Search This Blog

Sunday, April 19, 2026

Μια Ζωή την έχουμε






1. Να η Σπάρτη

Όταν γύρισα σπίτι το μυαλό μου ήταν σούπα. Μέρες απογραφής και τι καλά που περνάμε όλοι. Ήθελα απελπισμένα να χωθώ στο μπάνιο αλλά πρώτα έπρεπε να ταΐσω το τάγμα για να μη μου γκρεμίσουν το σπίτι. Και με τις τρεις γάτες μου να μπουρδουκλώνονται στα πόδια μου και να μου νιαουρίζουν απαιτώντας αφενός χάδια και αφετέρου να τα ταΐσω, πήγα στην κουζίνα και έβγαλα την υγρή τους.

«Νιάου!» μου έκανε ο Dusty ρίχνοντας ένα σάλτο πάνω στον πάγκο.

«Νιάου στα μούτρα σου!» του έκανα χαζογελώντας, χαϊδεύοντάς του τη μύτη, κάτι που τον έκανε να ρίξει ένα χαριτωμένο φτάρνισμα.

Στο μεταξύ η Bella που τριβόταν στα πόδια μου, μου πάτησε μια απαλή δαγκωνιά για να μην ξεχνιόμαστε.

«Τι δαγκώνεις μωρή σουραύλω;» την ψευτομάλωσα και το βλαμμένο έκανε βαρελάκι και άρχισε να μου κάνει bunnies στα σνίκερς που φορούσα. Και εκεί έριξε στον πάγκο ένα σάλτο και ο Jonesy, γιατί αλίμονο.

Με τα δύο βλαμμένα να μου τρίβονται στα χέρια και την έτερη καπαδόκισσα στα πόδια τους κατάφερα μετά από λίγη μάχη να τους βάλω το φαγητό τους, κι εκεί ξέχασαν την ύπαρξή μου.

Γάτες…

Έβγαλα τα παπούτσια μου και ένιωσα τη ζέστη του πατώματος. Αν και γενικά δε μ’ αρέσει να κυκλοφορώ ξυπόλυτη, ειδικά το χειμώνα η ενδοδαπέδια είναι απόλαυση. Ας είναι καλά οι γονείς μου που φεσώθηκαν 30 χρόνια για να έχει η μονάκριβή τους σπίτι.

Οι ίδιοι είχαν επιστρέψει στη εξωτική Αγιά και δεν το κουνούσαν από εκεί. Και καλά έκαναν εδώ που τα λέμε, τι ανάγκη είχαν; Η Λάρισα ήταν κοντά, οι παραλίες του νομού ήταν κοντά, τα κατσίκια τους τα είχαν, το χωράφι για να το παίζουν αγροκαλλιεργητές το είχαν, ζωάρα έκαναν. Θα μου πεις έφτασαν τα 65 ο πατέρας μου και τα 58 η μητέρα μου, δουλεύοντας από τα δεκαοχτώ τους, αλλά such is life.

Πήγα στο μπάνιο και έβγαλα ρούχα και εσώρουχα και τα στρίμωξα στο πλυντήριο. Ναι, δε μπορούσα να το αναβάλω άλλο, και έτσι τσίτσιδη τελείως, έβαλα τη μπανιέρα να γεμίζει—ήθελα απελπισμένα ένα ζεστό μπάνιο—και έβαλα το πλυντήριο να ξεκινήσει.

Ούτε βόμβες αφρού ούτε τίποτα, απλά όταν γέμισε η μπανιέρα χώθηκα μέσα και αφέθηκα να χαλαρώσω στη ζεστή αγκαλιά του νερού.

Και εκεί βούιξε το τηλέφωνο, είχα μήνυμα από το Μίλτο. Μοντέρνοι καιροί, που λένε, δεν ήταν ακριβώς γκόμενος και δεν ήταν ακριβώς φίλος, η κολλητή μου η Ελένη το έλεγε “situationship.” Τον είχα γνωρίσει από κάποιο μήνυμα που μου είχε στείλει στο insta σε μια φωτογραφία που είχα ανεβάσει. Το σχόλιό του ήταν έξυπνο, με είχε κάνει να γελάσω, δεν είχε καμία σχέση με τα πεφτουλιάρικα που βλέπεις συνήθως από αγνώστους, του είχα απαντήσει, και κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου.

Καλό παιδί, λίγο μελαγχολικό, λίγο βλαμμένο—με την καλή έννοια—και με απίστευτο χιούμορ, με έκανε να γελάω και για μένα το γέλιο είναι το αφροδισιακό μου. Από την άλλη, ζαμάν φου και πάνω τούρλα, δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα έψαχνα σε σχέση, αλλά από την άλλη υπήρχε ερωτική έλξη και το κορίτσι θέλει και παιχνίδι.

Και κάπως έτσι κάπου βγαίναμε, κάπου κάναμε κανένα Netflix and chill, άλλες φορές χαζολογώντας και άλλες φορές βγάζοντας τα μάτια μας ενώ το Netflix έπαιζε για τον γάμο του καραγκιόζη.

Πήρα προσεκτικά το κινητό και διάβασα το μήνυμα. “Netflix and chill?”

Ούσα τελείως ξεθεωμένη δεν είχα ιδιαίτερες ορέξεις, ούτε για σεξ, ούτε για να ξεκουνήσω από το σπίτι. “Not today honey-bunny,” του απάντησα. «Βαριέμαι ρε μαλάκα» ήταν η απάντηση που πήρα. «Και εδώ να έρθεις, πάλι θα βαρέσεις, αν μ’ εννοείς!» του έγραψα και μου απάντησε «LOL! Nema problema, θα είμαι φρόνιμος!»

Ακόμα το σκεφτόμουν μέχρι που ήρθε και το δεύτερο μήνυμα. «Έχω και παστίτσιο από τη μάνα μου, πήγα από εκεί το απόγευμα και γύρισα φορτωμένος!»

Οκ, αυτό ήταν, η απόφαση πάρθηκε σε χρόνο dt. «Τέτοια λες και με ρίχνεις!» Και μετά για να μην το πάρει αλλιώς και νομίζει ότι θα έχει και συνέχεια του έγραψα και δεύτερο μήνυμα «Αλλά το πλύσιμο στο χέρι δεν το γλιτώνεις!» στο οποίο μου απάντησε “LOL. Έρχομαι!”

Αμπελόκηπους έμενε, μέχρι να έρθει Νέα Ερυθραία θα του έπαιρνε κάμποσο, ακόμα και με το παπί του. Άφησα το τηλέφωνο προσεκτικά δίπλα, έκλεισα τη μύτη μου και χώθηκα ολόκληρη κάτω από το νερό και έμεινα εκεί μέχρι που τα πνευμόνια μου άρχισαν να διαμαρτύρονται.

Κάθισα ακόμα ένα δεκάλεπτο έτσι και μετά άδειασα την μπανιέρα και σηκώθηκα για να κάνω και το ντουζ. Έχοντας pixie bob κούρεμα, το μαλλί μου δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη περιποίηση. Αυτό που χρειαζόμουν ήταν ξύρισμα σε πόδια και μασχάλες αλλά μιας και το σεξαπίλ ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή το άφησα για άλλη μέρα.

Στέγνωσα και μετά ντύθηκα απλά και κάθισα στον καναπέ παρέα με τα τρία καθάρματά μου περιμένοντας το Μίλτο να έρθει. Και εκεί χτύπησε ξανά το τηλέφωνο, αυτή τη φορά ήταν η Ελένη.

«Σαν τα χιόνια!» της απάντησα. «Πού χάθηκες μωρή εσύ;»

«Κι εγώ σ’ αγαπάω!» μου απάντησε με τουπέ. «Τι που χάθηκα ρε μωρή, γύρναγα στα λιβάδια και χόρευα ως άλλη Μαρία φον Τραπ.»

(Εντωμεταξύ, ούτε που θα την γνώριζα την ταινία αν δεν ήταν το meme με τη Andrews στο λιβάδι και το “Look all the shit I give!”)

«Εσύ τι κάνεις;»

«Περιμένω το Μίλτο να μου φέρει παστίτσιο!» της απάντησα αδιάντροπα.

«Μωρή δεν ντρέπεσαι να εκπορνεύεσαι για ένα κομμάτι παστίτσιο;» μου είπε βάζοντας τα γέλια.

«Αρχικά ποιος σου είπε ότι θα του κάτσω; Σήμερα είχε απογραφή, δεν έχω τα κουράγια όχι για σεξ, ούτε για να βγάλω πιάτο να φάω το παστίτσιο, από το τάπερ θα το φάω, όπως θα το φέρει! Και έπειτα, έχεις φάει παστίτσιο από τα χεράκια της κυρά-Βασιλικής; Να ξέρεις ότι γυναίκες έχουν βγει στο πεζοδρόμιο για πολύ λιγότερα!» της δήλωσα, κάνοντάς την να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Αυτό που το πας;» μου είπε χαχανίζοντας ακόμα. «Τέλος πάντων, για άλλο σε πήρα, το Σάββατο έχω να πάω σε κάποιο πάρτι.»

«Και γιατί μου το λες ρε μωρή, για να σου δώσω άδεια;»

«Ωραία, διορθώνω τη διατύπωση: Το Σάββατο το βράδυ *έχουμε* να πάμε σε κάποιο πάρτι!» μου είπε τονίζοντας το ρήμα.

Μάλιστα. Καλά, οκ, όχι ότι είχα να κάνω και τίποτα ιδιαίτερο το Σάββατο.

«Ε, πες το έτσι για να το καταλάβω. Και ποιος το κάνει το πάρτι;»

«Ένας συμφοιτητής από το MBA» μου απάντησε.

«Κι εγώ ρε μωρή τι θα κάνω που δε θα γνωρίζω κανέναν;»

«Αφενός γνωρίζεις εμένα, και αφετέρου θα έχεις και την ευκαιρία να ανοίξεις τους ορίζοντές σου σε πάρτι με εκλεκτό κοινό!» μου είπε τελείως ξεδιάντροπα, καθώς ήξερα από τις διηγήσεις της ότι τον πιο συμπαθητικό από τους συμφοιτητές της ήθελε να τον πνίξει στο νεροχύτη για να μη χαλάσει η ράτσα.

«Καλά… σάμπως έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο;» της απάντησα βαριεστημένα.

Thats the spirit!” μου απάντησε ειρωνικά.

Συνεχίσαμε την πάρλα για κανένα δεκάλεπτο ακόμα και εκεί το κλείσαμε γιατί ήρθε ο μάγος με τα δώρα. Ο γλυκούλης μου δεν είχε φέρει μόνο ένα μεγάλο τάπερ με σπιτικό παστίτσιο, είχε φέρει ΚΑΙ γαλακτομπούρεκο, κι αυτό από τα χεράκια της κυρα-Βασιλικής.

Hello, baby” μου έκανε πιάνοντάς μου το πηγούνι ως άλλη Άννα Καλουτά στο «Καλωσήρθε το δολάριο.»

«Ο κήπος είναι ανθηρός,» του απάντησα με ατάκα από την ίδια ταινία και έβαλε τα γέλια. Και μετά παρατήρησα τα μάτια του, που δε θα έλεγες ότι με κοιτούσαν ακριβώς. Χαμήλωσα ασυναίσθητα το κεφάλι μου.

Μάλιστα, χωρίς σουτιέν και η τριβή με το μπλουζάκι είχε κάνει τη δουλειά του.

«Τα μάτια μου είναι εδώ, ρεμάλι!» τον ψευτομάλωσα.

«Δείχνεις; Βλέπω!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

«Δε δείχνω!» του απάντησα ξεροκέφαλα.

«Και αυτό τι είναι;» μου είπε τσιμπώντας μου ανάλαφρα τη ρόγα του δεξιού μου στήθους.

«Αν το ξανακάνεις σήμερα, το τέλος σου!» του δήλωσα με όλη μου την αγάπη.

«Σιγά ρε Τζον Ράμπο!» μου είπε και πέρασε στα ενδότερα. «Βρε βρε, οι Cleveland Καθαρμαteers!» είπε γελαστός σκύβοντας να χαϊδέψει τα καθαρματάκια μου που του τριβόντουσαν και τα τρία, και ζμπούτσα’τς η μαμά.

Χωρίς περιστροφές και περιττές ευγένειες, του πήρα τα τάπερ από τα χέρια και πήγα στην κουζίνα. Το τάπερ με το παστίτσιο παραήταν μεγάλο για να φάω κατευθείαν από εκεί, οπότε αναγκάστηκα να κάνω την πολιτισμένη και να το βάλω σε πιάτο. Γύρισα στο σαλόνι και ο Μίλτος είχε βολευτεί στον καναπέ, με την Bella να του κάνει πατουσάκια στην κοιλιά, τον Dusty να έχει κάτσει στο γατόδεντρο και να γλείφεται, ενώ ο Jonesy είχε θεωρήσει πιο παραγωγικό να μπουρδουκλώνεται στα πόδια της μαμάς.

Κάθισα κι εγώ στον καναπέ και άρχισα να τρώω. «Τι θα δούμε;» τον ρώτησα μπουκωμένη.

«Έλεγα να συνεχίσουμε το young Sheldon,» μου απάντησε. Ούσα ακόμα πιο μπουκωμένη δεν του απάντησα καν, απλά του έγνευσα καταφατικά.

Μέχρι να τελειώσει το πρώτο επεισόδιο είχα ξεπαστρέψει το παστίτσιο. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα ακόμα και ευχαρίστως θα έτρωγα λίγο παραπάνω ακόμα αλλά έδειξα αυτοσυγκράτηση, και μπράβο μου. Και ο λόγος φυσικά δεν ήταν ότι ντρεπόμουν το Μίλτο, αλλά για να έχω να φάω και αύριο, γιατί δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού, ή έστω, της κυρα-Βασιλικής.

«Πάτα λίγο pause,» του είπα και πήγα να αφήσω το πιάτο μέσα ή—για να είμαι ακριβής—να παρατήσω το άπλυτο πιάτο στο νεροχύτη να κάνει παρέα με ακόμα δύο άπλυτα πιάτα και ένα ποτήρι. Αναστέναξα, κάποια στιγμή θα έπρεπε να τα πλύνω πριν βγουν τίποτα βατράχια, να πούμε. Τη στιγμή εκείνη ωστόσο δεν είχα τα κουράγια.

«Θες γαλακτομπούρεκο;» τον ρώτησα.

«Έχω ολόκληρο ταψί στο σπίτι,» μου απάντησε.

«Έχεις ολόκληρο ταψί και μου έβαλες μόνο τρία κομμάτια, ρε παραδόπιστε;» τον τσίγκλησα και τον άκουσα να χαχανίζει.

«Φροντίζω τη σιλουέτα σου!» μου είπε.

«Μια χαρά είναι η σιλουέτα μου!» του απάντησα. «Και έχω και ένα σκασμό followers στο insta για του λόγου το αληθές!» τον πείραξα με τη σειρά μου.

«Ναι, γιατί στην φροντίζω!» μου απάντησε συνεχίζοντας το χαβαλέ.

Βγάζεις άκρη μαζί του;

«Θες μπύρα;» τον ρώτησα ξανά.

«Γιατί να μη θέλω;» μου απάντησε. «Δεν θυμάμαι να κατούρησα σε κανένα πηγάδι!»

Έβγαλα δυο κουτάκια μπύρα, τα ξέπλυνα—σιγά μη τα σέρβιρα και σε ποτήρι, για ποια με περάσατε;—και επέστρεψα επί του καναπέος.

Και όχι τίποτε άλλο, τόσες φορές που είχαμε βγάλει τα μάτια μας στο σαλόνι, γιατί ποιος να τρέχει τώρα στην κρεβατοκάμαρα, μια χαρά ταίριαζε η…γενική, και ας ήταν με «ο» αντί για «ω» και ας ήταν «καναπές» η ονομαστική και όχι «καναπέας.»

(Μαλάκα μου, τι πάω και θυμάμαι από τα αρχαία του Λυκείου;)

«Πώς ήταν η μέρα σου;» τον ρώτησα δίνοντάς του το κουτί με τη μπύρα.

«Ακριβώς όπως η χθεσινή!» μου απάντησε ανοίγοντας το κουτάκι και πίνοντας τρεις γουλιές. «Δεν είχαμε έκπληξη!»

«Κατάλαβα, ούτε φέτος πτυχίο» τον μάλωσα. Ήταν ήδη στο έκτο έτος στο οικονομικό τη ΕΚΠΑ, και η σχολή υποτίθεται ότι ήταν τέσσερα χρόνια. Δεν είναι ότι χρωστούσε πολλά, δύο μαθήματα ήταν που του είχαν μείνει, και φέτος είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι θα τελειώσει με δαύτα.

«Α, όχι, φέτος τέρμα τα δίφραγκα,» μου απάντησε. «Αφού τα ξέρεις ρε μαλάκα,» συνέχισε, «και παρακολουθώ και έχω πάρει και οχτώ στη μία πρόοδο και επτάμισι στην άλλη.»

Δε βαριέσαι, κι εγώ που είχα πάρει το πτυχίο μου στα τέσσερα, τι κατάλαβα; Πωλήτρια σε μεγάλη αλυσίδα λιανικής ήμουν. Εντάξει, κούραση και ορθοστασία αλλά δεν έχω παράπονο, ως κατάστημα πάμε καλά και πιάνουμε πάντα τους στόχους, και μιας και συνήθως εγώ τους ξεπερνάω, παίρνω αρκετά καλό bonus.

«Ζωή;» επανέλαβε ο Μίλτος, κάτι με είχε ρωτήσει αλλά χαμένη στη σκέψεις μου δεν του απάντησα.

«Συγνώμη, δεν  πρόσεχα,» του είπα. «Τι με ρώτησες;»

«Το ίδιο, πώς ήταν η μέρα σου,» μου απάντησε πίνοντας μια γουλιά ακόμα.

«Κουραστική, είχαμε απογραφή σήμερα,» του απάντησα, «και  μας βγήκε η Παναγία. Από τις 08:00 το πρωί στο πόδι και τελειώσαμε στις 21:00, πρέπει να έγραψα περισσότερα χιλιόμετρα και από αθλητή στίβου σήμερα!»

«Έλα, πάρε θέση,» μου είπε. «Στο υπόσχομαι, δε θα ζητήσω τίποτα παραπάνω!» μου είπε.

Χαμογέλασα και χωρίς να φέρω αντιρρήσεις ξάπλωσα στην άκρη του καναπέ, και ο Dusty βρήκε ευκαιρία και σκαρφάλωσε πάνω μου και άρχισε να μου κάνει πατουσάκια στο αγαπημένο του σημείο, στο στήθος μου.

«Ορίστε, εμείς μια ρόγα τσιμπήσαμε και κόντεψες να μου φέρεις το ταψί στο κεφάλι, και ο Dusty σε έχει πάει second base και δε λες τίποτα!»

«Γιατί ο Dusty μένει στο second base, σε αντίθεση με τους παρόντες που αν τους δώσεις θάρρος στο τέλος καταντάς Incontinentia buttocks

«Είμαι μερακλής, τι να κάνω;» μου είπε χαμογελώντας και συνέχισε το μασάζ στα πόδια μου κάνοντάς με να λιώσω. Ωστόσο το λόγο του τον κράτησε, απλά αρκέστηκε στο μασάζ χωρίς να προχωρήσει σε κάτι περισσότερο ερωτικό, και είναι και ποδολάγνος και δεν το έχει και δύσκολο.

Και εκεί άρχισε να βρέχει, δηλαδή όχι απλά βροχή, καρέκλες άρχισε να ρίχνει. Από το απόγευμα το στριφογύρναγε και στο τέλος το κατάφερε. Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω να φύγει μέσα στη βροχή, οπότε γύρω στα μεσάνυχτα πήγαμε στο κρεββάτι μου και πέσαμε να ξεραθούμε. Και σεξ μπορεί να μην ήθελα αλλά αγκαλίτσα ήθελα, και το Μιλτουλίνι μου δε μου χάλασε το χατήρι!

Και έτσι, με τη βροχή να πέφτει, με ένα τελειόφοιτο του οικονομικού να με κρατάει αγκαλιά και με τις γάτες στα πόδια μας έπεσε ο γενικός.

Αν και κανονικά το ξυπνητήρι το βάζω κάθε μέρα στις οκτώ, καθώς πιάνω δουλειά στις εννιά και το κατάστημα που δουλεύω είναι κοντά, για σήμερα το είχα βάλει στις 07:30, ώστε να προλάβω να φτιάξω και πρωινό στο Μίλτο. Μου είχε φέρει παστίτσιο και γαλακτομπούρεκο, μου είχε κάνει μασάζ στα πόδια, με είχε πάρει να κοιμηθούμε αγκαλίτσα, και παρά τις ορέξεις του—στα αγοράκια δεν κρύβονται—δεν έκανε το παραμικρό που θα με έφερνε σε δύσκολη θέση. Ε, δε θα τον άφηνα και χωρίς πρωινό!

Άφησα τον ωραίο κοιμώμενο να ροχαλίζει ελαφρά και με τα γατιά μου στο κατόπι πήγα να κάνω την πρωινή μου τουαλέτα, να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου για να ξυπνήσω και για να πλύνω δοντάκια. Το κέρατό μου, είχα ξεχάσει ότι είχα βάλει πλυντήριο, θα έπρεπε να βάλω τα ρούχα στο στεγνωτήριο αλλιώς θα ήθελαν πλύσιμο και πάλι.

Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, οπότε τι να κάνω, γέμισα το στεγνωτήριο και με λίγη καθυστέρηση πήγα να φτιάξω πρωινό. Καλά, όχι ότι ήταν τίποτα το φοβερά εξεζητημένο, καγιανά θα του έφτιαχνα, αλλά ήθελαν και αυτά την ώρα τους, και ε, να μην πιούμε και κανένα καφεδάκι να ανοίξει το μάτι ρε αδερφέ;

Βαριόμουν να φτιάξω καφέ και έτσι παράγγειλα από e-food. Ευτυχώς η αγαπημένη μου καφετέρια ανοίγει πολύ νωρίς και είναι και σχεδόν δίπλα, οπότε υπολόγισα ότι μέχρι να τελειώσω την ομελέτα θα ερχόντουσαν και οι καφέδες.

Και πράγματι έτσι έγινε, μόλις είχα κλείσει το μάτι όταν χτύπησε το κουδούνι. Πάτησα την ενδοσυνενόηση. Kατεβαίνω εγώ!» είπα στο ντελιβερά για να μην κάνει τον κόπο να ανέβει στο δεύτερο που έμενα.

Κατέβηκα στα γρήγορα κάτω, ο Αμσούν—ναι, ξέρω τα ονόματα και των ντελιβεράδων—με περίμενε στην είσοδο. Με είδε και χαμογέλασε. «Καλημέρα!» μου είπε.

«Καλημέρα!» του είπα χαμογελώντας και πήρα τους καφέδες. «Έχω πληρώσει με κάρτα!» του εξήγησα.

«Ναι, το ξέρω!» μου απάντησε, και αφού με χαιρέτησε ευγενικά, επέστρεψε στο μηχανάκι του, φαίνεται ότι είχε και άλλα deliveries να κάνει αλλιώς θα ερχόταν με τα πόδια, η καφετέρια είναι ούτε 50 μέτρα μακριά.

Ανέβηκα πάνω με τους καφέδες, τους άφησα στην κουζίνα και πήγα να ξυπνήσω τον Μίλτο.

«Σήκω ρεμάλι!» του είπα ταρακουνώντας τον δυνατά, ο Μίλτος δεν ξύπναγε εύκολα.

«Τι; Ποιος;» μου είπε προσπαθώντας να bootάρει.

«Αυτός, 1-0!» του είπα κάνοντας χαβαλέ. «Σήκω και ρίξε νερό στα μούτρα σου, και έλα να φας, σου έχω φτιάξει πρωινό!»

«Τι;» μου είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του, αν εξαιρέσεις το σεξ, δεν τον είχα συνηθίσει σε τόση περιποίηση.

«Τι να σε κάνω ρε μούργο; Μου έφερες παστίτσιο, μου έφερες γαλακτομπούρεκο, μου έκανες μασάζ στα πόδια και με πήρε και αγκαλίτσα χωρίς να ζητήσεις πληρωμή σε είδος! Έτσι θα σε άφηνα;»

«Και το πρωινό πληρωμή σε είδος είναι ρε μωρή, που λέει και η Ελένη» μου απάντησε και έβαλα τα γέλια.

«Αυτό δεν είναι πληρωμή σε είδος, είναι φροντίδα!» του είπα χαχανίζοντας.

«Βρήκες κι εσύ μέρα να σε πιάσει το μαμαδίστικο! Θα προτιμούσα πληρωμή σε είδος!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

Αντί απάντησης σήκωσα τη μπλούζα μου και τον φλάσαρα κανονικά και με το νόμο και μετά άρχισα να του κουνιέμαι. «Μην παίρνεις θάρρος,» του είπα βλέποντας τα μάτια του να αστράφτουν. «Όπως σου είπα θα πλύνεις στο χέρι, αλλά για να δεις τι καλή που είμαι, σου δίνω εικόνες για σε βοηθήσω στο θεάρεστό σου έργο!» του έκανα χαχανίζοντας και κατέβασα και πάλι τη μπλούζα μου.

«Όρσε!» μου είπε φασκελώνοντάς με και βάζοντας τα γέλια. «Άντε, πάμε να με ταΐσεις!» είπε και σηκώθηκε.

«Μη με απειλείς εμένα με όπλο στο παντελόνι!» τον πείραξα. «Και μη μου πεις ότι δεν είναι αυτό που νομίζω!»

«Όχι Ζωή,» μου είπε με δραματικό ύφος. «Είναι *ακριβώς* αυτό που νομίζεις!» συνέχισε με στόμφο, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.

Φάγαμε το πρωινό μας—δηλαδή ο Μίλτος, εγώ το πρωί μόνο καφέ—και μετά τον έτζασα με συνοπτικές διαδικασίες για να αλλάξω και να ετοιμαστώ να πάω στο κατάστημα. Στις 08:30 κατέβηκα στο υπόγειο parking και καβάλησα την Vulkan μου και ξεκίνησα για να πάω στο κατάστημα.

(Άσχετο, αλλά η γκρίνια που είχα ακούσει πέρσι από τους δικούς μου όταν αγόρασα μηχανή δε λέγεται, αλλά η Vulkan S, δεν ξέρω, ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά, ήταν ο λόγος που έβγαλα δίπλωμα μηχανής στα «γεράματα» και τελικά πέρσι γράφοντάς τους όλους στα παλιά μου τα παπούτσια την αγόρασα, και μπράβο μου!)

Η εβδομάδα κύλησε με ταχύτητα τετραπληγικής χελώνας με κρίση ισχιαλγίας, το Τετάρτη-Παρασκευή παίζει να διήρκησε κανένα δίμηνο, να πούμε. Αν δεν είχα ρεπό το Σάββατο δε θα πήγαινα στο πάρτι και δεν πήγαινε να κοπανιόταν η Ελένη: να σχολάσω στις 20:00 και μετά να έχω να ετοιμαστώ και από πάνω, παλιά στο Τέξας, που λέει και ο Νικηφόρος, ο αδερφός της.

Ωστόσο μιας και είχα τα ρεπά μου, και όσο και αν δεν πέταγα τη σκούφια μου για το πάρτι, έφαγα όλο το Σαββατιάτικο απόγευμά μου να ετοιμαστώ, γιατί μια κοκεταρία την έχω, ψέματα μη λέω, θα πέσει το insta να με πλακώσει.

Με την Ελένη είχαμε δώσει ραντεβού να περάσει να με πάρει στις 22:00, αλλά εγώ είχα τελειώσει ήδη από τις 21:00, οπότε την επόμενη ώρα την έφαγα χαζολογώντας σε Tik-Tok και YouTube.

Όταν έφτασε με πήρε τηλέφωνο από το αυτοκίνητο, οπότε χάιδεψα τα καθαρματάκια μου, κοιτάχτηκα για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη, φτου-μου, φτου-μου, και κατέβηκα.

«Καλώς τη μου!» μου είπε με το που μπήκε στο αυτοκίνητο, και αεοροφιληθήκαμε για να μη λερώσουμε η μία την άλλη με κραγιόν. Του λόγου της είχε φορέσει ένα strapless βαθύ μπλε φόρεμα που τόνιζε το μπούστο της, και η Ελένη είχε πλούσια τα ελέη που λένε στο χωριό.

«Σκοπεύεις να τους βγάλεις τα μάτια έξω;» την πείραξα.

«Ενώ εσύ ας πούμε έχεις ντυθεί καλόγρια,» μου απάντησε στα ίσια, κάνοντάς με να σκύψω μηχανικά προς το μπούστο μου, παρόλο που είχα πολύ καλή ιδέα πως φαινόμουν, επί τούτου είχα επιλέξει το φόρεμα.

«Εμένα ρε μωρή πού με είδαν που με ξέρουν!» της απάντησα χαχανίζοντας.

«Ε, εμένα με είχαν μάθει από την καλή, σήμερα θα με μάθουν και από την ανάποδη,» μου απάντησε ανταποδίδοντας το χαχανητό.

Το πάρτι ήταν στο Χαϊδάρι, οπότε στη διαδρομή κάναμε και catch-up των τελευταίων ημερών, καλά, όχι ότι είχε συμβεί και τίποτα άξιο αναφοράς, αλλά τέλος πάντων. Όπως και να έχει γύρω στις έντεκα παρά ήμασταν εκεί.

Η αλήθεια είναι ότι δε θα το έλεγες ακριβώς “nice party” ή «Να η Σπάρτη,» όπως το είχε θέσει ο Μίλτος και είχα κοντέψει να πάθω αποπληξία από τα γέλια—απίστευτα καμένο, απίστευτα έξυπνο. Μάζωξη με μουσική και finger food ήταν περισσότερο, αλλά δεν ήταν άσχημα.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά και οι συμφοιτητές της στο MBA δεν ήταν τόσο μαλακοπίτουρες όσο μου περιέγραφε κατά καιρούς με βαθύ λυρισμό η Ελένη, μια χαρά normal μου φάνηκαν. Εντάξει, μερικοί ήταν όντως για τον πέοντα, αλλά δε βαριέσαι, παντού υπάρχουν μαλάκες.

Δεν είμαι ιδιαίτερα συνεσταλμένη αλλά από την άλλη δεν είμαι και ιδιαίτερα κοινωνική. Θα μιλήσω, θα απαντήσω, αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πάνε να μιλήσουν σε κάποιο άγνωστό τους. Ο Σαράντης, από την άλλη, δεν είχε κατά τα φαινόμενα τέτοιους περιορισμούς, και κάπως έτσι, εκείνο το βράδυ μπήκε στη ζωή μου.

Ήμουν όρθια και έπινα το ποτό μου σε μια ακρούλα, όταν με πλησίασε. Πιο ψηλός από εμένα, παρά το γεγονός ότι φόραγα ψιλοτάκουνα, καστανομάλλης και με γυαλάκια, έμοιαζε περισσότερο με καθηγητή παρά για συμφοιτητή της Ελένης.

Spoiler alert: Ήταν καθηγητής της Ελένης, και για να τον είχαν καλέσει στο πάρτι, πρέπει να ήταν είτε συμπαθητικός, είτε ο διοργανωτής του πάρτι προσπαθούσε να μάθει με πόσα Φ γράφεται η Γλυφάδα.

«Διασκεδάζουμε;» με ρώτησε μειδιώντας.

«Δεν μπορώ να απαντήσω την ερώτηση,» του απάντησα χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο, μου άρεσε η φάτσα του, να τα λέμε αυτά.

«Γιατί;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με ελαφρά αμυντικά.

«Γιατί χρησιμοποίησες πρώτο πληθυντικό και οι μαντικές μου ικανότητες είναι ανύπαρκτες,» του απάντησα εξακολουθώντας να χαμογελάω.

My bad,” μου απάντησε συνοδευόμενο από ένα μικρό γελάκι.

«Τώρα,» του είπα τονίζοντας τη λέξη, «διασκεδάζουμε», συνέχισα, κάνοντάς τον να γελάσει πιο δυνατά αυτή τη φορά.

«Σαράντης!» μου είπε το όνομά του δίνοντάς μου το χέρι.

«Χαίρω πολύ, Ζωή,» του απάντησα δίνοντάς του και το δικό μου. Η χειραψία του ήταν σταθερή και θερμή, κερδίζοντας ακόμα μερικούς πόντους στην εκτίμησή μου.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η Ελένη. «Αχ, να σας κάνω τις συστάσεις,» πήγε να πει η Ελένη αλλά την πρόλαβα εγώ.

«Άργησες Λενιώ μου, συστηθήκαμε μόνοι μας!» την διέκοψα, κάνοντάς την να χαμογελάσει αμήχανα.

«Ο κύριος Αλατσιάνος είναι καθηγητής μου στο MBA. «Διαχείριση Κρίσεων,» μου εξήγησε.

Για μερικές στιγμές επικράτησε αμήχανη σιωπή, την οποία έσπασε ο Σαράντης με τρόπο που σχεδόν με γονάτισε, μιμούμενος τον Ηλιόπουλο από τον Ατσίδα.

«Λοιπόν δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα… είμαστε…»

Εντάξει, δεν το περίμενα, μου ξέφυγε ένα ροχαλητό.

Εκείνος απλά έκανε την χειρονομία ότι φυσάει την κάνη του όπλου. “Crisis averted!” συνέχισε σε deadpan ύφος.

Η Ελένη ξεφύσησε γελώντας, λες και της έφυγε κάποιος φανταστικός ελέφαντας από την πλάτη.

«Εντάξει, μετά την επίδειξη διαχείρισης κρίσεως, είμαι έτοιμη να προχωρήσω σε πρακτική εξάσκηση,» μας δήλωσε. «Πάω να φάω κανένα spring roll

«Αυτό δεν είναι crisis management!» της είπε ο Σαράντης αλλά η Ελένη είχε γίνει και πάλι η Ελένη που ξέρω από τα δώδεκα μου.

«Έχουν τελειώσει, οπότε θα φάω κάτι άλλο!» μας δήλωσε, και έφυγε και μας άφησε μόνους μας.

Money very well spent,” απάντησα deadpan, κερδίζοντας εγώ αυτή τη φορά ένα μικρό ροχαλητό από τον Σαράντη.

«Αμ τι νόμιζες, μύγες πεταλώνουμε;» απάντησε τρολλάροντας τον εαυτό του, και κερδίζοντας ακόμα περισσότερους πόντους στην εκτίμησή μου.

«Απαπα, φωτιά να πέσει να με κάψει!» του απάντησα.

«Μπουρλότο!» μου έκανε μιμούμενος τη Νοταρά στο «Αχ, αυτή η γυναίκα μου,» κερδίζοντας επάξια ακόμα ένα ροχαλητό. «Αλήθεια, εσύ με τι ασχολείσαι;»

«Πωλήτρια σε κατάστημα,» του είπα και του ανέφερα την εταιρία στην οποία εργαζόμουν. «Εκεί να δείτε crisis management skill που απαιτούνται, κύριε Καθηγητά!» του είπα πειράζοντάς τον.

«Αν το καλοσκεφτείς,» μου απάντησε σοβαρά, «όλες οι κρίσεις είναι ίδιες.»

«Τι εννοείς;» τον ρώτησα με απορία, εγώ έκανα χαβαλέ και εκείνος απάντησε σοβαρά.

«Κρίση είναι μια κατάσταση που ξαφνικά γίνεται μη ανεκτή από την είσοδο ενός ή περισσότερων επιπλέον παραγόντων, αστάθμητων η μη. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτό που αλλάζει από κρίση σε κρίση είναι το εύρος των συνεπειών που προκαλούν, όχι ο βασικός μηχανισμός που της γεννάει.»

Huh,” είπα σκεπτική.

«Οι κρίσεις δεν είναι εν γένει απρόβλεπτες. Απρόβλεπτες μπορεί να είναι οι περιστάσεις που τις ξεκίνησαν, αλλά όχι οι κρίσεις καθ’ αυτές. Αν η προσθήκη ενός παράγοντα δημιουργεί κρίση, αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε εξ αρχής η σωστή στρατηγική θωράκιση. Πάρε για παράδειγμα τον Covid. Ναι, η εμφάνισή του ήταν ξαφνική και απρόβλεπτη, αλλά από την άλλη, η κοινωνία δεν είχε θωρακιστεί σωστά για τη διαχείριση πανδημίας ασθένειας για την οποία δεν υπάρχει εμβόλιο!»

«Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα,» του απάντησα.

«Ισχύει,» μου ανταπάντησε. «Γι’ αυτό σε κάθε κρίση που μπορεί να συμβεί, δύο είναι τα βασικότερα πράγματα,» μου είπε και άρχισε να μετράει με τα δάχτυλα.

«Το πρώτο είναι πως θα την αντιμετωπίσεις τη στιγμή που συμβαίνει, πως θα κάνεις damage control για να περιορίσεις τις συνέπειές της,» μου είπε και έγνεψα καταφατικά, δίνοντάς του το σήμα ότι θέλω να συνεχίσει.

«Το δεύτερο είναι τα lessons learned μετά το τέλος της. Τι μάθαμε; Τι πήγε λάθος; Τι διαχειριστήκαμε σωστά και τι όχι; Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα;»

Εκείνη τη στιγμή ήρθε κάποιος συμφοιτητής της Ελένης να κάνει δημόσιες σχέσεις, οπότε θέλοντας και μη, ο συζήτησή μας διακόπηκε. Τους ζήτησα ευγενικά συγνώμη ότι θέλω να πάω να βάλω ποτό, και πήγα προς τα μέσα. Πεινούσα, οπότε γέμισα το χάρτινο πιατάκι μου με μεζέδες, και κάθισα σε μια καρέκλα τρώγοντας και παρατηρώντας τον κόσμο.

Δεν βρήκα ευκαιρία να μιλήσω με τον Σαράντη, καθώς αυτός που μας έκοψε δεν ήταν ο μόνος που ήθελε να κάνει P.R. Λίγο πριν της μία τον είδα να ετοιμάζεται να φύγει και δεν το κρύβω, η καρδιά μου έκανε μια κωλοτούμπα όταν τον είδα να ψάχνει με το βλέμμα του και κατάλαβα ότι έψαχνε να βρει εμένα.

«Πρέπει να φύγω,» μου είπε. «Έχω πρωινό ξύπνημα καθώς είναι η μέρα μου με τη μικρή,» μου είπε.

«Ορίστε;» τον ρώτησα ελαφρά αιφνιδιασμένη.

«Είναι το Σαββατοκύριακο με την κόρη μου,» ξεκίνησε, και εκεί κατάλαβα ότι είναι διαζευγμένος. «Πριν έρθω εδώ την άφησα στους παππούδες της, έτσι κι αλλιώς έφυγα αφού κοιμήθηκε, αλλά θέλω να περάσω πρωί να την πάρω καθώς το τερατάκι μου ξυπνάει νωρίς-νωρίς,» μου είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε στην αναφορά της κορούλας του.

Του έδωσα το χέρι μου. «Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα,» του έκανα.

«Κι εγώ,» μου απάντησε ανταποδίδοντάς μου τη χειραψία. «Θα ήθελες να μου δώσεις το κινητό σου;» με ρώτησε χωρίς περιττές φιοριτούρες.

«Πες μου το δικό σου,» του είπα, ανοίγοντάς το δικό μου. Μου το είπε, το έγραψα, και αμέσως του έκανα κλήση. «Αγγελή είναι το επίθετό μου,» του είπα, κερδίζοντας ακόμα πιο λαμπερό χαμόγελο. Το δικό του το ήξερα, οπότε τον πέρασα στις επαφές.

«Λοιπόν, σε καληνυχτίζω… και τα λέμε!» μου απάντησε, και προς στιγμή ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι θα μου κλείσει συνωμοτικά το μάτι.

Δεν το έκανε! Κλαψ-λυγμ!

«Καληνύχτα!» του είπα χαρίζοντάς του το πιο γλυκό μου χαμόγελο, και μεταξύ μας, το εννοούσα.

Κοίτα να δεις που ήταν ωραία στη Σπάρτη τελικά!


 

2. Daddy cool

Γύρω στις δύο το διαλύσαμε καθώς, όπως είπα, περισσότερο μάζωξη with your plus one ήταν παρά πάρτι. Παρόλο που είχα πάει χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες—ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό—είχα περάσει καλύτερα απ’ όσο υπολόγιζα και είχα κάνει και μια ενδιαφέρουσα γνωριμία.

«Μωρή πότε πρόλαβες και τον τύλιξες τον Αλατσιάνο;» με ρώτησε χαχανίζοντας η Ελένη όταν της είπα ότι μου ζήτησε το τηλέφωνο.

«Τι να πω, κανείς άντρας δεν μπορεί να αντισταθεί στην εκθαμβωτική μου γοητεία,» της απάντησα κάνοντας χαβαλέ για να κερδίσω ένα φάσκελο όλο δικό μου.

«Δεν τον τύλιγες το προηγούμενο εξάμηνο που μας είχε πάει αίμα;» με ρώτησε με ψεύτικη απελπισία. «Διαχείριση κρίσεων όνομα και πράγμα, η πρώτη κρίση που είχαμε να διαχειριστούμε είναι να μην το ρίξουμε στα σκληρά!»

«Σκληρός καργιόλης ε; Και δεν του φαινόταν!»

«Όχι μωρέ, καλός είναι,» απάντησε η Ελένη. «Εντάξει, μας πήγε λίγο αίμα αλλά μας έκανε άντρες!» συνέχισε χαχανίζοντας.

«Αγορίνα μου,» της είπα, «σταμάτα να τρως κοτόπουλα, παρά έχεις κάνει μεγάλα μεμέ!» της απάντησα deadpan κάνοντάς την να της ξεφύγει ένα ροχαλητό.

«Γυναικομαστία!» μου απάντησε σοβαρή-σοβαρή, κάνοντας με να χαχανίσω με τη σειρά μου.

Με τους δρόμους άδειους δε μας πήρε πάνω από μισή ώρα για να φτάσουμε Νέα Ερυθραία, όπου μέναμε και οι δύο. Βασικά εκείνη έμενε λίγο πιο πάνω, στο παλιό Καστρί, και είχαμε γνωριστεί στην πρώτη γυμνασίου, όταν μετακομίσαμε από τη Νίκαια που μέναμε μέχρι τότε με τους δικούς μου στη Νέα Ερυθραία. Κολλήσαμε αμέσως η μία με την άλλη και δεκαπέντε χρόνια αργότερα εξακολουθούσαμε να είμαστε αυτοκόλλητες.

Καληνυχτιστήκαμε, και μιας και πλέον δεν κινδύνευε το κραγιόν, φιληθήκαμε λες και θα μπαρκάραμε να πούμε, και η μία θα πήγαινε Ανατολή και η άλλη Δύση. Ανέβηκα στο διαμέρισμά μου, όπου αφού πέρασα ανάκριση τρίτου βαθμού από τους feline overlords, ξεβάφτηκα, έπεσα στο κρεββάτι παρέα με τα τριχωτά μου καθάρματα, και κάπου εκεί έπεσε ο γενικός.

Και όταν λέμε έπεσε ο γενικός το εννοούμε! Ξύπνησα γύρω στις μία λες και ήμουν λες και είχα ξυπνήσει από χειμερία νάρκη, μου πήρε λίγη ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού βρίσκομαι. Και αν δεν ήταν τα τριχωτά μου καθάρματα, που έκαναν το σπίτι ροντέο μπας και με ξυπνήσουν και τους ταΐσω, ικανή με είχα να το είχα πάει σερί μέχρι το απόγευμα, που λέει ο λόγος, πραγματικά ήμουν ψόφια.

Συσσωρευμένη κούραση, τι να πεις; Δεν μπορώ να πω ότι είχα ξεκουραστεί χθες, καθώς είχα σούπερ μάρκετ και μετά γενική, και το απόγευμα είχα και το ρεκτιφιέ, που λέει ο Μίλτος.

Αυτή τη φορά ντράπηκα να παραγγείλω από το e-food, οπότε κατέβηκα στην καφετέρια και πήρα καφέ με τα χεράκια μου. Γύρισα σπίτι και άρχισα να διαβάζω το “My Dark Vanessa” το οποίο μου είχε προταθεί μετά το “Consent” της SpringoraVanessa και αυτή—το οποίο με είχε αρρωστήσει, και δεν ξέρω αν σας το έχω πει, αλλά λατρεύω τα βιβλία που μπορούν να μου γαμήσουν τη διάθεση με εποικοδομητικό τρόπο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν με τραβούσαν ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι, οπότε δε μπορούσα να μπω στα παπούτσια, είτε της Springora, είτε της ομώνυμης ηρωίδας του MDV. Μπορούσα ωστόσο να καταλάβω γιατί τους είχε γαμηθεί η ζωή, και όχι τίποτε άλλο αλλά η ιστορία της Springora ήταν και πραγματική.

Πάνω που είχα απορροφηθεί βούιξε το τηλέφωνό μου, ήταν μήνυμα από τον Σαράντη: «Καλημέρα, θες το βράδυ να πάμε για ποτό; Τίποτα τραβηγμένο, γύρω στις οκτώ, και το αργότερο τα μεσάνυχτα θα είμαστε σπίτια μας.»

Κατευθείαν στο ψαχνό!

Θα μου πεις, τι περίμενες να κάνει; Τραγουδάκια και αφιερώσεις στο Facebook λες και είμαστε δεκαπεντάχρονα; Προφανώς του άρεσα και μου ζήτησε να πάμε για ένα ποτό, θα μπορούσε κάλλιστα να μου το είχε ζητήσει χθες.

Η αλήθεια είναι ότι κι εμένα μου άρεσε, και αν και αυτή η ευθύτητα μου ήρθε κάπως—αν και μεταξύ μας δεν ήξερα τι περίμενα—πήρα την απόφασή μου χωρίς πολλά-πολλά.

«Καλημέρα και σε σένα. Για πού λες;»

Δεν απάντησε γραπτώς, αυτή τη φορά με πήρε τηλέφωνο.

«Καλημέρα!» μου είπε και από πίσω ακούγονταν παιδικές φωνές.

«Καλημέρα!» του απάντησα χαμογελώντας. «Να υποθέσω ότι είστε με το κορίτσι σε παιδικό πάρτι;»

«Μπα, ένα πάρτι το μήνα είναι το όριό μου,» μου απάντησε κάνοντας χαβαλέ. «Την έχω φέρει σε παιδότοπο με την φίλη της, και αυτή τη στιγμή λυσσάνε στο τραμπολίνο!»

«Και μπράβο τους!» του απάντησα και το χαμόγελό μου έγινε ακόμα πιο πλατύ.

«Βασικά σε πήρα τηλέφωνο γιατί βαριέμαι να τα γράφω. Λοιπόν, είσαι;»

«Είμαι!» του απάντησα. «Αλλά δε μου απάντησες, για πού λες;»

«Σου είναι μακριά η Πολιτεία;»

Έβαλα τα γέλια. «Ούτε καν, Νέα Ερυθραία μένω!» του απάντησα. «Για που λες;»

Challet,” μου απάντησε. «Το ξέρεις;»

«Όχι, αλλά το ξέρει ο φίλος μου το google maps,» του απάντησα.

«Μια χαρά, να πούμε γύρω στις οκτώ;»

«Να πούμε,» του απάντησα ακόμα πιο χαμογελαστή.

Its a date, then!” μου δήλωσε, και θα ορκιζόμουν ότι ακούστηκε σα να μου έκλεινε συνωμοτικά το μάτι. «Λοιπόν, στις οκτώ!»

«Στις οκτώ!» επανέλαβα και κλείσαμε το τηλέφωνο. Και μετά το άνοιξα και πάλι για να πάρω την Ελένη και να της διηγηθώ τα καθέκαστα.

Because of course I did!

Αφού κλείσαμε με το Λενιώ, με ευχές για «καλό βόλι, καλά κρασιά, καλό μπάρκο και καλά σαράντα (pun intended)» προσπάθησα να επιστρέψω στη σκοτεινή Vanessa αλλά η όρεξή μου για διάβασμα είχε πάει περίπατο. Με είχε καταλάβει αυτή η ευχάριστη προσμονή του ραντεβού με κάποιον που σ’ αρέσει, και το οποίο είχα πραγματικά πολύ καιρό να το νιώσω.

Αν εξαιρέσεις τον Μίλτο ήμουν μόνη μου πάνω από χρόνο, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ από τότε που έκανα για πρώτη φορά σχέση με κάποιο αγόρι, εκεί στα δεκαπέντε. Δεν είμαι ιδιαίτερα του δράματος, και τους χωρισμούς τους ξεπερνούσα σχετικά εύκολα, ακόμα και αυτόν με τον Φώτη που τα είχαμε για τρία χρόνια.

Η Ελένη που είναι φοβερά πιο ευαίσθητη και μη μου άπτου, γομάρι με ανεβάζει, γομάρι με κατεβάζει. Δεν είναι ότι δεν πληγώνομαι ή ότι δεν στεναχωριέμαι, ειδικά με το Φώτη με είχε τσούξει όσο ποτέ. Από την άλλη δεν έχει πολύ νόημα να κλαις πάνω από τη σπασμένη στάμνα, που λέει και η μαμά, και κάποια στιγμή τα μέσα μου επαναστατούσαν, «ως πότε θα τον κλαις το μακαρίτη;»

Ακόμα και μετά από τρία χρόνια σχέσης, ένα-δυο μήνες αργότερα ήμουν έτοιμη για φρέσκα, που έλεγε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, της οποίας έφερα και το όνομα.

Αν και με είχε βολέψει το situationship με το Μίλτο, η αλήθεια είναι ότι  παρά το γεγονός ότι ήμουν πολύ ξεκάθαρη εξ αρχής μαζί του, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω ο ίδιος την είχε δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα.

Καλά θα πάει αυτό, σκέφτηκα μέσα μου.

Από την άλλη, του είχα καταστήσει σαφές ότι αυτό που είχαμε, όπως και να λεγόταν και για όσο διαρκούσε, ήταν το μέγιστο που θα μπορούσε να πάρει από μένα, και δεν είναι και κανένα παιδάκι, 24 χρονών γάιδαρος είναι, από ένα σημείο και μετά πρέπει ο καθένας να κάνει τα κουμάντα του.

Και η αλήθεια είναι πως με όλα του τα κουσούρια ο Μίλτος μου έβγαζε κάτι το προστατευτικό. Μπορεί να ήταν ζαμάν φου και πάνω τούρλα αλλά είναι καλό παιδί μωρέ, και δεν ήθελα να πληγωθεί.

Ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα του μεταμοντερνισμού, αυτό έχω να πω. «Τον καιρό εκείνο τον παλιό, και οι δυο κλεισμένες στο σχολειό,» που λέει και το τραγούδι, δεν υπήρχαν situationships και “its complicated” και τα ρέστα, είτε κάποιος σου έκανε και έκανες σχέση μαζί του, είτε δεν σου έκανε και πήγαινες για άλλα.

O tempora, o mores, καλά το λένε. Κάθε εποχή κουβαλάει τις δικές τις προκαταλήψεις και τα δικά της προβλήματα, και μπορεί, όπως έλεγε και ο Σαράντης, όλες οι κρίσεις να είναι οι ίδιες, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα όταν τη βλέπεις να σου έρχεται ποδοβολώντας σαν ρινόκερος.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά μια πείνα άρχισε να την κάνει, οπότε ως γνήσιο γομάρι, που λέει και η Ελένη, έκλεισα το κουτάκι των προβληματισμών και άνοιξα το κινητό μου να παραγγείλω, γιατί είχε πάει δύο και βαριόμουν και να μαγειρέψω. Και πάνω που το σκεφτόμουν, μου ήρθε ιδέα. Σήκωσα το τηλέφωνο.

«Τι θες πάλι ρε βάσανο;» μου απάντησε η Ελένη.

«Ντύσου, πλύσου, κάνε χωρίστρα κι έρχομαι!» της είπα χωρίς πολλά-πολλά.

«Θα μας γαμήσεις κιόλας;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Αν δεν είσαι έτοιμη σε είκοσι λεπτά που θα είμαι από κάτω από το σπίτι σου θα γίνω λεσβία μόνο για σένα!» της υποσχέθηκα, κάνοντάς τη να βάλει ακόμα πιο δυνατά γέλια.

«Πού θα με πας μωρή μουρλέγκω;» με ρώτησε.

«Για μεξικάνικο,» της είπα. «Λοιπόν, τους ζυγούς λύσατε!»

«Μπα που λύσσα να σε φάει!» μου ευχήθηκε με όλη της την αγάπη και μετά από ένα σκασμό ματς-μουτς, λες και θα τα ξαναλέγαμε σε τρεις αιώνες, κλείσαμε το τηλέφωνο για να πάει να ετοιμαστεί.

Στο μεταξύ κι εγώ με φόρμα ήμουν, οπότε ντύθηκα στο πι και φι. Κατέβηκα στο πάρκινγκ, ανέβηκα στη μηχανή και μερικά λεπτά ήμουν κάτω από το σπίτι της. Την πήρα τηλέφωνο, «Έτοιμη είμαι, κατεβαίνω!» μου είπε, και πράγματι δυο λεπτά αργότερα κατέβηκε συνάμενη-κουνάμενη με το τσαντάκι της στο ένα χέρι, και το κράνος στο άλλο.

Γιατί φυσικά και την είχα βάλει να αγοράσει κράνος όταν πήρα τη μηχανή. «Άλλος γαμάει και άλλος πληρώνει!» μου είχε γκρινιάξει, αλλά το πήρε το κράνος, αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς.

Τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;

Μην έχει παράπονο, μέχρι και custom υποστήριξη πλάτης είχα πάρει για την αφεντιά της, και δε λέμε για τη σχετικά τη φτηνή τη μαμίσια, ένα νεφρό και τον πρωτότοκο  μου είχε στοιχήσει η custom made μαλακία.

Γενικά, ενώ αρχικά το είχα υπολογίσει γύρω στα δέκα χιλιάρικα, με τούτα και με κείνα μου είχε βγει τελικά γύρω στα δεκαπέντε, και εκεί να δείτε γκρίνια οι δικοί μου, καθώς με αυτά τα χρήματα θα μπορούσα να είχα πάρει καινούργιο αυτοκίνητο.

Δεν ήθελα καινούργιο αυτοκίνητο, το παλιό Swift των δικών μου, μοντέλο του 2010, μια χαρά την έκανε τη δουλειά του όταν χρειαζόμουν αυτοκίνητο. Στα εικοσιπέντε μου είχα αποφασίσει να γίνω μηχανόβια, και το 2025, στα εικοσιέξι μου, είχα κάνει το όνειρο πραγματικότητα.

Και μπορεί να μου γκρίνιαζε, «που πάμε μωρή χειμωνιάτικα με τη μηχανή;» αλλά περισσότερο ήταν τραβάτε με να κλαίω, παρά πραγματική γκρίνια. Είναι άλλο πράγμα να νιώθεις τον αέρα να σε χτυπάει, να νιώθεις την κίνηση πραγματικά με όλο σου το σώμα.

Η μηχανή είναι άλογο ρε παιδί μου, πώς να το πω; Μπορεί να συγκριθεί το άλογο με την άμαξα;

Όπως και να έχει, δέκα λεπτά αργότερα ήμασταν στο μεξικάνικο. Βασικά δεν είναι ακριβώς μεξικάνικο, περισσότερο sports-bar είναι, αλλά φτιάχνει καταπληκτική μαργαρίτα και είναι και στο κέντρο της Νέας Ερυθραίας, και μπορεί με το αυτοκίνητο να είναι άσκηση υπομονής, αλλά με τη μηχανή δε δίνεις δεκάρα.

Πρώτα μας έφεραν την κανάτα με τη μαργαρίτα, και δυο γουλιές—και κάμποσες βλαστήμιες λόγω του brain freeze—αργότερα, αρχίσαμε να καταστρώνουμε το πλάνο της βραδιάς.

«Να σου γαμήσω!» βλαστήμησε ξανά η Ελένη. Εμένα πάλι μου είχε έρθει σχεδόν σκοτοδίνη, αυτό το γαμήδι το brain freeze είναι χειρότερο και από το να βρει το μικρό σου δαχτυλάκι στο έπιπλο.

Όσον αφορά το σχέδιο «μάχης,» περιορίστηκε στο τι θα φορέσω το βράδυ. Καθηγητής της ήταν, δεν είχαν και πολλά-πολλά πάρε δώσε μεταξύ τους. Εδώ που τα λέμε παίζει πολύ σοβαρά μιλώντας μαζί του χθες για καμιά ώρα να είχα μάθει περισσότερα πράγματα για δαύτον από την Ελένη που τον είχε καθηγητή το προηγούμενο εξάμηνο.

Και μετά, μοιραία η συζήτηση πήγε στο Μίλτο.

«Δε θα το πάρει καλά,» μου είπε, χαίρω πολύ Ζωή Αγγελή.

Yup,” απάντησα μονολεκτικά.

«Εντάξει, δεν του είχες τάξει και γάμο, έτσι;» προσπάθησε να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα.

«Αυτή τη στιγμή θα προτιμούσα να είναι το gay φιλαράκι μου,» της απάντησα ξεφυσώντας.

«Αυτά να τα σκεφτόσουν όταν του κούναγες το κωλαράκι σου, ρε μωρή!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Όταν του κουνάω το κωλαράκι μου δε θέλω να είναι το gay φιλαράκι μου!»

«Στους gay αρέσουν τα κωλαράκια!» μου απάντησε ξεδιάντροπα.

«Δεν είναι για χόρταση αυτό ρε μωρή,» της απάντησα.

«Μη μου τα λες εμένα αυτά, το δικό μου είναι αγνό και παρθένο.»

«Γκούχου-γκούχου,» της είπα, καθώς το παραπάνω δεν ήταν απολύτως ακριβές, τον είχε δώσει μια φορά, και εκεί είχε αποφασίσει ότι μία ήταν αρκετή.

«Με μια φορά δε γίνεσαι πούστης!» μου απάντησε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Το ξέρω! Εγώ το έχω δώσει πάνω από 10 φορές και ακόμα straight είμαι,» της απάντησα deadpan κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια με τη σειρά της.

«Γκουχ-γκουχ,» μου απάντησε με τη σειρά της, γιατί το δέκα ως νούμερο το λες και μικρό, στην Ελένη της είχα πει ότι του Φώτη του άρεσε πολύ, και με δαύτον ήμασταν μαζί τρία ολόκληρα χρόνια.

«Που λέει ο λόγος ρε μωρή!» της απάντησα κουνώντας αδιάφορα το χέρι μου, αλλά κάπου εκεί ήρθε το φαγητό και η συζήτηση του κώλου έλαβε τέλος.

Στην υπόλοιπη διάρκεια του φαγητού και μέχρι που τη γύρισα σπίτι της και γύρισα να ετοιμαστώ κι εγώ για τη βραδινή μου έξοδο, δεν συζητήσαμε ούτε για τον Σαράντη, ούτε για το Μίλτο. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν, και ένας από τους λόγους που η Ελένη με έλεγε γομάρι ήταν ότι σπάνια ανησυχούσα για πράγματα που ήταν εκτός του δικού μου ελέγχου.

Όχι ότι δε με ένοιαζε, απλά δεν έβρισκα το νόημα να κάθομαι να αγχώνομαι για το κάθε «τι θα γινόταν αν,» εφόσον αυτό δεν ήταν του χεριού μου. Δηλαδή και να αγχωνόμουν τι θα κέρδιζα πέρα από το άγχος;

Γνώριζα για παράδειγμα ότι ο κλάδος της λιανικής είναι ευμετάβλητος και από τη μια στιγμή στην άλλη μπορείς να κάτσεις στον άξονα και να μείνεις χωρίς δουλειά.

Αυτό που μπορούσα να κάνω, να είμαι καλή στη δουλειά μου, το έκανα και ανταμειβόμουν και γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε—πέραν του ακαδημαϊκού, δηλαδή—να κάθομαι να αγχώνομαι για το αν η αγορά ή οι συνθήκες άλλαζαν; Αν το μαγαζί βάραγε φούντο, θα μ’ έπαιρνε και μένα η μπάλα, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να κάθομαι να σκάω λες και ήμουν ο ιδιοκτήτης.

Στο μεταξύ έκατσα επιτέλους να ψάξω πληροφορίες για το Challet. Μου φάνηκε αρκετά κυριλέ. Στην αρχή έλεγα να φορέσω απλά σακάκι καθώς ήθελα να πάω με τη μηχανή, αλλά τελικά ο καιρός με βοήθησε να κάνω την τελική επιλογή, έστω και από την ανάποδη. Άρχισε και πάλι να βρέχει, και για να μην το έχω άγχος αποφάσισα να πάω με το αυτοκίνητο, το οποίο σημαίνει ότι θα μπορούσα να φορέσω και πάλι φόρεμα.

Τελικά αποφάσισα ένα μαύρο midi που τόνιζε τόσο όσο το μπούστο μου, το οποίο θα συνόδευα με σχετικά χοντρό καλσόν και μποτάκια. Πέρα από το κραγιόν αυτή τη φορά δε βάφτηκα ιδιαίτερα, και γύρω στις εφτά και μισή είχα τελειώσει. Έφυγα σπίτι στις οκτώ παρά καθώς η Πολιτεία είναι κοντά, και έτσι κατάφερα οκτώ νταν να είμαι έξω από το Challet.

Έπαιξα λίγο νευρικά με τα δάχτυλά μου στο τιμόνι προσπαθώντας να αποφασίσω αν θα τον έπαιρνα τηλέφωνο ότι έφτασα ή θα έμπαινα μέσα ελπίζοντας να είναι ήδη εκεί. Nope, είπα μέσα μου, και βγήκα αποφασιστικά από το αυτοκίνητο.

«Έχετε κάνει κράτηση;» με ρώτησαν στην είσοδο.

«Όχι, απλά έχω ραντεβού εδώ, δεν γνωρίζω αν έχει γίνει κράτηση,» τους απάντησα ειλικρινά, και προχώρησα προς τα μέσα ελπίζοντας να μην κάθομαι να περιμένω.

Ο Σαράντης πάντως, και μπράβο του, ήταν ήδη εκεί. Χαμογέλασα με ανακούφιση και προχώρησα προς το τραπέζι που καθόταν, ενώ εκείνος σηκώθηκε για να με περιμένει.

«Καλώς την!» μου είπε ζεστά, και τράβηξε προς τα έξω την καρέκλα, δείχνοντάς μου που ήθελε να κάτσω.

«Καλώς σε βρήκα,» του απάντησα ανταποδίδοντας το χαμόγελο και κάθισα στην καρέκλα που μου έδειξε, ενώ εκείνος με τη σειρά του κάθισε δίπλα.

«Το βρήκες εύκολα;»

«Να είναι καλά το google maps,» του απάντησα. «Ήμουν και τυχερή, βρήκα να παρκάρω ακριβώς απ’ έξω!» συνέχισα.

«Ναι, εγώ δεν στάθηκα τόσο τυχερός,» και μου εξήγησε ότι είχε παρκάρει λίγο παρακάτω, όχι τραγικά μακριά αλλά όχι και δίπλα.

«Συνήθως δε με νοιάζει, αλλά σήμερα δεν ήταν για μηχανή!»

«Οδηγάς μηχανή;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Γεροντοέρωτας!» του απάντησα, κάνοντάς τον να χαχανίσει, chuckle που λένε στο χωριό. «Αποφάσισα πρόπερσι να γίνω μηχανόβια και πέρσι τα κατάφερα!»

I can relate to that,” μου είπε, «αν και οι δική μου σχέση με τις μηχανές ξεκίνησε στα νιάτα μου!» και μετά αναστέναξε λες και του πέσαν τα καράβια έξω. «Αν και από τότε που έγινα μπαμπάς τις έκοψα.» Το χαμόγελό του ήταν μελαγχολικό αλλά όχι πικρό. “The things we do for love…” μου είπε, κουνώντας ταυτόχρονα ελαφρά το κεφάλι του.

«Πώς τη λένε την κορούλα σου;» τον ρώτησα.

«Μελίνα!» μου απάντησε και το πρόσωπό του φωτίστηκε και πάλι.

«Καλά το λένε πως μέχρι να κρατήσεις το παιδί σου στην αγκαλιά σου, δεν έχεις ιδέα τι θα πει αγάπη!» του απάντησα με τη σειρά μου.

«Αυτό ξαναπές το!» μου έκανε γνέφοντας καταφατικά.

«Καλά το λένε πως μέχρι να κρατήσεις το παιδί σου στην αγκαλιά σου, δεν έχεις ιδέα τι θα πει αγάπη,» του επανέλαβα ακριβώς στον ίδιο τόνο, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε η σερβιτόρα για να πάρει παραγγελία. «Θέλετε να σας φέρω κατάλογο;»

Ο Σαράντης γύρισε προς το μέρος μου. «Θέλεις κατάλογο, εγώ ξέρω τι θα πάρω!»

«Όχι,» του απάντησα με σιγουριά και μετά γύρισα προς την κοπέλα. «Έχετε μηλίτη;»

Strongbow,” μου απάντησε αμέσως. «Ωραία, ένα Strongbow για μένα!» μου είπε.

«Μηλίτης! Χα, έχω να πιο από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία,» είπε ο Σαράντης και γύρισε προς την κοπέλα. «Ένα μηλίτη και για μένα, σας παρακαλώ,» της είπε.

«Αγγλία σπούδασες;» τον ρώτησα, όταν έφυγε η σερβιτόρα.

«Βασικά στην Αγγλία έκανα μεταπτυχιακό και διδακτορικό,» μου απάντησε, «στο ΕΚΠΑ, πήρα το πτυχίο μου, Διοίκηση Επιχειρήσεων. «Εσύ;»

«Εγώ στην Πάντειο, κοινωνιολογία,» του απάντησα. «Και μετά από μακριά και όχι ακριβώς αγαπημένοι,» συνέχισα τρολλάροντας τον εαυτό μου.

«Γιατί το διάλεξες;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

«Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα,» του απάντησα ξεφυσώντας. «Στην αρχή μου άρεσε αλλά μετά ήρθαν οι μέλισσες.»

«Το βαρέθηκες;» επέμεινε.

«Όχι ακριβώς,» του απάντησα. «Δεν ξέρω πως να το πω αλλιώς, αλλά αν εμβαθύνεις στην κοινωνιολογία και δε βγεις ελαφρά μισάνθρωπος, ισχυρίζομαι ότι δεν έχει εμβαθύνει όσο νόμιζες. Ε, δεν ήθελα να εμβαθύνω περισσότερο,» του απάντησα ξερά μεν, ειλικρινά δε και μετά γύρισα την κουβέντα και πάλι προς εκείνον. «Αλήθεια, τι σπουδάζει κάποιος για να γίνει καθηγητής σε διαχείριση κρίσεων;»

«Εξαρτάται από το είδος των κρίσεων. Από αλλού ξεκινάς αν είναι φυσικές καταστροφές και πολιτική προστασία, από αλλού αν είναι υγειονομικές και από αλλού αν είναι οικονομικές,» μου απάντησε και έγνευσα καταφατικά.

«Για παράδειγμα το δικό μου πτυχίο, όπως σου είπα, ήταν στη Διοίκηση επιχειρήσεων. Το μεταπτυχιακό μου ήταν επιχειρησιακή στρατηγική, και το διδακτορικό μου διαχείριση αντίκτυπου μακροοικονομικών κρίσεων.»

«Και μετά;» τον ρώτησα.

«Επιστροφή στα μαμά πατρίδα, ένα χρόνο στα ελληνικά στρατά, κάμποσα χρόνια ως σύμβουλος στην McKinsey και μετά ΕΚΠΑ,» μου απάντησε.

«Καλέ πόσο είσαι;» τον ρώτησα με γνήσια απορία, δεν τον έκανα πάνω από τριανταπέντε, και μετά δαγκώθηκα για την αδιακρισία μου, ενώ ο ίδιος απλά χαμογέλασε.

«Αν κρίνω από το ύφος σου, μάλλον μεγαλύτερος απ’ όσο με κάνεις!» μου απάντησε παιχνιδιάρικα.

«Αν είσαι πάνω από τριανταπέντε θα φάω τις κοτσίδες μου!» του δήλωσα με σιγουριά, και εδώ που τα λέμε βοηθούσε το γεγονός ότι δεν είχα κοτσίδες, να τα λέμε αυτά!

Ο Σαράντης γέλασε και πάλι, και τι έκανε ο αθεόφοβος; Άνοιξε το τσαντάκι του και μου έδωσε ένα λαστιχάκι μαλλιών, προφανώς της κόρης του. «Για να κάνεις κοτσίδες, και καλή σου όρεξη!» μου εξήγησε, κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα δυνατό και καθόλου ρομαντικό ροχαλητό.

Γελώντας ακόμα, και παραδεχόμενη την ήττα μου κατά κράτος, πήρα το λαστιχάκι από τα χέρια του, και με λίγο ζόρι κατάφερα με τα πολλά να κάνω μια κοτσίδα.

«Ορίστε!» του είπα σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος του.

«Εσύ είπες ότι θα φας τις κοτσίδες σου, όχι εγώ!» μου έκανε, και εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το είχε ο χριστιανός. Αν, δηλαδή, ήταν χριστιανός.

«Δες το ως υπεργολαβία,» του απάντησα, κάνοντάς τον να βάλει δυνατά γέλια.

«Εντάξει, στη χαρίζω για σήμερα,» μου απάντησε. «Αλλά μην ξαναβάλεις στοίχημα τις κοτσίδες σου γιατί την επόμενη θα έρθω με την ψιλή!»

«Απαπα, καλύτερα να φάω τις κοτσίδες μου!» του έκανα, κερδίζοντας ακόμα πιο δυνατό γέλιο.

«Με τούτα και με κείνα δε μου είπες πόσο είσαι!»

«Το έχω καβατζάρει το όνομά μου,» μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι. «Σαρανταδύο,»

«Το ’84 είσαι;»

«Όχι, το ’83 για μεγάλες τιμές του τρία!» συνέχισε το χαβαλέ.

«Μη μου κάνεις εμένα δημιουργική λογιστική!» τον απείλησα.

«Θα φας τις κοτσίδες σου;» με ρώτησε γελώντας.

Touché!

Εκείνη τη στιγμή, και πάνω που πίστευα ότι μας είχαν ξεχάσει, ήρθαν και οι μηλίτες μας.

«Τι διάολο, τώρα έκοψαν τα μήλα;» ρώτησε ο Σαράντης λες και διάβαζε τη σκέψη μου.

«Το καλό πράγμα,» που λένε, του είπα και πήρα το ποτήρι του και το γέμισα, και μετά γέμισα και το δικό μου.

«Σ’ ευχαριστώ!» μου έκανε χαμογελώντας! “Cheers!” συνέχισε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

Δεν είχαμε προλάβει να αφήσουμε τα ποτήρια μας κάτω όταν χτύπησε το τηλέφωνό του, και ακούγοντας το ringtone του έβαλα και πάλι τα γέλια,

“I’m crazy like a fool. What about it, Daddy cool? Daddy, Daddy Cool, Daddy, Daddy cool.”

«Η κόρη μου» μου είπε συνωμοτικά και απάντησε στο τηλέφωνο.

Τον άφησα να μιλήσει με την ησυχία του και τον παρατηρούσα όσο μιλούσε στην κόρη του. Ο Σαράντης είχε γελαστό πρόσωπο και μάτια, αλλά ρε παιδί μου, ο τρόπος που μιλούσε στην κόρη του μ’ έκανε να λιώνω μ’ ένα τρόπο που δεν είχα ποτέ μου φανταστεί.

Αν με είχε γοητεύσει μια φορά με το χιούμορ του και τον easy going τρόπο του, το πώς μιλούσε στην κόρη του με έκανε να νιώθω ότι θα χυθώ σε Zoe shaped pool of goo.

Συμμαζέψου ρε μωρή, μάλωσα τον εαυτό μου, και ήπια άλλη μια γουλιά από το ποτήρι μου προσπαθώντας να συμμαζέψω την ταραχή μου.

Από την άλλη η πηγή της εσωτερικής μου ταραχής τέλειωσε το τηλέφωνο με την κόρη του στέλνοντάς της φιλάκια στο τηλέφωνο, και ορκιζόμενος ότι την αγαπάει μέχρι την άκρη του ουράνιου τόξου, και ακόμα παραπέρα, και ακόμα παραπέρα.

Και πάρτη κάτω τη δικιά σου.

Daddy, daddy cool! Daddy, daddy cool” του έκανα τραγουδιστά, κερδίζοντας το γέλιο του.

«Αν είναι να κάνεις κάτι, το κάνεις σωστά!»

«Σωστός!» του απάντησα χαμογελώντας.

«Εσύ;» με ρώτησε.

«Εγώ δεν είμαι μπαμπάς,» του απάντησα deadpan, «υπάρχουν σοβαρές τεχνικές δυσκολίες!»

Χαμογέλασε αλλά δεν απάντησε, αποφασίζοντας να μην τσιμπήσει το δόλωμα.

«Έχω τρεις γάτες, μετράει;» τον ρώτησα.

«Τρεις βρε θηρίο;» μου έκανε.

«Βασικά για μία σκόπευα στην αρχή αλλά όταν πήγα να τα πάρω, ήταν τα τρία που είχαν μείνει στην κυρία που τα είχε, και δε μου έκανε καρδιά να τα χωρίσω μεταξύ τους, οπότε τα υιοθέτησα χονδρική!» του είπα κάνοντάς τον να χαμογελάσει και πάλι. «Η Bella μου, είναι calico, ο Dusty είναι grey tabby, και ο Jonesy orange tabby

Μη μπορώντας να κρατηθώ άνοιξα το τηλέφωνό μου και του έδειξα ένα βίντεο που έπαιζα με τα βλαμμένα μου με το laser και προσπαθούσαν να μου γκρεμίσουν το σπίτι.

«Εσύ έχεις κανένα κατοικίδιο;» τον ρώτησα ουδέτερα, αλλά από μέσα η ψυχούλα μου το ήξερε. Αν δεν του άρεσαν α κατοικίδια, ήταν no-go ακόμα και αν ήταν ο καλύτερος κατά τα άλλα άντρας στον κόσμο.

«Όχι,» μου απάντησε. «Δεν είμαι για κατοικίδια εγώ, αλλά όχι γιατί δεν τ’ αγαπάω.»

«Αλλά;»

«Λείπω πολλές ώρες από το σπίτι Ζωή και τα κατοικίδια δεν είναι παιχνίδια,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια, και φυσικά έγνεψα καταφατικά. «Αν και προσωπικά είμαι dog person, είχα σκεφτεί κατά καιρούς να πάρω καμιά γάτα που είναι πιο ανεξάρτητη, αλλά ακόμα και έτσι, μου ήταν κάπως να πάρω ένα ζωντανό που θα με βλέπει μία το πρωί και μία το βράδυ.»

«Έτσι είναι,» του έκανα, με την καρδιά μου να έχει επιστρέψει στη θέση της γιατί με την απάντησή του είχε κερδίσει κι άλλους πόντους.

«Η πρώην σύζυγος και ο σύντροφός της έχουν ένα beagle, οπότε τουλάχιστον το Μελινάκι μου έχει μια extra συντροφιά στο σπίτι τους.»

«Πόσα χρόνια έχετε χωρίσει, αν επιτρέπεται;»

«Δύο,» μου απάντησε. «Ήταν και ο λόγος που παραιτήθηκα από τη McKinsey και ας ήταν αργά για να σώσω το γάμο μας.»

Χαμογέλασε και αυτή τη φορά το χαμόγελό του έκρυβε μέσα πίκρα.

«Το δις εξαμαρτείν, Ζωή. Ακόμα δεν είμαι για pet, αλλά όταν έχω την κόρη μου έχω φτιάξει το πρόγραμμά μου ώστε ο χρόνος μου να είναι δικός της κατά το μέγιστο δυνατό.»

«Δεν… δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι στη θέση σου,» του είπα ειλικρινά αντί για ψεύτικα λόγια παρηγοριάς. «Εννοώ… η μεγαλύτερη σχέση που έχω κάνει μέχρι τώρα ήταν τρία χρόνια.»

Σταμάτησα και τον κοίταξα στα μάτια. Δεν απάντησε με λόγια, απάντησε με τα μάτια του και ήταν σα να μου έλεγε «συνέχισε.»

Έπαιξα νευρικά με τα μαλλιά μου. «Αν και με το Φώτη χωρίσαμε για τελείως διαφορετικούς λόγους,» ξεκίνησα, «η αλήθεια είναι ότι με επηρέασε περισσότερο απ’ όσο νόμιζα ότι επέτρεπα στον εαυτό μου.»

«Θεωρία και πράξη, ε;» μου είπε χαμογελώντας μου συγκαταβατικά.

«Ισχύει,» του απάντησα. «Η Ελένη γομάρι με ανεβάζει, γομάρι με κατεβάζει,» συνέχισα με ένα πνιχτό γελάκι. «Εντάξει, δεν έκατσα να κλαίω το μακαρίτη μέχρι να στερέψω από τα δάκρυα,» του είπα με επίτηδες δραματικό ύφος, κάνοντάς τον να του ξεφύγει ένα γελάκι, «αλλά για δυο μήνες ήμουν σα ζόμπι.»

«Και;»

«Τελικά επαναστάτησε ο ίδιος μου ο εαυτός και έγινα και πάλι το γομάρι που η Ελένη γνώρισε και αγάπησε από τα δώδεκα της.»

Έγνεψε.

«Οπότε…» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου, «απλά… απλά δε μπορώ να φανταστώ πως είναι στη θέση σου. Όχι γιατί είμαι γομάρι, αλλά γιατί… γιατί δε χρειαζόταν να φορέσω κάποιο προσωπείο, έστω και γι’ αυτούς τους δύο μήνες που δε μιλιόμουν.»

«Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι,» μου είπε συμφωνώντας. «Μπορεί να μην το έδειξα όπως θα έπρεπε, αλλά την αγαπούσα την Ειρήνη, ακόμα την αγαπάω,» συνέχισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και εκείνη μ’ αγαπούσε αλλά άδειασε και δεν ήμουν εκεί να τη γεμίσω.»

Έτριψε για λίγο το πρόσωπό του. «Τέλος πάντων, nana korobi ya oki» μου είπε και πιάνοντας ότι δεν το κατάλαβα μου το εξήγησε. «Επτά φορές να πέσεις, οκτώ φορές να σηκωθείς.»


 

3. All along the Watchtower

Η ατμόσφαιρα ξαφνικά είχε βαρύνει αλλά όχι με άσχημο τρόπο. Δεν συνηθίζω να ανοίγομαι, για παράδειγμα ούτε με το Μίλτο, που γνωριζόμαστε πάνω από ένα εξάμηνο, δεν έχω μιλήσει τόσο για το παρελθόν μου. Εννοώ ότι ξέρει ότι υπήρξε κάποιος Φώτης στη ζωή μου αλλά τίποτα βαθύτερο. Στην πραγματικότητα όσα πραγματικά ξέρει τα περισσότερα αφορούν τα ερωτικά μου γούστα, τα οποία αναγκαστικά και μη βγήκαν στην επιφάνεια, αλλά τίποτα πιο ουσιαστικό.

Επίσης αλήθεια είναι ότι ο ίδιος είχε προσπαθήσει να ανοιχτεί αλλά όσες φορές το έκανα άλλαζα την κουβέντα με τρόπο. Μαζί του δεν ήθελα πολυπλοκότητες, ήθελα χαζοκουβέντα, χαζοδιασκέδαση και σεξ, τίποτα περισσότερο. Είπαμε, μοντέρνοι καιροί.

Δεν ξέρω, ίσως τελικά ο Φώτης να με είχε επηρεάσει ακόμα πιο βαθιά. Εννοώ και οι επόμενες σχέσεις μου, ακόμα και αυτές που στη θεωρία είχαν προοπτικές, ήταν σχετικά ρηχές. Δεν είχα αρκετό δείγμα για να καταλάβω αν φυσούσα το γιαούρτι ούσα καμένη από το χυλό, ή απλά οι επόμενοι δεν είχαν αυτό το «κάτι,» ό,τι στο διάβολο και αν ήταν αυτό.

Από τις σκέψεις μου με έβγαλε ο Σαράντης.

“A penny for your though!”

A penny?” του έκανα βρίσκοντας την ευκαιρία να αλαφρύνω την ατμόσφαιρα. «ΤΣΙΙΙΙΙΙΙΦΟΥΤΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!» συνέχισα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

«Οικονόμος!» με διόρθωσε με ένα πνιχτό γελάκι.

Cheapy-cheapy ya ya da da” του είπα τραγουδιστά.

Αυτά παθαίνει κανείς όταν χρησιμοποιεί memes χωρίς να αναγνωρίζει το context.

«Σκοπεύεις να με γλεντήσεις από το πρώτο ραντεβού, Ζωή;» με ρώτησε χαχανίζοντας και τον κοίταξα με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. «Δεν έχεις ιδέα τι τραγούδησες, ε;» συνέχισε γελώντας ακόμα.

Ομολογώ πως δεν είχα. 

Lady-Marmalade ή, αλλιώς, voulez-vous coucher avec moi ce soir” μου εξήγησε και πήρα χρώμα που λένε.

Δηλαδή τι χρώμα, σασί πήρα!

«Θα σας ειδοποιήσουμε,» συνέχισε το τρολλάρισμα, και όχι τίποτε άλλο, το κέρατό μου μέσα, αλλά είχε και το σωστό context.

«Το φεγγάρι, κάνει βόλτα, στης αγάπης μου την πόρτα» του είπα τραγουδιστά αντιγράφοντας τον Εξαρχάκο από το «γκαρσονιέρα για δέκα»

(Άσχετο, αλλά αυτό και το The Kopanoi είναι οι αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες, το δεύτερο προσφορά του Μίλτου που με είχε φάει να δούμε το κατά δήλωσή του «το πιο cult αριστούργημα του ελληνικού κινηματογράφου.» Και μετά είδαμε και το γκαρσονιέρα για δέκα, και είχα χάσει που είχα χάσει τα πνευμόνια μου με τους κόπανους, πάνε και τα νεφρά…)

Ο Σαράντης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βροντερό γέλιο. «Είσαι θεός, ήλιος καλοκαιρινός!» μου απάντησε όταν βρήκε τις ανάσες τους, και να σου και το διπλό axel και το τριπλό toe loop μέσα στο στέρνο μου.

«Αμ τι νόμιζες, μύγες πεταλώνουμε;» του απάντησα με τον ίδιο τρόπο που μου είχε απαντήσει στο πάρτι. Μέχρι και την παντομίμα ότι φυσάω την κάννη έκανα.

Γιατί όπως έλεγε και κάποιος συμφοιτητής μου όταν μου είχε ζητήσει σημειώσεις επειδή εκείνος βαριόταν να κρατήσει «τα αγαθά copy κτώνται.»

«Απαπα, φωτιά να πέσει να με κάψει!» μου απάντησε, ακριβώς όπως είχα κάνει κι εγώ, στο οποίο φυσικά απάντησα «ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ!»

«Να σου πω, πεινάς;» με ρώτησε. Η αλήθεια είναι ότι στο μεξικάνικο είχαμε φάει σαν κάφροι και δεν πεινούσα ιδιαίτερα, αλλά ο Σαράντης προφανώς πεινούσε, και δεν ήθελα να του το χαλάσω.

«Λιγάκι, τι έχεις κατά νου;»

«Θέλεις να μοιραστούμε ένα club sandwich? Τα φτιάχνουν αριστούργημα εδώ και είναι και χορταστικά!»

«Αμέ, γιατί όχι;» του είπα χαμογελαστή. «Αλλά αν κρίνω από το πόσο έκαναν να μας φέρουν τα cider… Θα πεινάσουμε, Νίνα!» του έκανα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

(Να σου πάλι και ο Μίλτος, απρόσκλητος. Από αυτόν είχα γνωρίσει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που μέχρι πρότινος τον απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι, ανακαλύπτοντας στα γεράματα τι έχανα τόσα χρόνια!)

«Δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ είμαι πεινασμένος ήδη!» μου απάντησε και συνέχισε. «Δε βαριέσαι, μια ζωή την έχουμε, pun intended!» μου έκανε κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι, και πάρε και άλλες δυο κωλοτούμπες να έχεις.

«Πώς περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο; Δηλαδή όσον σου απομένει;» τον ρώτησα επιστρέφοντας και πάλι στο αζμπέτε.

«Για πρώην μηχανόβιος,» ξεκίνησε, «είμαι αρκετά σπιτόγατος. Καλά, δεν είμαι και η Στέλλα Βιολάντη,» συνέχισε αλλά έπιασε ότι δεν έπιασα την αναφορά και άλλαξε διατύπωση. «Εννοώ δεν το παίζω και εσώκλειστος, αλλά γενικά θα προτιμήσω να πιώ το ποτό μου στην ησυχία του σπιτιού μου, διαβάζοντας κανένα βιβλίο ή χαζολογώντας στα internets, παρά έξω.»

I can relate to that,” του απάντησα χαμογελαστή, κι εγώ γενικά προτιμώ το σπίτι και τις γάτες μου από το να τρέχω αριστερά και δεξιά.

Όχι ότι το καταφέρνω, έχουμε και μια Ελένη να με σούρνει, και ίσως γι’ αυτό να είχα βολευτεί με το Μίλτο, και του λόγου του δεν είναι πολύ του έξω.

«Μια από τα ίδια κι εγώ, και όταν βαριέμαι το διάβασμα να είναι καλά το Netflix,» του είπα. «Σωτήριο!»

«Σωτήριο δε θα πει τίποτα!» μου είπε. «Αν και δε θέλω να τρώει την ώρα της η Μελίνα μπροστά στην τηλεόραση, και δόξα τω Θεώ σε αυτό συμφωνούμε με την Ειρήνη, χρειάζεται και από αυτό.»

«Εσύ δε βλέπεις;» τον ρώτησα.

«Μπα, δεν είμαι της τηλεόραση. Προτιμώ κινηματογράφο, να σου πω την αλήθεια,» μου είπε χαϊδεύοντας το ποτήρι του. «Γενικά,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια, «τέτοιες δραστηριότητες τις προτιμώ με παρέα.»

Οκ, το πιάσαμε το υπονοούμενο, και μπράβο μας!

«Ισχύει,» τον διαβεβαίωσα. «Η μισή χαρά στο να βλέπεις μια ταινία ή μια σειρά είναι να έχεις και κάποιον να σχολιάζεις.»

«Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» μου είπε τονίζοντας κάθε συλλαβή. «Εσύ;» με ρώτησε.

«Μια από τα ίδια κι εγώ,» του απάντησα. «Κι εγώ είμαι άνθρωπος που προτιμάει το χώρο του, αλλά έχω και μια Ελένη που ακούει σπίτι και βγάζει αναφυλαξία, οπότε καταλαβαίνεις!»

«Έκαστος εφ ω ετάχθη!» μου είπε χαμογελώντας, και βιάστηκα να συμφωνήσω, αν και το να βγαίνω με την Ελένη—και παρά την όποια γκρίνια μου—δεν είναι ακριβώς υποχρέωση. Έχει τον τρόπο της, και μεταξύ μας, γνωρίζει κάθε μου κουμπί, οπότε ξέρει που να πατήσει, το κάθαρμα!

«Για πάμε στο αμαρτωλό σου παρελθόν!» του είπα με στόμφο και του ξέφυγε και πάλι κάτι ανάμεσα σε ροχαλητό και ρουθούνισμα. «Ποια ήταν η πρώτη σου μηχανή;»

Τα μάτια του άστραψαν. «Είχα ξεκινήσει στα 16 με παπάκι, αλλά η πρώτη μου πραγματική μηχανή ήταν η CBR-125 που αγόρασα στα 18 μου. Αλλά ο πραγματικός μου έρωτας ήταν η V-Max, το μοντέλο του 2009. Από φανατικός της Honda έγινα φανατικός της Yamaha

«Kawasaki έχω εγώ,» του απάντησα χαμογελώντας. «Την Vulcan-S, το περσινό μοντέλο,» του εξήγησα. «Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, Σαράντη, μέχρι τότε ούτε που με απασχολούσαν οι μηχανές.»

I feel you,” μου απάντησε χαμογελαστός. «Θα τη λάτρευες τη V-Max,» μου είπε χαμογελώντας νοσταλγικά. «Όταν την πούλησα πριν πέντε χρόνια…» ξεκίνησε να λέει με φωνή που έτρεμε και σταμάτησε.

Χωρίς να το σκεφτώ καν του έπιασα το χέρι και του το έσφιξα στο δικό μου. Μπορεί να μη μπορούσα να μπω στα παπούτσια του, αλλά μπορώ να καταλάβω πως θα ένιωθα αν αναγκαζόμουν να πουλήσω τη Vulcan μου.

Το συνειδητό μου έκανε catch-up ένα δευτερόλεπτο αργότερα και προς στιγμή πάγωσα.

Ο Σαράντης ωστόσο ούτε έδειξε να αιφνιδιάζεται και ούτε έκανε να τραβήξει το χέρι του. Απλά με κοίταξε στα μάτια και μου έγνεψε, σαν να επιβεβαίωνε αυτό που είχα καταλάβει ότι ένιωσε εκείνη τη στιγμή.

Και ήταν αυτή η μικρή, ήσυχη αποδοχή που γαλήνεψε μέσα σε μια στιγμή τη φουρτούνα που πήγε να γεννηθεί μέσα μου.

The things we do for love,” του είπα, και του χάιδεψα—συνειδητά αυτή τη φορά—το χέρι, πριν το τραβήξω διακριτικά.

«Έχω ορκιστεί στον εαυτό μου ότι το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν ενηλικιωθεί η Μελίνα είναι να πάω να βρω μια V-Max

Με κοίταξε στα μάτια.

«Και θα το κάνω, Ζωή, ακόμα και αν χρειαστεί να γυρίσω τον κόσμο ανάποδα, για να το καταφέρω.»

Χαμογέλασε και πάλι, και αυτή τη φορά το χαμόγελό του δεν ήταν ούτε νοσταλγικό, ούτε πικρό, ούτε αβέβαιο. Δεν ξέρω πως να το πω, αλλά είχε μια σιγουριά μέσα του που έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει σαν ξεκούρδιστη.

«Είναι όρκος που έδωσα στον ίδιο μου τον εαυτό,» συμπλήρωσε, χωρίς να έχει σταματήσει ούτε μια στιγμή να με κοιτάζει στα μάτια.

«Σε πιστεύω!» του απάντησα απλά, κοιτάζοντάς τον κι εγώ σταθερά στα μάτια.

Και οι ματιές μας δεν πάλευαν, επικοινωνούσαν. Επικοινωνούσα όλα όσα όλες οι λέξεις του κόσμου δεν μπορούσαν να πουν.

Τη σιωπή την έσπασα πρώτη εγώ.

«Έχεις αδέρφια;»

«Ναι,» μου απάντησε. «Μια μεγαλύτερη αδερφή και ένα μικρότερο αδερφό. Η Ηρώ είναι δύο χρόνια μεγαλύτερή μου και ο Βασίλης τρία χρόνια μικρότερος. Εσύ;»

«Εγώ όχι, είμαι μοναχοπαίδι,» του είπα. «Έχω κάμποσα ξαδέρφια, αλλά δεν είμαστε πολλοί δεμένοι.

«Γιατί έτσι;»

Τα σόγια της μητέρας μου και του πατέρα μου είναι όλα τον κάμπο. Χαμογέλασα. «Με την εξαίρεση της γιαγιάς μου, το σόι της μητέρας μου δεν τον ήθελε τον πατέρα μου… και κλέφτηκαν!» του είπα χαζογελώντας.

«ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ!» μου είπε ενθουσιασμένος.

«Ναι! Γιατί νομίζεις ότι με έβγαλαν Ζωή;» του είπα χαχανίζοντας. «Η κυρά-Ζωή τους έκανε πλάτες, και βοήθησε στο να κλεφτούνε!»

«Και;» με ρώτησε με αγωνία.

«Βρέθηκαν προ τετελεσμένου, οπότε και τα σκυλιά δεμένα που λένε και στο χωριό.»

«Να κάτι που δεν περίμενα ποτέ να ακούσω!»

«Αμέ!» του είπα με φωνή γεμάτη περηφάνεια για τους δικούς μου. «Δεν ήταν εύκολα στην αρχή, αλλά—όσο και αν ακούγεται κλισέ—είχαν ο ένας τον άλλον.»

Και μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς ήταν το ασυγχώρητο αμάρτημα του Σαράντη στο γάμο του και δαγκώθηκα, οπότε βιάστηκα να συνεχίσω.

«Σε σχέση με τα αδέρφια τους, εμένα με έκαναν σχετικά μεγάλοι, με τον μικρότερο ξάδερφό μου έχουμε πάνω από δέκα χρόνια διαφορά,» συνέχισα. «Οπότε ναι, υπάρχουν, τους βλέπω σε κανένα Πάσχα, αν ανέβω στο χωριό, αλλά ως εκεί.»

«Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου σα μοναχοπαίδι,» μου είπε ξύνοντας αμήχανα το πηγούνι του. «Με την αδερφή μου τρωγόμασταν σαν τα κοκόρια όταν ήμασταν παιδιά,» συνέχισε χαμογελώντας, «και ο Βασίλης, στον οποίο είχαμε και οι δύο τρομερή αδυναμία, ήταν ανέκαθεν ο ειρηνοποιός.»

«Με τι ασχολούνται;»

«Γιατροί και οι δυο,» μου είπε. «Η Ηρώ είναι παιδίατρος και ο Βασίλης ορθοπεδικός.»

«Αν παίζατε ξύλο με την Ηρώ, φαντάζομαι θα είχε και τη σχετική εμπειρία!»

«Χαχαχα, όχι-όχι,» μου είπε γελώντας. «Αφενός δεν πλακωνόμασταν μεταξύ μας, και αφετέρου αν ποτέ πλακωνόμασταν θα τις έτρωγα, η Ηρώ έκανε και τάε-κβο-ντο, φιόγκο θα μ’ έδενε!»

«Καημενούλη μου,» του είπα χαχανίζοντας. «Εσύ δεν είχες κανένα χόμπι;»

«Αμέ, έπαιζα σκάκι!»

Neeeeerd!” του είπα χαχανίζοντας.

«Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;» με ρώτησε και απάντησε χωρίς να περιμένει. «Ότι κι εκεί η Ηρώ με έκανε του αλατιού!» είπε κι έβαλε τα γέλια, και έβαλα κι εγώ τα γέλια μαζί του.

«Και κερατάς και δαρμένος δηλαδή!»

«Δε λες τίποτα Ζωή! Τόσο ξύλο από τη μεγάλη αδερφή, σε όλους τους τομείς, ούτε τερμίτης!»

«Δες το θετικά,» του είπα. «Φαντάζομαι ότι η Ηρώ είναι η παιδίατρος της Μελίνας, σωστά;»

«Εννοείται!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Δεν ξέχασε το τάε-κβο-ντο που έμαθε στα νιάτα της!»

«Ε, αν τολμάς φέρ’της αντιρρήσεις!» του είπα και εκεί έβαλε ακόμα πιο δυνατά γέλια.

Εντωμεταξύ με τούτα και με κείνα, είχαν αδειάσει και τα μπουκάλια μας. «Πάμε ένα δεύτερο γύρο;» με ρώτησε.

«Θα μας τον φέρουν σήμερα;» ρώτησα deadpan.

Vivere pericolosamente!” μου είπε και έκανε νόημα στη σερβιτόρα.

«Τι είπες για τη μάνα μου;» τον ρώτησα με προσποιητό θυμό και του ξέφυγε ακόμα ένα ροχαλητό.

«Ζην επικινδύνως» μου εξήγησε γελώντας ακόμα. “It’s a risk we have to take,” συνέχισε.

«Μια χαρά, και ξέρω κι ένα καθηγητή που διδάσκει crisis management!» του είπα, και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που του έκλεισα το μάτι.

«Και μπράβο μου!» μου απάντησε με προσποιητό στόμφο.

«Αλλά τις τρώει από την Ηρώ,» του είπα βγάζοντας τη γλώσσα μου.

«DO NOT SUMMON ΤΗΕ NAME OF THE DEMON IN VAIN!» μου είπε σαν πρωταγωνιστής low budged horror film που περίμενε να ανοίξουν οι πύλες της κολάσεως και να ξεχυθούν από μέσα τους οι δαίμονες, και παρ’τη κάτω τη δικιά σου, από τα γέλια αυτή τη φορά.

«Δύο cider ακόμα,» είπε στη σερβιτόρα όταν ήρθε.

Τελικά πρώτα ήρθαν τα δύο cider και μετά το ομολογουμένως εντυπωσιακό club sandwich.

Τελικά πεινούσα αλλά δεν το ήξερα!

«Φάε βρε σαν άνθρωπος!» μου είπε καθώς τσιμπολογούσα προσεκτικά, και προς επίδειξη πήρε το ένα τρίγωνο στο χέρι και το δάγκωσε σα να μην υπήρχε αύριο.

Για το club sandwich, πάντως, δεν υπήρξε. Το λιανίσαμε.

«Μου επιτρέπεις;» μου είπε σε μια στιγμή, και τον κοίταξα με απορία. Αντί απάντησης, πήρε μια χαρτοπετσέτα και με σκούπισε ελαφρά στα χείλη, φαίνεται πως παρά ήμουν ενθουσιώδης με το φαγητό.

Αντί να κοκκινήσω το έριξα στην επίθεση. «Πού να με δεις να τρώω παϊδάκια!» του είπα και έβαλε τα γέλια.

«Ροντβάιλερ;» με ρώτησε.

«Το σκυλί των Μπάσκερβιλ,» του απάντησα—και δεν το κρύβω, ήθελα να του δείξω ότι έχω κι εγώ κάποιο background, έστω και αν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό του.

Αντί απάντησης μου είπε ανέκδοτο. «Είναι που λες ο Σέρλοκ Χολμς και ο Γουάτσον και έχουν πάει για camping,» ξεκίνησε να λέει, και του έγνεψα να συνεχίσει. «Κάποια στιγμή μέσα στη μαύρη νύχτα, ο Σέρλοκ σκουντάει τον Γουάτσον. ‘Γουάτσον, ξύπνα. Κοίτα πάνω και πες μου τι βλέπεις.’ Ο Γουάτσον του απαντάει ‘Χιλιάδες αστέρια.’ Ο Σέρλοκ επιμένει: ‘Και τι συμπέρασμα βγάζεις;’ Ο Γούατσον απαντάει ‘Αστρονομικά, συμπεραίνω ότι υπάρχουν εκατομμύρια γαλαξίες στο σύμπαν και συνεπώς άπειρο πλήθος αστέρων και πλανητών. Αστρολογικά, ο σκορπιός πρέπει να βρίσκεται στο Λέοντα. Ωρολογιακά, πρέπει να είναι περίπου τρεις και τέταρτο τα ξημερώματα. Μετεωρολογικά, μάλλον θα κάνει καλό καιρό αύριο, θεολογικά, συμπεραίνω ότι ο θεός είναι παντοδύναμος και ότι αποτελούμε ένα απειροελάχιστο και ασήμαντο κομμάτι του σύμπαντος.’»

Σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει την επόμενη ατάκα και θέλει να δει αντιδράσεις.

«‘Σου διαφεύγει το προφανές, Γουάτσον’ του είπε. ‘Το οποίο είναι;’ Ρώτησε ο Γουάτσον. ‘Μας έκλεψαν τη σκηνή!’»

Το πνιχτό μουγκρητό που μου ξέφυγε, τον δικαίωσε. Εντάξει, είναι έξυπνο αστείο, αλλά όχι για να σε πιάσει βήχας από το γέλιο, όπως με έπιασε εκείνη τη στιγμή.

«Μη μου μείνεις!» μου είπε χαμογελώντας ακόμα, όταν κατάφερα με τα πολλά να ηρεμίσω.

«Να φάω τις κοτσίδες μου!» του ορκίστηκα με πάθος ιεροκήρυκα, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο του, το οποίο ομολογώ με έκανε να λιώνω και δεν χόρταινα να το ακούω. Γιατί δεν ήταν επιτηδευμένο. Ήταν αυθόρμητο, ατσούμπαλο, συνοδευόμενο από καθόλου ρομαντικά ρουθουνίσματα και ροχαλητά.

And nothing beats authenticity.

«Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ανέκδοτο κρύβει πολύ περισσότερο βάθος,» μου είπε αυτή τη φορά στα σοβαρά.

Δεν του απάντησα, απλά κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Είναι αλήθεια, επιλεκτική στραβομάρα το λέω εγώ: καταπιάνεσαι με τη λεπτομέρεια και τελικά χάνεις τη μεγάλη εικόνα.

«Όστις αναμάρτητος,» του είπα απλά.

«Και τώρα μου θύμησες ένα άλλο ανέκδοτο!» μου είπε και τα μάτια του άστραψαν. «Έχουν λοιπόν μαζευτεί για να λιθοβολήσουν τη Μαγδαληνή και ο Ιησούς λέει το γνωστό ‘Όστις αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.’ Παγώνουν όλοι, αλλά μια γριούλα σκύβει και κάνει να πάρει μια πέτρα. Οπότε ο Ιησούς νευριασμένος φωνάζει ‘Ρε μάνα, σου έχω πει μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου;’

Εντάξει, για άνθρωπος που μου είπε «Μην του μείνω,» προσπαθεί επάξια να καταφέρει ακριβώς το αντίθετο.

«Χριστούλης» μου είπε κοπανώντας με στην πλάτη. “Pun intended,” πρόσθεσε, κάνοντάς με στο τέλος να μοιάζω με φθισική.

«Θες να με πεθάνεις;» του είπα όταν βρήκαμε με τα πολλά τις ανάσες μου.

«Μ’ αρέσει ν’ ακούω το γέλιο σου,» μου απάντησε απλά, κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Αυτό. Τίποτα παραπάνω. Σας το ορκίζομαι, αν έσκυβε να με φιλήσει, ίσα που θα τον σβέρκωνα και θα του ρουφούσα την ψυχή από το στόμα. Και ο κερατάς απλά συνέχισε να με κοιτάζει με παιχνιδιάρικο βλέμμα κάνοντάς με να βραχυκυκλώσω τελείως. Και δεν φτάνει που βραχυκύκλωσα, κοκκίνησα και από πάνω σαν δεκαπεντάχρονη κοπελίτσα που της υπέγραψε αυτόγραφο το ίνδαλμά της.

Κάτι έπρεπε να πω αλλά το μυαλό μου είχε πάρει άνευ αποδοχών. Το κέρατό μου μέσα το τράγιο. Μίλα μωρή! Πες κάτι!

Από τη δύσκολη στιγμή με έβγαλε το τηλέφωνο που χτύπησε εκείνη τη στιγμή και βιάστηκα να το απαντήσω.

«Η μητέρα μου,» του είπα χαμηλόφωνα και πάτησα το πράσινο στην οθόνη. Εντωμεταξύ είχα να τους πάρω και κάμποσες μέρες οπότε τ’ άκουσα και από πάνω, στο βαθμό που κάποια στιγμή της είπα «Μαμά, είμαι έξω με παρέα αυτή τη στιγμή, πάρε με αύριο να με κράξεις με την ησυχία σου!», κάτι που έκανε τον Σαράντη να χαχανίσει.

Έκλεισα το τηλέφωνο και τον κοίταξα δήθεν τσαμπουκαλεμένη. «Διασκεδάζουμε;»

«Οι μισοί παρόντες, το διασκεδάζουμε,» μου απάντησε συνεχίζοντας το δούλεμα. «Οι άλλοι μισοί δείχνουν να έχουν πάθει αποπληξία!»

Ugh, I hate you!” του έκανα με προσποιητή απελπισία πριν το σκεφτώ καλά-καλά. “Ok, I don’t hate you… but I hate you!” επέμεινα.

«Κάτσε, τό ‘χω,» μου είπε και άνοιξε το τηλέφωνό του

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα με απορία, φαινόταν να είναι μια συνέντευξη, αθλητικά.

«Απλά άκουσέ το,» μου είπε.

Εντάξει, για πότε βρέθηκα να χτυπιέμαι από τα γέλια ούτε που το κατάλαβα.

«ΤΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΟΣ;» τον ρώτησα όταν ηρέμισα από τα γέλια.

«Αντιπρόεδρος Εδεσσαϊκού,» μου είπε. «Μην το πάρεις στραβά, αλλά μου τον θύμισες λίγο,» συνέχισε το δούλεμα χωρίς έλεος.

Την τελευταία φορά που είχα κάνει raspberry σε κάποιον πρέπει να ήμουν κάτω από δέκα.

«ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» του έκανα με όλη την αρμόζουσα μεγαλοπρέπεια. Ο Σαράντης πάγωσε για μια στιγμή και μετά ήταν εκείνος ο οποίος κόντεψε να μου μείνει από τα γέλια, πραγματικά κάποια στιγμή αγχώθηκα ότι το παράκανα!

«Χριστούλης! Χριστούλης!» του είπα χτυπώντας τον στην πλάτη, και πάνω που έδειχνε να ηρεμεί, τον ξαναέπιαναν τα γέλια. Σοβαρά το λέω, νομίζω ότι γίναμε θέαμα.

Καλά, στα ανύπαρκτα παπάρια μου κιόλας, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που με τα χίλια ζόρια συγκρατούσα τον εαυτό μου και δεν τον άρπαξα να του δείξω πόσα απίδια χωράει ο σάκος.

Τέτοιο κεραυνοβόλημα δεν είχα φάει ποτέ στη ζωή μου, μη σώσει να μου μείνει follower στο insta αν λέω ψέματα.

«Αχ! Αχ» είπε με φωνή που βγήκε σχεδόν τσιριχτή. «Σε καλό να μας βγει! Είσαι ΘΕΑ! ΘΕΑ!»

«Είμαι!» του απάντησα με στόμφο. Και μετά χαμογελώντας συμπλήρωσα σχεδόν ντροπαλά “and I dont hate you!”

«Κάτι κατάλαβα,» μου είπε, ανταποδίδοντας το χαμόγελο.

ΦΙΛΗΣΕ ΜΕ ΡΕ ΠΑΠΑΡΑ, ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ;

Και η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Τον είδα να γέρνει προς το μέρος μου και τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους, και αν κατάλαβα λάθος θα γινόμουν «άνοιξε πέτρα να κλειστώ ήλιος να μη με βλέπει,» δε θα υπήρχε τρύπα να κρυφτώ.

Τα χείλη του ακούμπησαν απαλά πάνω στα δικά μου, και για μερικές στιγμές ένιωσα να μυρμηγκιάζω ολόκληρη. Ήταν απαλό, τρυφερό και απίστευτα ερωτικό. Ένιωσα το χέρι του πίσω από το σβέρκο μου να με κρατάει και ούτε κι εγώ δεν κατάλαβα πως δε χύθηκα στο πάτωμα.

Τραβήχτηκε απαλά και τότε μόνο κατάφεραν τα μάτια μου να ανοίξουν. Πρέπει να τον κοιτούσα σαν την ονειροπαρμένη αλλά δε σχολίασε. Απλά μου χαμογέλασε και πήρε το χέρι μου και το έβαλε στο δικό του.

«Καλά κατάλαβες!» του είπα και η φωνή μου ήταν πιο βραχνή απ’ όσο σκόπευα, αλλά η καρδιά μου στο στήθος μου βάραγε ταμπούρλο, οπότε και που βρήκα τις λέξεις να μιλήσω, και ευχαριστώ να λέω.

Και εκεί θυμήθηκα το Μίλτο και δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω στο Σαράντη, ρισκάροντας όλα όσα πήγαιναν να ξεκινήσουν. Πείτε με περίεργη αλλά οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους και όσο και αν δεν χρωστούσα τίποτα στο Μίλτο, δεν ήθελα… ό,τι και αν ήταν αυτό με το Σαράντη, όπου και αν πήγαινε, να ξεκινούσε με lie by omission που λένε στο χωριό.

«Σαράντη, θέλω να σου πω κάτι για μένα,» του είπα, και το βλέμμα μου χαμήλωσε από μόνο του.

«Σοβαρό ακούγεται,» μου είπε και παρά το ότι ο τόνος ήταν ανάλαφρος, φάνηκε σαν να το εννοεί.

«Είναι και δεν είναι,» του είπα και με τα χίλια ζόρια κατόρθωσα να σηκώσω το βλέμμα μου πάνω του. «Δεν… δεν είμαι ακριβώς μόνη μου,» του μπουμπούνισα.

Έκανε λίγο πίσω αλλά δεν τράβηξε το χέρι του από το δικό μου. Με κοίταξε στα μάτια και κατάφερα να κρατήσω το βλέμμα μου σταθερό.

«Τι εννοείς;» μου είπε.

«Αρχικά να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι σε σχέση,» του είπα, και τον ένιωσα να χαλαρώνει ελαφρώς.

«Τότε;»

«Δεν είναι ακριβώς σχέση… κάτι μεταξύ friends with benefits and situationship,» του εξήγησα.

«Το πρώτο το ξέρω,» μου απάντησε. «Το άλλο τι είναι, νέο φρούτο;»

O tempora o mores” προσπάθησα να αστειευτώ. «Κάτι βολικό, προσωρινό και χωρίς συναισθηματικές απαιτήσεις,» συνέχισα.

Το οποίο ναι μεν ήταν αλήθεια, αλλά αυτό αφορούσε εμένα, ο Μίλτος μάλλον θα πάθαινε ντουβρουτζά.

«Σ’ ευχαριστώ που μου το είπες,» είπε και μου έσφιξε το χέρι ακόμα πιο δυνατά, και ομολογώ ότι βραχυκύκλωσα και πάλι.

Εκείνος, πάλι, απλά μου χάιδεψε το πρόσωπο απαλά. «Είμαστε το άθροισμα του παρελθόντος μας, Ζωή. Ο καθένας μας κουβαλάει τα δικά του βάρη, κι εγώ δεν έχω λίγα στην καμπούρα μου.»

Δεν απάντησα. Έγειρα προς το μέρος του και τα μάτια μου έκλεισαν και πάλι και τα χείλη μας αντάμωσαν και πάλι.

Πήρε το ποτήρι του και το τσούγγρισε με το δικό μου.

«Στο μέλλον!» μου είπε.

«Στο μέλλον!» του απάντησα χαμογελώντας.

«Ιδέα!» μου είπε. «Έχεις κανονίσει τίποτα για την Τετάρτη;»

«Όχι,» του απάντησα.

«Θες να πάμε κινηματογράφο;»

«Θέλω!» του απάντησα.

«Μη βιάζεσαι να δεχτείς… Η ταινία που θα ήθελα να δούμε, είναι μάλλον βαριά,» με προειδοποίησε.

«Ωχ!» του είπα και έβαλε τα γέλια.

«Εντάξει, δεν είναι και πειραματικός γιαπωνέζικος κινηματογράφος, αλλά δεν είναι εύκολη. Εννοώ δεν είναι κάποια ανάλαφρη κωμωδία.»

«Ηλία, ρίχ’το» του είπα κάνοντάς τον να χαμογελάσει και πάλι.

«Η Νυρεμβέργη,» μου είπε. «Αφορά τη δίκη της Νυρεμβέργης.»

Its a date, then,” του απάντησα χαμογελώντας κι εκείνος μου ανταπέδωσε με ένα βλέμμα που έδειχνε ότι το απολάμβανε. Μετά σοβάρεψα.

«Ξέρεις… η άνοδος του ναζισμού μου θυμίζει αυτά που έλεγες για τις κρίσεις. Εκ των υστέρων οι αιτίες φαίνονται τόσο προφανείς, που απορείς πώς ήταν δυνατόν να μην τις βλέπουν.»

Αναστέναξα.

«Πάντα αναρωτιόμουν πώς οι Γερμανοί δεν έβλεπαν πού οδηγούσε όλο αυτό ή, ακόμα χειρότερα, πώς μπορούσαν να κλείνουν τα μάτια τους.» Έβγαλα έναν δεύτερο, πιο βαρύ αυτή τη φορά, αναστεναγμό. «Όσο δεν παίρνουμε μαθήματα από την ιστορία, είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.»

Δεν απάντησε, απλά μου έγνεψε καταφατικά αφήνοντάς με να ολοκληρώσω.

«Αυτός είναι και ο λόγος της… αποστροφής μου προς το αντικείμενο,» του είπα χαϊδεύοντάς του αφηρημένα το χέρι. «Δεν ξέρω μωρέ Σαράντη, δεν ξέρω πώς γίνεται να εμβαθύνεις και να μη σου βγαίνει σε κυνισμό και μισανθρωπία.»

«Διάβασα τις προάλλες το ‘Consent’ της Vanessa Springora, το γνωρίζεις;» τον ρώτησα.

«Όχι,» μου είπε. «Τι αφορά;»

«Είναι η αληθινή ιστορία της σχέσης της με τον διάσημο στην εποχή του συγγραφέα Gabriel Matzneff

«Δεν… δεν τον ξέρω,» μου είπε διστακτικά.

«Καλύτερα,» του απάντησα. «Το καθίκι αυτό ήταν παιδόφιλος και η Springora έπεσε στα δίχτυα του στα δεκατρία της.»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Ξέρεις πόσοι το ήξεραν και όχι απλά δεν έκαναν τίποτα, τον υπερασπίστηκαν και από πάνω…» του είπα και το άφησα να αιωρείται. «Γι’ αυτό σου λέω… μερικές φορές απλά δεν γίνεται να εμβαθύνεις χωρίς αυτό να σ’ επηρεάσει.»

“It is what it is,” μου απάντησε απλά. «Και ακόμα και αν αρνήθηκες να εμβαθύνεις περισσότερο, δεν σταμάτησε ούτε να σε απασχολεί, ούτε σταμάτησες να μιλάς γι’ αυτό, σα να μην υπήρχε.»

«Ο Dr. King είχε πει “In the end, we will remember not the words of our enemies, but the silence of our friends,”» του είπα συνεχίζοντας να του χαϊδεύω αφηρημένα το χέρι.

“Fools, said I, you do not know? Silence like the cancer grows,” μου απήγγειλε. «Αν και απ’ όσο έχω διαβάσει, το τραγούδι ήταν το αποτύπωμα της υπαρξιακής μοναξιάς που ένιωσε κάποια στιγμή ο Simon, θαρρώ ότι ταιριάζει στην περίσταση.»

«Αν υπήρχε soundtrack που να ταίριαζε με αυτό που ένιωθα, θα ήταν το “All along the Watchtower,” του απάντησα. “‘There must be some way out of here,’ said the Joker to the Thief. Theres too much confusion; I cant get no relief…”

Αυτό που έκανε δεν το περίμενα, με την ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΕΝΝΟΙΑ.

«Αγκαλίτσα;»

Τον κοίταξα για μερικές στιγμές καθώς βραχυκυκλώθηκα τελείως, αλλά εκεί πήρε πρωτοβουλία το ασυνείδητο, γιατί το συνειδητό είχε χαιρετήσει προς στιγμή. Έγειρα προς το μέρος του και απλά με έσφιξε πάνω του.

Και ξέρετε τι; Μερικές φορές η σιωπή δεν είναι κατάρα, είναι χρυσός.


 

4. Show must go on

Το διαλύσαμε, με τα χίλια ζόρια ομολογώ, κοντά στα μεσάνυχτα. Ο χρόνος μαζί του έμοιαζε σα να πετάει, σα να μου φεύγει από τις χούφτες σαν την πιο ψιλή άμμο. Δεν ξέρω πως να το πω, αλλά ακόμα και οι σιωπές δεν ήταν αμήχανες ρε παιδί μου, ήταν γεμάτες.

Όπως όταν μου είπε αγκαλίτσα, και απλά έγειρα πάνω του και με έσφιξε. Δεν μιλήσαμε για κάμποση ώρα αλλά ένιωθα σαν το ψάρι που πήδηξε από το τηγάνι στο δροσερό νερό.

Ήταν πολύ πιο διαβασμένος και καλλιεργημένος από εμένα—αυτό ήταν προφανές από την πρώτη στιγμή—αλλά ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν με έκανε να νιώσω μειονεκτικά. Ή, για να είμαι ειλικρινής, δεν φερόταν σαν να μου μιλάει αφ’ υψηλού. Γιατί η αλήθεια είναι πως, σε σχέση με τη δική του παιδεία, η δική μου ήταν τουλάχιστον ένα επίπεδο κάτω. Κι όμως, δεν το χρησιμοποίησε ποτέ σαν όπλο. Το αντίθετο: το έκανε να μοιάζει ασήμαντο.

Και κάπου εκεί, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν αυτό που ένιωθα ήταν κάτι σαν εκείνο που είχε μαγέψει τη Vanessa με τον Matzneff. Όχι με την αρρωστημένη διάσταση, αλλά με εκείνη την εκτυφλωτική έλξη προς κάποιον που φαίνεται να ξέρει περισσότερα, να έχει δει περισσότερα, να κινείται σε έναν κόσμο λίγο πιο πάνω από τον δικό σου.

Από την άλλη, πάλι, η Vanessa ήταν ένα δεκατριάχρονο κοριτσάκι που διψούσε για προσοχή και πατρική φιγούρα, καμία σχέση με την εικοσιεπτάχρονη yours trully γαϊδάρα. Είμαι αρκετά εμφανίσιμη—το ξέρω, δεν χρειάζεται να το παίζω ταπεινή—και πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου το άγχος ότι οι άντρες ενδιαφέρονταν περισσότερο για το περιτύλιγμα παρά για το περιεχόμενο. Ότι έβλεπαν την εικόνα, όχι εμένα.

Από την άλλη, πάλι, εγώ η ίδια το συντηρούσα ανεβάζοντας φωτογραφίες στο Instagram και συντηρώντας ένα πλήθος followers που το ενδιέφερε μόνο το περιτύλιγμα. Tell me about hypocrisy

Κι όμως, εκείνο το βράδυ, μαζί του, για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι κάποιος έβλεπε και το μέσα. Όχι μόνο το έξω. Και αυτό, όσο κι αν δεν θέλω να το παραδεχτώ, με τρόμαξε λίγο. Ούτε με το Φώτη δεν είχα κεραυνοβοληθεί έτσι.

Ο Φώτης… μεταπτυχιακός φοιτητής στη σχολή μου, έκανε το διδακτορικό του στην εγκληματολογία. Ήσυχος, χαμηλών τόνων, intellectual, έκρυβε μέσα του ένα δυναμισμό που μ’ έκανε να τρέμω σύγκορμη, και εννοώ με τον καλό τρόπο. Πάντα ευγενικός και γλυκομίλητος, πάντα με το παρακαλώ και το ευχαριστώ, με έκανε να του δίνω ό,τι μου ζητούσε. Και όχι, δεν ήταν εκμετάλλευση, δεν έπαιξε με τα κουμπιά μου, δε με αποπλάνησε.

Δεν ξέρω… ήταν σαν δύο κομμάτια του ίδιου παζλ που βρήκαν το ένα το άλλο. Ακόμα και στο ερωτικό, στο οποίο είχε φοβερή φαντασία, μ’ έκανε να δοκιμάσω πράγματα που ούτε κατά διάνοια δε θα τα έκανα με άλλους. Μπορεί να αστειευόμουν με την Ελένη ότι «με μια φορά δε γίνεσαι πούστης, το έχω κάνει πάνω από δέκα φορές και ακόμα είμαι straight,» αλλά μέχρι το Φώτη δεν το είχα κάνει ποτέ έτσι. Όταν το είχε δοκιμάσει πρώτη η Ελένη, και μου είχε πει την εμπειρία της, εκεί γύρω στα δεκαοχτώ με το Φάνη, τη μεγάλη καψούρα της, της είχα πει «Εμ, τι περίμενες; Output only baby

Ακόμα και ο λόγος που τα είχαμε χαλάσει, ήταν για όλο τον περίγυρό μου ο λάθος λόγος. Ο Φώτης ήθελε να προχωρήσουμε… γάμος, οικογένεια… και εγώ ήμουν εικοσιπέντε και μ’ έπιασε υπαρξιακός τρόμος. Όχι γιατί δεν τον αγαπούσα, απλά… απλά η προοπτική του γάμου, της οικογένειας, των παιδιών… μ’ έπνιγε… μ’ έπνιγε.

Η Vulcan ήταν μέρος αυτής μου της επανάστασης.

Μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, αλλά η πολυπλοκότητα της ζωής του Σαράντη, που θα τρόμαζε άλλες γυναίκες, εμένα μ’ έκανε να αισθάνομαι πιο άνετα. Η κόρη του, η πολύπλοκη οικογενειακή του κατάσταση, ο χρόνος του που θα έπρεπε να μοιράζεται… Δε με τρόμαζε. Είμαι άνθρωπος που θέλει το δικό του χρόνο, το δικό του χώρο.

Με το Φώτη αυτό είχε πάει περίπατο αλλά πάνω που νόμιζα ότι είχα βρει το δάσκαλό μου, όταν μου είπε να πάμε παρακάτω, έφαγα τη φρίκη της ζωής μου.

Χάιδεψα αφηρημένα τον Dusty που μου είχε κάνει βαρελάκι στην κοιλιά, και αμέσως άρχισε να χουρχουρίζει σα χαλασμένο τραίνο. Χαμογελώντας, συνέχισα να τον χαϊδεύω, και το μυαλό μου γύρισε μια ώρα πριν. Όταν ήρθε ο λογαριασμός και έκανε να πληρώσει μόνος του, του έκανα «ΓΚΡΡΡΡΡΡ» και έβαλε τα γέλια. «Άλλη Ηρώ μας βρήκε!» ή, αφού του έδωσα τα δικά μου, «Νιώθεις καλύτερα τώρα;» με ρώτησε, για να του απαντήσω «Άλλος άνθρωπος!» και έβαλε ξανά τα γέλια.

Μετά με πήγε στο αυτοκίνητό αλλά δε με πήρε αγκαλιά. Αντί αυτού, κράτησε και τα δύο χέρια μου στα χέρια του και απλά με φίλησε τρυφερά στα χείλη. Και για πρώτη φορά στη βραδιά έβαλε και γλώσσα. Προσωπικά εγώ ήθελα να τον αρπάξω από το σβέρκο και να του κάνω λαρυγγοσκόπηση, αλλά έδειξα τη δέουσα αυτοσυγκράτηση.

Μπράβο μου, όχι, μπράβο μου!

Η ψυχούλα μου το ξέρει. Ένα σας λέω, με το που γύρισα σπίτι έκανα ντουζ για να κατέβει η θερμοκρασία, όταν λέμε είχα ανάψει, είχα ανάψει, όχι μαλακίες. Και μετά εννοείται ότι πήρα την Ελένη, γιατί αν δεν της τα έλεγα με το νι και με το σίγμα, θα με περνούσε σούβλα.

«ΜΟΛΟΓΑ ΤΑ ΟΛΑ» μου είπε αντί για καλησπέρα. «ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΟΜΑ ΝΑ ΠΑΡΑΛΗΨΕΙΣ, ΚΑΠΩΣ ΘΑ ΤΟ ΜΑΘΩ, ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΣΗΚΩΣΕΙ, ΑΝΤΙΛΑΒΟΥ;»

«Θα μας γαμήσεις κιόλας;» τη ρώτησα χαχανίζοντας.

«Σου υπενθυμίζω ότι είμαι BI, άκλαυτη θα πας,» μου τόνισε, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Πότε έγινες BI ρε μωρή;» τη ρώτησα γελώντας ακόμα.

«Εδώ και πέντε λεπτά,» μου απάντησε, «οπότε κανόνισε την πορεία σου!»

«Κοίτα μαλάκα να με αρχίσεις στα κυρία καθηγητού…» ξεκίνησα να λέω για να κερδίσω επάξια ένα τσίριγμά της. «Σιγά μωρέ, θα με ξεκουφάνεις!»

«ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕΣ ΜΩΡΗ ΓΡΙΑ ΜΠΙΣΜΠΙΚΩ;» με ρώτησε ενθουσιασμένη.

«Ναι… όχι ακριβώς,» της απάντησα.

«Μωρή θα με τρελάνεις;»

«Αν κάποιος τύλιξε κάποιον άλλον, αυτός είναι ο καθηγητής σου. Μόνο φιόγκο δε μου έβαλε!»

«Άει, άει… πάει, τη δάγκωσε τη λαμαρίνα!»

«Αν τη δάγκωσα λέει; Τσιχλόφουσκα την έχω κάνει,» της είπα και της διηγήθηκα αναλυτικά τι έγινε όλη τη βραδιά.

«Αφού δε φρικάρισε με το Μίλτο, πάλι καλά να λες,» μου είπε.

«Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή στούκαρε λίγο,» της εξομολογήθηκα. «Έκανε πίσω λες και τον χτύπησε ο λίβας.»

«Και;»

«Και τίποτα. Δεν τράβηξε τα χέρια του, με άφησε να ολοκληρώσω, και μετά μου είπε σ’ ευχαριστώ που μου το είπες.»

Συνέχισα τη διήγηση, μέχρι που φτάσαμε στη σκηνή του αποχωρισμού έξω από το αυτοκίνητο.

«Μαλάκα, αν μου έλεγε να πάμε σε κανένα τρία-Χ, ίσα που θα τον έχωνα στο αυτοκίνητό μου επί τόπου και θα έτρεχα σαν ασθενοφόρο μέσα στη νύχτα!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Στο σταυρό που σου κάνω, με το που μπήκα στο σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν κρύο ντουζ.»

«Ζέστη και υγρασία;» μου είπε γελώντας.

«Ασία την εποχή των μουσώνων,» της απάντησα ξερά, κάνοντάς τη να γελάσει ακόμα πιο δυνατά. «Χάλια έγινε το εσώρουχο, και φόρεσα και τα μεταξωτά και να φυσάει!»

«Α, πήγες προετοιμασμένη εσύ!»

«Ε, καλά, δε τα φόρεσα και με σκοπό να μείνω με δαύτα ή ακόμα χειρότερα χωρίς δαύτα!»

«Τότε γιατί τα φόρεσες ρε μωρή;»

«Γιατί όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια η Θεοί γελάνε, και αν ήταν να με πιάσει με τα βρακιά κατεβασμένα, τουλάχιστον να μην ήμουν σαν τη θεια μου την Αμερσούδα!»

«Καλά όλα αυτά, με το Μίλτο τη θα κάνεις;» με ρώτησε.

«Μακάρι και να ήξερα,» της απάντησα ξεφυσώντας. «Εννοώ, στο πως θα του το μπουμπουνίσω,»

«Ναι ρε μωρή, το κατάλαβα.»

«Και όχι τίποτε άλλο αλλά είναι και drama queen, π’ ανάθεμά τον!»

«Αυτό σκέφτεσαι ή ότι πάπαλα το φαγητό της κυρα-Βασιλικής;» μου είπε παίζοντας με τον πόνο μου, η γαϊδάρα.

«Αμ αυτό που το πας;» της είπα αναστενάζοντας.

All good things!” μου είπε σε ύφος φιλοσόφου που ανακάλυψε το νόημα της ζωής.

«Για να μην αναφέρω το σεξ,» συνέχισα αναστενάζοντας, γιατί η αλήθεια να λέγεται, ο κερατάς ήταν καλός, πολύ καλός.

Συνεχίσαμε την κουβέντα μέχρι τις μία, και μετά πέσαμε να ξεραθούμε γιατί είχαμε και δουλειές, και όπως είπα η ζαριά είχε ριχτεί, και δεν είμαι από αυτές που κλαίνε τους μακαρίτες.

Βέβαια εξίσου αλήθεια είναι ότι όλες μου τις σχέσεις για τον ένα ή τον άλλο λόγο της είχα τερματίσει εγώ, οπότε στην πραγματικότητα δεν είχα βρεθεί στη θέση του να ακούσω τον άλλον να μου λέει «Γουλιέλμος, Τέλος.» Ο Φώτης ήταν η εξαίρεση, υπό την έννοια ότι δεν ήθελα να τερματίσω τη σχέση μεταξύ μας, απλά αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων.

Ούτε η Ελένη που με ξέρει δεκαπέντε χρόνια δεν με καταλάβαινε, πόσο μάλλον οι δικοί μου που τον είχαν συμπαθήσει το Φώτη και είχαν αρχίσει να τον καλοβλέπουν σα γαμπρό. Η Ελένη από την άλλη δε χρειαζόταν να καταλάβει για να είναι παρούσα, με τους δικούς μου ζορίστηκα λίγο παραπάνω.

«ΔΕ ΘΕΛΩ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ! ΔΕ ΘΕΛΩ ΠΑΙΔΙΑ!» έβαλα κάποια στιγμή τις φωνές στη μάνα μου. «ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΕΣΑΣ!»

Γιατί δεν ήταν η προοπτική της συγκατοίκησης με το Φώτη που με είχε κάνει να επαναστατήσω, αν σκεφτόταν όπως εγώ ακόμα μαζί θα ήμασταν. Όμως ο Φώτης δεν ήθελα απλά συγκατοίκηση, ήθελε οικογένεια. Δεν τον ένοιαζε ο γάμος, με την έννοια ότι αυτό δεν ήταν παρά μια τυπικότητα, αυτό που τον ένοιαζε είναι ότι ήθελε να γίνει πατέρας. Ίσως όχι σήμερα, ίσως όχι αύριο, αλλά κάποια στιγμή θα το ζητούσε, κι εγώ και μόνο στη σκέψη έβγαζα αναφυλαξία.

Δεν είναι ότι δε μου αρέσουν τα παιδιά, μια χαρά μ’ αρέσουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που είχα κάνει τη νταντά στις κόρες του Νικηφόρου, του αδερφού της Ελένης, και δεν είναι ότι είχα περάσει άσχημα. Μια χαρά μου άρεσαν τα παιδιά… των άλλων.

Αν ο Σαράντης είχε τη μόνιμη επιμέλεια της Μελίνας, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα: δε θα έκανα το βήμα μαζί του ούτε γι’ αστείο. Ο χρόνος του θα ήταν μοιρασμένος, και αυτό εμένα μου έδινε το οξυγόνο που χρειαζόμουν.

«Και αν σου πει να περάσετε ένα Σ/Κ μαζί όταν θα έχει την κόρη του;» με είχε ρωτήσει η Ελένη.

«Δεν θα είναι πρόβλημα,» τη διαβεβαίωσα. «Αφού το ξέρεις ρε μωρή το χούι μου, δεν είναι ότι δεν τα μπορώ τα παιδιά!»

Δεν της είχα πει περισσότερα, και δεν χρειαζόταν κιόλας, δεν υπάρχει άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη Γη που να με ξέρει τόσο καλά όσο η Ελένη.

Η επόμενη μέρα στη δουλειά δε μου άφησε και πολύ διαθέσιμο χρόνο για να σκέφτομαι. Μου έστειλε δύο-τρία μηνύματα ο Σαράντης, που του απάντησα, και άλλο ένα μήνυμα ο Μίλτος, που δεν του απάντησα. Δεν ήταν ότι είχα σκοπό να του κάνω ghosting, δεν είμαι τέτοια, αλλά δε θα το έλυνα και Δευτεριάτικα στη δουλειά όταν δεν είχα χρόνο καν για κατούρημα.

Βέβαια όταν γύρισα το βράδυ και μου έστειλε και άλλο μήνυμα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Πήρα βαθιά ανάσα και τον κάλεσα, αυτές οι δουλειές δε γίνονται με μηνύματα, μπορεί η Ελένη να με λέει γομάρι, αλλά δεν είμαι τόσο γομάρι.

«Έλα ρε μαλάκα, που χάθηκες;» μου είπε αντί για καλησπέρα.

«Συνέβησαν πράγματα και θαύματα,» του είπα, αποφασίζοντας να μη το φέρω στο γύρω-γύρω αλλά να του τη ρίξω κατακέφαλα να τελειώνει.

«Όπως;»

«Ηράσθην σφόδρα,» του ομολόγησα, και στην αρχή νόμιζε ότι έκανα χαβαλέ και έβαλε τα γέλια, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δε γελάω.

«Σοβαρά μιλάς;» με ρώτησε και δεν μπόρεσε να κρύψει την ταραχή του.

«Σοβαρά,» του απάντησα.

«Καλά… πότε πρόλαβες;» με ρώτησε ακόμα μουδιασμένος.

«Όσα φέρνει μια στιγμή, δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος,» του απάντησα ουδέτερα. «Γνωριστήκαμε το Σάββατο και… και χθες γνωριστήκαμε ακόμα καλύτερα,» συνέχισα, χωρίς να μπω στον κόπο να του εξηγήσω, και αφήνοντάς την φαντασία του να οργιάσει. Κυνικό αλλά αποτελεσματικό, όσο πιο πολύ οργίαζε η φαντασία του, τόσο το χειρότερο… ή, στην περίπτωσή μου, τόσο το καλύτερο.

«Μάλιστα,» μου απάντησε. «Well… δεν είναι ότι μου είχες τάξει και γάμο,» συνέχισε σε ουδέτερο τόνο. Τον άκουσα να παίρνει μια βαθιά ανάσα. “All good things,” είπε και το άφησε να αιωρείται.

For what it matters,” του είπα και το εννοούσα, «δε θα ήθελα να χαθείς από τη ζωή μου. Εννοώ… απλά όχι σεξ…»

«Ναι, κατάλαβα,» μου είπε. «Ναι…» συνέχισε μετά από λίγο. «Δε θα μπορέσω.»

«Το καταλαβαίνω,» του είπα, τι να του έλεγα;

Show must go on,” μου είπε γυρίζοντάς το στο μελοδραματικό, τα έκανε κάτι τέτοια, αλλά αποφάσισα να μην τσιμπήσω.

Ήθελα να του πω πόσο καλό παιδί είναι, πόσο υποτιμά τον εαυτό του, πόσο πραγματικά καλός εραστής είναι, αλλά κρατήθηκα γιατί εκείνη τη στιγμή θα ήταν σα να του έριχνα αλάτι στην πληγή.

At least we will have Paris,” μου είπε και θέλοντας και μη έβαλα τα γέλια. Γιατί ναι, πριν τρεις μήνες είχαμε πάει από το πουθενά ένα τριήμερο στο Παρίσι και είχαμε περάσει υπέροχα. Μέχρι και τη σκηνή με το βούτυρο είχαμε αναπαράγει! Καλά, όχι ότι χρειαζόντουσαν τέτοια κόλπα τον καιρό των λιπαντικών, αλλά το είχαμε βρει και η δύο γαμάτη ιδέα.

Βέβαια, καθώς το αγόρι ήταν και πιο… προικισμένο από το Φώτη, στην αρχή είχα βελάξει, γιατί καλό το βούτυρο, αλλά πάει καλύτερα με το ψωμί, αν μ’ εννοείτε. Δε βαριέσαι, είναι από τις ιστορίες που μπορείς μετά να διηγηθείς στην κολλητή σου και να την κάνεις να την πιάσει βήχας από τα γέλια.

That we do… αν κι έτσουξε Θανάση μου,” κατάφερα επιτέλους να αστειευτώ.

«Η τέχνη απαιτεί θυσίες!» μου απάντησε και από τον τρόπο που το είπε κατάλαβα ότι χαμογελούσε.

Του ευχήθηκα με το καλό να πάρει το πτυχία του, μου ευχήθηκε να μου πάνε όλα καλά, και κάπως έτσι έκλεισε το κεφάλαιο Μίλτος.

Πώς το έλεγε το βιβλίο; “Not in a big flash but in a sorrowful silence.”

Πήρα αμέσως τηλέφωνο την Ελένη, και για μισή ώρα πλάνταξα στο κλάμα. Δεν θα πω «δεν ήξερα γιατί έκλαιγα,» και τις λοιπές μαλακίες, ήξερα πολύ καλά γιατί έκλαιγα: Θα μου έλειπε ο Μίλτος. Θα μου έλειπε το χιούμορ του, θα μου έλειπε η καφρίλα του, θα μου έλειπε ο easy going τρόπος του, θα μου έλειπε ο χαβαλές του, θα μου έλειπαν οι Netflix and chill βραδιές, και ψεύτρα μην είμαι, θα μου έλειπε και η κυρά-Βασιλική και η απίθανη μαγειρική της.

Έκλεισα το τηλέφωνο και με τις γάτες αγκαλιά επέτρεψα στον εαυτό μου τόση ώρα ταβανοθεραπείας όση μέχρι να με πάρει ο Σαράντης τηλέφωνο, το οποίο τελικά έγινε γύρω στις έντεκα.

«Καλησπέρα,» του είπα, με το χαμόγελο να επιστρέφει από μόνο του—και μετά από πολλή ώρα—στο πρόσωπό μου.

«Καλησπέρα Ζωή,» μου είπε και ξεκίνησα με την μία την καφρίλα.

«Ναι, αν με πάρεις κανένα πρωί για καλημέρα, μη μου το πεις έτσι!» του είπα. «Μη γίνουμε και σαπουνόπερα!»

«Όχι, όχι, cross my heart!» μου απάντησε γελώντας. «Πώς ήταν η μέρα σου;»

«Κουραστική,» του απάντησα μονολεκτικά. Είχαμε ανταλλάξει δυο-τρία μηνύματα στη διάρκεια της ημέρας, οπότε μέσες-άκρες τα ήξερε. «Και πριν καμιά ώρα έκλεισε και το κεφάλαιο Μίλτος,» συνέχισα.

«Πώς πήγε;»

«Με αξιοπρέπεια,» του απάντησα. «Αν και γενικά ο Μίλτος είναι λίγο drama queen και παρόλο που του ήρθε κατά κούτελα, ήταν αξιοπρεπέστατος, ούτε δράματα ούτε τίποτα.»

«Εσύ;» με ρώτησε.

«Θα μου λείψει,» του απάντησα με ειλικρίνεια, «αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Κάνουμε τις επιλογές μας και πορευόμαστε με δαύτες.»

«Ζωή, θέλω μια χάρη από εσένα, και, ναι, πριν με ρωτήσεις, είναι στο χέρι σου.»

«Πες μου,» του είπα με το μυαλό μου να πηγαίνει με τη μία στο κακό, ωστόσο κατάφερα να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.

«Στην αρχή… θα ήθελα να είσαι υπομονετική μαζί μου,» μου είπε, και η αλήθεια είναι ότι ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ν’ ακούσω. «Έχω… έχω ξεχάσει πως είναι να είμαι σε σχέση… Και δεν είναι σαν το ποδήλατο…»

«Θα είμαι,» τον διαβεβαίωσα με την καρδιά μου να επιστρέφει στη θέση της. «Φτάνει μη με στήσεις σε κανένα ραντεβού, φουκαρά μου δε θα σε ξεπλύνει ο Νείλος μαζί με τον Αμαζόνιο, το Δούναβη και τον ήρεμο Ντον!»

Έβαλε τα γέλια. «Στο λόγο μου!»

Συνεχίσαμε την πάρλα μέχρι τις δώδεκα, και κάπου εκεί κλείσαμε, και ομολογώ ότι ήταν κομμάτι awkward. Εννοώ ότι οκ, ναι, ήμασταν σε σχέση, αλλά ήταν πολύ-πολύ-πολύ αρχή, οπότε το κλείσιμο δεν είχε ούτε φιλάκια, ούτε «Κλείσε εσύ, όχι κλείσε εσύ» και τις λοιπές τρυφερές χαζομαρούλες των ερωτευμένων ζευγαριών.

Καλά-καλά δεν ήμουν καν ερωτευμένη. Όχι, σοβαρά μιλάω, δεν ήμουν ερωτευμένη, η λαμαρίνα που έκανα τσιχλόφουσκα ήταν crush, δεν ήταν έρωτας. Εντάξει, εννοείται ότι είχε τις προοπτικές, αλλιώς το αποψινό με το Μίλτο δε θα ήταν “so long” αλλά «που στο διάολο είσαι ρε μαλάκα, αράχνες πιάσαμε!»

(Μαλάκα μου τι πάω και σκέφτομαι νυχτιάτικα;)

Τέλος πάντων, κλείσαμε όπως κλείσαμε, και ως γνήσιο γομάρι—και πολύ το ευχαριστήθηκα αυτή τη φορά, να τα λέμε αυτά—έπεσε ο γενικός, μιλάμε έσβησα.

Η Τρίτη και η Τετάρτη κύλησαν αργά και χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις. Δηλαδή μέχρι και την Τετάρτη το απόγευμα, γιατί το βράδυ θα είχε έξοδο με τον Σαράντη. Κατ’ εξαίρεση, και εννοείται κατόπιν συνεννόησης με το διευθυντή του καταστήματος, εκείνο το βράδυ είχα φύγει νωρίτερα από το μαγαζί, γιατί αν σχολούσα στις εννιά δε θα προλάβαινα να ετοιμαστώ με την καμία.

Ο Σαράντης, που όπως είχα μάθει έμενε Νέο Ηράκλειο, μου είχε προτείνει να περάσει να με πάρει. Εγώ απλά τον ρώτησα αν έχει ακόμα το κράνος του, οπότε το έπιασε το υπονοούμενο. Και κάπως έτσι, γύρω στις δέκα ήμουν στη μαγευτική Μαρίνου Αντύπα, είχαμε δώσει ραντεβού στον Κωτσόβολο του Νέου Ηρακλείου, καθώς κατά δήλωση «δεν θέλω να σε μπλέξω στα στενάκια.»

Δεν είχα προλάβει να ξεκαβαλήσω καλά-καλά όταν τον είδα να με πλησιάζει με ένα χαμόγελο που του φώτιζε το πρόσωπο. Άφησα το κράνος πάνω στη σέλα, τον πλησίασα και αυτή τη φορά είχε αγκαλίτσα. Με τα χέρια μου πλεγμένα πίσω από το σβέρκο του, και με τα χέρια του να με κρατάνε δυνατά από τη μέση, δώσαμε το πρώτο μας βαθύ φιλί.

Όταν χωριστήκαμε, μου απομάκρυνε ένα ατίθασο τσουλούφι που έπεφτε στο μάτι μου. «Τι κάνεις;» με ρώτησε τρυφερά.

Και σιγά που δε θα έκανα χαβαλέ.

«Αγκαλιάζω το παραγινομένο αγόρι μου!» του απάντησα και πριν προλάβει να γελάσει τον τράβηξα προς το μέρος μου και τα χείλη μας αντάμωσαν ξανά.

«Καλά του κάνεις!» μου απάντησε όταν τραβηχτήκαμε. Και μετά ήταν η σειρά του να με τραβήξει πάνω του και δεν ξέρω, ήταν τέτοιος ο τρόπος που το έκανε, που παραλίγο να χυθώ στο πεζοδρόμιο. Και μετά με παράτησε για να χαζέψει τη μηχανή, ο αχαΐρευτος.

«Κουκλί είναι!» μου δήλωσε αφού την περιεργάστηκε από κάθε γωνία.

«Σ’ αρέσει;» τον ρώτησα με αγωνία, αν και η ερώτηση ήταν χαζή, μου το είχε πει ο άνθρωπος με δυο λέξεις.

Αντί απάντησης έπιασε το χέρι μου και το ακούμπησε στο στέρνο του. «Ο χορός αυτός λέγεται fox-trot,» με πληροφόρησε χαχανίζοντας. Μετά χάιδεψε τη σέλα μέχρι που έφτασε στην υποστήριξη πλάτης. «Μαμά;»

«Όχι,» του είπα. «Η μαμίσια είναι πιο χαμηλή, την αγόρασα από Αμερική, ένα νεφρό και τον πρωτότοκο μου κόστισε!» συμπλήρωσα, κάνοντάς τον να γελάσει.

Φορέσαμε τα κράνη μας και αφού ανέβηκα στη μηχανή και έβγαλα το stand ανέβηκε κι εκείνος από πίσω μου.

Από το Νέο Ηράκλειο το The Mall είναι πολύ κοντά, και έτσι λίγα λεπτά αργότερα, παρκάρισα τη μηχανή, έβαλα συναγερμό, και με τα κράνη στα χέρια μπήκαμε μέσα.

«Δε μου λες, πεινάς;» με ρώτησε. Η ταινία ξεκινούσε στις 22:00 και ήταν ακόμα 21:30, είχαμε χρόνο.

Τι ρωτάει ο άνθρωπας; Με μια σαλάτα ήμουν, φυσικά και πεινούσα. Το Σατανικό μου σχέδιο ήταν να τον πάω μετά για βρώμικο στους κοτοπουλάδες στο Περιστέρι.

«Αν μπορείς να κρατηθείς σου έχω ανήθικη πρόταση,» του είπα παίζοντας αινιγματικά το φρύδι μου, και του εξήγησα το σατανικό μου σχέδιο.

«Εντάξει, σε αγάπησα λίγο παραπάνω, να ξέρεις!»

«ΤΣΙΦΟΥΤΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!» του έκανα μέσα στον κόσμο, και σας το ορκίζομαι, γύρισαν και μας κοίταξαν.

Εκείνος χωρίς να χάσει beat, μου ανακάτεψε το μαλλί, κατά δήλωση για να μάθω “who da boss.”

«Εγώ φυσικά!» του απάντησα, και μετά μου είπε σε στυλ χλαπάτσα «Θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις.»

Με μια λέξη «Τσίρκο.»

Ένα raspberry και ένα ανακάτεμα των μαλλιών ακόμα, ανεβήκαμε στα σινεμά, γιατί αρκετά είχαμε γίνει θέαμα στα φαγάδικα.

Η ταινία ήταν ακριβώς αυτό που περιμέναμε, αν και το τέλος, ειδικά η εκτέλεση του Streicher και οι τίτλοι τέλους—στους οποίους μάθαμε και για  το τέλος του Kelley—με γονάτισαν, και αν και δε με λες και κλαψιάρα, η ψυχολογία μου γαμήθηκε τρόπο τινά.

Ναι, δεν ήμουν εκείνη την ώρα για βαριά κουβέντα και ανάλυση, οπότε με το που τελείωσε η ταινία, κατεβήκαμε αμίλητοι στη μηχανή, και πήραμε το δρόμο για το Περιστέρι. Βαριά ταινία ήθελε ο Σαράντης να δούμε, βαριά ταινία είδαμε, αλλά ήταν και το δεύτερό μας ραντεβού, και δεν εννοούσα μια ταινία να μας το γαμήσει.

Όταν πήραμε τα λαχταριστά παϊδάκια κοτόπουλο (ένα κιλό παρακαλώ, το μισό με σάλτσα λεμόνι, το μισό με σάλτσα ντομάτα), ο Σαράντης μου έκανε με τη σειρά του σατανική πρόταση.

«Μη το πάρεις στραβά…» ήταν ο πρόλογος, και επειδή το είδα να έρχεται, αποφάσισα να τον αφήσω να βράσει λίγο στο ζουμί του, για να σφίγγουν και οι κώλοι, που λέει και ο μπαμπάς. «Θα ήθελες να φάμε στο σπίτι μου;»

«Γιατί να το πάρω στραβά;» του είπα, και η αλήθεια είναι ότι τον βραχυκύκλωσα. Εγώ πάλι έβαλα τα γέλια. «Παραγινομένο αθώο αγόρι!» του έκανα χαϊδεύοντάς του τη μύτη επιδεικτικά.

Έκανε ότι πάει να μου δαγκώσει το χέρι, για να του απαντήσω «κάτσε καλά βρε κοπρόσκυλο,» και να μας πιάσουν και τους δύο τα γέλια, σαν τα βλαμμένα. Σαρανταδύο χρονών καθηγητής-γάιδαρος ο ένας, εικοσιεπτά χρονών γαϊδάρα η άλλη.

Μωρέ καλά το λένε, αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε.

Εντωμεταξύ δυόμιση ώρες η ταινία, βάλε τη βόλτα στο Περιστέρι, βάλε το φαγητό—αν μέναμε δηλαδή στο φαγητό, κάτι για το οποίο δεν ήμουν και ιδιαίτερα σίγουρη—αύριο το πρωί θα πήγαινα σαν το βάτραχο στη δουλειά.

Όπως και να έχει άφησα τη… βατραχοποίηση στην άκρη, και επικεντρώθηκα στο παρόν, και μισή ώρα αργότερα ήμασταν στο σπίτι του. Το διαμέρισμά του ήταν στον τρίτο, και τσιγκλώντας ο ένας τον άλλον, because of course we did, πήραμε το ασανσέρ και ανεβήκαμε πάνω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα φανταστεί το σπίτι του να είναι… δεν ξέρω πως να το πω… σοβαρό… ίσως ελαφρά ψυχρό, ίσως ελαφρά αποστειρωμένο, κάτι που να ταίριαζε στο προφίλ του αυστηρού καθηγητή. Μαλακίες, ο Σαράντης, τουλάχιστον όσο τον είχα ζήσει, ήταν σοβαρός σαν ήρωας του Muppet show, αυτή η ζεστασιά του, αυτή η άρνησή του να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, τα καραγκιοζιλίκια και τα πειράγματα, αυτά με είχαν κερδίσει. Και το σπίτι του… το σπίτι του ήταν ζεστό!

Το σαλόνι ήταν γεμάτο παιδικές ζωγραφιές, προφανώς της Μελίνας. Παιχνίδια, μαζεμένα μεν, υπαρκτά δε, στο σαλόνι. Μια όχι ιδιαίτερα μεγάλη τηλεόραση, αλλά πλήρες στερεοφωνικό σύστημα, και δεν είχε μόνο CD, είχε honest to God δίσκους από βινύλιο, και τα κάτω ράφια ήταν γεμάτα με δαύτους. Η βιβλιοθήκη ήταν τίγκα στα βιβλία αλλά με παιδικά αυτοκόλλητα αριστερά και δεξιά. Μαζεμένο, καθαρό, και συνάμα ελαφρά ακατάστατο, έβγαζε μια ζεστασιά που δεν μπορούσα να την εξηγήσω.

Ο ίδιος μου είπε να τον περιμένω εκεί και πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τα πιάτα, αφήνοντάς με να περιεργαστώ το σαλόνι, αλλά μετά τη γενική ματιά που έκανα, τον ακολούθησα στην κουζίνα. Μέτριου μεγέθους, μοντέρνα, με ψυγείο ντουλάπα που έπιανε σεβαστό μέρος της, είχε εντοιχισμένο φούρνο και πλυντήριο πιάτων. Πάγκος και νεροχύτης ήταν από γρανίτη, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

Και κουζίνα πλήρως εξοπλισμένη. Πέραν από τον αυτονόητο για την εποχή μας φούρνο μικροκυμάτων, είχε και blender, και πολυμάγειρα, και μεγάλη τοστιέρα, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το κρεμασμένο γουόκ.

«Μαγειρεύεις κινέζικο;» τον ρώτησα κοιτάζοντάς τον, δεν ήταν διακοσμητικό, έμοιαζε να χρησιμοποιείται πολύ συχνά.

«Ναι,» μου απάντησε χαμογελώντας. «Έμαθα στην Αγγλία, από τον συγκάτοικο. Το λάτρευε η Ειρήνη, και αρέσει και της μικρής, οπότε τρώμε συχνά-πυκνά,» μου εξήγησε.

«Σ’ αγάπησα, ΠΟΛΥ παραπάνω, να ξέρεις,» του δήλωσα.

«ΟΧΙ ΤΣΙΦΟΥΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» μου έκανε με λεπτή φωνή, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Θα πιείς μπύρα;»

«Θα σου έλεγα τι κάνουν οι αρκούδες στο δάσος, αλλά έχει χάρη που έχουμε να φάμε,» του απάντησα deadpan.

Χασκογελώντας έβγαλε δύο μπουκάλια μπύρα και από ένα ντουλάπι έβγαλε και τα ποτήρια. Στο μεταξύ στο μικρό τραπέζι, είχε βάλει τα δύο κουτιά με τα παϊδάκια, και δύο πιάτα, και στην τοστιέρα φρυγάνιζε και πίτα! Ναι, πίτα, όχι ψωμί.

Εντάξει, τον λάτρεψα.

«Να σου πω, δεν πιστεύω να περιμένεις μαχαιροπίρουνα λες και είμαστε τίποτα πολιτισμένοι, έτσι;»

«Γουφ!» του απάντησα.

Attagirl,” μου έκανε και μου έδειξε την καρέκλα. «Δε νομίζω ότι θα ψηλώσεις άλλο!»

Και δόξα το Θεώ να λέω, γιατί είμαι αρκετά ψηλή για γυναίκα, και μ’ αρέσουν τα τακούνια. Βέβαια ακόμα κι έτσι ο Σαράντης μου έριχνε, του λόγου του πρέπει να ήταν πάνω από 1,85, αλλά δεν ένιωθαν καλά και όλοι οι πρώην μου όταν με τα τακούνια τους πέρναγα στο μπόι.

Εξαίρεση, κι εδώ, ο Φώτης, που του έριχνα μερικούς πόντους, και χωρίς τακούνια, και για το οποίο δεν έδινε δεκάρα τσακιστή, ίσα-ίσα, με φώναζε Αβερέλ.

Ναι, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.

Και κάπως έτσι ξαναζωντανέψαμε, τρόπο τινά, το cannibal holocaust, minus the gang rape and the general graphic violence. Ή για να είμαι ακριβής, όλο το graphic violence περιορίστηκε στο κοτόπουλο.

«Αυτά είναι!» είπε, και σκουπίζοντας τα χέρια του, πήρε το ποτήρι του, τσουγκρίσαμε, και άδειασε το μισό περιεχόμενο.

Όταν τελειώσαμε ο καλούλης μου είχε μέχρι και υγρά πετσετάκια για να καθαρίσουμε τα χέρια μας.

«Η συγκυρίες ευνοούν τον προετοιμασμένο,» μου εξήγησε.

«Μ’ αρέσει που το φιλοσοφείς κιόλας,» του είπα χαμογελώντας.

«Και όμως,» μου είπε, πιο σοβαρά αυτή τη φορά. «Όταν σου πρότεινα να πάμε κινηματογράφο, δεν είχα ούτε καν στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι η βραδιά θα συνεχιζόταν με παϊδάκια κοτόπουλο. Αλλά είδες ο προετοιμασμένος;»

«Βλέπω και φρίττω με την αποτελεσματικότητα,» του είπα. «Δεν αγοράζουμε κύριε, ποιος ξέρει πόσες αθώες γυναίκες παρέσυρες να φάνε κοτόπουλο παϊδάκι χωρίς μαχαιροπίρουνα!»

«Καμιά δεν ήταν αθώα!» μου είπε με ύφος ψυχοπαθή φτηνού θρίλερ, κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα ροχαλητό.

Συνεχίσαμε το ping-pong για λίγη ώρα, και μετά επιστρέψαμε στο σαλόνι. Κάθισα στον καναπέ και κάθισε δίπλα μου, αλλά όχι κολλητά μου. Εκτίμησα αυτό που έκανε, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα ακριβώς αποστάσεις, κι έτσι έκλεισα την απόσταση μόνη μου.

Παίρνοντας το σήμα, απλά πέρασε το χέρι του στον ώμο μου και με τράβηξε προς το μέρος του, κι εγώ, χαλαρωμένη τελείως, έγειρα το κεφάλι μου πάνω του. Το χέρι του έφυγε από τον ώμο μου, και ακουμπισμένο στην πλάτη του καναπέ, άρχισε να με χαϊδεύει τρυφερά στα μαλλιά. Έκλεισα τα μάτια μου και παραδόθηκα στο χάδι του και αν ήμουν γάτα ίσα που θα είχα αρχίσει να χουρχουρίζω.

Τραβήχτηκα λίγο, ίσα για να βγάλω τα μποτάκια μου—σας είπα, ένιωθα απίστευτα άνετα—και να καθίσω οκλαδόν στον καναπέ, σαν τον Πασά στα Γιάννενα. «Να σου εξομολογηθώ κάτι;» τον ρώτησα.

«Να μου εξομολογηθείς!» μου απάντησε, χωρίς να κάνει χαβαλέ αυτή τη φορά.

«Περίμενα το σπίτι σου πιο… πιο αυστηρό, πιο αποστειρωμένο,» του εξομολογήθηκα.

«Και για να το λες έτσι, μάλλον διαψεύστηκες!» παρατήρησε.

Yup,” του απάντησα μονολεκτικά. «Είναι… είναι ζεστό! Γεμάτο. Εννοώ μου είπες ότι δεν περνάς πολλές ώρες εδώ… και φαντάστηκα… το φαντάστηκα πιο εργένικο… ποιο άδειο.»

«Τα σπίτια είναι κάτι παραπάνω από τέσσερις τοίχοι,» μου είπε. «Κουβαλάνε κατά κάποιο τρόπο και το αποτύπωμα αυτών που ζουν μέσα τους.»

«Αν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι είσαι σπιτόγατος, διαλύθηκε σε μια στιγμή,» του απάντησα συμφωνώντας.

«Να σου κάνω άλλη μια ανήθικη πρόταση;» με ρώτησε, αλλάζοντας κουβέντα.

«Είμαι όλη αφτιά!»

«Θες το Σάββατο το βράδυ να σου κάνω το τραπέζι;»

«Θέλω!» του απάντησα χωρίς περιστροφές. «Κινέζικο;» τον ρώτησα κοιτάζοντάς τον σαν κουτάβι.

«Κινέζικο θέλει το κορίτσι μου;» με ρώτησε τόσο τρυφερά που παραλίγο να χυθώ και πάλι.

Δεν του απάντησα, απλά κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά με τον δέοντα ενθουσιασμό.

«Κινέζικο τότε!» μου απάντησε. «Να σου πω, έχεις τίποτα αλλεργίες σε φαγητό;»

«Όχι, καμία!» τον διαβεβαίωσα. «Τι θα μου φτιάξεις;»

«Έκπληξη!» μου απάντησες.

«Τέτοιος είσαι!» του έκανα τάχα μου μουτρωμένη.

«Ε, ναι λοιπόν… τέτοιος είμαι!» μου είπε, και δεν ξέρω πως αλλά μου ξέφυγε μια τσιρίδα και του όρμισα. «Σιγά βρε τυφώνα!» πρόλαβε να πει πριν του κλείσω το στόμα με το στόμα μου.

Όχι, δεν ακολούθησε αυτό που νομίζετε, και να σκάσετε. Αφού τον ξεζούμισα καλά-καλά επέστρεψα στη θέση μου, αγκαλιάζοντας τα γόνατά μου και χαμογελώντας του αθώα.

«Για να μάθεις!» του είπα. «Έμαθες;»

«Μπα! Δεν τα παίρνω τα γράμματα,» μου απάντησε, και του ξαναρίχτηκα.

«Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως!» του είπα με στόμφο αφήνοντάς τον να βρει τις ανάσες τους.


5. Mein Herz brennt

Γύρισα και πάλι στη θέση μου σα χορτασμένος γάτος ενώ ο φουκαράς προσπαθούσε να ξε-στουκάρει, η αλήθεια είναι ότι η επανάληψη ήταν… κομμάτι πιο έντονη. Τα κατάφερε πάντως, και μπράβο του, και μου έκανε νόημα να με πάρει αγκαλίτσα, και άντε Γιάννη πάλι τα καράβια.

Καλά, όχι ότι με χάλασε, έτσι;

Έγειρα πάνω του, και με πήρε και πάλι στην αγκαλιά του και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.

«Ζωή;» με ρώτησε κάπως διστακτικά.

«Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω!» αστειεύτηκα, κάνοντάς τον να γελάσει και να χαλαρώσει.

«Το χρώμα του μαλλιού σου… είναι αληθινό;»

Fair question, το strawberry blonde, το φυσικό μου, δεν το λες και συνηθισμένο.

«Το 1940, που λες…»

Πάντα έτσι ξεκινούσε στο μυαλό μου. Σαν παραμύθι, αλλά από εκείνα τα σκληρά, τα αληθινά. Τότε που μαζί με τους Άγγλους που είχαν σταλεί να βοηθήσουν στην άμυνα της Κρήτης, ήταν κι ένας Βορειοϊρλανδός. Νεαρός, κοκκινομάλλης, με εκείνο το χρώμα που μοιάζει να πιάνει φωτιά στον ήλιο.

Μετά την πτώση της Κρήτης δεν κατάφερε να φύγει. Οι Γερμανοί τον κυνηγούσαν, τον είχαν επικηρύξει, κι όμως οι ντόπιοι τον έκρυψαν στα βουνά σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος. Έζησε μήνες έτσι—σε σπηλιές, σε μαντριά, σε ξερολιθιές—και πήρε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των κατακτητών, ώσπου κατάφεραν να τον φυγαδεύσουν στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Κάποια στιγμή βρέθηκε στα Άγραφα, με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Κι όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο δρόμος τον έφερε στον κάμπο. Εκεί ρίζωσε. Εκεί έφτιαξε οικογένεια. Εκεί γεννήθηκε η μητέρα μου.

Κι εκείνος ο Βορειοϊρλανδός, ο κοκκινομάλλης που κρυβόταν στα κρητικά βουνά και πολεμούσε σε ξένη χώρα, ήταν ο παππούς μου. Ο πατέρας της μητέρας μου, που δεν ήθελε τον μπαμπά μου, και που η γιαγιά Ζωή τον έγραψε εκεί που δεν παίρνει μελάνι και του έκανε πλάτες να κλεφτεί με τη μητέρα μου.

Κι αυτό το χρώμα—αυτό το περίεργο, σπάνιο strawberry blonde—είναι δικό του. Δικό μου. Κληρονομιά που πέρασε σαν φλόγα από γενιά σε γενιά.

Τέλειωσα τη διήγηση χαμογελώντας του.

«…Οπότε ναι… είναι αληθινό.»

«Γιατί δεν τον ήθελε τον πατέρα σου;»

«Επειδή η οικογένεια του πατέρα μου ήταν δεξιοί, και ο παππούς έβγαζε αναφυλαξία με τους δεξιούς. Πολέμησε στα βουνά με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, κυνηγήθηκε μετά τον εμφύλιο, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος.»

«Και γιατί δεν έφυγε για την πατρίδα του;»

«Γιατί είχε γνωρίσει τη γιαγιά μου,» του είπα χαχανίζοντας.

Cherchez la femme, ο παππούς;” ρώτησε γελώντας.

«Τελείως! Μόνο που η Ζωή ήταν πιο τσαμπουκαλού, οπότε στο τέλος αποδέχτηκε το μπαμπά μου και είπε και ευχαριστώ.»

«Χαχαχαχα»

«Πώς τον έλεγαν τον παππού;»

Patrick! Patrick Kelly. Δεν είμαι η μόνη κοκκινομάλλα στο σόι, έχω ένα ξάδερφο και δυο ξαδέρφες με το ίδιο χρώμα μαλλιών!»

Και δεν ήταν μόνο το χρώμα των μαλλιών που είχα πάρει κληρονομιά από τον παππού, ήταν και το χρώμα των ματιών και το ύψος. Έχω να το υπερηφανεύομαι, ότι είμαι η πιο ψηλή του εγγόνα.

Βολεύτηκα ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του και συνέχισα τη διήγηση. «Αν και έφυγε κάμποσα χρόνια πριν τη γιαγιά, πρόλαβα να τον γνωρίσω,» του είπα. «Ήμουν η στερνή του εγγόνα και μου είχε φοβερή αδυναμία,» συνέχισα χαμογελώντας. «Και τα παραμύθια που ήξερε… κέλτικα… ήταν για μένα σχεδόν κάτι μαγικό,» συμπλήρωσα με τη φωνή μου να τρέμει και να σπάει από τη νοσταλγία.

Ο Σαράντης με έσφιξε πάνω του και με φίλησε απαλά στο κεφάλι. Γύρισα και τον κοίταξα. «Πες μου για τους δικούς σου!»

Χαμογέλασε και μου ανακάτεψε τρυφερά τα μαλλιά. «Η δική μου οικογενειακή ιστορία είναι αρκετά πιο πεζή και λιγότερο περιπετειώδης,» ξεκίνησε να μου λέει. «Οι γονείς γνωρίστηκαν στη Σχολή. Γνωρίστηκαν όταν η μητέρα μου ήταν στο πρώτο έτος και ο πατέρας μου είχε ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του, όπου έκανε φροντιστηριακές ασκήσεις απειροστικού λογισμού-Ι στους προπτυχιακούς.»

«Μαθηματικοί, να υποθέσω;»

«Όχι, όχι!» μου είπε γελώντας. «Πολιτικός μηχανικός ο πατέρας μου, αρχιτέκτονας μηχανικός η μητέρα μου.»

«Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;» συνέχισα τις ερωτήσεις.

«Με πολύ διάβασμα,» μου είπε χαχανίζοντας. «Όχι ότι μας το επέβαλαν, απλά μας μάθανε από μικρά να το αγαπάμε,» συνέχισε. «Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο εργάζονταν πολύ, και ο πατέρας μου λόγω της δουλειάς του είχε και πολλά ταξίδια στην Ελλάδα, οπότε το διάβασμα και η μουσική ήταν ένας τρόπος για να γεμίζουν οι ώρες μας,» μου εξήγησε.

«Αυτό, και να τρως ξύλο από την αδερφή σου!» του έκανα χαβαλέ.

«Την οποία ο Βασίλης την είχε σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε» μου είπε χαχανίζοντας. «Ο οποίος Βασίλης με ακολουθούσε σα σκυλάκι! Και έτσι μεγαλώσαμε σε ένα όμορφο οικογενειακό αχταρμά!»

«Όταν γεννήθηκα ο παππούς μου ήταν ογδόντα,» του είπα, και έφυγε όταν ήμουν γύρω στα επτά,» συνέχισα να του λέω. «Δεν… δεν τον θυμάμαι καλά,» συνέχισα αναστενάζοντας. «Θυμάμαι τις ζεστές ήσυχες μέρες τα καλοκαίρια στον κάμπο… θυμάμαι αχνά τα μπάνια στον Αγιόκαμπο… αλλά δε θυμάμαι τη φωνή του.»

Γύρισα και τον κοίταξα.

«Πολλά από αυτά που σου είπα, δηλαδή ότι μου είχε αδυναμία, ότι κούρνιαζα στην αγκαλιά του και μου έλεγε κέλτικα παραμύθια, δεν τα θυμάμαι η ίδια παρά πολύ αχνά…»

Έπιασα το χέρι του που με χάιδευε και το φίλησα τρυφερά. «Η μάνα μου μου έλεγε ότι όταν ήμουν μικρή έκανα σαν γάτα, δεν ήθελα αγκαλιές. Αλλά όταν έβλεπα τον παππού μου, έτρεχα μου λένε τσιρίζοντας να με πάρει αγκαλιά,» συνέχισα τη διήγηση χαμογελώντας σαν χαζό.

Αναστέναξα βαθιά. «Θα σου φανεί χαζό μωρέ Σαράντη, αλλά μερικές φορές αισθάνομαι τύψεις που δε μπορώ να θυμηθώ την εικόνα του.»

«Θυμάσαι ζέστη και θαλπωρή,» μου είπε. «Αυτό αξίζει όσο δεν αξίζουν όλες οι εικόνες του κόσμου μαζί!»

«Σκέψου το,» μου είπε συνεχίζοντας να με χαϊδεύει. «Την εικόνα του μπορείς να τη δεις σε παλιές φωτογραφίες. Ωστόσο αυτή η ζέστη και η θαλπωρή που νιώθεις σαν θολή μνήμη, καμιά φωτογραφία, κανένα βίντεο δε μπορεί να στο δώσει. Είναι δικά σου, πηγάζουν από μέσα σου.»

Με τράβηξε πάνω του, έσκυψε προς το μέρος μου, τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους, και χάθηκα για ακόμα μια φορά στο ατέλειωτο, βαθύ φιλί μας. Δεν έκανε καμία άλλη κίνηση, και μεταξύ μας, εκείνη τη στιγμή ούτε εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα ήθελα να κάνει.

Τον ήθελα; Ναι, φυσικά και τον ήθελα. Το σώμα μου τον ζητούσε, το καταλάβαινα από τον τρόπο που έκανε το κορμί μου να τρέμει, από τη ζέστη που απλώνονταν στα λαγόνια μου.

And yet, που λένε και στο χωριό, εκείνη τη στιγμή, παραδομένη στο φιλί του, ένιωθα… ένιωθα γεμάτη. Ένιωθα ότι θα μπορούσα να μείνω έτσι για μια αιωνιότητα. Δεν ήταν απλά ερωτικό, ήταν κάτι πολύ παραπάνω, κάτι που δεν απαιτούσε κανενός είδους εκτόνωση. Κάτι ζεστό, όμορφο, τρυφερό, όπως οι θολές αναμνήσεις από τον ξανθό καλοκαιρινό κάμπο των παιδικών μου χρόνων.

Ήταν μια στιγμή. Ήταν μια άχρονη αιωνιότητα. Το μυαλό μου είχε αδειάσει τελείως και μαζί του χάθηκε και η αίσθηση του χρόνου. Όταν τραβήχτηκε απαλά, δεν ξέρω αν είχαν περάσει μερικά λεπτά ή μας είχε βρει το ξημέρωμα. Ξαφνικά τα πάντα είχαν αποκτήσει μια ονειρική, σουρεαλιστική υφή… σαν να ξυπνάς από ένα όνειρο και να προσπαθείς να καταλάβεις αν αυτό που έβλεπες ήταν μέρος του ονείρου ή πραγματικότητα.

«Τι χρώμα είναι τα μάτια σου;» με ρώτησε. «Προσπαθώ να το καταλάβω και πάνω που νομίζω ότι το βρίσκω, το χάνω και πάλι.»

«Γκριζοπράσινα,» του απάντησα. «Κληρονομιά από τον παππού, όπως τα μαλλιά. Τα έχουν άλλα δύο ξαδέρφια μου, αν και σε αυτούς το πράσινο είναι πιο έντονο, σε εμένα πιο έντονο είναι το γκρι,» συνέχισα την εξήγηση.

«Είναι πανέμορφα,» μου είπε περισσότερο αφηρημένα παρά σαν κομπλιμέντο.

«Σ’ ευχαριστώ!» του απάντησα χαμογελώντας, παίζοντας του γλυκουλινιάρικα τα βλέφαρα, και κάνοντάς τον να γελάσει. Και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι η επόμενη ήταν  Πέμπτη και όχι Κυριακή, και τινάχτηκα. «Αμάν, τι ώρα έχει πάει;»

«Τρεις,» μου είπε, πραγματικά είχαμε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου.

«Το πρωί που θα είμαι κακιά και άσχημη και θα με αποφεύγουν οι πελάτες, εσύ θα τα φταις!» τον κατηγόρησα.

«Έλα μωρέ,» μου είπε τρυφερά. «Δε θα είσαι κακιά!» συνέχισε το κωλόπαιδο τρολλάροντάς με, και κάνοντάς να μου ξεφύγει και πάλι ένα ροχαλητό.

Αυτή τη φορά το ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ που του έκανα συνοδεύτηκε και από σάλια, μούσκεμα τον έκανα. «Για να μάθεις!» του δήλωσα.

«Βρε σίχαμα!» μου είπε γελώντας δυνατά σκουπίζοντας το πρόσωπό του με τον πήχη του.

«Σίχαμα εγώ; Η Ζωΐτσα σου;» του έκανα γλυκουλινιάρικα και τον έκανα τον δικό σου να λιώσει σαν σοκολάτα σε φούρνο!

Σηκώθηκε όρθιος και με βοήθησε να σηκωθώ. «Άντε, σουσουράδα,» μου έκανε την πρώτη του γλυκουλινιά, «πήγαινε σπίτι σου τώρα και όταν φτάσεις να με πάρεις τηλέφωνο, OR ELSE

Si, Padrone!” του έκανα και μετά τον σβέρκωσα, γιατί όχι που θα μου τη γλίτωνε. Και κρίνοντας από τον τρόπο που με άρπαξε και με κόλλησε πάνω του, πολύ που τον χάλασε.

Με κατέβασε ως κάτω, μου έδωσε ένα τελευταίο πεταχτό φιλάκι, μου είπε να προσέχω, μου υπενθύμισε ότι αν δεν τον έπαιρνα τηλέφωνο θα με έπαιρνε και θα με σήκωνε, μαύρη θα με έκανε, του απάντησα «ΑΧΝΕ!» στουκάροντάς τον, καβάλησα τη μηχανή, έβαλα το κράνος, και μην την είδατε.

Αποφάσισα να πάω από Αττική οδό και Εθνική για να πατήσω και λίγο το γκάζι, γιατί… γιατί έτσι, λογαριασμό θα σας δώσω; Βέβαια αυτό χειμωνιάτικα δεν το λες και εξαιρετική ιδέα, και όταν έφτασα Νέα Ερυθραία, είχα κάτι από παγάκι, αλλά δε βαριέσαι;

Με το που μπήκα στο σπίτι το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τον πάρω τηλέφωνο, να με ρωτήσει πότε πρόλαβα και έφτασα, να με κατηγορήσει ότι έτρεχα, και να με απειλήσει με αφαλοκόψιμο. Αυτή τη φορά το ΑΧΝΕ δεν τον στούκαρε πάντως, να τα λέμε αυτά.

Μετά, συνοδεία των γατιών μου που με πήραν στο κατόπι και μπλεκόντουσαν στα πόδια μου και ούτε να κατουρήσω με την ησυχία μου δε με άφησαν, τα σκασμένα, γδύθηκα στα γρήγορα, έβγαλα το σουτιέν πράγμα που μ’ έκανε να νιώσω άλλος άνθρωπος, φόρεσα τις πιτζάμες μου, και χώθηκα παρέα με τις τριχωτές σόμπες—το χειμώνα είναι σκέτη απόλαυση— κάτω από τα σκεπάσματα, και ο θεός να με βοηθούσε το πρωί.

Το πρωινό της Πέμπτης ήταν ένα δράμα, και δύο μην πω. Χώρια που κουτουλούσα, χώρια που το μυαλό μου δεν μπορούσε να επιστρέψει από το σαλόνι του Σαράντη στην πεζή καθημερινότητα, σήμερα ήταν λες και είχαν ξυπνήσει όλοι στραβά, π’ ανάθεμά τους.

Γκρίνια από τους πελάτες, γκρίνια από τους συναδέλφους, γκρίνια από τον προϊστάμενο, κι εγώ στην κοσμάρα μου, με το φορεμένο χαμόγελο, να προσπαθώ πολύ σκληρά να μη φέρω κανένα τηγάνι σε κεφάλι, και τι ωραία που περάσαμε. Το μόνο άξιο λόγου ήταν τα μηνύματα που ανταλλάζαμε με τον Σαράντη, που απ’ ότι κατάλαβα και αυτού η μέρα left things to be desired, που λένε στον κάμπο.

(BTW, όντως το λένε στον κάμπο, χάρη στον ιρλανδικής καταγωγής αντάρτη παππού το μισό σόι, δηλαδή η μαμά και τα αδέρφια της, και φυσικά τα παιδιά τους, ήταν όλοι αγγλομαθείς από τα γεννητούρια τους.)

Σήμερα είχα την πρωινή βάρδια, οπότε γύρω στις έξι γύρισα σπίτι και χώθηκα στο μπάνιο, αφενός μπας και φύγουν η κούραση και τα νεύρα της ημέρας, και αφετέρου γιατί το βραδάκι θα ερχόταν από εδώ η Ελένη για την πλήρη ανάλυση των πεπραγμένων, συνοδεία πίτσας και μπύρας.

Γιατί εννοείται ότι αυτό είχε προγραμματιστεί από την Κυριακή το βράδυ, που κάναμε ανασκόπηση εκείνης της βραδιάς, τι μας περάσατε, για τίποτα τριτοδεύτερες; Ή—όπως λέει και η Ελένη—γκομενικά χωρίς ανάλυση ισούται με τζατζίκι χωρίς σκόρδο.

Και ένα δίκιο το έχει, αν θες γιαουρτάκι, ανοίγεις μια αγελαδίτσα ρε αδερφέ και τη συνοδεύεις με μέλι και—αν είσαι περιπετειώδης—και με καρύδια.

Και από γκομενικά άλλο τίποτα, κι εγώ και η Ελένη είχαμε πλούσιο παρελθόν (είμαστε από αυτές που θα λάτρευε ο Oscar Wilde) Και τα γκομενικά δεν αφορούν μόνο σχέσεις, αφορούσαν και ξεπέτες, γιατί ναι, και από αυτές διέθετε το μενού, δεν την φυλάγαμε για το σεντόνι του γάμου.

Βέβαια η αλήθεια είναι ότι η Ελένη είναι γενικά πιο μαζεμένη, ούσα πιο ευαίσθητη, ή—όπως θα το έθετε η ίδια—«εγώ δεν είμαι ένα γομάρι και μισό, όπως μερικές-μερικές, ονόματα δε λέμε, υπολείψεις δε θίγουμε.»

Σε όλα τα γυμνασιακά και τα λυκειακά χρόνια, εγώ, η αφεντιά της, η Δήμητρα και η Αλέκα, είμασταν αυτοκόλλητες. Το παρατσούκλι μας; Οι Ντάλτονς, με εμένα στο ρόλο του Αβερέλ και την Ελένη που είναι η πιο μινιόν, στο ρόλο του Τζο.

Ωστόσο στα πανεπιστημιακά χρόνια έσπασε η παρέα, καθώς Δήμητρα και Αλέκα αποφάσισαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό και μετά δε γύριζαν μήτε σουβλάκι να τους τάξεις. Δεν έχουμε χαθεί τελείως, ανταλλάζουμε μηνύματα και τις βλέπουμε όταν έρχονται Ελλάδα, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Η Ελένη από την άλλη, η οποία σπούδασε marketing, έμεινε στην Αθήνα. Ήμασταν που ήμασταν εξ αρχής πιο δεμένες μεταξύ μας, μείναμε και μόνες μας όταν οι άλλες οι γαϊδάρες αποφάσισαν να μείνουν στα ξένα, οπότε ήρθε και έδεσε.

Μέχρι και σεξοτουρισμό έχουμε κάνει, που λέει ο λόγος. Ήμασταν στα εικοσιένα μας, έτυχε να ήμαστε τότε και οι δυο ελεύθερες, και κάναμε την Πάρο να στενάξει. Η αλήθεια είναι ότι του λόγου της ήταν πιο μαζεμένη, αλλά εγώ ήθελα να ξεσαλώσω—και το εννοούσα!

Και μη σας μπαίνουν ιδέες, καθόλου δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. «Δεν κατάλαβα,» της είχα πει. «Καλά κάνω και πηγαίνω κάθε μέρα και με άλλον, αν το έκανε δηλαδή ο αδερφός σου τι θα έλεγες;» την είχα ρωτήσει.

«Ό,τι είναι gay,” μου είχε απαντήσει deadpan, και πραγματικά κάποια στιγμή φοβήθηκα ότι θα πάθω έμφραγμα από τα γέλια.

Και η αλήθεια είναι ότι τρόπο τινά, εκείνη το καλοκαίρι, με ακολούθησε στις πομπές μου, εντάξει μπορεί να μην ήταν πέντε άντρες σε δέκα βράδια, αλλά ήταν πάνω από έναν, που για την Ελένη το λες μεγάλο κατόρθωμα.

Και μην ξεχνάμε, ήταν η πρώτη που είχε δοκιμάσει τον… απαγορευμένο καρπό για να κερδίσει το φιλικό κράξιμο εκείνο το βράδυ. «Κάτσε να τα πούμε, α, ξέχασα, δεν μπορείς, τσούζει ο κώλος σου!» και πώς δεν έφαγα τίποτα στο κεφάλι—η Ελένη είναι πραγματικά Τζο—ένας θεός το ξέρει. Δε βαριέσαι, πλήρωσα τη μεγαλοστομία μου σε είδος με την είσοδο του Φώτη στη ζωή μου.

Και με το Μίλτο που ήταν και πιο προικισμένος, υπήρχαν στιγμές που είπα το δεσπότη-Παναγιώτη, αλλά ως ταπεινό μποτομάκι που σέβεται τον εαυτό του στο κρεββάτι, έδειξα τη δέουσα αυτοσυγκράτηση. Εντάξει, μια φορά που παρά ήταν έντονος, άκουσε για όλους τους προγόνους του από τα πρώτους μονοκύτταρους και ύστερα, αλλά συμβαίνουν και αυτά.

Για να μην αναφέρω την—όπως αποδείχτηκε αργότερα—εξαιρετικά κακή ιδέα του να αναπαράγουμε την σκηνή με το βούτυρο του τελευταίου ταγκό στο Παρίσι. Μαλάκα μου, σαν τον πιγκουίνο πήγαινα για μια ώρα, και ο φουκαράς ο Μίλτος να προσπαθεί να μη γελάσει σαν τους στρατιώτες στον Life of Brian, κι εγώ να ρίχνω ό,τι καντήλι υπάρχει για τα γαλακτομικά, για το Παρίσι, για τον Μπερτολούτσι, για τον Μπράντο, και για ένα τζάμπο τζετ με αγίους και το Χριστό πιλότο.

Κι εγώ να λέω τον πόνο μου στη γαϊδάρα την κολλητή μου, κι εκείνη—σας το ορκίζομαι—να έχει πέσει στο πάτωμα και να κυλιέται, σα τα κοπρόγατα όταν μου κάνουν βαρελάκια.

Γύρω στις επτά και μισή βγήκα από το μπάνιο και πριν καν πάω να ντυθώ (καλά, όχι ότι έβαλα τίποτα το ιδιαίτερο, απλά φόρεσα κάτω εσώρουχο να μην το παίζω σκωτσέζος, και μια μακριά μπλούζα που έφτανε μέχρι τη μέση των μηρών) και παράγγειλα πίτσα από το e-food, και με το κινητό στο χέρι, και συνοδεία των τριχωτών οικότροφων slash overlords πήγα στο σαλόνι να την περιμένω.

Εντωμεταξύ πρώτα ήρθε η πίτσα και μετά η γαϊδουρογαϊδάρα, και όχι τίποτε άλλο αλλά είχα λυσσάξει στην πείνα.

«ΠΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΜΩΡΗ;» δεν κρατήθηκα κάποια στιγμή και την πήρα τηλέφωνο και την έκραξα πριν καν απαντήσει.

«ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ!» μου είπε με ύφος ηρωίδας παλιού μελοδράματος και μετά σοβάρεψε. «Η Αγγελική—η σύζυγος του Νικηφόρου—ήταν δουλειά και ο Νικηφόρος είχε μια υποχρέωση που είχε ξεχάσει, και έτσι κάθισα εγώ λίγο με τις μικρές μέχρι να γυρίσει.»

«Θα τον φυτέψω, πες του! Μωρή έχω λυσσάξει στην πείνα!»

«Ε, ξεκίνα να τρως και θα έρθω κι εγώ!»

«ΠΟΤΕ!» της είπα με πάθος οσιομάρτυρα. «Θα σε περιμένω, και το κρίμα στο λαιμό σου!»

«Τι φταίω εγώ ρε μωρή; Στο Νικηφόρο πεσ’ τα!»

«Εσύ θα πληρώσεις τα σπασμένα,» τη διαβεβαίωσα, και αφού κλείσαμε, πήγα και έβαλα την πίτσα στο φούρνο, ανάβοντάς τον σε χαμηλή θερμοκρασία για να μην κρυώσει η πίτσα.

Όταν τελικά γύρω στις εννιά χτύπησε το κουδούνι, στα αφτιά μου ακούστηκε τουλάχιστον σαν το Ode to Joy.

(Και κλάμα η δική σου σε εκείνη τη σκηνή στο Immortal Beloved, και μιλάμε για άνθρωπο που είχε στο τέλος του La vita e Bella συνέχισα να τρώω ατάραχη popcorn ενώ Ελένη, Νικηφόρος και Αγγελική έκλαιγαν με λυγμούς.)

Άνοιξα την πόρτα έτοιμη να την κράξω, και μετά το βούλωσα γιατί για να με εξευμενίσει είχε πεταχτεί σε κάποιο Βενέτη και μου είχε φέρει τάρτα φράουλα.

Το καθίκι ξέρει όλα μου τα κουμπιά!

«Άργησα; Δεν άργησα!» μου είπε με τουπέ, αλλά την τάρτα προτιμούσα να τη φάω από το να της την φέρω στο κεφάλι, οπότε μετά από ένα παρατεταμένο ΠΡΡΡΡΡΡΡ που τη γέμισε σάλια, τα οποία εννοείται ότι σκούπισε στη μπλούζα μου, την άφησα να περάσει.

«Τι κάνουν τα τερατάκια;» ρώτησα αναφερόμενος στην Μαργαρίτα και τη Δάφνη—η μεγάλη και η μικρή της ανιψιά.»

«Καλά είναι, ρωτάνε που είναι η Θεία-Ζωή!»

«Της θειας τους!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. Εννοείται ότι δε με έλεγαν θεία, Ζωή με είχαν μάθει, απλά το κωλόπαιδο με τρόλλαρε.

Πέρασε μέσα και κάθισε στον καναπέ, και με τις τρεις γάτες να ξεχνάνε την ύπαρξή μου και να σκαρφαλώνουν πάνω της και να τις τρίβονται ζητώντας επιτακτικά χάδια.

Εγώ από την άλλη, έχοντας το ρόλο της νοικοκυράΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ του σπιτιού, πήγα και έβγαλα την πίτσα από το φούρνο, την ξαναέβαλα στο κουτί, γιατί σιγά μην έβγαζα πιάτα. Έβγαλα από το ψυγείο δυο κουτιά μπύρας και τα ξέπλυνα, γιατί σιγά μην έβγαζα και ποτήρια, ζαλώθηκα και μερικές χαρτοπετσέτες, και πήγα κι εγώ στο σαλόνι.

Άνοιξα την τηλεόραση και την άφησα να παίζει Rock FM, και κάθισα με την Ελένη να τα πούμε.

«ΜΕ ΤΟ ΣΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΝΙΓΜΑ, ΜΣΓΜΣ» μου είπε αντί εισαγωγής (και για τους αμύητους ΜΣΓΜΣ = ΜΗ ΣΟΥ ΓΑΜΗΣΩ)

«Όλα άρχισαν προς το τέλος της τριουράσιας, όταν ένα νέο είδος εμφανίστηκε στον πλανήτη. Ένα είδος που θα γέμιζε στον πλανήτη, και θα γινόταν το κυρίαρχο για εκατόν εξήντα εκατομμύρια χρόνια!» ξεκίνησα, αντιγράφοντας την εισαγωγή κάποιου ντοκιμαντέρ που είχα δει για τους δεινόσαυρούς.

«Γελάω;» μου είπε προσπαθώντας να μη γελάσει.

«Καλά-καλά, θα το πάω σε flash forward!» την καθησύχασα, και άρχισα να της λέω τα καθέκαστα, «με το σι και με το νίγμα»

Πρώτη διακοπή, στο πρώτο φιλί που ανταλλάξαμε μπροστά από τον Κωτσόβολο.

«Τον σβέρκωσες;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Όχι, θα τον άφηνα! Για ποια με πέρασες; Εκείνος να δεις πως με άρπαξε από τη μέση, κόντεψα να βρεθώ σε υγρή μορφή!» της είπα και χαχάνισε, γιατί κοριτσάκι είναι, κατάλαβε ότι το «υγρή μορφή» είχε και δεύτερη ανάγνωση.

«Και μετά;»

«Μετά ξέχασε την ύπαρξή μου και ασχολήθηκε με τη μηχανή! Αλήθεια σου λέω, πιο ερωτικό ήταν το βλέμμα του όταν κοιτούσε τη μηχανή παρά όταν με φιλούσε, κατάλαβες ο αχαΐρευτος;»

«Άχου το, του κάνει ζήλειες!» μου είπε η γαϊδάρα, εισπράττοντας κεραυνούς με το βλέμμα μου.

Το αντιπαρέρχομαι.

«ΜΩΡΗ; ΣΤΟΥΣ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑΔΕΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ;» ήταν η επόμενη διακοπή.

«Αφενός ρε μωρή ήταν το δεύτερο ραντεβού, και αφετέρου, οι κοτοπουλάδες είναι ΙΔΕΑ!»

Τρίτη διακοπή στο «Γιατί να το πάρω στραβά;» και το σκάλωμα του φουκαρά του Σαράντη που μου πρότεινε με την ψυχή στα δόντια να φάμε σπίτι του.

«ΠΟΥ ΝΑ ΗΞΕΡΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΙ ΞΕΤΣΙΠΩΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΕΧΕΙ ΜΠΛΕΞΕΙ!» μου είπε μασουλώντας την πίτσα της.

«Καλά κάνω ρε μωρή! Τι είμαι για να τσιπαριστώ, κατοικίδιο;» τη ρώτησα με ψεύτικη αγανάκτηση, και μετά έτρεχα να βρω χαρτοπετσέτες γιατί λίγη μπύρα από τη μύτη της βγήκε, είναι η αλήθεια.

Μετά τα Χριστούλης, Παναγία—με ή χωρίς ρήματα που ξεκινάνε από «γ»—συνέχισα τη διήγηση. Εκεί δε με διέκοψε η Ελένη, διέκοψα μόνη μου τον εαυτό μου.

«Ρε μωρή δεν το περίμενα με τίποτα, πραγματικά στούκαρα,» της είπα. «Ζεστό, τακτοποιημένα ακατάστατο… παντού παιχνίδια, παιδικά αυτοκόλλητα… μια τεράστια συλλογή από δίσκους! Δίσκους ρε μωρή, βινύλιο!»

«Δείξε του τη φωτογραφία που φοράς βινύλιο, αυτή που είχες ντυθεί mistress, να στουκάρει και του λόγου του,» μου είπε deadpan.

«Κάθε πράγμα στον καιρό του,» της είπα χαζογελώντας. «Μην τον ρίξω από τώρα στα σκληρά!»

«Να είσαι σίγουρη κάτι θα σκληρύνει και δε θα είναι τα ναρκωτικά,» μου είπε deadpan και τελείως ξεδιάντροπα, και παραλίγο να πνιγώ.

Για να μη μακρηγορώ τα είπαμε αναλυτικά, εξετάσαμε ad nauseum την κάθε λέξη, την κάθε κίνηση, την κάθε σιωπή και το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής ήταν το προφανές: Για κινέζικο θα πήγαινα, με ορθόδοξο ιεραποστολικό ως κόντρα παξιμάδι και κατσαβιδωτό στον ουρανίσκο θα γύριζα.

A girl could only hope, γιατί ο Σαράντης, πέραν του χαβαλέ, είχε δείξει ότι ήταν φοβερά προσεκτικός και μετρημένος, και αν κάποιος θα έπρεπε να παρασύρει τον άλλον στην ακολασία, μάλλον θα ήταν η αφεντιά μου.

UGH!

«Δε θέλω ρε μωρή να σούρνω εγώ το χορό!» της γκρίνιαξα ξεφυσώντας. «Τα ξέρεις τα χούγια μου!»

«Σου έχω εμπιστοσύνη ότι θα τον κάνεις να δει το φως το αληθινό,» με διαβεβαίωσε η Ελένη.

Και εκεί είχε την έκπληξη της βραδιάς. Ούτε καν είχα προσέξει ότι είχε έρθει με μια από τις μεγάλες τις τσάντες. Την άνοιξε θεατρικά, έβγαλε από μέσα δύο πιτζάμες και μου ξέφυγε μια τσιρίδα ενθουσιασμού. Τσιτσιδώθηκε μπροστά μου—εννοείται ότι μεταξύ μας δεν υπήρχαν ντροπές, είχαμε δει η μία την άλλη γυμνή χιλιάδες φορές—και φόρεσε τις πιτζάμες της.

«Στο φυλούσα για έκπληξη!» μου είπε. «Αν και θα πρέπει να ξυπνήσουμε λίγο νωρίτερα, να προλάβω να πάω από το σπίτι να αλλάξω!»

Εγώ πάλι της έκανα καντάδα στα γερμανικά (ναι, έχω πτυχίο στα γερμανικά, μη μου μείνετε!)

Nun liebe Kinder gebt fein acht , ich bin die stimme aus dem kissen, ich hab euch etwas mitgebracht, ein heller schein am firmament

Βέβαια τη φωνή μου τη λες λεπτή και αρκετά κοριτσίστικη αλλά δε βαριέσαι, αυτά είναι λεπτομέρειες!

Mein herz brennt.

Αυτό είχε σημασία εκείνη τη στιγμή.

«Νυστάζεις;» με  ρώτησε.

«Όχι,» της απάντησα. «Αλλά και να νύσταζα, με παίρνει ύπνος τώρα; Άντε μη γίνω λεσβία και έχουμε άλλα!» της είπα και βάλαμε τα γέλια.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι κάποια στιγμή είχαμε πειραματιστεί μεταξύ μας, και δεν είχαμε μείνει στο φιλί αν μ’ εννοείτε. Ήμασταν σε κάποιο πάρτι, τα είχαμε κοπανίσει λίγο παραπάνω, και—ψεύτρα μην είμαι—μεταξύ μας είχαμε μια ηλεκτρική χημεία που δεν είχαμε με τις έτερες δύο καπαδόκισσες, και εννοώ φυσικά Αλέκα και Δήμητρα.

Είχαμε δει πολλές φορές η μία την άλλη γυμνή, σε σημείο που είτε έβλεπα την Ελένη, είτε εμένα στον καθρέφτη έκανε το ίδιο. Δεν ξέρω πώς μας ήρθε και αποφασίσαμε να πειραματιστούμε σε φάσωμα, αλλά όταν μείναμε γυμνές από πάνω, μας έπιασαν και τις δυο τα γέλια, και κάπου εκεί καταλάβαμε πως ούτε εγώ, ούτε εκείνη το έχουμε.

Και φυσικά αυτή η σκηνή είχε ενσωματωθεί στη μυθολογία μας, τα «άντε μη γίνω λεσβία και σε γαμήσω ή το ξέρεις μωρή, είμαι bi εδώ και πέντε λεπτά,» ήταν οι συνηθισμένες μας δήθεν απειλές.

Ξέρετε τι ώρα πήγαμε για ύπνο; Πάλι στις τρεις, έχοντας κάνει binge watch όλη την πρώτη σαιζόν του Kominsky Method. Δε μπορούσαμε να σταματήσουμε με την καμία, Douglas, Arkin και Raiser έδιναν ρέστα.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά είχαμε να ξυπνήσουμε και νωρίτερα. Πέσαμε και οι δύο στο κρεββάτι και έβαλα το ξυπνητήρι στις 07:30 και τι καλά που θα περνούσαμε, η μία στο γραφείο και η άλλη στο μαγαζί.

Αυτή τη φορά δεν είχε καγιανά, ούτε η Ελένη είναι του πρωινού, αλλά είχε διπλό καφέ, και δεν εννοώ διπλή δόση! Αφήνοντάς την να κοιμάται του καλού καιρού, κατέβηκα κουτουλώντας στην καφετέρια και πήρα τέσσερις καφέδες.

Ήπια σχεδόν το μισό καφέ πριν πάω στο δωμάτιο να ξυπνήσω την πριγκηπέσσα και να πλύνω δοντάκια και να ρίξω ακόμα μια γερή δόση παγωμένου νερού μπας και ξυπνήσω.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελένη, ως πιο γενικά του έξω, έχει περισσότερες αντοχές στην αϋπνία και τα ξενύχτια, εγώ ήμουν περισσότερο για να με κλαίνε οι ρέγκες.

«Πώς είσαι έτσι ρε μωρή;» με ρώτησε όταν τέλειωσε από την πρωινή της τουαλέτα και ήρθε να με βρει στην κουζίνα.

«Κι εγώ σ’ αγαπάω,» τη διαβεβαίωσα.

«Παρασκευούλα ζάχαρη!» μου είπε η θρασύτατη. Ε, βέβαια, η κιουρία εργάζεται σε γραφείο, δεν δουλεύει τα Σάββατα.

Εγώ πάλι δούλευα, και όχι τίποτε άλλο, είχα και το απογευματινό, το οποίο σήμαινε ότι θα τέλειωνα στις οκτώ και καλά κρασιά, θα πήγαινα στον Σαράντη σαν το ζόμπι.

Δεν είναι ότι δεν ήξερα το πρόγραμμά μου όταν μου πρότεινε να μου κάνει το τραπέζι το Σάββατο το βράδυ, αλλά δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να το αρνηθώ. Σήμερα ήμουν πρωινή, άρα με το που γυρνούσα σπίτι, θα προσπαθούσα να ξεκουραστώ όσο περισσότερο γίνεται, ώστε το Σάββατο το βράδυ να μην είμαι και σα βραστό χταπόδι, και όποια σωματική περιποίηση θα έπρεπε να την κάνω Σάββατο πρωί.

«Τι στενάζεις μωρή λες και σου πέσαν τα καράβια έξω;» με ρώτησε η Ελένη.

«Σκέφτομαι το αυριανό,» της είπα.

«Η ιδέα είναι να βογκάς ρε μωρή,» μου είπε χωρίς έλεος, «όχι να στενάζεις!»

«Σχολάω στις οκτώ, το μόνο που θα προλάβω το βράδυ είναι να κάνω ένα γρήγορο ντουζ, μη μου πάθει και καμιά δηλητηρίαση αν προχωρήσουμε στο παρασύνθημα!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

«Ε, κοιμήσου νωρίς σήμερα,» μου είπε.

«Αυτό θα κάνω ρε μωρή,» της είπα, «αλλά θα προτιμούσα να του πάω φρεσκαδούρα,» της είπα ξεφυσώντας.

«Ε, τι να κάνουμε τώρα;»

«Άσε με ρε μωρή να γκρινιάξω!» της είπα και έβαλε τα γέλια.

Γιατί γι’ αυτό είναι οι φίλες!


 

6. Η Ιστορία της Ζ.

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πέρασα καθόλου καλά στην πρωινή βάρδια της Παρασκευής. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν πως σε σχέση με χθες, που όλοι έκαναν λες και τους είχε τσιμπήσει σφίγγα, σήμερα οι πελάτες ήταν γενικά ήρεμοι. Ο προϊστάμενος είχε πάλι τα ρούχα του, και κάποια στιγμή δεν το άντεξα.

«Να σου πω,» του είπα στην ψύχρα, στην τρίτη άκυρη παρατήρηση και του έκοψα τον αέρα. «Τα έβαλα εκεί που λέει το Yodiwo, αν έχεις πρόβλημα πάρε τα κεντρικά και βρες τα μαζί τους, αλλά στο μεταξύ, ξεφορτώσου με, ναι?»

Έμεινε να με κοιτάζει, κι εγώ έκανα μεταβολή και αφήνοντάς τον να βράσει στο ζουμί του πήγα σε ένα πελάτη που έψαχνε κάτι, και αφού πήρα μια βαθιά ανάσα, φόρεσα το χαμόγελό μου και πήγα να τον βοηθήσω.

Είχα τις πιο υψηλές πωλήσεις στο κατάστημα και η συνεισφορά μου στις συνολικές πωλήσεις του καταστήματος και το bonus επίτευξης στόχων ήταν επίσης η μεγαλύτερη. Δεν ξέρω τι μύγα τον είχε τσιμπήσει το τελευταίο καιρό αλλά δεν είχα καμία διάθεση να πληρώσω εγώ τα σπασμένα.

Παρά τη γκρίνια μου, μού άρεσε η δουλειά μου, ωστόσο δεν είχα και απόλυτη εξάρτηση. Δεν πλήρωνα νοίκι, δεν είχα ιδιαίτερα έξοδα, και ακόμα και αν περνούσα μερικούς μήνες στον ΟΑΕΔ δε θα πάθαινα καταστροφή. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους είχα φύγει από την προηγούμενη δουλειά και είχα βρεθεί εδώ που είμαι. Όταν μου τα παρασκότισαν τους διαολόστειλα και τους παράτησα στα κρύα του λουτρού.

Όχι που θα κάτσω να σκάσω.

Χθες το βράδυ, μιας και το είχα περάσει με την Ελένη, δεν είχαμε μιλήσει σχεδόν καθόλου με τον Σαράντη, ίσα ένα σύντομο καληνύχτα διά τηλεφώνου, πριν το ρίξουμε στην ακολασία του Kominski Method.

Στο διάλειμμά μου πάντως, το έστειλα ένα μήνυμα και τον ρώτησα αν μπορούσε να μιλήσει στο τηλέφωνο. Δε μου απάντησε παρά μισή ώρα αργότερα, καθώς όπως μου εξήγησε την ώρα εκείνη είχε παράδοση. Του έγραψα ένα «ΧΡΜΦ!» και μου απάντησε με ένα βίντεο με το Yosemite Sam να χοροπηδάει και να πυροβολεί αριστερά και δεξιά, το οποίο ομολογώ ότι μου έφτιαξε τη διάθεση.

Δε βαριέσαι, μιλήσαμε μέσω messenger το απόγευμα όταν γύρισα σπίτι.

«Τι κάνεις, σουσουράδα;» με ρώτησε, επαναλαμβάνοντας τη γλυκουλινιά.

«Η σουσουράδα σου,» ξεκίνησα την μεγαλοπρεπή εισαγωγή, «αυτή τη στιγμή θέλει να κάνει ένα μπάνιο και να ξεραθεί!»

Και εκεί του εξομολογήθηκα ότι χθες με την Ελένη μας είχε πάρει το ξημέρωμα, και για εμένα ήταν το δεύτερο σερί βράδι, και ότι πλέον ήμουν γριά και άσχημη και άντεχα.

Εκείνος, αφού με καθησύχασε και πάλι ότι δεν είμαι γριά, κερδίζοντας με την αξία του ένα τηλεφωνικό raspberry, μου είπε να κάνω το μπανάκι μου και να ξεκουραστώ, και πώς όχι ότι είχε κανένα συμφέρον που το έλεγε, αλλά δε θα είχε αντίρρηση να συνεχίσουμε να μιλάμε στο βίντεο όσο έκανα το μπανάκι μου και ότι δε θα παρεξηγούνταν στο παραμικρό.

«ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ ΒΡΕ ΜΑΤΑΚΙΑ;» τον ρώτησα γελώντας ακόμα.

«ΚΑΘΟΛΟΥ ΟΜΩΣ!» μου απάντησε με στόμφο.

«ΦΟΥΤΟΥ ΣΟΥ!» του έκανα θεατρικά, κερδίζοντας ένα νέο γύρο γέλιου.

Με τούτα και με κείνα, το παραγινομένο αγόρι μου μέσα σε λίγη ώρα κατάφερε και πάλι να μου φτιάξει το κέφι. Του υποσχέθηκα ότι θα τον πάρω το βραδάκι τηλέφωνο και πήγα και χώθηκα στη μπανιέρα, αδειάζοντάς την λίγο γιατί με την πάρλα παραλίγο να ξεχειλίσει.

Αυτή τη φορά και βόμβες αφρού είχε και όλα τα καλά, μπήκα στη μπανιέρα με σκοπό να λιώσω, και αυτό ακριβώς έκανα. Εννοείται πως πριν τα κάνω όλα αυτά είχα ταΐσει τα γατιά, αλλιώς όταν έβγαινα από το μπάνιο δε θα έβρισκα σπίτι, θα μου το γκρέμιζαν.

(Καλά, όχι ότι δεν το κάνουν και από μόνα τους ειδικά όταν τα πιάνει η μαλακία τους—zoomies ελλινιστή—και τρέχουν πάνω-κάτω σαν τα βλαμμένα. Ευτυχώς η μεγάλη τηλεόραση είναι καλά βιδωμένη στον τοίχο, γιατί τη μικρή στο υπνοδωμάτιο μου την διέλυσαν, και κάπως έτσι έμεινα να κλαίω τα 500 ευρώ που την είχα αγοράσει, π’ ανάθεμά τα τά κοπρόγατα.)

(Από την άλλη πάλι σταμάτησα να ξενυχτάω χαζολογώντας τηλεόραση, οπότε κάτι βγήκε και απ’ αυτό, αν και θα προτιμούσα να μη μου είχε στοιχήσει ένα πεντακοσάρικο, δεν είναι δα και ότι μου περισσεύουν!)

Και εκεί που περίμενα μια ήσυχη βραδιά, χτύπησε και πάλι το τηλέφωνο, και το κοίταξα σα να μην πίστευα τα ίδια μου τα μάτια. Ο Φώτης.

What the flying fuck?

Το κοίταξα αναποφάσιστη για μερικά δευτερόλεπτα, και τελικά με νίκησε η περιέργεια.

«Παρακαλώ;» έκανα, σα να μη γνώριζα ποιος με καλούσε, άστον να πιστεύει ότι τον είχα διαγράψει.

(Μαλακίες, τρία χρόνια σε σχέση είχα μάθει το τηλέφωνό του απ’ έξω κι ανακατωτά)

«Καλησπέρα,» άκουσα τη βαθιά του φωνή από το τηλέφωνο.

«Φώτη;» έκανα τάχα μου απορημένη.

«Ναι, εγώ είμαι,» μου είπε. «Ελπίζω να μην ενοχλώ.»

«Όχι, δεν ενοχλείς,» του είπα ουδέτερα.

Επικράτησε αμήχανη σιωπή για μερικές στιγμές, δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί με πήρε τηλέφωνο και δεν ήμουν σίγουρη ότι ήθελα να μάθω.

«Άκου… δε θα σ’ ενοχλούσα,» ξεκίνησε και εκεί σταμάτησε για λίγο. «Κατ’ αρχήν τι κάνεις, είσαι καλά;»

«Καλά είμαι,» του είπα ακόμα μουδιασμένη. «Εσύ;»

«Καλά είμαι κι εγώ,» μου είπε. «Οι δικοί σου;»

«Καλά είναι και οι δικοί μου,» του απάντησα με τόνο που έδειχνε ότι δεν ήθελα να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση, κι ο Φώτης ήταν από τους ανθρώπους που με ήξεραν και από την καλή και από την ανάποδη.

«Λοιπόν, στο διά ταύτα,» ξεκίνησε, «φεύγω από Αθήνα, επιστρέφω Θεσσαλονίκη.»

«Οκ…» του είπα χωρίς να καταλαβαίνω που το πηγαίνει.

«Και όπως ταχτοποιούσα τα πράγματα, βρήκα κάτι… κάτι δικό σου, που δε…δε μου ανήκει πλέον.»

Με το Φώτη είχαμε κάνει πράγματα και θάματα, με είχε τραβήξει φωτογραφίες γυμνή και σε διάφορες πόζες, είχαμε τραβήξει ένα κάρο βίντεο—και όχι ακριβώς οικογενειακά, αν με εννοείτε—αλλά είχα όλα ήταν ηλεκτρονικά και σε κάρτες μνήμης που είχα εγώ.

Γούστο θα είχε να είχα ξεχάσει καμιά στο Φώτη.

«Τι βρήκες;» τον ρώτησα με την ψυχή στα δόντια.

«Την ιστορία της Ζ» μου είπε.

Του Φώτη του άρεσε να του γράφω ιστορίες που περιγράφω τις σεξουαλικές μας πράξεις σε πρώτο πρόσωπο. Στην αρχή μου είχε φανεί περίεργο, αλλά ο Φώτης ήταν… είχε τον τρόπο του να με κάνει να τον υπακούω, και… και δεν το εννοώ με τον άσχημο τρόπο.

Και κάπως είχα ανακαλύψει ότι έχω σχετικό ταλέντο στα πορνογραφήματα, ή τουλάχιστον, να περιγράφω με… λυρισμό, τις ερωτικές μας πράξεις. Και κάπως έτσι είχα ένα τετράδιο, από αυτά τα μπλε, τα μαθητικά, που έγραφα ερωτικές ιστορίες, κάποιες αληθινές, κάποιες φανταστικές. Ο Φώτης λάτρευε να διαβάζει από το τετράδιο με εμένα να του κάνω στοματικό, κι εγώ είχα ανακαλύψει ότι μου άρεσε—δηλαδή τι μου άρεσε, το λάτρευα—να με χρησιμοποιεί με αυτόν τον τρόπο.

«Που είσαι γιαγιά να θαυμάσεις την εγγονή σου,» σκεφτόμουν καμιά φορά γονατισμένη και με το στόμα γεμάτο, ενώ ο Φώτης με το ένα χέρι κρατούσε το τετράδιο και με το άλλο μου έδινε ρυθμό. Και όσο περισσότερο ντρεπόμουν, τόσο περισσότερο ερεθιζόμουν και όσο περισσότερο ερεθιζόμουν τόσο περισσότερο ντρεπόμουν.

Ήταν ένας φαύλος κύκλος τον οποίο ΔΕΝ ήθελα να σπάσω, ο Φώτης είχε βγάλει στην επιφάνεια μια Ζωή που δεν ήξερα ότι υπάρχει. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ελεύθερο και προχώ, αλλά ο Φώτης, αν και όχι ακριβώς ηδονιστής λιμπερτίνος, μου είχε κατά κάποιο τρόπο δείξει ότι δεν ήμουν τόσο απελευθερωμένη όσο ήθελα τον εαυτό μου να πιστεύει ότι είναι.

Το είχα ξεχάσει τελείως αυτό το τετράδιο. Τελείως.

«Ζωή;» τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο, χαμένη στις σκέψεις μου δεν άκουσα τι μου είπε.

«Σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες,» του είπα. Πήρα βαθιά ανάσα. «Αλλά διαφωνώ ότι η ιστορία της Ζ δεν σου ανήκει.»

«Δεν… δεν μπορώ να την κρατήσω, νιώθω άσχημα,» μου είπε. «Και… και δε θέλω να το καταστρέψω. Αλλά δεν μπορώ να το κρατήσω.»

«Εντάξει,» του είπα, δεν είχε νόημα το αφήσω να τραβήξει περισσότερο.

«Θα… θα στο στείλω σπίτι σου με courier, απλά ήθελα να στο πω.»

«Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ.»

«Αυτό… αυτό ήθελα να σου πω,» μου είπε.

Ανταλλάξαμε τις τυπικές ευχές «να είσαι καλά και τα ρέστα» και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Tell me about the law of unforeseen consequences…

Προσπάθησα να χωθώ και πάλι στο σχεδόν καυτό νερό αλλά δε με χώραγε ο τόπος. Ήθελα να χωθώ από κάτω μέχρι να σκάσω. Ήθελα να βγω έξω, να καβαλήσω τη μηχανή και να φτάσω μέχρι Θεσσαλονίκη, που λέει ο λόγος.

Duh, ΟΧΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ!

Δεν ήξερα κι εγώ τι ήθελα, ένιωθα σαν τον Συνταγματάρχη Kurtz στη σκηνή όπου βλέπει τα κομμένα παιδικά χέρια, μόνο που η δική μου φρίκη ήταν τελείως διαφορετική και καθόλου crystalline.

Και ας έκοβε σα διαμάντι.

Ηρέμισε!

Μπορεί να μην ήταν ακριβώς κρίση πανικού, σαν αυτό που έπιανε καμιά φορά την Ελένη, αλλά ο τρόπος με τον οποίον είχαμε μάθει να το αντιμετωπίζουμε ήταν πάνω-κάτω ο ίδιος. Εισπνοή τέσσερα δευτερόλεπτα. Κράτημα για δύο δευτερόλεπτα, αργή εκπνοή σε έξι δευτερόλεπτα. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά…

Γιατί είχα ταραχτεί τόσο πολύ;

Αυτό ήταν μου με είχε τρομάξει περισσότερο, παρά η υπενθύμιση του τετραδίου την ύπαρξη του οποίου μέχρι πριν λίγη ώρα είχα ξεχάσει.

Γιατί ρωτάς αφού την ξέρεις την απάντηση;

Γιατί η ιστορία της Ζ ήταν ό,τι πιο προσωπικό είχα δώσει σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Ούτε οι γυμνές φωτογραφίες, ούτε τα βίντεο, ούτε τίποτα. Χίλιες φορές να έβλεπε κάποιος ένα από τα βίντεο με εμένα στα τέσσερα και το Φώτη να με παίρνει από πίσω, παρά να διάβασε την ίδια σκηνή μέσα στο τετράδιο.

Το βίντεο ήταν βίντεο… κινούμενη εικόνα. Το τετράδιο… το τετράδιο ήταν ζωντανό. Ήμουν… ήμουν εγώ που περιέγραφε αναλυτικά πως βίωνα εκείνες τις στιγμές, πώς με έκανε να νιώθω το τράβηγμα από τα μαλλιά—και τα είχα αφήσει μακριά επειδή μου το είχε ζητήσει ο Φώτης, και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Πως με έκαναν να νιώθω τα απαλά—και πολλές φορές όχι απαλά—χαστούκια στα μεριά μου.

Πώς βίωνα μέσα μου αυτή την παράδοση. Πώς φώναζα σαν ξαναμμένη σκύλα… πως γονάτιζα υπάκουα μπροστά του…

Καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να αποτυπώσει το συναίσθημα.

Βγήκα από το μπάνιο, σκουπίστηκα προσεκτικά, και φόρεσα και πάλι το εσώρουχο και από πάνω μια μακριά μπλούζα. Πήγα σα ρομπότ στο σαλόνι, και ανέβηκα πάνω στον καναπέ αγκαλιάζοντας τα γόνατά μου, προσπαθώντας να αδειάσω το μυαλό μου.

Τα τερατάκια μου, λες και καταλάβαιναν την ταραχή μου, ανέβηκαν πάνω μου απαιτώντας την προσοχή μου. Η Bella έκανε ένα σάλτο και προσπάθησε να χωθεί ανάμεσα στα γόνατά μου και το στέρνο μου. Θέλοντας και μη, κατέβασα τα πόδια μου, και εκεί ο Dusty βρήκε την ευκαιρία να με πάει ξανά σε second base, κάνοντάς μου πατουσάκια στο στήθος.

Ο Jonesy από την άλλη αποφάσισε ότι τα δάχτυλα του ποδιού μου είχαν περισσότερο ενδιαφέρον—άλλος Μίλτος μας βρήκε. Κούνησα το μεγάλο δάχτυλο και χαχάνισα καθώς το παρακολουθούσε σαν υπνωτισμένος.

«ΜΗ ΔΑΓΚΩΝΕΙΣ ΒΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!» φώναξα ξαφνιασμένη και τράβηξα το πόδι μου. Ο φουκαράς τρόμαξε και έκανε ένα επιτόπιο άλμα προς τα πίσω, και μετά με κοίταξε καχύποπτα.

«DUSTY, ΟΧΙ ΝΥΧΙΑ!»

Μόνο η Bella καθόταν σχετικά φρόνιμη, έχοντας κάνει βαρελάκι για να την χαϊδέψω στην κοιλιά, και κάνοντας ζογκλερικά για να τρίψει το κεφάλι της στο χέρι που προσπαθούσε να τη χαϊδέψει.

DUSTY!!!!!”

Ζ’μπούτσα’τ.

Ξεβολεύοντας τις εντόνως διαμαρτυρόμενες γάτες μου, σηκώθηκα από τον καναπέ και πήγα μέσα να φέρω το τηλέφωνο, και φυσικά πήρα την Ελένη.

Απάντα! Απάντα! Απάντα ΓΤΧΜ!

«Έλα ρε μωρή!» άκουσα τη λατρεμένη φωνή στο τηλέφωνο και η καρδιά μου επέστρεψε στη θέση της. «Θα με αφήσεις να κάνω κανένα μπάνιο, έχω και έξοδο!»

«Μαλάκα με πήρε τηλέφωνο ο Φώτης,» της είπα, και η Ελένη νιώθοντας την ταραχή μου σταμάτησε τους θεατρινισμούς.

«Οκ, σ’ ακούω,» μου είπε απλά.

«Επιστρέφει Θεσσαλονίκη,» της είπα.

«Και πήρε τηλέφωνο για να στο πει;»

«Όχι…» της είπα στενάζοντας. «Πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι… ότι βρήκε το τετράδιο…»

Δεν ρώτησε ποιο τετράδιο, ήξερε ακριβώς σε ποιο τετράδιο αναφερόμουν.

«Και;»

«Λέει ότι δεν μπορεί να το κρατήσει και ότι θα μου το στείλει με courier

Ό,τι ήταν να μου πει για το Φώτη, η Ελένη το είχε κάνει όταν της είχα πει την απόφασή μου ότι θα τον χωρίσω.

Ήξερε τι σήμαινε ο Φώτης για μένα, ήξερε τι άνθρωπος ήταν.

Αλλά εγώ πνιγόμουν… πνιγόμουν.

«Ελπίζω να μην το μετανιώσεις.»

«Πώς είσαι;» με ρώτησε χωρίς περιστροφές.

«Ένας ντουβρουτζάς μου ήρθε,» της εξομολογήθηκα. «Άνοιξε βίαια το κουτάκι των αναμνήσεων…»

Yup,” μου απάντησε μονολεκτικά.

«Δεν το μετάνιωσα, Ελένη,» της είπα και μετά η φωνή μου χαμήλωσε. «Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μου είχε λείψει…»

Γιατί αυτή ήταν η γυμνή αλήθεια, ποιο γυμνή και από τις εικόνες που περιέγραφα στο τετράδιο. Μου είχε λείψει και ο Φώτης, και η Ζωή με το Φώτη. Ένιωθα… ένιωθα όπως πριν πέντε χρόνια που είχα κόψει το κάπνισμα. Το είχα κάνει για το καλό μου, προφανώς, αλλά ακόμα και πέντε χρόνια αργότερα, πόσες και πόσες φορές δεν έχω πιάσει τον εαυτό μου να λαχταράει για μια τζούρα, για αυτό το υπέροχο κάψιμο στο λαιμό;

Και ο Φώτης μου είχε λείψει, και αυτά που είχα ζήσει μαζί του μου είχαν λείψει. Το ότι ήταν η σωστή επιλογή δε σημαίνει ότι ήταν κι εύκολη, ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που είχα πάρει σε όλα τα εικοσιεπτά χρόνια που είμαι πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

«Θέλεις να περάσω από εκεί;» με ρώτησε ανήσυχη.

«Όχι Λενιώ μου,» της είπα. «Απλά… απλά αν δε στα έλεγα θα έσκαγα.»

«Σίγουρα;» με ρώτησε και πάλι.

«Ναι, σίγουρα,» τη διαβεβαίωσα.

Κλείσαμε το τηλέφωνο και δεν άντεξα, έβαλα μουσική.

Empty spaces, what are we living for?
Abandoned places, I guess we know the score
On and on…

One way or another, the show must go on.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, βυθισμένη στις σκέψεις μου είχα χάσει και πάλι την αίσθηση του χρόνου. Ένας ήχος κλήσης με είχε ρίξει στο spiral που βρισκόμουν, ένας ήχος κλήσης με επανέφερε στο τώρα.

Ήταν ο Σαράντης.

Το είχα μάθει από έφηβη, και εφτά χρόνια στη λιανική, όταν έπρεπε να φορέσω το χαμόγελο, όταν έπρεπε να είμαι ήρεμη προσπαθώντας να ηρεμίσω τον εξαγριωμένο πελάτη, με είχαν κάνει αρτίστα.

«Καλησπέρατου είπα χαμογελαστή.

“Fake it until you make it.”

«Καλησπέρα σουσουράδα, τι κάνεις;»

«Η σουσουράδα σου έχει περάσει και καλύτερες μέρες,» του απάντησα. Δεν ήθελα να του πω ούτε καν το απλό αθώο white lie του «καλά ήμαστε και το αυτόν επιθυμώ και δι’ υμάς,» αλλά ούτε ήθελα και να επεκταθώ.

Βέβαια και το lie by omission, υπάρχει λόγος που λέγεται “lie,” αλλά αυτή τη στιγμή είχα σοβαρότερα θέματα να λύσω.

«Κούραση, ε;» μου είπε παίρνοντάς το τελείως αλλιώς.

«Είναι από αυτές τις μέρες,» του απάντησα, τονίζοντας το «αυτές.»

«Ναι…» μου είπε. “I can relate to that.” Δίστασε για λίγο. “The woods are lovely, dark and deep…” ξεκίνησε να μου απαγγέλει. “But I have promises to keep… and miles to go before I sleep… and miles to go before I sleep.” Έκανε παύση μερικών δευτερολέπτων. “Robert Frost, Stopping by Woods on a Snowy Evening. Πάντα…»

Σταμάτησε.

«Συνέχισε σε παρακαλώ,» του είπα. Ήθελα να το ακούσω, είχα ανάγκη να το ακούσω.

«Καμιά φορά που τα πράγματα ήταν δύσκολα… ξέρεις…» μου είπε και σταμάτησε και πάλι. «Καμιά φορά… ήθελα να σταματήσω. Να σταματήσω, να μην κάνω τίποτα.»

Σταμάτησε για λίγο σα να προσπαθούσε να βρεις τις λέξεις.

«Όταν με έπιαναν τέτοιες μαυρίλες, όταν ήθελα να τα παρατήσω όλα και… απλά έλεγα αυτούς τους στίχους ξανά και ξανά και ξανά. “But I have promises to keep, and miles to go before I sleep, and miles to go before I sleep.”

“Fake it until you make it?”

«Κάπως έτσι, αλλά όχι ακριβώς. Πιο πολύ… κάνε ένα βήμα… και μετά το επόμενο… και μετά το επόμενο… μέχρι που αρχίζεις και πάλι να περπατάς.»

Ναι, αν συνεχίζαμε έτσι, αργά ή γρήγορα θα φτάναμε στο «έχεις κάτι, θέλεις να μου πεις;» και εκείνη την ώρα δεν ήθελα να μπω σε αυτή την κουβέντα. Αν προχωρούσε η σχέση μας, αργά ή γρήγορα θα τα μάθαινε, αλλά προς το παρόν δεν ήταν συζήτηση που θα ήθελα να κάνω με το Σαράντη.

On the bright side, αύριο έχει κινέζο!» του είπα.

«Έλληνας είναι αλλά στο υπόσχομαι, δε θα το καταλάβεις από τη μαγειρική του,» μου απάντησε ρίχνοντάς τον στο χαβαλέ, και κάπως καταφέρνοντας να με συμπαρασύρει.

Youre upping the ante, Mr!” του είπα χαχανίζοντας ελαφρά.

I always deliver, Madame,” μου απάντησε στον ίδιο ακριβώς τόνο.

Και κάπως έτσι, κουβέντα στην κουβέντα, πείραγμα στο πείραγμα, όταν με το καλό κλείσαμε ένιωθα πολύ καλύτερα.

Θέλοντας να φτιάξω ακόμα περισσότερο τη διάθεσή μου, αλλά μη θέλοντας να δω τη δεύτερη σαιζόν του Kominsky Method χωρίς την Ελένη, άνοιξα το Netflix και συνέχισα στο Young Sheldon από εκεί που το είχα αφήσει την τελευταία φορά με το Μίλτο.

Netflix and chill, έστω και solo.

Ξύπνησα κάποια στιγμή κατά τις δύο, περικυκλωμένη από τις γάτες μου—δύο στο πλάι, μία πάνω μου—και με το Netflix να παίζει για το γάμο του καραγκιόζη. Μου γκρίνιαξαν όταν σηκώθηκα καθώς τις ξεβόλεψα, αλλά αγνόησα τις διαμαρτυρίες τους και πήγα σούρνοντας ως το κρεββάτι. Μέχρι να βάλω το ξυπνητήρι στις εννιά για να προλάβω το… ρεκτιφιέ, καθώς έπιανα δουλειά στις δώδεκα, είχαν έρθει και οι τριχωτές μου σόμπες, είχαν χωθεί και οι τρεις κάτω από το πάπλωμα και με περίμεναν. Με τα… μοτέρ τους να δουλεύουν υπερωρίες σα νανούρισμα, έπεσε ο γενικός χωρίς να το καταλάβω.

Το πρωί, με το που ξύπνησα, και αφού έβαλα τα τερατάκια μου να φάνε, κατέβηκα να πάρω καφέ από την καφετέρια. Μετά αφιέρωσα τις δύο από τις τρεις ώρες που μου έμεναν ελεύθερες στο να ετοιμαστώ για το βράδυ — γιατί αλλιώς, με το ωράριο που έχω, ούτε για eyeliner δεν θα προλάβαινα.

Ξύρισμα ξανά (παρότι είχα κάνει το προηγούμενο Σάββατο και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο, αλλά τέλος πάντων), απολέπιση, μάσκα προσώπου (τη χρειαζόμουν!), μάσκα μαλλιών (δεν τη χρειαζόμουν ιδιαίτερα, but still), και όλη εκείνη τη φροντίδα που πρέπει να γίνει πρωί για να “κάτσει” μέχρι το βράδυ: ενυδάτωση, λίγο serum για να μην γυαλίζω σαν φρεσκολαδωμένη τυρόπιτα, φρύδια στο περίπου (όχι τίποτα extreme), και μαλλιά στεγνωμένα και φορμαρισμένα έτσι ώστε το βράδυ να θέλουν μόνο ένα πέρασμα με τη βούρτσα.

Και φυσικά μανικιούρ/πεντικιούρ γιατί το προηγούμενο Σάββατο βαριόμουν και σήμερα—που δεν είχα χρόνο ούτε για ζήτω—πλήρωνα τις ολέθριες συνέπειες της οκνηρίας μου.

Και φυσικά με τις απαραίτητες διακοπές, της Ελένης για να ρωτήσει πώς είμαι, του Σαράντη, που τον είχε πιάσει πρωινή μαλακία—με την καλή έννοια—και μου έστελνε αστεία βίντεο, και με τη μητέρα μου, που πήρε να μου γκρινιάξει γιατί της είχα τάξει ότι θα την πάρω να με κράξει με την ησυχία της, και σιγά που θα το έκανα.

«Μαμά, προσπαθώ να ετοιμαστώ για να πάω στη δουλειά, μπορείς να συγκρατηθείς και να μου τα σούρεις άλλη ώρα;»

«Καλά, θα σε πάρω το βράδυ!» με διαβεβαίωσε.

«Να μη με πάρεις το βράδυ, έχω έξοδο!» της είπα. «Θα πάω για κινέζικο!» συνέχισα, κάνοντας τον κινέζο, και δε ρώτησε περισσότερα γιατί πού να το πιάσει το υπονοούμενο;

Επόμενος στη σειρά ήταν ο Σαράντης. «Αν δε σταματήσεις να μου στέλνεις βίντεο δε θα προλάβω να ετοιμαστώ και θα σου έρθω γριά και άσχημη!»

«Πόσες φορές πρέπει να στο πω; ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΓΡΙΑ!» ήταν η απάντησή του.

«Με βρήκες μικρή και με κοροϊδεύεις!» του απάντησα.

“Είδες; Δεν είσαι γριά!” συνέχισε το δούλεμα.

«ΧΡΦΜ!» του έκανα και αυτή τη φορά αντί να μου στείλει το Yosemite Sam, μου έκανε… αφιέρωση.

Πάτησα το link που μου είχε στείλει… and I got rickrolled.

Κατάλαβες το κωλόπαιδο; Ή έστω, το κωλό-παραγινωμένο-αγόρι;

Είχε πάει έντεκα όταν τέλειωσα με τη σωματική περιποίηση και είχα ακριβώς σαράντα λεπτά για να αποφασίσω τι θα φορέσω.

(Προφανώς κάτι που να βγαίνει σχετικά εύκολα αλλά όχι και τελείως εύκολα, αν με αντιλαμβάνεστε.)

Ναι τον ήθελα, αλλά δε θα του πήγαινα και με φιόγκο, έτοιμη για χρήση.

(Yup, the irony of it…Sigh…)

«Ρε μωρή, πώς σου φαίνομαι;» έστειλα selfie στην Ελένη φορώντας στα πρόχειρα το φόρεμα που σκόπευα να βάλω το βράδυ.

«Να βάλεις το μωβ!» μου απάντησε.

«Μωρή δε θέλω να φωνάζει ‘ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ’» της απάντησα. Κατάλαβα ποιο εννοούσε, είχα ένα μωβ midi φόρεμα με halter λαιμόκοψη το οποίο δεν άφηνε και ιδιαίτερα περιθώρια στη φαντασία.

«Αφού για να το βγάλεις θα το βάλεις ρε μωρή» μου απάντησε.

«Να το βγάλω, ναι, αλλά μην το κάνουμε και Γερμανία-Δανία στο δεύτερο παγκόσμιο!» της απάντησα.

«Κατάλαβα. Το μωβ να βάλεις!» μου απάντησε.

Άλλη φορά το μωβ, αποφάσισα μέσα μου. Γδύθηκα στα γρήγορα και ντύθηκα για τη δουλειά, αποχαιρέτισα και τα τρία μου γατιά λες και θα πήγαινα στο μέτωπο, και κατέβηκα για να πάω στη δουλειά.

Είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά το Σάββατο να έχει τον ατελείωτο, και εννοείται ότι δεν διαψεύστηκα. Για Σάββατο δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση, με αποτέλεσμα την περισσότερη ώρα να βαράω μύγες. Βέβαια από την άλλη αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να ανταλλάζω μηνύματα με Σαράντη και Ελένη, και η γλυκούλα μου κάποια στιγμή το απόγευμα πέρασε από το μαγαζί και μου έφερε και καφέ και κρουασάν σοκολάτα.

«Αν δε μου βγει ο Σαράντης ίσα που κλεβόμαστε, σαν τους δικούς μου, και πάμε Ολλανδία να ζήσουμε τον έρωτά μας!» της είπα μασουλώντας το κρουασάν.

«Μη το πάρεις στραβά αλλά δεν είσαι του γούστου μου, και στο λέω μετά λόγου γνώσης!» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

Και φυσικά της έκανα σκηνή όταν έκανε να φύγει «ΜΗ ΦΥΓΕΙΣ ΝΤΟΡΗ ΜΟΥ, ΘΑ ΦΑΡΜΑΚΩΘΩ!» και αφού μου ευχήθηκε καλό βόλι και καλά σαράντα (pun intended) με άφησε και πήγε για φρέσκα.

Άλλο απρόοπτο δε συνέβη, και με το που πήγε οχτώ και κλείσαμε, μην την είδατε, μην την απαντήσατε. Γύρισα σπίτι, έβαλα στα τριχωτά καθάρματα να φάνε, και χώθηκα στο ντουζ. Ο Φώτης (αλλά και ο Μίλτος) με έλεγαν Hell Spawn, που δηλαδή να είχαν κάνει ποτέ μπάνιο με την Ελένη, που θέλει ακόμα πιο ζεστό νερό. Εμφανώς πιο αναζωογονημένη, ντύθηκα, έβαλα κραγιόν και ελαφρύ make-up, και φύγαμε για τελικό.

Και όχι τίποτε άλλο, στη βιασύνη μου παραλίγο να ξεχάσω να ψεκαστώ για δάκο και μουχρίτσα, και όχι τίποτε άλλο, το πανάκριβο άρωμα μου είχε κοστίσει το άλλο μου νεφρό (καθώς το πρώτο είχε πάει για την custom υποστήριξη πλάτης που είχα αγοράσει ειδικά για την Ελένη)

Κοιτάχτηκα τελευταία φορά στον καθρέφτη και κατέβηκα στη μηχανή. Αυτή τη φορά δεν ήθελα να πληρώσω κερατιάτικα στην Αττική οδό, οπότε βγήκα στη μαγευτική Κηφισίας. Έκανα μια σύντομη στάση στο Στεργίου για να πάρω γλυκά, και μετά πήρα το δρόμο για το Νέο Ηράκλειο.

Και στις 21:30, Αγγλίδα—ή έστω Λαρ’σαία με βορειοιρλανδικό αίμα στις φλέβες μου—στο ραντεβού μου, ήμουν κάτω από το σπίτι του Σαράντη. Όπως μου είχε δώσει οδηγίες, έβαλα το μηχανή στην πυλωτή, δίπλα από το δικό του, έβαλα το συναγερμό και χτύπησα το κουδούνι “Dr. Sarantis Alatsianos (PhD)”

Και φυσικά και μου έκανε χαβαλέ.

Password please!”

«Έχω γαλακτομπούρεκο απ’ το Στεργίου,» του απάντησα.

Χαχάνισα μόνη μου καθώς αντί απάντησης άκουσα το βουητό της πόρτας. Ξαναχτύπησα το κουδούνι, γιατί σιγά που θα τον άφηνα έτσι.

«Σου άνοιξα, είναι ακόμα κλειδωμένα;» με ρώτησε από την ενδοσυνεννόηση.

«Δε ρώτησες το παρασύνθημα!» του απάντησα.

«Ανέβα βρε βάσανο!»

Χαμογελώντας ακόμα σαν το χαζό μπήκα μέσα και ανέβηκα στο διαμέρισμά του. Με περίμενε στην είσοδο με την πόρτα ανοιχτή. «Καλώς τη μου,» μου είπε και με το που πέρασα την πόρτα—και πριν προλάβω καν να πω «καλώς σε βρήκα»—την έκλεισε, και με άρπαξε στην αγκαλιά του και ένιωσα και πάλι ότι θα χυθώ.

«Αυτό, ήταν το παρασύνθημα!» μου έκανε.

Του έδωσα το κουτί με το γαλακτομπούρεκο και του έκανα και ένα τρυφερό ping στη μύτη, και φυσικά έκανε ότι πήγε να μου δαγκώσει και πάλι το χέρι. Έβγαλα το μπουφάν μου και, αγοράκι είναι, το μάτι του πήγε στο μπούστο μου όταν έμεινα με το φόρεμα.

Τελικά είχα φορέσει το μωβ.

(Είναι να είσαι σκληρή και αποφασιστική καργιόλα. Αν και μεταξύ μας, ειδικά σήμερα, το τελευταίο πράγμα που ήθελα είναι να είμαι καργιόλα, και όποιος δεν ξέρει τη διαφορά πουτάνας με καργιόλα, κόβεται από το μάθημα.)

«Γκλουπ,» μου είπε, κοιτάζοντάς με ξανά από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Εντάξει, περάσαμε τις εξετάσεις, εγκρίνει, χαχάνισα από μέσα μου.

Πάντως του το αναγνωρίζω, όσο γρήγορα τον αποσυντόνισα με το μωβ φόρεμα, άλλο τόσο γρήγορα ανασυγκροτήθηκε. Και όταν περάσαμε στο σαλόνι, ήμουν εγώ που έμεινα να κοιτάζω σα χαζή.

Χαμηλή μουσική, acid jazz, στρωμένη τραπεζαρία, κεριά, και στη θέση που θα καθόμουν εγώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και ένα κουτάκι με περιτύλιγμα και φιόγκο. Και είχε και ξυλάκια, και μαχαιροπίρουνα, για την περίπτωση που δεν μπορούσα να φάω με ξυλάκια.

Με μια λέξη, υπερπαραγωγή.

«Καλέ τι έφτιαξες;» ήταν το μόνο πράγμα που βρήκα να τον ρωτήσω, είχα σκαλώσει τελείως.

«Τηγανητό ρύζι, με αυγό, γαρίδες και λαχανικά, Hot Pot με ποικιλία λαχανικών και κρεάτων και Hei Jiao Niu Liu, μοσχάρι με μαύρο πιπέρι ως κύριο πιάτο.»

Αυτό δεν ήταν «σου κάνω το τραπέζι,» ήταν ιδιωτικό Μισελέν πέντε αστέρων!

«Γκλουπ!» του έκανα με τη σειρά μου, αντιγράφοντάς τον στην ψύχρα.

«Και τώρα που αλληλογκλουπιαστήκαμε,» συνέχισε άνετα, «παρακαλώ περάστε στα ενδότερα!»

Όπως και στο Challet, μου τράβηξε την καρέκλα για να κάτσω, αλλά αυτή τη φορά, αναγκαστικά, κάθισε απέναντι. Εγώ πάλι είχα σκαλώσει στο κουτάκι με το φιόγκο.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα, δεν κρατήθηκα τελικά.

«Άνοιξέ το και θα δεις.»


 

7. An die Freude

Τον κοίταξα στα μάτια προσπαθώντας απελπισμένα να διαβάσω κάποια μικροέκφραση και ανταπέδωσε το βλέμμα μου.

Αν παίξω πόκερ μαζί του με βλέπω ξεβράκωτη στο πρώτο φύλλο, αποφάσισα μέσα μου.

Πήρα το κουτάκι και το ξετύλιξα προσεκτικά. Το άνοιξα και έμεινα να το κοιτάω σα μαλάκας. Ο Σαράντης έβαλε τα γέλια. Ήταν ένα φιγουρίνι σε μπρελόκ. Ντυμένος στα πράσινα, με πράσινο-κίτρινο καπέλο πάνω στο οποίο είχε ένα τριφύλλι, με τις γροθιές σηκωμένες.

“Fighting Irish,” μου εξήγησε. “For my fiery girlfriend!”

DAMN, HE IS GOOD!

Ήθελα να του πω κάτι έξυπνο, κάτι παιχνιδιάρικο, αλλά η μιλιά μου μας είχε αφήσει χρόνους.

Are you real?” ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω.

Funny thing,” μου είπε απαντώντας μου αγγλικά. “Looking at you, I was wondering just the same.”

Damn, youre good!” του είπα εξωτερικεύοντας αυτό που σκεφτόμουν εδώ και λίγη ώρα.

“Courting is a form of seduction,” συνέχισε στα αγγλικά. “And I’m guilty as charged!”

Courting? Ποιος χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις;

«Προσπαθείς να με αποπλανήσεις, άθλιε;» προσπάθησα να αστειευτώ, και η ψυχούλα μου το ήξερε, ένιωθα τα πόδια μου να έχουν γίνει ζελές.

«Λιγάκι…» μου απάντησε ειλικρινά. «Όχι πουλώντας σου παραμύθι… αλλά παρουσιάζοντας μια… ας πούμε εξιδανικευμένη πλευρά μου.»

«Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής,» του απάντησα και αμέσως το μετάνιωσα καθώς ακούστηκε πολύ χειρότερο από αυτό που εννοούσα. «Συγνώμη,» του είπα βιαστικά. «Δεν το εννοούσα έτσι…»

Δε μίλησε αλλά το είδα ξεκάθαρα. Τα μάτια του έλαμπαν και το πρόσωπό του συσπάστηκε ελαφρά προσπαθώντας να μη γελάσει.

«Διασκεδάζουμε;» τον ρώτησα κοιτάζοντάς τον τάχα μου με μισό μάτι.

«Οι μισοί… αφάνταστα!» μου είπε με χαμογελώντας. «Οι άλλοι μισοί… σκέφτονται να μου φέρουν το Hot Pot κολάρο, αν τους διαβάζω σωστά.»

Στα εικοσιεπτά χρόνια που βρίσκομαι σε αυτό τον πλανήτη, δεν έχει υπάρξει άνδρας που να με είχε κερδίσει τόσο ολοκληρωτικά, και ας ήθελα όντως εκείνη τη στιγμή να του φέρω το hot pot στο κεφάλι, και όχι γιατί ήμουν νευριασμένη μαζί του.

«Δεν τρώγεσαι με τίποτα!» του είπα γελώντας.

“True! You could say that three dishes is an overcompensation! Again, guilty as charged.” μου είπε στα αγγλικά, κλείνοντάς μου ακόμα μια φορά παιχνιδιάρικα το μάτι.

Και κάπου εκεί επέστρεψα, τρόπο τινά, στο σώμα μου. «Θα σε δείρω αργότερα!» του δήλωσα. «Νηστικό αρκούδι δε χορεύει!»

«Θα με δείρεις, κιόλας;» μου είχε χαχανίζοντας.

«Και θα σε δείρω,» του απάντησα κλείνοντάς του πονηρά το μάτι, και προς στιγμή τα έχασε, γιατί φυσικά και το έπιασε το υπονοούμενο. Δεν τον άφησα να ανακάμψει, πήρα τα ξυλάκια—γιατί εννοείται ότι ξέρω να τρώω με ξυλάκια—και του σέρβιρα στο πιάτο του, και μετά σέρβιρα κι εμένα.

«Ευχαριστώ!» μου είπε καταφέρνοντας να ανακάμψει και μετά χτύπησε το μέτωπό του. «Αμάν, κρασί δεν έφερα!»

«ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ!» συνέχισα το δούλεμα.

Ο Σαράντης ξαφνικά σοβάρεψε και εκεί τα έχασα και πάνω που ήμουν έτοιμη να του ζητήσω γονυπετής συγνώμη—ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΩ—το κάθαρμα μου έκανε ένα ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ όλο δικό μου.

«Νια νια νια νια νια!» συνέχισε, λες και ήταν παιδάκι, και εγώ να είμαι μεταξύ της απέραντης ανακούφισης, του να πάρω τα ξυλάκια και να του τα βάλω εκεί που δεν φωτίζει ο ήλιος και να του φέρω το hot pot κολάρο, και μετά να του κάνω μάκια να περάσει.

Έφερε το κρασί και γέμισε τα ποτήρια μας.

«Στην υγειά μας,» μου έκανε.

«Στην υγειά μας,» του απάντησα, «αλλά αν με ξανατρομάξεις έτσι, σε βλέπω στα επείγοντα, μιλημένα ξηγημένα!» του δήλωσα.

«Μόνο και μόνο για το βλέμμα σου,» μου είπε, “totally worth it!”

«ΧΡΜΦ!» του έκανα θεατρικά.

Thats my girl!” μου απάντησε.

Your girl,” του ανταπάντησα με λάγνα, ψιθυριστή φωνή, κάνοντάς τον να ανοιγοκλείσει το στόμα του σαν βατράχι για μερικές στιγμές. “As my boyfriend says,” συνέχισα στον ίδιο τόνο, “courting is a form from seduction.” Τον κοίταξα στα μάτια. “And it takes two to tango…”

Όχι, παίζουμε!

«Χορός αργότερα,» μου είπε επανακάμπτοντας.

Ο έρωτας περνάει από το στομάχι, λένε, και είχα που είχα κρασάρει για τα καλά μαζί του, ήρθε το φαγητό και με αποτελείωσε. Δεν ήταν απλά ότι είχε φτιάξει υπερπαραγωγή, δεν ήταν απλά ότι ήταν απίστευτα νόστιμο, ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχε ταιριάξει τις γεύσεις μεταξύ τους, και πώς όλα αυτά έδεναν με το κρασί που είχε επιλέξει.

Και το λέω εγώ που δεν είμαι ιδιαίτερα φαν του κρασιού, αλλά για πότε άδειασα το πρώτο ποτήρι και μου γέμισε το δεύτερο, ούτε που το κατάλαβα. Δεν… δεν ξέρω πως να το πω, ταίριαζε σα δροσερό νερό σε διψασμένο, λες και η γεύση του ταίριαζε ακριβώς με το πόσο πικάντικο ήταν το φαγητό.

Όταν τελειώσαμε το φαγητό, τον βοήθησα να μαζέψουμε το τραπέζι, δηλαδή να πάμε τα πιάτα και τις κατσαρόλες μέσα.

«Άστα τώρα,» μου είπε παίρνοντας τα πιάτα και βάζοντάς τα στο νεροχύτη.

Δεν επέμεινα, και έτσι γυρίσαμε στο σαλόνι. Χωρίς πολλά=πολλά έβγαλα τα μποτάκια μου και κάθισα με μαζεμένα τα πόδια στον καναπέ ενώ ο Σαράντης έφερε την κανάτα με τη σαγκρία και τα φρούτα.

Μου γέμισε το ποτήρι, τσουγκρίσαμε και πάλι και ήπιαμε μια γουλιά απ’ το γλυκό κρασί. Ένιωσα το σώμα μου να μυρμηγκιάζει από την προσμονή, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή ήταν πόσο θα ήθελα να νιώσω το βάρος του κορμιού του πάνω μου.

Εκείνος, απ’ την άλλη, είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του.

«Χορεύουμε;» μου είπε.

Τον κοίταξα για μερικές στιγμές—η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκα, δεν το περίμενα κάτι τέτοιο—αλλά το ασυνείδητο είχε πάρει τον έλεγχο, και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να του γνέφω καταφατικά. Μου έδωσε το χέρι του, και το πήρα, και με βοήθησε να σηκωθώ και να σταθώ όρθια.

Αν και είμαι ψηλή για γυναίκα, 1,79, όταν με πήρε αγκαλιά σήκωσα ελαφρά το κεφάλι μου για να τον βλέπω. Ναι, πρέπει να ήταν κοντά στο 1,90, ίσως και λίγο πιο πάνω. Ο Σαράντης έκανε ένα κλικ με το τηλεκοντρόλ, το πέταξε στον καναπέ και με έπιασε από τη μέση ενώ εγώ σταύρωσα τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του και η μουσική άρχισε να παίζει.

Well, he walked up to me and he asked me if I wanted to dance
He looked kind of nice, and so I said I might take a chance
When he danced, he held me tight
αnd when he walked me home that night
All the stars were shining bright, and then he kissed me

Και εκεί με φίλησε, because of course he did.

Ο Σαράντης όπως είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ήταν από τους άνδρες που δεν άφηναν τίποτα στην τύχη τους, τίποτα απολύτως. Παρά το χαβαλέ του, παρά τα πειράγματά του, η αποψινή βραδιά ήταν χορογραφημένη στην παραμικρή της λεπτομέρεια.

Courting is a form of seduction,” μου είχε πει, αλλά ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να με αποπλανήσει, δεν ήταν από αυτούς που θα αρκούνταν να τους ανοίξω τα πόδια μου στο τέλος της βραδιάς.

Tonight, you're mine, completely.
You give your love so sweetly.
Tonight, the light of love is in your eyes,
But will you love me tomorrow?

«Μίλα μου για σένα,» μου είπε, και ομολογώ ότι σκάλωσα και πάλι.

«Τι θες να σου πω;»

«Ό,τι θες! Μια αστεία ιστορία! Κάτι που σε άγγιξε. Ό,τι σου έρθει στο μυαλό.»

Is this a lasting treasure
Or just a moment's pleasure?
Can I believe the magic of your sighs?
Will you still love me tomorrow?

«Έχεις δει την Αθάνατη Αγαπημένη

«Ναι,» μου απάντησε.

«Στη σκηνή με το Ode to Joy, εκεί που ο μικρός Μπετόβεν τρέχει μέσα στη νύχτα και βουτάει στη λίμνη…» Έκανα μια μικρή παύση. «…έβαλα τα κλάματα.»

Άλλη μια σύντομη παύση και άρχισα να του απαγγέλω στα γερμανικά.

«Freude, schöner Götterfunken, Tochter aus Elysium, wir betreten feuertrunken, Himmlische, dein Heiligtum.»

«Μιλάς γερμανικά;» με ρώτησε, μάλλον απορημένος.

«Ja, ich spreche Deutsch. Mein Großvater hat gegen sie gekämpft, ich habe ihre Sprache gelernt,» του απάντησα και πάλι στα Γερμανικά, εξηγώντας ότι ναι, μιλάω γερμανικά και πως ο παππούς μου τους πολέμησε ενώ εγώ έμαθα τη γλώσσα τους.

«Das boot» μου απάντησε και σταμάτησα το χορό και τον κοίταξα με απορία. «Πέραν του να μετράω ως το δέκα, είναι οι μόνες γερμανικές λέξεις που ξέρω,» συμπλήρωσε και έβαλα τα γέλια.

«Το σημειώνω, όχι γερμανικά!» του είπα και συνεχίσαμε το χορό.

«Γιατί διάλεξες να μου πεις αυτό που μου είπες;»

«Γενικά δεν είμαι κλαψιάρα,» του εξήγησα. «Είχα δει το Η ζωή είναι ωραία, του Μπενίνι, με την Ελένη, τον Νικηφόρο, τον αδερφό της, και την Αγγελική, τότε κοπέλα του, νυν σύζυγό του. Στην τελευταία σκηνή είχαν βάλει και οι τρεις τα κλάματα του καλού καιρού, ενώ εμένα πέρασε και δεν ακούμπησε.»

«Κι εγώ είχα βάλει τα κλάματα,» μου εξομολογήθηκε. «Τον καθένα τον αγγίζουν διαφορετικά πράγματα…»

«Δεν ξέρω γιατί είχα βάλει τα κλάματα σε εκείνη τη σκηνή,» του εξομολογήθηκα. «Είχε ανοίξει η βρύση και δεν έλεγε να σταματήσει.»

Δεν μιλήσαμε για λίγη ώρα, συνεχίσαμε να χορεύουμε.

I'm going to pick that rose
And watch her as she grows in my garden

«Να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι;»

«Να με ρωτήσεις,» μου είπε απομακρύνοντας τρυφερά—για ακόμα μία φορά—το ατίθασο τσουλούφι που είχε το κακό συνήθειο να μου πέφτει στο μάτι και που αρνιόμουν πεισματικά να το κόψω.

«H playlist… είναι σε shuffle ή σε σειρά;»

Έβαλε τα γέλια. «Σε σειρά. Γιατί ρωτάς

«Πρώτα το Then he kissed meΜετά το ένα τραγούδι που λέει will you love me tomorrow… και τώρα αυτό!»

Spanish Harlem.”

Αντί απάντησης του έκανα ένα τρυφερό ping στη μύτη. «Μη νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω τι κάνεις…» συνέχισα πειρακτικά.

«Δεν προσπαθώ να σε αποπλανήσω, αν αυτό εννοείς,» μου είπε, χαμογελώντας μεν, αλλά πιο σοβαρός δε.

«Το ξέρω,» του απάντησα κοιτάζοντάς τον σταθερά στα μάτια. «Είμαι ακόμα εδώ, δεν είμαι;»

Έσκυψε και με φίλησε και του παραδόθηκα τελείως. Ούτε πως κατάλαβα πως βρεθήκαμε από τη μέση σου σαλονιού να είμαι με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, με τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου, κρατημένα σαν σε μέγγενη από το ένα του χέρι, ενώ το στόμα του ξεκόλλησε από το χείλη μου, και άρχισε να με φιλάει στο λαιμό και να μου δαγκώνει απαλά το σαγόνι.

Σταμάτησε, και μου άφησε ελεύθερο το χέρι. Το κατέβασα ίσα για να τον βοηθήσω να μου βγάλει το φόρεμα και να μείνω τελείως γυμνή από πάνω. Μετά αργά, και με άπειρη φροντίδα, μου κατέβασε το καλτσόν, και όταν έμεινα μόνο με το κάτω μου εσώρουχο, τον άρπαξα και σχεδόν πήδησα πάνω του, περνώντας τα πόδια μου γύρω από τη μέση του.

Κρατώντας με γερά, τα στόματά μας συναντήθηκαν και πάλι, και αυτή τη φορά το φιλί μας ήταν άγριο, παθιασμένο, οι γλώσσες μας λες και πάλευαν η μία με την άλλη.

Όχι… Όχι, δεν πάλευαν. Χόρευαν. Χόρευαν αυτό τον αρχέγονο χορό των εραστών, με τα κορμιά μας να καίνε, να έχουν πιάσει φωτιά. Ακόμα στην αγκαλιά του με πήγε στο κρεββάτι του και με άφησε κάτω απαλά. Δεν έκανα πέρα, δεν ήθελα να του κάνω χώρο, τον ήθελα πάνω μου. Τον ήθελα μέσα μου, να με κάνει δική του, να με πάρει με όποιο τρόπο επιθυμούσε. Το κορμί μου έτρεμε από προσμονή.

Ο Σαράντης όμως δε βιαζόταν. Πρώτα με το χέρι του, και έπειτα με το στόμα του, εξερεύνησε κάθε πιθαμή του κορμιού μου, κάνοντάς με να νομίζω ότι θα πάθω αυτανάφλεξη. Πρώτα τα στήθη μου, και με το χέρι του να κατεβαίνει πιο χαμηλά, και πιο χαμηλά…

Σχεδόν βόγκηξα από την προσμονή, όμως το χέρι του δεν πήγε εκεί που λαχταρούσα, άλλαξε δρόμο. Συνέχισε να με χαϊδεύει γύρω-γύρω, κάνοντάς με να τρέμω, κυριολεκτικά να τρέμω, και αυτό το αβάσταχτα γλυκό μαρτύριο δεν έλεγε να τελειώσει.

Ανασηκώθηκε και πάλι, με φίλησε, και μετά τραβήχτηκε, και με το στόμα του, πότε δαγκώνοντας απλά, πότε φιλώντας και πιπιλώντας κατέβηκε στα στήθη μου και όταν τα χείλη του αγκάλιασαν τη ρόγα του δεξιού μου στήθους, το χέρι του επιτέλους πήγε εκεί που λαχταρούσα, και το σώμα μου τεντώθηκε σαν τόξο.

«Σε θέλω!» του είπα ξεψυχισμένη. «Σε θέλω! Σε θέλω!»

Δεν με έκανε δική του, ήμουν ήδη δική του.

«Δε θέλω να φύγεις απόψε,» μου είπε με εμένα να έχω γείρει στην αγκαλιά του και να προσπαθώ να βρω τις ανάσες μου.

«Δεν φεύγω, δεν πάω πουθενά,» τον διαβεβαίωσα.

Και όπως βρήκα τις ανάσες μου, έτσι τις έχασα και πάλι.

Νιώθω να ανασαίνει τα μαλλιά μου, όπως με κρατάει σφιχτά, γλυκά, υπέροχα φυλακισμένη μέσα στην αγκαλιά του. Οι αναπνοές μας έχουν ηρεμίσει και πάλι. Η πραγματικότητα έχει αποκτήσει και πάλι μια ονειρική, σουρεαλιστική υφή. Στο μυαλό μου έρχονται εικόνες σαν flash. Το ιδρωμένο μέτωπό του. Τα μάτια του που έκλεισαν στην κορύφωσή του. Να τον νιώθω να δονείται μέσα μου.

Να είναι ξαπλωμένος από κάτω και εγώ να χορεύω τον πιο αρχαίο χορό του κόσμου, με τα χέρια του να σφίγγουν τα στήθη μου σαν αβάσταχτα ηδονική μέγγενη. Η λεκάνη μου να κινείται σαν μπαλαρίνα και να νιώθω πως με γεμίζει στην κάθε της κίνηση. Να με φέρνει να γείρω πάνω του και να παίρνει αυτός την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Δεν είμαι ιδιαίτερα φωνακλού ωστόσο ειδικά σήμερα δεν είμαι ιδιαίτερα σίγουρη πως δεν ακούστηκα, ειδικά τη δεύτερη φορά…

Στριφογύρισα προς το μέρος του και εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμό του για να με αφήσει. Τον έσπρωξα ελαφρά προς τα πίσω, θέλοντας να του δείξω ότι θέλει να ξαπλώσει, και όταν το έκανε ξάπλωσα μπρούμητα ακουμπώντας το σαγόνι μου στο ένα μου χέρι, ενώ το άλλο έκανε αφηρημένους κύκλους πάνω στο ιδρωμένο στέρνο του.

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε παρατηρώντας το βλέμμα μου.

«Ακούστηκα;» τον ρώτησα βρίσκοντας εκείνη τη στιγμή το κουράγιο.

«Λιγάκι,» μου έκανε χαχανίζοντας.

UGH!” έκανα με μια δόση θεατρικής απελπισίας και ξάπλωσα στο στρώμα προσπαθώντας να κρυφτώ μέσα στις παλάμες μου.

«Ζωή;»

«Αυτή τη στιγμή απουσιάζουμε. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο!»

«Με αποσυντονίζεις και θα έχουμε άλλα!»

Σήκωσα απότομα το κεφάλι μου και τον κοίταξα. «Ορίστε;» τον ρώτησα με απορία.

Αντί απάντησης μου έριξε μια απαλή σφαλιάρα στα μεριά, δείχνοντάς μου ακριβώς τι τον αποσυντόνιζε.

«ΚΑΛΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ!» του είπα, κουνώντας τον προκλητικά. «Να μάθεις να με κάνεις να… ακούγομαι!»

«Δεν ήθελες να σε κάνω να ακούγεσαι;» με ρώτησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρός.

UGH!!! I HATE YOU!” του είπα και έκανα εκ νέου τη στρουθοκάμηλο.

Ένιωσα το βάρος του πάνω μου και μ’ έπιασε ένας στιγμιαίος πανικός, καθότι δεν είχα κάνει την κατάλληλη προετοιμασία γι’ αυτό που νόμιζα ότι είχε στο μυαλό του.

Ναι, δεν είχε στο μυαλό του αυτό που φοβήθηκα προς στιγμή ότι είχε στο μυαλό του, και τα μυαλά μου και μια λίρα, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι ήθελα περισσότερο: αυτό που πραγματικά είχε στο μυαλό του ή αυτό που προς στιγμή φοβήθηκα ότι είχε… και ας έτσουζε Θανάση μου.

Ακόμα και χωρίς Θανάση που τσούζει ομολογώ ότι χρειάστηκα τη συν-δρομή του μαξιλαριού για να μην ακουστώ στα πέριξ, γιατί ομολογώ ότι κατά τα άλλα την άκουσα τελείως, ακόμα πιο έντονα από το round two.

Και όταν τελείωσε και εκείνος—για μένα δε μιλάμε, αφενός γιατί δαγκώσαμε το μαξιλάρι, και αφετέρου γιατί χάσαμε τη μπάλα, τ’ αυγά και τα πασχάλια—τραβήχτηκε προσεκτικά, και μου τράβηξε και μια αποχαιρετιστήρια για να μην ξεχνιόμαστε—as if!

Τον ένιωσα να ξαπλώνει δίπλα μου και γύρισα προς το μέρος του. «Να υποθέσω ότι συντονίστηκες;» τον ρώτησα, ρίχνοντάς τον και πάλι στο χαβαλέ.

«Τηρουμένων των αναλογιών…» μου απάντησε πετώντας το υπονοούμενο ότι στο βάθος του μυαλού του μάλλον είχε αυτό που στην αρχή φοβήθηκα ότι είχε και μετά ένιωσα στιγμιαία απογοήτευση όταν κατάλαβα ότι δεν είχε.

«Η αλεπού κοκοράκια ονειρεύεται!» συνέχισα το δούλεμα, και o Σαράντης το έριξε στην καντάδα κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.

“Dream on, dream on, dream on, dream until your dream come true!”

«Ομολογώ ότι είναι η πρώτη φορά που κάποιος κάνει καντάδα στον… στον απαυτό μου!» του απάντησα τελείως deadpan, και αυτή τη φορά ήταν ο Σαράντης που έβαλε τα γέλια.

«Η καντάδα αδικεί τα οπίσθιά σου,» μου είπε σοβαρός-σοβαρός. «Αυτό που αρμόζει στην επική τους μεγαλοπρέπεια είναι δακτυλικό εξάμετρο.»

(ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΑΥΤΟ, ΜΟΥ ΛΕΤΕ;)

Pun intended,” συμπλήρωσε, προφανώς για το «δακτυλικό,» και σας το ορκίζομαι, με έπιασε και πάλι βήχας από τα γέλια. «Μη μου μείνεις, και έχω ξεμείνει από σιρόπι!» μου πέταξε ξανά τη σπόντα του, και πάνω που είχα ηρεμίσει, παρ’ τη ξανά κάτω τη δικιά σου.

Βέβαια, ούσα από αυτές που δεν αφήνουν τις προκλήσεις αναπάντητες, τον ξάπλωσα στο κρεβάτι: η πίπα είναι τέχνη και εγώ αρτίστα!

“Let’s put it to the test,” του δήλωσα και ρίχτηκα με ζήλο επί το έργο. Λίγη ώρα αργότερα ένιωσα το χέρι του στα μαλλιά μου και αφέθηκα στο ρυθμό που μου έδινε ο ίδιος. Με σταμάτησε κάποια στιγμή και σήκωσα τα μάτια μου πάνω του. «Αφέσου,» του είπα σχεδόν ψιθυριστά, απαντώντας την ερώτηση που δεν πρόλαβε να κάνει, και συνέχισα με τον ίδιο—μην πω περισσότερο—ενθουσιασμό.

(Είπαμε, αρτίστα!)

Και αποδείχτηκε στο τέλος ότι είχε και δίκιο: δεν είχε μείνει και πολύ σιρόπι, τον είχα ξεζουμίσει για τα καλά. Εκείνος, από την άλλη, κοίταζε αποχαυνωμένος το ταβάνι. Συγχάρηκα τον εαυτό μου, α job very well done, και έκανα να ξαπλώσω, καθώς δεν είμαι από εκείνες που απαιτούν ντε και σώνει φιλί μετά το στοματικό.

Ναι, ο Σαράντης προφανώς ανήκει στην άλλη κατηγορία, γιατί με το που boot-αρε με έφερε πάνω του και με φίλησε βαθιά.

«Το πρωί χυμό!» του είπα ρίχνοντάς το και πάλι στο χαβαλέ. «Μη μου πάθεις καμιά αφυδάτωση!»

«Λόγο!» μου είπε, και άνοιξε την αγκαλιά του. Χώθηκα μέσα της, και μας σκέπασε με το χουχουλιάρικο πάπλωμα.

Ήταν ζεστά, ήταν υπέροχα, ήμουν και κουρασμένη από τη δουλειά, ούτε που κατάλαβα για πότε αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του.

Όταν λέμε έσβησα, έσβησα. Το πρωί όταν άνοιξε το μάτι μου πήρε πολύ ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και που βρίσκομαι. Ο Σαράντης δεν ήταν στο κρεββάτι.

Ουφ! Χθες μπορεί να είχαμε βγάλει τα μάτια μας αλλά σήμερα μου φαινόταν κάπως να πάω στο σαλόνι γυμνή, και όχι τίποτε άλλο, στη λύσσα μας τα είχαμε παρατήσει όλα μέσα.

Ναι, δεν πρόλαβα να προβληματιστώ περισσότερο, γιατί εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο ο Σαράντης με ένα δίσκο στο χέρι.

«Ορίστε, εγώ της φτιάχνω πρωινό για να την ξυπνήσω με πρωινό στο κρεβάτι και εκείνη όχι απλά ξυπνάει από μόνη της αλλά με φλασάρει κι από πάνω. Αίσχος!» μου έκανε με ψεύτικο θυμό. «Εχμ, στο ότι ξύπνησες μόνη σου αναφέρομαι!»

«Αίσχος!» υπερθεμάτισα κι εγώ, κάνοντάς τον να χαμογελάσει και εν-νοείται αφήνοντάς τον να θαυμάσει το θέαμα.

«Θα το εκτιμούσα αν σκεπαζόσουν γιατί με αποσυντονίζεις και πάλι!» μου είπε πλησιάζοντας στο κρεββάτι.

«Μα είδες τι σου είμαι;» τον πείραξα.

«Βλέπω, πως δεν βλέπω,» μου είπε κοιτάζοντάς με… όχι ακριβώς στα μάτια.

Έβαλα το μαξιλάρι πίσω από την πλάτη μου και κάθισα στο κρεββάτι καθιστή γέρνοντας πάνω του. Ο Σαράντης ακούμπησε το δίσκο προσεκτικά πάνω από τα πόδια μου, και κάθισε στην άκρη του κρεββατιού.

Αν και όπως είχα πει δεν είμαι του πρωινού, και το τοστάκι που μου είχε ψήσει έφαγα, και την πορτοκαλάδα που μου είχε στύψει ήπια—αν και όπως ξεκίνησε η μέρα του λόγου του θα χρειαζόταν τα υγρά περισσότερο από εμένα.

«Εσύ δε θα φας;» τον ρώτησα μασουλώντας το τοστ, το οποίο ΔΕΝ ήταν απλό ζαμπόν τυρί, είχε φτιάξει και πάλι υπερπαραγωγή, μέχρι και ντομάτα, bacon και σως είχε βάλει επιπλέον ο γλυκούλης μου.

«Έχω φάει εδώ και πολλή ώρα,» με καθησύχασε. «Έχω σηκωθεί από τις εννιά αλλά δε μου έκανε καρδιά να σε ξυπνήσω.»

«Τι ώρα έχει πάει;» τον ρώτησα, στη βιασύνη μου χθες να μην αργήσω, είχα ξεχάσει να φορέσω το ρολόι μου μετά το ντουζ.

«Έντεκα,» μου είπε.

Ξαφνικά ένιωσα πολύ άσχημα που παρακοιμήθηκα και τον άφησα μοναχούλη. «Έλα μωρέ Σαράντη, γιατί δε με ξύπνησες;»

«Γιατί ήσουν κουρασμένη και ήθελα να σε αφήσω να κοιμηθείς λίγο παραπάνω,» μου είπε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Και άλλωστε…» συμπλήρωσε, «έχουμε όλη τη μέρα δικιά μας.»

«Δεν πάω πουθενά!» του δήλωσα νιώθοντας να λιώνω σα σοκολάτα.

Thats the spirit,” μου είπε με το πρόσωπό του να λάμπει σα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν τέλειωσα το πρωινό μου, έκανα να σηκωθώ από το κρεβάτι αλλά ο Σαράντης είχε διαφορετικές ιδέες, και μπράβο του!

Stay put!” μου είπε, και πήρε το δίσκο και τον πήγε μέσα στην κουζίνα.

Κάνοντας αυτό που μου ζήτησε, απλά έφτιαξα το μαξιλάρι και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα. Όταν ήρθε, έκανα χώρο, και ξάπλωσε κι αυτός δίπλα μου. Όταν βολεύτηκε, άνοιξε την αγκαλιά του και χώθηκα μέσα της. Και εκεί θυμήθηκα ότι είχα και κάτι τριχωτά τέρατα σπίτι, και ξαφνικά ένιωσα πολύ άσχημα.

«Σαράντη μου;» τον ρώτησα διστακτικά.

«Τι είναι σουσουραδίτσα;» με ρώτησε τρυφερά.

«Θα σε πείραζε να συνεχίσουμε τη μέρα μας στο σπίτι μου; Έχω τα τερατάκια μου… και χθες… χθες στη φούρια μου για να μην αργήσω, δε μου έκοψε να τους βάλω extra φαγητό.»

“Netflix and chill?” με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

And feline overlords!” του απάντησα, νιώθοντας ότι γίνομαι και πάλι a Zoe shaped pool of goo.

Sold!” μου απάντησε απλά.

«Αλλά μπορούν να περιμένουν και λίγο,» του είπα με βραχνή φωνή.

«Ναι… υπάρχει ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα,» μου είπε διστακτικά. «Μας τέλειωσαν τα προφυλακτικά.»

«Γι’ αυτό σκας μωρό μου;» του είπα παιχνιδιάρικα και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα διά τα περαιτέρω, διότι όπως όλοι γνωρίζουν μία πίπα την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα.

Και για να έχουμε καλό ρώτημα, πότε πρόλαβε και ενυδατώθηκε; Ρε το σκύλο πρωινιάτικα, να με πνίξει κόντεψε! Έχοντας πάρει μια… γερή δόση πρωτεΐνης, αναδύθηκα από τα σκεπάσματα με τον Σαράντη και πάλι να κοιτάει το ταβάνι χαμένος.

Μωρέ εμείς να είμαστε καλά και θα σε κάνω να ξεχάσεις το όνομά σου, χαχάνισα από μέσα μου.

Earth to Sarantis!” του έκανα παιχνιδιάρικα.

«Αχ, μπράβο ρε Ζωή, σ’ ευχαριστώ!» μου είπε, και η αλήθεια είναι ότι το «μπράβο» μου κάθισε κάπως.

«Για ποιο πράγμα;» τον ρώτησα ουδέτερα.

«Που μου θύμησες το όνομά μου!» μου έκανε με μια δόση θεατρικής απελπισίας, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. Και μετά με τράβηξε πάνω του και με φίλησε βαθιά.

«Έχω μια απορία όμως,» του έκανα όταν σταματήσαμε να φιλιόμαστε. «Πόση πορτοκαλάδα ήπιες το πρωί ρε αθεόφοβε, να με πνίξεις κόντεψες!» του είπα, κάνοντάς τον με τη σειρά μου να βάλει τα γέλια.

«Είμαι πρωινός τύπος!» μου είπε με αυταρέσκεια.

«Αμ δεν το είδα;»

Σηκώθηκα από το κρεββάτι γιατί συνειδητοποίησα ότι κόντευα να κατουρηθώ πάνω μου.

Run Forrest, run!” μου έκανε ο Σαράντης όταν με είδε να πηγαίνω με γερό βηματισμό μπρος το μπάνιο, μη βοηθώντας καθόλου.

Όταν τέλειωσα έκανα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου—γιατί μεταξύ μας, με είχαν πάρει και λίγο τα σκάγια από πριν—κι εκεί με περίμενε μια έκπληξη. Μια καινούργια φραουλί οδοντόβουρτσα με ένα post it που έγραφε «Ζωή» και είχε και καρδούλα.

Εντάξει, είναι απίθανος ο κερατάς.

Και όπως εγκαινίασα την οδοντόβουρτσα, μπήκε και ο Σαράντης στο μπάνιο και ήρθε από πίσω μου και με αγκάλιασε και με φίλησε τρυφερά στο σβέρκο. Αυτή τη φορά ήμουν εγώ που αποσυντονίστηκα τελείως, καθώς φορούσε φόρμα και ο ερεθισμός του δεν κρυβόταν.

«Με αποσυντονίζεις!» του είπα.

Welcome to the club!” μου απάντησε, χουφτώνοντάς με γερά και από τα δύο στήθη, και φιλώντας με και πάλι στο σβέρκο.

«Πες μου ότι βρήκες προφυλακτικά!» του είπα βραχνά.

«Όχι, απλά ήθελα για λίγο να αποσυντονιστούμε παρέα!» μου έκανε το κωλόπαιδο, και ρίχνοντάς μου μια απαλή στα μεριά τραβήχτηκε προς τα πίσω.

«Τέτοιος είσαι!» του έκανα μουσουνίτσα, και μετά επέστρεψα στο βούρτσισμα των δοντιών.

Στο μεταξύ ο καλούλης μου ερχόμενος στο μπάνιο «για να αποσυντονιστούμε παρέα,» μου είχε φέρει και τα ρούχα μου, και έτσι όταν βγήκα από το μπάνιο ήμουν ντυμένη.

«Με φόρμα λέω να έρθω,» μου είπε κοιτάζοντάς με ερωτηματικά.

«Με ό,τι σε κάνει να νιώθεις άνετα μωρό μου,» του είπα.

«Παραγινωμένο μωρό σου!» μου έκανε χαβαλέ, και μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι τον είπα «μωρό μου.»

«Είσαι, και να σκάσεις!» του έκανα, ρίχνοντάς το στην επίθεση.

(Εντωμεταξύ για άνθρωπο που δε θέλει δικά του μωρά, το λες και οξύμωρο που η αγαπημένη μου γλυκουλινιά είναι το «μωρό μου.»)

«Παραγινωμένος;» με ρώτησε προσπαθώντας να μη γελάσει.

«ΤΟ ΜΩΡΟ ΜΟΥ!» του έκανα εμφατικά.

«Το… μωρό σου σου ρίχνει δεκαπέντε χρόνια στο κεφάλι!» συνέχισε το δούλεμα.

«Κουβέντα θα ανοίξουμε τώρα;» του έκανα δήθεν τσαμπουκαλεμένη και του έκανα ένα ping στη μύτη.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ανοίξαμε κουβέντα καθώς με τράβηξε πάνω του κτητικά και με φίλησε, κάνοντας για πολλοστή φορά μέσα σε λίγες μέρες τα πόδια μου ζελέ.

Who da boss?” με ρώτησε όταν με άφησε να πάρω ανάσα.

You da boss!” του είπα, με τα πόδια ακόμα να τρέμουν.

(Για να μη μιλήσουμε για τους μουσώνες του… νότιου ημισφαιρίου)

«Έτσι! Να σέβεσαι!» μου έκανε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά. «Να σου πω τώρα… Δεν έχω εμπειρία με γάτες, τι πρέπει να κάνω;» με ρώτησε ελαφρά δαγκωμένος και αμήχανος.

(ΕΝΤΑΞΕΙ, ΣΟΒΑΡΑ ΤΩΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΛΑΤΡΕΥΕΙΣ;)

«Τίποτα μωρό μου. Απλά να τους δώσεις το χρόνο τους. Μην τις πλησιάσεις εσύ, άστες να σε πλησιάσουν αυτές. Άστες να σε μυρίσουν, να σε συνηθίσουν. Τα τερατάκια μου είναι μαθημένα με ανθρώπους, αλλά όπως όλες οι γάτες θέλουν το δικό τους ρυθμό.»

«Το έχω λίγο άγχος,» μου εξομολογήθηκε.

«Είσαι σκέτος γλύκας!» του έκανα. «Να το δεις ότι γρήγορα κάποια στιγμή θα βρεθείς με τρεις γάτες πάνω σου που θα απαιτούν χάδια και θα αναρωτιέσαι “πώς στο διάολο έμπλεξα έτσι;”»

Αποφασίσαμε να ξεκινήσω πρώτη εγώ με τη μηχανή και ο Σαράντης θα ερχόταν και θα με έβρισκε στο σπίτι, γιατί ο γλυκούλης μου ήθελε να μου φτιάξει και ταπεράκια με φαγητό που είχε περισσέψει από εχθές.

Μια τσιρίδα που τον έκανε να βάλει βροντερά γέλια μου ξέφυγε, να τα λέμε αυτά. Αφού βεβαιώθηκα ότι έλαβε την πινέζα του σπιτιού σε SMS, σε Viber και σε Messenger (για μένα μιλάμε, DUH!) κατέβηκα στο μηχανή και επέστρεψα σπίτι.

Το τι γκρίνια άκουσα από τα κοπρόγατα που είχα το θράσος να τα παρατήσω ολομόναχα ένα ολόκληρο βράδι και χωρίς να τους έχω και πρωινό στην ώρα τους, δε λέγεται. Ένα σας λέω, πρώτα τα τάισα, και μετά πήγα να αλλάξω. Ο Σαράντης μου είχε πει να του δώσω κανένα μισάωρο, οπότε πρόλαβα να κάνω και ένα γρήγορο ντουζάκι.

Και ναι, δεν το κρύβω, έκανα και την κατάλληλη προετοιμασία για… δακτυλικό εξάμετρο. The other way around, που λένε και στο χωριό, is an acquired taste, but once you get acquainted—που επίσης λένε στο χωριό—είτε στρίβεις διά του αρραβώνος, όπως η Ελένη καλή της ώρα, είτε… γλυκαίνεσαι, και η δικιά σου είχα γλυκαθεί.

(Still hating Marlon Brando and Bertolucci, though!)

Και to be on the safe side, τσέκαρα ότι είχα και προφυλακτικά στο κομοδίνο μου, γιατί μπορεί ο Σαράντης να μην άφηνε τίποτα στην τύχη του, αλλά το ίδιο έκανε και η yours truly.

Και μπράβο μου!


 

8. Δυο αλήθειες κι ένα ψέμα

Έβαλα rock fm να παίζει στην τηλεόραση και κάθισα στον καναπέ με τα καθαρματάκια μου περιμένοντας τον Σαράντη. Εντωμεταξύ δεν είχα πιεί καφέ από το πρωί, και ήθελα απελπισμένα. Αισθάνθηκα λίγο σα μαλάκας γιατί δεν ενώ είχαμε πει άλλα κι άλλα, δεν είχα ιδέα τι καφέ πίνει, δεν το είχε φέρει η κουβέντα, κι έτσι τον πήρα τηλέφωνο.

«Στο δρόμο είμαι!» μου είπε απαντώντας το τηλέφωνο.

«Ναι μωρό μου, δε σε πήρα γι’ αυτό! Τι καφέ πίνεις;»

Σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα μέχρι να συνειδητοποιήσει κι εκείνος ότι δεν είχαμε πει τα απολύτως βασικά της επιβίωσης!

DOH!!!!” τον άκουσα να κάνει και μου ξέφυγε ένα χάχανο. «Καπουτσίνο, σκέτο!»

Μια τσιρίδα ενθουσιασμού αργότερα, γιατί είχαμε τα ίδια γούστα στον καφέ, και αφού τον απείλησα ότι αν αργήσει «θα έχουμε άλλα και να τα ξεχάσει τα whodaboss-ικά που ξέρει!» παράγγειλα τα καφεδάκια μας, και επέστρεψα επί του καναπέος.

«Ψώρα έχω ρε μαλακιστήρια;» κατηγόρησα τις γάτες μου, που ήταν και οι τρεις πάνω στο γατόδεντρο τους και με κοιτούσανε αφ’ υψηλού. «Αγκαλίτσα με το ζόρι!» είπα και απήγαγα τη Bella, και κάθισα στον καναπέ.

«Νιαρ!» μου έκανε μελοδραματικά.

«Νιαρ στα μούτρα σου! Εδώ αγκαλίτσα με τη μαμά!»

Εμένα μου λες, με το που την άφησα έγινε μπουχός, το κοπρόγατο.

Ξαναπήρα τηλέφωνο το Σαράντη γιατί η μιζέρια θέλει παρέα. «Είμαι κακιά και άσχημη, δε μ’ αγαπάνε οι γάτες μου! Κλαψ! Λυγμ!»

«Σου κρατάνε μούτρα από εχθές;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«ΣΝΙΦ!» του απάντησα, κάνοντάς τον να γελάσει ακόμα πιο δυνατά.

For what it matters, δεν είσαι κακιά!” μου έκανε, γιατί αλίμονο, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«ΜΕ ΒΡΗΚΑΤΕ ΟΛΗ ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΥΡΑΝΑΤΕ! ΑΥΤΟ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ!»

«Άχου το μωρέ, γούτσου-γούτσου!» συνέχισε το δούλεμα.

«Εσύ πού είσαι για να έχουμε καλό ρώτημα;» τον ρώτησα καχύποπτη.

«Έφτασα, ψάχνω να παρκάρω!»

Κλείσαμε για να τον αφήσω να παρκάρει με την ησυχία του, και επέστρεψα στον καναπέ, και ω του θαύματος, ήρθε και ο Jonesy για να μου τριφτεί.

Λίγη ώρα αργότερα, ήρθε και ο… μπάρμπας μου. Πετάχτηκα σαν ελατήριο, κερδίζοντας ένα θυμωμένο «νιαρ» από τον Jonesy που τον ξεβόλεψα και πάτησα το κουμπί της ενδοσυνεννόησης.

Password please!” του έκανα χαχανίζοντας.

«Ταπεράκια!» ήταν η απάντηση.

«Προχώρα στο παρασύνθημα!»

Arma virumque cano, Troiae qui primus ab oris” μου απάντησε και ένα στουκάρισμα το έφαγα.

«Με βρίζεις στα ιταλικά, τώρα;»

«Σου απαγγέλω σε δακτυλικό εξάμετρο!» μου είπε χωρίς να χάσει beat. «Θα μου ανοίξεις ρε βάσανο;»

«Αφού το ζητάς τόσο ευγενικά!» του έκανα συνεχίζοντας να χαχανίζω σαν ερωτοχτυπημένο κοριτσόπουλο.

(Βασικά ερωτοχτυπημένο ήμουν το καημένο, απλά όχι κοριτσόπουλο. Γομάρι, που λέει και το Λενιώ μου)

Άνοιξα την πόρτα περιμένοντάς τον, και εκεί—γάτες—ήρθαν φυσικά και οι τρεις τους για να δουν προς τι ο ενθουσιασμός. Ο Σαράντης βγήκε από το ασανσέρ φορτωμένος με τάπερ σαν κινέζος Άγιος Βασίλης. Και δεν είχε μόνο τάπερ, είχε φέρει και ένα κουτί με γλυκά!!!!

«Μωρουλίνι μου!» του έκανα ενθουσιασμένη.

«Σουσουραδουλίνι μου!» μου απάντησε, γιατί σιγά μην έχανε την ευκαιρία να κάνει χαβαλέ.

Έτρεξα προς το μέρος του και τον αγκάλιασα και τον φίλησα με ενθουσιασμό. «Καλώς τον μου,» του είπα τρυφερά.

«Καλώς σε βρήκα!» μου απάντησε στον ίδιο τόνο. «Εχμ, νομίζω ότι το τρίο Stooges με αγριοκοιτάζει!» μου έκανε δείχνοντάς μου την κριτική επιτροπή με το φορτωμένο με μια τσάντα γεμάτη τάπερ χέρι του.

«Μην τους δίνεις σημασία,» του έκανα χαχανίζοντας, «πάνε να σε ψαρώσουν!»

Προχωρήσαμε προς τα ενδότερα, και ο Σαράντης, ακολούθησε πιστά τις οδηγίες προς ναυτιλλομένους: άφησε τις γάτες να τον πλησιάσουνε και να τον ανακρίνουν διά τις οσφρήσεως, χωρίς να κάνει ο ίδιος κάποια κίνηση. Οι γάτες μου, όπως είχα πει, είχαν κοινωνικοποιηθεί από μωρά, και ήταν συνηθισμένα σε ανθρώπους.

Ναι, στην αρχή ήταν επιφυλακτικά—για γάτες μιλάμε—αλλά αν τους έδινες το χρόνο τους, γρήγορα σε συνήθιζαν. Έτσι ήταν στην αρχή και με τον Μίλτο, αλλά μέσα σε λίγες εβδομάδες είχε γίνει their favorite, μετά την αφεντιά μου, και φυσικά την Ελένη, που τα ξέρει από τότε που χωρούσαν στη χούφτα μου.

«Εντάξει, τις πέρασες τις εισαγωγικές,» του είπα. «Βλέπεις που και οι τρεις τους έχουν τις ουρές τους σαν κεραίες; Αυτό σημαίνει ότι νιώθουν άνετα!»

Περάσαμε στα ακόμα ενδότερα, και του έκανα νόημα να με ακολουθήσει στην κουζίνα για να ταχτοποιήσω τα τάπερ στο ψυγείο.

(Και εννοείται ότι εκτός της προετοιμασίας για απαγγελία επικής ποίησης είχα πλύνει και τα δύο πιάτα και τα δύο ποτήρια που είχα παρατήσει στο νεροχύτη!)

«Και αυτό!» μου είπε και μου έδειξε το κλειστό κουτί. Max perry.

«ΜΟΥ ΕΦΕΡΕΣ ΣΟΚΟΛΑΤΑΚΙΑ!!!!!!!!»

«Ε, ναι λοιπόν Βίρνα, σου έφερα σοκολατάκια!» μου είπε με δραματικό ύφος.

«ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΚΑΝΕΣ;» τον ρώτησα με ενθουσιασμό, και στούκαρε, γιατί το πήρε τελείως λάθος.

«Ε… Ε…»

«Ελιές θρούμπες!» του έκανα χαχανίζοντας. «Ένα σου λέω, θα γυρίσεις σουραύλι!»

Και κάπου εκεί το έπιασε το υπονοούμενο και αποδέχτηκε τη μοίρα του σαν άντρας! «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος!»

Thats the spirit!” του είπα και ρίχτηκα με ενθουσιασμό στην αγκαλιά του τυλίγοντας τα πόδια μου πίσω από τη μέση του.

UGH, εκείνη ακριβώς την ώρα που σκόπευα να με πάει μέσα και να τρυγήσω το κορμί του, χτύπησε το κουδούνι! Τους είχα ξεχάσει τους καφέδες, από timing έσκισαν κακό χρόνο να έχουν!

Ξεκαβάλισα απρόθυμα, και εκεί βρήκε την ευκαιρία να μου ρίξει μια στα μεριά που μ’ έκανε να χοροπηδήσω.

«Προχώρα βάσανο!»

Aye-Aye Sir!” του έκανα χαιρετώντας τον στρατιωτικά, αρπάζοντας ακόμα μία—καθόλου στρατιωτική, να τα λέμε αυτά—στα μεριά, και χαχανίζοντας (εγώ δηλαδή) πήγαμε στο σαλόνι.

Κατέβηκα κάτω να πάρω τους καφέδες και επέστρεψα σε χρόνο ρεκόρ ανεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλοπάτια. Ο Σαράντης με περίμενε καθισμένος στον καναπέ, και αφού άφησα τους καφέδες στο τραπέζι—εννοείται χωρίς σουβέρ, για ποια με περάσατε, για καμιά καθώς πρέπει;—χώθηκα στην αγκαλιά του.

«Γιαγκούκο μου!» του έκανα και τον φίλησα με ενθουσιασμό.

(Μπορεί στα κάτω μου να μην είμαι ιδιαίτερα εκδηλωτική, αλλά όταν είμαι στις καλές μου είμαι ο άσπρος σίφωνας, που έλεγε και η γιαγιά-Ζωή.)

«Δεν είμαι πολύ του μαγειρέματος,» ξεκίνησα την εισαγωγή από την εποχή των δεινοσαύρων, «αλλά φτιάχνω καταπληκτική καρμπονάρα! Την γνήσια, την ιταλική, την σκληροκαργιόλικη!» του δήλωσα, κάνοντάς τον να γελάσει.

«Δεν έχω φάει ποτέ σκληροκαριόλικη μακαρονάδα!» μου είπε ανταποδίδοντας τον ενθουσιασμό μου.

«Αυγό, πεκορίνο και γκουαντσιάλε! Η γνήσια! Η ορθόδοξη!»

«Καθολική!»

«Ε;» τον ρώτησα απορημένη και έβαλε τα γέλια.

«Αν θες να είναι ιταλική, γνήσια και σκληροκαργιόλικη δε μπορεί να είναι ούτε ορθόδοξη, ούτε επιστολική, ούτε διαμαρτυρόμενη!» μου εξήγησε και εκεί μου έκανε επιτέλους το κλικ.

«ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!»

«Όταν έχεις επιχειρήματα, έχεις επιχειρήματα!» μου έκανε γελώντας.

«Άντε μη σε βιάσω!» τον απείλησα.

«ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;» μου έκανε με θεατρική αγανάκτηση.

“The rain in Spain stays mainly on the plain!” του απάντησα ρίχνοντάς επίτηδες στην παλαβή.

«Κατάλαβα,» μου είπε χαμογελώντας πονηρά.

«Μπά;» του είπα δήθεν τσαμπουκαλεμένη. «Τι κατάλαβες δηλαδής;»

Not their first rodeo!”

«ΙΙΙΙ! Δεν ντρέπεσαι να σκέφτεσαι έτσι για μένα;» του έκανα δήθεν προσβεβλημένη και του ξέφυγε ένα ροχαλητό. «ΠΟΤΑΠΕ!» συνέχισα αντιγράφοντας τον Καλογήρου σε μια σκηνή που είχα δει στο YouTube, και τον αποτελείωσα!

«Είσαι λατρεία!» μου δήλωσε ανακατεύοντάς μου παιχνιδιάρικα τα μαλλιά.

«Είμαι,» τον διαβεβαίωσα.

«Ο καφές μου έδωσε μια ιδέα!» μου είπε μου είπε με ενθουσιασμό.

«Τι ιδέα;» τον ρώτησα παρασυρόμενη από τον ενθουσιασμό του.

«Είναι πολλά πράγματα που δεν ξέρω για σένα, όπως και υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν ξέρεις για μένα.»

«Οκ…» του είπα, προσπαθώντας να δω που το πάει.

«Αντί για άβολες εξομολογήσεις, κάτι ποιο πολύ σε παιχνίδι.»

«Αλήθεια ή θάρρος;» τον ρώτησα χαχανίζοντας, εκεί πήγε το μυαλό μου.

«Όχι, το παιχνίδι που έχω κατά νου είναι πιο εκλεπτυσμένο. Λέγεται ‘δυο αλήθειες κι ένα ψέμα,’» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Ο καθένας μας, με τη σειρά του, θα πει τρεις προτάσεις. Οι δύο θα είναι αληθινές, κάποιο μυστικό του, και η άλλη θα είναι ψέμα.»

«Συνέχισε!»

«Σκοπός του παιχνιδιού είναι ο άλλος παίκτης να “μαντέψει”, μου είπε κάνοντας air quotes, «ποιες οι αλήθειες και ποιο το ψέμα. Μισός πόντος για κάθε αλήθεια που μαντεύεις, κανένας πόντος αν μαντέψεις λάθος. Ωστόσο Ζωή, έχει σημασία οι δυο αλήθειες και το ένα ψέμα να είναι κάτι που ο άλλος μπορεί να κάνει έστω και educated guess με βάσει όσα ξέρει για τον άλλον, όχι κάτι πεζό ή καθημερινό!»

«Ναι, το κατάλαβα!» του είπα χαμογελαστή. «Στα πόσα;»

«Να πούμε για αρχή στα πέντε;»

«Να πούμε!» του απάντησα χαρούμενα. «Και ποιο θα είναι το έπαθλο του νικητή;»

«Χμμμ…» μου έκανε. «Πες μου τι θα ήθελες εσύ αν κερδίσεις, να σου πω κι εγώ!»

«Γιατί εγώ πρώτη;» του έκανα παραπονιάρικα.

“Because earlier you admitted who da boss!” μου έκανε.

«ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» του έκανα στα μούτρα (γιατί εννοείται) αλλά αυτή τη φορά δε με άφησε έτσι, έγειρε και σκουπίστηκε πάνω μου. «Ακόμα δε στέγνωσες!» τον ρώτησα χαχανίζοντας, καθώς τρίφτηκε στο στήθη μου πολύ περισσότερο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν.

I regret nothing!” μου είπε και τραβήχτηκε μεν, χουφτώνοντάς με δε.

«Νομίζω ότι μου βάζεις χέρι!» του είπα χασκογελώντας.

«Ιδέα σου είναι!» μου απάντησε, μαλάζοντας και τα δυο μου στήθη.

(Και μια ζέστη και υγρασία την έκανε και από πριν, οπότε ήρθε κι έδεσε!)

«Με αποσυντονίζεις!» του είπα, και η φωνή μου βγήκε και πάλι βραχνή.

Αντί απάντησης μου σήκωσε τη μπλούζα, και εννοείται ότι δε φορούσα σουτιέν, και άρχισε και πάλι να μου μαλάζει τα γυμνά μου, πλέον, στήθη. Η αίσθηση—με το ύφασμα να μην αποτελεί πλέον εμπόδιο—ήταν πολύ πιο έντονη και μου ξέφυγε ένας σιγανός στεναγμός.

«Ωραία, τώρα που αποσυντονιστήκαμε και οι δυο, ξεκινάμε;» μου έκανε κατεβάζοντας τα χέρια του.

Εντωμεταξύ, π’ ανάθεμά τον, εγώ είχα γίνει πύραυλος, εκείνη την ώρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να πάμε μέσα, να με βάλει κάτω, και που σε πονεί και που σε σφάζει.

«Λοιπόν;» με ρώτησε μειδιώντας.

«Θα με κάνεις μπάνιο!» του είπα. «Θα με τρίψεις απαλά από την κορυφή μέχρι τα νύχια! Σειρά σου!»

«Θα σε κάνω μπάνιο,» μου απάντησε. «Θα σε τρίψω απαλά από την κορυφή μέχρι τα νύχια!» συνέχισε, κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

Hey, youre cheating!” τον πείραξα, αλλά η καρδούλα μου το ξέρει, είχα λιώσει και πάλι σαν παγωτό στον ήλιο.

Artistically borrowing!” μου απάντησε, κάνοντάς με να γελάσω και πάλι.

«Ποιος ξεκινάει;» τον ρώτησα.

«Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί!» μου έκανε.

ΘΕΕ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ! ΥΠΕΡΟΧΟΣ!

Πέτρα εγώ, χαρτί εκείνος, έπρεπε να ξεκινήσω πρώτη.

«Ξεκίνα με κάτι πιο ελαφρύ,» μου είπε.

«Αυτό θα κάνω, μη σε ρίξω από τώρα τα σκληρά!» τον πείραξα.

«Ου φροντίς Ιπποκλείδη,» μου είπε, και ξεκινήσαμε και με σύντομη καθυστέρηση για να μου εξηγήσει ποιος ήταν ο Ιπποκλείδης και γιατί ήταν όλα στην καραπουτσακλάρα του.

«Λοιπόν,» ξεκίνησα. «Είμαι straight και το λέω μετά λόγου γνώσης, είναι η πρώτη μου πρόταση. Έχω υπάρξει σε σχέση με gay που προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι, είναι η δεύτερη πρόταση. Ήμουν χρόνια καψουρεμένη μ’ ένα πρώτο μου ξάδερφο, είναι η τρίτη!»

«Καλά που δεν ήθελες να με ρίξεις με τη μία στα σκληρά,» μου γελώντας.

«Να μη μου Ιποκκλείδιαζες!» του απάντησα, κάνοντάς τον να γελάσει ακόμα πιο δυνατά.

«Fair… Οκ, μου έβαλες δύσκολα τώρα. Το πρώτο νομίζω είναι αλήθεια, ταιριάζει με την εικόνα που έχω χτίσει για σένα: δε θα απέρριπτες κάτι χωρίς να το δοκιμάσεις.»

Δεν απάντησα, ήπια απλά μια γουλιά από τον καφέ μου.

«Χωρίς να είμαι πολύ σίγουρος… μιας και μου έχεις πει ότι γενικά δεν είχατε πολλά-πολλά με το σόι σου… λογικά το δύο πρέπει να είναι και αυτό αλήθεια!»

«Μισός πόντος!» του είπα, «για το πρώτο. Στο άλλο έπεσες έξω, ήμουν όντας για πολλά χρόνια καψούρα με τον ξάδερφό μου τον Κυριάκο.» Χαμογέλασα. «Επίτηδες το διάλεξα το τρίτο, για να σε παραπλανήσω, ποντάροντας στο ότι θα θυμώσουν τι σου είχα πει!»

«Και κατάπια το δόλωμα αμάσητο, ε;» μου είχε χασκογελώντας. «Σουσουράδα, έ σουσουράδα!»

I regret nothing, που λέει και μια ψυχή,» του απάντησα αυτάρεσκα.

«Οκ, σειρά μου!» μου έκανε, και ήπια άλλη μια γουλιά καφέ, και τον κοίταξα με προσήλωση. «Πρώτη πρόταση: Είμαι heteroflexible.» Σταμάτησε και με κοίταξε. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι;»

«Ναι, ξέρω!» τον διαβεβαίωσα, έχοντας μια κρυστάλλινη βεβαιότητα ότι η πρώτη του πρόταση ήταν αλήθεια. Και χέστηκα κιόλας, γιατί αυτό που δεν ξέρετε είναι ότι ο Μίλτος είναι pansexual. Για εμένα είναι αγοράκια μόνο, αλλά δε δίνω δεκάρα τσακιστή αν το αγόρι ψήνει το ψάρι και από τις δυο μεριές, as long as, δεν το κάνει όσο είναι μαζί μου σε σχέση.

Μπορεί να είμαι περιπετειώδης, αλλά είμαι και μονογαμική.

«Δεύτερη πρόταση,» συνέχισε. «Πήγα πρώτα με αγόρι και μετά με κορίτσι. Τρίτη πρόταση: Μέχρι σήμερα το πρωί, την καλύτερη πίπα στη ζωή μου την είχε κάνει άντρας!»

Πολύ θα ήθελα να πιστέψω το τρίτο αλλά δεν ψάρωσα. «Το ένα και το δύο είναι αλήθεια του είπα,» και χαμογέλασε.

Got you!

«Μισός πόντος!» μου έκανε χαμογελώντας. «Είμαι όντως heteroflexible, και σήμερα το πρωί, όντως παραλίγο να ξεχάσω το όνομά μου!»

ΖΝΤΟΥΠ!

Εντάξει, ήταν να μην κάψω φλάντζα; Είμαι πολύ δοτικός άνθρωπος και το να προσφέρω στον άλλον ευχαρίστηση είναι στην κορυφή της αξιακής μου ιεραρχίας σε θέματα σχέσεων. Και ακόμα και αν ήταν παιγνιώδης εξομολόγηση, το να μου λέει ότι του έκανα την πίπα της ζωής του ο άντρας με τον οποίον όχι απλά είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα αλλά είχα χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, έκανε την καρδιά μου να χοροπηδήσει σαν τρελή.

«Σειρά σου,» μου είπε απλά.

«Οκ,» του είπα χαμογελώντας του πονηρά. «Πρόταση νούμερο ένα: είμαι μέλος του mile high club,» του είπα, και μου έκανε ένα παιχνιδιάρικο μορφασμό επιδοκιμασίας, ο οποίος μ’ έκανε να χαχανίσω.

«Πρόταση νούμερο δύο: Έχω πάει με δύο διαφορετικούς άντρες την ίδια βραδιά, και δεν εννοώ τρίο.»

Του έκλεισα πονηρά το μάτι, και μου έκανε thumbs up και με τα δύο χέρια. «Και τρία: Η πρόταση δύο είναι μερικώς ψευδής, ήταν τρίο!»

Με κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να με διαβάσει, και τον κοίταξα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα.

«Το ένα πιο τολμηρό από το άλλο…» μου είπε χωρίς να προσπαθήσει καν να κρύψει το χαμόγελό του. «Το ένα νομίζω ότι είναι αλήθεια, είναι πολύ εξωφρενικό ψέμα για να είναι ψέμα.»

If you say so,” του έκανα μειδιώντας, πίνοντας ακόμα μια γουλιά καφέ.

«Ωστόσο, ασχέτως του αν το πρώτο είναι αλήθεια ή ψέμα, και εφόσον δύο από τις τρεις προτάσεις είναι αληθινές, το συμπέρασμα είναι ότι είσαι όντως περιπετειώδης.»

«Είμαι,» τον διαβεβαίωσα.

«Δε χωρεί αμφιβολία περί τούτου,» μου έκανε χαμογελώντας ακόμα πιο πλατιά. «Οπότε το ζουμί είναι: Πόσο περιπετειώδης είσαι;»

«Έλα μου, ντε,» του έκανα διασκεδάζοντας το αφάνταστα. «Πόσο;»

«Θα πω ότι είναι αλήθεια και το δύο,» μου έκανε τελικά.

«Γιατί;» τον ρώτησα.

«Δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς,» μου είπε με ειλικρίνεια. «Χωρίς να θεωρώ ότι το τρίο είναι κάτι κακό, κάπως δε μου φαίνεται του τύπου σου.»

«Θα σε χάλαγε αν ήταν του τύπου μου;» επέμεινα.

«Όχι, καθόλου,» με διαβεβαίωσε. «Αν μη τι άλλο, ως ερωτική ιστορία που θα ήθελα να ακούσω μου φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα.»

(Από ιστορίες η δική σου άλλο τίποτα, όρεξη να έχεις ν’ ακούς!)

«Είναι η τελική σου απάντηση;»

«Ναι, είναι!»

Ήπια μια γουλιά καφέ ακόμα για να παρατείνω την αγωνία. «Ένας πόντος!» του έκανα τελικά.

MILE HIGH CLUB!!!!” μου έκανε με τόσο ενθουσιασμό που έβαλα τα γέλια. “THIS IS EPIC ΟN SO MANY LEVELS!”

«Είχες δεν είχες, πάλι στο έπος το γύρισες!» τον τσίγκλησα.

«Όπως έλεγε και η διαφήμιση: Είμαι μακαρονάς, τι να κάνουμε;»

«Μου λες με τρόπο ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει το παιχνίδι και να πάω να σου φτιάξω την καθολική καρμπονάρα που σου έταξα;» συνέχισα να τον πειράζω.

«Φαγητό τώρα που το παιχνίδι ανέβηκε level?» με ρώτησε σχεδόν προσβεβλημένος. «ΠΟΤΕ!»

«Χαχαχα, οκ, σειρά σου.»

«Εσύ το ξεκίνησες!» μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι. «Πρόταση νούμερο ένα: Στη ΣΕΑΠ, μου έχουν κάνει πίπα στη σκοπιά.»

«ΣΕΑΠ;» τον ρώτησα.

«Σχολή εφέδρων αξιωματικών πεζικού!»

«Πεζικό ήσουν;»

«Όχι, Οικονομικό Σώμα, αλλά του ΥΕΑ Οικονομικού κάνουν όλο το τετράμηνό τους στη ΣΕΑΠ.»

«ΥΕΑ?» τον ρώτησα ξανά με απελπισία.

«Υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί.»

«ΜΗ ΜΟΥ ΒΑΖΕΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ!» του παραπονέθηκα.

«Χαχαχα, εντάξει» μου έκανε. «Λοιπόν, πρόταση νούμερο δύο: Στη μονάδα που υπηρετούσα ως δόκιμος, στη Χίο, πηδούσα τη γυναίκα ενός λοχαγού.»

«Α, εσύ το πας πολύ μακριά,» του είπα!»

Do I?” μου έκανε προκλητικά. «Πρόταση τρία: Το καλοκαίρι που ήμουν στη Χίο την έπεσα σε μια Ελληνίδα τουρίστρια η οποία αποδείχτηκε ότι ήταν η κόρη του Ταξίαρχου.»

GOD DAMN!!!!!

Take your time,” μου είπε διασκεδάζοντας το αφάνταστα.

«Το πρώτο δεν το θεωρώ απίθανο, μου είπες ότι είσαι heteroflexible

«Δε σου είπα όμως αν ήταν άντρας ή γυναίκα που μου έκανε πίπα. Δεν υπάρχουν μόνο άντρες στο στρατό, Ζωή.»

«Ξέρεις τι;» του έκανα. «Δεν έχει σημασία.»

«Γιατί;»

«Δε σε έχω για άνθρωπο που θα έμπλεκες με παντρεμένη,» του έκανα.

«Μπορεί να μην το ήξερα ότι ήταν παντρεμένη,» μου είπε.

«Δεν έχει σημασία,» του έκανα. «Χρησιμοποίησες παρατατικό, όχι αόριστο. Και όπως σου είπα, δε σε έχω για άνθρωπο που θα έκανε σχέση με παντρεμένη, ή τέλος πάντων, που θα τη συνέχιζε, μαθαίνοντας ότι είναι παντρεμένη.»

Clever girl!” μου έκανε χαϊδεύοντάς μου παιχνιδιάρικα τα μαλλιά. «Ένας πόντος!»

«Τελικά τι έγινε με την κόρη του Ταξίαρχου;» τον ρώτησα πειρακτικά.

«Ας πούμε ότι… γνωριστήκαμε καλύτερα!» μου έκανε χαμογελώντας. «Λοιπόν, άστα αυτά τώρα, σειρά σου!»

«Πόσο είμαστε;»

«Ενάμιση πόντο ο καθένας!» μου απάντησε.

«Ωραία. Λοιπόν, πρόταση νούμερο ένα: Ξέρω pole dancing

PLEASE GOD, PLEASE LET IT BE TRUE!” έκανε πέφτοντας μπροστά από τον καναπέ στα γόνατα σε στάση προσευχής, και κάνοντάς με να πνιγώ από τα γέλια! Είναι απίθανος π’ ανάθεμά τον.

«Πρόταση νούμερο δύο: Έχω κάνει στριπτήζ σε μπαρ στην Πάρο.»

Δεύτερος γύρος δυνατών προσευχών να είναι αλήθεια, και αυτή τη φορά συμπεριέλαβε Δία και Όντιν, και φυσικά δεύτερος γύρος δυνατών γέλιων.

«Και πρόταση νούμερο τρία: Δεν έκανα στριπτήζ σε μπαρ στην Πάρο, αλλά αργά το βράδυ, όταν έπεσε η κίνηση, πήρα πίπα στο barman πίσω από τον bar

«Και μετά λες ότι εγώ σου βάζω δύσκολα, άτιμο γύναιο!» μου είπε κοιτάζοντάς με τάχα μου με μισό μάτι.

“The rain in Spain…”

“Yeah, yeah, stays mainly in the plain! Damn, you’re good at this game!”

«Που να παίξεις και μπιλιάρδο μαζί μου, φουκαρά μου, άκλαυτος θα πας!» τον τιζάρισα.

Challenge accepted!” μου έκανε. «Απόγευμα μπιλιάρδο!»

Your funeral!” του απάντησα, συνεχίζοντας την πρόκληση. «Λοιπόν, μεσιέ… ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα;»

«Το δεύτερο… χμμμ… δε νομίζω ότι σου ταιριάζει.»

«Γιατί;»

«Για τον ίδιο λόγο που θεωρούσα ότι δεν σου ταιριάζει το τρίο. Είσαι περιπετειώδης, ναι, αλλά είσαι ιδιωτική. Δε θεωρώ ότι θα έκανες δημόσιο στριπτήζ,» μου είπε και με κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας. Του ανταπέδωσα το βλέμμα στα ίσια.

«Νομίζω ότι αλήθεια είναι το ένα και το τρία!» μου έκανε.

“Is this your final answer?” τον ρώτησα.

«Ναι, είναι,» μου απάντησε.

«Μισός πόντος,» του είπα.

«Χμμμ…» μου έκανε. «Τι έκανα λάθος;»

Αντί απάντησης του έδωσα το χέρι μου. «Έλα μαζί μου,» του είπα. Σηκώθηκε και με ακολούθησε. Πήγα στο κλειστό δωμάτιο, το παλιό το δικό μου, και άνοιξα την πόρτα.

Ill be damned!” μου είπε βλέποντας τον στύλο.

“Yup, I love pole dancing,” του είπα.

«Άρα όντως έκανες στριπτήζ!» μου είπε κάνοντας το 1+1 στο μυαλό του.

“Yup… I’m kinda exhibitionist!”

“May you live in interesting times, and meet interesting people!” μου απάντησε, κοιτάζοντας το στύλο.

Ωραία, έγινα και κινέζικη κατάρα, δαγκώθηκα μέσα μου.

Damn,” έκανε ξανά. “You really are something…” μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Και δεν ήταν άγχος ή φόβος. Ήταν πάθος, ήταν λαχτάρα και… και κάτι παραπάνω. Ήταν γνήσιος θαυμασμός.

«Που να φας τη μακαρονάδα μου,» αστειεύτηκα, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.

«Λύσσα κακιά!» μου έκανε γελώντας. «Βρε, μήπως πεινάς και προσπαθείς να μου το πεις με τρόπο;»

«Με έχεις από εκείνες που ντρέπονται, μωρό μου;» τον ρώτησα και έβαλε τα γέλια.

Touché!”

Επιστρέψαμε στο σαλόνι, αλλά αυτή τη φορά δε με άφησε να κάτσω αντίκρυ, με έβαλε να κάτσω πάνω του, αντικρύζοντάς με.

Και μου έβγαλε τη μπλούζα, κάνοντάς με να μείνω γυμνή από πάνω.

«Αλλάζουμε επίπεδο δυσκολίας!» μου είπε πονηρά.

Im game!” τον διαβεβαίωσα, αν και ανατρίχιασα όταν πέρασε το χέρι του πάνω από τη ρόγα του αριστερού μου στήθους, η οποία έγινε πέτρα σε μια στιγμή.

«Μιας και ανεβήκαμε level, από εδώ και πέρα δε θα λέμε απλά προτάσεις, θα λέμε ιστορίες. Μία αληθινή, μία ψέμα. Είσαι;»

«Είμαι!» τον διαβεβαίωσα στενάζοντας ελαφρά από το ηδονικό του χάδι στο στήθος μου.

«Χίος. Είμαι με την παντρεμένη, που δε γνώριζα ότι ήταν παντρεμένη, όταν επέστρεψε ξαφνικά ο άντρας της. Δεν πρόλαβα να το σκάσω, και έτσι έκανα το μόνο που προλάβαινα, μάζεψα όπως-όπως ρούχα και παπούτσια και χώθηκα κάτω από το κρεββάτι ελπίζοντας να μη με κάνει ο κερατάς τσακωτό!»

«Α, εσύ εδώ πας να στήσεις έπος!» του είπα χαχανίζοντας.

«Τα είπαμε αυτά!» μου έκανε τσιμπώντας μου παιχνιδιάρικα τη ρόγα.

(ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ, ΘΑ ΤΟΝ ΒΙΑΣΩ)

«Η τύπισσα τι έκανε;» ρώτησε στο πουθενά. «Για να μου δώσει χρόνο να το σκάσω, τον παρέσυρε στο μπάνιο υποσχόμενή του ότι θα καταπιεί,» μου είπε και του ξέφυγε ένα γελάκι. «Μάλλον δεν το έκανε συχνά, γιατί ο ίδιος τη ρώτησε μεταξύ σοβαρού και αστείου αν έχει πυρετό. Καύλες έχω, του απάντησε.»

Σταμάτησε τη διήγηση και γέλασε. «Το οποίο δεν ήταν και τελείως ψέμα, την ώρα που ο άντρας της γύρισε αιφνιδιαστικά της έκανα στοματικό!»

Δεν είχα ιδέα αν η ιστορία του ήταν αληθινή ή παραμύθι, αλλά με είχε κερδίσει ολοκληρωτικά. Για να μην αναφέρω το χέρι του που μια με χούφτωνε, μια με τσίμπαγε, και με είχε αποδιοργανώσει τελείως.

«Και;» τον ρώτησα θέλοντας όσο τίποτα να ακούσω τη συνέχεια, και ας ήταν ψέμα.

«Με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να πλυθεί πρώτα, κατάφερε να τον παρασύρει στο μπάνιο. Περίμενα πέντε λεπτά, και μετά προσευχόμενος σε όλο το πάνθεο, βγήκα σαν τον κλέφτη. Άκουσα βογγητά από το μπάνιο,» μου είπε χαχανίζοντας, «προφανώς έδωσε όλη της την τέχνη.»

«Μεγάλο ρίσκο,» παρατήρησα. «Τι θα γινόταν αν τον έκανε να τελειώσει γρήγορα;»

«Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι! Ούτε κάλτσες και εσώρουχο, δεν έβαλα, φόρεσα παντελόνι, και πουκάμισο όπως-όπως, έβαλα τις κάλτσες στα παπούτσια, και με το σώβρακο στο ένα χέρι και τα παπούτσια στο άλλο, βγήκα από την πόρτα της κουζίνας στον κήπο, φόρεσα τα παπούτσια μου όπως-όπως και πήδηξα από την πίσω μάντρα, και μην τον είδατε τον Παναή!»

«Εντάξει, κέντησες!» του είπα.

«Κάτσε να ακούσεις και τη δεύτερη!» μου είπε τσιμπώντας με παιχνιδιάρικα ξανά στη ρόγα.

«Να σε βιάσω πρώτα;» τον ρώτησα και έβαλε τα γέλια.

«Έχουμε χρόνο!» μου έκανε.

(Έτσι ε; θα σε φτιάξω εγώ μεσιέ όταν έρθει η σειρά μου!)

«Ιστορία νούμερο δύο,» ξεκίνησε να μου διηγείται. «Είμαι με την κοπέλα που στην αρχή νόμιζα ότι είναι απλά τουρίστρια. Της είχα πει ότι είμαι δόκιμος και μου είχε πει ότι είχε πάρει μόλις το πτυχίο της στην Αθήνα και είχε έρθει για να περάσει τον Ιούλιο με τους δικούς της και να ξεκουραστεί.»

Έξυσε λίγο αμήχανα το μέτωπό του. «Στο τρίτο ραντεβού κοιμηθήκαμε μαζί,»

“I see a pattern here!” τον πείραξα.

«Ε;» με ρώτησε αφηρημένα και μετά έβαλε τα γέλια. «Μωρό μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» μου έκανε δραματικά.

«Όχι απλά είναι αυτό που νομίζω!» του είπα κάνοντας του ένα ping στη μύτη, «αλλά παίζει να είναι κι άλλα που δεν έχω νομίσει ακόμα!» συνέχισα κάνοντάς τον να γελάσει και πάλι. «Συνέχισε, ρεμάλι!»

«Τέλος πάντων, για να μη στα πολυλογώ, κάποια στιγμή κατά τις τρεις τη γύρισα στο σπίτι της.»

«Και;»

«Και εκείνη τη στιγμή επέστρεφε ο Ταξίαρχος με την Ταξιαρχίνα από κάποια έξοδό τους… και τόμπολα!»

«Σε ήξερε;»

«Όχι, αλλά με έμαθε…» μου είπε κουνώντας το κεφάλι του με απελπισία, κάνοντάς με να κοντέψω να βάλω τα κλάματα από τα γέλια.

«Δε σε κρέμασε;» τον ρώτησα γελώντας ακόμα.

«Ποια είναι η αληθινή ιστορία και ποια η ψεύτικη;» με ρώτησε μη δίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες.

«Η πρώτη είναι έπος,» του απάντησα. «Αλλά δε νομίζω ότι είναι αληθινή. Είναι… είναι πολύ εξωφρενική για να είναι αληθινή! Η δεύτερη, αν και εξίσου επική για το comedic value… είναι πιο γειωμένη.»

“Still waiting for an answer!” μου έκανε.

«Η πρώτη είναι ψέμα, η δεύτερη είναι αλήθεια!» του είπα με σιγουριά.

«Έχασες!» μου είπε παίζοντας σκανταλιάρικα τα βλέφαρά του.

Κοίτα να δεις!



9. Arma virumque cano

«Σειρά σου!» μου είπε.

Sure,” του έκανα και σηκώθηκα από τα πόδια του.

«Γιατί φεύγεις;» με ρώτησε.

«Δε φεύγω, απλά σκοπεύω να σου ανταποδώσω στα ίσια τον αντιπερισπασμό,» του απάντησα, και προς εμπέδωση κάθισα δίπλα του και πέρασα το δεξί μου χέρι κάτω από τη φόρμα του.

Oh!” έκανε καταλαβαίνοντας, και μετά έκανε ένα δεύτερο, πιο παρατεταμένο “Ω”, καθώς το χέρι μου άρχισε να τον χαϊδεύει μέσα από το εσώρουχό του.

«Πρώτη ιστορία,» ξεκίνησα να του λέω με λάγνα φωνή. «Είχαμε πάει Παρίσι με έναν πρώην. Την πρώτη μέρα, όπως ήταν αναμενόμενο, είχαμε ξεθεωθεί στον ποδαρόδρομο, και όταν γυρίσαμε στο δωμάτιο και μπήκαμε στο μπάνιο, εγώ ήμουν κουρασμένη αλλά εκείνος είχε ορεξούλες. Από τη μία δεν είχα διάθεση, ήθελα απλά να μου τρίψει τα πόδια, αλλά από την άλλη δεν ήθελα να τον αφήσω κι έτσι.»

«Μμμ,» μου έκανε, καθώς το παιχνίδι μου είχε κάνει τη φωνή του να πάρει άνευ αποδοχών.

«Κάναμε λοιπόν μια συμφωνία!» συνέχισα τη διήγηση. «Σήμερα θα καθόταν φρόνιμος, και σε αντάλλαγμα αύριο θα με είχε όπως ήθελε.»

«ΑΑΑΑΧ,»

«Σε αποσυντονίζω μωρό μου;» τον ρώτησα συνεχίζοντας το παιχνίδι.

«Κομμάτι!» μου έκανε με κάποια δυσκολία.

«Ήταν και του λόγου του του… δακτυλικού εξάμετρου αλλά είχαμε ένα πρόβλημα… ήταν ευμεγέθης, και με είχε ζορίσει πολύ την μία και μοναδική φορά που με είχε πάρει μέχρι τότε με αυτό τον τρόπο.»

«Μμμ…»

«Ωστόσο το μασάζ του ήταν βάλσαμο, και όταν με ρώτησε μετά με ‘όποιον-όποιον τρόπο;’ τον διαβεβαίωσα ότι ναι, με όποιον-όποιον τρόπο.»

«Ζωή…» μου έκανε ξέπνοα ο Σαράντης. «Αν συνεχίσεις έτσι… η ιστορία σου θα τελειώσει με… διαφορετικό τρόπο!»

Who da boss?” τον ρώτησα προκλητικά.

You! You da boss!” μου είπε ξέπνοος.

Attaboy,” του έκανα και τράβηξα το χέρι μου. «Το επόμενο πρωί λοιπόν, αφού φάγαμε το πρωινό μας, ανεβήκαμε στο δωμάτιο να ντυθούμε και εκεί μου είπε ότι είχε έρθει η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα. Χωρίς λιπαντικό ούτε να το σκέφτεσαι, του είπα, πραγματικά με είχε ζορίσει. Έχω, μου είπε και μου έδειξε μια ατομική μερίδα βουτύρου που είχε πάρει από κάτω.»

«Ωραίος!» μου έκανε ο Σαράντης με τη μιλιά του να έχει επιστρέψει.

«Στο Παρίσι είμαστε, μου είπε, lets have a tango

«Εντάξει, το κέρδισε επάξια, μόνο και μόνο για την ατάκα!» μου είπε με μάτια που έλαμπαν από προσμονή για τη συνέχεια της ιστορίας.

«Δε γαμιέται, είπα μέσα μου. Και αυτό λιπαντικό είναι, και άλλωστε του είχα τάξει όποιον-όποιον τρόπο, και εγώ δεν είμαι από εκείνες που παίρνουν λόγο πίσω.»

«Λοιπόν;» μου έκανε ο Σαράντης με αγωνία, η ιστορία μου τον είχε κερδίσει πλήρως.

«Λοιπόν, γδύθηκα, ξάπλωσα στο κρεββάτι βάζοντας ένα μαξιλάρι κάτω από την κοιλιά μου… και κάθισα να με αλείψει. Το έκανε πολύ αισθησιακά, είναι η αλήθεια, και είχα ανάψει, με αποτέλεσμα να αρχίσω να ανυπομονώ, παρόλο που ήξερα από πείρα ότι μαζί του στην αρχή θα βελάξω.»

Έκανα μια μικρή παύση για να πιώ καφέ υπό τις έντονες διαμαρτυρίες του Σαράντη. «Έλα, μη σταματάς πάνω στο καλύτερο!» μου είπε με θεατρική απελπισία.

«Όποιος βιάζεται σκοντάφτει,» του είπα. «Και αυτό είναι και το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας. Ξαναμμένος εκείνος, ξαναμμένη εγώ…γλίστραγε και το… οδόστρωμα… μπήκε σχεδόν όλος μέσα με την πρώτη.»

«Άουτς!» μου έκανε.

«Άουτς δε θα πει τίποτα! Ξέρεις από Παρίσι;»

«Ναι,» μου απάντησε.

«Ωραία, το ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει ήταν ένα boutique κοντά στο Champ de Mars. Αν δεν ακούστηκα μέχρι το Orlie, να μη με λένε Ζωή!» του έκανα με απελπισία, και έβαλε τα γέλια.

«Τα καντήλια που άκουσαν Μπράντο, Μπερτολούτσι, τα γαλακτοκομικά, και ο πρώην, για όλους τους προγόνους του από τα πρώτους μονοκύτταρους, θα έκαναν τα κόκκινα βελούδα του Moulin Rouge να μοιάζουν με αναιμικές σε περίοδο!»

Και μπορεί ο Σαράντης να μην έπεσε να κυλιστεί στο πάτωμα από τα γέλια, όπως έκανε η γαϊδάρα η κολλητή μου, αλλά του πήρε πολλή ώρα να βρει τις ανάσες του.

«ΠΕΣ ΜΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ! ΣΟΥ ΧΑΡΙΖΩ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΝΤΟΥΣ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ!»

Τι να τον κάνω τον μούργο; «Αληθινή είναι!» του είπα.

«ΕΙΣΑΙ ΘΕΑ! ΘΕΑ!»

«Αν το συνεχίσεις φουκαρά μου,» τον απείλησα, «θα μείνεις στους Aerosmith

Το έπιασε το υπονοούμενο, και αν και ο δικός μου κώλος που είχε τσούξει στο Παρίσι, ήταν ο δικός του που δεν μπορούσε να τον καθίσει στον καναπέ, λες και είχε κάρβουνα να πούμε.

«Είσαι λατρεία ρε μούτρο!» μου έκανε. «Λατρεία!»

«Έτσουξε Θανάση μου!» του έκανα κλαψουρίζοντας.

«Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο, οι ανοιγμένοι πωποί το ξέρουνε μόνο!» μου αυτοσχεδίασε, και μ’ έπιασαν τα γέλια. Και μετά τον έπιασε και δαύτον η μαλακία του και έδωσε ρέστα.

Από που να το πιάσω και που να το αφήσω. Από το «Εξέταση αμυγδαλών με τη μέθοδο της διά βουτύρου κολονοσκόπησης;» Από το «ο τελευταίος οβελίας στο Παρίσι;» Από το «ανασκολοπισμός με Βιτάμ;»

"Who da boss?” με ρώτησε όταν κατάφερα να βρω τις ανάσες μου.

You da boss! You da boss!” του είπα με πάθος ιεροκήρυκα που του έγινε αποκάλυψη.

«Έτσι μπράβο, να σέβεσαι!»

«Θα σέβομαι! Θα σέβομαι!» του είπα κάνοντας ότι φιλάω σταυρό.

«Έλα εδώ,» μου είπε, και με άρπαξε στην αγκαλιά του, και για πότε έμεινα μόνο με το κάτω εσώρουχο ούτε που το κατάλαβα.

Ναι, δεν είχε αυτό στο νου του ο κύριος!

«Πάμε να γέμισε τη μπανιέρα,» μου είπε. «Σου χρωστάω ένα μπάνιο.»

«Είσαι σίγουρος ότι δε θέλεις σε βιάσω πρώτα;» τον ξαναρώτησα γλυκουλινιάρικα.

«Σίγουρος!» μου είπε και σηκώθηκε, και όπως σηκώθηκα κι εγώ, μου έδωσε και μια στα μεριά για να έχω να πορεύομαι. «Προχώρα, βάσανο!»

«Ό,τι πει το αφεντικό!» του έκανα κουνώντας προκλητικά τον κώλο μου, και αρπάζοντας ακόμα μία παιχνιδιάρικη. Πήγαμε και οι δύο στο μπάνιο, και έσκυψα για να γεμίσω τη μπανιέρα.

«Θέλεις να με πεθάνεις γέρο άνθρωπο;» μου είπε και προς στιγμή βραχυκύκλωσα. «Μη σκύβεις έτσι μπροστά μου, θες να σου μείνω;»

Mental note: Not to drop the soap!” του είπα deadpan, και ξεπλήρωσε όλα τα γραμμάτια για τη μαλακία που τον είχε πιάσει πριν, τον έπιασε και εκείνον νευρικό γέλιο και δε μπορούσε να σταματήσει.

Εντωμεταξύ καλά όλα αυτά, αλλά εγώ σύμφωνα με τους πρώην μου είμαι hell spawn και δεν ήθελα να κάνω το Σαράντη βραστό της κατσαρόλας. «Να σου πω, έλα να δοκιμάσεις το νερό, μη μου λες μετά ότι πήγα να σε βράσω!»

Βούτηξε το χέρι του στο νερό που είχε αρχίσει να γεμίζει τη μπανιέρα. «Καλό μου φαίνεται!» μου είπε, κάνοντάς με να τον κοιτάξω με γουρλωμένα μάτια. “What?”

«Σου αρέσει τόσο ζεστό;» τον ρώτησα με απορία.

Oh yes!” με διαβεβαίωσε.

“Ok, I’m officially in love!” του δήλωσα.

«Ενώ πριν;» με ρώτησε προσπαθώντας να πνίξει ένα γελάκι.

«Πριν ήταν unofficial!” του απάντησα deadpan, και αυτή τη φορά δεν κατάφερε να πνίξει το γέλιο του.

Όταν έμπαινα μόνη μου για μπάνιο ήξερα πόσο νερό έπρεπε να γεμίσω τη μπανιέρα για να μη γίνει το μπάνιο Βενετία, ωστόσο μιας και θα μπαίναμε ντουέτο, αποφάσισα “to err on the safe side,” που λένε στο χωριό και έκλεισα το νερό.

«Μεσιέ, για γκελ μπουρντά!»

Έμεινε σε χρόνο ρεκόρ με την αδαμιαία περιβολή και χώθηκε στη μπανιέρα.

«ΑΑΑΑΧ αυτά είναι!»

(Κοίτα να δεις που όντως του αρέσει το καυτό νερό!)

Έβγαλα κι εγώ το εσώρουχό μου, και ο Σαράντης έκανε πίσω-πίσω, και μπήκα κι εγώ προσεκτικά στη μπανιέρα και κάθισα.

«Ναι, θέλει λίγο νερό ακόμα!» είπα μόνη μου και άνοιξα τη βρύση και την άφησα να τρέχει για ένα λεπτό ακόμα και όταν γέμισε εκεί που ήθελα, πήγα προσεκτικά πίσω, άνοιξε τα πόδια του (ναι, έχω μεγάλη μπανιέρα, τρέχει κάτι;) και έγειρα πάνω του.

«Καλώς το μου,» μου έκανε και με αγκάλιασε, με φίλησε στο σβέρκο, και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στομάχι μου.

«Θέλεις να συνεχίσουμε το παιχνίδι;» τον ρώτησα.

«Ναι, αλλά με διαφορετικό τρόπο,» μου απάντησε.

«Πώς δηλαδή;»

«Ο καθένας μας θα κάνει δύο ερωτήσεις, και ο άλλος θα πρέπει να επιλέξει μία, και να την απαντήσει με ειλικρίνεια.»

Ok… εδώ θα μπαίναμε σε βαθιά νερά, και αφελής δεν είμαι, κατάλαβα το σκοπό του παιχνιδιού. Δεν ήταν μόνο η ερώτηση που θα απαντούσες, που έλεγε πράγματα για σένα, το ίδιο έκανε—ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό—η ερώτηση που επέλεγες να μην απαντήσεις.

«Να υποθέσω ότι δεν έχεις δικαίωμα να επαναλάβεις την ερώτηση που δεν απαντήθηκε σε επόμενο γύρο, σωστά;»

«Σωστά,» μου απάντησε.

«ΟΚ, κάνε μου τις δυο ερωτήσεις, έτσι κι αλλιώς θα ήταν σειρά σου.»

«Ερώτηση πρώτη: Πότε συνέβη η σκηνή με το ταγκό στο Παρίσι. Ερώτηση δεύτερη: Πόσο καιρό είστε χωρισμένοι με το Φώτη;»

Επέλεξα να απαντήσω τη δεύτερη ερώτηση. «Πριν οκτώ μήνες.»

«Σειρά σου,» μου απάντησε.

«Ερώτηση πρώτη: Πότε γνωρίστηκες με τη πρώην σύζυγο; Ερώτηση δεύτερη: Πριν από τη σύζυγο, ποια ήταν η μεγαλύτερή σου σχέση;»

«Την Ειρήνη τη γνώρισα όταν ήμουν δόκιμος στην Χίο.»

«Η κόρη του Ταξίαρχου;» τον ρώτησα γυρίζοντας ελαφρά προς το μέρος του.

Yup!” μου έκανε χαχανίζοντας. “Αυτοπροσώπως!»

«Κοίτα να δεις!» του είπα ξαπλώνοντας και πάλι πάνω του. «Εχμ, νομίζω ότι μου βάζεις χέρι!» του είπα, γιατί τα χέρια του μετακινήθηκαν από το στομάχι μου στα στήθη μου.

«Σου είπα είμαι μακαρονάς… και μιας και δε μου έφτιαξες την καθολική καρμπονάρα που μου έταξες, τι να κάνω ο έρμος;»

«Βουνό το δίκιο σου!» του είχα χαχανίζοντας.

«Λοιπόν, ερώτηση πρώτη,» μου είπε και σταύρωσε ξανά τα χέρια το πάνω από το στομάχι μου σταματώντας το χούφτωμα. «Γιατί χωρίσατε με το Φώτη;»

(Ναι, δεν είχε σκοπό να μου το κάνει εύκολο. Sigh…)

«Ερώτηση δεύτερη: Τι σου λείπει περισσότερο από τη σχέση σου με το Φώτη;»

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αποφάσισα να του απαντήσω την πρώτη, και αν η απάντηση δεν τον έκανε να κόψει ρόδα μυρωμένα τότε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα μάθαινε και το δεύτερο. Γύρισα για να μπορέσω να τον κοιτάζω στα μάτια.

«Ήθελε να προχωρήσουμε τη σχέση μας. Ξέρεις… οικογένεια, παιδιά… Κι εγώ… κι εγώ δεν ήθελα.» Γύρισα και τον κοίταξα. «Δε με τρόμαξε η προοπτική του να ζήσουμε μαζί ή ακόμα και να παντρευτούμε.»

Αναστέναξα.

“If it’s a deal breaker for you, the sooner we know, the better.”

«Δεν σ’ αρέσουν τα παιδιά;» με ρώτησε προσεκτικά.

«Μ’ αρέσουν τα παιδιά… των άλλων,» του απάντησα. «Έχω κρατήσει αρκετές φορές τις κόρες του Νικηφόρου, και δεν… δεν ήταν υποχρέωση. Τα λατρεύω τα δυο του διαολάκια. Απλά… απλά… δε θέλω… δεν το έχω να είμαι full time μητέρα… με πνίγει η προοπτική.»

Τα μάτια μου χαμήλωσαν από μόνα τους.

«Ζωή, κοίτα με στα μάτια σε παρακαλώ.»

Σήκωσα το βλέμμα του πάνω μου, και όπως το σήκωσα, έτσι χαμήλωσε από μόνο του.

«Σε παρακαλώ κοίτα με στα μάτια,» μου επανέλαβε, πιο επιτακτικά, και με αρκετή προσπάθεια το κατάφερα.

Its not a deal breaker, ούτε θέλω να κάνω άλλο παιδί, ούτε περιμένω… ούτε περιμένω από εσένα ή την οποιανδήποτε θα έμπαινα μαζί της σε σχέση να… να υιοθετήσει τη Μελίνα.»

«Σαράντη… δεν… δεν έχω πρόβλημα να περάσουμε σαββατοκύριακα μαζί… όταν… όταν κρίνεις ότι μπορεί να με γνωρίσει και ούτε…»

Stop!” μου είπε, και προς στιγμή τρόμαξα. Προς στιγμή μόνο, γιατί με έσφιξε πάνω του. «Θα τη βρούμε την άκρη μας,» μου είπε, φιλώντας με τρυφερά—σχεδόν πατρικά—στο μέτωπο

Τον κοιτούσα ακόμα στα μάτια όταν μου το είπε. Δεν απάντησα, απλά του έγνεψα καταφατικά.

«Λοιπόν, συνεχίζουμε!» μου είπε ανάλαφρα. «Σειρά σου να μου κάνεις δύο ερωτήσεις.»

Εκείνη τη στιγμή χρειαζόμουν κάτι πιο ανάλαφρο. «Ερώτηση 1: Πώς σας έκανε τσακωτούς ο Ταξίαρχος;» είπα και του ξέφυγε ένα χάχανο. Ωραία! Έχει ψωμί εδώ! «Ερώτηση 2: Άνδρας ή γυναίκα σου είχε κάνει πίπα στη σκοπιά;»

«Λοιπόν… Εγώ ως ΔΕΑ Οικονομικού ήμουν στην ταξιαρχία, όχι σε κάποιο τάγμα, το οποίο σήμαινε ότι γνώριζα τον Ταξίαρχο. Εντάξει, όταν λέμε γνώριζα σημαίνει ότι τον έβλεπα συχνά στην ταξιαρχία, όχι ότι πίναμε μαζί μπύρες!»

«Κοιμόταν ο πεθερούλης και η τύχη του δούλευε, ε;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

«Μη νομίζεις, κι εγώ στη μαύρη άγνοια ήμουν!» μου απάντησε.

«Καλά βρε αθεόφοβε, δεν την είχες ρωτήσει για τους γονείς της;»

«Στα πρώτα ραντεβού το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί να μου ανοίξει τα πόδια της, όχι την καρδιά της!»

«Βρε γομάρι!» του είπα χαχανίζοντας και κάνοντάς του ένα ping στη μύτη.

“Guilty as charged! Δεν την πάλευα άλλο με πλύσιμο στο χέρι, είδα μια ωραία κοπέλα που μου είχε γυαλίσει…»

«Και στο τρίτο ραντεβού την κατάφερες;»

Nope,” μου είπε. «Δεν ήμουν ο μόνος που είχε βαρεθεί τη solo καριέρα!» μου είπε, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια. «Η Ειρήνη είχε όντως πάρει το πτυχίο της εκείνη τη χρονιά, και είχε έρθει για να κάτσει δύο εβδομάδες στο νησί, να δει την οικογένειά της, και μετά να επιστρέψει Αθήνα. Μόνη της ήταν, τουρίστρια το έπαιζε, της γυάλισα κι εγώ…»

«Στο δεύτερο;» τον ρώτησα.

Nope!” μου είπε χαχανίζοντας και πάλι. «Γνωριστήκαμε σε ένα beach bar το πρωί, κυλιστήκαμε για πρώτη φορά στην αμαρτία στο πρώτο μας ραντεβού, το ίδιο βράδυ!»

«Κοίτα να δεις η κόρη Ταξιάρχου!» του είπα εντυπωσιασμένη. Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου είχα πλάσει τη γυναίκα του… δεν ξέρω, μαζεμένη! Συντηρητική.

«Λοιπόν, για να μη στα πολυλογώ, στο τέταρτο ραντεβού, της πρότεινα να πάμε σε ένα πιο κυριλέ μέρος. Η αλήθεια είναι ότι… είχα γοητευτεί, και μπορεί να ήταν στη θεωρία σχέση με ημερομηνία λήξης…»

“Oh, the irony of it!” δεν κρατήθηκα.

«Ναι, το σύμπαν έχει χιούμορ!» μου είπε συμφωνώντας. «Τέλος πάντων, είμαστε λοιπόν σε ένα καλό κυριλέ εστιατόριο και τρώμε, και κάποια στιγμή θέλει να πάει στην τουαλέτα. Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει μέσα ο Ταξίαρχος με την Ταξιαρχίνα και το βλέμμα του έπεσε πάνω μου.»

«Και;» τον ρώτησα με αγωνία.

«Όπως σου είπα μπορεί να μην πίναμε μπύρες μαζί, αλλά γνώριζε τη φάτσα μου, οπότε σηκώθηκα ευγενικά για να τον χαιρετήσω. Και πάνω στις χαιρετούρες και τις τυπικές συστάσεις, γυρνάει και η Ειρήνη από την τουαλέτα!»

Δεν κρατήθηκα, έκανα μίμηση drum rolls, κάνοντας τον Σαράντη να βάλει τα γέλια.

«Μαμά! Μπαμπά! είπε η Ειρήνη αποσβολωμένη και στο ορκίζομαι, ένιωσα σκοτοδίνη!» μου είπε, και δεν κρατήθηκα πνίγηκα στα γέλια.

«Ένιωσα σαν Γαλάτης που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι,» συνέχισε, κάνοντάς με να βάλω ακόμα πιο δυνατά γέλια.

«Ο Σαραντίξ και ο Ταξιαρχίξ!» του είπα μέσα σε λυγμούς, είχαν αρχίσει και πάλι και πόναγαν τα πλευρά μου από το γέλιο.

Έβαλε και ο Σαράντης τα γέλια, και είδαμε και πάθαμε για να καταφέρουμε να ηρεμίσουμε.

«Τι έγινε στη συνέχεια;»

«Τι να γίνει… Εγώ να σκέφτομαι σε πιο ξερονήσι θα περνούσα το υπόλοιπο της θητείας μου, η Ειρήνη να έχει μαζευτεί σαν κουτάβι, ο Ταξίαρχος να αναρωτιέται τι αμαρτίες πληρώνει και η Ταξιαρχίνα να το διασκεδάζει απίστευτα με την κασκαρίκα μας.»

Νέος γύρος γέλιου η δικιά σου.

«Από την άλλη, πάλι, η Ειρήνη μεγάλο κορίτσι ήταν, οπότε τι να έκανε ο χριστιανός…» Χαμογέλασε. «Τελικά, δαγκώσαμε τη λαμαρίνα και οι δύο, η Ειρήνη κάθισε ενάμιση μήνα αντί για δεκαπέντε μέρες, και διατηρήσαμε σχέση εξ αποστάσεως μέχρι που τέλειωσα τη θητεία μου…»

“And the rest is history,” συμπλήρωσα εγώ για λογαριασμό του.

It is,” συμφώνησε και μετά άλλαξε θέμα. «Λοιπόν, καλά όλα αυτά αλλά σου έχω τάξει και μπάνιο!»

«Δεν μου το έταξες, το κέρδισα με το σπαθί μου!» του έκανα.

«Βασικά αλλουνού “σπαθί” το κέρδισε,» μου έκανε, και μου ξέφυγε ένα ροχαλητό, «αλλά έχεις δίκιο: you won fair and square

(Το κωλαρίνι μου το ξέρει!)

«Άνοιξε λίγο την τάπα, αλλά μην αφήσεις τη μπανιέρα να αδειάσει μέχρι να τελειώσουμε το λούσιμο!»

You da boss!” του είπα ναζιάρικα και άνοιξα την τάπα για να αδειάσει λίγο η μπανιέρα. Στο μεταξύ άνοιξα και το τηλέφωνο και το άφησα να τρέξει, και όταν το νερό έγινε και πάλι όπως το ήθελα, έκλεισα την τάπα και του έδωσα το τηλέφωνο.

Αφού με ξέπλυνε καλά-καλά, του έδειξα ποιο είναι το μπουκάλι με το σαμπουάν και ξεκίνησε. Ναι, δεν ήταν απλό λούσιμο αυτό που μου έκανε, μασάζ ήταν, μιλάμε έλιωσα. Και το μασάζ δεν περιορίστηκε στο κεφάλι, μου έκανε και στο λαιμό και στους ώμους, και στα μπράτσα. To cut a long story short, όταν τελείωσε και άνοιξα την τάπα για να φύγει το νερό, απορίας άξιο είναι που δεν χύθηκα κι εγώ στην αποχέτευση.

Και αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.

«Και τώρα το κυρίως πιάτο!» μου είπε με ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση. Πήρε το σφουγγάρι μου και αφού το έβρεξε καλά-καλά με ρώτησε με απελπισία ποιο από τα μπουκάλια και τα μπουκαλάκια ήταν το αφρόλουτρό μου. «Γυναίκες!» μουρμούρισε μέσα του και έβαλε μια γενναία δόση στο σφουγγάρι και το έτριψε μέχρι που γέμισε αφρούς.

Άνοιξε το νερό και το άφησε να τρέξει λίγο μέχρι να έρθει και πάλι ζεστό, και ξέπλυνε και πάλι στο σώμα. Όταν τελείωσε, γέμισε τη χούφτα του με αφρόλουτρο, έτριψε τα χέρια του για να το μοιράσει, και άρχισε να το απλώνει σε όλο μου το σώμα.

Και φυσικά αφιέρωσε στα στήθη πολύ περισσότερη ώρα απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν κάνοντάς με να την ακούσω στερεοφωνικά, αλλά όταν πήγε χαμηλότερα την άκουσα και Dolby Surround. Και το γλυκό μαρτύριο συνεχίστηκε με το σφουγγάρι, και απορώ πως κρατήθηκα και δεν του όρμισα, είχα γίνει μπουρλότο.

(Καλά, όχι ότι του λόγου του είχε μείνει ανεπηρέαστος, μιλάμε για κανονική… έπαρση σημαίας.)

(Κύριος όμως!)

(Που π’ ανάθεμά τον, το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να με βάλει κάτω και να μου πετάξει τα μάτια έξω)

Ναι, δεν κατάφερα να κρατηθώ. «Σε θέλω,» του είπα, ακόμα γεμάτη σαπουνάδες.

Τον ένιωσα να ακουμπάει πίσω μου και ήταν σα να με χτύπησε ρεύμα.

«Πόσο με θες;» μου ψιθύρισε στο αυτί, με το χέρι του να κατεβαίνει ανάμεσα στα πόδια μου, και εκεί περάσαμε στο TDX.

«Πολύ!» του είπα με φωνή που ίσα που έβγαινε.

«Πόσο πολύ;» επέμεινε, και ενώ το ένα χέρι του με χάιδευε μπροστά, το άλλο του χέρι άρχισε να με χαϊδεύει πίσω, και για απάντηση πήρε ένα δυνατό βογγητό. Με γύρισε προς τη μεριά του. «Δείξε μου πόσο με θέλεις!» με διέταξε.

(Ναι, διαταγή ήταν)

Χωρίς να χρονοτριβήσω γονάτισα και τον πήρα στο στόμα μου, δείχνοντάς του ακριβώς πόσο τον ήθελα.

Ένιωσα το χέρι του στο κεφάλι μου και άκουσα τα βογγητά του. Δεν είχα ακριβώς αυτό στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτά τα βογγητά, αυτό το τρέμουλο του σώματος όπως τον είχα αγκαλιάσει από τους γλουτούς, αυτοί οι μικροί σπασμοί του με ξετρέλεναν, με αποτέλεσμα να συνεχίσω με ακόμα μεγαλύτερη όρεξη.

Και αποδείχτηκε πως ούτε και ο Σαράντης είχε αυτό στο μυαλό του, καθώς με σταμάτησε. Ακόμα γονατισμένη σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα με ένα μείγμα προσμονής.

«Κι εγώ σε θέλω!» μου είπε και με βοήθησε να σηκωθώ.

Ήμουν ακόμα με τις σαπουνάδες στο σώμα αλλά δεν άνοιξε το νερό. Αντιθέτως με γύρισε από την άλλη πλευρά, μου χούφτωσε τα στήθη και με τα δυο του χέρια και άρχισε να τα μαλάζει απαλά, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να με φιλάει και να με δαγκώνει στο σβέρκο, κάνοντάς με να την ακούσω και πάλι στέρεο.

Άρχισε να μαλάζει το αριστερό μου στήθος πιο δυνατά ενώ το δεξί του χέρι κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια μου και σε συνδυασμό με το όργανό του που τριβόταν πίσω μου προήγαγε το στέρεο σε 7-1, Dolby Surround και THX και τα παπούτσια μέσα!

Δεν χρειάστηκε καν να μπει μέσα μου, και μόνο το παιχνίδι με το δάχτυλό του με έκανε να τρέμω σα να έχω δαγκώσει καλώδιο υπερυψηλής. Και όταν μάλιστα άφησε το στήθος μου και κατέβηκε από πίσω μου, πόσα δακτυλικά εξάμετρα να αντέξω η γυναίκα;

Και άνδρα μοι έννεπε, και μήνιν άειδε θεά, και πως το είπε το άλλο το λατινικό… άρμα κάτι…

Στην αποκορύφωση του οργασμού μου τράβηξε ξαφνικά το δάχτυλο που είχε βάλει πίσω μου και ένας Θεός ξέρει πως δεν κατέρρευσα! Όταν σταμάτησε ένιωθα σαν αθλήτρια που έχει τρέξει μαραθώνιο και στον τερματισμό της είπαν «ναι, δεν κατάλαβες, έχει και επιστροφή.»

(Και εννοείτε ότι ακούστηκα και λίγο παραπάνω…)

Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση μετά από αυτό να τον αφήσω έτσι. Γύρισα προς τη μεριά του και γονάτισα, παίρνοντάς τον και πάλι στο στόμα μου αλλά αυτή τη φορά το έκανα μόνο και μόνο για να γίνει έπαρση σημαίας γιατί δεν είχα σκοπό να τον αφήσω με μια απλή πίπα.

Ήταν επικός οργασμός και το έπος απαντιέται με έπος, if you get me.

Σηκώθηκα όρθια και τον αγκάλιασα πλέκοντας τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του και τα χείλη μου αναζήτησαν τα δικά του. Με κόλλησε πάνω του και με φίλησε βαθιά και ήμουν εγώ που σταμάτησα το φιλί.

«Έλα να ξεπλυθούμε!» του έκανα, και άνοιξα το νερό και όταν έφτασε στη σωστή θερμοκρασία, ξεπλύθηκα καλά-καλά σε όλο μου το σώμα και μετά βγήκα για να σκουπιστώ αφήνοντάς τον να ξεπλυθεί και εκείνος.

«Στάσου μύγδαλα!» μου είπε όταν με είδε να πάω να βγω από το μπάνιο.

«Επιστρέφω αμέσως, μην κουνηθείς!» του είπα με φωνή γεμάτη υπόσχεση και πήγα σχεδόν κουτρουβαλώντας στο δωμάτιο μου και άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου μου.

Εκεί, δίπλα στο κουτί με τα προφυλακτικά, είχα επίσης και δύο σφήνες από εποχές Φώτη—μια μικρή και μια μεγαλύτερη—και λιπαντικό, γιατί με το Μίλτο δεν είχαμε χορέψει ταγκό μόνο στο Παρίσι—αν με πιάνετε—και όπως είπα το αγόρι είναι ευμεγέθης.

Άφησα στο συρτάρι τα προφυλακτικά, που δεν χρειαζόντουσαν, και πήρα μαζί μου το λιπαντικό, που χρειαζόταν ιδιαιτέρως, μπορεί ο Σαράντης να μην είχε το μέγεθος του Μίλτου, αλλά η τσουτσού του δεν ήταν ακριβώς μικρή και τριανταφυλλένια, που λέει το άσμα.

Επέστρεψα στο μπάνιο φουριόζα, ο Σαράντης ήταν ακόμα γυμνός στη μπανιέρα.

«Πού πήγες βρε τέρας;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

«Θυμάσαι την Τετάρτη που μου έλεγες ότι οι συγκυρίες βοηθούν τον προετοιμασμένο;» τον ρώτησα παιχνιδιάρικα και του έδειξα το λιπαντικό.

(Ναι, εννοείται ότι το έπιασε το υπονοούμενο, αλλά δε θα ήταν Σαράντης αν δεν έκανε και εκεί χαβαλέ!)

Again, EPIC ON SO MANY LEVELS!” μου έκανε το σούργελο, και έβαλα τα γέλια.

Μπήκα στη μπανιέρα και γονάτισα και πάλι και η έπαρση σημαίας δεν πήρε παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα.

(Και αρτίστα και μερακλού, χα!)

Σηκώθηκα και με γύρισε και πάλι, και εκεί είχαμε και την εισαγωγή στο δακτυλικό εξάμετρο—pun intended—καθώς μου άπλωσε προσεκτικά το λιπαντικό.

Σταμάτησε και τον ένιωσα να τρίβεται από πίσω μου.

«Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε. «Ζωή, δεν… δεν χρειάζεται…»

Αντί απάντησης του τρίφτηκα τουρλώνοντας τα μεριά μου.

Βέβαια όπως πάντα στην αρχή είχε κάτι από «Μήνιν άειδε Θεά,» καθώς πονάει το ρημάδι—και όπως είπα είναι και του λόγου του αρκετά προικισμένος—αλλά σάλιο και υπομονή που λένε και στο χωριό.

Ή έστω καλό λιπαντικό.

Και μετά άρχισε το έμβολο και ένα βέλαγμα το έριξα, ψεύτρα μην είμαι, αλλά όταν με άρπαξε και από τα δύο στήθη, το βέλαγμα γύρισε σε άρια, αν μ’ εννοείτε, ειδικά όταν άρχισαν τα πρώτα χαστουκάκια στα μεριά.

Καλά, όχι ότι πρόλαβα να το χαρώ ιδιαίτερα, ο ενθουσιασμός του παραήταν μεγάλος γιατί ούτε δύο λεπτά δεν άντεξε ο φουκαράς. Κοκάλωσε και τον ένιωσα μέσα μου να κάνει σπασμούς συνοδευόμενα από τα βογγητά του.

Τραβήχτηκε προσεκτικά. “Ok, this is awkward,” μου είπε όταν βρήκε τις ανάσες του.

Γύρισα και τον χάιδεψα τρυφερά στο πρόσωπο. “As long as it was epic!” του είπα χαδιάρικα, κάνοντάς του ένα απαλό ping στη μύτη.

«Δε φάνηκε;»

«Δεν έβλεπα, με είχες σκυμμένη να κοιτάω τον τοίχο!» τον πείραξα, για να κερδίσω ακόμα ένα χαστουκάκι στα μεριά. «Σαράντη, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σε ταΐσω, βαράς σαν κοριτσάκι!» του πέταξα το δόλωμα το οποίο κατάπιε σα χάνος!

«Ναι, ε;» μου έκανε δήθεν απειλητικά και μου έριξε μια αρκετά πιο δυνατή στα μεριά.

«ΑΧΝΕ!» του έκανα προκλητικά, και πέντε λεπτά αργότερα, και με τα μεριά μου κόκκινα, ακολούθησε και δεύτερος γύρος, και αυτή τη φορά ούτε έπαρση σημαίας δε χρειάστηκε—του είχε γίνει ήδη κατάρτι.

Έβαλε το προφυλακτικό του, με έβαλε να σκύψω, μπήκε προσεκτικά μέσα μου, από μπροστά αυτή τη φορά, και που σε πονεί και που σε σφάζει—και δεν εννοώ μόνο τα δυνατά χαστούκια στα μεριά μου.

Και αυτή τη φορά είχε και περισσότερες αντοχές και αν προηγουμένως είχα ακουστεί σόλο, τώρα ακουστήκαμε και ντουέτο.

«Να δω τι θα πω στους γείτονες που θα με αγριοκοιτάνε από αύριο,» αστειεύτηκα όταν επιτέλους βρήκα τις ανάσες μου.

“Tell them that this was the shape of things to cum!”

WUT?

Και κάπως έτσι έμαθα και τον H.G. Wells.


10. Smack my bitch up

Αφού σκουπιστήκαμε καλά, ντυθήκαμε όπως-όπως και επιστρέψαμε στην κουζίνα, γιατί του είχα τάξει την καρμπονάρα την ορθόδοξη—ή έστω την καθολική—και εγώ όπως είπα λόγο πίσω δεν παίρνω, και ας τσούζει καμιά φορά ο Θανάσης.

Δε βαριέσαι, όπως είπαμε είναι να μη γλυκαθείς όταν δοκιμάσεις τον απαγορευμένο καρπό.

«Θες βοήθεια;» με ρώτησε ο γλυκούλης μου.

«Παρέα θέλω!» του δήλωσα και ξεκίνησα την προετοιμασία.

Δηλαδή τι προετοιμασία, απλά έβαλα νερό στην κατσαρόλα και το άναψα το μάτι.

«Ωραία, σειρά μου να διαλέξω παιχνίδι!» του είπα.

«Αμέ!» μου απάντησε πρόθυμα.

«Πες μου κάτι για σένα που δε θα μπορούσα να φανταστώ!»

«Χμμμ…» μου έκανε. «Σαν άτομο δε με λες και ιδιαίτερα απρόβλεπτο, εννοώ what you see is mostly what you get…»

«Ε, δε μπορεί…» επέμεινα εγώ, «όλο και κάτι θα υπάρχει!»

«Ας πούμε δε με απασχολούν ιδιαίτερα τα αθλητικά, ή μάλλον, δεν έχω τα συνηθισμένα γούστα,» είπε και σταμάτησε για λίγο σα να το σκεφτόταν. «Για παράδειγμα προτιμώ ενόργανη και καλλιτεχνικό πατινάζ από το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ. Ή ας πούμε μεταξύ μιας πρόσκλησης για τον τελικό του Champions League και μιας πρόσκλησης για παράσταση ενός μπαλέτου, θα προτιμήσω το δεύτερο!»

“Prepare to have your work rocked!” του είπα γελώντας πονηρά.

«Σ΄ αρέσει το ποδόσφαιρο;» με ρώτησε με απορία.

Αντί απάντησης σηκώθηκα και του έκανα split στο πάτωμα της κουζίνας, κάνοντάς τον να βαρέσει tilt.

«Ενόργανη γυμναστική από τα οκτώ μέχρι τα δεκάξι μου,» του είπα κλείνοντάς του το μάτι με νόημα. «Και μπορεί να σταμάτησα την ενασχό-ληση αλλά δεν αφέθηκα να σκουριάσω.»

Ill be damned,” μου απάντησε εντυπωσιασμένος.

«Γατάκι,» του είπα παιχνιδιάρικα, και αυτή τη φορά το έκανα ακόμα πιο εντυπωσιακά: στον τοίχο αντί για το πάτωμα. «Τι έλεγες;»

«Πώς είπαμε πως με λένε;» με ρώτησε θεατρινίστικα, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

John Wick!” του απάντησα. «Αν κρίνω από το όπλο!»

Ο Σαράντης χαμήλωσε το βλέμμα του ασυναίσθητα προς τη φόρμα του, που σαν κάτι να εξείχε.

Sorry, not sorry!” μου απάντησε με τη σημαία ψηλά στον ιστό.

«Φρόνιμα μούργο,» του έκανα χαχανίζοντας. «Να σε ταΐσω πρώτα!»

«Σβήσε το μάτι!» μου δήλωσε χωρίς περιστροφές.

Or what?” του έκανα προκλητικά, και μια γερή στα μεριά αργότερα βρεθήκαμε κουτρουβαλώντας στο δωμάτιό μου με τα ρούχα μας πεταμένα σε όλη τη διαδρομή.

Τα προκαταρκτικάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ διήρκησαν όσο να βάλει το προφυλακτικό, και… αν δεν μας χτυπήσουν κάποια στιγμή την πόρτα με δαυλούς και δικράνια οι εξαγριωμένοι γείτονες θα είναι γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη στο σύμπαν.

Αν και ξεκινήσαμε ορθόδοξα και ιεραποστολικά, γρήγορα το γυρίσαμε στο ride of the Valkyries γιατί στο αγόρι του άρεσε να είναι ξάπλα κι εγώ από πάνω του, και στο τέλος το γυρίσαμε στο ροντέο και μπορεί να μην έτσουξε επικώς (no Θανάσης, no party) αλλά στο τέλος σαν να έτσουζαν τα μεριά μου από τα σκαμπίλια που έφαγαν όσο παίζαμε ροντέο.

Και στο τέλος ο καλούλης μου, μου έβαλε και ενυδατική και με έτριψε απαλά και μου έκανε και τα κωλομέρια μάκια να περάσουν, που η αλήθεια είναι ότι είχαν αναψοκοκκινίσει.

«Δε θα μπορώ να κάτσω αύριο!» του ψευτογκρίνιαξα.

«Α, μπα, δε βαράω σαν κοριτσάκι τώρα;» με ρώτησε προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο του.

«ΧΡΜΦ!» του έκανα και καλά μουτράκια, αλλά μετά με πήρε αγκαλιά και με φίλησε, και ανάθεμά με κάνω σαν δεκαπεντάχρονη.

(Που στα δεκαπέντε μου, στην πρώτη μου σχέση—και γενικά πρώτο μου σε σχεδόν όλα Μάριο—πιο μαζεμένη ήμουν και ας του έριχνα και ένα κεφάλι στο μπόι, 1,75 εγώ τότε, 1,65 εκείνος!)

Μεγάλη ιστορία ο Μάριος, ακόμα και όταν χωρίσαμε, παραμείναμε φίλοι και μέχρι τα εικοσιδύο που γνώρισα το Φώτη, είχαμε και benefits όταν τύγχανε να είμαστε και οι δύο ελεύθεροι. Μετά το Φώτη δεν είχε φίκι-φίκι καθώς ο Μάριος ήταν πλέον σε σχέση με την τότε κοπέλα του—και νυν σύζυγό του—Άννα.

(Να θυμηθώ να τον πάρω τηλέφωνο το μαλάκα να δω τι κάνει, έχουμε να τα πούμε πάνω από δίμηνο.)

«Να δω πότε θα φτιάξουμε αυτή τη ρημάδα την καρμπονάρα!» μου είπε.

«Α, ωραία, κατηγόρησέ μας τώρα και για αποπλάνηση!» τον πείραξα και μου άρχισε την καντάδα.

«Με παρέσυρε το ρέμα, μάνα μου δεν είναι ψέμα…»

«Άντε, σήκω αχαΐρευτε!» του έκανα «και κοίτα αυτή τη φορά να είσαι φρόνιμος!»

Or else?” μου έκανε και πάλι προκλητικά.

«Είμαι 27, πρώην αθλήτρια και με σημαντικά μεγαλύτερες αντοχές, άκλαυτος θα πας φουκαρά μου!» του απάντησα αυτάρεσκα.

«Πονάν μωρέ τα παλικάρια;» μου έκανε με στόμφο.

«Είναι που δεν έγινε το δικό τους κωλαρίνι κόκκινο!» του απάντησα κοιτάζοντας τον με μισό μάτι.

«Σε πόνεσα σουσουραδίτσα;» με ρώτησε ξαφνικά ανήσυχος.

«Όχι βρε, σε πειράζω!» του είπα τρυφερά. «Αν δεν άντεχα δε θα στο είχα πει;»

Με κοίταξε για μερικές στιγμές σκεπτικός. «Τώρα σε μαθαίνω… ναι, φαντάζομαι ότι θα μου το έλεγες… αλλά επειδή έχω καεί με το χυλό…»

(Ώπα?)

Δε μίλησα πάντως, έμεινα σιωπηλή, δίνοντάς του την επιλογή αν θέλει να συνεχίσει ή να αλλάξει κουβέντα και ο Σαράντης επέλεξε κάτι ενδιάμεσο.

«Θα… θα στο πω κάποια στιγμή, αλλά δεν είναι της παρούσης.»

«Όποτε και αν το θελήσεις,» του απάντησα κοιτάζοντάς τον χαμογελαστή. «Έλα, πάμε τώρα να φτιάξουμε αυτή την καρμπονάρα!»

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στην κουζίνα, και αυτή τη φορά φρονίμως ποιώντας αμφότεροι αφήσαμε τις ιστορίες γι’ αγρίους για άλλη στιγμή. Καλά, όχι ότι κάτσαμε αμίλητοι λες και είχαμε δώσει κανένα όρκο σιωπής, να πούμε, αλλά ήταν κυρίως χαζοκουβέντα για να περάσει η ώρα.

Η καρμπονάρα είναι εύκολο και γρήγορο φαγητό, οπότε μισή ώρα αργότερα, και για πρώτη φορά, ο Σαράντης δοκίμασε τη μαγειρική μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι πολύ της κουζίνας, ούτε ξέρω, ούτε ενδιαφέρομαι να μάθω να φτιάχνω πολύπλοκα φαγητά, αλλά ξέρω να φτιάχνω καλά πολλών ειδών μακαρονάδες και ομελέτες, και για την αλητεία είχα μάθει να φτιάχνω και χανούμ, το οποίο το είχα μάθει σε διακοπές που είχαμε πάει με τον Φώτη στη Σίφνο.

Ο Σαράντης από την άλλη ήταν τελείως διαφορετικός, όταν είχε χρόνο του άρεσε να μαγειρεύει, και όχι μόνο κινέζικο, μέχρι και σπανακόπιτα από τα χεράκια του μου έταξε, και πως κρατήθηκα και δεν τον πήγα μέσα για… τρίτο γύρο ανάκρισης, η ψυχούλα μου το ξέρει.

Δεν τον ρώτησα αν του άρεσε, υποθέτω ότι το δεύτερο πιάτο που μου ζήτησε δεν ήταν για το θεαθήναι, ειδικά όταν μου το γυάλισε και αυτό.

«Θες να σου βάλω κι άλλο;» τον ρώτησα ενθουσιασμένη που του άρεσε η καρμπονάρα μου.

«Όχι, θα αρχίσει να μου βγαίνει από τη μύτη!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Αλλά… αν θες… ένα ταπεράκι θα το έπαιρνα, φεύγοντας!» συνέχισε, κάνοντας με να λιώσω και πάλι.

«Αμέ!» του απάντησα με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό.

Με βοήθησε να μαζέψω το τραπέζι και να παρατήσουμε χωρίς ντροπή τα πιάτα στο νεροχύτη και επιστρέψαμε στο σαλόνι, όπου βρήκαμε κατειλημμένο τον καναπέ από τα τριχωτά μου καθάρματα.

Ναι, μπορεί ο Σαράντης να ψάρωσε λίγο αλλά σε μένα δεν έχει τέτοια, οπότε κάθισα και του έκανα νόημα να έρθει να καθίσει δίπλα μου και εκείνος. Τα καθαρματάκια μου μας κοίταξαν αποδοκιμαστικά και άλλος για Χίο τράβηξε άλλος για Μυτιλήνη, αφήνοντάς μας έτσι στην ησυχία μας.

Άνοιξα ξανά την τηλεόραση του σαλονιού να παίξει Rock FM και βολεύτηκα στην αγκαλιά του.

«Γιατί σταμάτησες τη γυμναστική;» με ρώτησε χαϊδεύοντας αφηρημένα τα μαλλιά μου.

«Και πολύ άργησα,» του εξήγησα αναστενάζοντας.

«Δε σου άρεσε;» με ρώτησε παραξενεμένος.

«Μια χαρά μου άρεσε,» απάντησα ξεφυσώντας, «το ύψος μου ήταν το πρόβλημα.» Γύρισα και τον κοίταξα. «Ανέκαθεν ήμουν ψηλή για την ηλικία μου, αλλά μέσα σε τρία χρόνια το 1,60 έγινε 1,79 και… Γουλιέλμος, τέλος.»

Έγνεψε καταλαβαίνοντας. «Οι προσγειώσεις, ε;» με ρώτησε συνεχίζοντας να με χαϊδεύει τρυφερά.

«Ακριβώς,» του είπα γνέφοντας καταφατικά. «Από ένα σημείο και πέρα ήταν σα να πηδούσα από το δεύτερο όροφο,» του είπα στενάζοντας. «Τη λάτρευα την ενόργανη αλλά πλέον το σώμα μου δε μπορούσε να ακολουθήσει.»

Με έσφιξε ακόμα πιο δυνατά πάνω του και μου φίλησε τα μαλλιά.

«Από την άλλη δεν είμαι και άνθρωπος που αφήνεται να τον πάρει από κάτω, οπότε έστρεψα το ενδιαφέρον μου στο χορό!»

«Στύλο; Πώς ξεκίνησες;»

«Είναι ολόκληρη ιστορία!» του απάντησα.

(Και τι ιστορία, περιλαμβάνει στριπτίζ, challenge και κατάδυση πίσω από πάγκο… αν μ’ εννοείτε…)

«Είμαι όλος αφτιά, αν θέλεις να μου την διηγηθείς,» με διαβεβαίωσε.

«Εχμ… είναι… πιπεράτη!» του απάντησα ελαφρά ντροπαλά.

«Κάπως ήμουν σίγουρος» μου είπε γελώντας και ανακατεύοντας παιχνιδιάρικα τα μαλλιά μου. «Λατρεύω τις πιπεράτες ιστορίες,» συνέχισε με ενθουσιασμό αλλά μετά μαλάκωσε. «Αν ζορίζεσαι άστο, ίσως κάποια άλλη φορά.»

«Για σένα το κάνω,» του είπα πειρακτικά. «Γιατί θα μου γίνεις και πάλι John Wick και είσαι και σε κρίσιμη ηλικία!»

«John Wick Ιπποκλείδης,» μου απάντησε deadpan και έβαλα τα γέλια.

Ok, then!” του είπα, και ξεκίνησα να διηγούμαι την ιστορία.

Πάρος, 2020

Μόνη εγώ, μόνη και η Ελένη, και έχοντας φάει τη φρίκη τη ζωής μας από το lockdown του Covid, αποφασίσαμε να πάμε για ένα YOLO δεκαήμερο στην Πάρο.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά ο Μάριος είχε περάσει βαριά τον covid—και δε λέω, φιλαράκι και τον αγαπάω, αλλά η μπάλα είχε πάρει και τις θρυλικές αντοχές του, κάνοντας τα benefits να πάνε περίπατο—και το κορίτσι ήθελε και παιχνίδι.

Έχοντας περάσει αμφότερες Covid σαν ελαφρύ κρυολόγημα—εγώ ούτε καν δέκατα δεν είχα σηκώσει, απλά για δυο-τρεις μέρες είχα απώλεια γεύσης και κούραση—πήγαμε αποφασισμένες να ξεσκάσουμε για την κλεισούρα τόσων μηνών.

Είναι η έκτη μέρα στο νησί, και το κοντέρ έχει γράψει ήδη τρεις για μένα, ενώ η Ελένη είναι ακόμα στον πρώτο. Κι εγώ στον πρώτο θα είχα μείνει αν ο μαλάκας δεν έφευγε την επόμενη, οι επόμενοι δύο left things to be desired, κι εγώ δεν είχα πάει εκεί για να βρω τον έρωτα της ζωής μου. Ήθελα σεξ και ήθελα να το απολαύσω.

Wham bam thank you ma’am, εσύ; TYN εγώ.

Είμαστε σε κάποιο μπαρ στην Νάουσα, ούτε καν θυμάμαι ποιο, και τα έχω κοπανίσει για τα καλά. Η Ελένη φασώνεται με το γκόμενο, κι εγώ φλερτάρω με τον μπάρμαν που μου την έχει πέσει σα να μην υπάρχει αύριο—πράγμα που δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα αν μου έβγαινε και αυτός φόλα.

Είχα πει σε ανυποψίαστη στιγμή στο μπάρμαν ότι μικρή έκανα ενόργανη γυμναστική και μετά το γύρισα στο χορό, και κάποια στιγμή βρέθηκα πάνω στο μπαρ να χορεύω τσιφτετέλι—και όχι να το παινευτώ αλλά είμαι καλή.  Από κάτω σφυρίγματα και επιδοκιμασίες, και άλλο που δεν ήθελε η δικιά σου, καθώς μια ψωνάρα την κουβαλάω.

Κάποια στιγμή άλλαξε η μουσική, οπότε κατέβηκα από το μπαρ και κάθισα για να συνεχίσω το ποτό μου. Ο Τέλης, έτσι λέγανε το μπάρμαν, που όλη αυτή την ώρα που χόρευα θαύμαζε ως επί το πλείστον τα οπίσθιά μου, με κέρασε ακόμα ένα σφηνάκι.

«Προσπαθείς να με μεθύσεις;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

«Λιγάκι,» μου είπε παραδεχόμενος τις πομπές του.

«Θα βάλεις το μαγαζί μέσα,» του είπα βγάζοντας πειρακτικά τη γλώσσα μου. «Έχω εξαιρετικές αντοχές!»

(Εντωμεταξύ εγώ ντίρλα, έτσι; Καλά, όχι να πέσω σε κώμα, αλλά οι συστολές μου—που δεν είναι και ιδιαίτερα μεγάλες—μας είχαν αφήσει χρόνους εδώ και ώρα…)

Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η Ελένη που είχε καταφέρει να ξεκολλήσει για λίγο από τον δικό της.

«Μπα, μας θυμήθηκες ρε μωρή;» της είπα όταν ήρθε δίπλα μου.

«Ήρθα για να σου δώσω τα συχαρίκια για το κούνημα!» μου είπε κοροϊδευτικά και άρχισε να μου τραγουδά Καζαντζίδη ρε μαλάκα! ‘Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ / Τσιφτετέλι τούρκικο, νινανάι γιάβρουμ νινανάι νάι…’»

«Έτσι και μου βάλει Prodigy, θα τα πετάξω όλα!» της είπα, και ο Τέλης το άκουσε.

“Challenge accepted!” μου είπε και έβγαλε ένα πενηντάρικο και το και το έβαλε με δύναμη πάνω στο μπαρ.

«Μέσα,» του είπα και έβγαλα κι εγώ ένα πενηντάρικο και το έβαλα πάνω στο δικό του.

“Ok, I’m staying for the LOLs,” είπε η Ελένη.

«Και τι θα πεις στο αγοράκι σου που σε περιμένει για το διά ταύτα;» την ρώτησα πειρακτικά.

«Υπομονή και ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός!» μου απάντησε και βάλαμε και οι δύο τα γέλια.

«Κερασμένα!» είπε ο Τέλης και ακούμπησε ακόμα δύο σφηνάκια στον πάγκο.

“Cheers!” κάναμε αμφότερες και ήπιαμε τα σφηνάκια μας.

Και λίγη ώρα αργότερα η μουσική άλλαξε. Όχι απλά άλλαξε, απλά σταμάτησε για μερικές στιγμές και μετά ξεκίνησε η εισαγωγή του επόμενου κομματιού: Prodigy, smack my bitch up.

Ο Τέλης με κοίταξε προκλητικά. «Γατάκια!» τους έκανα και σκαρφάλωσα χωρίς δεύτερη σκέψη πάνω στη μπάρα.

Εκείνο το βράδυ είχα βάλει ένα από τα πιο σέξι set pieces μου: crop top με βαθύ V και κορδόνια, και μίντι φούστα με μακρύ σκίσιμο, και μπορεί εξ αρχής να μην άφηνε και πολλά περιθώρια στη φαντασία, αλλά όταν άρχισα λικνιζόμενη στο ρυθμό να λύνω τα κορδόνια, ας πούμε ότι έγινα και πάλι το κέντρο της προσοχής του μαγαζιού.

Change my pitch up
Smuck my bitch up
Change my pitch up
Smuck my bitch up
Change my pitch up
Smuck my bitch up

Και όχι απλά χόρευα, έριχνα και στα μεριά μου σε κάθε “Smuck,” γιατί αν είναι να κάνεις κάτι να το κάνεις σωστά.

Long story short, το τέλος του κομματιού με βρήκε γυμνή από πάνω, με το μόνο με το δαντελωτό μου εσώρουχο από κάτω, και κατά πενήντα ευρώ πλουσιότερη.

(Στην ντίρλα μου δεν είχα σκεφτεί ότι την εποχή των κινητών τίποτα όλα μπορούν να βγουν στη φόρα, και τι καλά που θα πήγαινε αν έβρισκαν οι δικοί μου κανένα τέτοιο βίντεο στο internet…) 

Τώρα

«Την υπόλοιπη ιστορία αργότερα!» του είπα με φωνή γεμάτη υπόσχεση.

Oh yes!” μου είπε με νόημα. «Και αν ω μη γένοιτο πέσει ποτέ κανένα τέτοιο βίντεο στα μάτια των δικών σου, εδώ είμαι εγώ!»

“The crisis manager expert to the rescue!” είπα χαϊδεύοντάς του το χέρι. «Pro bono φαντάζομαι!» συνέχισα πειρακτικά.

«Ο τσάμπας πέθανε!» μου είπε με στόμφο. «Αλλά για εσάς θα κάνουμε εξαίρεση, θα δεχτούμε πληρωμή σε είδος!» συνέχισε προσπαθώντας με δυσκολία να κρατηθεί σοβαρός.

«ΙΙΙΙ! Δεν ντρέπεσαι βρε παλιοεκβιαστή;» του έκανα συνοδευόμενο από ένα δυνατό ping στη μύτη.

«Αρχικά δεν είναι εκβιασμός!» με διόρθωσε, «πληρωμή υπηρεσιών είναι!» Και μετά με χούφτωσε κανονικά και με το νόμο.

«Έχει και προκαταβολή;» τον ρώτησα συνεχίζοντας το παιχνίδι.

(Η Ελένη με κατηγορούσε ότι… εκπορνευόμουν για ένα κομμάτι παστίτσιο από τα χεράκια της κυρά-Βασιλικής, οπότε την πληρωμή σε είδος που είχε στο νου του ο… όχι-εκβιαστής, το λες και πρόοδο!)

«Αυτό!» μου είπε, αρχίζοντας να μαλάζει το στήθος μου, «δεν είναι προκαταβολή!»

«Είσαι “οπλισμένος”, μου ζητάς πληρωμή σε είδος και με χουφτώνεις, τι είναι αυτό δηλαδή;»

«Η πληρωμή σε είδος που είχα στο μυαλό μου ήταν μακαρονάδες!» μου είπε προσπαθώντας να μη γελάσει. «Αλλά μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» συνέχισε, και αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί.

Έβαλα κι εγώ τα γέλια, τι να κάνω; Με είχε παίξει σα φτηνή κιθάρα και κατάπια το δόλωμα σα χάνος. Και όχι τίποτε άλλο αλλά είχα αρχίσει να γίνομαι και πάλι πύραυλος… and why not?

Χούφτωμα εσύ; Χούφτωμα εγώ και να δούμε ποιος θα κάνει chicken πρώτος, και αμ έπος αμ έργο, πέρασα το χέρι μου κάτω από τη φόρμα του και πήρα τον John Wick Ιπποκλείδη Jr στο χέρι μου.

Βυσσινί Θύελλα, σούζα τ’ αλογάκι! Ι-ΧΑ!

Και ούσα γνήσιο ταπεινόΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ μποτομάκι, αυτό κάπως κατέληξε να με βρει γονατιστή, γυμνή από πάνω και με το στόμα γεμάτο, και φυσικά ακολούθησε η δεύτερη δόση πρωτεΐνης της ημέρας, ούτε body builder στον όγκο να ήμουν!

Στο μεταξύ ο γλυκούλης μου είχε πιάσει και πάλι σύνδεση με το πάνθεο! Άντρες ρε φίλε, κάνε τους μια πίπα και παρ’ τους την ψυχή. Καλά το λένε, η πίπα στα αγοράκια είναι το φάρμακο για «πάσαν νόσο και πάσα μαλακία,» που έλεγε και ο Μαθιός.

(Βέβαια αλλιώς το εννοούσε ο χριστιανός—ή έστω, ευαγγελιστής—αλλά σε σχέση με την πίπα ταίριαζε γάντι η σύγχρονη έννοια: θα έπρεπε να είσαι συγκλονιστικά ανίκανη στις πίπες για να προτιμήσει ο δικός σου πλύσιμο στο χέρι!)

«Σαράντη σε λένε,» του… υπενθύμισα γελώντας, με το που σηκώθηκα.

«Σαράντα παλικάρια!» άρχισε να μου τραγουδάει και τον διέκοψα.

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΟΣΟ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ!» του είπα με προσποιητή απελπισία κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

«Χώρια που θα σ’ έπιανε το στομάχι σου!» μου είπε γελώντας ακόμα.

«Μπα,» του απάντησα deadpan, «αυτό δεν είναι πρόβλημα. Μην κοιτάς που η αφεντιά σου ανήκει στους εκλεκτούς, δεν καταπίνω σε όλους!» του δήλωσα σοβαρά, και μετά συνέχισα το χαβαλέ.

«Οι κράμπες στο σαγόνι…» Παύση. «Ναι, θα ήταν πρόβλημα!» συμπλήρωσα, κάνοντάς τον να βάλει ακόμα πιο δυνατά γέλια!»

«Είσαι απίστευτη!» μου είπε τραβώντας με πάνω του.

«Α!» του είπα ξαφνικά, ταράζοντάς τον, γιατί ό,τι θυμάμαι χαίρομαι. «Εσύ με έχεις φωτογραφία στο κινητό, εγώ δε σ’ έχω!» συνέχισα κάνοντάς του φατσούλα.

Κοίταξε ασυναίσθητα κάτω, το παντελόνι της φόρμας και το μποξεράκι ήταν ακόμα κατεβασμένα χαμηλά. «Ναι, μη με τραβήξεις τώρα!»

Τον κοίταξα χαμογελώντας πονηρά και χαμήλωσα και πάλι το χέρι μου προς τα κάτω.

«ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ!» μου είπε με προσποιητή απελπισία.

Τον άφησα να σηκωθεί ώστε να μπορέσει να σηκώσει το παντελόνι του.

«Η κοτούλα κο-κο-κο!» του έκανα τραγουδιστά, συνεχίζοντας το δούλεμα.

«Σε τρώει πάλι το επικό κωλαράκι σου, σουσουραδίτσα;» με ρώτησε με το πρόσωπό του συσπάστηκε  στην προσπάθεια να κρατηθεί σοβαρός.

«Μη μου αλλάζεις εμένα κουβέντα!» του έκανα χτυπώντας τον επιδεικτικά με το δάχτυλο στο στήθος.

“Si padrone!”

Χρειάστηκε να τον τραβήξω πέντε φωτογραφίες μέχρι να πετύχω αυτή που ήθελα, και ο Σαράντης—που με δυσκολία κρατιόταν σοβαρός—δε βοήθησε καθόλου.

«Πότε θα μου πεις τη συνέχεια της ιστορίας;» με ρώτησε όταν με τα πολλά κάθισα δίπλα του.

«Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα;» τον πείραξα. «Μετά το μπιλιάρδο, για να επανακάμψει ο ανδρισμός σου!»

«Συλλαμβάνεσαι να αντιφάσκεις!» μου είπε.

«Μπα;» του απάντησα προκλητικά.

«Συμφωνούμε ότι για να επανακάμψει ο ανδρισμός μου σημαίνει ότι το μπιλιάρδο ήταν ο λόγος που τον έκανε να χαιρετήσει;» με ρώτησε δίκην χολιγουντιανού εισαγγελέα.

«Συμφωνούμε!» του απάντησα προσπαθώντας να καταλάβω που το πήγαινε.

«Νωρίτερα, όταν ανέφερες το μπιλιάρδο για πρώτη φορά, μου είπες επί λέξει “Που να παίξεις και μπιλιάρδο μαζί μου, φουκαρά μου! Θα σε κάνω άντρα, άκλαυτος θα πας!”»

Με κοίταξε έτοιμος να παραδώσει το “gotcha!” στον κατηγορούμενο. «Άρα, είτε πριν το μπιλιάρδο ήμουν ξεπουπουλιασμένο κοτόπουλο και με έκανες άνδρα, είτε ήμουν άνδρας και μετά με ξεπουπούλιασες. Σε κάθε περίπτωση αυτά τα δύο αντιφάσκουν μεταξύ τους!»

Δραματική παύση, με εμένα με μένα να προσπαθώ με τα χίλια ζόρια να κρατηθώ σοβαρή.

“What says you?”

Guilty as charged, your Honor!” του απάντησα δήθεν συντετριμμένη αλλά πριν προλάβει να απαντήσει πέρασα στην αντεπίθεση: «Αυτό πάντως δεν αλλάζει το γεγονός ότι θα σου πάρω τα σώβρακα!»  του έκανα προκλητικά.

Dream on girl, your ass is mine!” μου έκανε με υποτιθέμενα σατανικό γέλιο.

My ass is already yours as of earlier today, Sir” του είπα με λάγνα σιγανή φωνή γεμάτη υποταγή, κάνοντάς τον να κάψει φλάντζα…

Γατάκι!

Η αλήθεια να λέγεται πάντως, δεν του πήρε και πολύ να ξεβραχυκυκλώσει.

«Δεν ξέρω αν στο είπα, αλλά μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!» μου δήλωσε εκ νέου παίζοντας πονηρά και με νόημα το αριστερό του φρύδι.

«Κάτι πήρε το αυτί μου…» του απάντησα και μετά από παύση ενός-δυο δευτερολέπτων το γύρισα και πάλι στο BDSM role-play τσάμικο, «Κύριε!»

(Μπορεί η σχέση μου με το Φώτη να μην ήταν γνήσιο, ΠΑΣΟΚ-ικό, σκληροκαργιόλικο BDSM αλλά το role play πήγαινε σύννεφο, οπότε μην απορείτε για τη χρήση της ορολογίας!)

Αυτή τη φορά, πάντως, ο Σαράντης δεν τίλταρε, να τα λέμε αυτά. «Κεριά και λιβάνια!» μου απάντησε ρουθουνίζοντας ΠΑΣΟΚ-ικά και σκληροκαργιόλικα, αλλά καθόλου BDSM-ικά.

«Μάλιστα!» του απάντησα υπάκουα χαμηλώνοντας θεατρικά το βλέμμα μου στο πάτωμα.

«Με γλεντάει τώρα!» τον άκουσα να λέει στο πουθενά ενώ εγώ συνέχιζα να κάνω τη χαμηλοβλεπούσα.

Ναι, δεν κρατήθηκα. «Αγκαλίτσα με το ζόρι!» φώναξα και πρακτικά σκαρφάλωσα πάνω του αγκαλιάζοντάς τον και σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του.

«Είσαι λατρεία ρε μούτρο!» μου είπε τρυφερά και όπως τον είχα σβερκώσει έγειρα προς το μέρος του και τον φίλησα βαθιά.

…και κάπως έτσι εγκαινιάσαμε και το… Σαραντικό «επί του καναπέος.» Όσο για τις γάτες μου… είπαμε, not their first rodeo.

Το είπα και στην αρχή, το βράδυ θα έφευγε σουραύλι, και, όπως έχω επίσης πει επανειλημμένως, εγώ το λόγο μου τον κρατάω!

«Μάλλον θα πρέπει να αρχίσω να τ’ αγοράζω χονδρική,» μου είπε δείχνοντας μου το άδειο πλέον πακέτο με τα προφυλακτικά.

«Γι’ αυτό σκας;» του είπα, και πήγα στο δωμάτιό μου και γύρισα με ένα κλειστό πακέτο προφυλακτικά, και όχι σε συσκευασία των τριών.

«Μ’ αρέσεις γιατί είσαι μερακλού!» μου είπε χαχανίζοντας, βλέποντας ότι του είχα φέρει προφυλακτικά με γεύση φράουλα.

«Πρακτική!» του απάντησα και με κοίταξε ερωτηματικά. «Υπάρχει λόγος που δεν κυκλοφορούν γλειφιτζούρια με γεύση λατέξ,» του απάντησα κλείνοντας του πονηρά το μάτι. «Όχι ότι δεν είμαι και μερακλού!» συμπλήρωσα τονίζοντας το «και.»

«Αλίμονο!» μου έκανε χαχανίζοντας και μετά σοβάρεψε. «Είσαι υπέροχα απελευθερωμένη.»

«Δεν το λες και στην Ελένη που γομάρι με ανεβάζει, γομάρι με κατεβάζει;» του απάντησα ανάλαφρα.

«Κάπως δε νομίζω ότι είναι αυτός ο λόγος που σε λέει γομάρι,» μου απάντησε χαϊδεύοντάς με τρυφερά.

Δεν ξέρω πως μου ήρθε εκείνη τη στιγμή, αλλά ξαφνικά θυμήθηκα το Instagram και τις φωτογραφίες που ανεβάζω συχνά-πυκνά.

«Σαράντη, να σε ρωτήσω κάτι;» τον ρώτησα διστακτικά.

«Να με ρωτήσεις, κοριτσάρα μου!»

«Έχω λογαριασμό στο Instagram και στο οποίο ανεβάζω συχνά-πυκνά φωτογραφίες,» ξεκίνησα την εισαγωγή.

“Ok…?” με ρώτησε διστακτικά.

«Κάμποσες είναι… αρκετά προκλητικές,» του είπα ακόμα πιο διστακτικά.

«Δηλαδή;»

«Εντάξει, δεν παραβιάζουν τις πολιτικές του Instagram, αλλά—»

«Αλλά;»

«Δε… δε θέλω να τις κατεβάσω,» του είπα, φτάνοντας επιτέλους στο διά ταύτα. «Και… και δε θέλω να σταματήσω να ανεβάζω καινούργιες.»

«Ζωή, γιατί μου το λες αυτό;» με ρώτησε προσεκτικά.

«Στα πλαίσια του οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους,» του απάντησα ειλικρινά. «Και… και είσαι καθηγητής στο ΕΚΠΑ και—»

STOP!” μου είπε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις και το κεφάλι μου χαμήλωσε αυτόματα. Ένιωσα το δάχτυλο το να με σπρώχνει απαλά στο σαγόνι. «Και θα συνεχίσεις να το κάνεις για όσο αυτό σε ευχαριστεί,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

«Μη με παρεξηγήσεις… δεν υπονόησα ότι ντρέπομαι—»

«Η απάντησή μου δεν αλλάζει,» μου είπε διακόπτοντάς με και πάλι. «Ο μόνος προς στιγμή ανοιχτός λογαριασμός είναι “who da boss?” στο μπιλιάρδο,» συνέχισε ελαφρύνοντας την ατμόσφαιρα. «Δηλαδή δεν είναι ακριβώς ανοιχτός, its me da boss, απλά δεν το ξέρεις ακόμα!» συμπλήρωσε ακόμα πιο παιχνιδιάρικα.

Yeah, yeah, my ass is yours, yada-yada-yada” του έκανα νιώθοντας και πάλι πιο ανάλαφρη.

Your ass is mine, as per your own earlier admission!” μου έκανε συνεχίζοντας το ping pong, και, προς επικύρωση—και μιας και ήμασταν ακόμα τσίτσιδοι—μου χούφτωσε τα μεριά και με τα δύο χέρια.

(Πάντως—μεταξύ μας—δεν τον έκοψα και πολύ πρόθυμο τον John Wick Ιπποκλείδη JR εκείνη την ώρα για νέο γύρο, και ο φουκαράς είχε τα δίκια του· ο μετρητής μέρας έγραφε ήδη έξι και δεν είχε πάει καλά-καλά απόγευμα!)

(Και σιγά που θα τον άφηνα χωρίς νυχτερινό τιμολόγιο, DUH!)

«Άντε, πάμε να σε κάνω άντρα!» του δήλωσα και σηκώθηκα από πάνω του.

Και κάπως έτσι, με τον κώλο μου ελαφρά πιο κόκκινο (XIXIXIXI) ντυθήκαμε στα γρήγορα και πήγαμε με τα πόδια σε ένα κοντινό μπιλιαρδάδικο.

«Γαλλικό; Μ’ αρέσεις!» μου είπε όταν είδε τα μπιλιάρδα, το συγκεκριμένο είχε μόνο γαλλικά. Παραγγείλαμε τα καφεδάκια μας και περιμέναμε μέχρι να αδειάσει κάποιο.

«Τρεις ή τέσσερεις μπάλες;» τον ρώτησα και με κοίταξε προσβεβλημένος λες και τον είπα μικροτσούτσουνο, να πούμε!

Τρεις, λοιπόν!


11. Του άντρα του πολλά βαρύ

11. Του άντρα του πολλά βαρύ

Το γαλλικό μπιλιάρδο, το γνήσιο, το hardcore, το σκληροκαργιόλικο, είναι πιο περίπλοκο από το «έχω μία άσπρη, μία κόκκινη και μία κίτρινη και η άσπρη πρέπει να βρει και τις δύο,» καθώς έχει σημασία και ο αριθμός από τις απαιτούμενες σπόντες (συνήθως τρεις) αλλά και με ποια σειρά η άσπρη μπάλα πρέπει να χτυπήσει τις υπόλοιπες.

«Δίσποντο, τρίσποντο ή απλό;» με ρώτησε ο Σαράντης και ήμουν εγώ αυτή τη φορά που τον κοίταξα προσβεβλημένη.

«Τρίσποντο και κίτρινη πρώτα!» του απάντησα σοβαρή-σοβαρή και χαχάνισε.

«Σκληρή, μ’ αρέσεις!» μου δήλωσε. «Strict order ή free table?»

«Εντάξει, δεν είμαι ΤΟΣΟ hardcore!» του απάντησα χαχανίζοντας.

«Η κοτούλα κο-κο-κο» μου έκανε τραγουδιστά, πληρώνοντάς με μέ το ίδιο νόμισμα για νωρίτερα.

“Your funeral!” του απάντησα προκλητικά και έτσι πάρθηκε η τελική απόφαση: strict order και όποιος ζήσει έζησε. «Στα είκοσι; Στα τριάντα;» ρώτησα με τη σειρά μου.

«Ό,τι θες!» μου απάντησε. «Ή μπορούμε απλά να παίξουμε μια ώρα και όποιος κάνει τους περισσότερους! Γιατί καλό το strict table αλλά είναι ζόρικο, μη μας πιάσει η νύχτα!»

Για όποιον δεν ξέρει strict table σημαίνει ότι πρώτα πρέπει να βρεις την κίτρινη μπάλα και μετά ξεκινάνε να μετράνε οι σπόντες, οπότε η πρότασή του ήταν λογική και έτσι συμφωνήσαμε ότι θα πάμε με την ώρα και το μόνο που έμεινε ήταν ποιος θα σπάσει πρώτος. Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, και αυτή τη φορά κέρδισα εγώ!

Τελικά χρειάστηκε να περιμένουμε ακόμα είκοσι λεπτά μέχρι να αδειάσει το τραπέζι, και περάσαμε την ώρα μας με χαζοκουβέντες και πείραγμα. Όταν ήρθε η σειρά μας διάλεξα τη στέκα μου και έτριψα τη μύτη στο τεμπεσίρι ενώ ο Σαράντης έστησε τις μπάλες.

Πρώτη καραμπόλα δική μου, και μπράβο μου, αλλά στη δεύτερη έβαλα λιγότερη δύναμη απ’ όση χρειαζόταν με αποτέλεσμα η άσπρη να μην καταφέρει να φτάσει την κόκκινη. Κάθισα στην άκρη και πήρε σειρά ο Σαράντης, έτριψε την στέκα του και ξεκίνησε με αυτοπεποίθηση.

Τρεις καραμπόλες σερί.

Ναι… θα ήταν πολύ πιο ζόρικο να τον κερδίσω απ’ όσο πίστευα, και όχι τίποτε άλλο αλλά του πούλαγα και πνεύμα. Ε ρε δούλεμα που έχει να πέσει αν συνεχίσουμε έτσι, τη βλέπω τη φτιάξη…

Για κάμποσους γύρους ούτε εγώ ούτε εκείνος καταφέραμε να κάνουμε κάποια καραμπόλα και ακόμα χειρότερα κάποια στιγμή αργότερα ο Σαράντης και έκανε άλλες δύο σερί. Δεν είχαν περάσει καλά-καλά δέκα λεπτά και το σκορ ήταν 5-2 υπέρ του.

«Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει!» μου είπε τραγουδιστά όταν πάλι δεν κατάφερα να πάρω πόντο και έφαγε ένα raspberry στα μούτρα όλο δικό του!

(Και αν μη τι άλλο τα καμώματά μου προκάλεσαν γέλιο σε μια παρέα που μας έβλεπαν)

Στα επόμενα λεπτά ο Σαράντης κατάφερε να κάνει μόλις μια καραμπόλα κατάφερα να κάνω τρεις αναπάντητες, μειώνοντας σε 6-5.

“Του-ρου. Του-ρου. Τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν του-ρου-ρου του-ρου-ρου ρου-ρου” του τραγούδησα το main theme από το Jaws κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

Ναι, έκανε με τη σειρά του τρεις αναπάντητες, ξεφεύγοντας πάλι σε 9-5, και το έριξε κι εκείνος με τη σειρά του στο τραγούδι. “I’m so excited and I just can’t hide it, and I know, I know, I know, I know, I know I want you!”

Για να μη τα πολυλογώ, σύντροφοι, ήτο διασυρμός. Η ώρα τέλειωσε και βρήκε τον Σαράντη με 32 πόντους και εμένα με μόλις 19. Και φυσικά το έριξε στο δούλεμα για την απειλή μου πως θα τον κάνω άντρα στο μπιλιάρδο, και φυσικά το έκανε επικό.

«Επιστρέφω αμέσως!» μου είπε και πήγε και είπε κάτι στον υπάλληλο, και ο υπάλληλος γέλασε, και έγνεψε καταφατικά, και μετά ο Σαράντης επέστρεψε με αυτάρεσκο χαμόγελο.

Oh Gods!

«Αβάντι μαέστρο!» είπε κάνοντας νόημα στον υπάλληλο και μετά γύρισε σ’ εμένα. «Εξαιρετικά αφιερωμένο, σουσουραδίτσα!» μου έκανε, και στιγμές αργότερα άρχισε η καντάδα από τα ηχεία.

Του άντρα του πολλά βαρύ
Μη του μιλάτε το πρωί
Μη του μιλάτε το πρωί
Του άντρα του πολλά βαρύ.

Εντάξει, είναι ένας μικρός Θεούλης, έβαλα τα κλάματα από το γέλιο και ας ήμουν εγώ η αποδέκτρια της καζούρας.

“Who da boss?” με ρώτησε όταν τέλειωσε η αφιέρωση.

“You da boss!” του απάντησα. «Αλλά θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις!» συνέχισα σε στυλ Χλαπάτσα.

«Μῆνιν ἄειδε, θεά, Γιωργηΐάδεω Ζωῆς οὐλομένην, ἣ Σαράντῃσι γένετο κήδε᾽ ἀέθλων,» μου απάγγειλε με στόμφο, και πάρ’ τη ξανά κάτω τη δικιά σου.

«Ήτο επικός διασυρμός,» παραδέχτηκα με βαριά καρδιά—λέμε τώρα!

«Σαν τον μεσημεριανό στο μπάνιο ένα πράμα!» μου είπε γελώντας πονηρά και προς στιγμή σκάλωσα.

«Μιλάς με γρίφους γέροντα!»

«Εννοώ… το έπος σε… fast forward!» μου εξήγησε τρολλάροντας τον εαυτό του, ο γλυκούλης μου, και μπορεί να μου πήρε μερικές στιγμές, αλλά το έπιασα το υπονοούμενο και έβαλα τα γέλια έστω και καθυστερημένα.

«Κερνάω μαργαρίτα!» του είπα αλλάζοντας θέμα. «Ψήνεσαι;»

Ψηνόταν, και πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν ήδη στο Sports Bar όπου είχα έρθει την προηγούμενη Κυριακή με την Ελένη για μεξικάνικο, λίγο πριν το πρώτο μου ραντεβού με τον Σαράντη.

Μια εβδομάδα. 

Μόνο μια εβδομάδα, και είχε καταφέρει να με κάνει να δαγκώσω τη λαμαρίνα τόσο δυνατά που κροτάλισαν τα δόντια μου. Δεν ήταν απλό crush· είχα αρχίσει να τον ερωτεύομαι κανονικά και με το νόμο.

Και πώς να μην τον ερωτευτώ; Είχε όλα όσα ζητούσα σε έναν άντρα και ακόμα παραπάνω. Από πού να το πιάσω και πού να το αφήσω;

Το ότι με έκανε να γελάω, που για μένα είναι σχεδόν το απόλυτο αφροδισιακό;

Το ότι ούτε στιγμή δεν με έκανε να νιώσω πως με βλέπει αφ’ υψηλού, παρόλο το εμφανές χάσμα που μας χώριζε σε παιδεία, παραστάσεις και γενική κουλτούρα;

Το ότι ήταν ανταγωνιστικός μόνο μέσα στα πλαίσια του καλοπροαίρετου χαβαλέ;

Το ότι όχι μόνο ήταν άνετος με το «πλούσιο» ερωτικό μου παρελθόν, αλλά έφτανε να το θαυμάζει με ατάκες τύπου “THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS”;

Έδειχνε ότι με γούσταρε όπως είμαι — γι’ αυτό που είμαι — με όλα όσα έχω ζήσει, με όλα όσα με έχουν κάνει τη Ζωή που είμαι σήμερα.

Κι εγώ είμαι από τους ανθρώπους που ανοίγονται πλήρως μόνο όταν νιώσουν ότι μπορούν να ανοιχτούν, και που κλείνονται σαν στρείδι όταν δεν αισθάνονται ασφαλείς. Και ναι, υπήρχαν πράγματα που δεν του είχα πει ακόμα: τι είδους σχέση είχα με τον Φώτη, την «ιστορία της Ζ», την πολύπλοκη ιστορία με τον Μάριο, τους πέντε διαφορετικούς εραστές σε δέκα βράδια στην Πάρο, και άλλες τρέλες που δεν είναι της παρούσης.

Αλλά ακόμα κι έτσι, ένιωθα ότι θα μπορούσα να του πω τα πάντα. Ένιωθα ασφαλής.

Και φυσικά το γεγονός ότι είχε ήδη παιδί και δεν είχε απαίτηση από εμένα να κάνω τη μαμά του. «Θα τη βρούμε την άκρη μας,» μου είπε καθησυχαστικά, και σταμάτησε το spiraling που παραλίγο να ξεκινήσω.

«Πού ταξιδεύεις;» με ρώτησε βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου.

«Σκεφτόμουν ότι την προηγούμενη εβδομάδα, τέτοια ώρα περίπου, ήμουν εδώ με την Ελένη για να φάμε και… να συζητήσουμε για το ραντεβού που είχα αργότερα μαζί σου,» του απάντησα με ειλικρίνεια.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω καθώς εκείνη την ώρα ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει την παραγγελία. Αν και κανείς από τους δυο μας δεν πεινούσε, τελικά πήραμε και μια μερίδα chicken nachos για να μην πιούμε τις μαργαρίτες μας ξεροσφύρι.

«Φράουλα ή λεμόνι;» τον ρώτησα.

«Φράουλα για… την κουλτούρα,» μου απάντησε κλείνοντας μου πονηρά το μάτι.

«Άσχετο,» του είπα ξαφνικά, ως κλασσική—ό,τι θυμάμαι χαίρομαι—Ζωή. «Μαλακία που δε σκεφτήκαμε να φέρεις μαζί το κράνος σου!»

«Ήθελες να με πας βόλτα με τη μηχανή;» με ρώτησε χαμογελαστός.

«Όχι… ήθελα εσύ να με πας βόλτα με τη μηχανή!» του είπα, και σας το ορκίζομαι, ήταν ο Σαράντης που παραλίγο να χυθεί στην καρέκλα.

«Εμείς να είμαστε καλά,» μου είπε χαϊδεύοντάς μου τρυφερά το χέρι και συμπλήρωσε «αν και είμαι λίγο σκουριασμένος.»

«Ε, καλά, θα ξεκινούσαμε σιγά-σιγά, δε θα σ’ έριχνα με τη μία στα σκληρά, και μη μου Ιπποκλειδιάσεις πάλι!!!» του είπα κάνοντάς του ένα εμφατικό ping στη μύτη. «Εδώ me da boss!»

“Si, padrone,” μου απάντησε χαχανίζοντας.

«Α, Σαράντη, η μαργαρίτα στο συγκεκριμένο μαγαζί φέρνει περισσότερο σε λιωμένη γρανίτα παρά σε κλασσικό ποτό και την πίνεις με καλαμάκι.»

“Ok…” μου είπε χωρίς να καταλαβαίνει που το πάω.

«Στο λέω για να μην πιείς αμέσως τη γουλιά, άστη λίγο στο στόμα σου να ζεσταθεί για ν’ αποφύγεις το brain freeze, και πίστεψέ με δεν έχει καθόλου πλάκα!»

«Το έχω ακούσει αυτό αλλά δεν έχω πάθει ποτέ!» μου είπε σκεπτικός.

«Ναι, θα σε συμβούλευα να μην μάθεις, δεν έχει καθόλου πλάκα!» του είπα στενάζοντας και ενθυμούμενη την κασκαρίκα μου την προηγούμενη Κυριακή.

«Οκ, σ’ ευχαριστώ για την προειδοποίηση… αν και ομολογώ ότι τώρα με τρώει ελαφρά το κωλαράκι μου!»

«Ναι… θα σε συμβούλευα να μην το ξύσεις!»

«Εντάξει, θα είμαι προσεκτικός,» μου απάντησε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο χέρι. Και εκεί έλαμψε το πρόσωπό του καθώς του ήρθε ξαφνική ιδέα. «Το ξέρεις το παιχνίδι “never have I ever”;  Στα ελληνικά νομίζω λέγεται “Ποτέ μα ποτέ”.»

«Αμέ!» του έκανα. «Αν και απ’ όσο ξέρω παίζεται με σφηνάκια!»

«Ε, εντάξει, εδώ απλά θα πίνουμε μια γουλιά από τη μαργαρίτα!»

«Μέσα!» του απάντησα χαμογελώντας.

Όταν μας έφεραν την κανάτα με τη μαργαρίτα ο Σαράντης σέρβιρε και τους δυο μας και αφού τσουγκρίσαμε ήπιαμε την πρώτη μας γουλιά.

(Και ναι—άλλο ένα θετικό υπέρ του: δεν είναι ξεροκέφαλος. Άκουσε τη συμβουλή μου και ήπιε προσεκτικά.)

Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί και μιας και έχασα ξεκίνησα εγώ πρώτη, με κάτι σχετικά ελαφρύ.

«Ποτέ μα ποτέ…» (ήχος drum roll που έκανε τον Σαράντη να γελάσει) «δεν έχω καπνίσει μπάφο!» του είπα και τράβηξα μια ρουφηξιά.

“Cheers!” μου έκανε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι και τράβηξε και εκείνος μία ρουφηξιά. «Λοιπόν…» ξεκίνησε, «ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω πιεί τόσο πολύ που να μην ξέρω τι μου γίνεται.»

«Να τα και τα πιπεράτα!» του είπα γελώντας, ενώ εγώ δεν ήπια. Μπορεί να έχω κάνει διάφορα στη ζωή μου αλλά ποτέ δεν έχω γίνει τόσο ντίρλα. “Story time!” του έκανα με ενθουσιασμό.

«Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!» μου απάντησε χαμογελαστός. «Είμαι στην Αγγλία, λίγο μετά το master, και είμαστε μαζεμένοι με κάποιους φίλους και τα πίνουμε για να ξεσκάσουμε από το άγχος των εξετάσεων και έχω γίνει κάλτσα,» ξεκίνησε να διηγείται.

«Καλά πήγε αυτό, φαντάζομαι!» του έκανα χαχανίζοντας.

«Δε φαντάζεσαι!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Λοιπόν, σε κάποια φάση έχω θολώσει τελείως και σηκώνομαι και φεύγω για να πάω σπίτι μου να ξεραθώ. Στην Αγγλία είχα μηχανή αλλά δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω, οπότε πήρα ταξί.»

«Οκ…?» τον ρώτησα διστακτικά, γιατί τύφλα ή όχι, δεν είχε κάνει κάποια χαζομάρα.

«Σε μια φάση με χτυπάει το τηλέφωνό μου, είναι ένας Κύπριος συμφοιτητής, ο Μιχάλης. “Πού είσαι ρε μαλάκα;” Του απαντάω ότι τα έχω πιεί και γυρίζω σπίτι. Με ρωτάει “Ρε μαλάκα, πόσο έχεις πιεί;” και του απαντάω ότι δεν το έχω χάσει και τελείως, και γι’ αυτό πήρα ταξί για να γυρίσω.»

Σταμάτησε και με κοίταξε προσπαθώντας να μη γελάσει, αν και μεταξύ μας δεν είχα καταλάβει το γιατί.

«ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΜΕ, ΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΠΑΣ?»

Νομίζω ότι πρέπει να ακούστηκα μέχρι την Κηφισιά. Λόγο!

«Καλά, κι εσύ τι είπες στον ταξιτζή;» τον ρώτησα όταν βρήκα επιτέλους τις ανάσες μου.

«Ούτε που θυμάμαι!» μου είχε ροχαλίζοντας. «Μαλάκα μου έγινα ανέκδοτο, μέχρι και σε meme το έχω δει!»

«ΑΞΙΟΣ! ΑΞΙΟΣ!» του έκανα με ενθουσιασμό. “Or as my boyfriend says, THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS!” συνέχισα και βάλαμε και πάλι τα γέλια. «Λοιπόν, σειρά μου τώρα!»

«Άντε να δούμε!» μου έκανε γελώντας ακόμα.

«Λοιπόν… ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω κάνει τα γλυκά μάτια για να γλιτώσω πρόστιμο τροχαίας!» συνέχισα και του ξέφυγε ακόμα ένα ροχαλητό.

Και φυσικά ήμουν η μόνη που ήπιε.

«Εδώ έχει ψωμί!» μου έκανε χαχανίζοντας. “Do tell!”

«Λοιπόν… Είμαι που λες με το αυτοκίνητο, είναι αργά το βράδυ και γυρίζω σπίτι από μια έξοδο.»

«Χμμμ…» μου έκανε συνοφρυωμένος.

«Όχι, όχι, δεν τα είχα κοπανίσει,» βιάστηκα να τον καθησυχάσω. «Ποτέ δεν πίνω πάνω από ένα-δυο ποτά αν είναι να οδηγήσω.»

«Για συνέχισε…»

«Είναι λοιπόν αργά και ας πούμε ότι πέρασα ένα φανάρι με… βαθύ πορτοκαλί… Αυτό που δεν είχα δει ήταν το σταθμευμένο περιπολικό λίγο μετά το φανάρι, που ανάθεμα και αν κατάλαβα τι έκαναν εκεί μέσα στη μαύρη νύχτα, οπότε με τσίμπησε το μακρύ χέρι της δικαιοσύνης…» του είπα χαχανίζοντας και κάνοντας μια σύντομη παύση.

«Είχα φορέσει ένα αρκετά αποκαλυπτικό φόρεμα εκείνο το βράδυ,» συνέχισα τη διήγηση. «Βλέπω τον τροχαίο να κατεβαίνει, βγάζω σε χρόνο ρεκόρ το σουτιέν μου και το πετάω πίσω από το κάθισμα…»

«ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ!» μου έκανε γελώντας.

«Είμαι μια αμαρτωλή!» τον διαβεβαίωσα, κάνοντας τον να γελάσει και πάλι. «Long story short, μέχρι να έρθει ο τροχαίος είχα ανοίξει και το ντεκολτέ—που όπως είπα και από πριν ήδη δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στη φαντασία—και όταν ήρθε και κατέβασα το παράθυρο, ξεκίνησε το φάτε μάτια ψάρια…»

«“Καλησπέρα σας,” του είπα κάνοντας την κουφή τυρόπιτα, και γυρνώντας προς το μέρος του, τάχα μου φυσιολογικά, χαρίζοντάς του την πλήρη θέα του μπούστου.»

Χαχάνισα.

«Τα μάτια του πήγαν κατευθείαν εκεί… αλλά έκανα φυσικά έκανα την πάπια! “Περάσατε με κόκκινο,” μου είπε. Προφανώς και είχα περάσει με κόκκινο, οπότε δεν το έκανα challenge.»

«Αλλά;»

«Το παραδέχθηκα ευθέως, με τη δικαιολογία ότι πίστευα πως θα προλάβω το κίτρινο!»

«Εχμ, ούτε με το κίτρινο επιτρέπεται να περνάς αν έχεις χρόνο να φρενάρεις με ασφάλεια ή δεν έχεις πολύ κοντά από πίσω σου κάποιον!» μου απάντησε ο Σαράντης.

«Ναι, το ξέρω, το ίδιο μου είπε και ο τροχαίος!»

«Και τι του είπες;»

«Με πολύ αθώα φωνή “Έχετε δίκιο… αλλά… μου ήρθαν απρόοπτα… γυναικολογικά… και δεν είχα μαζί μου… ξέρετε…” συνεχίζοντας να του προσφέρω οφθαλμόλουτρο.»

«ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ ΔΙΣ!» μου έκανε ξεφυσώντας από τα γέλια.

«Και εκεί που προσπαθεί να σκεφτεί τι να με κάνει, με το βλέμμα του ακόμα καρφωμένο πάνω στο μπούστο μου, κάνω ότι τον πιάνω στα πράσα: Χαμηλώνω και καλά ασυναίσθητα το βλέμμα μου στο μπούστο μου, και γυρνάω και τον κοιτάω συνοφρυωμένη!»

«ΒΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ!» μου έκανε συνεχίζοντας να χαχανίζει.

«Ο φουκαράς πρέπει να άλλαξε μερικά χρώματα,» του είπα βάζοντας κι εγώ τα γέλια με τη σειρά μου, «και τελικά με άφησε με προειδοποίηση να προσέχω!»

«Είσαι μορφή!» μου έκανε συνεχίζοντας να γελάει.

«Είμαι και μπράβο μου και σειρά σου!» είπα, κάνοντας προς εμπέδωση και μια χαριτωμένη μουσουνίτσα.

“Indeed,” μου είπε χαμογελώντας μου και γνέφοντας καταφατικά. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει σεξ στη μηχανή!»

«Οδηγώντας;» τον ρώτησα με γουρλωμένα μάτια.

«Όχι βέβαια!» μου απάντησε και τράβηξε μια ρουφηξιά. «Ρε συ nerd είμαι, όχι κασκαντέρ!»

«Ε τότε…» είπα όλο νόημα, και τράβηξα κι εγώ μια ρουφηξιά.

«ΑΧΑ!» μου έκανε λες και μ’ έπιασε στα πράσα να κατουράω στο πηγάδι.

“Show me yours I’ll show you mine!” του είπα πονηρά.

«Ε, καλά, δεν ήταν ακριβώς σεξ πάνω στη μηχανή…» μου είπε σχεδόν απολογητικά. «Απλά είχε σκύψει στη μηχανή.»

«Έπος;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

«Όχι…ή μάλλον όχι όπως το εννοείς!»

«Αλλά;»

«Το έπος ήταν μετά που τρέχαμε σαν παλαβοί να βρούμε το χάπι της επόμενης μέρας γιατί είχαμε ατύχημα με το προφυλακτικό!»

“DUH!” του έκανα έχοντας κι εγώ την ατυχή εμπειρία τέτοιου ατυχήματος. «Το έχω πάθει κι εγώ και μου είχε κάνει την περίοδο σαλάτα για μερικούς μήνες!»

«Το να μείνεις έγκυος να δεις τι σαλάτα θα σου έκανε την περίοδο!» μου απάντησε deadpan και έβαλα τα γέλια. “Your turn!”

«Ε, έχω κυλήσει κι εγώ στην αμαρτία με τον ίδιο τρόπο δυο-τρεις-πέντε-δέκα φορές!» του είπα γελώντας. «Χωρίς άλλα ατυχήματα, δόξα τω Θεώ!»

«Δύο-τρεις-πέντε-δέκα;» μου είπε προσπαθώντας σκληρά να κρατηθεί και να μη γελάσει.

«Μωρέ στέναξε η πλαγιά της Πεντέλης!» του απάντησα κάνοντάς τον να γελάσει. «Τι να πω, το αγόρι είχε αντοχές, δυο-τρεις φορές που αμαρτάναμε με αυτό τον τρόπο είχε και δεύτερο και τρίτο γύρο!»

«Βρε λυσσάρηδες γιατί δεν πήγατε σε κανένα ξενοδοχείο ή στα σπίτια σας;» με ρώτησε, ευλόγως.

«Γιατί σύμφωνα με τον ίδιο η πλαγιά είχε μια βουκολική essence!» του απάντησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

«Με ο ή με ω;» με ρώτησε κοιτώντας με πονηρά.

«Ήταν το ευμέγεθες αγόρι του ταγκό στο Παρίσι,» του εξήγησα, «τα βουκολικά με ω, μόνο με λιπαντικό… και φυσικά την μία ατυχή φορά στο Παρίσι με το βούτυρο!»

«Ωραία, από εδώ και πέρα να φροντίσουμε να έχουμε πάντα μαζί μας λιπαντικό!» μου έκανε παίζοντας πονηρά τα φρύδια του.

“You da boss?” τον ρώτησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

“Me da boss!” με διαβεβαίωσε, και ακόμα και στο χαβαλέ μια υγρασία την έπιασε αν μ’ εννοείτε. Και φυσικά σημείωσα νοητικά να έχω πάντα μαζί μου στις εξόδους μου με τον Σαράντη λιπαντικό, γιατί καλό το σάλιο και η υπομονή αλλά είναι και του λόγου του προικισμένος, και τσούζει Θανάση μου!

«Ωραία, σειρά μου,» του είπα με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό, πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ…δεν έχω τρέξει με τη μηχανή πάνω από 180!»

«Πιάνει η Vulkan 180;» με ρώτησε με δυσπιστία ενώ εκείνος τράβηξε μια ρουφηξιά.

«Με είδες να τραβάω ρουφηξιά;»

«Το κατάπια αμάσητο, ε;» μου είπε γελώντας.

“I’m pleading the fifth!” του απάντησα γελώντας με τη σειρά μου. «Και τώρα μολόγατα όλα!»

«Βασικά το μοντέλο που είχα, 1700-άρα του 2009 με τα 197 άλογα, αν και στη θεωρία μπορούσε να τελικιάσει στα 270, είχε ηλεκτρονικό κόφτη στα 220.»

«Χμμμ…» του είπα κοιτάζοντάς τον καχύποπτα.

«Δεν τον είχα πειράξει, αν γι’ αυτό με κοιτάς με μισό μάτι, αλλά, ναι, μια φορά την είχα τελικιάσει στην Αθηνών-Κορίνθου μετά τα διόδια.»

«Κοίτα,» μου εξήγησε, «μηχανές όπως τη V-max δεν τις παίρνεις για την τελική τους, την παίρνεις για την ψυχή τους, είναι cruiser, είναι για ταξίδι, όχι για κόντρες!»

«Καλά, καλά,» τον έκοψα, «θα σε δείρω σπίτι καθότι πολιτισμένη!»

«Τι καλή!» μου έκανε ειρωνικά.

«Μα είδες τι κορίτσι κόσμημα είμαι; Πολυφορεμένο…» του είπα με νόημα και έβαλε τα γέλια «αλλά κόσμημα!»

«Καλύτερα πολυφορεμένο παρά να βρεθεί καμιά τρελόγρια και να σε πετάξει στη μέση του Ατλαντικού!» μου απάντησε κάνοντάς τον με τη σειρά του να βάλω τα γέλια.

«Λοιπόν, σειρά μου! Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει μπάνιο… γυμνόστηθος!» μου είπε χαχανίζοντας και τραβώντας μια ρουφηξιά.

«Ύπουλος κι επιδέξιος,» του έκανα γελώντας και πάλι. «Μ’ αρέσεις!»

Και φυσικά ήπια μια ρουφηξιά, γιατί ναι, αν βρω ευκαιρία τα πετάω, κλεμμένα τά ‘χω; Βέβαια, να πω την αλήθεια, αυτό όσο ήμουν με το Φώτη είχε κοπεί, γιατί καλός και άγιος αλλά ήταν αρκετά κτητικός. Όχι στο σημείο να μου ψήνει το ψάρι στα χείλη—θα τον είχα στείλει πακέτο στη μάνα του χωρίς πολλά-πολλά—αλλά στα δημόσια ήταν κομμάτι σφιχτοκώλης.

Ακόμα και στο πάρτι που είχα ντυθεί με το βινύλιο μου είχε ξινίσει. Βασικά πάντα μου ξίνιζε όταν ντυνόμουν προκλητικά αλλά σοφά ποιώντας κρατούσε τη γκρίνια για τον εαυτό του, γιατί bottom-ξε-bottom όταν με ζόριζε τον έπαιρνε ο διάολος και τον σήκωνε.

«Προς τι η μουτσούνα;» με ρώτησε διαβάζοντας αστραπιαία την έκφρασή μου καθώς έκανα αναδρομή στο παρελθόν.

«Τίποτα σημαντικό, πλέον,» είπα και έκανα σύντομη παύση. «Να, ο Φώτης ήταν κτητικός—όχι στο βαθμό να μου τα κάνει νταούλια—αλλά  δεν του άρεσε να ντύνομαι προκλητικά ή να κάνω ηλιοθεραπεία topless.»

«Έκανες, όμως, έτσι;»

«Όχι,» παραδέχτηκα στενάζοντας. «Υποχώρησα σε αυτό, υποχώρησε κι εκείνος στα φορέματα. Ξίνιζε βέβαια καμιά φορά, το καταλάβαινα, αλλά ήξερε που έχω τραβηγμένη τη γραμμή μου και δεν το έκανε θέμα.»

«Δε σε πείραζε;» επέμεινε ο Σαράντης.

«Με πείραζε…» επανέλαβα αφηρημένη. «Η ηλιοθεραπεία όχι τόσο, άλλωστε δεν τα πετούσα και όταν υπήρχαν οικογένειες δίπλα, και φυσικά ούτε στον Αγιόκαμπο ή στις πέριξ παραλίες μέχρι και Κόκκινο νερό, μην πέσω σε κανένα γνωστό,» του είπα και ρούφηξα αφηρημένα τη μύτη μου.

«Καλά, στα μεταφορικά μου παπάκια κιόλας, περισσότερο για τους γονείς μου το έκανα αυτό παρά για κάποιο άλλο λόγο,» του εξήγησα. «Αλλά άμα το κάνεις για τους δικούς σου, το κάνεις και για το φίλο σου.»

«Ξίνιζε επίσης και για το Instagram,» συνέχισα τη μίνι εξομολόγηση.

«Δε σταμάτησες όμως, έτσι;»

«Όχι βέβαια. Βασικά το όλο σκηνικό είχε γίνει στις αρχές και του εξήγησα ορθά-κοφτά πως αν δεν του άρεσε και είχε σκοπό να μου τα κάνει νταούλια, στο καλό και να μας γράφει.»

“I dodged a bullet here!” μου είπε προσπαθώντας να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα.

«Δεν είναι το ίδιο, Σαράντη,» του έκανα. «Ναι, θα με ζόριζες αν μου έλεγες ότι έχεις πρόβλημα, αλλά δεν είναι ίδιες καταστάσεις. Έχεις ένα άλφα κύκλο, έχεις παιδί ενώ—»

«Δεν χρειάζεται να μιλάμε επί υποθετικών,» μου είπε κόβοντάς με. «Ούτε το Instagram με ζορίζει, ούτε να τα πετάς στην παραλία με ζορίζει, ούτε να φοράς προκλητικά φορέματα» συνέχισε, παίρνοντας τα χέρια μου στα χέρια του και κοιτάζοντάς με στα μάτια.

«Υποθετικά… αν πάμε μια μέρα για μπάνιο και είναι μαζί και η Μελίνα, δε θα σε πειράξει;»

«Όχι,» μου είπε. «Οκ, θα με ζόριζε να σε αντιγράψει στην ηλικία της εφηβείας…» μου είπε και μου ξέφυγε άθελα μου ένα χαχανητό, «αλλά όπως της έχω μάθει να μην κρίνει άλλες γυναίκες που κάνουν γυμνόστηθες ηλιοθεραπεία, το ίδιο θα κάνω και για τη φίλη του μπαμπά.»

«Καλά όχι ότι ανεβάζω και τίποτα πολύ προκλητικό στο Insta…» ξεκίνησα να λέω και με διέκοψε απότομα.

«Θερμά σε παρακαλώ, μη με κάνεις να επαναλαμβάνομαι,» μου είπε σε τόνο που έδειχνε εκνευρισμό κάνοντάς με να στραβοκαταπιώ. «Είναι το ίρτζι μου,» συνέχισε. «Με κουράζει αφάνταστα, και μ’ εκνευρίζει άλλο τόσο.»

“Ok, ok,” του είπα κατευναστικά. “You’ve made your point.”

«Χαίρομαι,» μου απάντησε σε τόνο που έλεγε ξεκάθαρα αυτή η κουβέντα λήγει εδώ.

Έπαιξα νευρικά με το καλαμάκι μου. «Να σε ρωτήσω κάτι, υποθετικά;» τον ρώτησα διστακτικά.

Έγειρε μπροστά, ακουμπώντας τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Ρώτα με… υποθετικά.»

«Αν… λέω αν… συμβεί κάτι και αυτό αλλάξει, θέλω να μου το πεις,» του είπα χαμηλώνοντας προς στιγμή τα μάτια μου.

«Αυτό δεν ήταν ερώτηση.»

«Όχι, δεν ήταν,» παραδέχτηκα με τα μάτια μου να παραμένουν στο τραπέζι. «Απλά…» ξεκίνησα να του λέω υψώνοντας και πάλι το βλέμμα μου… και σταμάτησα χάνοντας τον ειρμό των σκέψεων μου.

«Άκου, Ζωή,» μου είπε σοβαρά κόβοντάς με. «Ήσουν διάφανη και απόλυτα ξεκάθαρη στο τι είσαι και τι θέλεις, τουλάχιστον στα πολύ βασικά. Τα no-go σου, τουλάχιστον όπως τα έχω καταλάβει είναι: δε θέλεις να κάνεις παιδί, δε θέλεις να γίνεις θετή-μαμά και οι γάτες σου είναι αδιαπραγμάτευτες.»

Σταμάτησε για μια στιγμή και τον πρόλαβα πριν συνεχίσει.

«Σαράντη… αυτό που προσπάθησα να σου πω την πρώτη φορά, και με έκοψες με το “θα τη βρούμε την άκρη μας”, είναι ότι δεν θέλω να γίνω full‑time μαμά. Θετή ή όχι.»

Έπαιξα νευρικά με μια τούφα μαλλιών, ψάχνοντας τις λέξεις.

«Δεν… δεν είναι ότι δεν θέλω να τη γνωρίσω. Ή ότι δεν θέλω να είμαι μέρος της ζωής σου.»

Πήρα μια πιο βαθιά ανάσα και συνέχισα. «Αν όλα πάνε καλά… θα γίνουμε κομμάτι της ζωής ο ένας του άλλου. Όπως αποδέχεσαι εσύ ότι η δική μου ζωή περιλαμβάνει τις γάτες μου, έτσι—και ακόμα περισσότερο—αποδέχομαι ότι η δική σου περιλαμβάνει την κόρη σου.»

Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. «Οπότε ναι. Και να τη γνωρίσω θέλω. Και Σαββατοκύριακα μαζί της να περάσουμε θέλω. Και διακοπές να πάμε μαζί θέλω.»

Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται ελαφρά. «Το μόνο που ζητάω… είναι… όταν νιώσεις έτοιμος να με ρωτήσεις αν είμαι κι εγώ έτοιμη.»

Του χαμογέλασα. «Και θα τη βρούμε την άκρη μας!»

«Θα τη βρούμε, σουσουραδίτσα!» μου απάντησε καταφατικά και με τράβηξε ξανά προς το μέρος του και μου έδωσε ένα τρυφερό σύντομο φιλί στη χείλη.

Συνεχίσαμε για λίγη ώρα να πίνουμε τις μαργαρίτες μας χωρίς να μιλάμε, και παρόλο που η σιωπή δεν ήταν άβολη, ήθελα η ατμόσφαιρα να ελαφρύνει με… πονηρό τρόπο.

«Λοιπόν, σειρά μου!» του είπα. «Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω ή δε μ’ έχουν τραβήξει αισθησιακή φωτογραφία!»

Χαχάνισε αλλά ομολογώ πως δεν περίμενα να με συνοδεύσει στο ρούφηγμα μαργαρίτας.

«ΑΧΑ!» του έκανα.

«Και έχω κάνει και γυμνό… και εννοώ να με ζωγραφίσουν,» μου είπε στέλνοντάς με για τσάι, αυτό και αν δεν το περίμενα.

“That I want to hear!” του δήλωσα χωρίς περιστροφές. “And see…” συνέχισα χαμογελώντας με νόημα.

«Όπως λέει κάποια γνωστή μου απ’ το χωριό, “Show me yours I’ll show you mine!”» μου έκανε παίζοντάς μου τα φρύδια του με νόημα.

«Κακές παρέες!» του είπα χαχανίζοντας.

«Οι χειρότερες!» με διαβεβαίωσε.

«Όταν επιστρέψουμε σπίτι μου!»

“It’s a date!” μου απάντησε κλείνοντάς μου παιχνιδιάρικα το μάτι.


12. Gloria

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι μου, είχε πάει κοντά στις επτά. Ο καλούλης μου με βοήθησε να καθαρίσω την άμμο των γατών και όχι μόνο αυτό, αλλά προθυμοποιήθηκε να κατεβάσει και τη σακούλα με τα σκουπίδια στον κάδο.

«Και χωρίς πληρωμή σε είδος!» μου είπε κοροϊδευτικά.

«Όπως λέει κι ένας γνωστός μου από το χωριό, ο τσάμπας πέθανε· να τα ξεχάσεις αυτά που ξέρεις!» του είπα, χτυπώντας τον επιδεικτικά με το δάχτυλο στο στέρνο.

«Θα φτιάξεις κι άλλη μακαρονάδα;» συνέχισε το δούλεμα.

«Όχι, θα υποκύψω στις ακόλαστες ορέξεις σου και δε θέλω αντιρρήσεις!»

«Είμαι ο χειρότερος!» με διαβεβαίωσε χαχανίζοντας.

«Φύγε! Φύγε! Φύγε, ποταπέ!» του έκανα με δραματικό ύφος, αντιγράφοντας και πάλι τον Καλογήρου. «Και σε δυο λεπτά να είσαι πίσω,» του είπα στο καπάκι με ύφος που θα ζήλευε και ο πιο σκληροπυρηνικός Αμερικανός λοχίας.

Μέχρι να πάει να πετάξει τα σκουπίδια και να γυρίσει, έτρεξα στο δωμάτιο, γδύθηκα σε χρόνο ρεκόρ και φόρεσα ένα μαύρο, προκλητικό κιλοτάκι, ένα ζευγάρι μαύρα δικτυωτά stay-ups μέχρι τον μηρό και από πάνω ένα σέξι, ημιδιάφανο νεγκλιζέ.

Γύρισα στο σαλόνι και τον περίμενα να γυρίσει να του κάνω «Τσα!» και να μου κάνει «Κου-κου-τσα!»—το κάπα με πι. Και μετά μου ήρθε σατανική ιδέα και έφαγα ακριβώς δύο λεπτά μέχρι να βρω το τραγούδι που ήθελα στο youtube και άλλα τρία λεπτά μέχρι να το καταφέρω να το βρω στην τηλεόραση—η πληκτρολόγηση με το τηλεκοντρόλ δεν έχει καθόλου πλάκα.

Εντωμεταξύ πρέπει να πέρασαν πάνω από δέκα λεπτά και ακόμα δεν είχε επιστρέψει, και βρέθηκα να ζορίζομαι. Τι διάολο;

Πριν προλάβω να ανησυχήσω περισσότερο χτύπησε το κουδούνι.

«ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ?» (ούτε καν ρώτησα ποιος είναι, φαντάσου λέει να μου χτύπησε κανένας κατά λάθος!)

«Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» μου απάντησε, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«ΑΝΕΒΑ ΚΑΙ ΘΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΤΟΥΜΕ!» συνέχισα.

«Στη στεριά δε ζει το ψάρι, κι ούτε ο ΚΝΙτης με φρικιά!» μου τραγούδησε από κάτω (and what the fuck man? Που τού ήρθε αυτό τώρα?)

(Που να ήξερα η μικρή και αθώαΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ το Ντίσκο Τσουτσούνι?)

Πάτησα το κουδούνι, άνοιξα ελαφρά την πόρτα γιατί δεν ήθελα να με δει όρθια, και τσακίστηκα να επιστρέψω στον καναπέ, τρομάζοντας τον Dusty που το μεταξύ είχε προλάβει να θρονιαστεί.

«Είχα πάει να πάρω καφέδες!» μου είπε απολογητικά με το που μπήκε στο διαμέρισμα, και μόλις τότε πρόσεξε τι φοράω. «Θα μας γαμήσεις κι από πάνω;» συμπλήρωσε χαχανίζοντας.

«Πρώτα θα σε χορέψω στο ταψί!» του δήλωσα και του πήρα τους καφέδες από το χέρι και τους άφησα στο τραπεζάκι και του πρότεινα τα χέρια μου. Πήρε τα χέρια μου στα χέρια του χαμογελώντας και εκεί διαπίστωσα ότι το σχέδιό μου έπασχε ελαφρώς, γιατί κάπως έπρεπε να πατήσω και το play. «Ακολούθησε μου του είπακαι η μουσική ξεκίνησε.

The night we met I knew I needed you so
And if I had the chance I’d never let you go

Ναι, όλα καλά ο Σαράντης μου αλλά δεν το έχει με το χορό, τουλάχιστον όχι στο βαθμό να με ακολουθήσει αξιοπρεπώς.

So won’t you say you love me?
I’ll make you so proud of me
We’ll make ‘em turn their heads every place we go

«Άπλωσε τις παλάμες σου,» του είπα απαλά.

Το έκανε και ακούμπησα τις δικές μου πάνω στις δικές του και άρχισα να κινούμαι εγώ ενώ εκείνος απλώς με κρατούσε, σαν σταθερό σημείο αναφοράς. Έκανα τα βήματα μόνη μου. Τον γύρισα ελαφρά. Τον έφερα κοντά μου.

I’ll make you happy, baby, just wait and see
For every kiss you give me, I’ll give you three

Άφησα τα χέρια του και έκανα μια στροφή κάτω από τη μία παλάμη του. Γύρισα μέσα στην αγκαλιά του και βγήκα ξανά, κρατώντας μόνο ένα δάχτυλό του.

So won’t you, please (be my, be my baby)
Be my little baby? (My one and only baby)
Say you’ll be my darlin’ (be my, be my baby)
Be my baby now (my one and only baby)

Και συνέχισα. Τον τράβηξα, τον έφερα κοντά, ακούμπησα το μέτωπό μου στο πιγούνι του για ένα δευτερόλεπτο—όσο κρατάει ένας στίχος—και ξεγλίστρησα ξανά. Τα μάτια του, το πρόσωπό του, έλαμπαν.

Και εγώ; Εγώ χόρευα. Ολόκληρη. Λύγιζα τη μέση, σήκωνα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου, έκλεινα τα μάτια μου για στιγμές, τα ξανάνοιγα και έβλεπα τον Σαράντη ακριβώς εκεί που τον είχα αφήσει, όρθιο, ακίνητο, πρόθυμο, σχεδόν υπνωτισμένο. Σαν να ήταν το σαλόνι μας σκηνή και εκείνος το σταθερό σημείο γύρω από το οποίο γύριζε ο κόσμος.

Η μουσική τελείωσε και κόλλησα το σώμα μου πάνω στο δικό του αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το λαιμό του. Σήκωσα ελαφρά το κεφάλι μου να τον κοιτάξω και το βλέμμα του έκανε την καρδιά μου να πεταρίσει δυνατά.

You really are something,” μου είπε αργά, τονίζοντας την κάθε λέξη.

Δεν του απάντησα, απλά του έπαιξα ναζιάρικα τα μάτια μου. Τον ήθελα και πάλι, άλλωστε γι’ αυτό είχα ντυθεί—ή πιο σωστά… γδυθεί έτσι—αλλά ο Σαράντης δεν είχε αυτό στο μυαλό του.

«Έλα να πιούμε τα καφεδάκια μας, με… δέρνεις αργότερα!» μου είπε πειρακτικά.

«Μόνο και μόνο επειδή έφερες καφεδάκι!» του είπα προσπαθώντας να κρύψω την στιγμιαία μου απογοήτευση.

«Λοιπόν, νέο παιχνίδι!» μου είπε όταν καθίσαμε στον καναπέ.

«Μέσα!» του απάντησα με τον ενθουσιασμό να γυρνάει. «Αλήθεια ή θάρρος, είσαι;» του είπα διαλέγοντας εγώ αυτή τη φορά το παιχνίδι.

«Είμαι!» μου απάντησε χαμογελώντας.

Κέρδισα στο πέτρα ψαλίδι χαρτί οπότε έπαιζε αυτός πρώτος. «Θάρρος ή αλήθεια;» τον ρώτησα.

«Αλήθεια!» μου απάντησε.

«Πες μου την ιστορία που πόζαρες γυμνός!» του είπα χωρίς πολλές περιστροφές.

Χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. «Λοιπόν, τον Βάιο τον γνώρισα στον πανεπιστήμιο, ήταν συμφοιτητής μου, στο έτος μου.»

«Άνδρας σε ζωγράφισε;» τον ρώτησα διακόπτοντας.

«Ναι… και δεν μείναμε στη ζωγραφική!» μου είπε παίζοντας πονηρά τα φρύδια του. “Heteroflexible, remember?”

«Ένα δίκιο το έχεις!»

«Τέλος πάντων, το πρώτο έτος δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε μεταξύ μας, είχαμε διαφορετικές παρέες. Αυτό άλλαξε στα μέσα του τρίτου εξάμηνου, στο Ελληνική Οικονομική Ιστορία-Ι. Σε κάποια παράδοση έτυχε να κάτσω δίπλα του στο αμφιθέατρο,» είπε και σταμάτησε για μερικές στιγμές, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί.

«Ήταν από εκείνα τα πρωινά που έλεγες ότι κόλλησε ο χρόνος,» συνέχισε τη διήγηση. Του ξέφυγε ένα γελάκι στην ανάμνηση. «Πραγματικά, κόντεψε να με πάρει ο ύπνος, δεν την πάλευα με τίποτα. Ο Βάιος, που επίσης δεν την πάλευε, το αντιμετώπισε πιο δημιουργικά, το είχε ρίξει στη ζωγραφική στο τετράδιο.»

Doodling!”

«Περισσότερο με πίνακα ζωγραφικής έμοιαζε παρά με doodle!» μου είπε ο Σαράντης με φωνή γεμάτη θαυμασμό ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

«Τι ζωγράφιζε;»

«Την “Κραυγή” του Munch,» μου απάντησε γελώντας κάνοντας να βάλω τα γέλια κι εγώ, εντάξει, δεν έπεσα δα και από τον Άρη, τον γνώριζα τον πίνακα. «Και κάπως έτσι γνωριστήκαμε!»

«Και πώς φτάσατε να του ποζάρεις γυμνός…» (παύση, γελάκι) «και όχι μόνο;»

«Ο Βάιος ήταν ανοιχτά gay και…» είπε και σταμάτησε. «Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε συγκεκριμένος τύπος άνδρα που με έλκυε, τουλάχιστον αισθητικά, αλλά δεν είχα ψαχτεί περισσότερο.»

«Γιατί;»

«Δεν ήταν ότι ντρεπόμουν,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Ήξερα μετά λόγου γνώσης ότι με ελκύει το αντίθετο φύλλο, και επειδή αυτή η έλξη που νιώθω για αυτό το συγκεκριμένο τύπο ήταν περισσότερο αισθητική παρά σεξουαλική…» είπε και σταμάτησε.

«Γιατί σταμάτησες;» τον ρώτησα. «Σαράντη, αν…»

«Όχι, όχι,» με διέκοψε χαμογελώντας. «Δεν αισθάνομαι άσχημα, απλά προσπαθώ να βρω τις σωστές λέξεις,» συνέχισε καθησυχαστικά.

«Ο Βάιος… είχε κάτι το ανδρόγυνο πάνω του… Και το περίεργο είναι ότι αυτό δε μ’ αρέσει σε γυναίκες αλλά με ελκύει αισθητικά σε άντρες. Απλά… απλά πίστευα ότι είναι λανθάνουσα εκδήλωση της έλξης μου προς το αντίθετο φύλο.»

«Και;» του έκανα ενθαρρυντικά.

«Και διαπίστωσα τελικά ότι η έλξη αυτή δεν ήταν απλά αισθητική… ήταν και σεξουαλική. Έκανε… έκανε εκείνος την πρώτη κίνηση… και…»

Σταμάτησε και πάλι.

«Ήταν η πρώτη φορά που ερεθίστηκα τόσο πολύ από ένα φιλί. Δεν ξέρω… ένιωθα περίεργα. Μείγμα ντροπής και σαγήνης.»

«Γιατί ντροπής;»

«Γιατί… γιατί υπάρχει ένας κοινωνικός προγραμματισμός, ακόμα και αν δεν τον καταλαβαίνεις… και μέχρι τότε δεν… δεν είχα νιώσει ποτέ την ανάγκη να… Θεωρούσα τον εαυτό μου φιλελεύθερο…»

«Με τις αδερφές των άλλων, ε;» τον ρώτησα, και ξέρω πως ακούγεται αλλά ο τόνος μου δεν ήταν ειρωνικός.

Έγνευσε καταφατικά. «Δεν… δεν ήξερα καν πως ήμουν δεμένος με αυτά τα αόρατα δεσμά… μέχρι που… μέχρι που χρειάστηκε να τα σπάσω.»

«Τον Βάιο τον πήγαινα με χίλια… είναι απίθανος τύπος… αλλά… αλλά δεν… δεν ήταν όπως όταν είμαι με κάποια γυναίκα που με ελκύει. Ναι, με ερέθιζε σεξουαλικά αλλά… απλά δεν υπήρχε… δε γεννιόταν κανένα συναίσθημα.»

«Του το είπες;»

«Όχι,» μου είπε και σκοτείνιασε το πρόσωπό του. «Προσπάθησα, Ζωή… προσπάθησα να… να κάνω την καρδιά μου να χτυπήσει… Μα όσο και αν σεξουαλικά η σχέση μας πετούσε… απλά… απλά δεν ένιωσα…»

(Ναι, το έχω πάθει κι εγώ αυτό, οπότε μπορούσα να τον καταλάβω.)

«Νόμιζα ότι ήταν ακόμα μια αλυσίδα που έπρεπε να σπάσω,» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Μα δεν ήταν… δεν υπήρχε αλυσίδα για να σπάσει.»

Αναστέναξε και πάλι βαθιά. «Τελικά του το είπα.»

«Πώς το πήρε;»

«Πώς να το πάρει ρε Ζωή… πληγώθηκε…» μου είπε με το βλέμμα του να κοιτάζει το πάτωμα.

«Όστις αναμάρτητος,» του απάντησα σιγανά χαϊδεύοντας του τα χέρια. «Δεν στο λέω αφ’ υψηλού, έχω κάνει κι εγώ το ίδιο λάθος,» του είπα. Του έσφιξα τα χέρια. «Μερικές φορές μπερδεύουμε τη σεξουαλική χημεία με ερωτική έλξη… αλλά…»

Yup,” μου είπε γνέφοντας καταφατικά. «Τέλος πάντων… δε θέλω να χαλάσει η διάθεσή μας... γιατί όσο κράτησε ήταν όμορφο… και αυτό επέλεξα να κρατήσω για το τέλος.»

«Λοιπόν, σειρά μου!» του είπα ακολουθώντας το πνεύμα του. «Και επιλέγω θάρρος!»

«Θάρρος, ε;» μου είπε χαμογελώντας σκανταλιάρικα.

«Για ποια με πέρασες, για καμιά τριτοδεύτερη;» του απάντησα με τουπέ κάνοντας τον να γελάσει.

«Θεός φυλάξοι!»

«Μόνο μη με βάλεις να πάω να ζητήσω ζάχαρη από το γείτονα με αυτή την περιβολή!» του είπα γέλασε ακόμα πιο δυνατά.

«Όχι, δεν έχω αυτό στο μυαλό μου!» μου είπε. «Θέλω να μου δείξεις τη φωτογραφία που έχει τα περισσότερα likes στο Instagram

«Αμέ!» του είπα και άνοιξα το κινητό μου.

Όλως παραδόξως, η φωτογραφία με τα περισσότερα likes στο προφίλ μου δεν ήταν κάποια από τις... κλασικές, σέξι πόζες μου. Ήταν μια selfie που είχα τραβήξει το δεύτερο απόγευμα στο Παρίσι. Φορούσα ένα άσπρο, ριμπ μακρυμάνικο crop top με ένα—ας το πούμε γενναιόδωρο—ντεκολτέ, μερικά λεπτά κολιέ και μια κοντή καρό φούστα.

«Τι όμορφη που είσαι…» μου είπε χωρίς να κρύψει το θαυμασμό του, προκαλώντας άλλη μια κωλοτούμπα μέσα στο στέρνο μου.

«Σ’ αρέσει;» του  απάντησα κάνοντάς του μια χαρούμενη μουσουνίτσα.

«Είσαι κουκλί!» μου είπε. «Πού την τράβηξες, στο Παρίσι;»

«Ναι, το απόγευμα της δεύτερη μέρας!»

«Να υποθέσω ότι είσαι όρθια γιατί δε μπορούσες να κάτσεις;» με ρώτησε προσπαθώντας—και χωρίς να καταφέρει—να κρατηθεί σοβαρός.

(Όλα εδώ πληρώνονται, αυτό έχω να πω! Όταν είχε δοκιμάσει η Ελένη τον… απαγορευμένο καρπό—γιατί εκείνη τον είχε δοκιμάσει πρώτη—ήμουν εγώ που την είχα ταράξει στο δούλεμα με ατάκες του τύπου “κάτσε να τα πούμε! Αμάν, ξέχασα! Δεν μπορείς να κάτσεις, τσούζει ο κώλος σου” και τα ρέστα.)

«Σα δε ντρέπεσαι!» του είπα βάζοντας τα γέλια με τη σειρά του.

«Πού να ήξερε ο κόσμος το bacκ—pun intendedstory, εκεί να δεις likes που θα έπαιρνες,» συνέχισε να με δουλεύει του καλού καιρού.

«ΧΡΜΦ!» του έκανα δήθεν εκνευρισμένη.

«Λατρεύω όταν μου το κάνεις αυτό…» (Παύση) «Λιώνω σαν… βούτυρο!» συνέχισε, βάζοντας ακόμα πιο δυνατά γέλια.

Πήγε το δούλεμα σύννεφο, αυτό έχω να πω.

«Είσαι κακούλης!» του κλαψούρισα σουφρώνοντας τα χείλια μου.

«Κακός Σαράντης!» μου έκανε και μου ανακάτεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, κερδίζοντας άλλη μια μουσουνίτσα. «Είσαι μια γλύκα!»

«Είμαι!» του απάντησα παιχνιδιάρικα. «Λοιπόν, σειρά σου! Θάρρος ή αλήθεια;»

«Πονάν μωρέ τα παλικάρια;» μου έκανε. «Θάρρος!»

Its a long shot…” ξεκίνησα την εισαγωγή. «Φαντάζομαι ότι δεν την έχεις μαζί σου αλλά θα ήθελα να δω το γυμνό!»

Well, here is the thing…” ξεκίνησε και το μυαλό μου πήγε αμέσως στο ότι δεν έχει πλέον τη ζωγραφιά. «Δε θα χρειαστεί να περιμένεις!» συμπλήρωσε κλείνοντάς μου παιχνιδιάρικα το μάτι και άνοιξε το κινητό του.

«Την έχεις στο κινητό σου;» τον ρώτησα απορημένη.

«Όχι ακριβώς… την έχω στο cloud,» μου εξήγησε και άρχισε να ψάχνει το κινητό του.

«Δε φοβάσαι;» επέμεινα.

«Τι να φοβηθώ, σουσουραδίτσα;» με ρώτησε απορημένος. «Ένα όμορφο καλλιτεχνικό γυμνό είναι, όχι dickpic

«Από αυτές άλλο τίποτα,» αναστέναξα, ως αποδέκτης ουκ ολίγων. «Ειλικρινά απορώ, δηλαδή ακριβώς περιμένουν όταν μου στέλνουν την τσουτσού τους; Πραγματικά όμως.»

«Ναι, φαντάζομαι…» μου έκανε χωρίς να πάρει τα μάτια του από το κινητό του. «Το βρήκα!» μου είπε μετά από λίγη ώρα. «Ορίστε!» είπε και μου έδωσε το κινητό του.

Μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά ότι ο Βάιος ήταν ταλαντούχος, όχι μαλακίες. Και δεν ήταν μόνο το γυμνό, ήταν το όλο στήσιμο.

Ο Σαράντης δεν ήταν χύμα γυμνός. Τον είχε ζωγραφίσει γερμένο στον καναπέ, μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό στο χέρι, βυθισμένος στις σελίδες του λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκείνη τη στιγμή. Το σώμα του έγερνε ελαφρά προς το ζωγράφο· τόσο όσο.

Μα αυτό που μου έκανε πάνω απ’ όλα εντύπωση ήταν τα χρώματα. Ενώ το σώμα και το υπόλοιπο δωμάτιο χάνονταν σε μια ατμοσφαιρική μονοχρωμία του γκρι, ο καναπές ζωντάνευε μ’ ένα θαμπό, παστέλ κόκκινο, σαν ξεθωριασμένο βελούδο που το έχουν αγγίξει χρόνια ολόκληρα ανθρώπινης ζεστασιάς.

Το μόνο άλλο αντικείμενο με χρώμα ήταν το βιβλίο: κοκκινωπό-καφέ του παλιού δέρματος και με τις σελίδες κιτρινισμένες, πολυκαιρισμένες, θαρρείς πως αν έσκυβες πάνω τους θα μύριζες αυτή τη μοναδική μυρωδιά του παλιού χαρτιού.

«Απίθανο!» του είπα με ειλικρινή θαυμασμό. «Λες και το έχει ζωγραφίσει πραγματικός ζωγράφος!»

«Ο Βάιος είναι πραγματικός ζωγράφος,» μου είπε τονίζοντας το «είναι.» Απλά δεν είναι επαγγελματίας.

«Δίκιο έχεις,» παραδέχτηκα. «Λοιπόν, σειρά μου. Θάρρος!»

«Θάρρος λοιπόν…» μου είπε. Περίμενα να μου πει να του δείξω δικές μου γυμνές φωτογραφίες, αλλά έπεσα έξω. «Θέλω να μου κάνεις στριπτήζ.»

«Στο στύλο;» τον ρώτησα πονηρά.

«Στύλος άλλη φορά. Εδώ θέλω να μου κάνεις!»

«Εντάξει,» του είπα χαμογελαστή. «Δώσε μου πέντε λεπτά για να πάω να ντυθώ για να έχω να… γδυθώ!»

Συνοδεία και των τριών κοπρόγατων, που με πήραν στο κατόπι, πήγα στο δωμάτιο για να ντυθώ. Τα δικτυωτά stay-ups θα έμεναν για προφανείς λόγους, οπότε αποφάσισα από κάτω να φορέσω μια μαύρη latin κοντή φούστα.

Από πάνω επέλεξα ένα μαύρο σουτιέν με μπροστινό κούμπωμα που ταίριαζε με το κιλοτάκι, και από πάνω φόρεσα ένα μαύρο crop top με σιθρού μακριά μανίκια και βαθύ ντεκολτέ που δένει με κορδόνι—σαν αυτό που φορούσα όταν έκανα στριπτήζ στην Πάρο.

Τέλος, συμπλήρωσα το ντύσιμο με nude ψηλοτάκουνες γόβες, και με τις γάτες και πάλι από πίσω μου επέστρεψα στο σαλόνι.

Oh boy!” έκανε όταν με είδε με θαυμασμό που δεν κρυβόταν.

«Και εσύ θα επιλέξεις τη μουσική!» του δήλωσα.

«Χμμμ… μ’ αρέσεις!» μου έκανε όλο νόημα και στάθηκε μερικές στιγμές προσπαθώντας να σκεφτεί.

(Οκ, αν μου έλεγε κανένα “You can leave your hat on” θα ξενέρωνα με τη ζωή μου—self-pun intended)

«Οκ… νομίζω το ‘χω,» μου είπε μερικές στιγμές αργότερα. «Ψάξε το “Gloria, των Doors” μου είπε γελώντας πονηρά. «Δες αν υπάρχει το dirty version»

«Doors?» τον ρώτησα με έκπληξη. Καλά, δεν είμαι και καμιά γνώστρια του είδους, αλλά ήξερα μερικά τραγούδια τους και μου φάνηκε παράξενη επιλογή.

«Τι περίμενες, να σου πω κανένα “you can leave your hat on”?» συνέχισε μειδιώντας.

(Εντάξει, τώρα έγινε και τηλεπαθητικός να πούμε;)

«Το φοβήθηκα προς στιγμή,» του απάντησα ειλικρινά, κάνοντάς τον να χαμογελάσει. «Απλά μου φαίνεται λίγο περίεργη επιλογή… καλά, όχι ότι το ξέρω το τραγούδι, δεν είμαι πολύ του ροκ.»

«Είναι ό,τι πρέπει,» μου είπε με σιγουριά. «Αλλά ψάξε για το dirty version, όχι το απλό.»

«Οκ…» του είπα και έψαξα για “Gloria dirty version” στο YouTube και όντως υπήρχε, με διάρκεια γύρω στα οκτώ λεπτά. «Το βρήκα!»

«Ωραία, πολύ ωραία!» μου είπε ευχαριστημένος. «Δώσε προσοχή στους στίχους!» συμπλήρωσε με νόημα, κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

«Οκ,» του απάντησα χαμογελαστή και πάτησα το play.

Οκ, το παραδέχομαι, στην αρχή μου φάνηκε αρκετά γρήγορο, αλλά θα μου πεις μήπως το Smack my bitch up ήταν κανένα αργό;

Ξεκίνησα να λικνίζομαι προκλητικά αφήνοντας το ρυθμό να κυλήσει μέσα μου.

Come round here just about midnight,
make me feel so good, make me feel all right.

Χωρίς να βγάλω ακόμα κανένα ρούχο, συνέχισα να λικνίζομαι ακόμα πιο προκλητικά, και ναι, αποδείχτηκε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν εξαιρετική επιλογή για stripping.

Μη σταματώντας ούτε στιγμή να χορεύω άρχισα να λύνω σιγά-σιγά τα κορδόνια του top μου αλλά όταν έφτασα στο τέλος σταμάτησα και τα άφησα εκεί. Τον πλησίασα και έβαλα το ένα μου πόδι πάνω στον καναπέ, ανάμεσα στα πόδια του, και άρχισα να κατεβάζω αισθησιακά τα stay-ups, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό.

Well now that we know each other a little bit better,
why don't you come over here,
make me feel all right!

Συνεχίζοντας να λικνίζω το πάνω μέρος του κορμιού μου, έσκυψα προς το μέρος του και έλυσα τις γόβες μου, και πριν τις βγάλω έλυσα τελείως το κορδόνι του top και το άφησα να ανοίξει. Όπως ήμουν σκυφτή πήρα τα χέρια του και τα έβαλα στα πλευρά μου, δείχνοντάς του ότι θέλω να με χαϊδέψει.

Gloria, Gloria
Gloria, Gloria

Τα χέρια του ταξίδεψαν για λίγη ώρα από τη μέση μου ως μέχρι σχεδόν τις μασχάλες μου αλλά όταν έκανε να μου χαϊδέψει τα στήθη από τα πλάγια, τον έσπρωξα απαλά με το πόδι μου, κάνοντάς τον να ξαπλώσει πάλι στην πλάτη του καναπέ.

You were my queen and I was your fool,
riding home after school.

Έβγαλα τις γόβες και τα stay-ups, και απομακρύνθηκα και πάλι. Έβγαλα τελείως το top και δευτερόλεπτα αργότερα άρχισα να κατεβάζω αισθησιακά και τη φούστα μου.

Check me into your room.
Show me your thing.

Έχοντας μείνει μόνο με τα εσώρουχά μου τον πλησίασα και πάλι.

Softer, softer, soft,
slow it down, I got a feeling down

Έλυσα το σουτιέν αλλά έβαλα τα χέρια μου μπροστά και το κράτησα. Του γύρισα την πλάτη μου και άφησα το σουτιέν να πέσει στο πάτωμα λικνίζοντας αισθησιακά τους γοφούς μου μπροστά του.

Now you show me your thing.
Now why don't you wrap your lips around my cock, baby.

Και εκεί κατάλαβα γιατί μου ζήτησε να δίνω προσοχή στους στίχους, και παραλίγο να μου ξεφύγει ένα χάχανο, καθώς η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα το τραγούδι να λέει κάτι τέτοιο. Γύρισα προς τη μεριά του και γονάτισα μπροστά του. Σήκωσα το βλέμμα μου πάνω του και κοιτάζοντάς τον στα μάτια πήγα να του κατεβάσω το κάτω μέρος της φόρμας.

Με σταμάτησε απαλά με το χέρι και αντί αυτού σηκώθηκε όρθιος. Δεν χρειάστηκε να μου πει κάτι περισσότερο, του κατέβασα το παντελόνι και το σορτσάκι και αγκαλιάζοντάς τον από τους γοφούς τον πήρα όλο στο στόμα μου.

Τόσα χρόνια εξάσκηση είχα μάθει να τους παίρνω ολόκληρους στο στόμα μου—ακόμα και του Μίλτου που ήταν περισσότερο προικισμένος από τον ήδη προικισμένο Σαράντη—αλλά το mouth fuck που ακολούθησε είναι τελείως διαφορετικό ζώο.

Και του Φώτη του άρεσε αυτό, μόνο που ο Φώτης ήταν μετρίου μεγέθους και δε με ζόριζε. Με το Μίλτο δεν το είχαμε δοκιμάσει έτσι ποτέ, γενικά ο Μίλτος—πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για άνδρα, ή τουλάχιστον για άνδρα με τον οποίο είχα σεξουαλική εμπειρία—δεν ήταν ιδιαίτερα fun της πίπας. Ο Σαράντης κατά τα φαινόμενα ήταν, αν και είχε το mind presence να κόβει ρυθμό και να μου δίνει τις ανάσες μου.

Σάλιο και υπομονή που λένε…

(Βέβαια αλλού πάει αυτό, but you get my drift…)

Long story short, κάποια στιγμή τραβήχτηκε και με διέταξε να κλείσω τα μάτια μου και να κρατήσω το στόμα μου ανοιχτό. Τον άκουσα να βογκάει και η πρώτη ριπή έπεσε στο πρόσωπό μου, αλλά στη δεύτερη πρόλαβε και τον έβαλε στο στόμα μου.

«Μην καταπιείς,» τον άκουσα να με διατάζει με πνιχτή φωνή. Έκανα αυτό που μου είπε και όταν τελείωσε τραβήχτηκε. «Κοίτα με,» μου είπε.

Άνοιξα τα μάτια μου και τον κοίταξα.

«Δείξε μου το στόμα σου,» μου ζήτησε και παρόλο που άνοιξα προσεκτικά το στόμα μου, κύλισε λίγο από τα χείλη μου. «Κατάπιε» με διέταξε ξανά, και κατάπια.

Με το δάχτυλό του καθάρισε το πρόσωπό μου στο σημείο που είχε πέσει η πρώτη ριπή και το έβαλε στο στόμα μου για να το πιπιλήσω. Κράτησα το χέρι του στα δικά μου και έγλειψα ξανά προσεκτικά όλο το δάχτυλο. Μετά μάζεψε και αυτό που είχε φύγει από τα χείλη μου και επαναλάβαμε την ίδια κίνηση.

Thank you for using me, Sir” του απάντησα με λάγνα φωνή, αλλά αυτή τη φορά δεν έκαψε φλάντζα.

Good girl,” μου είπε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο πρόσωπο. «Σήκω,» με διέταξε. «Δείξε μου σε παρακαλώ πως να ψάξω με το remote,» μου ζήτησε όταν σηκώθηκα, και του έδειξα. Με τράβηξε στην αγκαλιά του ώστε να μη βλέπω και μετά από λίγη ώρα πρέπει να βρήκε αυτό που έψαχνε γιατί πέταξε το remote στον καναπέ.

Ναι, αυτό το τραγούδι το ήξερα.

I put a spell on you, because you're mine
You better stop the thing that you're doin'
I said, "Watch out, I ain't lyin'", yeah

Με κόλλησε σχεδόν πάνω του κρατώντας με σφιχτά από τη μέση ενώ εγώ έγειρα το κεφάλι μου πάνω του σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του.

You are mine,” μου ψιθύρισε κάνοντάς με να ανατριχιάσω.

Im yours,” του απάντησα και το κοίταξα στα μάτια, που στιγμές αργότερα έκλεισαν από μόνα τους καθώς παραδόθηκα στο φιλί του.

Όταν τέλειωσε το τραγούδι τραβήχτηκε απαλά και τον άφησα απρόθυμα.

«Πήγαινε να ντυθείς.»

Έσκυψα και μάζεψα από κάτω top, φούστα, stay-ups και γόβες και επέστρεψα στο δωμάτιο. Δεν κάθισα να τα ταχτοποιήσω, απλά φόρεσα και πάλι από πάνω ένα ελαφρύ μακρυμάνικο και από κάτω την φόρμα μου, και ξαναφόρεσα κάλτσες γιατί ένιωθα τα πόδια μου κρύα.

Με το που επέστρεψα στο σαλόνι, κοκκάλωσα για μερικές στιγμές. Ο Jonesy, που είναι και ο πιο θαρραλέος από τις γάτες μου είχε σκαρφαλώσει στον καναπέ και πλησίασε προσεκτικά τον Σαράντη, ο οποίος ακολουθώντας τις οδηγίες μου δεν έκανε κάποια κίνηση. Ο Jonesy έδωσε ένα σάλτο και ανέβηκε πάνω στα μπούτια του, έκανε δυο-τρεις στροφές και βολεύτηκε σαν πασάς στα Γιάννενα.

«Καλώς τα δέχτηκες!» είπα χαχανίζοντας στον Σαράντη, που ο φουκαράς δεν τολμούσε να κουνήσει ούτε βλέφαρο.

«Σαράντη μου, γάτος είναι, όχι νάρκη!» του είπα διασκεδάζοντας αφάνταστα με την αμηχανία του.

Κάθισα δίπλα του και χάιδεψα την κεφάλα του Jonesy που τρίφτηκε πάνω στο χέρι μου. «Χάιδεψέ τον κι εσύ!» του είπα. «Στο κεφάλι!»

Ο Σαράντης κατέβασε αβέβαια το χέρι του προς το Jonesy που τέντωσε το κεφάλι του μπροστά, και τον έτριψε στην κορυφή του κεφαλιού, ανάμεσα στ’ αφτιά. Τράβηξε ελαφρά το χέρι του, και ο Jonesy του τρίφτηκε, κάνοντάς με να λερώσω τα βρακιά μου.

«Αν δεν το κατάλαβες σου είπε “keep petting me, peasant”» του εξήγησα κάνοντάς τον να χαχανίσει, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να χαϊδεύει τον Jonesy, μέχρι που ο τελευταίος αποφάσισε ότι αρκετά με τα χάδια και τραβήχτηκε. «Άστον, δεν θέλει άλλο χάδι προς το παρόν.»

«Και γιατί κάθεται πάνω μου;» με ρώτησε με απορία.

«Γιατί αισθάνεται ασφαλής και βολεύτηκε. Οι γάτες έχουν πολλούς τρόπους να σου δείξουν συμπάθεια,» του εξήγησα, «και το να κάθεται πάνω σου είναι ένας από αυτούς.»

Ναι, ήταν να μην γίνει η αρχή, λίγη ώρα αργότερα ήρθαν στον καναπέ και η Bella με τον Dusty. Ο Dusty κάθισε πάνω μου, αλλά η Bella σκαρφάλωσε πάνω στον Σαράντη και τον μύρισε στο πρόσωπο. Μετά σκαρφαλώνοντας στον ώμο του ανέβηκε στην πλάτη του καναπέ, και μετά κατέβηκε και πάλι στο κάτω μέρος και βολεύτηκε στο κενό μεταξύ μας.

“Them da boss!” μου είπε ο Σαράντης κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.


13. Άλλαλα τα χείλη των ασεβών

Αν και μετά το στριπτήζ είχα ορέξεις (duh!) ο φουκαράς δεν είχε άλλες δυνάμεις, τον είχα ξεζουμίσει για τα καλά. Δε με άφησε παραπονεμένη πάντως, να τα λέμε αυτά, και δεν ήταν απλά καλός, με έκανε και μένα να ξεχάσω το όνομά μου.

Προφανώς και δεν ήταν ο πρώτος που μου έκανε στοματικό, πολλοί το έχουν κάνει, αλλά δεν ξέρω, οι περισσότεροι το έβλεπαν ως απλό προκαταρκτικό ή ως υποχρέωση.

Υπήρχαν όμως κάποιοι, όπως ο Μάριος, όπως ο Μίλτος και όπως ανακάλυψα και ο Σαράντης, που πραγματικά το απολάμβαναν και σαν πράξη και κατάφερναν στο τέλος να κάνουν τα μάτια μου να γυρίσουν ανάποδα στις κόγχες τους.

Η υπόλοιπη βραδιά κύλισε πιο ήρεμα, με μπυρίτσα και κατόπιν πρότασης του Σαράντη τα πρώτα τρία επεισόδια του 30 Rock και τελικά έφυγε γύρω στις δέκα παίρνοντας μαζί του και ένα τάπερ με καρμπονάρα και με τη διαβεβαίωση ότι θα μου στείλει μήνυμα μόλις φτάσει σπίτι του και να τα ξεχάσει αυτά τα whodabossικά που ξέρει.

Επέστρεψα στον καναπέ μου με αυτή την περίεργα γλυκιά μελαγχολική διάθεση για το υπέροχο Σαββατοκύριακο που είχαμε περάσει αλλά που πλέον ήταν παρελθόν: σαν παιδάκι που ο γύρος στο λούνα παρκ τελείωσε και έπρεπε να κατέβει από το αλογάκι.

Πέρα από ένα «Καλό βόλι,» που μου είχε στείλει η Ελένη χθες το βράδυ όταν της έγραψα ότι ξεκινάω δεν είχαμε μιλήσει καθόλου, οπότε ήρθε η ώρα για το δελτίο ειδήσεων.

«Βρε-βρε, σαν τα χιόνια,» μου έκανε ειρωνικά αντί απάντησης. «Πώς και αυτό το ξαφνικό;»

«Πήρα να μου δώσεις τα συχαρίκια!» της απάντησα στο ίδιο ύφος.

«ΩΩΩΩ!»

«Και ΩΩΩ και ΑΑΑΑ και ΜΜΜΜ και όλα τα καλά του κόσμου! Με μια λέξη: Έπος!»

«ΜΕ ΤΟ ΣΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΝΙΓΜΑ!»

«Από πού να το πιάσω και που να το αφήσω, φιλενάδα!» ξεκίνησα την εισαγωγή. «Από το ότι από μαγειρική και presentation ούτεε πεντάστερο Μισελέν; Το ότι μου είχε δωράκι να με περιμένει;»

«Τι δωράκι;» με ρώτησε με φανερή περιέργεια.

«Ένα μπρελόκ με τη μασκότ του Notre Dame

Ehm, what?”

The Fighting Irish!” της εξήγησα γελώντας σα βλαμμένο.

«Α, καλά, την έχεις δαγκώσει γερά!» μου είπε γελώντας στο τηλέφωνο.

«Τσιχλόφουσκα την έχω κάνει!» τη διαβεβαίωσα. «Τον ρώτησα αν προσπαθεί να με αποπλανήσει και μου απάντησε ότι το courting είναι τέχνη! Courting ρε μαλάκα! Ποιος χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη;»

«Ο Σαράντης, προφανώς!» μου απάντησε συνεχίζοντας να χαχανίζει. «Και;»

«Και μετά μου ζήτησε να χορέψουμε! Και όχι ό,τι και ό,τι, εννοώ ότι ακόμα και η playlist ήταν μελετημένη στην παραμικρή λεπτομέρεια!»

«Για λέγε!!!» μου είπε με έκδηλη περιέργεια.

«Μόνο το πρώτο ήξερα, το “then he kissed me!”» ξεκίνησα να της λέω και με διέκοψε.

“What???”

«Και μετά στο καπάκι έβαλε το “will still love me tomorrow,” και μετά ακόμα ένα που το άκουσα και εκείνο πρώτη φορά, “Spanish Harlem”»

«Τι είναι αυτά ρε μωρή;»

«Μαλάκα μου νόμιζα ότι κάπως βρέθηκα στα sixties!» της είπα με ενθουσιασμό. «Και… απλά ψάξε και βρες τους στίχους, όλα μαζί… είναι ολόκληρο αφήγημα!»

«Κοίτα να δεις ο Αλατσιάνος!» μου έκανε εντυπωσιασμένη. «Και μετά;»

«Μετά μαλάκα μου έκανε μια και με κόλλησε στον τοίχο, και έχασα τα αυγά και τα πασχάλια!» της είπα ξαναμμένη και σταμάτησα χάνοντας τα λόγια μου καθώς η σκηνή έπαιζε σε replay στο μυαλό  μου.

«Ρε μωρή μη το κόβεις στο καλύτερο!»

«Ένα σου λέω, πήγαμε κουτρουβαλώντας στην κρεβατοκάμαρα του και με έβαλε κάτω και…» (παύση) «ας πούμε ότι μέσα σε μια ώρα αδειάσαμε το κουτί με τα προφυλακτικά!»

«ΑΞΙΟΣ;» με ρώτησε με αγωνία.

«ΥΠΕΡΑΞΙΟΣ! Μαλάκα την πρώτη φορά ακούστηκα και τη δεύτερη φορά δάγκωσα το μαξιλάρι για να μην ακουστώ ακόμα πιο δυνατά!»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑ»

«Μέχρι και καντάδα στον κώλο μου μού έκανε!» της είπα χαχανίζοντας.

«Ο ΑΛΑΤΣΙΑΝΟΣ????»

«Και να έμενε στην καντάδα…» της είπα και της εξήγησα το σκηνικό με το δακτυλικό εξάμετρο κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

Για να μην τα πολυλογώ, και με ένα μικρό διάλειμμα για να πάρω τηλέφωνο τον Σαράντη και να καληνυχτιστούμε όταν γύρισε σπίτι, με την Ελένη καθίσαμε μέχρι σχεδόν τις δύο το πρωί και είπαμε τα πάντα, και δεν ήμουν μόνο εγώ που είχα νέα, είχε και του λόγου της.

Και τι νέα! Η βραδιά που ήταν απλά έξοδος με συναδέλφους και κάποιους εξωτερικούς συνεργάτες, κατέληξε σε κάτι που η Ελένη δεν είχε κάνει από εκείνο το καλοκαίρι στην Πάρο, σεξ στο πρώτο ραντεβού.

…και δεν ήταν καν ραντεβού!

«Μωρή να δεις που στο τέλος θα του δώσεις και κώλο!» της είπα χαχανίζοντας όταν μου είπε πως όχι απλά του έκανε πίπα αλλά κατάπιε και από πάνω. Ποια; Η Ελένη;

«Με την τσουτσού που έχει; Και το τριάρι που μου έχουν γράψει οι δικοί μου θα του δώσω!» μου είπε deadpan κάνοντάς με να δακρύσω.

Κατά τα άλλα η επόμενη εβδομάδα κύλισε ήσυχα και κουραστικά, και με εμένα με απογευματινή βάρδια και να σχολάω στις εννιά κάθε βράδυ, οι επαφές μας είχαν περιοριστεί σε τηλέφωνα, μηνύματα και το βράδυ βίντεο κλήσεις.

Αλλά ακόμα και έτσι το Σαράντης το έκανε με τέτοιο τρόπο που το κενό μου ήταν απλά σωματικό. Και σειρές μαζί είδαμε, με εκείνον να μου κάνει share βίντεο και ήχο, και παιχνίδια παίζαμε (από uno, μέχρι τάβλι), και ένα βράδυ μου έκανε cast ένα adventure και λύναμε μαζί γρίφους.

Ναι, λύναμε, δεν ήμουν μόνο διακόσμηση! Είμαι πολύ καλή στα puzzles και σε δύο γρίφους βρήκα εγώ τη λύση, υπαγορεύοντάς του ποιες κινήσεις έπρεπε να κάνει.

«Αν δε φοβόμουν το πως θα ακουστεί, θα σταματούσα να σε λέω σουσουραδίτσα και θα σ’ έλεγα κοράκι!» μου πέταξε χαχανίζοντας, κάνοντάς με να πνιγώ με τη μπύρα μου.

«Κοράκι μωρέ;» του είπα δήθεν πληγωμένη αλλά γελώντας ακόμα.

«Είναι by far τα πιο έξυπνα πουλιά!» μου είπε.

«Μη μιλάς για πουλιά γιατί φουκαρά μου ίσα που έρχομαι σπίτι σου να σε βιάσω!»

Και εκεί είχαμε και το πρώτο βίντεο sex… Με έβαλε να του διηγηθώ την ιστορία…μετά από το striptease και αντί να τον παίζει του λόγου του, με έβαλε να παίξω εγώ με το μικρό μου δονητή.

Πάρος, 2020

Κάτω από ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες και έχοντας μείνει μόνο με το κιλοτάκι κατέβηκα από τη μπάρα και φόρεσα ξανά το τοπ και τη φούστα μου.

«Ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας!» είπα στον Τέλη αρπάζοντας τα δύο πενηντάρικα και βάζοντάς τα στο τσαντάκι μου.

Best 50 euros spent ever!” μας είπε με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο και μας κέρασε ξανά σφηνάκια.

Λίγο αργότερα η Ελένη πήγε να βρει το γκόμενο και ήρθε ίσα για να μου πει να μην γυρίσω στο δωμάτιο το επόμενο δίωρο.

«Και τι θα κάνω μωρή δυο ώρες;» τη ρώτησα, ήταν ήδη περασμένες τρεις κι εγώ ντέφι.

«Κάτι θα βρεις,» μου είπε δείχνοντάς μου με τρόπο τον Τέλη που κάτι έκανε στον πάγκο.

«Ποιος είπε ρε μωρή ότι σκοπεύω να του κάτσω;» τη ρώτησα δήθεν προσβεβλημένη.

«Δε σκοπεύεις;» με ρώτησε μειδιώντας.

«Δεν είναι αυτό το θέμα μας!» της έκανα με προσποιητή αγανάκτηση.

Εκείνη τη στιγμή επέστρεψε ο Τέλης για να με κεράσει άλλο ένα σφηνάκι και η Ελένη μου έστειλε ένα φιλάκι στον αέρα και μην την είδατε.

Δεν πρόλαβα ούτε κωλοδάχτυλο να της κάνω γιατί εκείνη τη στιγμή ο DJ αποφάσισε να βάλει ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια, το hey boy, hey girl των Chemical Brothers και κάπως έτσι βρέθηκα και πάλι σκαρφαλωμένη στον πάγκο να χορεύω σα να μην υπήρχε αύριο.

Στην γωνία του μπαρ είχε μια κολώνα την οποία πήγα και αγκάλιασα κουνώντας το σώμα μου προκλητικά. Δεν ξέρω πως μου ήρθε αλλά κάποια στιγμή όπως χόρευα γονάτισα μπροστά της και την αγκάλιασα με τα χέρια μου, σα να ήταν άντρας στον οποίο είχα γονατίσει για να του πάρω πίπα, κάνοντας το κοινό μου να ξετρελαθεί.

Και όχι τίποτε άλλο αλλά είχε βάλει και την extended version, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να μείνω και πάλι με το κιλοτάκι—χωρίς πενηντάρικο, έτσι, για την αλητεία! Με τη μουσική ακόμα να παίζει έκανα νόημα στον Τέλη να με κατεβάσει μέσα από το μπαρ και τσακίστηκε να με βοηθήσει.

«Κράτα με από τη μέση,» του είπα και συνέχισα να στροβιλίζομαι λικνιζόμενη αισθησιακά με τον Τέλη να με κρατάει από τη μέση.  Στην αρχή δηλαδή, γιατί πήρε θάρρος και άρχισε να με χαϊδεύει στα πλευρά, κάνοντάς με να γίνω πύραυλος. Τα χέρια του Τέλη κάποια στιγμή βρέθηκαν πιο ψηλά, και μπορεί να μη με «χούφτωσε» ακριβώς, πάντως τα χέρια του άγγιξαν στήθος. Και αν το «κοινό μου» είχε ενθουσιαστεί, με την επόμενη κίνηση μου προκάλεσα πανδαιμόνιο.

Χωρίς να σταματήσω να χορεύω πήρα τα χέρια του Τέλη και τα έφερα μπροστά στα στήθη μου, κολλώντας τα πάνω μου. Έγειρα πίσω, πάνω του, και συνέχισα να λικνίζομαι με τον Τέλη να με χουφτώνει πλέον κανονικά και με το νόμο.

Όταν τέλειωσε το κομμάτι και πάλι κάτω από ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες ντύθηκα και πάλι, ενώ ο Τέλης έκανε δυο βήματα πίσω και με προσκύνησε θεατρικά. Μέχρι που έκλεισε το μπαρ το πέρασα μαζί του, εκείνος να σερβίρει κι εγώ να χορεύω από μέσα.

Είχε πάει πέντε οπότε θεωρητικά είχα το ελεύθερο να επιστρέψω στο δωμάτιο που νοικιάζαμε αλλά εννοείται ότι δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση. Τον περίμενα μέχρι να τελειώσει το πρόγραμμα και να κάνουν ένα στοιχειώδες μάζεμα στο μαγαζί. Μετά έτζασε τις σερβιτόρες διαβεβαιώνοντάς τες πως θα μαζέψει εκείνος το μαγαζί το απόγευμα.

Με το που έφυγαν πήγε και κλείδωσε τις πόρτες και επέστρεψε στο μπαρ και όπως ήμουν επίτηδες σκυμμένη ήρθε από πίσω και με χούφτωσε από τα στήθη φιλώντας με στο λαιμό. Έβγαλα το τοπ μου και γύρισα προς το μέρος του. Έσκυψε και με φίλησε και μετά με πίεσε διακριτικά στους ώμους.

Οκ, το έπιασα το υπονοούμενο. Γονάτισα και του ξεκούμπωσα το παντελόνι και τον πήρα στο στόμα μου. Θεωρητικά ήταν προκαταρκτικό αλλά ούτε ένα λεπτό τον άκουσα να βογκά και στιγμές αργότερα τον ένιωσα να δονείται μέσα στο στόμα μου.

Οκ, μπορεί να μην καταπίνω σε όλους αλλά δεν είμαι από αυτές που κόβουν πίπα στη μέση, και έτσι τον άφησα να τελειώσει στο στόμα μου. Σηκώθηκα και τα έφτυσα στο νεροχύτη.

«Συγνώμη…» μου είπε ξέπνοος. «Μου… μου ήρθε ξαφνικά!»

«Συγχωρεμένος,» του είπα. «Βάλε μου κάτι να πιώ.»

Τσακίστηκε και μου έδωσε να πιώ ένα σφηνάκι snaps. Δεν το είχα πάρει στραβά, συμβαίνουν αυτά, και εδώ που τα λέμε όλη την προηγούμενη ώρα τον είχα κάνει πύραυλο. Του πήρε λίγη ώρα να έρθει στα ίσια του, και αυτή τη φορά φόρεσε το προφυλακτικό του, με γύρισε να σκύψω στον πάγκο και είχαμε το δεύτερο γύρο.

Μπορεί να ήμουν καυλωμένη τέρμα και να μη χρειαζόμουν ιδιαίτερα προκαταρκτικά αλλά ο τρόπος που με πήδηξε ήταν… όχι καλός, κάποια στιγμή μ’ έπιασα να μετράω τα μπουκάλια στο μπαρ περιμένοντάς τον να τελειώσει, και του πήρε και αρκετή ώρα τρομάρα του.

TYN, δεν ξαναπατήσαμε το πόδι μας σε αυτό το μπαρ…

Σήμερα

«Ναι μωρό μου… τέλειωσε για μένα!» μου είπε ο Σαράντης πάνω που είχα κλιμακώσει το παιχνίδι μου. «Για μένα!»

«Ααααχ! Αααχ… Για σένα…αααχ για σένα!»

Και μπορεί με την ίδια την πράξη που διηγούμουν να βρέθηκα να μετράω μπουκάλια περιμένοντας το ουίσκι να ωριμάσει, ωστόσο στην… αναπαράστασή της με πήρε ο διάολος και με σήκωσε…

Oh, woah,” έκανα ξέπνοη όταν το σώμα μου ηρέμισε από τα αλλεπάλληλα τραντάγματα.

«Παρασκευή βράδυ… θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου,» μου είπε αμέσως μετά αλλάζοντας τελείως την κουβέντα.

Or so I thought.

«Να βάλεις φαγητό και νερό στις γάτες, γιατί θα σε ξαναδούν την Κυριακή το βράδυ!» συνέχισε σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Θα είσαι δική μου όλο το Σαββατοκύριακο.»

«Μάλιστα,» του απάντησα υπάκουα μπαίνοντας πλήρως στο πετσί και νιώθοντας και πάλι τα λαγόνια μου να μουδιάζουν.

Good girl,” συνέχισε κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι και μετά ξεφύσησε θεατρικά. «Ορίστε, πύραυλο μ’ έκανες!»

«Είμαι η χειρότερη!» τον διαβεβαίωσα. «Αλλά θα σ’ αποζημιώσω την Παρασκευή το βράδυ!» του υποσχέθηκα με λάγνα φωνή.

Yes you will!” με διαβεβαίωσε με τη σειρά του, κάνοντας και πάλι τα πόδια μου να τρέμουν.

Τετάρτη βράδυ έγινε αυτό το σκηνικό και μέχρι να πάει Παρασκευή μου φάνηκε σαν αιώνας. Είχε πει ότι θα περάσει να με πάρει γύρω στις 10:30 για να προλάβω να ετοιμαστώ, αλλά στην πραγματικότητα ό,τι ετοιμασία χρειαζόταν είχε γίνει το πρωί, το βράδι απλά έκανα ντουζάκι.

Δεν ήξερα που θα με πάει, δε μου είχε πει, ήταν κατά δήλωση “A need to know basis” και το μόνο που χρειαζόταν να ξέρω είναι ότι πρέπει να ντυθώ καλά.

Επέλεξα ένα από τα καλύτερα βραδινά φορέματα που έχω: βελούδο στο βαθύ, ζεστό μπορντό του κρασιού, με μακρύ μανίκι και wrapstyle κόψιμο που αγκαλιάζει τη μέση. Το ντεκολτέ άνοιγε σε βαθύ, όσο πρέπει, χιαστί V, και η φούστα είχε σκίσιμο από το μπούτι—κομψό, όχι κραυγαλέο. Όσο για γόβες, επέλεξα ένα από τα αγαπημένα μου ζευγάρια που χρησιμοποιώ και στο χορό: nude με λεπτά λουράκια και μετρίου μεγέθους τακούνι.

Και φυσικά μιας και θα περνούσα όλο το Σαββατοκύριακο σπίτι του είχα πάρει και ένα μικρό σακ-βουαγιάζ με τα απολύτως απαραίτητα: πιτζάμες, φόρμα, μια αλλαξιά εσώρουχα και τις χειμωνιάτικες παντόφλες μου, δεν πάω πουθενά χωρίς αυτές!

Όταν τέλειωσα με τα πάντα είχε πάει δέκα και είχα ακόμα μισή ώρα να σκοτώσω, οπότε φυσικά και πήρα την Ελένη τηλέφωνο, η οποία σήμερα θα είχε και το πρώτο επίσημο ραντεβού της με τον Νίκο, τον εξωτερικό συνεργάτη με τον οποίο είχε βγάλει τα μάτια της το Σάββατο.

Yellow!” την άκουσα να απαντάει μες στην καλή χαρά.

«Χωρίστρα έκανες;» τη ρώτησα ρίχνοντάς τη με τη μία στο χαβαλέ.

«Μωρέ θα τον κλάψει η μάνα του!» μου δήλωσε με σιγουριά. «Εσύ ετοιμάστηκες; Αλήθεια, τελικά σου είπε που θα πάτε;»

«Όχι, μου το φιλάει για έκπληξη! Το μόνο που χρειαζόταν να γνωρίζω είναι να ντυθώ καλά!»

«Τι φόρεσες;»

«Το μπορντό, το βελούδινο!» της απάντησα.

«Χαχαχα, θα τον κάψεις!»

«Ε, να μην κλαίει σόλο η μανούλα του Νίκου!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. «Εσείς τελικά που θα πάτε;»

«Πλάκα,» μου απάντησε. «Δεν έχουμε κλείσει κάτι, θα αποφασίσουμε εκεί!»

«Μια χαρά!» τη διαβεβαίωσα.

«Μαλάκα σ’ αφήνω, με παίρνει τηλέφωνο!» μου είπε γεμάτη έξαψη.

«Να περάσετε υπέροχα μωρό μου!»

«Κι εσείς!» μου απάντησε. «Λοιπόν… καλό μας βόλι!» μου είπε χαχανίζοντας και κλείσαμε.

Λίγο μετά τις δέκα και μισή χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Μωρουλίνι μου!» του απάντησα με παιδιάστικο σχεδόν ενθουσιασμό κάνοντάς τον να γελάσει.

«Σουσουραδουλίνι μουυυυυυ» μου απάντησε στο ίδιο ύφος. «Είμαι από κάτω, κατέβα γιατί έχω κλείσει το parking

«Έρχομαι! Πετάω!» του απάντησα και αφού έστειλα φιλάκια στα τριχωτά μου καθάρματα που με κοιτάζανε αποδοκιμαστικά που τα άφηνα μοναχούλια τους, κατέβηκα σχεδόν χορεύοντας κάτω.

Ο ιππότης μου—που αντί για άσπρο άλογο είχε κατέβει από το άσπρο του soccer-μαμαδίστικο corolla station wagon, και που φορούσε αντί για πανοπλία ένα υπέροχο navy blue κουστούμι με απαλό ροζ πουκάμισο και κόκκινη γραβάτα—με περίμενε με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι, και η καρδιά μου έκανε δεκαπέντε ακόμα κωλοτούμπες όπως έχασε τη μιλιά του αντικρύζοντάς με.

You are stunning!” μου είπε με απροσποίητο θαυμασμό, κάνοντάς με να λιώσω σαν ερωτευμένο δεκαπεντάχρονο, εικοσιεπτά χρονών γομάρι!

Με πλησίασε και με φίλησε απαλά και προσεκτικά στα χείλη για να μη μου χαλάσει το κραγιόν.

Μωρέ τι μας λες;

Τον γράπωσα κανονικά και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά του, αιφνιδιάζοντάς τον, αλλά γρήγορα επανάκαμψε και οι γλώσσες μας βρέθηκαν και πάλι να χορεύουν μεταξύ τους στην άκρη των χειλιών μας.

«Μου έλειψες!» του είπα ειλικρινά όταν τραβηχτήκαμε—σχεδόν απρόθυμα—ο ένας από τον άλλον.

«Κι εμένα μου έλειψες, σουσουραδίτσα!» μου είπε χαρίζοντας μου ένα σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο, που έστειλε την καρδιά μου να κάνει άλλες είκοσι κωλοτούμπες. «Για σένα,» μου είπε τρυφερά και μου έδωσε το τριαντάφυλλο που κρατούσε.

Έσκυψε και πήρε το σακβουαγιάζ που είχα πετάξει στο πεζοδρόμιο και το έβαλε στο πίσω κάθισμα. Μετά μου άνοιξε την πόρτα και μου έκανε νόημα να περάσω!

«Σ’ αρέσουν τα μάτια μου;» τον πείραξα καθώς το βλέμμα του καρφώθηκε στο μπούστο μου.

Not sorry!” μου απάντησε τελείως atarax και έκλεισε απαλά την πόρτα.

«Πού θα με πας;» τον ρώτησα με το που μπήκε στο αυτοκίνητο.

«Θα δεις!» μου απάντησε χαμογελώντας μου αινιγματικά.

Ναι, εντάξει, μπορεί να μην ήξερα τι να περιμένω, αλλά αυτό που σχεδίασε δε με έστειλε λιγότερο αδιάβαστη. Είχε κλείσει σουίτα στο Neoma και τραπέζι στο roof garden του, το Lets Bubble.

«Roof Garden χειμωνιάτικα;» τον ρώτησα με ελαφριά ανησυχία. Εντάξει, το φόρεμα ήταν χειμωνιάτικο και είχα μαζί μου και το παλτό μου, αλλά κάπου τα έχασα.

«Θα δεις!» με διαβεβαίωσε.

Ε, περισσότερο σε «έχασα το φως μου» ήταν αυτό που ένιωσα όταν αφού αφήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο ανεβήκαμε στο roof garden. Γυάλινα igloo με θέα την Ακρόπολη, και παρ’ τη κάτω τη δικιά σου.

«Πώς σου φαίνεται;» μου είπε όταν κάτσαμε.

«Άλαλα τα χείλη των ασεβών,» του έκανα σε στυλ ψάλτη (όχι Στάθη!) κάνοντας τον να βάλει τα γέλια.

«Με εμπιστεύεσαι να παραγγείλω για σένα;» με ρώτησε ξανά και αντί απάντησης απλά του έγνεψα καταφατικά.

«Έχεις καμιά αλλεργία που θα πρέπει να ξέρω;» με ρώτησε ξανά και τον διαβεβαίωσα ότι δεν είχα.

Τι να πιάσω και τι να αφήσω; Τη σούπα κολοκύθας; Τα σπαράγγια; Το νιόκι πατάτας; Την σχεδόν οργασμική τσιπούρα φρικασέ;—και το λέω εγώ που δεν είμαι και ιδιαίτερα fan των θαλασσινών. Το πόσο απίστευτα έδενε το κρασί που παράγγειλε με τα πιάτα;

Ήταν… ήταν τόσο μελετημένο που θα το έλεγες επιστήμη, αν δεν το έλεγες πρώτα τέχνη.

Ξαφνικά ένιωσα άσχημα. Σκέφτηκα πόσο θα πρέπει να είχε κοστίσει όλη αυτή η βραδιά και… δεν ξέρω. Δεν ήξερα τι θα μπορούσα να κάνω—όχι για να το “ξεπληρώσω”, ούτε καν για να νιώσω ότι το ισορροπώ κάπως.

Και ο Σαράντης όπως πάντα με έπιασε αμέσως.

«Ζωή;» με ρώτησε χωρίς περιστροφές και τι να του πω του ανθρώπου;

«Είναι…» άρχισα, και σταμάτησα ψάχνοντας λόγια. «Είναι σαν να κινούμαστε σε τελείως διαφορετικά επίπεδα,» κατάφερα τελικά να ψελλίσω. «Και δεν είναι ότι το κάνεις επίτηδες… είσαι απλώς… εσύ.»

Ένιωσα τα χέρια του να σκεπάζουν τα δικά μου.

«Είμαι αυτός που είμαι και είμαι εδώ μαζί σου γιατί είσαι ακριβώς αυτή που είσαι,» μου είπε απαλά.

«Δεν… δεν είναι τόσο απλό…» ξεφύσηξα.

«Κι όμως, σουσουραδίτσα, είναι τόσο απλό,» με διαβεβαίωσε χαμογελώντας. «Είσαι όλα όσα κουράστηκα πολύ να αποτινάξω από πάνω μου,» συνέχισε σχεδόν εξομολογητικά. «Όλα όσα έψαχνα για χρόνια και δεν μπορούσα να βρω…»

«Τι εννοείς;» τον ρώτησα με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.

«Είσαι εικονοκλάστρια—ανεπιτήδευτα ζωντανή και απελευθερωμένη. Είσαι φωτιά και πέτρα, Ζωή, με σαγηνεύεις και με μαγνητίζεις όπως το φως του φεγγαριού τις νυχτοπεταλούδες.»

Μου έσφιξε το χέρια δυνατά.

«Είσαι όμορφη, είσαι έξυπνη, είσαι ετοιμόλογη, είσαι τσαχπίνα… είσαι… είσαι ό,τι ονειρεύομαι σε μια γυναίκα and then again some!”

(ΚΑΙ ΠΑΡΤΗ ΞΑΝΑ-ΜΑΝΑ ΚΑΤΩ ΤΗ ΔΙΚΙΑ ΣΟΥ)

Χαμογέλασε ξανά ενώ εγώ ένιωθα ότι έχω αρχίσει και πάλι να μεταμορφώνομαι σε υγρή μορφή.

«Γι’ αυτό όχι ανασφάλειες… or…»

Or…?” του απάντησα χαμογελώντας σαν κρετίνος.

«Θα σου κάνω το επικό κωλαράκι σου πιο κόκκινο από το συνηθισμένο, αντιλαβού;» συνέχισε χαμογελώντας πονηρά.

«Είμαι μια τιποτένια!» του έκανα χαχανίζοντας, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια, αλαφρώνοντας και πάλι την ατμόσφαιρα.

«Δε μας χωρίζει κανένα χάσμα και κανένα επίπεδο,» συνέχισε σοβαρεύοντας και πάλι. «Ναι, είμαι μεγαλύτερος…» ξεκίνησε. «Ναι, έχουμε διαφορετικές παραστάσεις,» συνέχισε. «Αλλά αυτό δεν είναι χάσμα, καρδούλα μου,» μου έκανε χαϊδεύοντάς μου το χέρι. «Είναι διαφορετικότητα.»

Αυτή τη φορά σήκωσε το χέρι του και με χάιδεψε τρυφερά στο πρόσωπο. «Πόσο ανυπόφορα βαρετός θα ήταν ο κόσμος αν όλοι ήμασταν ίδιοι.»

«Το μόνο σίγουρο είναι ότι μαζί μου δε θα βαρεθείς!» του είπα γελώντας αυτάρεσκα. «Θέλω να σου δείξω κάτι…» συνέχισα.

Άνοιξα το κινητό μου και βρήκα τη φωτογραφία που έψαχνα. Δεν ήταν ακριβώς καλλιτεχνικό γυμνό σαν του Σαράντη, βασικά ήταν φωτογραφία που με είχε τραβήξει ο Μίλτος στο Παρίσι και μετά την είχε επεξεργαστεί με photoshop ώστε να δείχνει σα σκίτσο από μολύβι.

«Ώπα;» έκανε ο Σαράντης όταν την είδε.

«Και αυτό ανάμνηση από το Παρίσι,» του είπα χαμογελώντας πονηρά. «Τη δεύτερη μέρα… πριν…»

«Είχες σκουλαρίκι στον αφαλό;» με ρώτησε με απορία βλέποντας το σκίτσο πιο προσεκτικά και ξεχνώντας να μου κάνει χαβαλέ.

«Ακόμα έχω,» του είπα. «Απλά το έδωσα για καθαρισμό πριν δύο εβδομάδες και μετά you happened και το ξέχασα τελείως!»

Ill be damned!” μου έκανε με μείξη απορίας και θαυμασμού. «Έχεις και άλλες τέτοιες;»

«Έχω,» του απάντησα με ειλικρίνια. «Για μένα είναι… αφροδισιακό να με τραβάνε φωτογραφίες ή βίντεο…»

«Ναι, το καταλαβαίνω…» είπε και δίστασε για μερικές στιγμές.

«Είναι και αυτό μέρος της… πολυσχιδούς προσωπικότητάς μου,» του είπα προσπαθώντας να αλαφρύνω την ατμόσφαιρα, φοβούμενη ότι είχα υπολογίσει λάθος και αντί το θέμα να τον ερεθίσει να τον τρομάξει.

«Μη το πάρεις στραβά, δε σε κατακρίνω,» με διαβεβαίωσε. «Απλά… δεν ανησυχείς…»

«Για revenge porn?» τον ρώτησα κόβοντάς τον και συνέχισα χωρίς να του δώσω χρόνο. «Δεν αφήνω να με τραβήξει φωτογραφία ή βίντεο ο καθένας, Σαράντη…»

Fair…” μου απάντησε με τη σειρά του και μετά χαμογέλασε και πάλι. «Είσαι απίστευτη ρε μούτρο!»

«Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί;» τον ρώτησα σαν παιδάκι κάνοντάς τον να βάλει δυνατά γέλια.

«Πολύ-πολύ-πολύ, μακαρόνια με τυρί!» μου απάντησε, κερδίζοντας μια ενθουσιώδη τσιρίδα μου, που παρόλο ότι ήμασταν κλεισμένη στο γυάλινο igloo έκανε κάποια κεφάλια να γυρίσουν.

(Και χέστηκα κιόλας!)

Ήταν κοντά μεσάνυχτα όταν επιστρέψαμε στη σουίτα αλλά ο Σαράντης δε με άφησε να γδυθώ με τον παραδοσιακό τρόπο, γιατί αλίμονο!

Στη γωνία του δωματίου είχε ένα τραπεζάκι και μια πολυθρόνα ενώ στον καθρέφτη ευθεία από το κρεββάτι είχε ακόμα μία. Την πήρε και την έφερε και αυτή κοντά στο τραπεζάκι. Σέρβιρε ουίσκι σκέτο για τον εαυτό του, ενώ για μένα που δεν είμαι fan του εν λόγω ποτού, μου σέρβιρε βότκα με χυμό πορτοκάλι.

Δε γδυθήκαμε, εκείνος απλά χαλάρωσε τον κόμπο της γραβάτας του και άνοιξε το κουμπί του κολάρου, κι εγώ απλά έβγαλα τις γόβες μου.

«Στην υγειά σου,» μου έκανε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

«Στην υγειά σου,» του απάντησα και ήπιαμε μια γουλιά από τα ποτά μας.

And now the main program!” μου είπε παίζοντας τα φρύδια του με νόημα και πήρε το κινητό του στο χέρι, και στιγμές αργότερα η εισαγωγή του “Hey boy, hey girl,” γέμισε τη σουίτα.

«Και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται…» του έκανα ανταποδίδοντας το παιχνιδιάρικο χαμόγελο, πιάνοντας φυσικά το υπονοούμενο.

Σηκώθηκα και άρχισα να λικνίζομαι αισθησιακά στο ρυθμό της μουσικής. Η αλήθεια είναι ότι το φόρεμα είναι μονοκόμματο και δεν κάνει για αυτή τη δουλειά, αλλά καλή διάθεση να υπάρχει και όλα γίνονται.

(Η αλήθεια είναι ότι παραλίγο να φάω και μια σαβούρδα, κινδυνεύοντας εκτός από το να χαλάσω την ερωτική διάθεση να ανοίξω και κανένα κεφάλι, αλλά κατάφερα να βρω την ισορροπία μου—και με στυλ παρακαλώ!)

«Πρόσεχε βρε!» μου είπε ανήσυχος και έκανε να σηκωθεί, αλλά τον έσπρωξα απαλά πίσω.

«Κατσ’ κατ!» του είπα, καθόλου ερωτικά, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

Όταν έμεινα με το strapless σουτιέν και το κιλοτάκι του έκανα νόημα να σηκωθεί και έρθει από πίσω μου και να με αγκαλιάσει από τη μέση, και στη βιάση του ήταν εκείνος που παραλίγο να φάει σαβούρδα.

(Εντάξει, από ερωτισμό σκίσαμε!)

Τέλος πάντων, έστω και μετά αυτού του απρόοπτου, ήρθε από πίσω και με αγκάλιασε αισθησιακά από τη μέση. Γύρισα προς το μέρος του και μη σταματώντας να χορεύω πήρα τα χέρια του και τα ακούμπησα πάνω στα στήθη μου πάνω από το σουτιέν.

«Βγάλ’ το μου!»

Μου έλυσε το σουτιέν που κούμπωνε από μπροστά και τον απομάκρυνα. Γύρισα πλάτη και άρχισα να τρίβομαι πάνω του λικνίζοντας προκλητικά τους γλουτούς μου, άλλοτε χαμηλώνοντας και άλλοτε πατώντας στις μύτες των ποδιών μου.

Έγειρα και πάλι πάνω του και πήρα τα χέρια του και τα κατέβασα στη μέση μου στο σημείο που ήταν το κιλοτάκι. Έσκυψα μπροστά προκλητικά και βάζοντας τα χέρια μου πάνω στα δικά του, τού έδωσα να καταλάβει ότι ήθελα να μου το χαμηλώσει.

Έκανε να μου το κατεβάσει αλλά του ξέφυγα και, γυρίζοντας προς τη μεριά του, τού έκανα με το δάχτυλο την παντομίμα “Nope!” Τον πλησίασα και πάλι, του γύρισα πλάτη και έσκυψα ξανά, και αυτή τη φορά τον άφησα να το κατεβάσει λίγο περισσότερο.

Κόλλησα ξανά πάνω του και τα χέρια του αγκάλιασαν τα στήθη μου και αυτή τη φορά τον άφησα, γέρνοντας πάνω του, σηκώνοντας τα χέρια μου, και σταυρώνοντάς τα πίσω από το σβέρκο μου.

Τον άφησα να με χαϊδεύει για λίγη ώρα και μετά απομακρύνθηκα και πάλι, και τελικά κατέβασα αργά και προκλητικά το κιλοτάκι μου. Όταν έμεινε στο δεξί μου πόδι, έκανα μια κίνηση και το πέταξα προς το μέρος του. Το έπιασε στον αέρα και το έφερε στο πρόσωπό του και το έτριψε πάνω του, ανασαίνοντας το.

Τον πλησίασα και πάλι, και αυτή τη φορά ήμουν εγώ που τον βοήθησα να βγάλει τα ρούχα του, τα οποία τα άφησα προσεκτικά πάνω σε μια πολυθρόνα για να μην τσαλακωθούν.

Έκανα να γονατίσω για να τον πάρω στο στόμα μου αλλά δε με άφησε. Αντιθέτως,  ήμουν εγώ που βρέθηκα καθισμένη στην πολυθρόνα με τα πόδια μου στους ώμους του και το πρόσωπο του βυθισμένο στα χαμηλά μου.

Δεν του πήρε ούτε δέκα λεπτά για να μου κάνει και πάλι το σώμα να τραντάζεται σα να δάγκωσα καλώδιο υπερυψηλής και τα μάτια μου σχεδόν να γυρίσουν στις κόγχες τους.

«Σε θέλω!» του είπα με το σώμα μου ακόμα να τρέμει και χωρίς να έχω βρει καλά-καλά τις ανάσες μου.

Δεν απάντησε. Σηκώθηκε και άνοιξε τελείως τις κουρτίνες και πήγε και έκλεισε τα φώτα. Μου έδωσε το χέρι του και με πήγε στη τζαμαρία αριστερά από το κρεββάτι και με έβαλε να σκύψω πάνω της.

And now for the main dish…” μου ψιθύρισε κάνοντάς με να ανατριχιάσω και πάλι.

Με άφησε για μερικές στιγμές, ίσα για να φορέσει το προφυλακτικό και…Να δω με τι μούτρα θα κατεβαίναμε για πρωινό το επόμενο το πρωί!


14. Βάστα με να σε βαστώ

Ήμουν ξαπλωμένη στα πλάγια με το Σαράντη να με κρατάει σφιχτά αγκαλιά σε κουτάλα. Ο ίδιος κοιμόταν του καλού καιρού, τον άκουγα που ροχάλιζε σιγανά, και εδώ που τα λέμε το είχα κουράσει το παραγινωμένο μου αγόρι.

Εγώ από την άλλη είχα μια αβάσταχτα γλυκιά υπερένταση και ο ύπνος αρνιόταν να με πάρει στην αγκαλιά του, καθώς στο μυαλό μου έπαιζε σε replay όλα όσα είχαν γίνει εκείνο το βράδυ.

Το δείπνο στο γυάλινο igloo, την ανασφάλειά μου και το πόσο απλά και εύκολα ο Σαράντης την είχε καθησυχάσει. Το ότι όχι μόνο είχε καταλάβει το εύρος του exhibitionism μου, αλλά το είχε αγκαλιάσει κιόλας, γιατί πως αλλιώς να το εκλάβω αυτό που έγινε μετά το striptease?

Και δεν μείναμε εκεί, το προχωρήσαμε ακόμα περισσότερο. Ντυμένοι και οι δύο με τις πιτζάμες μας—χειμώνας γαρ—είχε και δεύτερο γύρο… στο μπαλκόνι.

The epic way.

Και έτσουξε Θανάση μου, ειδικά στην αρχή, παρόλο που ο Σαράντης και λιπαντικό—που εννοείται ότι είχα φέρει μαζί μου—χρησιμοποίησε, και μπήκε πίσω μου αργά και προσεκτικά. Μου είχε κατεβάσει ελαφρά και το παντελόνι της πιτζάμας και το κιλοτάκι, οπότε κρύωνε και το κωλαρίνι μου, και ήρθε και έδεσε.

Και στο τέλος αναγκάστηκε να μου κλείσει το στόμα με τα χέρια του γιατί… ας πούμε θα ακουγόμουν και πάλι, καθώς ο αρχικός πόνος είχε καταλαγιάσει, και το τσούξιμο είχε μετατραπεί σε ωμή καύλα.

Οκ, για λίγη ώρα μετά πήγαινα σαν πιγκουΐνος με αποτέλεσμα να πάει το δούλεμα σύννεφο, αλλά δε βαριέσαι; Τα έχουν αυτά οι… επικές περιπέτειες. Και μετά ακολούθησε και δεύτερος γύρο στοματικού και όχι απλά τα είδα όλα, σκουΐρταρα και από πάνω!

Now youre talking!” μου είπε με αυτάρεσκο χαμόγελο και το πρόσωπο πασαλειμμένο.

(Και τα σεντόνια θέλαν άλλαγμα αλλά τράβα βρες τέτοια ώρα, και τι να τους πεις κιόλας;)

Και μετά με γύρισε μπρούμητα και ακολούθησε και τρίτο γύρος (όχι επικός) και παρόλο που αυτή τη φορά δεν τελείωσα, ο Σαράντης την άκουσε στέρεο, αν κρίνω από το κοπάνισμα, από το με όση δύναμη μου τραβούσε πίσω τα μαλλιά και φυσικά από τα βογγητά του στο τέλος. Καλά το έλεγα, να δω με τι μούτρα θα κατεβαίναμε για πρωινό.

Μετά στα καπάκια κάναμε και το ντουζάκι μας, και ο αθεόφοβος είχε ακόμα ορέξεις, και κάπως έτσι πήρα και τη βραδινή μου δόση πρωτεΐνης.

«Μούμια θα μου γίνεις!» τον πείραξα, ακόμα γονατισμένη. “I need to hydrate you!”

«Τι είπε η μούμια στο γιο της;» με ρώτησε βοηθώντας με να σηκωθώ.

«Τι;» τον ρώτησα αιφνιδιασμένη από το παντελώς άκυρο του θέματος.

«Μού’ μιασες!» μου απάντησε με deadpan ύφος και μ’ έπιασε νευρικό γέλιο.

Το μόνο σίγουρο ήταν πως ήμουν ερωτευμένη μέχρι τα μπούνια και πως σεξουαλικά ο Σαράντης, αν και λιγότερο θεατράλε από τον Φώτη, ταίριαζε μαζί μου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Και εκεί ήταν η διαφορά, η θεατρικότητα του Φώτη ήταν ακριβώς αυτό, θεατρικότητα. Δεν ξέρω πως να το πω, του Σαράντη του έβγαινε φυσικά, χωρίς να χρειάζεται θέατρο.

(Και για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, σε καμία περίπτωση δε θεωρώ αυτού του είδους το θέατρο κάτι κακό.)

Ή—πάλι—ίσως ήμουν εγώ που μπροστά του αισθανόμουν για κάποιο λόγο τοσοδούλα, και ήταν και η πηγή της ανασφάλειας που ένιωθα ώρες-ώρες μαζί του. Μου είχε ζητήσει να είμαι υπομονετική μαζί του αλλά ξέρετε τι; Το ίδιο  θα έπρεπε να κάνω κι εγώ, οι ανασφάλειες δεν είναι κάτι που εξαφανίζονται με μαγικό τρόπο.

Δεν ξέρω… ίσως τελικά ήταν η διαφορά της ηλικίας—και μεταξύ μας, και καλλιέργειας—που μου το προκαλούσε όλο αυτό. Και μπορεί από τη μία να ήταν πηγή ανασφάλειας αλλά από την άλλη μου έβγαζε υποταγή στη σκηνή πιο φυσικά απ’ ότι με το Φώτη.

Και αυτή ήταν και η μεγάλη διαφορά. Με το Φώτη ήταν θέατρο που παίζαμε και οι δύο. Με το Σαράντη… απλά έβγαινε μόνο του.

Όχι, δεν ήταν BDSM, ή τουλάχιστον όχι απ’ όλα όσα έχω διαβάσει για δαύτο. Και αυτό ήταν το περίεργο, ότι με το Σαράντη αυτή η δυναμική ξέφευγε από τα πλαίσια του κρεββατιού με τρόπο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, και αυτό από τη μία με ερέθιζε αφάνταστα και από την άλλη με διαόλιζε άλλο τόσο.

Δε με ενοχλούσε ότι υπήρχε, με ενοχλούσε που δεν μπορούσα να καταλάβω τι σκατά ήταν αυτό που υπήρχε.

Και, από την άλλη, μήπως το κούραζα άδικα; Μήπως αντί να κάθομαι και να τυραννιέμαι να προσδιορίσω το απροσδιόριστο, απλά να το αποδεχτώ και να το αγκαλιάσω;

Ίσως δεν ήταν μόνο ο Σαράντης που έπρεπε να σπάσει τις αλυσίδες του. Ίσως το ίδιο χρειαζόμουν κι εγώ. Όχι να τις σπάσω… να τις δεχτώ ακόμα και αόρατες, ακόμα και αν δεν μπορούσα να προσδιορίσω επακριβώς την ύπαρξή τους, ή—όπως λένε και στο χωριό—“if you cant avoid it try to enjoy it.”

Και από το τελευταίο άλλο τίποτα εδώ και μια εβδομάδα. Όσο για τις ανασφάλειές μου… σάλιο και υπομονή… και από εμένα και από εκείνον, όσο και αν τον κούραζε να επαναλαμβάνεται.

«Σουσουραδίτσα δεν κοιμάσαι;»

Ξαφνιάστηκα λίγο, δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι ξύπνησε.

«Όχι…» του απάντησα ειλικρινά. «Νιώθω… υπερδιέγερση…» συνέχισα και γύρισα προς το μέρος του.

«Μπορώ να βοηθήσω;» με ρώτησε απαλά.

«Μπορείς,» του απάντησα. «Να… να μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις κι εσύ υπομονή μαζί μου.»

Με χάιδεψε τρυφερά στο πρόσωπο απομακρύνοντας το ατίθασο τσουλούφι μου. «Βιάστηκα σε κάτι;» με ρώτησε χωρίς περιστροφές.

«Όχι! Όχι!» τον διαβεβαίωσα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου. «Απλά… θυμάσαι τι μου είπες την περασμένη Κυριακή;»

«Ποιο απ’ όλα;» με ρώτησε χαμογελώντας. «Δεν είπαμε και λίγα!»

«Ότι σε κουράζει αφάνταστα και σε εκνευρίζει άλλο τόσο να επαναλαμβάνεσαι…» του απάντησα διστακτικά.

«Κατάλαβα,» μου είπε και μου χάιδεψε και πάλι το πρόσωπο. «Βάστα με να σε βαστώ ν’ ανεβούμε το βουνό!» συνέχισε χαμογελαστός.

Με έσφιξε πάνω του και χάθηκα και πάλι στο βαθύ, ατελείωτο φιλί του. Ερωτικό, όχι σεξουαλικό και ήταν αυτό ακριβώς που είχα ανάγκη εκείνη τη στιγμή.

«Θα τη βρούμε την άκρη μας,» με διαβεβαίωσε ξανά, και με έσφιξε στην πάνω του. Και έτσι, αντικρυστά ο ένας στον άλλον, με το χέρι του να με τυλίγει, ο ύπνος με πήρε χωρίς να το καταλάβω.

Αν και δεν είμαι του πρωινού, όταν ξυπνήσαμε, και αφού κάναμε και πάλι ένα γρήγορο ντουζάκι κατεβήκαμε να φάμε το πρωινό μας. Εγώ πάλι ένιωσα τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης περιόδου μου, έχω τακτικό κύκλο και αν και την υπολόγιζα για Δευτέρα, είχα προνοήσει και είχα μαζί μου τα απαραίτητα.

Από την άλλη πάλι σταδιακά το στήθος μου θα γινόταν πιο ευαίσθητο και σίγουρα όχι για το είδος του χουφτώματος που αρέσει στον Σαράντη. Και μπορεί να μου άρεσε να τις τρώω στα πισινά ακόμα και με ζώνη—να κάτι που δεν του είχα πει ακόμα—αλλά με το στήθος δεν είχε ποτέ παιχνίδι, ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια, ούτε μετά. Με το Φώτη μια φορά μου είχαμε δοκιμάσει clamps, και πάνω στο παιχνίδι με τράβηξε απρόσεχτα από την αλυσίδα… και τον πήρε ο διάολος και τον σήκωσε.

«Τι το λιβανίζεις μωρέ;» με ρώτησε ο Σαράντης, βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου. «Bacon είναι!»

«Είναι όμως;» τον ρώτησα με συνωμοτικό ύφος ρίχνοντάς το στο χαβαλέ.

«Οκ, βάλε στο πιάτο σου και αν με δεις να βγάζω αφρούς στην πρώτη δαγκωνιά…» μου είπε και σταμάτησε.

«Ναι;» τον ρώτησα με θεατρική αγωνία.

«Ε, μη φας!» μου είπε χαχανίζοντας.

(Του κάνεις ή δεν του κάνεις raspberry στα μούτρα; Ακαδημαϊκή ερώτηση, δεν κάνεις ποτέ raspberry πάνω από ξεσκέπαστο φαγητό, εκτός και αν θέλεις να γίνεις guest star στο lynching party που θ’ ακολουθήσει!)

Για να μην τα πολυλογώ, ο Σαράντης γέμισε το πιάτο του λες και είχε κερδίσει σε άθλο στο Survivor, ενώ εγώ απλά έβαλα μια φέτα ψωμί, λίγη ομελέτα για την αλητεία, και ζαμπόν με τυρί. Και φυσικά και δύο extra ποτήρια πορτοκαλάδα για το μπάρμπα μου το χίπη που χθες για ακόμα μία φορά τον είχα κάνει σουραύλι, η κακούργα.

«Πήρα πορτοκαλάδα!» μου έκανε με απελπισία.

«Μη μου Ιπποκλειδιάζεις εμένα πρωινιάτικα!» του έκανα δήθεν απειλητικά. «Και να τα ξεχάσεις τα whodaboss-ικά που ξέρεις!»

«Μάλιστα κύριε Λοχαγέ,» μου έκανε κοροϊδευτικά.

Who da boss?” τον ρώτησα με μισό μάτι.

Your cats da bosses, νομίζω ότι το έχουμε ξεκαθαρίσει αυτό!» συνέχισε χαχανίζοντας.

“True, but me da boss of cats!”

“And me da boss of you, and the vicious circle continues ad infinitum!” μου απάντησε χωρίς να χάσει beat.

«Μπα;» του έκανα συνεχίζοντας να τον κοιτάζω με το μάτι.

Who da boss, little one?” με ρώτησε, και παρόλο που έκανε χαβαλέ και το ήξερα, ένιωσα και πάλι τα μέσα μου να τρέμουν.

You da boss?”

«Αν έχεις ακόμα αμφιβολίες» συνέχισε, αφού έφαγε μια πιρουνιά από την ομελέτα του, «ξέρω ένα καλό γαλλικό μπιλιαρδάδικο!»

Challenge accepted,” του απάντησα με σιγουριά, τρώγοντας κι εγώ μια μπουκιά από τη δική μου ομελέτα.

«Ναι αλλά μη μου λες μετά πως τσούζει Θανάση μου!» μου έκανε γελώντας πνιχτά.

«Ορίστε, καλόμαθε η γριά στα σύκα!» συνέχισα το ping pong.

Αυτό το πείραγμα, αυτό το ping pong ήταν και ο λόγος που λάτρευα αυτό που ταυτόχρονα με τρόμαζε. Μπορούσαμε να κάνουμε το χαβαλέ μας χωρίς να χρειάζεται να υποκριθούμε σοβαρότητα για να μη χαλάσει το θέατρο.

Γιατί… γιατί με το Σαράντη δεν υπήρχε θέατρο, ή μάλλον, δεν υπήρχε ανάγκη να υπάρχει θέατρο.

«Γιαγιά η σέξι και όποια αντέξει!» συνέχισε στο ίδιο τέμπο.

«Τώρα έγινες και γιαγιά;» τον ρώτησα ρουθουνίζοντας.

«Δει δη επικών οπίσθιων, ω Άνδρες Αθηναίοι, και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων.»

«Νομίζω ότι ο Δημοσθένης το έθεσε ελαφρώς διαφορετικά!» του απάντησα χαχανίζοντας.

«Είναι που δεν σε είχε δει από πίσω!» συνέχισε απτόητος το δούλεμα.

«Βιάστηκε 2500 χρόνια!»

«Μαλακία του!»

Ναι, έτσι πήγε το πρωινό…

Γύρω στις δέκα και μισή, και αφού ήπιαμε και τα καφεδάκια μας χαζολογώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, ανεβήκαμε στη σουίτα για να πάρουμε τα πράγματά μας καθώς στις έντεκα θα γινόμασταν κολοκύθες.

Και να πω ότι δεν ένιωσα λιγουλάκι άσχημα όταν πήγε και πλήρωσε στη ρεσεψιόν θα ήμουν ψεύτρα. Όχι γιατί τα πλήρωσε όλα—άλλωστε δική του έκπληξη ήταν το χθεσινοβραδινό—αλλά γιατί στα μάτια μου ήταν κάτι που δε μπορούσα να ανταποδώσω.

Ξεκόλλα ρε μωρή, μάλωσα τον εαυτό μου. Δεν αγοράζει το χρόνο σου ο Σαράντης, ξοδεύει για τον κοινό δικό σας. Σου έκανε μούτρα όταν πλήρωσες ως χαμένη το μπιλιάρδο; Σου έκανε μούτρα όταν πλήρωσες τις μαργαρίτες τις οποίες του έταξες ότι θα τον κεράσεις; Εσύ γιατί χαλιέσαι;

Γιατί… γιατί άλλο πράγμα οι μαργαρίτες και το μπιλιάρδο και άλλο πράγμα η σουίτα ξενοδοχείου και το ακριβό εστιατόριο.

Σε κάθε περίπτωση έθαψα και πάλι τις όποιες ανασφάλειές μου γιατί δεν ήθελα να του χαλάσω τη διάθεση.

«Πάμε σουσουράδα μου;» με ρώτησε αφού πλήρωσε τη ρεσεψιόν.

«Πάμε σουσουράδε μου!» του απάντησα χαμογελαστή και καβάλα στο άσπρο άλογο με τη μορφή station wagon, πήραμε το δρόμο για το σπίτι του.

Ήμασταν στο ύψος του Ψυχικού όταν χτύπησε το τηλέφωνό του. Το κοίταξε παραξενεμένος, στην οθόνη του αυτοκινήτου έγραφε «Ειρήνη»

Now that was unexpected!” μου είπε και μου έκανε νόημα να κάνω ησυχία. «Παρακαλώ;»

«Σαράντη;» ακούστηκε μια ταραγμένη γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο.

«Καλημέρα Ειρήνη,» της απάντησε. «Ακούγεσαι ταραγμένη, τι τρέχει;»

«Ο μπαμπάς έπαθε έμφραγμα!»

«ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ;» ρώτησε ο Σαράντης με έκδηλη απορία και ανησυχία. «Τι; Πού είναι; Πώς είναι;» ρώτησε ταραγμένος.

«Ευτυχώς το κατάλαβε η μαμά και κάλεσε ασθενοφόρο. Είχε τις αισθήσεις του όταν ήρθαν και τον πήραν,» απάντησε η Ειρήνη.

(Εγώ εντωμεταξύ να έχω πάθει ταράκουλο, έτσι;)

«Η Μελίνα;»

«Εδώ στο σπίτι. Βασικά γι’ αυτό σε πήρα, μπορείς να έρθεις να την πάρεις; Πρέπει να πάω στο νοσοκομείο!»

«Ναι, και το ρωτάς;» απάντησε στο τηλέφωνο. «Απλά… δεν είμαι μόνος,» συνέχισε κοιτάζοντάς με. Πήρε βαθιά ανάσα. «Θα περάσω το συντομότερο δυνατό, εντάξει; Θα σε πάρω τηλέφωνο.»

«Σε ευχαριστώ πολύ!» ακούστηκε η φωνή της σπασμένη. «Σε παρακαλώ μην αργήσεις. Μην… Δεν…»

«Το συντομότερο δυνατό!» της είπε. «Όλα θα πάνε καλά.»

«Μακάρι!» του είπε και η φωνή της έσπασε. «Σε παρακαλώ μην αργείς!»

«Έρχομαι!» της είπε και κλείσανε το τηλέφωνο.

«Πρέπει… πρέπει να σε αφήσω σπίτι σου… και μετά…»

«Σαράντη, που μένει η Ειρήνη;»

«Στου Παπάγου,» μου απάντησε.

«Πάμε κατευθείαν,» του είπα. «Αν… αν δεν σε πειράζει να…» είπα μασώντας τα λόγια μου.

«Είσαι σίγουρη, Ζωή;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με για μερικές στιγμές, πριν η προσοχή του ξαναγυρίσει προς τα μπροστά.

«Δεν έχει σημασία,» του απάντησα με ειλικρίνεια. «Αλλά… αλλά είτε θα πρέπει να με αφήσεις εδώ και να πάρω ταξί, είτε να έρθω μαζί σου…»

«Δεν είμαστε με τα καλά μας,» μου απάντησε. «Σιγά μη σε αφήσω στη μέση του δρόμου, τι λες ρε Ζωή;»

«Τότε πάμε» του είπα προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου.

Ο Σαράντης δίστασε και πάλι. «Σαράντη, η Ειρήνη πρέπει να πάει στον πατέρα της. Αν… αν αργήσεις… και… δε θα στο συγχωρήσει ποτέ.»

«Δεν ήθελα να σε φέρω σ’ αυτή τη θέση…» ξεκίνησε να λέει και τον έκοψα.

«Δε μ’ έφερες εσύ σ’ αυτή τη θέση. Και… Σαράντη… στο είπα, δεν έχω πρόβλημα να γνωρίσω τη Μελίνα. Η ερώτηση… η ερώτηση είναι, εσύ νιώθεις έτοιμος;»

«Θα ήθελα να έχει περάσει περισσότερος χρόνος, Ζωή,» μου απάντησε ειλικρινά. «Εννοώ… δε φέρνεις έναν νέο άνθρωπο στη ζωή ενός παιδιού έτσι απλά…»

«Το ξέρω, Σαράντη μου,» του είπα χαϊδεύοντάς του τρυφερά το χέρι. «Αν δεν νιώθεις έτοιμος… τότε… άσε με λίγο πριν το σπίτι της Ειρήνης. Θα καλέσω ταξί και θα γυρίσω σπίτι μου.»

«Όχι» μου είπε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι.» Πήρε βαθιά ανάσα. «Ζωή…»

«Είναι η κόρη σου, Σαράντη. Αργά ή γρήγορα θα με γνώριζε…» Του χαμογέλασα διστακτικά. «Όπως λέει και ένας φίλος απ’ το χωριό—δεν τον ξέρεις—θα τη βρούμε την άκρη μας!»

Δεν μου απάντησε, απλά έκανε κλήση στην Ειρήνη.

«Έλα, είμαι στο ύψος του Ψυχικού, έρχομαι εκεί. Είναι έτοιμη η Μελίνα;»

«Τώρα την ετοιμάζω,» απάντησε η Ειρήνη. «Δεν έχω ιδέα τι θα της πω…»

«Άκου Ειρήνη… δεν είμαι μόνος μου… Δεν ήμουν σπίτι όταν με πήρες τηλέφωνο, καταλαβαίνεις τι λέω;»

«Οκ…» απάντησε διστακτικά. «Οκ…»

«Και… και να της πεις την αλήθεια. Ότι ο παππούς ένιωσε αδιαθεσία και έχει πάει στο γιατρό και ότι πρέπει να πας κι εσύ για να μην είναι μόνη της η γιαγιά.»

«Ναι…» την άκουσα να απαντάει. «Ναι… έχεις δίκιο…»

«Ο Γρηγόρης που είναι;» την ρώτησε, μάλλον αναφερόμενη στον νυν σύντροφο της γυναίκας του.

«Εξωτερικό, είχε κάποιο ταξίδι με τη δουλειά του.»

«Άρα θα πρέπει να πάρω και τον Tommy μαζί.»

«Αμάν! Ναι! Αμάν… πρέπει… αμάν…»

«Ειρήνη, ηρέμισε σε παρακαλώ. Ετοίμασε τα πράγματα του Tommy

«Θα πρέπει να τον βγάζεις και βόλτα για να κάνει τη δουλειά του…» απάντησε η Ειρήνη, ακόμα ταραγμένη.

«Ειρήνη μου, σε παρακαλώ ηρέμισε,» της επανέλαβε απαλά. «Θα κάνω ό,τι χρειάζεται. Λοιπόν ετοίμασέ τον…»

«Εντάξει… Σ’ ευχαριστώ… Κάτσε, με παίρνει τηλέφωνο η μαμά!»

«ΠΑΡΕ ΜΕ ΑΜΕΣΩΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ!» της είπε και κλείσανε και μετά γύρισε προς εμένα. «Συγνώμη σουσουραδίτσα μου…»

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζητάς συγνώμη, μωρό μου,» του απάντησα χαϊδεύοντάς του και πάλι το χέρι.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε και πάλι το τηλέφωνο του. Ο Σαράντης πήρε βαθιά ανάσα πριν πατήσει την αποδοχή και ακόμα και εγώ έφτασα τους διακόσους παλμούς.

«Έφτασαν στο νοσοκομείο, τον πάνε μέσα τώρα. Έχει ακόμα τις αισθήσεις του. Είναι καλό αυτό, έτσι;»

«Ναι κοριτσάκι μου,» της είπε καθησυχαστικά κάνοντάς με να νιώσω ένα τσίμπημα ζήλειας και μετά να αισθανθώ ακόμα πιο άσχημα. «Όλα θα πάνε καλά, θα δεις! Που τον έχουν πάει;»

«Στο Σωτηρία.»

«Ωραία, είναι και κοντά. Λοιπόν είμαστε Κατεχάκη, σε 5-10 λεπτά το πολύ θα είμαστε εκεί! Τον Tommy ετοίμασε!»

«Ναι! Ναι! Πάω!» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

«Αν μας αντέξεις και τους τρεις… θα πας πολύ μακριά!» προσπάθησε να αστειευτεί και του απάντησα στο ίδιο ύφος.

«Αφού εσύ αντέχεις ολόκληρη τριάδα από feline overlords, its the least I can do!» του απάντησα στο ίδιο ύφος.

Βάστα με να σε βαστώ ν’ ανεβούμε το βουνