σου είναι συγκλονιστική εμπειρία!» της είπα χαχανίζοντας και ξεκίνησα το δεύτερο γύρο περιποίησης, λούζοντάς την και πλένοντάς τη με το σφουγγάρι.

«Μωρό μου αν συνεχίσεις να τα τρίβεις κι άλλο, θα αρχίσουν να γυαλίζουν!» εννοώντας ότι τάχα μου αφιέρωσα στους κορίτσαρους περισσότερο χρόνο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν.

«Συμμετρικά είναι!» της δήλωσα και πάλι.

«Εγώ επιτρέπεται να έχω προσωπική γνώμη ή μπα;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Μπα!» της απάντησα, και προς εμπέδωση της έριξα μια βρεγμένη στο δεξί επικά επικό της έπος.

«Ρε νούμερο θα κάτσεις φρόνιμος;»

«Μπα!» της απάντησα και πάλι, και αυτή τη φορά—και πάντα στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης—της έχωσα μία και στο αριστερό.

Ακουστικά, οφείλω να ομολογήσω ότι το βρεγμένο πλατς είναι πολύ πιο απολαυστικό! Αυτό αν το ρίχνεις, αν το τρως… έχει σαφώς λιγότερη πλάκα. Σειρά είχαν τα επικώς επικά της έπη… και… ναι, εκεί μπορείς να πεις ότι έφαγα και λίγο χρόνο παραπάνω.

«Νομίζω ότι μου βάζεις δάχτυλο!» με κατηγόρησε.

«Κάνω ενδελεχή εσωτερικό καθαρισμό!» της απάντησα. «Επική φροντίδα, αντάξια του έπους!»

Ping! Well worth it 😊

Ξεπλυθήκαμε και αφού σκουπιστήκαμε καλά-καλά, επιστρέψαμε και οι δύο τσίτσιδοι στο δωμάτιο για να ντυθούμε. Προς μεγάλη μου χαρά η Μελίτη φόρεσε μόνο κάτω εσώρουχο, αφήνοντας τους κορίτσαρους ελεύθερους να απολαύσουν το νυχτερινό δροσερό αεράκι του κλιματιστικού, και με το που ξαπλώσαμε στο κρεββάτι χταποδιάστηκε σφιχτά πάνω μου.

«Μιχάλη;» μου είπε διστακτικά. «Σχετικά με πριν…»

«Καρδούλα μου, δε χρειάζονται εξηγήσεις. Δε σου αρέσει, τέλος!» της απάντησα.

«Θέλω να σου εξηγήσω όμως το γιατί!» επέμεινε.

«Εντάξει,» της απάντησα υποχωρώντας.

«Είχα… είχα τέτοιες φαντασιώσεις,» ξεκίνησε να μου λέει διστακτικά. «Δεν ξέρω πως προέκυψαν… και σίγουρα δεν ταιριάζουν με τον χαρακτήρα μου.»

«Οι φαντασιώσεις είναι φαντασιώσεις μωρό μου,» της είπα. “Don’t read too much in this.”

«Το θέμα είναι ότι σε αντίθεση με τη φαντασίωση… δε μ’ αρέσει να γίνομαι αντικείμενο προς χρήση,» μου είπε διστακτικά.

«Όταν… όταν σε παίρνω στο στόμα μου και μου δίνεις ρυθμό είτε πιάνοντάς με από τα μαλλιά είτε σπρώχνοντας το κεφάλι μου… δεν… δεν το βλέπω σα χρήση. Σου δίνομαι… και μ’ αρέσει να σου δίνομαι.»

«Οκ, νομίζω ότι το κατάλαβα,» της είπα χαμογελώντας.

«Είναι… είναι λίγο περίεργο το συναίσθημα,» ξεκίνησε να μου λέει πάλι. «Εννοώ όταν σου κάνω στοματικό ή το κάνουμε από… πίσω-πίσω.» Σταμάτησε και χαμογέλασε ντροπαλά. «Ευχάριστο… αλλά…» προσπάθησε να συνεχίσει και δίστασε για μερικές στιγμές. «Πώς να το πω… πικάντικο.»

Με τα ακροδάχτυλά της άρχισε και πάλι να διαγράφει απαλούς κύκλους στο στέρνο μου, όπως έκανε πάντα σε αυτή τη θέση, όταν προσπαθούσε να βρει τις λέξεις. Δεν μίλησα, την άφησα να ολοκληρώσει.

«Είμαι άνθρωπος που έχω ανάγκη τον έλεγχο σε ό,τι με αφορά,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Δεν είναι απλά ότι με βολεύει, το έχω ανάγκη, Μιχάλη, δε μπορώ να λειτουργήσω αλλιώς.»

“Ok…” της απάντησα με φωνή και ύφος που έλεγε “συνέχισε.”

«Αλλά πού και πού… έχω κι εγώ την ανάγκη να μπορώ να αφεθώ… να προσφέρω… να δώσω…»

Με κοίταξε στα μάτια. «Μ’ αρέσει να σου δίνομαι. Μ’ αρέσει γιατί… γιατί μαζί σου νιώθω ασφαλής να αφεθώ, έστω και στο βαθμό που μπορώ να αφήσω τον εαυτό μου να αφεθεί.»

“You da boss!” της είπα χαϊδεύοντάς την τρυφερά. «Είσαι bossy, είσαι κτητική, είσαι δυναμική… είσαι όλα όσα ψάχνω σε μια κοπέλα.»

Χαμογέλασα.

«Ε, και αν έχεις ανάγκη που και που να τρως κι εσύ καμιά ξυλιά στο επικό σου έπος, ψωμί και αλάτι!»

Η Μελίτη έβαλε τα γέλια. «Ιφιγένεια μου εσύ!»

«Βρασίδας, μαναράκι! Κάνει τα πάντα και συμφέρει!»

Με φίλησε στο στέρνο και κουλουριάστηκε ακόμα πιο σφιχτά πάνω μου. «Πολύ-πολύ-πολύ ιχλίμιντριχ;» με ρώτησε.

«Πολύ-πολύ-πολύ, μωρό μου» τη διαβεβαίωσα, σφίγγοντάς την κι εγώ με τη σειρά μου.

Καθίσαμε έτσι για αρκετή ώρα χωρίς να μιλάμε, μέχρι που την Μελίτη την πήρε ο ύπνος. Αν και νύσταζα, ο ύπνος δεν μου έκανε τη χάρη να έρθει. Αναστέναξα, πρώτη φορά μου ξανασυνέβαινε. Έκλεισα τα μάτια μου και επικεντρώθηκα στις ρυθμικές ανάσες της ωραίας Κοιμωμένης δίπλα μου. Ποιος καλός Θεός την είχε ρίξει στο δρόμο μου;

Βαθιά αντιφατική αλλά όχι ασυνεπής. Βαθιά ρομαντική και ταυτόχρονα πραγματίστρια. Κλειστή σα στρείδι και ταυτόχρονα ανοιχτή σαν απέραντος ουρανός. Απαιτητική και bossy και ταυτόχρονα τρυφερή και δοτική.

Μπορεί να είχα το “Gypsy” ως ringtone αλλά θαρρείς πως ο Bowie είχε γράψει το “Cat People” ειδικά για εκείνη.



66. I knew it!!!!!

Το πρωί ξύπνησα—ομολογώ με κάποια δυσκολία—γύρω στις οκτώ. Ξεκουλουριάστικα από τη Μελίτη που με είχε γραπώσει λες και θα της έφευγα, να πούμε, και αφού τελείωσα την πρωινή μου ρουτίνα πήγα στην κουζίνα και μας έφτιαξα καφεδάκια. Τα άφησα στο μπαλκόνι και γύρισα να ξυπνήσω την ωραία κοιμωμένη.

Τη φίλησα απαλά στο στόμα και τη χάιδεψα στο πρόσωπο. Άνοιξε τα μάτια της και μου χαμογέλασε νυσταγμένα.

«Καλημέρα μωρουλίνι μου!» μου είπε.

«Καλημέρα κοριτσάρα μου!» της απάντησα. «Μας έχω φτιάξει καφεδάκια, είναι στο μπαλκόνι!»

«Σε πέντε λεπτάκια θα είμαι εκεί!» με διαβεβαίωσε, και γύρισα στο μπαλκόνι για να την περιμένω.

Βγήκα στο μπαλκόνι και μέχρι να έρθει έστειλα την καλημέρα μου στην Ολομέλεια, για να υπενθυμίσω και στον Στέλιο ότι στις 17:00 τον περίμενα στο γραφείο.

Michael: Καλημέρα πισωγλέντηδες. @Stelios, μιας και είπα για πισωγλέντηδες, μαλάκα μην ξεχαστείς! Στις 17:00 σε περιμένω στο γραφείο!
Stelios: Καλημέρα καλαθομούνες. @Michael Νταούλια μου τα έχεις κάνει, είπαμε θα έρθω!
Michael: @Stelios Τι νταούλια ρε μαλάκα; Μια φορά στο έχω πει και σήμερα στο υπενθύμισα!
Stelios: @Michael! Ε, νταούλια!
Vicky: Καλημέρα αργοτσούτσουνοι! @Michael τι ώρα θα ξεμπλέξετε για να ξέρω;
Michael: Λογικά μέχρι τις έξι θα έχουμε τελειώσει.
Jo: Καλημέρα βλαχομούνες! @Michael ποιος θα τελειώσει;
Stelios: O @Michael στα μούτρα μας!
Jo: Kinky! Μ’ αρέσετε!
Alexia: Καλημέρα πεοτσολιάδες! @Jo Who’s your mommy?
Jo: AAAAAAAAAAX
Michael: %##&#&*##&#% Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η Μελίτη στο μπαλκόνι. Κάθισε στο τραπέζι και ήπιε μια γερή γουλιά από τον καφέ της.

«Μπήκα στην ομαδική να υπενθυμίσω στο Στέλιο ότι πέντε η ώρα πρέπει να είναι στο γραφείο.»

«Καλά έκανες μωρό μου, κάτσε να πω κι εγώ την καλημέρα μου!» μου είπε, και λίγη ώρα μετά εμφανίστηκε και στο chat.

Melite: Καλημέρα χυσομέρηδες. @Stelios σου απαγορεύω ρητώς και κατηγορηματικώς να τελειώσει ο @Michael στη μάπα σου, άντε ΜΓΜΣ! Μόνο σε μία μάπα επιτρέπεται να το κάνει και αυτή ΔΕΝ είναι η δική σου! I have spoken!
Stelios: Καλά ντε, μη μας δείρεις κιόλας!
Melite: Γι’ αυτό κοίτα να είσαι φρόνιμος!
Stelios: Εγώ μωρή μουρλέγκω ή ο @Michael.
Melite: Ο @Michael έχει το φόβο του Θεού! Ξέρει τι επιτρέπεται και τι όχι!
Stelios: Καλά, σου υπόσχομαι ότι αν αρχίσει να πιτσιλάει θα μείνω στη θέση μου!
Jo: XAXAXAXAXAXAXAXA
Alexia: XAXAXAXAXAXAXAXA
Melite: ATTABOY!
Vicky: ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
Michael: Τελείωσε το ντοκιμαντέρ; @Stelios ΡΕΜΑΛΙ! ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΡΕΜΑΛΙ!
Stelios: ΕΙΠΑΜΕ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΤΑΧΤΩ!!!!
Melite: XAXAXAXAXAXAXAXAXA
Michael: (@)(#@*)(#@$)(#@ 17:00 και αποχωρώ εις ένδειξη διαμαρτυρίας.

«Βρε ξετσίπωτο πλάσμα,» της είπα χαχανίζοντας, «δεν ντρέπεσαι καθόλου;»

«Καθόλου, η παραγωγή σου είναι αυστηρά ιδιωτική!» μου απάντησε χαμογελώντας σαν σε διαφημιστικό οδοντόκρεμας.

«Ναι, λες και δεν το ξέρανε…» της είπα συνεχίζοντας να χαμογελάω.

«Η επανάληψη είναι η μαμά της μάθησης, που λέει και ένας γνωστός από το χωριό!»

«Και τι χωριό, ε;» της απάντησα αυτάρεσκα.

«Άσχετο,» είπε η Μελίτη αλλάζοντας θέμα. «Ο Στέλιος ξέρει που είναι το γραφείο σου;»

«Ναι, έχει έρθει δυο-τρεις φορές αλλά επειδή δεν τον λες ακριβώς και ανθρώπινο GPS,» της είπα κάνοντάς τη να χαχανίσει. «Καλό θα ήταν να δώσετε ραντεβού στην καφετέρια.»

«Η Βίκυ;» με ρώτησε.

«Φαντάζομαι ότι θα έρθει να μας βρει μετά, αφού σχολάσει.»

«Και πώς θα έρθει ο Στέλιος;» επέμεινε.

«Τι πώς θα έρθει βρε; Και αυτός στη σχολή θα είναι!»

«DUH! ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟO‼‼‼» μου έκανε ακολουθούμενο από facepalm.

Ήπιαμε τα καφεδάκια μας και πήγα μέσα να ντυθώ για να με πάει η Μελίτη στο γραφείο. Η ίδια είχε κανονίσει με Χαριτίνη και Jules αμέσως μετά να πάνε και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά θα πήγαιναν για καφεδάκι στο Θησείο, ωστόσο με διαβεβαίωσε ότι στις πέντε ακριβώς θα ήταν στο γραφείο μου.

Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι θα τράκαρε και πάλι στον Πολυζωγόπουλο, και μπορεί στο τέλος της ημέρας η μύτη μου να έπαιρνε φωτιά, αλλά άξιζε το ξύλο που θα έτρωγε!

Όταν φτάσαμε κατέβηκα μόνο εγώ από τη μηχανή, και της έδωσα ένα φιλάκι, και πήγα στην καφετέρια να πάρω ένα κρύο τσάι. Ανέβηκα στο γραφείο μου, έστησα το laptop αλλά πριν ξεκινήσω πέρασα μια από το γραφείο του Δημήτρη.

«Καλημέρα!» του είπα χτυπώντας την ανοιχτή πόρτα.

«Καλώς τον!» μου είπε. «Πέρνα μέσα, θέλω να σου δείξω κάτι στα γρήγορα, θα χρειαστώ και πάλι τα μαθηματικά σου.»

Το “κάτι στα γρήγορα,” κατέληξε σε δυόμιση ώρες μαθηματικής ακροβασίας στον μαυροπίνακα—και αυτό δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου, τις επόμενες εβδομάδες θα μας πήγαινε αίμα, κι εγώ είχα και την δική μου διατριβή.

Από την άλλη, πάλι, το όνομά μου θα έμπαινε τέταρτο στο paper του Δημήτρη και του Bales (IBK, σχολή δομικών μηχανικών του ETH), αλλά Δημήτρης και Bales (και ο βοηθός του) θα έκαναν όλη τη χαμαλοδουλειά, οπότε ούτε του παπά!

Και εκεί μου ήρθε μια καταπληκτική ιδέα: Αφιέρωση στο paper που κατά τα φαινόμενα θα πήγαινε προς δημοσίευση στο Acta Mathematica—that is αν δεν ανακαλύπταμε κανένα δράκο, που σε αυτή την περίπτωση το Acta θα ήταν το τελευταίο που θα με απασχολούσε.

Θα μου πεις αν υπήρχε δράκος δεν θα τον είχε βρει ο Lorinchenkov ή—αν όχι εκείνος—κάποιος από τους Καρατζά, Nualart και Touzi; Αλλά και πάλι μπορεί να μην το είχαν εξετάσει και σε βάθος, απλά να είχαν δει ένα αποτέλεσμα που τους ενθουσίασε και να φόρτωσαν σε κάποιο διδακτορικό την αγγαρεία της επαλήθευσης.

Τέλος πάντων, για να επανέλθω στην ιδέα μου, αν όλα πήγαιναν καλά το paper μου θα είχε αφιέρωση. Στο Γρηγόρη Μακρόπουλο και τον Κυριάκο Θεοδωρακάκη, τους Δασκάλους (με κεφαλαίο Δ) στο γυμνάσιο και στο λύκειο, και στην οικογένειά μου. Δυστυχώς ο κύριος Θεοδωρακάκης δεν ήταν πια μαζί μας, αλλά ο κύριος Μακρόπουλος ήταν.

Έπεσα με τα μούτρα στη διατριβή μου, και μέχρι σχεδόν τις πέντε, οι μόνες στιγμές που σηκώθηκα από την καρέκλα μου ήταν για να πάω για κανένα κατούρημα, και δύο φορές που πήγα στην καφετέρια για να ξεμουδιάσουν και λίγο τα πόδια μου. Και λίγο πριν τις πέντε ήρθε και ο Δημήτρης στο γραφείο μου.

«Καλώς τον,» του είπα. «Η υπόλοιπη… εξεταστική επιτροπή θα έρθει σε λίγο,» του είπα κάνοντάς τον να χαμογελάσει.

«Θα είναι και άλλοι εκτός από τον φίλο σου το ναυπηγό;» με ρώτησε.

«Εκδήλωσε ενδιαφέρον και η νέα αγαπημένη σου φοιτήτρια!» του είπα, και αυτή τη φορά γέλασε.

«Δική μου αγαπημένη ή δική σου;»

«Και των δυο!» του απάντησα. «Με διαφορετικό τρόπο!»

Και εκείνη τη στιγμή έσκασαν μούρη ο Στέλιος και η Μελίτη, και η τελευταία, αναμενόμενο, στούκαρε και πάλι. Στα θετικά ήταν ότι οι… κορίτσαροι δεν ήταν εκτεθειμένοι φόρα παρτίδα… και μπορεί το φανελάκι που φορούσε να μην ήταν λεπτό αλλά οι καμπύλες δεν κρύβονται!

«Γεια σας!» είπε ο Στέλιος χαμογελαστός.

«Γεια… σας κύριε Πολυζωγόπουλε!» είπε η Μελίτη, ρίχνοντάς μου ένα δολοφονικό βλέμμα όταν συνειδητοποίησε από το χαμόγελό μου ότι ήξερα από πριν ότι ο Δημήτρης θα είναι παρών.

«Καλώς τους!» είπε ο Δημήτρης.

«Λοιπόν αγαπητοί,» ξεκίνησα όταν όλοι βολεύτηκαν. «Μαζευτήκαμε την σήμερον για να σας παρουσιάσω το λήμμα πάνω στο οποίο βασίζεται η διδακτορική μου διατριβή.» Χαμόγελα. «Your mission, should you accept it, είναι να με ξεπουπουλιάσετε, γιατί αν υπάρχει κάποιος δράκος είναι καλύτερα να εμφανιστεί τώρα παρά αργότερα.»

Άρχισα να γράφω στο μαυροπίνακα: Έστω το στοχαστικό πεδίο παραμόρφωσης του συνεχούς συστήματος, το οποίο ικανοποιεί μια οικογένεια στοχαστικών μερικών διαφορικών εξισώσεων της μορφής

du(t) = [ A(ν) u(t) + F(u(t)) ] dt + G(u(t)) dξ(t)

με αρχική συνθήκη

u(0) = u0

όπου

u0 ∈ L2 (Ω;H) , E ∥ u0 ∥ H 2 < ∞

«Οι αρχικές συνθήκες δεν είναι αυθαίρετες,» τους εξήγησα. «Πρέπει να ανήκουν στην κλάση για την οποία το συνεχές πρόβλημα είναι καλά ορισμένο και έχει πεπερασμένη δεύτερη ροπή.»

Έδειξα τους δύο στοχαστικούς όρους της εξίσωσης. «Το ξ(t) είναι η στοχαστική διεργασία που οδηγεί την τυχαία συνιστώσα της παραμόρφωσης. Το ν περιγράφει τον πρόσθετο στοχαστικό θόρυβο στις ιδιότητες του υλικού και γι’ αυτό εμφανίζεται μέσα στον τελεστή A(ν) . Αν θέλετε να το δείτε σχηματικά,» είπα και έγραψα,

A(ν) = A0 + ΔA(ν)

«όπου A0 αντιστοιχεί στο ιδεατό υλικό και το ΔA(ν) στη μεταβολή που εισάγει η πραγματική στοχαστικότητα του υλικού,» συνέχισα και έγραψα:

Cov ( ξ(t) , ν ) = 0 , t ≥ 0

«Υπενθυμίζω στην ομήγυρη ότι μηδενική συνδιακύμανση δε σημαίνει ανεξαρτησία, σημαίνει ότι δεν υπάρχει γραμμική στατιστική σύζευξη μεταξύ των δύο πηγών τυχαιότητας.»

«Χμμμ…» έκανε ο Στέλιος.

«Δεν εννοώ ότι η φύση του υλικού δεν επηρεάζει την παραμόρφωση, το ν βρίσκεται ήδη μέσα στον A(ν) . Σημαίνει αυτό που είπα, ότι, δηλαδή, οι δύο στοχαστικές πηγές δεν έχουν γραμμική στατιστική σύζευξη.»

Χαμογέλασα. «Και μου κάνει και τη ζωή πιο εύκολη καθότι στην απόδειξη που ακολουθεί μηδενίζει τους αντίστοιχους μεικτούς όρους δεύτερης τάξης.»

Πήρα βαθιά ανάσα και συνέχισα: «Υπό αυτήν και τις υπόλοιπες υποθέσεις του μοντέλου, το πρώτο πράγμα που αποδεικνύω είναι ότι το συνεχές πρόβλημα είναι εκθετικά ευσταθές κατά μέση τετραγωνική τιμή. Δηλαδή υπάρχει λ τέτοιο ώστε:»

E ∥ u(t) ∥ H 2 ≤ C e −λt E ∥ u0 ∥ H 2 , C≥1 , t≥0

«Με άλλα λόγια, στο συνεχές πρόβλημα η δεύτερη ροπή της απόκρισης αποσβένεται εκθετικά. Αυτή είναι η ευστάθεια που θέλω στη συνέχεια να διατηρήσω όταν περάσω από το συνεχές στο διακριτό πρόβλημα. Η σταθερά C εξαρτάται από το υλικό αλλά όχι από το πάχος του πλέγματος. Για το ιδεατό, απολύτως ντετερμινιστικό υλικό θα είχαμε C=1 . Για πραγματικό υλικό, όπως θα δούμε και στην απόδειξη, υπάρχει δν > 0 , ανεξάρτητο του h , τέτοιο ώστε C ≥ 1 + δν .»

Έδειξα ξανά το C .

«Και αυτή η σταθερά έχει φυσική σημασία, εξαρτάται από τη στοχαστική μεταβλητότητα του υλικού και όχι από τη διακριτοποίηση. Για το ιδεατό, απολύτως ντετερμινιστικό υλικό έχουμε σν = 0 και C=1 . Για πραγματικό υλικό, με σν > 0 , υπάρχει δν > 0 τέτοιο ώστε C ≥ 1 + δν . Το σημαντικό είναι ότι το όριο είναι συνεχές: καθώς η στοχαστική μεταβλητότητα του υλικού τείνει στο μηδέν, έχουμε δν → 0 και συνεπώς C→1 , δηλαδή ανακτούμε ομαλά την ιδεατή ντετερμινιστική περίπτωση.»

Σταμάτησα και τους κοίταξα να καταλάβω αν υπάρχει καμιά απορία. «Καλά μέχρι εδώ;» Μου ένευσαν καταφατικά και οι τρεις. «Το δεύτερο βήμα είναι να εισάγω μια καινούργια οικογένεια πεπερασμένων στοιχείων,» συνέχισα και άρχισα και πάλι να γράφω στον πίνακα: Για κάθε χαρακτηριστικό μέγεθος πλέγματος h>0 , ορίζουμε τον πεπερασμένης διάστασης χώρο

V h Agr ⊂ H

και τον αντίστοιχο τελεστή προβολής

Ph : H → V h Agr

«Αυτά είναι τα στοιχεία που εισάγω στη διατριβή,» τους εξήγησα υπογραμμίζοντάς τα, και συνέχισα να γράφω.

Η ημιδιακριτή λύση uh (t) ικανοποιεί

d uh (t) = [ Ah (ν) uh (t) + Ph F ( uh (t) ) ] dt + Ph G ( uh (t) ) dξ(t)

με αρχική συνθήκη

uh (0) = Ph u0

«Και τώρα έρχεται το κρίσιμο σημείο,» τους είπα και σκούπισα με την ανάστροφη της παλάμης μου το μέτωπό μου. «Δεν αρκεί να αποδείξουμε ότι η διακριτοποίηση είναι ευσταθής για ένα συγκεκριμένο h . Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στην ευστάθεια όταν το πλέγμα γίνεται όλο και λεπτότερο. Για κάθε h , λοιπόν, δείχνουμε ότι υπάρχει ρυθμός απόσβεσης λh > 0 τέτοιος ώστε»

E ∥ uh (t) ∥ H 2 ≤ C e − λh t E ∥ Ph u0 ∥ H 2 , C≥1 , t≥0

«Του παραπάνω λεχθέντος,» συνέχισα γράφοντας ακριβώς από κάτω:

Η Μελίτη συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Δηλαδή;»

«Δηλαδή το κάθε πλέγμα μπορεί να έχει τον δικό του ρυθμό απόσβεσης,» της εξήγησα. «Δεν απαιτώ ο λh να είναι ακριβώς ο ίδιος για κάθε h . Απαιτώ όμως, όσο το h τείνει στο μηδέν, οι ρυθμοί απόσβεσης να μην καταρρέουν κι αυτοί στο μηδέν.»

Έγραψα στο πλάι την ισοδύναμη πρακτική διατύπωση:

∃ λ* > 0 , ∃ h0 > 0 τέτοια ώστε λh ≥ λ* ∀ 0 < h ≤ h0

«Άρα,» είπε η Μελίτη, «δεν αρκεί κάθε διακριτοποίηση ξεχωριστά να είναι ευσταθής. Πρέπει η ευστάθεια να μη χειροτερεύει μέχρι να εξαφανιστεί όσο λεπταίνεις το πλέγμα.»

«Ακριβώς!» της είπα. «Θέλω η εκθετική ευστάθεια του συνεχούς προβλήματος να επιβιώνει στη διακριτοποίηση καθώς h → 0 .»

Ο Στέλιος κοιτούσε τον πίνακα σκεφτικός. «Πέραν του ότι σου κάνει τη ζωή εύκολη, έχεις σκεφτεί τι σημαίνει Cov <> 0;»

«Το έχω σκεφτεί,» του απάντησα και συνέχισα: «Ωστόσο είναι κάτι που ξεφεύγει της παρούσης.»

«Γιατί;» επέμεινε.

«Γιατί είναι πολύ πιο φιλόδοξο από το scope της διδακτορικής μου διατριβής» του απάντησα και έκανα μια σύντομη παύση. «Ένα βήμα τη φορά.»

Ξαφνικά το πρόσωπο του Δημήτρη, που μέχρι τότε παρακολουθούσε χωρίς να μιλάει—άλλωστε τα βασικά τα γνώριζε—φωτίστηκε σαν την πλατεία του Συντάγματος την πρωτοχρονιά.

“I KNEW IT!!!!!” είπε θριαμβευτικά.

O Στέλιος κοίταξε τον Δημήτρη με το μυαλό του να δουλεύει στις χιλιάδες στροφές, και ξαφνικά μέσα του έγινε το 1+1

«Μην το πεις!» του είπα. “I don’t want to jinx it!”

«Εντάξει,» μου είπε χαμογελώντας. «Θα είναι το μυστικό μας!»

Ο Δημήτρης δεν είπε τίποτα, απλά συνέχισε να χαμογελάει σαν κρετίνος.

Με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή δεν ξέρω που βρήκα τη δύναμη και επέστρεψα την κουβέντα στην παρουσίαση. «Καλά όλα αυτά, αλλά έχουμε και μια απόδειξη μπροστά μας. Ή μάλλον δύο, πρώτα το συνεχές και μετά το ημιδιακριτό.»

Ξέσφιξα τη γραβάτα και άρχισα να γράφω στον πίνακα. Ο Στέλιος έκανε αυτό που του είχα ζητήσει, ξεψάχνιζε το κάθε βήμα σαν ορκωτός λογιστής του ΣΔΟΕ. Σε δύο τρία σημεία θεώρησε ότι χρειάζεται διαφορετική διατύπωση και το ακόμα καλύτερο ήταν ότι ένα βήμα το βρήκε περιττό.

«Αυτό δε χρειάζεται!» μου είπε και ήρθε και του έδωσα την κιμωλία και ανέλυσε το συλλογισμό του.

«Χμμμ…» είπα σουφρώνοντας τα χείλη μου. «Ένα δίκιο το έχεις… και δύο μη σου πω!»

«Ξέρετε τι;» είπε ο Δημήτρης. «Θα πρότεινα να κρατήσεις τη διατύπωση του Στέλιου αλλά να κρατήσεις κάπου και τη δική σου σε περίπτωση που κάποιος σου ζητήσει διευκρίνηση.»

«Μπορείς να το βάλεις σαν υποσημείωση,» είπε η Μελίτη, που πέρα από την αρχική της ερώτηση είχε μείνει σιωπηλή καθώς τα μαθηματικά ήταν σε βάθος που δε μπορούσε ακόμα να ακολουθήσει, εδώ και ο ίδιος ο Δημήτρης δυσκολευόταν.

Αχ ρε Στέλιο, τι θα έκανα χωρίς εσένα;

«Εξαιρετική ιδέα!» της είπα χαμογελώντας. «Αυτό θα κάνω!»

Στις έξι υπολογίζαμε ότι θα τελειώσουμε και τελικά τελειώσαμε στις επτά, με εμένα να έχω κάνει και πάλι ένα σκασμό σημειώσεις που θα περνούσα αργότερα στο Obsidian.

«Νομίζω ότι είναι εντάξει,» είπε ο Δημήτρης. «Να είναι καλά και ο Στέλιος που μπορεί να μεταφράσει τα μαθηματικά σου σε κοινούς θνητούς!» συμπλήρωσε, κάνοντας τον Στέλιο να κοκκινήσει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, πράγμα αξιοσημείωτο.

«Σας ευχαριστώ!» του είπε ντροπαλά.

Η Μελίτη ήξερε μέχρι τότε το Στέλιο σαν τον χαβαλετζή—δεύτερο μετά από εμένα—στόχο της Ολομέλειας, δεν είχε ιδέα τι μυαλό κρυβόταν πίσω από το μόνιμο smirk του.

Εκείνη τη μέρα κατάλαβε.



67. Τάξε μου!

Μιας και θα βγαίναμε αποφάσισα να αφήσω το laptop στο γραφείο· δεν υπήρχε λόγος να το κουβαλάω μαζί μου. Κατεβήκαμε και οι τρεις στην καφετέρια, και εκεί βρήκαμε να μας περιμένει η Βίκυ, η οποία έπινε φυσικό χυμό χαζεύοντας στο κινητό της.

«Άντε ρε παιδιά!» μας έκανε με θεατρική αγανάκτηση όταν μας είδε. «Αγραφιώτη εσύ τα φταις όλα!» με κατηγόρησε.

“Guilty as charged!” της απάντησα. «Μη τον δείρεις πολύ όταν γυρίσετε σπίτι, έκανε αυτό που του ζήτησα: Με ξεπουπούλιασε!»

«Θα το σκεφτώ!» απάντησε η Βίκυ αλλά την πρόδωσε το χαμόγελο υπερηφάνειας για το καμάρι της.

“No good deed goes unpunished,” απάντησε φιλοσοφημένα ο Στέλιος.

«Δε λες καλά που τον είχαμε και μας μετάφραζε τα Σανσκριτικά του αγαπουλινιού μου;» της είπε η Μελίτη. «Όχι ότι κατάλαβα και πολλά από τη μετάφραση στα Ακκαδικά… but still!» συνέχιζε χαχανίζοντας ελαφρά.

«Τόσο χάλια;» ρώτησε χαχανίζοντας με τη σειρά της η Βίκυ.

«Ένα θα σου πω, από κάποιο σημείο και πέρα άρχισε να τους χάνει και ο Πολυζωγόπουλος, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Στέλιου! Τι ελπίδες να είχα εγώ το φουκαριάρικο;»

«Σκληροί μαθηματικοί γαμιόληδες!» απάντησε η Βίκυ. «Λοιπόν,» είπε αλλάζοντας κουβέντα, «αρκετά με τα κινέζικά τους—»

«Σανσκριτικά!» τη διόρθωσα ρουθουνίζοντας, κερδίζοντας δύο δολοφονικά βλέμματα.

«Σε τρώει ο κώλος σου, μαναράκι;» μου είπε η Μελίτη. «Δε φτάνει που δε με είχες προειδοποιήσει ότι θα ήταν παρόν και ο Πολυζωγόπουλος…» είπε και το άφησε εκεί να κρέμεται.

«Στις ακτές της Αυστραλίας υπάρχουν κροκόδειλοι του αλμυρού νερού,» ξεκίνησα να της λέω. «Στους διαδρόμους του κτηρίου Ε’ κυκλοφορούν Πολυζωγόπουλοι!»

Ping!

«Μη μου πουλάς πνεύμα, μαναράκι!» μου είπε δήθεν απειλητικά.

«Ρε δεν τ’ αφήνετε τα γκομενικά σας να δούμε τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Στέλιος. «Μ’ έχει κόψει πείνα!»

«Ναι, μια πείνα την κάνει,» είπα κι εγώ συνειδητοποιώντας ότι είχε αρχίσει να με κόβει για τα καλά. «Πάμε να φάμε πρώτα αν είναι και μετά για καμιά μπυρίτσα!»

«Οκ, αυτό να κάνουμε!» συμφώνησε και η Μελίτη και μετά γύρισε προς εμένα. «Για τον Πολυζωγόπουλο θα τα πούμε το βράδυ!» μου υποσχέθηκε, κάνοντας Στέλιο και Βίκυ να γελάσουν.

«Κλαψ-λυγμ;» της είπα κερδίζοντας νέο γύρω γέλιου από το ζεύγος.

«Προχώρα νούμερο!» μου έκανε χαχανίζοντας, και πήγαμε εμείς στο μηχανάκι και ο Στέλιος και η Βίκυ στο αυτοκίνητο της τελευταίας.

Πρώτα πήγαμε και φάγαμε τα σουβλάκια μας και μετά πήγαμε στο συνηθισμένο μας στέκι για μπύρα, το οποίο είναι το ίδιο μαγαζί που την περασμένη Κυριακή είχαμε βγει με τη Μελίτη και είχα πετύχει τη Χριστίνα, και not coincidentally το μέρος στο οποίο είχα δει για πρώτη φορά την Τριανταφυλλιά.

Και ποιον πετύχαμε εκεί, γιατί αλίμονο αν η μέρα δεν μας επιφύλασσε και άλλες συγκινήσεις; Τον Νίκο, τον πρώην της Μελίτης με την κοπέλα του. Δηλαδή δεν τον πετύχαμε ακριβώς εμείς, αυτός μας πέτυχε καθώς εμείς καθόμασταν ήδη.

Γύρω στο 1,70, ελάχιστα πιο ψηλός από τη Μελίτη, κανονικός προς ελαφρά γεματούλης και καστανομάλλης—χρώμα ματιών δεν μπόρεσα να καταλάβω, αργότερα η Μελίτη μου είπε ότι ήταν και αυτά καστανά—αντικειμενικά δεν θα τον έλεγες κάτι ιδιαίτερο.

Η κοπέλα η οποία συνόδευε ήταν μια νόστιμη μινιόν ξανθούλα και—παρά το μπόι της—πλούσια τα ελέη.

Μην γνωρίζοντας ποιος είναι, ούτε που θα τον είχα προσέξει αν το βλέμμα του δεν είχε σταθεί πάνω μας παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Η Μελίτη στην αρχή δεν τον είδε καν, εγώ της το είπα.

«Ρε συ γιατί μας κοιτάει έτσι αυτός;» τη ρώτησα ρητορικά προσπαθώντας απελπισμένα να θυμηθώ αν ήταν κανένας από τους φοιτητές που είχα κάνει μάθημα το χειμερινό εξάμηνο του 2025.

«Ποιος;» με ρώτησε και της έδειξα διακριτικά.

«Α, στο διάολο!» μου έκανε. «Ο Νίκος!»

«Ο Νίκος;» ρώτησα ξαφνιασμένος. «Ποιος Νίκος; Ο Νίκος-Νίκος;»

Της Μελίτης της ξέφυγε ένα ροχαλητό. «Ναι… ο Νίκ0ς-Νίκος!»

«Ποιος είναι ο Νίκος-Νίκος;» ρώτησε ο Στέλιος; «Είναι κάτι σαν τον αχ Κώστα-Κώστα των ΑΜΑΝ;»

«Ο πρώην μου,» του απάντησε χαλαρά η Μελίτη.

“Awkward!” είπε ο Στέλιος πριν η Βίκυ προλάβει να του χώσει αγκωνιά.

«Αν αυτό είναι awkward πως θα ονόμαζες ότι στο Ναύπλιο τρακάραμε την Τριανταφυλλιά;» τον ρώτησε η Μελίτη, και άνοιξε πέτρα να κλειστώ…

“What?” ρώτησε ο Στέλιος αιφνιδιασμένος.

«Μετά του Μπάμπη και δύο παιδιών!» συνέχισε η Μελίτη. «Τα ομολόγησε όλα το φιλαράκι σου!»

«Εγώ τι φταίω;» κλαψούρισα νιώθοντας σαν παγιδευμένο ζώο.

«Σου είχα ή δε σου είχα απαγορέψει να έχεις ερωτικό παρελθόν;» με ρώτησε ο εισαγγελέας της έδρας, κάνοντας Στέλιο και Βίκυ να βάλουν τα γέλια. «Και τι έκανες εσύ; Μου το εμφάνισες στο Ναύπλιο!» συνέχισε, κερδίζοντας νέα, ακόμα πιο δυνατά γέλια από τους άλλους δύο.

«Μαλάκα, λες και είναι ελάφι στους προβολείς!» είπε ο Στέλιος συνεχίζοντας να χαχανίζει με το πάθημά μου.

«Τι να πω εγώ;» είπε η Βίκυ! «Πού όχι απλά τολμάει να έχει πρώην, είναι και μέλος της Ολομέλειας!»

«ΦΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΠ!» έκανε η Μελίτη βάζοντας τα γέλια με τη σειρά της. «Βίκυ μωρό μου, να δεις που στο τέλος θα αποδεχτώ την προσφορά σου και θα σου έρθω με νυφικό! Ή με γαμπριάτικο!»

«Ή, ακόμα καλύτερα τσίτσιδη!» την πείραξε η Βίκυ.

«Ρε για καθίστε!» είπα εγώ επαναστατώντας ξαφνικά. «Δηλαδή, και κερατάς και δαρμένος;»

Ping!

«Δεν είσαι κερατάς, και μη σ’ ακούσω να το ξαναλές αυτό!» με μάλωσε η Μελίτη.

«Συγνώμη!» της μουρμούρισα. «Αλλά ναι!!! Πώς βρέθηκα πάλι εγώ να τρώω το ξύλο!»

«Ε, τι θέλεις τώρα, να πάω να δείρω το Νίκο;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Να σου πω…» ξεκίνησα να της λέω κάνοντάς τη να γελάσει και πάλι.

«Έλα εδώ ρε χαζούλη!» μου είπε και με πήρε αγκαλιά και με φίλησε τρυφερά στο στόμα. «Έχω εγώ μάτια για άλλον από σένα;»

«Awwwww… ΘΑ ΞΕΡΑΣΩ!» είπε ο Στέλιος αλλά εκεί τον άρπαξε η Βίκυ και του ρούφηξε την ψυχή από το στόμα.

«Έλεγες;» τον ρώτησε όταν τον άφησε να βρει τις ανάσες του.

«Έλεγα; Τι έλεγα;» ρώτησε τάχα απορημένος, κάνοντάς μας να χαχανίσουμε και οι τρεις.

Στην αρχή ήταν λίγο άβολα, είναι η αλήθεια, και συνέλαβα κάμποσες φορές το Νίκο να μας κοιτάει. Από την άλλη, πάλι, η Μελίτη όλο το υπόλοιπο βράδυ δεν του έριξε ούτε μια δεύτερη ματιά, οπότε there is that.

Τέλος καλό, όλα καλά.

Όταν γυρίσαμε το βράδυ σπίτι μπήκαμε να κάνουμε το ντουζάκι μας. Δηλαδή έτσι ξεκίνησε αλλά εκεί πάτησα πόδι.

«Σου απαγορεύω να κάνουμε απλά ντουζ!» της είπα σε mode σκληρός γιαμιόλης. «Πλήρη περιποίηση ή τέφρα!»

«Καλά, θα κάνω πέτρα την καρδιά μου!» μου είπε με δραματικό ύφος η Μελίτη. «Αλλά όχι λούσιμο μωρό μου, δεν κάνει κάθε μέρα!»

«Καλά, θα σε αφήσω μπίχλα τότε!» της είπα για κερδίσω επαξίως ένα δυνατό ping στη μύτη.

«Άκου να μπει μπίχλα ο θρασύτατος!»

«Μαναράκι, πολύ μιλάς!» της είπα και της έχωσα μια παιχνιδιάρικη στο αριστερό επικά επικό της έπος, και φυσικά μία και στο δεξί για να μην κατηγορηθούμε ότι το αριστερό λαμβάνει προνομιακή μεταχείριση.

«Διαμαρτύρομαι εντόνως!» μου είπε σε τόνο που μόνο διαμαρτυρία δεν έδειχνε. «Υποτίθεται ότι εγώ είμαι αυτή που δέρνω!»

Και μου κούνησε προκλητικά το επικά επικό της έπος.

«Βιτσιόζικο μαναράκι, μ’ αρέσεις!» της είπα και της έχωσα μερικές ακόμα στα επικά της έπη, πάντα φροντίζοντας να διατηρήσουμε την ισορροπία.

«Αχ κύριε Βρασίδα μου, είδατε τι θυσίες κάνω για τα W ορφανά; Κόκκινη με κάνατε!»

«Μη φοβάσαι μαναράκι, θα τα κάνω μάκια να περάσουν!»

«Αυτό δεν είναι μάκια!» μου είπε χαχανίζοντας όταν ένιωσε τη γλώσσα μου στο κενό μεταξύ των επικά επικών της επών.

«Και το γαλλικό φιλί είναι, μαναράκι!» της απάντησα και έχωσα και πάλι το πρόσωπό μου ανάμεσά τους, κάνοντάς τη Μελίτη να αρχίσει τα «αχ βαχ!»

Και μετά σηκώθηκα, την γύρισα στα πλάγια, και χέρι μπρος, χέρι πίσω, την έκανα να χάσει και πάλι τα αυγά και τα πασχάλια, αλλά αυτή τη φορά πρόλαβα και της έκλεισα το στόμα, και έτσι η πνιχτή Μιχαλιάδα δεν ακούστηκε σε όλο το οικοδομικό τετράγωνο.

Και μετά με έβαλε να κάτσω στο πλατύ του μπάνιου και όπως είχε αρχίσει να μαθαίνει να με παίρνει και σχετικά βαθύτερα στο στόμα της, στο τέλος την άκουσα κι εγώ.

Και επειδή θυμήθηκα και το παιχνίδι με το δέσιμο που δεν της είχε αρέσει, τουλάχιστον έκανα πράξη το δεύτερο μισό της φαντασίωσής της, όταν ήρθε το τέλος τραβήχτηκα—και προσέχοντας να μην πάει στο μαλλί της—την έκανα γενικά σύχρηστη από πρόσωπο και κάτω.

«Ναι, αν είναι να με κάνεις έτσι κάθε φορά, καλύτερα να καταπίνω!» μου δήλωσε, καθώς η αλήθεια είναι ότι την είχα… σοφαντίσει σχεδόν παντού.

«Καλά όλα αυτά, μαναράκι, αλλά να μη μου γκρινιάζεις μετά για την ποσότητα και τη γεύση!»

«Ό,τι θέλω θα σου κάνω!» μου δήλωσε κλείνοντας εκεί την συζήτηση. «Θα τρως το ξύλο σου σαν άντρας!»

«Η μόνη που έχει αρπάξει στα μεριά της σήμερα είσαι εσύ πάντως!» της είπα χαμογελώντας πονηρά.

«Το κορίτσι θέλει και παιχνίδι!» μου είπε κλείνοντάς μου τα δυο της μάτια και σουφρώνοντας το πρόσωπό της, λιώνοντάς με και πάλι. «Και μετά το κάνεις και μάκια να περάσει, αυτό που το πας; Ε; ε; ε;»

«Βρασίδας, μαναράκι! Εγγύηση!»

Σηκώθηκε και με αγκάλιασε όπως ήταν… σοβαντισμένη παντού, κάνοντάς με να πληρώσω κι εγώ τις αμαρτίες μου.

«Σαν τον Μιχάλη μου κανείς!» μου είπε και αγκαλιάζοντας με από το σβέρκο φιληθήκαμε βαθιά.

Αφού πλυθήκαμε (ξανά) και οι δυο, ντυθήκαμε ελαφρά και βγήκαμε στο μπαλκόνι να πιούμε εγώ τη μπύρα μου και η Μελίτη τη zero της. Είχε αρκετή ζέστη και μιας και οι τέντες ήταν ακόμα τέρμα κατεβασμένες, αποφάσισε να ελευθερώσει τελείως τα κορίτσια.

«Αααχ,» έκανε απολαυστικά. «Ακόμα και με το φανελάκι κόντευα να σκάσω,» μου παραπονέθηκε.

«Άτιμα φανελάκια!» υπερθεμάτισα με το βλέμμα μου να καρφώνεται και πάντα στους υπέροχους κορίτσαρούς της.

«Ψιτ, εδώ είναι τα μάτια μου,» μου είπε κάνοντάς μου τη σχετική χειρονομία με τα δυο δάχτυλα.

“Priorities!” της απάντησα σχεδόν μηχανικά μην παίρνοντας το βλέμμα μου από τα στήθη της, κερδίζοντας επάξια ένα ping στη μύτη. «Πώς τα περάσατε το πρωί;»

«Ήσυχα σε γενικές γραμμές,» μου απάντησε. «Αφού σε άφησα στο γραφείο κατεβήκαμε σχεδόν αμέσως στο Μουσείο, και ο Jules όπως ήταν αναμενόμενο ξετρελάθηκε, είδαμε και πάθαμε να τον ξεκολλήσουμε για να πάμε να πιούμε το καφεδάκι μας στο Θησείο.»

«Μόνο μια εβδομάδα διακοπές θα κάνουν;» την ρώτησα, μιας και το Σάββατο θα φεύγανε.

«Όχι, μετά θα πάνε και μια εβδομάδα Μαγιόρκα να κάνουν ζωάρα!»

«Ζήλεια-ψώρα» είπα κάνοντας φατσούλα.

«Θες κι εσύ Μαγιόρκα;» με ρώτησε χαμογελαστή.

«Μαγιόρκα;» τη ρώτησα γελώντας. «Ούτε για Σαλαμίνα δε μου φτάνουν!»

«Καλά, μη νομίζεις ότι και της Χαριτίνης της τρέχουν από τα μπατζάκια,» απάντησε φιλοσοφικά. «Από την άλλη, απ’ ό,τι έχω καταλάβει, ο Jules είναι από αρκετά ευκατάστατη οικογένεια, οπότε…»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω καθώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου. Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν δέκα, οπότε η αλήθεια είναι ότι τα χρειάστηκα για λίγο, με εξαίρεση τη Μελίτη όταν ήταν σπίτι της το τηλέφωνό μου σχεδόν ποτέ δε χτυπούσε μετά το απόγευμα.

Σηκώθηκα και πήγα μέσα και είδα την αναγνώριση: Ο αδερφός μου ο Δημήτρης, και εκεί τα χρειάστηκα ακόμα περισσότερο.

«Έλα Δημήτρη,» του είπα.

«Για καλό σε πήρα, μην ανησυχείς!» μου είπε γελαστός. «Τάξε μου!»

«Κέρδισες το Τζόκερ!» του είπα χαχανίζοντας.

«Σοβαρέψου ρε μαλάκα!» μου είπε με όλη του την αγάπη. «ΜΑΛΑΚΑ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΩ ΜΠΑΜΠΑΣ! Η ΜΑΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΓΚΥΟΣ!»

«ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ;» σχεδόν ούρλιαξα από το ευχάριστο ξάφνιασμα. Το πρώτο παιδί τους το είχαν κάνει μόλις πριν έξι μήνες και αυτό μετά από προσπάθεια χρόνων.

«ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ‼‼‼» μου φώναξε σχεδόν. «Το ξέραμε από προχθές, από το τεστ, αλλά σήμερα το επιβεβαίωσαν και οι αιματολογικές!»

«ΜΠΡΑΒΟ ΡΕ ΔΗΜΗΤΡΗ‼‼» του είπα σχεδόν δακρυσμένος. «ΝΑ ΜΑΣ ΖΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΟΛΑ ΚΑΛΑ! ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΝΟ!»

«Και σου έχω και ακόμα ένα καλό νέο!» μου είπε με ενθουσιασμό.

«Πιο καλό από αυτό δε γίνεται!» του είπα, και το εννοούσα.

«Εντάξει, δεν είναι σαν αυτό αλλά είναι καλό. Ξέρεις ότι περίμενα το αυτοκίνητο αρχές Αυγούστου.»

«Ναι, το ξέρω!» του απάντησα.

«Λοιπόν, σήμερα με πήραν τηλέφωνο από την αντιπροσωπία στη Λάρισα. Κάποιος τους μπουμπούνισε και τους έμεινε αμανάτι ένα 308 SW στην έκδοση Allure. Με ρώτησαν αν ενδιαφέρομαι, και να πληρώσω μόνο ένα πεντακοσάρικο διαφορά, από τα δυόμιση χιλιάρικα!»

«Αυτά είναι!» του λέω. «Αν σε θέλει, σε θέλει!»

«Ναι αλλά το καλύτερο δεν στο είπα ακόμα!» μου είπε. «Είναι εδώ, θα πάω να το πάρω τη Δευτέρα! Οπότε… οποιαδήποτε στιγμή την επόμενη εβδομάδα μπορείς να έρθεις να παραλάβεις το νέο σου αυτοκίνητο, και το καλό που σου θέλω να το φιλάς σαν τα μάτια σου… γιατί ξέρεις!»

Ζντουπ!



68. Αν σε θέλει…

Γύρισα στο μπαλκόνι χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο, και η Μελίτη που είχε ακούσει τις χαρούμενες φωνές μου είχε προφανώς ερωτήσεις.

«Τι έγινε;» με ρώτησε χαμογελαστή παρασυρμένη από τον ενθουσιασμό μου.

«Με πήρε τηλέφωνο ο Δημήτρης!» της απάντησα. «ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ ΜΠΑΜΠΑΣ!!!! Η Μαρία είναι έγκυος! Θα γίνω χαζοθείος για τέταρτη φορά!»

«Αχ μπράβο!!!!» μου είχε χαμογελώντας ακόμα πιο δυνατά. «Με το καλό και να είναι υγιές και γερό!»

«Θα είναι!» της απάντησα με βεβαιότητα. «Πω-πω, δεν το πιστεύω!!!»

«Γιατί καλέ;»

«Γιατί μωρό μου δέκα χρόνια παλεύαν για να πιάσουν το πρώτο. Δέκα ολόκληρα χρόνια!» της εξήγησα.

«Δέκα χρόνια;»

«Δέκα χρόνια, Μελίτη μου, Είχαν κάνει ένα σκασμό εξετάσεις, κανείς γιατρός δεν τους έβρισκε πρόβλημα και όμως είδαν και έπαθαν για να κάνουν τον Παντελή. Και μόλις έξη μήνες, τσουπ! Πάλι έγκυος η Μαρία!»

«Φαντάζομαι θα πρέπει να τα έχουν κάνει πάνω τους από τη χαρά τους!»

«Δε λες τίποτα!» της απάντησα χαμογελώντας σαν βλαμμένος. «Έπρεπε να ακούσεις τη φωνή του. Ή της Μαρίας!»

«Μίλησες και με τη Μαρία; Δεν το κατάλαβα!»

«Ε, σε ποιον θα έλεγα καλή λευτεριά βρε μωρό μου, στο Δημήτρη;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«ΧΑΧΑΧΑ ΠΕΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟ!»

«Κάτσε γιατί έχει και άλλα καλά νέα!» της είπα.

«Κέρδισαν μαζί και το Τζόκερ;» με ρώτησε γελώντας.

«Χαχαχα, περίπου!» της είπα και γούρλωσε τα μάτια της. «Οκ, δεν κέρδισαν το Τζόκερ αλλά τους έκατσε μια καλή! Το νέο τους αυτοκίνητο ήταν να το πάρουν αρχές Αυγούστου!»

“Οκ…?”

«Ε, κάποιος που είχε παραγγείλει το ίδιο μοντέλο αλλά πιο πλούσια έκδοση, ακύρωσε την παραγγελία και η αντιπροσωπία πρότεινε στον αδερφό μου να πάρει αυτό πληρώνοντας μόνο πεντακόσια παραπάνω ευρώ, ενώ η διαφορά είναι πάνω από δυόμισι χιλιάρικα!»

«Αυτά είναι!» μου είπε χαμογελαστή.

«Κάτσε γιατί γίνεται ακόμα καλύτερο! Το αυτοκίνητο αυτό είναι ΗΔΗ εδώ, δε θα χρειάζεται να περιμένει ενάμισι μήνα!»

«ΧΑΧΑΧΑ, αν σε θέλει, σε θέλει!»

«Και αυτό ξέρεις τι σημαίνει έτσι;» τη ρώτησα.

Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι το παραπάνω συνεπαγόταν ότι κι εγώ θα μπορούσα να πάρω το παλιό του αυτοκίνητο νωρίτερα.

«Είναι αυτό που νομίζω;» με ρώτησε με αγωνία.

«Αν αυτό που νομίζεις είναι ότι την άλλη εβδομάδα μπορούμε να ανέβουμε χωριό να παραλάβουμε το αυτοκίνητο, τότε σωστά νομίζεις!» της είπα, κερδίζοντας μια ενθουσιώδη τσιρίδα της, και όρμισε πάνω μου καβαλώντας με.

Ευτυχώς είχα προλάβει να κάτσω οπότε το σκορ δεν πήγε 6-0 υπέρ της βαρύτητας.

«Θες να έρθεις μαζί μου, έτσι;» τη ρώτησα διστακτικά.

«Και το ρωτάς βρε μπούφο;» με ρώτησε. «Φυσικά και θέλω!»

«Μωρό μου… σε ρωτάω γιατί δε θα πάμε απλά να πάρουμε το αυτοκίνητο και να φύγουμε… θα πρέπει να κάτσουμε όλο το ΣΚ!»

«Ναι, και;» με ρώτησε. «Εγώ δεν έχω εξετάσεις, και σε αντίθεση με μερικούς-μερικούς δεν είμαι κοτάρα λυράτη που θα με γνωρίσεις στους γονείς σου και τ’ αδέρφια σου!»

«Δεν είμαι κοτάρα!»

«Γκουχ-γκουχ!»

«Καλά, είμαι!» παραδέχτηκα. «Και αν μη τι άλλο θα σταματήσουν να πιστεύουν ότι είσαι πυρετική φαντασίωση της κυρίας Ουρανίας!»

«Χαχαχα, αυτό που το πας;»

Μαλάκωσα λιγάκι. «Μελίτη μου είσαι σίγουρη ότι…»

«Ναι, χαζούλη!» με διαβεβαίωσε χαϊδεύοντάς μου το πρόσωπο. «Και όσο θα είμαστε εκεί θα με πας και εκδρομή στη λίμνη Πλαστήρα!»

«ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ!» της είπα. «Μετέωρα έχεις πάει;»

«ΜΕΤΕΩΡΑ!» μου είπε χειροκροτώντας ενθουσιασμένη, Θεέ μου ήταν σκέτη ζωγραφιά. «Και τώρα πάμε μέσα να σου δείξω πόσα απίδια χωράει ο σάκος, και μη μου πεις ότι έχεις πονοκέφαλο!!!!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑ, ποτέ!» τη διαβεβαίωσα και πήγαμε μέσα να μου εξηγήσει το ταμτιριρί.

Καλά το είπε η Μελίτη ρε φίλε· αν σε θέλει, σε θέλει!

Προκαταρκτικά; Ποια προκαταρκτικά; Μιλάμε με το που πήγαμε στο δωμάτιο με πέταξε σχεδόν στο κρεββάτι, με πήρε για λίγο στο στόμα της προκειμένου να κάνει τον ξαφνιασμένο Πρόεδρο πιο συνεργάσιμο και με το που φόρεσα το προφυλακτικό με καβάλησε χωρίς αύριο.

«Πιο δυνατά μωρό μου! Πιο δυνατά!» μου είπε με πνιχτή φωνή όταν χούφτωσα τους κορίτσαρους και άρχισα να τους μαλάζω. «ΑΑΑΧ ΕΤΣΙ! ΕΤΣΙ!» συνέχισε όταν η δύναμη που έβαλα έγινε της αρεσκείας της.

Που και που της τσιμπούσα τις ρώγες, κάνοντάς την να ξεφωνίσει ακόμα πιο δυνατά, αλλά έτσι όπως γκάζωσε κάποια στιγμή άφησα τους κορίτσαρους και την έπιασα από τη μέση για να βοηθήσω τις κινήσεις της.

Συνεχίσαμε γύρω στο δεκάλεπτο έτσι και όταν κατάλαβα ότι άρχισε να κουράζεται, την έβαλα να γείρει πάνω μου, και ανέλαβα εγώ το ρυθμό. Βέβαια εγώ δεν είχα τις αντοχές της, οπότε γύρω στα πέντε λεπτά αργότερα άρχισα κι εγώ να τα φτύνω. Εκεί είχαμε και πάλι αλλαγή, η Μελίτη έχοντας ξεκουραστεί κάπως, ανασηκώθηκε και άρχισε να κινείται εκείνη.

Εντάξει, ήταν Νιρβάνα έτσι; Ένιωθα συνεχώς ένα τσακ από το να τελειώσω, και η φωνούλες της και οι στεναγμοί της με τρέλαιναν. Όταν άρχισε να κουράζεται και πάλι, αυτή τη φορά άλλαξα τακτική, την έβαλα και έκατσε στα τέσσερα και πήγα από πίσω και μπήκα πισωκολλητά.

Και σήμερα δοκιμάσαμε και κάτι για πρώτη φορά: που και που τις έριχνα εναλλάξ δυνατούτσικες σφαλιάρες στα επικώς επικά της έπη, και η Μελίτη έγινε τελείως κουδούνι.

«Δε σε τάισα απόψε;» με ρώτησε ξεψυχισμένη, θεωρώντας ότι αυτή που της έριξα ήταν αδύναμη, οπότε οι υπόλοιπες άρχισαν να πέφτουν αρκετά πιο δυνατές.

«Μωρό μου…» της είπα, επίσης ξεψυχισμένα… «δε… δε θα αντέξω…»

«Αφέσου!» μου είπε. «Αφέσου…» μου απάντησε και γραπώνοντάς της από τα επικά της έπη άρχισα να κινούμαι σα δαιμονισμένος, με τους μηρούς μου να χτυπάνε πάνω της με απολαυστικά “πλατς”.

Νιώθοντας το τέλος να έρχεται υπήρξε ακόμα κάτι που προηγούμενες παρτενέρ μου λάτρευαν αλλά η Μελίτη δεν ήξερα πως θα το πάρει. Την έπιασα από το μαλλί και την τράβηξα στην αρχή απαλά προς τα πίσω.

«ΝΑΙ! ΝΑΙ!» μου είπε, δείχνοντάς μου να καταλάβω ό,τι έπρεπε να καταλάβω, και τραβώντας την δυνατά κόλλησα για τελευταία φορά πίσω της και έμεινα ακίνητος με τον Πρόεδρο να παθαίνει… επιληψία, κι εγώ να νομίζω ότι θα της μείνω.

Και φυσικά, επειδή δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να την αφήσω έτσι την έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα και χώθηκα ανάμεσα στα πόδια της.

«Μωρό μου!» μου είπε διστακτική, φοβούμενη ότι τα… περιεχόμενα θα χυθούν, αλλά τη σταμάτησα.

«Δικά μου είναι,» της είπα. «Και you da boss και τα ρέστα, αλλά σκασμός Αντωνάκη ΜΟΥ!»

«Καλά, μη μας δείρεις κιόλας!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Καλά, δε θα σε ξαναδείρω αφού δε σου άρεσε!» της είπα αναφερόμενος στο spanking που είχε προηγηθεί.

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙΡΕΙΣ!» μου είπε εμφατικά και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που έβαλα τα γέλια.

Όταν το λύσαμε κι αυτό, έβγαλα και το… γράσο από το κομοδίνο και…

Ευτυχώς αυτή τη φορά είχε το mind presence να καλύψει το πρόσωπο της με το μαξιλάρι, γιατί ακόμα και φιμωμένη ακούστηκε. Και φυσικά με πιτσίλησε και με τα δικά της και με τα δικά μου από πριν, και long story short, στο τέλος χρειαστήκαμε να κάνουμε και πάλι ντουζ.

Μετά το δεύτερο ντουζ της βραδιάς βγήκαμε και πάλι στο μπαλκόνι, και έτσι όπως είχε αρχίσει να φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι ήταν νιρβάνα.

«Θέλεις να σου δείξω φωτογραφία του αυτοκινήτου;» τη ρώτησα. «Είναι από αυτές που μου είχε στείλει ο Δημήτρης!»

«Αμέ!» μου είπε. «Ουφ, τέλειωσε η zero,» μου είπε.

«Πώς τέλειωσε;» τη ρώτησα με απορία. «Χθες είχα βάλει νέα εξάδα!»

«Εδώ βρε!» μου είπε. «Πάω μέσα να φέρω! Εσύ θες μπύρα;»

«Ναι, φέρε μου σε παρακαλώ» της είπα και όσο η Μελίτη πήγε στην κουζίνα βρήκα και μια φωτογραφία που μου είχε στείλει ο Δημήτρης όταν το είχε πρωτοπάρει.

Κερασί μεταλλικό στο χρώμα, με αλουμινένιες ζάντες και φιμέ τζάμια ήταν ένα κουκλί σκέτο. Ο Δημήτρης το είχε κωλοπειράξει, από τα 154 kW η ισχύ του είχε αυξηθεί στα 229 kW (για τους αμύητους διαφορά σχεδόν εκατό ίππων), προσθέτοντας και άλλα 120 Nm ροπή.

Και φυσικά το είχε μη βρέξει κα μη στάξει—παρόλο που ήταν μοντέλο του 2015 και είχε γύρω στις 100.000 χιλιόμετρα—εμφανισιακά και μηχανολογικά ήταν σαν καινούργιο, εξ ου και η υπόσχεσή του ότι θα μου το βάλει στον κώλο έτσι και διανοηθώ καν να το γρατζουνίσω.

Όλα καλά, κανένα άγχος!

«Ορίστε,» μου είπε η Μελίτη δίνοντάς μου την μπύρα μου.

«Σ’ ευχαριστώ μωρό μου,» της έκανα, και της έδωσα το κινητό μου για να δει τις φωτογραφίες και βρίσκοντας την ευκαιρία όσο το χάζευε να πιώ σχεδόν το μισό κουτί.

«Όμορφο είναι!» μου είπε.

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι είναι κουκλί» της είπα. «Βέβαια σε σχέση με σένα χάνει, αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας!»

«Είσαι όργιο!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Όταν το είχε πάρει πίσω φτιαγμένο μας είχε πάει βόλτα με το Γιώργο,» της είπα χαμογελώντας στην ανάμνηση. «Είμαι και λίγο χέστης, τα είχα κάνει πάνω μου!» συνέχισα. «Είχε πιάσει 220 ο αθεόφοβος και μας είχε πει ότι είχε ακόμα 30-40 μέσα στο νερό!»

«Πάει 250;;;» με ρώτησε εντυπωσιασμένη. «Δεν το παίρνει ο αέρας;»

«Τι να σου πω μωρό μου, ο Δημήτρης ισχυρίζεται ότι το είχε πάει 260, εγώ από την άλλη δεν ενδιαφέρομαι να μάθω την αεροδυναμική του συμπεριφορά σε αυτές τις ταχύτητες.»

«Και πολύ καλά κάνεις!» μου είπε. «Αλλά για την κουλτούρα, μια διακοσάρα θα την πατήσουμε σε κάποια ευθεία!»

«Καλά, για μια φορά δε χάθηκε ο κόσμος… κι εγώ θα ήθελα να το κάνω. Αλλά ως εκεί.»

«Ναι μωρό μου, μη μου ανησυχείς, δε θα σε κάνω με το ζόρι Ayrton Senna!»

«Κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα,» της απάντησα.

«Δεν ξέρεις τον Ayrton Senna;» με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια της. Για πολλούς ο κορυφαίος οδηγός της φόρμουλα ένα.»

«Α, μάλιστα!» της απάντησα. «Καλά θυμόμουν ότι κάπου το είχα ακούσει αυτό το όνομα!»

Με κοίταξε και πάλι με αυτό το βλέμμα που έχει όταν προσπαθεί να καταλάβει αν σοβαρολογώ.

«Πώς… πώς είναι δυνατόν να θυμάσαι το Octopus Vulgaris, ή την λατινική ονομασία όχι μίας, όχι δύο, αλλά τριών ειδών τερμιτών και να μην θυμάσαι ποιος ήταν ο Ayrton Senna;»

«Γιατί βρίσκω τα χταπόδια και τα ισόπτερα πολύ πιο ενδιαφέροντα θέματα από τη φόρμουλα ένα και το μηχανοκίνητο αθλητισμό γενικότερα,» της είπα ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους μου.

«Τέλος πάντων,» μου έκανε αναστενάζοντας, αποδεχόμενη ότι σε μερικά πράγματα δεν πρόκειται να βγάλει άκρη μαζί μου. «Πόσα χρόνια έχεις δίπλωμα αυτοκινήτου;»

«Από τα δεκαοχτώ μου,» της απάντησα. «Και χάρη στα αδέρφια μου οδηγώ στη ζούλα από τα δεκάξι!»

«Σου έδιναν το αυτοκίνητό τους;» με ρώτησε; «Σε εμπιστευόντουσαν να το οδηγήσεις μόνος σου;»

«Γιατί να μη με εμπιστευτούν;» τη ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Δεν είμαι από αυτούς που κάνουν χαζομάρες στο τιμόνι.»

«Καλά, οι δικοί σου δεν έλεγαν τίποτα;» με ρώτησε με απορία.

«Μωρό μου, εγώ οδηγούσα τρακτέρ από τα δεκάξι μου,» της είπα. «Τι νομίζεις ότι έκανα τα καλοκαίρια στον κάμπο;» Αναστέναξα. «Σε μερικά πράγματα έχουμε τελείως διαφορετικές παραστάσεις, Μελίτη μου,» της είπα, χωρίς πίκρα, σαν απλή διαπίστωση.

«Δεν… δεν το είπα για να σε προσβάλω!» μου είπε ξαφνικά ανήσυχη.

«Δε με πρόσβαλες βρε!» τη διαβεβαίωσα χαμογελαστός. «Απλά διαπίστωσα το προφανές, τα περιβάλλοντα στα οποία μεγαλώσαμε ήταν τελείως διαφορετικά.»

«Σίγουρα;» με ρώτησε ακόμα διστακτική.

«Σίγουρα, μωρό μου,» της είπα και έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό της. «Μη με βλέπεις τρελό επιστήμονα… μεγάλωσα στις λάσπες, τις κοπριές και τα χώματα… και δεν το αλλάζω με τίποτα!»



69. A day in the life

Οι υπόλοιπες μέρες μέχρι την παρουσίαση της Τετάρτης πέρασαν ήρεμα και χωρίς εκπλήξεις. Κάθε πρωί η Μελίτη με πήγαινε στο γραφείο και κάθε απόγευμα γύρω στις έξι ερχόταν και με έπαιρνε και μετά είτε πηγαίναμε κάπου με τη Χαριτίνη και τον Jules είτε καθόμασταν σπίτι.

Το πρόγραμμα “να πάρω κανένα κιλό” είχε αρχίσει να αποδίδει, πήρα δύο ολόκληρα κιλά, και—μεταξύ μας—πραγματικά πιστεύω ότι αν δεν… ξεζουμιζόμασταν μεταξύ μας σαν ξαναμμένοι λαγοί, παίζει να είχα πάρει και περισσότερα!

Μπορώ να το πω με ασφάλεια, απ’ όλες τις παρτενέρ μου, η Μελίτη ήταν η πιο ερωτική—με τις περισσότερες ορέξεις. Και η Τριανταφυλλιά ήταν ερωτική αλλά ο διαθέσιμος χρόνος μας ήταν συμπιεσμένος, οπότε προφανώς το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να βγάζουμε τα μάτια μας.

Με τη Μελίτη ωστόσο ο χρόνος δεν ήταν πρόβλημα, από το απόγευμα και μετά—και με εξαίρεση τις δύο φορές που βγήκαμε με την αδερφή της και τον Jules—είχαμε όλο το χρόνο δικό μας.

Ε, το κορίτσι ήθελε παιχνίδι, και σιγά που θα έλεγα όχι!

Και είχα μάθει και τις προτιμήσεις της. Στοματικό με συνοδεία… γράσου την έκανε να τελειώνει πάντα θορυβωδώς. Έντονο foreplay—και αυτό συνοδεία γράσου—ήταν το μυστικό για να τελειώνει με διείσδυση—και αυτό θορυβωδώς. Χωρίς foreplay—και ήταν εκείνη που με έβαζε κάτω—ήθελε extra περιποίηση για να τελειώσει και εκείνη, όταν δηλαδή με άφηνε.

«Μωρό μου,» μου εξήγησε μια φορά. «Στο είπα και άλλη φορά, αν δεν τελειώσω δε σημαίνει ότι δε μου άρεσε και δεν το ευχαριστήθηκα!»

«Δε μ’ αρέσει να σε αφήνω έτσι!» της παραπονέθηκα. «Ο σκοπός είναι να το ευχαριστηθούμε και οι δύο!»

«Αυτό σου λέω, χαζούλη! Δεν είναι απαραίτητο να τελειώσω για να το ευχαριστηθώ!»

Το αγαπημένο μας πάντως ήταν αυτό που είχαμε το βράδυ μετά την πρόβα μου με το Στέλιο, τη Μελίτη και το Δημήτρη: Εκείνη πάνω μου και να εναλλασσόμαστε στις κινήσεις μέχρι να ψοφήσουμε και οι δύο, και μετά από πίσω (ή και από πίσω-πίσω) συνοδεία spanking, το οποίο είχε εκπλήξει και την ίδια.

«Να κάτι που δεν περίμενα ποτέ ότι θα μου άρεσε!» μου εξομολογήθηκε ντροπαλά. «Αυτό και να με τραβάς από το μαλλί!»

Αλλά ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν το mouth fuck, λαμβάνοντας υπόψη ότι όταν το είχαμε δοκιμάσει με εκείνη δεμένη δεν της είχε αρέσει καθόλου. Ε, το πρόβλημα αποδείχτηκε ότι ήταν το δέσιμο και όχι το mouth fuck καθαυτό, και μάλιστα όταν γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο της άρεσε και από πάνω: ξαπλωμένοι, εγώ γυρισμένος στο πλάι και η Μελίτη χαμηλωμένη κάτω μου.

«Είναι βολικό!» μου εξήγησε ντροπαλά.

Είχε πλάκα το πόσο ντροπαλή γινόταν όταν μιλούσαμε για αυτά, δεδομένου ότι στις ίδιες τις πράξεις οι ντροπές πηγαίνανε περίπατο. Ακόμα μια αντίφαση, και η Μελίτη μου ήταν γεμάτη από αυτές.

Και αν δεν της άρεσε να δένεται, το να με δένει εκείνη αποδείχτηκε πολύ του γούστου της. Καλά, δε με έδενε και σαν σαλάμι, αλλά τις άρεσε να με περιορίζει και να μου κάνει πράγματα, παίζοντας με την υπομονή μου.

Το αγαπημένο της ήταν να μου δένει τα χέρια από πίσω και να μου παίρνει πίπα χωρίς να με αφήνει να της δώσω ρυθμό, και όπως είχε αρχίσει και γινόταν καλή, κατέληγε σχεδόν μαρτύριο.

Τουλάχιστον είχε σταματήσει να γκρινιάζει για την ποσότητα όταν κατάπινε, ή που την γέμιζα από την κορυφή μέχρι να νύχια όταν ήθελε να τελειώσω στο πρόσωπό της και το στήθος της.

(Αλλά το ping, ping, lol)

Κατά τα άλλα, όταν δεν πήγαινε κάπου με την αδερφή της και τον… γαμπρό της, πήγαινε δυο-τρεις ώρες στο dojo της—και είχα παρατηρήσει ότι αυτό της ανεβάζει τη libido στα ύψη. Όταν θα έφευγε η Χαριτίνη με τον Jules με έβλεπα να τα χάνω τα κιλά που πήρα, lol!

Το Σάββατο το πρωί που πήγαμε τα παιδιά στο αεροδρόμιο είχε κλάματα και συγκινήσεις από τις δύο αδερφές που είχαν καθίσει σαν παιδάκια, στο πάτωμα ρε φίλε, και κλαίγανε του καλού καιρού με εμένα και τον Jules να τις κοιτάζουμε και να μην ξέρουμε τι να τις κάνουμε.

“Should we…” πήγα να τον ρωτήσω.

“Nope! Nope! Danger Will Robinson!” μου απάντησε, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια, κερδίζοντας ένα αγριοκοίταγμα και από τις δυο τους.

Και μετά πάλι κλάμα.

“Hope the couch is comfortable,” μου είπε πνίγοντας ένα χάχανο, και αναγκάστηκα να γυρίσω κι εγώ από την άλλη γιατί δεν ήταν να το ρισκάρω να με ακούσουν για δεύτερη φορά.

“You’re not helping!” τον μάλωσα.

Και αφού κλάψανε και ησυχάσανε, σηκωθήκανε για να αποχαιρετιστούμε, και εκεί είχα και δεύτερη έκπληξη, από τη Χαριτίνη αυτή τη φορά. Όταν ήρθε να με χαιρετήσει έκανα την υπόκλισή μου χαμογελώντας αλλά η Χαριτίνη είχε τελείως διαφορετικό πράγμα στο μυαλό της! Με αγκάλιασε, και δεν με αγκάλιασε απλώς, με έσφιξε πάνω της.

«Πήρες προαγωγή!» μου είπε πειρακτικά.

«Το βλέπω και φρίττω!» της απάντησα, κάνοντάς τη να γελάσει.

«Και να θυμάσαι!» μου είπε. «Δεν ξέρει μόνο η Μελίτη Aikido!»

«Ξέρεις κι εσύ;» τη ρώτησα γουρλώνοντας τα μάτια μου.

«Δεν έχω μαύρη ζώνη σαν την Μελίτη αλλά μπορώ εύκολα να σε τουλουμιάσω!» μου δήλωσε και μετά χαμογέλασε και πάλι. «Χάρηκα που σε γνώρισα και σε ευχαριστώ για τη βοήθεια που πρόσφερες στον Jules!»

«Αλίμονο Χαριτίνη μου,» της είπα. «Μακάρι να τον βοηθήσει!»

Και μετά αποχαιρετιστήκαμε και με τον Jules, ο οποίος και αυτός με πήρε αγκαλιά.

“Thank you for everything!” μου είπε. “Make it so you and Melite visit Paris and I will even let you in my lab!” μου είπε. “Something tells me that for you this is more alluring than a trip to Eurodisney!”

“It is!” του απάντησα ενθουσιασμένος. “But I would like to go to Eurodisney too!”

Και μετά γυρίσαμε σπίτι όπου η Μελίτη ήταν αμίλητη για αρκετή ώρα, οπότε την άφησα στην ησυχία της, και συνέχισα να δουλεύω τη διατριβή μου, μέχρι που ήρθε μόνη της και με βρήκε μία ώρα αργότερα.

«Μιχάλη μουυυυυυυ;» μου έκανε με νάζι.

«Μελίτη μουυυυυυυ;» της απάντησα στον ίδιο τόνο.

«Θέλω αγκαλίτσα!» μου δήλωσε και σηκωθήκαμε και πήγαμε στο σαλόνι και κάθισα στον καναπέ και σκαρφάλωσε πάνω μου. «Έχω να σου κάνω μια ανήθικη πρόταση!» μου είπε μετά το φιλάκι.

«Είμαι όλος αφτιά!» της είπα.

«Ναι αλλά μη μου λες μετά ότι σου γίνομαι κολλιτσίδα!»

«ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΟΛΛΙΤΣΙΔΑ!» της δήλωσα, και αυτή τη φορά έκανα self-υπεργολαβικό ping, κερδίζοντας το γέλιο της.

«Θέλεις…» ξεκίνησε να με ρωτάει και τη διέκοψα.

«Θέλω!» της απάντησα, χωρίς να είχα ιδέα τι ήταν αυτό που θέλω!

«Μα δε σου είπα ακόμα!»

«Καλά, δε θέλω!» της είπα κερδίζοντας επάξια ένα ping στη μύτη.

«Σου απαγορεύω να μη θέλεις!» μου δήλωσε κατηγορηματικά.

«Ε, τότε τι με ρωτάς και δεν μου το ανακοινώνεις;» τη ρώτησα γελώντας.

«Θέλεις…» ξεκίνησε διστακτικά και μετά συνέχισε με μια ανάσα «Θέλεις να συνεχίσουμε να κοιμόμαστε μαζί το βράδυ; Μία εδώ και μία στο δικό μου!»

Χαμογέλασαν μέχρι και τα μουστάκια μου. «Μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ΔΕΝ θα είσαι φρόνιμη!» της είπα με το ανθρωπάκι μέσα μου να χορεύει από τσάμικο μέχρι χορό της κοιλιάς.

«Στο λόγο μου, μαναράκι!» μου έκανε ενθουσιασμένη.

Και προς εμπέδωση σηκώθηκε, με άρπαξε, και με πήγε στο δωμάτιο διά τα περαιτέρω…

Μόνο που αυτή τη φορά δεν με άρπαξε να με πετάξει στο κρεββάτι, απλά κόλλησε πάνω μου και με φίλησε. Ξαπλώσαμε και οι δύο και αρχίσαμε να πασπατευόμαστε μέχρι που δεν έμεινε ρούχο πάνω μας, και η Μελίτη δεν έδειξε διάθεση να ανέβει πάνω μου.

«Σε θέλω!» μου είπε κόβοντάς τα προκαταρκτικά. «Σε θέλω Μιχάλη μου!»

«Κι εγώ σε θέλω,» της ψιθύρισα, και κάναμε μια σύντομη παύση ίσα για να φορέσω το προφυλακτικό μου.

Ανέβηκα πάνω της και η Μελίτη άνοιξε τα πόδια της να με υποδεχτεί, και όταν μπήκα μέσα της τα σήκωσε και με αγκάλιασε με αυτά πίσω από τους γλουτούς μου.

«Μην κλείσεις τα μάτια σου,» της ψιθύρισα. «Θέλω να με κοιτάς!»

Άρχισα να κινούμαι, αργά στην αρχή, και τα μάτια μου χάθηκαν στα δικά της. Είναι περίεργο, τα μάτια μου ήταν ορθάνοιχτα και παρόλα αυτά οι υπόλοιπες αισθήσεις μου εντάθηκαν, σα να τα είχα κλειστά. Οι αναπνοές της, και οι ηδονικοί της στεναγμοί. Το ιδρωμένο κορμί της που τρεμούλιαζε κάτω από το δικό μου. Τα πόδια της, που πότε με έσφιγγαν, πότε χαλάρωναν. Τα νύχια της, που τα έσουρνε στην πλάτη μου, άλλοτε πιο σιγά, άλλοτε πιο δυνατά.

«Ναι μωρό μου, ναι! Ναι!» έλεγε που και που ανάμεσα στα βογγητά της. «Είσαι δικός μου! Δικός μου!»

«Δικός σου είμαι μωρό μου» της απαντούσα με δυσκολία καθώς είχα αρχίσει να επιταχύνω. «Κι εσύ είσαι δική μου! Μόνο δική μου!»

«Μόνο… μόνο δική σου… Μόνο δική σου μωρό μου,» μου επανέλαβε με κομμένη σχεδόν την ανάσα. Επιτάχυνα κι άλλο. «Αφέσου…» μου ζήτησε. «Αφέσου μωρό μου.»

Μωρέ μια χαρά είχα αφεθεί απλά ήταν από εκείνες τις μέρες που ο πρόεδρος αρνούνταν να συνεργαστεί. Καλά, όχι ότι μας χάλασε, έτσι; Μπορεί να μην είχαμε Μιχαλιάδα αλλά ακόμα και με τις ανασφάλειές μου, ήταν φανερό πόσο το απολάμβανε.

Το τέλος ήρθε σχεδόν από το πουθενά, και με ένα βογγητό που κατάφερα να πνίξω χωρίς να ακουστώ σε όλη την πολυκατοικία, καρφώθηκα μέσα της και έμεινα ακίνητος με τον πρόεδρο να παθαίνει και πάλι συνδυασμό επιληπτικής κρίσης και headbanging.

Τραβήχτηκα προσεκτικά από μέσα της και πέταξα το προφυλακτικό στο καλαθάκι. Ξάπλωσα και πάλι και της άνοιξα την αγκαλιά μου και η Μελίτη χταποδιάστηκε πάνω μου σφιχτά.

«Σ’ αγαπάω!» μου είπε. «Πολύ-πολύ-πολύ!»

«Και που με βάζεις;» τη ρώτησα παιχνιδιάρικα.

«Μέσα μου!» μου είπε. «Πάνω μου! Κάτω μου! Δίπλα μου! Παντού!»

Ping!

«Κι εγώ, πολύ-πολύ-πολύ!» της απάντησα χαχανίζοντας.

«Άντεεεεεεε» μου έκανε παραπονιάρικα.

Ήταν μια ζωγραφιά!

«Λοιπόν, μαναράκι, έχω μια καταπληκτική ιδέα!» της πέταξα.

Ping!

«Μη με κρατάς σε αγωνία, κάθαρμα!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Λοιπόν, θα πάμε να κάνουμε ένα γρήγορο ντουζάκι να ξεπλυθούμε και μετά να με πας βόλτα με τη μηχανή!»

«Αμέ!» μου είπε ενθουσιασμένη και ξεχταποδιάστηκε με μια βιρτουόζικη κίνηση. «Πάμε! Τρέχουμε!»

Σηκώθηκα χαχανίζοντας και άρπαξα μια μεγαλοπρεπή στο δεξί κωλομέρι για να μάθω να κινούμαι “νωχελικά.” Και μετά μια δεύτερη, στο αριστερό κωλομέρι για να μην παραπονεθεί για προνομιακή μεταχείριση του δεξιού.

Καταφέρνοντας να διαπραγματευτούμε σε χρόνο ρεκόρ την θερμοκρασία του νερού (με δυο λόγια Μιχάλης βραστός) πήρα το σφουγγάρι.

«Γρήγορο ντουζ είπαμε!» μου υπενθύμισε.

«Γρήγορο ναι, πρόχειρο όχι μαναράκι! Ο Βρασίδας δεν κάνει βιαστικές δουλειές!» της είπα και η Μελίτη αποφασίζοντας ότι δε θα βγάλει άκρη μαζί μου, αφέθηκε στην περιποίηση, και εννοείται ότι σπατάλησα στους κορίτσαρους και στα επικώς επικά της έπη περισσότερο χρόνο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν.

Και όταν πήγα να τη γυρίσω ύπουλα και επιδέξια στο πλάι για να παίξουμε τις κουμπάρες, μουλάρωσε.

«Κάτσε φρόνιμα ρε νούμερο!» μου είπε, το οποίο συνοδεύτηκε από ένα δυνατούτσικο ping.

«Διαμαρτύρομαι εντόνως!» της δήλωσα κάνοντάς της μούτρα.

«Σκασμός κυρία Ελενίτσα!» μου είπε βάζοντάς με στη θέση μου. «Τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;»

«Θεός φυλάξοι!» της απάντησα κερδίζοντας φυσικά ακόμα ένα ping για ειρωνεία κατά της αρχής. «Κοκό μετά!» μου είπε καλοπιάνοντάς με, και μου το έκανε και ακόμα καλύτερα. “The epic way!” συμπλήρωσε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

«Ναι αλλά πρώτα θα παίξουμε τη σκάλα του Μιλάνου!» της είπα αρχίζοντας τα παζάρια. «Πρώτα θα τραγουδήσει η χοντρή και μετά όλα τα άλλα!»

«ΜΕ ΛΕΣ ΧΟΝΤΡΗ ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ;» με ρώτησε στουκάροντάς με.

Μαλάκα μου, τι ήταν αυτό που πέταξα; «Λάθος διατύπωση! Abort! Abort!» της είπα και το ύφος μου την έκανε να βάλει τα γέλια.

Τελειώσαμε το ντουζ και αφού σκουπιστήκαμε γυρίσαμε στο δωμάτιο για να ντυθούμε.

«Πού λες να πάμε;» με ρώτησε.

«Όπου θες!» της απάντησα. “You da boss!”


70. Da presentation

Την Τετάρτη η παρουσίαση έγινε τελικά σε… κλειστό κύκλο, και όχι μπροστά σε κανένα γεμάτο αμφιθέατρο όπως είχα καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου ότι θα γινόταν.

Και αποδείχτηκε ότι η προετοιμασία με τον Στέλιο κάθε άλλο παρά χαμένη είχε πάει· αυτή τη φορά οι διευκρινιστικές ερωτήσεις ήταν αισθητά λιγότερες, κυρίως γιατί είχα φροντίσει να χτίσω τις γέφυρες πριν αναγκαστούν να μου τις ζητήσουν. Και φυσικά, μεταξύ άλλων, με ρώτησαν και για την υπόθεση Cov ( ξ , ν ) = 0 .

Άντε Γιάννη πάλι τα καράβια, μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε λόγος να κρυφτώ πίσω από το εύρος της διατριβής μου. Για πρώτη φορά έκανα τη φιλοδοξία μου φανερή.

«Η διατριβή μου είναι ένα proof of concept,» ξεκίνησα. «Δείχνει ότι μπορούμε να εισαγάγουμε στοχαστικότητα στο πρόβλημα, να αποδείξουμε την ευστάθεια του συνεχούς συστήματος και στη συνέχεια να κατασκευάσουμε διακριτοποίηση που διατηρεί αυτή την ευστάθεια. Αυτό είναι το πρώτο σοβαρό βήμα προς μια γενικευμένη στοχαστική θεωρία δοκών τύπου Timoshenko–Ehrenfest.»

Έδειξα την εξίσωση.

Cov ( ξ(t) , ν ) = 0 , t ≥ 0

«Στο μοντέλο της διατριβής η στοχαστική διέγερση, ξ(t) , και η τυχαία μεταβλητότητα των ιδιοτήτων του υλικού, ν , θεωρούνται ασυσχέτιστες κατά δεύτερη ροπή.»

«Δεν απαιτούμε ανεξαρτησία. Απαιτούμε να μην υπάρχει γραμμική στατιστική σύζευξη μεταξύ των δύο πηγών τυχαιότητας. Είναι βολική υπόθεση, γιατί εξαφανίζει τους αντίστοιχους μεικτούς όρους, αλλά δεν είναι και παράλογη: αν ο μηχανισμός που δημιουργεί την εξωτερική στοχαστική διέγερση είναι διαφορετικός από τον μηχανισμό που δημιουργεί τη μεταβλητότητα των ιδιοτήτων του υλικού, η μηδενική διασταυρούμενη συνδιακύμανση είναι εύλογη πρώτη προσέγγιση.»

«Πώς δεν υπάρχει συσχέτιση;» με ρώτησε ένας μεταπτυχιακός. «Γέφυρες και συντονισμός!»

«Άλλο πράγμα,» του απάντησα. «Ο συντονισμός αφορά τη σχέση ανάμεσα στο συχνοτικό περιεχόμενο της διέγερσης και στις ιδιοσυχνότητες του συστήματος. Μπορείς κάλλιστα να έχεις συντονισμό και με στοχαστική διέγερση.»

Έδειξα ξανά τα ξ και ν .

«Αυτό που λέω εδώ είναι διαφορετικό. Δεν απαιτώ η διέγερση να μην επηρεάζει την απόκριση. Προφανώς και την επηρεάζει. Ούτε λέω ότι το υλικό δεν επηρεάζει την απόκριση. Το ν βρίσκεται ήδη μέσα στον τελεστή του προβλήματος. Λέω ότι, στο μοντέλο της διατριβής, οι δύο πηγές τυχαιότητας δεν θεωρούνται στατιστικά συζευγμένες μεταξύ τους.»

Σταμάτησα για μερικές στιγμές, προσπαθώντας να διαβάσω τις αντιδράσεις. Το βλέμμα μου στάθηκε στον Δημήτρη. Είχε το πιο θριαμβευτικό ύφος που μπορούσε να φορέσει άνθρωπος χωρίς να σηκωθεί όρθιος και να φωνάξει “AT LAST YOU ADMIT IT!”

Παίρνοντας θάρρος από την αντίδρασή του συνέχισα.

«Το πραγματικά ενδιαφέρον πρόβλημα αρχίζει όταν χαλαρώσει αυτή η υπόθεση. Όταν δηλαδή επιτρέψουμε στη στοχαστική διέγερση και στη στοχαστική μεταβλητότητα του ίδιου του υλικού να είναι συζευγμένες.»

Πήρα μια ανάσα.

«Και από εκεί και πέρα το πρόβλημα μεγαλώνει πολύ. Μιλάμε πλέον για στοχαστική μεταβλητότητα των παραμέτρων που υπεισέρχονται στην καμπτική και διατμητική δυσκαμψία, στη μάζα και στην περιστροφική αδράνεια, καθώς και για τις πιθανές συζεύξεις μεταξύ τους, όλα μέσα στην ίδια τη γενικευμένη διατύπωση Timoshenko–Ehrenfest.»

Σταμάτησα ξανά, αφήνοντάς το να καθίσει.

«Και αυτό είναι… αρκετά πιο φιλόδοξο και αρκετά ευρύτερο από το scope μιας διδακτορικής διατριβής.»

Και φυσικά ακολούθησε πλήρες ξεψάχνισμα της απόδειξής μου, ειδικά στα σημεία C ≥ 1 + δν και liminf h→0 λh = λ* > 0 .

«Έχεις υπολογίσει το δν και το λ* και το liminf h→0 λh = λ* > 0 ;»

«Πειραματικά μόνο,» απάντησα. «Το μικρότερο C που έχω βρει μέχρι στιγμής είναι περίπου 1.3126 , ενώ το λ* είναι πιο ενδιαφέρον· σε όλες μου τις μετρήσεις είναι ύποπτα κοντά στο π2 6 .»

Χαμογέλασα.

«Όσο και αν με έτρωγε, δεν κάθισα να το ψάξω περισσότερο, ωστόσο θα άξιζε κάποια στιγμή να δούμε αν είναι σύμπτωση ή όχι.»

«Ορίστε κύριοι!» με διέκοψε ο Παπαδάτος απευθυνόμενος στους μεταπτυχιακούς που παρακολουθούσαν τη διάλεξη. «Σας ανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό. Είναι σύμπτωση ή όχι;»

Spoiler Alert: Δεν ήταν· το απέδειξε ο Lorichenkov στην κοινή μας εργασία που οδήγησε στη γενίκευση του λήμματός μου για λ* και τελικά σε αυτό που έμελλε να γίνει γνωστό ως θεώρημα Αγραφιώτη-Lorichenkov. Το ακόμα πιο τρελό, ωστόσο, ήταν το δν . Όσο μειώναμε τη στοχαστική μεταβλητότητα του υλικού, ο λόγος δν σ ν 2 άρχισε, μέσα από αλλεπάλληλες μετρήσεις, να συγκλίνει ύποπτα προς το γ 2 , όπου γ η σταθερά Euler-Mascheroni που εδώ και τρεις αιώνες βασανίζει τους μαθηματικούς.

Μέχρι σήμερα που μιλάμε, ούτε εγώ, ούτε ο Vasya, ούτε κανείς άλλος, έχει καταφέρει να αποδείξει ότι για κάθε μη εκφυλισμένη κανονικοποιημένη κατανομή της στοχαστικής μεταβλητότητας του υλικού*

lim σν → 0+ δν σ ν 2 = γ 2

Αυτά ωστόσο ήταν ανησυχίες για το μέλλον (και όχι, αυτό δεν περιλάμβανε το να ψάξω αν πραγματικά το π2 6 είναι το liminf , ο στόχος μου ήταν άλλος.) Προς το παρόν αυτό που έπρεπε να γίνει άμεσα ήταν να ενσωματώσω τις νέες παρατηρήσεις που έγιναν στην τελική μορφή του paper.

Αυτό, αν ήθελα δηλαδή να έχω έστω και την παραμικρή ελπίδα για δημοσίευση στο Acta Mathematica φέτος, καθώς το τελευταίο βγάζει όλα και όλα τέσσερα τεύχη το χρόνο, και η διαδικασία αποδοχής είναι brutal και παίρνει συνήθως τρεις με τρεισήμισι μήνες—that is αν δεν φας χυλόπιτα μέσα σε δεκαπέντε-είκοσι μέρες.

Και φυσικά μετά τον τίτλο και πριν το abstract θα έμπαινε και η παρακάτω γραμμή, με italics.

Dedicated to my teachers, Mr. Grigoris Makropoulos and Mr. Kyriakos Theodorakakis ✝, who gave so generously of their time to teach me mathematics far beyond the school curriculum, and to my parents, Pantelis and Chrysi, and my brothers, Giorgos and Dimitris, without whose support none of this would have been possible.

Και φυσικά είχα και τον Δημήτρη που μου άναψε φωτιές με το που γυρίσαμε στο γραφείο.

«Λοιπόν, τώρα σταματάς να ασχολείσαι με οτιδήποτε άλλο μέχρι να τελειώσεις τη διατριβή σου,» μου δήλωσε με το που περάσαμε στο γραφείο του.

«Και η εργασία με τον Bales?» τον ρώτησα απορημένος.

«Για τις επόμενες δυο-τρεις εβδομάδες δε σε χρειαζόμαστε,» μου δήλωσε με βεβαιότητα. «Αυτό που επείγει είναι να τελειώσεις τις λεπτομέρειες που απομένουν για να πάμε για υπεράσπιση μέσα Σεπτέμβρη.»

«Είμαι σχεδόν στο 95%» του είπα (στην πραγματικότητα θεωρούσα ότι ήμουν 99% αλλά επειδή όλο και κάτι μπορούσε να προκύψει, δημοσίως ήμουν πιο συντηρητικός στις εκτιμήσεις μου.)

«Θαυμάσια!» μου απάντησε. «Μέσα Οκτώβρη λήγει η προθεσμία υποβολής για το ERC. Αν έχουμε θετική απάντηση και από το Acta Mathematica μέχρι τότε, ακόμα καλύτερα!»

“ERC????” τον ρώτησα γουρλώνοντας τα μάτια μου.

«Αν όχι εσύ τότε ποιος ρε Μιχάλη;» με ρώτησε με τόνο που πραγματικά έδειχνε ότι πιστεύει αυτό που λέει.

«Φιλόδοξο…» του απάντησα… «Πολύ φιλόδοξο.»

«Είναι,» μου είπε συμφωνώντας μαζί μου. «Και το να πάμε στη Σελήνη ήταν πολύ φιλόδοξο μέχρι που ο Kennedy είπε “Hold my beer,”» συνέχισε γελώντας. «Αν και όχι ακριβώς με αυτή τη διατύπωση!»

Το μυαλό μου δούλευε στις δέκα χιλιάδες στροφές. ERC!!! Μέχρι ενάμισι ολόκληρο εκατομμύριο σε ερευνητικό κονδύλι.

«Μόλις κλείσεις τη διατριβή, έχουμε μέχρι τα μέσα Οκτώβρη να ετοιμάσουμε την πρόταση για να τους πείσουμε ότι υπάρχει σοβαρός μαθηματικός δρόμος προς τη γενίκευση της θεωρίας Timoshenko–Ehrenfest, ώστε να περιγράφει στοχαστικές παραμορφώσεις και σε πραγματικά υλικά, με τη δική τους στοχαστική μεταβλητότητα. Και η διατριβή σου είναι το πρώτο βήμα. Είναι το proof of concept που είπες κι εσύ ο ίδιος!»

«Ναι, έχουμε ένα μικρό θέμα!» του έκανα αναστενάζοντας. «Η μαμά-Πατρίδα με περιμένει με το τουφέκι!»

«Και όπως σου έχω εξηγήσει πολλάκις, τέσσερις μήνες στο Λουτράκι και ούτε που θα σε ματαξαναδούν. Ευκαιρία σου να ξεκουράσεις και λίγο το μυαλό σου, δεν είναι τόσο χάλια ο στρατός όσο φοβάσαι!»

Του ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο.

«Ουσιαστικά αυτοί οι τέσσερις μήνες θα είναι οι τελευταίοι πραγματικά care free μήνες της ζωής σου για τα επόμενα χρόνια!»

«Οκ,» του απάντησα. «Πάω στο γραφείο να κάνω όση δουλειά προλαβαίνω για σήμερα γιατί στις έξι θα περάσει να με πάρει και ο λοχαγός!»

«Λοχαγός!» επανέλαβε χαχανίζοντας.

«Α, ναι. Την Παρασκευή θα κάνω home office καθώς στις πέντε πρέπει να είμαστε στα ΚΤΕΛ, θα ανέβουμε Καρδίτσα για το ΣΚ για να παραλάβω το αυτοκίνητο!»

«Άντε με το καλό!» μου ευχήθηκε, καθώς του είχα ήδη πει για το δώρο που μου έκαναν οι γονείς μου και τα αδέρφια μου. «Και Δευτέρα πρωί να έρθεις με αυτό να στο ασημώσω!»

«Εντάξει!» του είπα χαμογελώντας. «Λοιπόν, πάω τώρα… Αν με χρειαστείς σφύρα κλέφτικα!»

Επέστρεψα στο γραφείο μου αλλά πρώτα έπρεπε να πάρω τηλέφωνο στους δικούς μου και να τους πω ότι τελικά θα ανέβω αυτή την Παρασκευή στο χωριό. Συν, φυσικά, του ότι δεν θα ανέβαινα μόνος μου, κάτι που δεν τους το είχα πει ακόμα.

«Αγόρι μου!» άκουσα τη φωνή της μητέρας μου στο τηλέφωνο.

«Γεια σου μαμά!» της είπα χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. «Τι κάνετε;»

«Καλά είμαστε εμείς!» μου είπε. «Εσύ τι κάνεις; Πώς πήγε η παρουσίασή σου;»

«Πολύ καλά!» της είπα. «Τώρα θα κάτσω να γράψω τις τελευταίες παρατηρήσεις για να στείλω την εργασία για δημοσίευση.»

«Μπράβο αγόρι μου!» μου είπε με τη φωνή της να πλημμυρίζει από υπερηφάνεια, και μετά έγινε πιο πειραχτική. «Τι κάνει το κορίτσι σου;»

«Μια χαρά είναι το κορίτσι μου… και βασικά… αυτό ήθελα να σου πω… Την Παρασκευή θα ανέβουμε μαζί στο χωριό!»

«Ποιο είναι το αγαπημένο της φαγητό;» ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησε, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

Η Μελίτη, όπως κι εγώ, έτρωγε σχεδόν τα πάντα, δεν είχε ιδιαίτερες προτιμήσεις. Λάτρευε ωστόσο τα σιροπιαστά, και θέλοντας να προσέχει τη διατροφή της, δεν τα έτρωγε συχνά. Και η Χρυσή έκανε γαλακτομπούρεκο που μπορούσε να ξεκινήσει πολέμους για ένα κομμάτι του.

«Δεν έχει ιδιαίτερες προτιμήσεις στο φαγητό,» της είπα, «τρώει τα πάντα! Όταν της είχα φτιάξει κλέφτικο κόντεψε να μου φάει και τα πιάτα!» συμπλήρωσα γελώντας. «Ωστόσο…» συνέχισα χαμηλώνοντας συνωμοτικά τη φωνή μου «λατρεύει τα σιροπιαστά. Φτιάξε ό,τι θέλεις… αρκεί να συνοδεύεται από το γαλακτομπούρεκό σου!»

«Γαλακτομπούρεκο τότε!» μου είπε. «Τι ώρα θα έρθετε;»

«Βασικά έχουμε κλείσει με των πέντε από την Αθήνα, οπότε γύρω στις οκτώ θα είμαστε Καρδίτσα.»

«Ωραία! Θα το πω του πατέρα σου να έρθει να σας περιμαζέψει.»

«Έγινε!» της είπα. «Θα πάρω και το Γιώργο και το Δημήτρη αν είναι για να μαζευτούμε όλοι μαζί την Κυριακή!»

«Θα τους το πω εγώ,» με διαβεβαίωσε. «Και θα πω και στο Δημήτρη να έρθει να αφήσει το αυτοκίνητο εδώ, να μπορέσετε να βγείτε με το κορίτσι καμιά βόλτα το βράδυ!»

«Εντάξει μανούλα!» της είπα χαρούμενος. «Λοιπόν, θα σε κλείσω τώρα για να τελειώσω γιατί μετά τις έξι έχω απαγόρευση κυκλοφορίας από την ανωτέρα στρατιωτική διοίκηση!»

«Να ξέρεις ότι την αγάπησα λίγο παραπάνω!»

Και που να τη γνώριζε καλύτερα!



71. Καρδιτσικιστάν

Έχοντας ετοιμάσει τα πράγματά μας από την Πέμπτη το βράδυ, την Παρασκευή τέλειωσα το home office γύρω στις τρεις, και στο μεταξύ είχε επιστρέψει και η Μελίτη από το Dojo της.

«Πάω να κάνω ένα ντουζάκι!» μου είπε αφού ήρθε στο γραφείο μου και με χαιρέτησε.

«Μαναράκι, αυτά τα κομμουνιστικά που ήξερες να τα ξεχάσεις μαζί μου!» της είπα. «Θα ΚΑΝΟΥΜΕ ντουζάκι!»

Η Μελίτη έβαλε τα γέλια. «Άμα μπούμε μαζί ΔΕ θα κάνουμε μόνο ντουζάκι, και είναι ήδη τρεις!»

«Θα είμαι γρήγορος!» τη διαβεβαίωσα. «Αλλά όχι πρόχειρος!»

«Αλίμονο!» μου είπε χαχανίζοντας πάλι. «Άντε, νούμερο, πάμε!»

Με το χρόνο να μας πιέζει δε φάγαμε και πολλή ώρα στις διαπραγματεύσεις για τη θερμοκρασία του νερού—το οποίο παραδόξως για σήμερα δεν ήταν σε σημείο βρασμού—και την έλουσα στα γρήγορα και μετά την έπλυνα σε όλο της το σώμα, και πάλι αφιερώνοντας πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν σε κορίτσαρους και επικά έπη.

Η Μελίτη είχε τα κέφια της και παρά την πίεση του χρόνου με έβαλε να κάτσω στο πλατύ της μπανιέρας… και ούτε του παπά. Σήμερα μάλιστα κατάφερε για πρώτη φορά να με πάρει όλο μέσα στο στόμα της, και αν και το έκανε κάπως αδέξια, η αίσθηση ήταν απίστευτη. Βέβαια δεν ήταν ακόμα έτοιμη για τέτοια κόλπα, οπότε καλού κακού έβαλε το χέρι της ως stop και συνέχισε με ενθουσιασμό.

Ο πρόεδρος να δείτε ενθουσιασμούς στο τέλος, μιλάμε ένιωσα τα μάτια μου να γυρίζουν λες και μετράγανε λίτρα, να πούμε, και η Μελίτη κατάπιε, αν και όχι χωρίς τη συνηθισμένη χαριτωμένη γκρίνια, η οποία εννοείται ότι συνοδεύτηκε από τα καθιερωμένα pings όταν σηκώθηκε.

Ένα για την ποσότητα, ένα για τη γεύση, και ένα χωρίς λόγο, έτσι, για την αλητεία.

«Χθες μου έριξες ping γιατί η ποσότητα ήταν ύποπτα λίγη!» της παραπονέθηκα. «Τι να κάνω ο αγνωστικιστής άθεος; Φρόντισα να γεμίσω!»

Και νέο ping για άσκοπη διαμαρτυρία.

Όταν πήγαμε να ντυθούμε εννοείται ότι προθυμοποιήθηκα να κάνω το σουτιέν της, και μάλιστα είχα ετοιμάσει και ένα καταπληκτικό podcast για τη φυλή της νήσου Σέντινελ, αλλά η Μελίτη δεν ψήθηκε, και με τη δικαιολογία ότι και καλά θα καθυστερούσαμε αρνήθηκε τις υπηρεσίες μου.

Meh!

Τη συζήτηση για το αν θα μετακόμιζε Καρδίτσα, κρίνοντας από το μέγεθος της βαλίτσας της, την είχαμε κάνει ήδη χθες όταν ετοίμαζε τα πράγματά της για το ΣΚ. Παρά το χαβαλέ πάντως βόλευε, καθώς στριμώξαμε και τα δικά μου πράγματα στην ίδια βαλίτσα, οπότε δε θα χρειαζόταν να κουβαλάμε δύο μαζί.

Κάπως έτσι, λίγη ώρα αργότερα, περιμέναμε στη στάση για το 221 που θα μας κατέβαζε στον Ευαγγελισμό. Από εκεί πήγαμε Σύνταγμα και αλλάξαμε μετρό για να πάμε Μοναστηράκι, και από εκεί ΗΣΑΠ μέχρι τα κάτω Πατήσια, και ευτυχώς που η βαλίτσα είχε ρόδες γιατί αλλιώς θα μας έβγαινε η ψυχή να την κουβαλήσουμε μέχρι τα ΚΤΕΛ.

Long story short, ήμασταν στο Σταθμό Λιοσίων with ten minutes to spare, οπότε μιας και είχε ξεκινήσει το φόρτωμα, βάλαμε τη βαλίτσα στο χώρο αποθήκευσης του πούλμαν και πήγαμε και κάτσαμε στις θέσεις μας, με τη Μελίτη να κάθεται στο παράθυρο.

Έχοντας πάρει το express, που δεν κάνει δηλαδή ενδιάμεσες στάσεις, το πούλμαν πήγε από τη νέα Εθνική Λαμίας-Τρικάλων—που σύμφωνα με τα λεγόμενα θα έφτανε τελικά μέχρι και την Εγνατία—η όλη διαδρομή κράτησε λίγο πάνω από τις τρεις ώρες.

Η Μελίτη που δεν είχε ταξιδέψει ξανά σε αυτή τη διαδρομή κοίταζε έξω από το παράθυρο, γεμίζοντας το μυαλό της με καινούργιες εικόνες.

«Λοιπόν, πώς νιώθεις που θα επισκεφτείς των Οίκο των Αγραφιωταίων;» τη ρώτησα πειρακτικά.

«Λόρδε μου εσύ!» μου είπε χαχανίζοντας. «Μια χαρά μωρουλίνι μου, σου υπενθυμίζω ότι εγώ δεν είμαι κοτάρα σαν τον Βενιαμίν του περιλάλητου οίκου της οροσειράς των Αγράφων!»

«Βουνό, είναι,» τη διόρθωσα μηχανικά, «όχι οροσειρά! Οι οροσειρές είναι διαφορετικό πράγμα—»

Ping!

«Η Πίνδος είναι οροσειρά!» συνέχισα απτόητος τα μαθήματα βασικής γεωγραφίας, για να εισπράξω και δεύτερο ping.

«Με βλέπεις να γελάω Αγραφιώτη;» με ρώτησε δήθεν ενοχλημένη.

«Η αλήθεια είναι ότι το πρόσωπό σου είναι χαμογελαστό!» της απάντησα, για να εισπράξω και τρίτο κατά σειρά ping.

«Μου λες πώς σε άντεχαν οι δικοί σου;» με ρώτησε με απόγνωση.

«Χα! Εδώ κάνεις λάθος!» της είπα θριαμβευτικά. «Τους άρεσε να με ακούν, με καμάρωναν!» (Παύση). «Βέβαια δυο-τρεις φορές τα αδέρφια μου με είχαν πετάξει στην ποτίστρα της αγελάδας, αλλά εντάξει… Καλοκαίρι ήταν και η Μαυρούλα δε διαμαρτυρήθηκε, ίσα-ίσα βρήκε ευκαιρία να με κάνει ακόμα πιο σύχριστο, λες και ήταν κανένα κοπρόσκυλο να πούμε.»

«Έχετε αγελάδα;» με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

«Αγελάδες,» της απάντησα χαμογελαστά. «Δύο, τη Μαυρούλα και την κόρη της, την Μαλάμω!»

«Αχ! Αχ!» μου έκανε χαρούμενη. «Είναι φιλικές;»

«Γελάδια είναι, τάισέ τα με το χέρι και θα γίνουν κολλητές σου!» της απάντησα διασκεδάζοντας με τον ενθουσιασμό της. «Επίσης έχουμε δύο κατσίκες και τον Κερατόσαυρο-»

«Τον ποιον;» με ρώτησε βάζοντας τα γέλια.

«Τον τράγο τον λέμε Κερατόσαυρο! Άτιμο ζώον, Μελιτάκι μου, έτσι και κάνεις ότι σκύβεις μπροστά του σε έχει στείλει στο γειτονικό ΤΚ…»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Και τα ΤΚ στην Καρδίτσα δεν είναι σαν της Αθήνας… είναι μεγάλα σε έκταση!» συμπλήρωσα, κάνοντάς τη να ξεκαρδιστεί ακόμα πιο έντονα.

«Οκ, μήνυμα ελήφθη, να μην κουνάω τον κώλο μου στον Κερατόσαυρο!» μου είπε όταν βρήκε τις ανάσες της.

«Ναι, και μην κοιτάς που ξέρεις Aikido… αυτός ξέρει kung-fu και έχει και κέρατα!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Οπότε ναι, αυτόν μόνο ο πατέρας μου τον κουλαντρίζει… και φυσικά η Χρυσή με την παντόφλα!»

«Παντόφλα;;» με ρώτησε βάζοντας και πάλι τα γέλια.

«Μωρό μου όταν η Χρυσή βγάζει παντόφλα, όλα τα αρσενικά στο κτήμα ψάχνουν μέρος να κρυφτούν!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Και ο Παντελής;»

«Ειδικά ο Παντελής!» της είπα γελώντας.

«Μητριαρχία κανονική δηλαδή!» μου είπε χαχανίζοντας ακόμα.

«Θα σου πω ένα μυστικό…» της είπα. «Στην παραδοσιακή Ελλάδα, στα τις οικογένειας υπήρχε πάντα μητριαρχία!» (Παύση) «Στην δική μας περίπτωση υπάρχει Μελιτιαρχία και ping!»

«Έχω και παντόφλες!» μου δήλωσε χαχανίζοντας και πάλι. “Be afraid, Αγραφιώτη, be very afraid!”

«Και που τις έχεις, σάμπως τις φοράς και ποτέ; Όλο σαν το ξυπόλυτο γυφτάκι τριγυρνάς στο σπίτι!»

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΓΥΦΤΑΚΙ!» μου είπε και προς εμπέδωση ακολούθησε και ping. «Είμαι… εντόνως μελαχρινή!»

«Μη μου αλλάζεις κουβέντα, για τις παντόφλες που δε φοράς ποτέ είναι η συζήτηση!» συνέχισα να την πειράζω.

«Δε βαριέσαι,» μου είπε φιλοσοφημένα. «Ήταν και ο λόγος που έγινα πιο νοικοκυρά, και σκουπίζω και σφουγγαρίζω πιο τακτικά!»

«Και μπράβο σου!» της είπα με καμάρι.

«Βέβαια, σε ψυχαναγκασμό δεν φτάνω ούτε το δαχτυλάκι σου, αλλά ομολογώ ότι έχει τα θετικά του!»

«Δεν…» ξεκίνησα να λέω αλλά σταμάτησα, ποιον κοροϊδεύω; Στο λεξικό, στον ορισμό του ψυχαναγκαστικού θα μπορούσαν να βάλουν τη φωτογραφία μου.

«Δεν;» μου είπε προσπαθώντας να ρίξει δόλωμα!

«Δεν σχολιάζω!»

«Έλεγα… μήπως…» συνέχισε να με τσιγκλάει.

Σοφά ποιώντας έκανα την πάπια και άλλαξα και θέμα συζήτησης. «Θα σου αρέσει το σπίτι!» της είπα. «Έχουμε όμορφη θέα από τη βεράντα, και μέσα ακόμα και όταν ο κάμπος ψήνεται—και αν δεν έχεις βιώσει ζέστη του κάμπου δεν έχεις ιδέα τι θα πει ζέστη—μέσα είναι δροσερά.»

Χαμογέλασα.

«Το βράδυ θα ξέρεις θα χρειαστούμε τουλάχιστον κουβερλί, αν όχι κουβέρτα που είσαι και κρυουλιάρα!»

«Θα χταποδιαστώ πάνω σου να ζεσταθώ!» μου ανακοίνωσε.

«Έτσι κι αλλιώς χταποδιάζεσαι!» της είπα χαμογελώντας. «Και για να μην ξεχνιόμαστε, σου απαγορεύω να μη χταποδιάζεσαι!»

«Τότε τι γκρινιάζεις ότι ζεσταίνεσαι; Ε; Ε; Ε;»

«Κόλπο είναι για να σου κρατάω σε εγρήγορση τα σαδιστικά σου ένστικτα!» της είπα συνωμοτικά. «Δεν είσαι η μόνη αγκαλίτσα!»

Τρυφερό ping!

«Καλά σε λέω Αγραφιώτη Μακιαβέλλι!» μου είπε χαμογελαστή και έγειρε πάνω μου σφίγγοντάς μου το δεξί μου μπράτσο. «Ιχλίμιντριχ!»

«Ιχλίμιντριχ auch» της απάντησα και της έδωσα ένα τρυφερό φιλί.

«Και δε μου λες, πέραν του Michalious scientificus, των γελαδιών και του Κερατόσαυρου, τι άλλα είδη πανίδας υπάρχουν στη… χασιέντα του οίκου των Αγραφιωταίων;»

«Χασιέντα θα ήταν αν λεγόμασταν Αγραφιώτεθ!» της απάντησα κάνοντάς την να βάλει τα γέλια. «Όσο από ζα… έχουμε κότες, έχουμε μια αγέλη από κοπρόγατα, και τη Χουανίτα, την όμορφη μικρή τσομπάνα! Που δεν την λες ακριβώς και μικρή, 70 κιλά γαϊδάρα είναι! Και έχουμε και τον Βλαχοδήμαρχο, τον γαϊδουράκο μας, αν και τώρα έχει βγει στη σύνταξη!»

«Βλαχοδήμαρχο;» με ρώτησε βάζοντας και πάλι τα γέλια.

«Βασικά Μένιο τον είχαμε ονομάσει αλλά όπως πήγαινε καμαρωτός-καμαρωτός αρχίσαμε να τον λέμε Βλαχοδήμαρχο και τελικά του έμεινε!» της είπα χαμογελώντας. «Είναι αυτό που λένε κάλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα!»

«Πώς και έχετε θηλυκό τσομπανόσκυλο;» με ρώτησε με περιέργεια.

«Για να μην αφήνουν τις θηλυκές αλεπούδες να κάνουν πλιάτσικο!» της είπα και έβαλε τα γέλια. «Σοβαρά μιλάω!» της είπα. «Αν έχεις αρσενικά οι αλεπούδες τους κάθονται και μετά το κοτέτσι γίνεται all-you-can-eat μπουφέ! Στα θηλυκά δεν περνάνε αυτά!»

«Α, στο διάολο!» μου είπε εντυπωσιασμένη.

«Αμέ!» της είπα. «Και πολλά χρόνια πριν, εγώ ίσα που τον πρόλαβα γεράκο, είχαμε και τον Διαμαντή, ο οποίος ήταν λύκος του βουνού που ο πατέρας μου τον είχε βρει στο κυνήγι κουτάβι και τον είχε περιμαζέψει!»

«Λύκος-λύκος;» με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

«Με σφραγίδα ΠΟΠ!» της είπα χαχανίζοντας. «Γενίτσαρος σκέτος, δεν τόλμαγε να πλησιάσει λύκος στο χωριό! Εκτός από αυτόν, δηλαδή!»

«Τι λες τώρα;» μου έκανε εντυπωσιασμένη.

«Να φανταστείς ο πατέρας μου του είχε φτιάξει και ειδικό περιλαίμιο που φωσφόριζε στο σκοτάδι να μη μπερδευτεί κανείς συγχωριανός και τον πυροβολήσει!»

«Και κυκλοφορούσε έτσι, χύμα;» με ρώτησε απορημένη.

«Το χειμώνα τη νύχτα στο χωριό δεν κυκλοφορείς χωρίς συνοδεία σκύλων ή τουφεκιού μωρό μου,» της εξήγησα. «Ειδικά αν ο χειμώνας είναι βαρύς.»

Η φουκαριάρα η Μελίτη είχε πάθει πολιτισμικό σοκ, με κοίταγε με γουρλωμένα μάτια. «Κι εσύ κυκλοφορούσες με τουφέκι;»

«Κι εγώ, και ο Στέλιος, και οποιοσδήποτε έπρεπε για οποιονδήποτε λόγο να κυκλοφορήσει νύχτα στο χωριό. Ο Στέλιος έχει σκοτώσει και λύκο, να ξέρεις!»

“WHAT????”

«Ήταν με την αδερφή του τη Μαρία, ήταν δώδεκα χρονών και είχε πάει να την πάρει από τη γιαγιά της. Τους την έπεσε μια αγέλη και ο Στέλιος σκότωσε τρεις λύκους πριν οι άλλοι το βάλουν στα πόδια!»

“Damn!” είπε η Μελίτη μην πιστεύοντας στ’ αφτιά της.

“Yup,” της απάντησα χαμογελαστός. «Η πραγματικότητα των απομονωμένων ορεινών χωριών είναι… πολύ λιγότερο ρομαντική.»

«Ναι… στην Κεφαλονιά το πιο εξωτικό πράγμα που μπορείς να δεις είναι καμιά ξέμπαρκη καρέτα-καρέτα!»

“You’re traveling through another dimension, a dimension not only of sight and sound but of mind; a journey into a wondrous land whose boundaries are that of imagination. Next stop, the Twilight Zone!” της έκανα και με κοίταξε λίγο περίεργα είναι η αλήθεια.

«Τι λες μωρέ;» μου είπε γελώντας.

«Όταν επιστρέψουμε Αθήνα!» της υποσχέθηκα. «Πρέπει οπωσδήποτε να δεις αυτή τη σειρά, θα τη λατρέψεις!»

«Μέσα!» μου έκανε ενθουσιασμένη.

Το ταξίδι γενικά κύλισε χωρίς άλλες ιδιαίτερες συγκινήσεις και τελικά λίγο μετά τις οκτώ φτάσαμε στη μαγευτική Καρδίτσα. Κατεβήκαμε από το πούλμαν και αφού πήραμε τη βαλίτσα μας βγήκαμε από τα ΚΤΕΛ όπου στη θεωρία θα μας περίμενε και ο πατέρας μου.

Nope, αυτός που μας περίμενε ήταν ο Δημήτρης! Ψηλός και αυτός—και οι τρεις είμαστε ψηλοί, με μένα να έχω την τιμή να είμαι ο ψηλότερος—και έχοντας πάρει από τον πατέρα μου, όπως και ο άλλος μου ο αδερφός, είναι μελαχρινός και όχι καστανόξανθος όπως του λόγου μου. Από την άλλη εγώ είμαι σαν όρθιο στειλιάρι, ενώ Γιώργος και Δημήτρης είναι αμφότεροι ντούκια σαν τον Θέμη, τον φίλο της Κωνσταντίνας.

«Δημήτρη;» του έκανα απορημένος. «Ήταν να έρθει ο μπαμπάς!» του είπα.

«Ο μπαμπάς το πρωί είχε την ατυχή έμπνευση να σκύψει να μαζέψει μια κότα ξεχνώντας ότι είναι 70 χρονών!» μου είπε χαχανίζοντας, και μετά πρόσεξε την Μελίτη που μας κοιτούσε ντροπαλά. «Είναι αλήθεια! Υπάρχεις!» της είπε, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Να σας συστήσω,» του έκανα γελώντας με τη σειρά μου. «Από εδώ ο Δημήτρης, ο μεσαίος της οικογένειας. Και από εδώ η Μελίτη, και όχι, δεν είναι φαντασίωση της κυρίας Ουρανίας! Υπάρχει!»

«Χαίρω πολύ!» της έκανε ζεστά ο αδερφός μου και η Μελίτη με χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό της του έσφιξε το χέρι. «Μια χαρά κοπέλα φαίνεσαι, τί του βρήκες;»

Καλά θα πήγαινε το ΣΚ… lol!


72. Deadwood

Και εκεί με περίμενε η δεύτερη έκπληξη, το κερασί νέο μου αυτοκίνητο, το οποίο έλαμπε.

«Να ξέρεις ότι το πήγα και στο πλυντήριο, μεγάλη η χάρη σου!» μου είπε ο Δημήτρης πειράζοντάς με. «Και επειδή είσαι γνωστός μπατίρης στο γέμισα και με βενζίνη!» συνέχισε και μετά γύρισε προς τη Μελίτη. «Αλήθεια, τώρα, τι του βρήκες;»

«Η πίστη σου στον μικρό σου αδερφό με συγκινεί βαθύτατα, να ξέρεις!»

«Όχι εντάξει…» είπε χαχανίζοντας. «Περί ορέξεως!»

«Έλα μωρέ, καλούλης είναι!» του είπε η Μελίτη. «Εντάξει, ξεχνάει να φάει και είναι και λίγο σπαζοκλαμπάνιας με τα trivia…» είπε και σταμάτησε. «Τις προάλλες μου πέταξε τα λατινικά ονόματα τριών ειδών τερμιτών, λες και μου ανέφερε, να πούμε, ηθοποιούς του Hollywood!»

«Γι’ αυτό υπάρχει λύση!» την διαβεβαίωσε. «Πιθανότατα δεν στο έχει πει, αλλά τον κάναμε συχνά βουτιά στην ποτίστρα της αγελάδας μας, της Μαυρούλας!»

«Χαχαχα, και όμως μου το ανέφερε! Και τη Μαυρούλα, και την κόρη της τη Μαλάμω, και τον Κερατόσαυρο, και τον Βλαχοδήμαρχο και τη Χουανίτα!» είπε χαχανίζοντας. «Α, και τα κοπρόγατα, αν και για δαύτα δε μου έδωσε βιογραφικό!»

«Άτιμο πλάσμα αυτός ο Κερατόσαυρος!» μου επιβεβαίωσε αναστενάζοντας. «Μιλάω από προσωπική εμπειρία!»

«Σε είχε στείλει σε γειτονικό ΤΚ;» τον ρώτησε γελώντας.

«Άστα να πάνε…» της είπε αναστενάζοντας και πάλι. «Το θυμάμαι και πονάει ο κώλος μου!»

«Ναι, μου τα είπε τα κατορθώματά του!» του απάντησε η Μελίτη γελώντας με τη σειρά της.

«Ρε συ,» του είπα αφού φορτώσαμε το αυτοκίνητο, «εσύ πως θα κατέβεις ξανά Καρδίτσα;»

«Τι πώς θα κατέβω ρε παπάρα;» μου είπε με απόγνωση. «Εμένα στο σπίτι θα με αφήσεις, τι στο έφερα το αυτοκίνητο;»

«ΑΑΑΑ!!! Θα δούμε και τον Παντελή, junior, the third!» είπα ενθουσιασμένος. «Δεν κοιμάται ακόμα, έτσι;»

“Third?” ρώτησε η Μελίτη.

«Ναι βρε,» της εξήγησα. «Παντελή λένε και τον μεγάλο του άλλου μας του αδερφού!»

«Ξύπνιος και με ορέξεις ήταν πριν δέκα λεπτά που έφυγα για να έρθω να σας πάρω,» μας είπε.

«Ωραία! Ωραία!» είπα τρίβοντας τα χέρια μου και άνοιξα στη Μελίτη για να περάσει στο πίσω κάθισμα. Έκανα να κάτσω στη θέση του συνοδηγού και έφαγα απαγορευτικό.

«Δε θα σου κάνω τον ταρίφα, παπάρα!» μου είπε. «Δικό σου είναι πλέον!» συνέχισε, και μπήκε στη θέση του συνοδηγού.

Ξεροκατάπια, και πήγα το γύρο του αυτοκινήτου και κάθισα στη θέση του οδηγού. Ο Δημήτρης είχε δεθεί ήδη, και το ίδιο και η Μελίτη. Χάιδεψα για λίγο το τιμόνι, και έβαλα μπρος.

Ανεβήκαμε και οι τρεις μαζί στο δεύτερο όροφο που έμεναν, όπου μας περίμενε η Μαρία με τον Παντελή Jr the second. Κοντούλα, το πολύ γύρω στο ένα εξήντα, καστανόξανθη και μόνιμα χαμογελαστό πρόσωπο, ήταν αδύνατο να την δεις και να μην σε κολλήσει κι εσένα το χαμόγελό της. Δεν την έλεγες κάτι παραπάνω από γλυκούλα, αλλά ήταν τέτοια η αύρα της που σ’ έκανε να τη συμπαθήσεις από την πρώτη ματιά.

«Καλώς τους!» μας έκανε πρόσχαρη! «Παντελή πες γεια στο θείο και την Μελίτη!»

«Τσα!» του έκανα εγώ και ο μικρός με κοίταξε προσπαθώντας να θυμηθεί ποιος είμαι.

«Τι κούκλος είσαι εσύ;» του έκανε πρόσχαρα η Μελίτη. «Φραντζολάκι είσαι; Ναι! Φραντζολάκι είσαι!» συνέχισε κάνοντας του καραγκιοζιλίκια και κερδίζοντας επάξια ένα χαρούμενο γέλιο από το μωρό. «Χαίρω πολύ, Μελίτη!» είπε και έδωσε το χέρι της στη Μαρία.

«Επίσης!» της έκανε ανταποδίδοντας το χαμόγελο. «Μη στέκεστε, περάστε!» μας έκανε, και βρήκα την ευκαιρία και πήρα το ανιψάκι μου αγκαλιά, ο οποίος βρήκε ενδιαφέρον το μούσι μου.

«Σιγά βρε τέρας!» του είπα καθώς μου το τράβηξε δυνατά, κερδίζοντας ένα ενθουσιασμένο γελάκι.

Μην έχοντας δει ποτέ τη Μελίτη με μωρό ή με παιδί, και παρά τη διαβεβαίωσή της ότι της αρέσουν τα παιδιά, δεν ήξερα τι ακριβώς περίμενα, πάντως όχι αυτό που είδα. Για κάποιο λόγο έκανε κλικ στη μωρουδίστικη κεφάλα του Παντελή που γέλαγε με κάθε καραγκιοζιλίκι που του έκανε.

Οκ, είχα να τον δω και σχεδόν ενάμιση μήνα, και όντας τεσσεράμισι μηνών δεν είχα προλάβει παρά τις πρώτες απόπειρες για χαμόγελο. Τώρα, έξι μηνών σχεδόν είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα μωρουδίστικα γέλια, και βρίσκοντας τη Μελίτη πολύ του γούστου του, έδωσε ρεσιτάλ.  

Καθίσαμε στα παιδιά μέχρι τις εννιά, και αν δεν μας έπαιρνε τηλέφωνο η Χρυσή να μας θυμίσει ότι έχουμε και ένα σπίτι στο χωριό, ακόμα εκεί θα ήμασταν.

«Ναι μαμά, ερχόμασταν… απλά ήταν ξύπνιος ο εγγονός σου!»

«Δεν είναι κούκλος;» ρώτησε η περήφανη χαζογιαγιά. «Σα φραντζολάκι!» συνέχισε και έβαλα τα γέλια.

«Και η Μελίτη αυτό ακριβώς του είπε! Τι φραντζολάκι είσαι εσύ;!»

«Τα μεγάλα πνεύματα!» μου απάντησε η Χρυσή. «Λοιπόν, για ανεβείτε σιγά-σιγά, μην κρυώσει και ο κόκορας!»

«Μας έκανες κόκορα κρασάτο;» τη ρώτησα σχεδόν τσιρίζοντας, ήταν το αγαπημένο μου φαγητό της Χρυσής!

«Εμ, τι έτσι θα σας άφηνα;» μου απάντησε με καμάρι. «Άντε, σας περιμένουμε!»

Χαιρετίσαμε τα παιδιά με τη διαβεβαίωση ότι θα τα πούμε την Κυριακή που θα ανέβαιναν πάνω, όπως και ο Γιώργος με την σύζυγό του τη Σταματίνα και τα άλλα μου ανίψια, τον Παντελή και την Ανθούλα, και μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήραμε το δρόμο για το χωριό, το οποίο είναι μιάμιση ώρα δρόμος, όχι αστεία.

«Μέχρι το Μουζάκι είναι καλά,» της είπα. «Μετά αρχίζει το στροφιλίκι…»

«Καλή παρέα να υπάρχει!» μου είπε χαμογελώντας και μου χάιδεψε το χέρι που ήταν στον λεβιέ των ταχυτήτων. «Αλήθεια, γιατί είμαστε στη μούγκα;»

«Καλή ερώτηση!» της είπα. «Το ηχοσύστημα που έχει βάλει ο Δημήτρης έχει και Bluetooth, οπότε μπορείς να το συνδέσεις να παίξεις μουσική από το κινητό.»

«Θα έχει δίκτυο στο δρόμο;» με ρώτησε.

«Μέχρι το Μουζάκι θα έχει…» της είπα. «Από εκεί και πέρα, not so much!»

«Στο χωριό;» με ρώτησε.

«4G,» της είπα. «Αξιοπρεπής ταχύτητα, σαν 50άρι VDSL,» συνέχισα. «Αλλά στη διαδρομή σε πολλά σημεία δεν έχει σήμα.»

«Οκ, βάζω ράδιο από internet,» μου είπε, «και όπου πιάσει!»

Δεν πολυμιλούσαμε στο δρόμο, εγώ ήμουν hyper-focused στο σκοτεινό δρόμο με τις στροφές και η Μελίτη χάζευε από το παράθυρο την ομορφιά του τοπίου, και λίγο μετά τις δέκα και είκοσι φτάσαμε στο χωριό, και πήραμε την απότομη ανηφόρα που οδηγούσε στο κτήμα μας.

Σταμάτησα σε ένα πλάτωμα και έσβησα τη μηχανή. «Καλώς ήρθες στο κάστρο του οίκου των Αγραφιωταίων!» της έκανα χαμογελαστός.

Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και πήρα την βαλίτσα από το πορτμπαγκάζ. «Να σου πω, δε μου δίνεις το ζακετάκι μου;» με ρώτησε η Μελίτη, καθώς παραέκανε δροσιά για τα γούστα της και ήταν και κρυουλιάρα.

«Είδες που είχα δίκιο που επέμεινα να το βάλεις πάνω-πάνω;»

Ένα υπεργολαβικό ping αργότερα η Μελίτη φόρεσε το ελαφρύ ζακετάκι της, και πήρα την βαλίτσα για να πάμε μέσα.

«Δε θα βάλεις συναγερμό;» με ρώτησε με απορία, κάνοντάς με να χαμογελάσω.

«Μωρό μου ο μόνος λόγος που έκλεισα τα παράθυρα ήταν για να μη μπει μέσα κανένας ποντικός ή καμιά νυχτερίδα!» της εξήγησα. «Εδώ είναι… χωριό, ξεκλείδωτο με ανοιχτά παράθυρα να το αφήσω, δε θα το πειράξει ψυχή!»

Οι ρόδες της βαλίτσας δεν ήταν για το χώμα και το χαλίκι, και έτσι αναγκάστηκα να την πάρω στο χέρι. «Είσαι σίγουρη ότι δεν έβαλες μαζί σου και το πιάνο;»

«Έλα κρυάδες!» μου είπε. «Αν δεν μπορείς δώσ’τη σε μένα!»

«Αν μας δει η Χρυσή να κουβαλάς εσύ τη βαλίτσα και εγώ να πηγαίνω κιουρία θα με φυτέψει επί τόπου!» της έκανα χαχανίζοντας. Πήγε να πει κάτι αλλά την έκοψα. «Μελίτη, απλά αποδέξου το και σε παρακαλώ μην το κάνεις θέμα» της είπα σοβαρά. «Τα ήθη εδώ είναι αλλιώς.»

Στην αυλόπορτα μας περίμενε η Χουανίτα η οποία έκλαιγε από τη χαρά της που με έβλεπε ξανά και νόμιζες ότι θα ξεκολλήσει η ουρά της από το κούνημα.

«Κοριτσάρα μου!» της είπα ανοίγοντας την πόρτα, και η Χουανίτα ήρθε να μου κάνει χαρές, χώνοντας το σώμα της προστατευτικά μεταξύ εμένα και της Μελίτης.

Εξήντα-εννιά κιλά εγώ, εβδομήντα η Χουανίτα, και τι καλά που πήγε όταν αποφάσισε ότι η Μελίτη δεν αποτελεί κίνδυνο και αφιέρωσε την προσοχή της σε μένα.

«Σιγά βρε βλαμμένο!» της έκανα όπως είχε σκαρφαλώσει πάνω μου και γλείφοντάς με στη μούρη, γιατί εννοείται ότι με έφτανε στα δυο της πόδια! «Μελίτη, έλα να σας κάνω τις συστάσεις!» της είπα, και με κάποια δυσκολία κατέβασα την Χουανίτα από πάνω μου, η οποία και πάλι μπήκε μεταξύ εμού και της Μελίτης.

«Δώσε της το χέρι σου απαλά να στο μυρίσει και μην κάνεις απότομες κινήσεις!» της είπα, και η Μελίτη έδωσε προσεκτικά το χέρι της.

Η Χουανίτα της μύρισε το χέρι και μετά έσκυψε και της μύρισε τα πόδια, μετά ξανά το χέρι.

«Μωρή, άσε ήσυχο τον κώλο της!» την μάλωσα καθώς η Χουανίτα βρήκε τα επικά έπη εξαιρετικά του ενδιαφέροντός της, και φυσικά με έγραψε εκεί που δεν παίρνει μελάνι, προκαλώντας ένα αμήχανο χάχανο στη Μελίτη.

Η Χουανίτα επέστρεψε ξανά μπροστά από τη Μελίτη και της μύρισε το χέρι. «Καλή Μελίτη» της είπα τρυφερά και χάιδεψα το χέρι της. Η Χουανίτα έγλειψε το χέρι μου και μετά έσπρωξε ελαφριά προς τα πάνω το χέρι της Μελίτης. «Εντάξει, το πέρασες το τεστ, σου ζητάει να τη χαϊδέψεις.»

Η Μελίτη, λίγο διστακτικά είναι η αλήθεια, χάιδεψε προσεκτικά την κεφάλα της Χουανίτας, η οποία της κούνησε φιλικά την ουρά, για να γυρίσει προς εμένα, στιγμές αργότερα, για να με ξαναπάρει για ταγκό.

«Σου έλειψα κοριτσάρα μου;» της έκανα τρυφερά με το γλείψιμο στη μούρη να πηγαίνει σύννεφο.

Κάτι πρέπει να άκουσε γιατί κατέβηκε από πάνω μου και έτρεξε στα ενδότερα γαυγίζοντας με αυτό το βαθύ μπάσο γαύγισμα που κάνουν τα πόδια σου να τρέμουν σα ζελές.

«Έλα, πάμε!» της είπα και σηκώνοντας και πάλι τη βαλίτσα, προχωρήσαμε προς τα ενδότερα.

Η κυρά-Χρυσή που είχε ακούσει τη φασαρία βγήκε στην πόρτα φορώντας το πιο γλυκό της μητρικό χαμόγελο. Η μητέρα μου ήταν δέκα χρόνια μικρότερη από τον πατέρα μου και ομορφογυναίκα από τις λίγες—“Πενταγιώτισσα” ήταν το παρατσούκλι της στα νιάτα της.

Και αν η σκληρή ζωή της αγρότισσας την είχε γεράσει πρόωρα και την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη από τα χρόνια της, δεν είχε καταφέρει να της κλέψει την αρχοντικής λάμψη.

«Καλώς τους!» μας είπε χαμογελαστή.

Η Μελίτη έκανε να δώσει το χέρι της ντροπαλά αλλά η Χρυσή δεν τα σηκώνει αυτά. «Καλωσόρισες κοπελούδα μου!» της είπε η τρυφερά και την άρπαξε και την πήρε αγκαλιά και φιλήθηκαν σταυρωτά, με τη Μελίτη να κοκκινίζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Και μετά γύρισε προς τη μεριά μου. «Αγόρι μου! Αγόρι μου!» είπε δύο φορές και με έσφιξε στην αγκαλιά της φιλώντας στο μέτωπο. «Αδυνάτισες πάλι!» με κατηγόρησε.

«Μην ανησυχείς!» της είπα. «Με έχει βάλει η Μελίτη σε πρόγραμμα υποχρεωτικής σίτισης, έχω πάρει ήδη δύο κιλά!» της είπα τρυφερά.

«Αν σου κάνει ποτέ τον ζόρικο…» ξεκίνησε να λέει στη Μελίτη, και συνέχισε με… παντομίμα, απλά έβγαλε την παντόφλα της και την κούνησε απειλητικά μπροστά μου!

«Δεν χρειάζεται κυρία Χρυσή!» της είπε η Μελίτη. «Καλούλης είναι!»

«Όλοι καλοί είναι μέχρι να σε τουμπάρουν!» της είπε χαμογελώντας πονηρά!

«Ο μπαμπάς;» τη ρώτησα.

«Ξάπλα στον καναπέ, θέλει γερανό για να σηκωθεί, που ήθελε να μου κάνει το γόη, τρομάρα του!» είπε χαχανίζοντας με αυτό τη γεμάτη αγάπη απόγνωση για την ξεροκεφαλιά του Παντελή. «Περάστε, περάστε!» μας έκανε, και περάσαμε στα ενδότερα.

Ο φουκαράς ο Παντελής δεν ήταν τελείως διαλυμένος, όπως τον κατηγορούσε η μητέρα μου, απλά δεν ήταν για πολλά-πολλά. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα που καθόταν—και όχι στον καναπέ—αλλά ως εκεί, δεν ήταν για πολλά-πολλά.

«Καλώς τους!» μας είπε τρυφερά. Πριν καν με χαιρετήσει κοίταξε τη Μελίτη από την κορυφή μέχρι τα νύχια, κάνοντάς την να κοκκινήσει εκ νέου. «Τόσο όμορφη κοπέλα τι του βρήκες του ψηλολέλεκα;» της είπε χαμογελαστός και της έδωσε το χέρι του. «Παντελής!»

«Χαίρω πολύ κύριε Παντελή!» του είπε η Μελίτη ντροπαλά σφίγγοντάς του το χέρι, και μετά έσπευσε να υπερασπιστεί την—κατά τον πατέρα μου questionable επιλογή της. «Είναι λίγο αφηρημένος και παρλαπίπας αλλά είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου!» του έκανε χαμογελώντας του.

«Είναι!» είπε με γνήσιο καμάρι ο πατέρας μου.

«Μωρή κυρία Χρυσή,» έκανε στη μητέρα μου, «έστρωσες το τραπέζι;»

«Όχι εσένα θα περίμενα, γερο-ξεκούτη!» του έκανε και μετά γύρισε προς τη Μελίτη. «Είδες για να τους δίνεις θάρρος;»

Και μετά το γύρισε στο πιο πρακτικό.

«Λοιπόν πηγαίντε και τακτοποιηθείτε και ελάτε να φάμε!» μας είπε, και μας έστειλε στο δωμάτιό μου για να αφήσουμε τα πράγματά μας.



73. Δωμάτιο με θέα

Όταν είχαν φτιάξει οι δικοί μου το σπίτι, αρχικά σχεδίαζαν να το κάνουν διώροφο, αλλά επειδή τελικά τα χρήματα δεν τους έφτασαν, έφτιαξαν τον πρώτο όροφο με ένα δώμα και πλυσταριό στην ταράτσα. Το σπίτι είχε τρία δωμάτια, σαλόνι, και ξεχωριστή κουζίνα—όχι κανένα παλάτι να πούμε— αλλά ζεστό και λειτουργικό, φτιαγμένο με τη φροντίδα ανθρώπων που μετρούσαν κάθε τούβλο.

Έχοντας κάνει δύο παιδιά, και μη σκοπεύοντας να πάνε για τρίτο, μια χαρά είχαν βολευτεί, μέχρι που τους προέκυψα εγώ και τους τίναξα τα σχέδια στον αέρα, γιατί κάπου θα έπρεπε να μείνω κι εγώ όταν απογαλακτιστώ, και ούτε ο Γιώργος, ούτε ο Δημήτρης—δεκαεννιά ο ένας, δεκαεπτά ο άλλος—ψηνόντουσαν να μοιραστούν το δωμάτιό τους με το μπέμπη.

Έτσι, Παντελής και Χρυσή πήραν την απόφαση και μεγάλωσαν το δώμα, κάνοντάς το κανονικό δωμάτιο, με δεύτερο δικό του μπάνιο και ως bonus ένα όμορφο χαγιάτι. Ο Γιώργος μετακόμισε εκεί πάνω, ο Δημήτρης πήρε το δωμάτιο του Γιώργου, και εγώ του Δημήτρη.

Όταν ο Γιώργος παντρεύτηκε και έφυγε από το σπίτι, ο Δημήτρης κληρονόμησε το πρώην δωμάτιο του Γιώργου, αλλά μετά παντρεύτηκε και εκείνος, και κάπως έτσι στα δέκα μου βρέθηκα να έχω το ιδιωτικό μου βασίλειο στην πρώην ταράτσα του σπιτιού.

Ανεβήκαμε με τη Μελίτη τη στριφογυριστή ξύλινη σκάλα, που έτριζε γνώριμα κάτω από τα βήματά μας. Στο μικρό χολ είχε τρεις πόρτες—η μία ήταν του μπάνιου, η δεύτερη του δωματίου μου, και η τρίτη έβγαζε στην ταράτσα, εκεί που η μητέρα μου άπλωνε τα ρούχα και κρατούσε δύο-τρεις γλάστρες με βασιλικό.

Η πόρτα του δωματίου μου ήταν κλειστή. Την άνοιξα και περάσαμε μέσα. Η μητέρα μου το είχε αερίσει και ήταν τακτοποιημένο στην εντέλεια—μύριζε καθαρά σεντόνια και ελαφρά λεβάντα, σα να μας περίμενε.

«Και αυτό είναι το βασίλειό μου!» της είπα χαμογελώντας.

Το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο, με ψηλό ταβάνι που θύμιζε ότι κάποτε αυτό ήταν σκέτος ουρανός. Είχε ένα μεγάλο ημίδιπλο—σχεδόν διπλό—ξύλινο κρεβάτι με παχύ στρώμα, το παλιό μου γραφείο τοποθετημένο κάτω από το παράθυρο ώστε να πέφτει φως πάνω του, και δίπλα τη μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη, γεμάτη από τη βάση ως την κορυφή με βιβλία (γιατί για μένα μιλάμε, έτσι;)

Το πάτωμα ήταν ξύλινο, σκούρο και φθαρμένο από τα χρόνια, και κάτω ήταν στρωμένη μια παχιά χωριάτικη φλοκάτη που ζέσταινε τα πόδια τους χειμωνιάτικους μήνες. Απέναντι από το κρεβάτι ήταν η μπαλκονόπορτα που έβγαζε στο χαγιάτι — αυτό που από τα μέσα της άνοιξης και μετά γινόταν ο αγαπημένος μου χώρος διαβάσματος όσο πήγαινα ακόμα σχολείο.

Στο χαγιάτι είχε ένα ξύλινο τραπέζι με τρεις πλαστικές καρέκλες και γλάστρες γεμάτες διάφορα είδη φυτών στη μεριά που ήταν τα κάγκελα με τα φύλλα τους να κουνιούνται στο ελαφρύ αεράκι σαν να χαιρετούσαν το χωριό.

«Έλα να δεις!» της είπα και την τράβηξα προς το χαγιάτι και βγήκαμε έξω στη δροσερή καλοκαιρινή βραδιά. Ήθελα να της δείξω το σπίτι του Στέλιου, που φαινόταν μακριά κάτω, καθώς το σπίτι μας ήταν από τα τελευταία του χωριού και χτισμένο πιο ψηλά έχοντας αμφιθεατρική σχεδόν θέα.

«Θεέ μου!» της ξέφυγε αυθόρμητα όταν βγήκε έξω και είδε το νυχτερινό ουρανό, όπως δεν μπορεί να το δει κανείς που δεν έχει μεγαλώσει στην ερημιά των βουνών. Χιλιάδες άστρα και η θαμπή αχλή, αυτό που οι αρχαίοι είχαν ονομάσει “γαλαξία” και που μόνο σε τέτοια μέρη είναι πια ορατό.

«Σου έχω ακόμα μια έκπληξη!» της έκανα και γυρίσαμε μέσα. Άνοιξα την ξύλινη ντουλάπα και της έδειξα το τηλεσκόπιο. “You’re in for a treat!”

Νομίζω ότι η τσιρίδα χαράς που της έφυγε πρέπει να ακούστηκε μέχρι κάτω γιατί η Χουανίτα άρχισε να γαυγίζει ξαφνιασμένη. Και τότε η Μελίτη πρόσεξε τον τοίχο, αριστερά από το παράθυρο, όπου είχε φωτογραφίες μου καθώς και καδραρισμένα από τους δικούς μου αποκόμματα εφημερίδων.

«Τι είναι αυτά;» με ρώτησε σκύβοντας πιο προσεκτικά για να δει.

«Αποκόμματα από τοπικές εφημερίδες τη χρονιά που έγραψα πανελλήνιες,» της είπα. «Τα κορνίζαραν οι δικοί μου.»

«Το χωριό των Αϊνστάιν» διάβασε η Μελίτη τον τίτλο του άρθρου, με φωνή που ανέβηκε μια οκτάβα από τον ενθουσιασμό.

Στο απόκομμα ήταν η φωτογραφία μου· δεκαεπτά χρονών, αδύνατος, με μαλλιά σα να τα είχε χτυπήσει τυφώνας, και δίπλα αυτή του Στέλιου. Έσκυψε πιο κοντά, τόσο που η μύτη της σχεδόν ακουμπούσε το κιτρινισμένο χαρτί, και ξεκίνησε να διαβάζει.

«Ένα απομονωμένο ορεινό χωριό των Αγράφων, με σαράντα κατοίκους όλους κι όλους, έβγαλε τον περσινό και τον φετινό πρώτο σε όλο το Πολυτεχνείο. Πέρσι ήταν ο Στέλιος, που με 19.207 μόρια είχε περάσει στη σχολή Ναυπηγών. Φέτος ο Μιχάλης, με 19.372 μόρια—και τα μοναδικά εικοσάρια σε μαθηματικά και φυσική—στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών.»

Συνέχισε να διαβάζει με αυξανόμενο ενθουσιασμό τη συνέντευξη που είχαμε δώσει στην τοπική εφημερίδα. Δηλαδή περισσότερο ο Στέλιος που τα γουστάρει κάτι τέτοια, εγώ είχα κάτσει σε μια ακρούλα και προσπαθούσα να κρυφτώ. Και το αστείο είναι ότι αυτή μου η πρωτιά ήταν ο λόγος που είχα το πανάκριβο τηλεσκόπιο που μου έκανε δώρο ο θείος μου ο Λάμπης, που εδώ και χρόνια μένει Καναδά.

Μου το είχε τάξει. «Αν περάσεις πολυτεχνείο θα σου κάνω δώρο το τηλεσκόπιο που ονειρεύεσαι!»

Έχοντας περάσει πρώτος των πρώτων, και κάνοντας τον μπάρμπα μου να χεστεί πάνω του από τη χαρά του και την υπερηφάνεια του το πήγε ένα βήμα παραπάνω. Το τηλεσκόπιο έκανε επτά ολόκληρα χιλιάρικα, ήταν ακριβό σαν μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

«Μετά το φαγητό θα το βγάλουμε στην ταράτσα,» της υποσχέθηκα.

«Εντάξει!» μου είπε χαμογελαστή. «Δε μου είπες ότι είχες και ένα παλιό υπολογιστή;»

«Ναι,» της απάντησα, «τον 6128 μου! Τον έχω και αυτόν πακεταρισμένο, για να τον προστατέψω από την υγρασία. Αν θες θα τον ανοίξω να στον δείξω αλλά αύριο!»

«Αμέ!» μου έκανε με ενθουσιασμό. «Λοιπόν, κατεβαίνουμε;»

«Δε θες να αλλάξεις σε κάτι πιο βολικό για το σπίτι;» την ρώτησα.

«Ε… δε θέλω πρώτη φορά που θα φάω με τους δικούς σου να είμαι με τη φόρμα!» μου είπε κοκκινίζοντας.

«Να είσαι σίγουρη δε θα σε παρεξηγήσουν!» της είπα. «Όσο πιο σπιτικά ντυθείς, τόσο καλύτερα θα νιώσουν!» της είπα και προς εμπέδωση έβγαλα το πουκάμισο και το τζιν και φόρεσα ένα κοντομάνικο μπλουζάκι και μια βερμούδα.

Σούφρωσε λίγο μύτη και χείλη προσπαθώντας να το επεξεργαστεί, και τελικά άλλαξε και εκείνη σε ένα κοντομάνικο και την αγαπημένη της φόρμα που φοράει στο σπίτι.

Κατεβήκαμε κάτω που στο τραπέζι μας περίμεναν Χρυσή και Παντελής. «Α, μπράβο, αλλάξατε!» είπε η Χρυσή χαμογελώντας.

«Μου πήρε λίγη ώρα να την πείσω,» της απάντησα, και η Μελίτη μου έβγαλε πειρακτικά τη γλώσσα κάνοντας και τους δυο μου γονείς να χασκογελάσουν με τα καμώματά μας.

«Λοιπόν, καθίστε!» μας είπε η μητέρα μου και όταν κάτσαμε γύρισε προς τη Μελίτη. «Μανάρα μου εδώ είναι σπίτι σου, όχι ντροπές!»

«Εντάξει κυρία Χρυσή!» της απάντησε η Μελίτη κοκκινίζοντας και πάλι αλλά χαρίζοντάς της το πιο φωτεινό της χαμόγελο.

«Έτσι μπράβο!» της έκανε η μητέρα μου. «Σερβιριστείτε!»

Γεμίσαμε τα πιάτα μας και οι δύο και ο πατέρας μου πήγε να μας βάλει κρασί αλλά σταμάτησε. «Θα πιείς κρασί;» ρώτησε τη Μελίτη.

«Αμέ!» του απάντησε η Μελίτη, και του έδωσε το ποτήρι της κερδίζοντας το χαμόγελο του Παντελή. «Επιτέλους!» και η Μελίτη μας κοίταξε ερωτηματικά.

«Ούτε η Σταματίνα ούτε η Μαρία πίνουν κρασί!» της είπα χαχανίζοντας.

Δεν υπήρχε πιο γρήγορος δρόμος στην καρδιά του Παντελή από το να εκτιμήσεις το καλό κρασί, και κάπως έτσι η Μελίτη μπήκε με συνοπτικές διαδικασίες στη λίστα των αγαπημένων του ανθρώπων. Ομοίως μπήκε στην ίδια λίστα της Χρυσής από τον ακομπλεξάριστο και άνετο τρόπο που έφαγε το φαγητό, βάζοντας μάλιστα και δεύτερο πιάτο.

«Ο Μιχάλης μου είπε ότι σ’ αρέσει το γαλακτομπούρεκο!» της είπε πονηρά.

«Έχει και γαλακτομπούρεκο;» ρώτησε σχεδόν τσιρίζοντας από τον ενθουσιασμό της η Μελίτη.

«Ολόκληρο ταψί!» τη διαβεβαίωσε η Χρυσή.

«Οκ, θα βάλω λιγότερο φαγητό!» μας δήλωσε. «Εσύ θα βάλεις κανονικό!» μου είπε σε ύφος λοχία κερδίζοντας το γελάκι του πατέρα μου.

«Μη με κοιτάς εμένα! Ο αρχηγός μίλησε!» μου έκανε συνεχίζοντας να χαχανίζει.

Εντάξει, στο τέλος παρά λίγο να μου βγει από τ’ αφτιά, και όχι τίποτε άλλο αλλά μετά είχε και γαλακτομπούρεκο.

Τι τα θες; Όπως είπε και ο πατέρας μου “Ο αρχηγός μίλησε,”

Στο μεταξύ, και όσο τρώγαμε, τους είπα για την παρουσίαση, για τη δημοσίευση που θα έκανα σε περιοδικό—

«Όχι όποιο και όποιο!» με διέκοψε η Μελίτη γεμάτη περηφάνεια. «To Acta Mathematica είναι το κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό για τα μαθηματικά. Είναι τρομερά εκλεκτικό, δημοσιεύει ελάχιστα άρθρα το χρόνο, και για πολλούς μαθηματικούς δημοσίευση σε αυτό είναι σχεδόν βραβείο. Και ο Μιχάλης είναι μηχανικός!»

«Κάτσε να το δεχτούν, πρώτα!» της είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό της.

«Θα το δημοσιεύσουν!» μου απάντησε η Μελίτη με σιγουριά. «Μόνο ο Στέλιος τον καταλάβαινε πραγματικά!» συνέχισε χαμογελώντας προς τους γονείς μου. «Καλά, δε μιλάμε για μένα, εγώ τον έχασα σχεδόν από την αρχή, αλλά από ένα σημείο και πέρα δυσκολευόταν να τον παρακολουθήσει και ο ίδιος ο Πολυζωγόπουλος και ευχαριστούσε το Στέλιο που του τα εξηγούσε!»

«Και ο Στέλιος τελειώνει,» είπε η μητέρα μου με καμάρι. «Μας τα είπε τις προάλλες η Λαμπρινή!»

«Ναι, τελειώνει!» επιβεβαίωσα. «Κι εγώ κατά πάσα πιθανότητα το Σεπτέμβρη θα κάνω την υπεράσπιση,» τους ανακοίνωσα το νέο, και μετά τους εξήγησα τους λόγους για τους οποίους υπήρξε επίσπευση.

Αλλά το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. «Στην εργασία που θα στείλω στο Acta, θα έχει και αφιέρωση.»

«Αφιέρωση;» με ρώτησε ο Παντελής απορημένος.

«Ναι. Στον κύριο Μακρόπουλο και τον κύριο Θεοδωρακάκη που μου δίδαξαν τα μαθηματικά. Και μετά στον πατέρα μου τον Παντελή, στη μητέρα μου τη Χρυσή, και τα αδέρφια μου Γιώργο και Δημήτρη, που χωρίς αυτούς δεν θα έφτανα εδώ.»

Η Χρυσή με αγκάλιασε δακρυσμένη, και ομοίως δάκρυσε και ο πατέρας μου που προσπάθησε να το παίξει σκληρός καργιόλης.

«Μυγάκι ήταν!»

Τελειώσαμε το φαγητό μας και η Μελίτη προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει στο μάζεμα των πιάτων αλλά τη συμμάζεψε η Χρυσή με ένα νεύμα.

«Αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω!» είπε φιλοσοφικά ο Παντελής.

Η Χρυσή του έριξε και εκείνου ένα βλέμμα και ο Παντελής έκανε ότι κυνηγάει ένα μυγάκι… πιθανότατα αυτό που του μπήκε στο μάτι, lol. Και μετά είχε γαλακτομπούρεκο και η Μελίτη έπαθε έρωτα. Έφαγε ένα πιάτο, έφαγε και δεύτερο…

«Ένα μικρό κομμάτι ακόμα;» είπε αθώα στη Χρυσή.

«Εσύ να τα βλέπεις, γάιδαρε!» με μάλωσε η μάνα μου γιατί μετά το πρώτο πιάτο παρέδωσα πνεύμα.

«Κάνω κράτη για να της μείνει να πάρουμε μαζί μας!» πήγα να δικαιολογηθώ.

«Θα φτιάξω κι άλλο!» μας δήλωσε η Χρυσή. «Τι, με μισό ταψί θα σας αφήσω να φύγετε;»

«Ολόκληρο είναι!» διαμαρτυρήθηκα.

«Μέχρι την Κυριακή θα είναι το μισό,» με διαβεβαίωσε η Μελίτη. «Κυρία Χρυσή, θα μου δώσετε τη συνταγή;»

«Και το ρωτάς, μανάρα μου;» της είπε η Χρυσή με χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα να χτυπάει το τηλέφωνό μου, το είχα ακόμα στο τσαντάκι μου που ήταν κρεμασμένο στον καλόγερο, και σηκώθηκα να απαντήσω. Ήταν η Μαρία, η αδερφή του Στέλιου.

«Μαράκι μου;» της απάντησα αντί για καλησπέρα, και μετά σκέπασα το τηλέφωνο και γύρισα προς το τραπέζι: «Η αδερφή του Στέλιου.»

«Οι ρουφιάνοι μου με ειδοποίησαν ότι είσαι στο χωριό!» μου είπε στο τηλέφωνο. «Και μάλιστα εις διπλούν!»

«Ναι, έχω έρθει με τη Μελίτη, την κοπέλα μου,» της απάντησα χαμογελαστός. «Εσύ τι κάνεις;»

«Μια χαρά είμαι, και βασικά σε πήρα για χάρη!»

«Αμέ, ευχαρίστως!» της είπα.

«Ο Στέλιος μου είπε ότι θα έχεις αυτοκίνητο, το παλιό του Δημήτρη!» μου είπε.

«Ναι, καλά στα είπε!»

«Σας βγάζω από το δρόμο σας λιγάκι, αλλά μπορείτε φεύγοντας να με αφήσετε στη φοιτητική εστία, στη Λάρισα; Το πρωί θα πρέπει να πεταχτώ στη γραμματεία της σχολής.»

 (Η Μαρία ήταν τριτοετής στη σχολή Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας)

«Εννοείται!» της είπα. «Και αύριο το απόγευμα θα κατέβουμε και Καρδίτσα, θες να σε πάρουμε μαζί;»

«Αμέ! Μην τρέχω και τον Αντώνη (το αγόρι της) χωρίς λόγο. Θα με αφήσετε στο Μουζάκι, και θα με πάρετε από εκεί την Κυριακή.»

«Εντάξει Μαράκι μου,» της είπα, και αφού αποχαιρετιστήκαμε κλείσαμε το τηλέφωνο, και γύρισα στο τραπέζι.



74. Κάποτε στη Δύση

Και αν ο Παντελής είχε λερώσει μία φορά τα βρακιά του με τη Μελίτη και το κρασί, που να δείτε τι έπαθε όταν έμαθε ότι η Μελίτη όχι απλά πίνει τσίπουρο, αλλά μπορούσε να τον ακολουθήσει και αξιοπρεπώς. Οκ, στο τέλος κατάφερε να την κάνει κουδούνι, αλλά αν είχα πιει εγώ αυτή την ποσότητα θα με πηγαίνανε για πλύση στομάχου.

Η Μελίτη μου το είχε εξηγήσει: κάποια παραξενιά του μεταβολισμού της ήταν και δεν την έπιανε εύκολα το αλκοόλ, σε αντίθεση με τη Χαριτίνη που με μια μπύρα μπορούσε να γίνει ντίρλα.

Από τη στιγμή που γυρίσαμε στο τσίπουρο—και μιλάμε για το καλό, το γνήσιο, το βουνίσιο, όχι το οινόπνευμα που σερβίρουν στον κάμπο—η Μελίτη είπε στους γονείς μου για τα παιδικά της χρόνια, για τη σχέση της με τη Χαριτίνη, για το Aikido που πήγε για να μάθει να ελέγχει τον ευέξαπτο χαρακτήρα της, και για την αγάπη της για τις ξένες γλώσσες.

Τους είπε για τον παππού της τον Χαρίτο που είχε σπουδάσει στην Αγγλία και είχε μυήσει την Αμαλία στην punk, που με τη σειρά της είχε μυήσει την ίδια, για την γιαγιά Παρασκευή που δεν ήθελε η τέταρτή της εγγόνα να πάρει το όνομά της και επέλεξε η ίδια το όνομα της Μελίτης, για τις πανελλήνιες, για το ότι είχε περάσει και εκείνη, όπως κι εγώ, πρώτη στη σχολή, και κάπως έτσι φτάσαμε μέχρι και το πώς γνωριστήκαμε.

«Καθόμουν στο τραπέζι και διάβαζα όταν μπήκε μέσα με μαλλί σα να το έχει χτυπήσει ανεμοστρόβιλος!» είπε στους δικούς μου χαχανίζοντας. «Ήταν σκέτος γλύκας, σαν τρελός επιστήμονας!»

«Από τότε που γεννήθηκε ήταν τρελός επιστήμονας!» είπε ο πατέρας μου με καμάρι. «Αυτός και ο Στέλιος, λες και βγήκανε από το ίδιο καλούπι!»

«Το έχει το σόι!» είπε με περηφάνια η μάνα μου, και η Μελίτη την κοίταξε με απορία. «Είμαστε μακρινοί συγγενείς,» της εξήγησε. «Με τη Λαμπρινή είμαστε τρίτες ξαδέρφες!»

«Όταν τους είχαμε πάει να τους μετρήσουν μια γιατρέσα μας είχε ρωτήσει αν Μιχάλης και Στέλιος έχουν κάποια συγγένεια,» προσπάθησε να της εξηγήσει ο πατέρας μου, μπερδεύοντάς την περισσότερο.

«Να τους μετρήσουν;» ρώτησε με απορία η Μελίτη.

«Να μας κάνουν το Wisc-V» της εξήγησα.

«Ο τρελλογιατρός που τους έκανε το τεστ—» ξεκίνησε να λέει και τον διέκοψα.

«Παιδοψυχολόγος ήταν μπαμπά,» τον διόρθωσα. «Μη το λες έτσι και νομίζει ότι ήμασταν για δέσιμο!»

«Αμ για τι ήσασταν;» επέμεινε ο πατέρας μου πειράζοντάς με και μετά συνέχισε γεμάτος καμάρι. «Τέλος πάντων, ο παιδοψυχολόγος χρειάστηκε να κάνει κάποια κόλπα για να τους μετρήσει ακριβώς, γιατί και ο ένας και ο άλλος σπάσανε την κλίμακα! 172 ο Μιχάλης, 167 ο Στέλιος!»

Η Μελίτη χαμογέλασε, είχε κάνει και εκείνη με τη Χαριτίνη το test, το οποίο είχε βγάλει 175 για τη Χαριτίνη και 157 για την ίδια.

«Μας είπε ότι αυτό ήταν απίθανο, και πως οι δυο τους ήταν ένας στα τρία εκατομμύρια, και πώς είναι δυνατόν να είναι δύο από το ίδιο χωριό;»

«Γιατί ο παιδοψυχολόγος δεν καταλάβαινε τη στατιστική,» του εξήγησα. «Το τι είναι αναμενόμενο και το τι είναι πραγματικό, μπορεί να διαφέρουν. Το ότι είναι ένα στα τρία εκατομμύρια σημαίνει ότι το ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ είναι ένα στα τρία εκατομμύρια, όχι το πραγματικό. Το πραγματικό μπορεί να είναι κάλλιστα αρκετά μεγαλύτερο,» συνέχισα το μάθημα.

«Τέλος πάντων!» είπε η μητέρα μου κόβοντάς την εν λόγω συζήτηση. «Συνέχισε μανάρα μου,» της είπε και μετά γύρισε σε εμάς. «Έτσι και τη διακόψει είτε ο ένας είτε ο άλλος θα σας στείλω να κοιμηθείτε με την Χουανίτα!»

Και τα σκυλιά δεμένα, lol!

«Λοιπόν, συνεχίζω,» είπε η Μελίτη χαμογελώντας πονηρά. «Τον συνέλαβα κάποια στιγμή να με κοιτάει αλλά δεν τον έβλεπα να κάνει κίνηση και έτσι αποφάσισα να του δώσω λίγο θάρρος!» συμπλήρωσε.

«Τι θάρρος;» την ρώτησε ο πατέρας μου.

«Με ρώτησε αν έχει μαρούλι στα δόντια!» του είπα.

«Ε, εντάξει, θάρρος είπα να σου δώσω, όχι να σου στρώσω και το χαλί, να πούμε!» ανταπάντησε η Μελίτη συνεχίζοντας να χαμογελάει πονηρά.

«Και;» ρώτησε η μάνα μου που ήθελε να μάθει τη συνέχεια.

«Μου ζήτησε συγνώμη για την αδιακρισία,» είπε στενάζοντας η Μελίτη. «Και πάνω που είπα μέσα μου καλά κρασιά, τον έπιασα να με κοιτάζει και πάλι.» Χαμογέλασε. «Του είπα πως σάμπως και δεν τον κόβω μετανιωμένο, κι εκεί…»

«Ναι;;;;» ρώτησε η Χρυσή χωρίς να κρατιέται.

«Με κέρδισε με την απάντησή του,» τους είπε χαμογελώντας τρυφερά στην ανάμνηση. «Μου είπε ότι μου ζήτησε συγνώμη για την αδιακρισία, όχι ότι μετάνιωσε που με κοίταζε. Και μετά με ρώτησε αν σπουδάζω πολιτικός μηχανικός. Του απάντησα πειραχτικά ότι αν του πω θα πρέπει να τον σκοτώσω, και εκεί ο γιόκας σας με έστειλε για σπίρτα!»

«Τι σ’ έκανε;» ρώτησε ο πατέρας μου με απορία.

«Με έστειλε αδιάβαστη,» του απάντησε χαμογελώντας.

«Τι σου είπε;» ρώτησε η Χρυσή που δεν κρατιόταν.

«Ανδρών επιφανών πάσαν γη τάφος, από τον επιτάφιο του Περικλή,» είπε η Μελίτη χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο.

«Μακάβριο!» είπε ο πατέρας μου.

«Πανέξυπνο ωστόσο,» επέμεινε η Μελίτη. «Ξέρετε…» συνέχισε ντροπαλά, «μπορεί να εκνευρίζομαι απίστευτα με τους πέφτουλες αλλά μ’ αρέσει να με φλερτάρουν,» είπε με ειλικρίνεια. «Και ο Μιχάλης…» Σταμάτησε για μια στιγμή και μου έπιασε το χέρι και μου το χάιδεψε. «Ήταν το καλύτερο φλερτ που μου έχουν κάνει.»

Η Χρυσή μας κοιτούσε με το μάτι της να γυαλίζει χωρίς ντροπή, ενώ ο και καλά σκληροπυρηνικός Παντελής χαμογελούσε σαν κρετίνος.

«Με κέρδισε… απλά με κέρδισε!»

«Και τώρα ξέρετε!» τους είπα χαμογελώντας με τη σειρά μου, και παίρνοντας το χέρι της το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα απαλά.

«Και στο πρώτο μας… διόρθωση, στο δεύτερό μας ραντεβού με πήγε στο τέλος και για πατσά!» πρόσθεσε χαχανίζοντας. «Και με προσκάλεσε την επόμενη να πάμε για μπάνιο και να μου γνωρίσει και τους φίλους του, την Ολομέλεια όπως την έλεγε!»

«Ε, τι, έτσι θα σε άφηνα;» της έκανα τρυφερά.

«Ε, είναι να μην τον φιλήσεις στο τέλος της βραδιάς;» ρώτησε η Μελίτη κοιτάζοντας Χρυσή και Παντελή.

«Στο τέλος θα μου βγει το όνομα!» της είπα παιχνιδιάρικα. «Εγώ σε φίλησα!»

«Εσύ, μωρό μου!» μου είπε χαϊδεύοντάς μου το χέρι, και μετά γύρισε στους γονείς μου. «Εννοούσα ότι ανταπέδωσα το φιλί του αντί να του δώσω κουτουλιά!» τους εξήγησε, κάνοντας και τους δυο τους να γελάσουν.

Όπως και να έχει, ένα τσίπουρο ακόμα, και άλλο ένα τσίπουρο ακόμα, και δώσ’ του ένα τσίπουρο ακόμα, στο τέλος η Μελίτη έγινε κουδούνι και όταν ανεβήκαμε πάνω παραπατούσε.

«Το τηλεσκόπιο αύριο!» της είπα.

«Γιατίιιιιιιιιιιιιιιιιι;» μου έκανε παραπονιάρικα και έχασε την ισορροπία της και έσκασε με τον κώλο στην απαλή φλοκάτη. «Όλο με καταπιέζεις!» με κατηγόρησε. «Ή εγώ σε καταπιέζω;»

Έβαλε τα γέλια.

«Το δωμάτιο γυρίζει!» με πληροφόρησε. «Σου είπα ότι σ’ αγαπάω πολύ-πολύ-πολύ;»

«Έλα μεθύστακα, σήκω να σε βάλω στο κρεβάτι!»

«Το μυαλό σου εκεί!» μου είπε χαχανίζοντας. «Άντε μη σε βιάσω!»

«Σσσσς βρε!» της έκανα πανικόβλητος, «θα μας ακούσουν!»

«Γδύσου!» με διέταξε! «Το κορίτσι θέλει παιχνίδι!»

«Καλά, γδύσου εσύ πρώτα και αν τα καταφέρεις θα τα πετάξω κι εγώ,» τη διαβεβαίωσα.

«Αμέ!» μου είπε και προσπάθησε να βγάλει το παντελόνι της. «Κόλλησε! Έχει χαλάσει! ΑΔΙΚΙΑ! ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΙΑ!»

Long story short, είδα κι έπαθα να τη βάλω στο κρεββάτι, αλλά με το που ξάπλωσε ξέχασε τις πομπές της και αφού με λίγο κόπο κατάφερε να χταποδιάσει πάνω μου, ξεράθηκε! Κυριολεκτικά!

Εμένα, λόγω ενθουσιασμού για το πόσο καλά είχε κυλήσει η βραδιά άργησε λίγο να με πάρει ο ύπνος αλλά όταν με πήρε… με πήρε και με σήκωσε. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε πάει δώδεκα σχεδόν και στο κρεββάτι ήμουν μόνος μου, η Μελίτη κατά τα φαινόμενα είχε σηκωθεί νωρίτερα.

Πήγα στο μπάνιο για την καθημερινή μου ρουτίνα και έριξα κάμποσο από το πραγματικά κρύο νερό του για να μπορέσω να ισιώσω. Κατέβηκα κάτω και δεν βρήκα κανέναν. Αναστέναξα και βγήκα έξω, και τράκαρα σχεδόν στον πατέρα μου.

«Καλημέρα υπναρά!» μου είπε χαμογελαστός.

«Καλημέρα!» του απάντησα νυσταγμένα. «Πού είναι η μαμά και η Μελίτη;»

«Στα γελάδια,» μου απάντησε ο πατέρας μου, και συνέχισε να φτιάχνει ό,τι έφτιαχνε. Πήγα πίσω από το σπίτι, εκεί που είναι τα κατσίκια και ο στάβλος και πρώτος που με υποδέχτηκε με ένα χαρούμενο βέλασμα ήταν ο Κερατόσαυρος.

«Πού είσαι βρε παπάρα;» του είπα και ήρθε και με έσπρωξε χαρούμενος (κώλο μη του δώσεις γιατί την έκατσες, κατά τα άλλα είναι αγκαλίτσας σκέτος ο μπαγάσας). Τον χάιδεψα τρυφερά, όπως και την Σουραύλω και την Παρδάλω που ήρθαν να μου κάνουν χαρούλες με τη σειρά τους, και πήγα στο στάβλο.

Το θέαμα ήταν για φωτογραφία. Η Μελίτη με τα μαλλιά της κότσο, φορώντας τη ροζ της τη φόρμα με το άσπρο το φανελάκι να ταΐζει με το χέρι εναλλάξ τη Μαυρούλα και τη Μαλάμω. «Μουυυ» της έκανε παραπονιάρικα η Μαλάμω θεωρώντας εαυτό παραμελημένο και ριγμένο στη διανομή.

«Σταμάτα βρε γκρίνια!» της είπε τρυφερά η Μελίτη και έδωσε στη Μαλάμω να φάει. Η Μαυρούλα περίμενε υπομονετικά, και χωρίς γκρίνια τη σειρά της, ενώ λίγο πιο δίπλα, είχε ξαπλώσει, χωρίς καμία έγνοια στον κόσμο, τάβλα η Χουανίτα.

«Καλημέρα!» είπα χαμογελαστός και η Μελίτη ξαφνιάστηκε και χοροπήδησε προς τα πίσω, κερδίζοντας ένα αποδοκιμαστικό μουγκανητό από τη Μαλάμω—που είναι και λίγο γκρινιάρα και μη μου άπτου—και η Χουανίτα πετάχτηκε και άρχισε να γαυγίζει στο πουθενά χωρίς να ξέρει καν το λόγο!

«Καλημέρα μωρουλίνι μου!» μου είπε ενθουσιασμένη η Μελίτη και ήρθε και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, χωρίς να με αγγίξει, καθώς τα χέρια της ήταν γεμάτα. «Κάνω δημόσιες σχέσεις με τα κορίτσια!» μου εξήγησε.

Η Χουανίτα ήρθε δίπλα μου και με έσπρωξε με την κεφάλα της απαιτώντας χάδια και τη χάιδεψα αφηρημένος. «Πού είναι η μάνα μου;» τη ρώτησα μην βλέποντάς την κάπου εκεί.

«Πήγε να ταΐσει τις κότες!» μου είπε. «Α, γνώρισα και τον Κερατόσαυρο!»

«Από την καλή ή από την ανάποδη;» τη ρώτησα γελώντας.

«Ήμουν μαζί με τη Χρυσή και όταν είδε παντόφλα, μόνο στο πάτωμα δεν έπεσε να του χαϊδέψω την κοιλιά!» μου έκανε γελώντας και μετά σοβάρεψε. «Η αλήθεια είναι ότι τα χρειάστηκα λίγο στην αρχή, που να φανταστώ η έρμη ότι ο μούργος ήθελε χάδια;»

«Ναι, είναι κομματάκι αλλοπρόσαλλος!» συμφώνησα μαζί της.

«Έφαγες πρωινό;» με ρώτησε αλλάζοντας τελείως θέμα. «Έχει φρέσκο γάλα στο ψυγείο, κάτι το οποίο φαντάζομαι ότι το ξέρεις, αλλά σου έχω φτιάξει και δύο τοστάκια με τυρί, bacon, ντομάτα και ομελέτα, τα έχω βάλει στο φούρνο μικροκυμάτων!»

«Όχι, βγήκα έξω να δω που βοσκάς!» της απάντησα.

«Να πας να φας!» μου είπε.

«Δε θα μου κάνεις παρεούλα;» της έκανα παραπονιάρικα και έβαλε τα γέλια.

Μοίρασε στη Μαυρούλα και στην Μαλάμω αυτά που είχε στα χέρια της και τα τίναξε. «Άντε παραπονιάρη, πάμε να φας!»

Γυρίσαμε μέσα και η Μελίτη πήγε να πλύνει τα χέρια της ενώ εγώ γέμισα ένα ποτήρι κατσικίσιο γάλα, έβγαλα το πιάτο με τα τοστ από το φούρνο μικροκυμάτων και κάθισα στο τραπέζι περιμένοντας τη Μελίτη να επιστρέψει από το μπάνιο.

«Τι περιμένεις, πρόσκληση;» με μάλωσε όταν είδε ότι δεν είχα αγγίξει το φαγητό.

«Παρέα περίμενα!» της είπα κάνοντάς της φατσούλα, και έκοψα μια σεβαστή δαγκωνιά στο τοστ. «Γαμάτο είναι!» είπα μασουλώντας.

«Αυτό θα σου έλειπε να μη σου άρεσε που στο έφτιαξα με τα χεράκια μου, κακούργε!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Τι ώρα ξύπνησες;» τη ρώτησα κατεβάζοντας σχεδόν το μισό ποτήρι με το γάλα.

«Γύρω στις δέκα,» μου απάντησε. «Σε λυπήθηκα που κοιμόσουν σα μοσχαράκι γάλακτος και σε άφησα στην ησυχία σου.»

«Εσύ έφαγες πρωινό;» τη ρώτησα και έβαλε τα γέλια.

«Με τη μάνα σου έχετε συστηθεί ή μπα;» με ρώτησε χαχανίζοντας. «Και γάλα ήπια, και πορτοκαλάδα ήπια, και αυγά μάτια έφαγα, και bacon έφαγα, και το μουστάκι κόντεψα να ξουρίσω!»

«Καημενούλα μου,» της απάντησα πειρακτικά.

«Ναι αλλά στο τέλος επειδή ήμουν καλό παιδάκι μου έδωσε δύο κομμάτια γαλακτομπούρεκο!» είπε κάνοντας μου τη μουσουνίτσα που κλείνει ναζιάρικα και τα δυο της μάτια.

Και μετά θυμήθηκε την άλλη της περσόνα, αυτή του λοχία Χάρτμαν.

«Και επειδή παρά έχω φάει τις τελευταίες μέρες, θα περπατήσουμε τουλάχιστον 5 χιλιόμετρα!» μου είπε. «Δέκα μη σου πω!»

«Κλαψ-λυγμ;»

«Να τα ξεχάσεις αυτά!» μου έκανε. «Λοιπόν, φάε το φαγητό σου, να μου δείξεις τον παλιό σου υπολογιστή και μετά έχουμε περπάτημα!»

«Πιο δυνατό κλαψ-λυγμ;»

Ping of death. «Για να κλαις με όρεξη!»



75. On Hamiltonian Cycles

Αφού τέλειωσα με το πρωινό μου ανεβήκαμε πάνω στο δωμάτιο και από τη ντουλάπα έβγαλα την κούτα που είχα προσεκτικά πακεταρισμένο τον 6128 μου και φυσικά το ULifAC για mass storage, Wi-Fi και φυσικά 512 kb RAM extension.

«Τι είναι αυτό;» με ρώτησε βλέποντας το κουτάκι.

«Το ULifAC,» της απάντησα και της εξήγησα τις δυνατότητές του.

«Έχει WiFi???» με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια της.

Χαμογελώντας αποφάσισα να την τρελάνω περισσότερο και να ξεκινήσω με SymbOS 4, και εκεί και αν χάζεψε.

«ΤΡΕΧΕΙ WINDOWS????» με ρώτησε με το σαγόνι μέχρι το πάτωμα.

«Όχι μωρό μου,» της απάντησα χαμογελαστός. «Αυτό που βλέπεις λέγεται SymbOS και μόνο οπτικά μοιάζει με τα Windows 95. Είναι γραμμένο σε Z80 assembly και εκμεταλλεύεται όλες τις δυνατότητες που μπορεί να σου δώσει αυτό το μηχάνημα.»

“I’ll be damned!” μουρμούρισε εντυπωσιασμένη.

Μετά την επίδειξη του SymbOS γύρισα στο original περιβάλλον του Amstrad και έβαλα το memory card στο ULifAC. «Θέλεις να σου δείξω ένα παιχνίδι που είχα φτιάξει;»

«Αμέ!»

Το παιχνίδι ήταν puzzle (duh!) και το είχα γράψει πρώτα σε basic ως proof of concept και μετά σε assembly (καλά είχε πάει αυτό, lol!) και παιζόταν ως εξής: σε ένα grid δέκα επί δέκα τετραγώνων ξεκινούσες από μια θέση που επέλεγες και ο σκοπός ήταν κάθε τετραγωνάκι να γεμίσει με ένα αριθμό από το ένα ως το 100, και είχε τους παρακάτω κανόνες:

Ξεκινώντας από το 1 ή το 100, έγραφες τον αμέσως επόμενο αριθμό σε ένα τετράγωνο, εφόσον το τετράγωνο δεν είχε ήδη κάποιο αριθμό. Οι κανόνες ήταν ότι οριζόντια ή κάθετα έπρεπε να «πηδήξεις» δύο γραμμές (ή στήλες) και διαγώνια μία γραμμή και μία στήλη. Σκοπός του παιχνιδιού ήταν να γεμίσεις το grid με όσους περισσότερους αριθμούς μπορούσες.

Το παιχνίδι είχε δεκαέξι βασικές λύσεις (8 + 8), όλες συμμετρικές μεταξύ τους· αν έβρισκες την πρώτη, τις υπόλοιπες μπορούσες εύκολα να τις πάρεις με περιστροφές, κατοπτρισμούς και αντιστροφή της φοράς. Επειδή όμως κάθε λύση σχημάτιζε Hamiltonian cycle, μπορούσες να ξεκινήσεις την αρίθμηση από οποιοδήποτε από τα εκατό τετράγωνα, οπότε συνολικά υπήρχαν 1600 νικηφόρες παρτίδες. Τούτου λεχθέντος, το να βρεις έστω μία δεν ήταν καθόλου εύκολο: είχα υπολογίσει ότι ο αριθμός των δυνατών παρτίδων είχε χοντρικό άνω φράγμα 2,3x1068

Εγώ το είχα φτάσει μέχρι το 97 και ο Στέλιος μέχρι το 98, και τελικά αποφάσισα και έγραψα solver με backtracking ο οποίος μας έδωσε τελικά και τη λύση.

Η Μελίτη ξεκίνησε να παίζει και στην πρώτη παρτίδα πήγε μέχρι το 95. Στη δεύτερη μέχρι το 92, στην τρίτη μέχρι το 94 και στην τέταρτη μέχρι το 96. Τελικά κάτσαμε μια ώρα εκεί γιατί είχε πορωθεί και ήθελε να δει που μπορεί να φτάσει, αλλά το μέγιστο που κατάφερε ήταν το 96.

«Εγώ με το Στέλιο που παίζαμε ώρες κάθε μέρα, και εδώ και σε χαρτί, το καλύτερο που καταφέραμε ήταν 98 εκείνος και 97 εγώ,» της είπα για να την παρηγορήσω.

«Έχει λύση, έτσι;» με ρώτησε.

«Ναι μωρό μου, έχει χίλιες εξακόσες λύσεις!» τη διαβεβαίωσα. «Βάλε το 1 σε μια θέση και πάτα το κουμπί Solve».

Το πάτησε και εκεί ο πίνακας άρχισε να γεμίζει, και μετά να αδειάζει όπου χρειαζόταν να κάνει backtrack, αλλά σε κάθε περίπτωση περίπου επτά λεπτά αργότερα είχε τη λύση:

↓ → 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10
1 1 92 50 2 97 51 31 39 52 32
2 68 18 15 71 35 14 72 36 13 73
3 49 3 100 91 86 40 98 87 30 38
4 16 93 69 17 96 70 34 74 53 33
5 67 19 83 64 99 90 81 37 12 76
6 48 4 59 94 85 41 95 88 29 43
7 23 63 66 26 82 65 27 75 54 8
8 60 20 84 61 58 89 80 42 11 77
9 47 5 24 46 6 25 45 7 28 44
10 22 62 57 21 79 56 10 78 55 9

Το παιχνίδι είχε και άλλα καλούδια όπως προαιρετικό timer και limited undo βασισμένο στο επίπεδο δυσκολίας, ξεκίνημα με τις πρώτες μία ως δέκα θέσεις συμπληρωμένες σωστά κ.λπ. αλλά δε καθίσαμε να τα δούμε όλα γιατί είχε περάσει η ώρα και η Μελίτη ήθελε να βγούμε για περπάτημα στο βουνό.

«Δε θα πάρουμε τουφέκι μαζί μας;» με ρώτησε πειρακτικά.

«Καλοκαίρι δε χρειάζεται τουφέκι,» της απάντησα. «Ακόμα και το χειμώνα πιο πολύ για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο το παίρνεις παρά για ό,τι άλλο.» Στάθηκα για λίγο. «Ξέρεις, καλύτερα να το έχεις και να μη το χρειάζεσαι παρά να το χρειάζεσαι και να μη το έχεις. Τούτου λεχθέντος, θα πάρουμε μαζί μας τη Χουανίτα.»

Γεμίσαμε δυο παγούρια νερό και βγήκαμε έξω και είπα στον πατέρα μου ότι θα πάμε μια μεγάλη βόλτα. «Βόλτα!» της έκανα και κόντεψε να ξεκολλήσει την ουρά της.

Βγήκαμε έξω και ακολουθώντας τη Χουανίτα στο μονοπάτι ξεκινήσαμε τη μεγάλη μας βόλτα στο βουνό. Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά αλλά κάτω από τα πεύκα και τα έλατα ο αέρας ήταν ακόμα δροσερός, με μυρωδιά ρετσίνι και υγρό χώμα.

Πέντε χιλιόμετρα είχε ζητήσει το κορίτσι, δώδεκα κάναμε καθώς ήθελα να την πάω σε ένα συγκεκριμένο σημείο που ήταν έξι χιλιόμετρα δύσκολος ανηφορικός ποδαρόδρομος, αλλά πραγματικά η θέα που έκοβε την ανάσα άξιζε το βγάλσιμο της γλώσσας.

Το μονοπάτι σταματούσε απότομα σε μια γυμνή πλαγιά, και ο κόσμος άνοιγε μπροστά σου σαν να είχαν τραβήξει μια κουρτίνα. Βουνοκορφές πίσω από βουνοκορφές, η μία πιο γαλάζια από την άλλη όσο πήγαιναν πιο μακριά, μέχρι που οι τελευταίες έλιωναν μέσα στον ουρανό.

«Θεέ μου!» είπε όταν είδε τη θέα.

«Προσεκτικά μωρό μου,» της είπα, «ο γκρεμός είναι καμιά διακοσαριά μέτρα!»

Πήγε προσεκτικά προς το χείλος, χωρίς να πλησιάσει ωστόσο περισσότερο απ' όσο θα μ' έκανε να αγχωθώ, και έβγαλε το κινητό της και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες και βίντεο. Μετά ξάπλωσε κάτω μπρούμυτα και πλησίασε μπουσουλώντας προς την άκρη, και τράβηξε νέες φωτογραφίες τον γκρεμό από κάτω. Δε σηκώθηκε. Προσεκτικά έκανε πίσω, πάλι μπουσουλώντας, μέχρι που έφτασε σε απόσταση ενός μέτρου από το χείλος του γκρεμού, και μόνο τότε σηκώθηκε όρθια.

«Να δεις τι σου έχω για μετά!» της είπα χαμογελώντας της με ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση.

Τι;» με ρώτησε με έξαψη.

«Θα δεις!»

Φύγαμε από εκεί και πήραμε ένα κατηφορικό μονοπάτι που χωνόταν πίσω μέσα στο δάσος, πιο πυκνό τώρα. Ο ήχος του νερού ακουγόταν πριν το δεις, μέχρι που το μονοπάτι άνοιξε σε ένα μικρό ξέφωτο σκιασμένο από πλατάνια και την πήγα στο επόμενο αγαπημένο μου σημείο, στους καταρράκτες.

Εντάξει, δεν ήταν τίποτα εντυπωσιακό έτσι, ποταμάκι ήταν που το νερό του έπεφτε από ύψος περίπου ενάμιση μέτρου σε μια λιμνούλα, με πέτρες γύρω-γύρω σκεπασμένες από βρύα, η οποία με τη σειρά της άδειαζε σε έναν μικρότερο καταρράκτη. Το νερό ήταν τόσο διάφανο που έβλεπες κάθε βότσαλο στον πάτο.

«Γουάο!» είπε εντυπωσιασμένη και πάλι. «Έτσι μου έρχεται να βουτήξω!»

«Όσο και αν θα μ’ άρεσε να μου τσιτσιδωθείς στη φύση, θα σε συμβούλευα να μη βουτήξεις μέσα!» της είπα. «Βάλε τα πόδια σου και θα καταλάβεις!»

Η Μελίτη κάθισε προσεκτικά στην άκρη, πάνω σε μια πλακωτή πέτρα που ήταν ζεστή από τον ήλιο, έβγαλε τα αθλητικά και τις κάλτσες της και βούτηξε το πόδι της μέσα στο νερό. «ΑΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥ!» έκανε και το τράβηξε αμέσως έξω.

«Έλα κρυουλιάρα, δεν είναι και για κρυοπάγημα!» την πείραξα και πήγα και κάθισα δίπλα της και βγάζοντας παπούτσια και κάλτσες, σήκωσα τη φόρμα και βούτηξα μέσα και τα δυο μου πόδια.

Η Χουανίτα από την άλλη δεν είχε τέτοιους περιορισμούς και βούτηξε μέσα στη λιμνούλα για να δροσιστεί, πιτσιλώντας μας… και ναι, εκεί ακουστήκαμε λιγάκι.

«Βρε κοπρόσκυλο!» τη μάλωσα ενώ η ίδια είχε βρει τη Νιρβάνα της, και χοροπηδούσε μέσα στο νερό ή έκανε βαρελάκια, με εμάς να έχουμε κάτσει σε απόσταση ασφαλείας.

Όταν αποφάσισε ότι δροσίστηκε αρκετά βγήκε από το νερό και αφού τινάχτηκε, πήγε και ξάπλωσε αναστενάζοντας σε μια ακρούλα, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους δυο μας να κατέβουμε και να βουτήξουμε τα πόδια μας μέσα στο νερό.

«Αχ ωραία είναι!» μου είπε κάνοντάς μου την αγαπημένη της μουσουνίτσα.

«Είδες; Στα καλύτερα σε φέρνω!»

Δεν μου απάντησε. Γύρισε ολόκληρη προς το μέρος μου, άπλωσε το χέρι πίσω από τον σβέρκο μου και με τράβηξε πάνω της. Τα χείλη της βρουν τα δικά μου και με φίλησε βαθιά, αργά αυτή τη φορά, με το ένα χέρι ακόμα γύρω από τον λαιμό μου και το παγωμένο νερό να τρέχει γύρω από τα πόδια μας.

Καθίσαμε για λίγη ώρα ακόμα και μετά βγάλαμε τα πόδια μας και περιμέναμε μέχρι να στεγνώσουν για να μπορέσουμε να βάλουμε τις κάλτσες. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, και λόγω της κατηφόρας ήταν πιο ξεκούραση. Φτάσαμε στο σπίτι λίγο μετά τις τρεις και η Χουανίτα, παρόλο που είχε πιει… τη μισή λιμνούλα, όρμισε στην κατσαρόλα με το νερό της.

«Αργήσατε!» μας κατηγόρησε  η μητέρα μου όταν μπήκαμε μέσα. «Θα κρυώσει το φαγητό και θα γκρινιάζει ο Παντελής!»

«Εγώ φταίω κυρία Χρυσή!» της είπε η Μελίτη ντροπαλά. «Ζήτησα από το Μιχάλη να πάμε μια μεγάλη βόλτα για… για να κάψω λίγα από αυτά που έχω φάει,» της είπε και με τη συνέχεια την τούμπαρε τελείως: «Και για να έχω χώρο για τα υπόλοιπα!»

«Πηγαίντε να πλύνετε τα χέρια σας!» μας μάλωσε και τους δύο τρυφερά και αμ’ έπος αμ’ έργο.

«Τον Βλαχοδήμαρχο τον είδες;» την ρώτησα όταν πλέναμε τα χέρια μας.

«Αν τον είδα λέει! Βγάλαμε και selfies! Είχε πλάκα όπως έκανε, σα να χαμογελούσε!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Ναι,» της απάντησα ανταποδίδοντας το χαχανητό. «Ήταν ανέκαθεν μεγάλο νούμερο, και από τότε που βγήκε στη σύνταξη κάνει ζωάρα! Είναι ο μόνος ελεύθερος καθηκόντων στο κτήμα!»

Επιστρέψαμε στο τραπέζι και μιας και την προηγούμενη είχαμε λιανίσει τον κόκορα φάγαμε ιμάμ μπαϊλντί με τη δική μας φέτα και μελιτζάνες, κρεμμυδάκια και ντομάτα από το μποστάνι. Βάλε και τη χωριάτικη σαλάτα και το χωριάτικο σπιτικό ψωμί και δεν είναι να απορείς που θα χρειαζόμασταν άλλα δώδεκα χιλιόμετρα.

«Μη μου φας το χέρι, έτσι;» την πείραξα κάποια στιγμή.

«Δεν σου υπόσχομαι τίποτα, να είσαι γρήγορος!» μου απάντησε σχεδόν μπουκωμένη, κάνοντας Χρυσή και Παντελή να βάλουν τα γέλια.

«Αχ!» έκανε η Μελίτη. «Ντομάτα με γεύση ντομάτας! Θα βάλω τα κλάματα!»

«Τώρα που ο Μιχάλης έχει το αυτοκίνητο δε χρειάζονται τα ΚΤΕΛ…» είπε η Χρυσή. «Όποτε θέλετε μπορείτε να έρχεστε για… ανεφοδιασμό!»

«ΑΚΟΥΣ ΡΕΜΑΛΙ;» με μάλωσε η Μελίτη. «ΑΚΟΥΩ ΝΑ ΛΕΣ!»

«Μα δεν είπα τίποτα!» προσπάθησα να αμυνθώ.

«Για να μην πεις!» μου δήλωσε, κάνοντας Χρυσή και Παντελή να βάλουν και πάλι τα γέλια.



76. Μελιτιαρχία

Και εννοείται ότι μετά το φαγητό είχε παγωμένο πεπόνι από τον κάμπο, εννοείται με συνοδεία τσίπουρου. Αυτή τη φορά η Μελίτη ήπιε πιο προσεκτικά και δεν κατέληξε να γίνει και πάλι κουδούνι, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Παντελή να λερώσει τα βρακιά του από τη χαρά του.

Να σας πω ένα μυστικό; Ο Παντελής που έκανε τρεις μαντραχαλάδες ήθελε κοριτσάκι, και ας πούμε του είχε μείνει αυτό το μικρό παράπονο. Οι νύφες του, η Σταματίνα και η Μαρία, όσο καλές, χρυσές και άγιες και αν ήταν, δεν έπιναν ούτε κρασί ούτε τσίπουρο, και το είχε μαράζι.

Και να που μας προέκυψε η Κεφαλλονίτισσα Ninja που λάτρευε το σπιτικό κρασί, γούσταρε τσίπουρο—και όπως μας είπε χθες και ρακή—και είχε και αρκετές αντοχές ώστε να μπορεί να τον ακολουθήσει αξιοπρεπώς.

«Πού πήγατε;» μας ρώτησε η Χρυσή.

«Την πήγα να της δείξω τη θέα στο γκρεμό,» της απάντησα, «και μετά την πήγα στο δεύτερο καταρράκτη!»

«Δεύτερο;» με ρώτησε η Μελίτη αφήνοντας προς στιγμή το πιρούνι με το κομμάτι από το πεπόνι στο πιάτο. «Έχει και πρώτο;»

«Έχει,» της απάντησα, «αλλά είναι αρκετά πιο ψηλά, και με πολύ περισσότερο περπάτημα.»

«Θα με πας και σ’ αυτόν!» μου δήλωσε χωρίς περιστροφές και έφερε το πιρούνι στο στόμα της και έφαγε το πεπόνι. «Αααχ…» έκανε με απόλαυση που δεν κρυβόταν.

«Δεν προλαβαίνουμε μωρό μου,» της είπα. «Είναι δέκα χιλιόμετρα περπάτημα, και αύριο θα ανέβουν τα παιδιά!»

«Το άλλο Σαββατοκύριακο!» μου δήλωσε. «Αν… αν δεν σας πειράζει,» έκανε ντροπαλά προς τους δικούς μου, κάνοντάς τους να λερώσουν ξανά τα βρακιά τους.

«Μωρέ μπορείτε να έρχεστε κάθε Σαββατοκύριακο και να κάθεστε και όλη την εβδομάδα; Ακόμα καλύτερα!» μας είπε χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο.

«Μου είχες τάξει και λίμνη Πλαστήρα, μου είχες τάξει Μετέωρα και μου είχες τάξει παραλίες Λάρισας!» με μάλωσε. «Πότε θα με πας; Ε; Ε; Ε;»

Και εκεί επενέβη και ο εισαγγελέας. «Δίκιο έχει το κορίτσι,» ξεκίνησε ο Παντελής. «Πότε θα την πας; Ε; Ε; Ε;»

«Οκ!» είπα υποχωρώντας. «Θα πω στον Δημήτρη την μεθεπόμενη εβδομάδα να κάνω home office και θα έρθουμε εδώ… αν… αν θέλεις!»

«ΘΕΛΩ!» δήλωσε χωρίς κανένα δισταγμό η Μελίτη.

«Ο αρχηγός μίλησε!» απάντησε η μητέρα μου με ακόμα πιο πλατύ χαμόγελο.

«Καλώς ήρθατε στη Μελιτιαρχία!» είπε το καμάρι μου τρώγοντας ακόμα ένα κομμάτι πεπόνι και σήκωσε το ποτήρι της με το τσίπουρο. «Τσιν-τσιν!»

«Και τα σκυλιά δεμένα!» απάντησε ο πατέρας μου χαμογελώντας μέχρι και τα μουστάκια του και της τσούγκρισε το ποτήρι.

Καθίσαμε καμιά ώρα, αυτή τη φορά ακούγοντας διηγήσεις από τους δικούς μου, και μετά ανεβήκαμε πάνω να κάνουμε ντουζ, και εγώ για να ξαπλώσω λίγο, καθώς τα δώδεκα χιλιόμετρα με είχαν ξεθεώσει, πλέον δεν ήμουν δέκα χρονών και δεν είχα τις αντοχές της Μελίτης.

Αν και μπήκαμε μαζί στο ντουζ, παρουσία των γονιών μου από κάτω καθίσαμε φρόνιμοι. Δηλαδή σχεδόν φρόνιμοι, γιατί εννοείται ότι αφιέρωσα τον απαραίτητο χρόνο στους κορίτσαρους και στα επικώς επικά της έπη, καταφέρνοντας στο τέλος να την κάνω έτοιμη να μου ριχτεί!

«Φρόνιμα!» της είπα χαχανίζοντας.

«Ουφ!» μου είπε ξαναμμένη. «Φουκαρά μου το βράδυ, δεν ξέρω πού, και δε με νοιάζει αν υπάρχουν λύκοι και αρκούδες, αν δεν μου πετάξεις τα μάτια έξω θα έχουμε σοβαρό πρόβλημα οι δυο μας!»

«Ενώ εγώ πάω πίσω, να πούμε,» της έκανα δείχνοντας τον Πρόεδρο που την είχε δει ρόπαλο.

«ΓΡΡΡΡΡΡΡ» μου έκανε χουφτώνοντάς με. «Πήραμε προφυλακτικά μαζί μας;» ρώτησε ανήσυχη ξαφνικά.

«Όχι!» της απάντησα. «Θα πάρουμε από την Καρδίτσα, μην ανησυχείς!» τη διαβεβαίωσα.

Όταν τελειώσαμε το ντουζ και αφού σκουπιστήκαμε καλά-καλά, αλλάξαμε, κατεβήκαμε κάτω ήσυχοι να φτιάξουμε καφέ και μετά ανεβήκαμε πάνω και βγήκαμε στο χαγιάτι για να πιούμε το καφεδάκι μας.

«Λοιπόν, πώς σου φαίνονται τα μαγευτικά Άγραφα;» τη ρώτησα πίνοντας απολαυστικά μια γουλιά από τον καφέ μου.

«Όπως το είπες!» μου απάντησε. «Μαγευτικά.» Αναστέναξε και γύρισε και με κοίταξε με ονειροπόλο βλέμμα. «Ευλογημένος τόπος…»

«Δεν είναι εύκολη η ζωή εδώ, μωρό μου,» της είπα. «Η ζωή του αγρότη είναι σκληρή. Σκέψου κάθε μέρα με το λιοπύρι ή το χιονιά να πρέπει να κατεβαίνεις στον κάμπο και να περνάς όλη τη μέρα στα χωράφια.»

«Στον κάμπο;»

«Εδώ είναι το σπίτι, Μελίτη μου. Τα χωράφια μας είναι στον κάμπο.»

«Ναι… λογικό…» μου είπε έχοντας δει όλο το κτήμα. Εδώ ήταν βουνό, ναι μεν είχαμε το μποστάνι μας και το θερμοκήπιό μας αλλά ήταν αυστηρά για την οικογενειακή παραγωγή.

«Και όταν ήμασταν μικροί και δε μπορούσαν να μας αφήσουν μόνους, πολλές φορές έμενα με το Στέλιο ή ο Στέλιος έμενε εδώ μαζί μας με ένα γονιό, και οι άλλοι τρεις στον κάμπο για μια ολόκληρη εβδομάδα,» ξεκίνησα να της λέω και συνέχισα «Και πολλές φορές έφερναν εδώ και την Αλεξία, οι τρεις μας μεγαλώσαμε ουσιαστικά μαζί, στο έχω ξαναπεί!»

«Ναι, μου το έχεις πει,» είπε χαϊδεύοντάς τρυφερά τα χέρι μου. «Είναι υπέροχοι άνθρωποι οι δικοί σου,» μου είπε χαμογελώντας μου. «Με ξέρεις… δεν ανοίγομαι εύκολα…» Χαμογέλασε ντροπαλά. «Με αγκάλιασαν ζεστά και… μην το πάρεις στραβά… νιώθω σαν στο σπίτι μου!»

«Γιατί να το πάρω στραβά, καρδούλα μου;» τη ρώτησα παίρνοντας το χέρι της και φέρνοντάς το στα χείλη μου. «Αν αφαιρέσεις και το “σαν,” ακόμα καλύτερα,» συνέχισα.

Με κοίταξε και πάλι ντροπαλά, ήταν απίστευτος ο τρόπος που η δυναμική, no-nonsense Μελίτη, μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει σαν ντροπαλό πεντάχρονο.

«Στο είπα και θα στο ξαναπώ. Είμαι all-you-can-eat μπουφέ!»

«Πολύ-πολύ-πολύ;» με ρώτησε με σκέρτσο.

«Πολύ-πολύ-πολύ μωρό μου!» της απάντησα και έγειρα και της έδωσα ένα τρυφερό φιλί στα χείλη.

«Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!!!!» μου δήλωσε και πετάχτηκε όρθια και, αφού με σβέρκωσε, με τράβηξε πάνω της και μου έκανε λαρυγγοσκόπηση. Και μετά με άφησε και μου έχωσε μια στα μεριά. «Ύπνο τώρα να μου έχεις δυνάμεις το βράδυ, γιατί φουκαρά μου… ένα σου λέω φουκαρά μου…»

“Aye-Aye Madam!” της έκανα, κερδίζοντας ένα ping.

Με το που έπεσα για ύπνο πραγματικά κατέβηκε η παροχή, και η Μελίτη με άφησε να κοιμηθώ μέχρι σχεδόν τις επτά. Είχε κατεβάσει τον καφέ μου στο ψυγείο και όταν με ξύπνησε ο καφές με περίμενε στο τραπεζάκι. Ήπια μια-δυο γουλιές και η Μελίτη ήρθε και κάθισε δίπλα μου, έστησε το τηλέφωνό της, και πήρε στο Viber τους δικούς της.

«Βρε βρε!» έκανε η Αμαλία, καθώς ήταν εκείνη που είχε καλέσει η Μελίτη.

«Μαμουλίνι μου!» της έκανε με ενθουσιασμό η Μελίτη.

«Γεια σας κυρία Αμαλία!» της έκανα κι εγώ ντροπαλά.

«Δε με είπες γιαγιά αυτή τη φορά, το λες και βελτίωση!» μου πέταξε τρολάροντας με.

«Κάθε αρχή και δύσκολη,» της απάντησα φιλοσοφικά και εκεί επενέβη η Μελίτη.

«Πού είναι ο μπαμπάς;» ρώτησε τη μητέρα της

«Εδώ είναι, κάτσε να τον φωνάξω!» μας απάντησε και σηκώθηκε να πάει να τον φωνάξει. Μισό λεπτό αργότερα είδα και τον Λορέντζο live για πρώτη φορά, καθώς μέχρι τώρα τους είχα δει μόνο σε φωτογραφίες που μου είχε δείξει η Μελίτη.

Γκριζαρισμένος και αν και ομορφάντρας φαινόταν μεγαλύτερος από την ηλικία του, 57 χρονών μου είχε πει η Μελίτη ότι είναι. Αντιθέτως η Αμαλία, και αυτή έντονα μελαχρινή όπως και οι κόρες της, έμοιαζε μικρότερη από τα 50 που ήταν η ηλικία της, με το ζόρι την έκανες σαράντα, άντε σαράντα-πέντε.

«Καλησπέρα!» μας είπε χαμογελαστός και η καρδιά μου έκανε τούμπα, το χαμόγελό του ήταν ίδιο με της Μελίτης.

«Καλησπέρα σας,» τους είπα ευγενικά και η Μελίτη έκανε τις συστάσεις. «Μπαμπά, από εδώ ο Μιχάλης» του είπε.

«Χαίρω πολύ!» του έκανα ευγενικά.

«Ώστε εσύ είσαι αυτός που μαθαίνεις στην κόρη μου ν’ ανοίγει φύλλο!» μου είπε πειρακτικά.

“Guilty as charged, sir!” του απάντησα στο ίδιο ύφος. «Ο Tony Montana της σπανακόπιτας!»

Ο Λορέντζο έβαλε τα γέλια. «Ναι, μου τα είπε η Αμαλία! Πώς τα περνάτε;»

«Πολύ όμορφα,» απάντησε η Μελίτη, και συνέχισε με ενθουσιασμό για τις υψηλές της γνωριμίες με τα ζώα του κτήματος, και φυσικά για τους γονείς μου και τη μαγειρική της μητέρας μου. «Δεν είναι γαλακτομπούρεκο αυτό, είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας!» δήλωσε με ζήλο. «Σου βγαίνει από τη μύτη και δε μπορείς να σταματήσεις!»

Τα είπαμε κανένα μισάωρο και αφού κλείσαμε πήγαμε να αλλάξουμε για να κατεβούμε Καρδίτσα. Η Μελίτη έβαλε ένα απλό μαύρο φόρεμα με φούστα λίγο πάνω από τα γόνατα και μαύρα ανοιχτά πέδιλα, ενώ εγώ ντύθηκα με σκούρο καφέ—σχεδόν μαύρο—υφασμάτινο παντελόνι, και σκούρο μπλε πουκάμισο.

«Μωρό μου,» της είπα ντροπαλά. «Να σε τραβήξω μια φωτογραφία;» τη ρώτησα.

«Αμέ!» μου είπε. «Αλλά όχι εδώ… κάτω, στις σκάλες!»

Για μία ξεκινήσαμε, πέντε καταλήξαμε, καθώς στις τέσσερις είχαμε και τη συμμετοχή της Χουανίτας, αλλά χαλάλι της.

Μπήκαμε ξανά για λίγο μέσα για να χαιρετίσουμε τους δικούς μου και να τους πούμε ότι λογικά μέχρι τις μία-άντε-δύο θα έχουμε γυρίσει, και μετά κατεβήκαμε και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Πρώτη στάση στο σπίτι του Στέλιου για να παραλάβουμε τη Μαρία.

«Έλα, κατέβα να γνωρίσεις τη Λαμπρινή και τον Πανάγο!» της είπα, και βγήκαμε και οι δύο από το αυτοκίνητο.

Στην πόρτα της αυλής μας περίμενε η Ρόζα, το τσομπανόσκυλό τους, η οποία με το που με είδε έπαθε Χουανίτα από τη χαρά της. Άρχισε να χοροπηδάει και να κλαίει και να γαυγίζει ενθουσιασμένη. Πιο μικρή στο μέγεθος από τη Χουανίτα, πιο κλασσικός ελληνικός ποιμενικός (η Χουανίτα είχε και γονίδια από Καυκάσιο, εξ ου και το θηριώδες της μέγεθος) αλλά εξίσου ενθουσιώδης και φωνακλού, ήταν μια ζωγραφιά.

«Σου έλειψα κορίτσι μου;» της έκανα γλυκά και γράφοντας εκεί που δεν πιάνει μελάνι τα καλά μου ρούχα, με άρπαξε για ταγκό. «Κάτσε φρόνιμα μωρή σουραύλω!» τη μάλωσα τρυφερά, και μετά τις έκανα τις συστάσεις με τη Μελίτη. «Καλή Μελίτη!» της είπα ενώ η Ρόζα της έκανε οσφρητική ανάκριση.

Η Λαμπρινή που είχε ακούσει τη φασαρία βγήκε να μας υποδεχτεί και με το που με είδε φωτίστηκε το πρόσωπό της.

«Αγόρι μου!» μου είπε και ήρθε και με πήρε αγκαλιά και με φίλησε. Δεν πρόλαβα να κάνω τις συστάσεις με τη Μελίτη, καθώς είχε προφανώς πέσει σχετική ενημέρωση. «Κι εσύ πρέπει να είσαι η Μελίτη!» της είπε και κλασσικά εικονογραφημένα αγνόησε το απλωμένο χέρι και την τράβηξε για αγκαλιά. «Καλωσόρισες κοπελούδα μου!»

«Καλώς σας βρήκα κυρία Λαμπρινή,» της είπε η Μελίτη ελαφρά κοκκινισμένη.

«Στα πρόλαβε όλα ο γιόκας σου, ε;» την πείραξα.

«Ε, δε θα μου τα έλεγε;» μου έκανε η κυρά-Λαμπρινή. «Περάστε μέσα!»

Διευκρίνιση: Όταν στο χωριό σου λένε πέρασε μέσα, δεν έχει «μη σας βάζω σε κόπο» και τα ρέστα, το να μην περάσεις μέσα είναι προσβολή, και είχα φροντίσει να κάνω το κατάλληλο φροντιστήριο στη Μελίτη, οπότε ακολουθήσαμε την κυρά-Λαμπρινή μέσα στο σπίτι.

«Ο κυρ-Πανάγος πού είναι;» τη ρώτησα με το που περάσαμε μέσα.

«Έχει κατέβει Τρίκαλα από το νωρίς το απόγευμα να βρει το μπάρμπα σου τον Θωμά,» μου απάντησε, εννοώντας ένα από τα αδέρφια της μητέρας μου ο οποίος ήταν και ο λογιστής όχι μόνο του σογιού αλλά και ολόκληρου του χωριού.

«Απογευματιάτικα;»

«Ε, δεν τους ξέρεις τώρα; Θα πιούνε και τα τσίπουρά τους, και ελπίζω να ξεκινήσουν να πίνουν ΑΦΟΥ τελειώσουν!» μας πληροφόρησε γελώντας.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε και η Μαρία. Συνομήλικη της Μελίτης, περίπου στο ίδιο ύψος, λυγερόκορμη, καστανομάτα και καστανομάλλα σαν τον αδερφό της, η δεσποινίς Τσιαμαντά διέθετε και εκείνη αυτή την γλυκιά ομορφιά του κοριτσιού της διπλανής πόρτας.

«Καλώς τους!» μας είπε με το πρόσωπό της να φωτίζεται και σχεδόν όρμισε πάνω μου και με κάτσιασε στα φιλιά και μετά γύρισε προς τη Μελίτη, την οποία επίσης κάτσιασε στα φιλιά, ξαφνιάζοντάς την ελαφρά. «Δεν πιστεύω να περίμενες τίποτα χειραψίες, ε;» την πείραξε.

«Αυτό αν είχες οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η Μαρία είναι αδερφή του Στέλιου!» είπα στη Μελίτη που κατάφερε να boot-άρει μετά την επίθεση αγάπης από τη Μαρία.

«Χάρηκα,» της είπε ακόμα ελαφρώς μαγκωμένη. «Πού θα μου πάει, θα το συνηθίσω!» απάντησε στη Μαρία.

«Έτσι μπράβο!» της έκανε η Μαρία. «Και για πες μου τώρα, τόσο όμορφο κορίτσι, σαν τα κρύα τα νερά, τι του βρήκες του μούχλα;»

«Είναι ο μόνος άνδρας που μπορεί να σου κάνει συναρπαστική διήγηση για τις συνήθειες των ισόπτερων, χρησιμοποιώντας μάλιστα τα λατινικά τους ονόματα!» της απάντησε χαχανίζοντας.

«Αυτό πού το πας;» έκανε η Μαρία κακαρίζοντας. «Λοιπόν, πάμε γιατί με περιμένει και ο Αντώνης! Αλήθεια, τι θα κάνετε εσείς;»

«Καρδίτσα θα κατέβουμε, να κάνουμε καμιά βόλτα στο Παυσίλιπο και μετά να πάμε να πιούμε καμιά μπύρα,» της είπα.

«Πρώτα μπύρα στο Μουζάκι!» μας δήλωσε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Έχω να σε δω από το Πάσχα, γάιδαρε!»

«Ψήνεσαι;» ρώτησα τη Μελίτη.

«Αμέ!» απάντησε χωρίς δισταγμό. «Μαρία, τι άρωμα φοράς;» τη ρώτησε αλλάζοντας τελείως την κουβέντα.

Ναι, κάπου εκεί τις έχασα καθώς της έπιασε και τις δυο έξαψη και αρχίσανε να μιλάνε για αρώματα, και καλά που μας περίμενε ο φουκαράς ο Αντώνης, lol!

No comments: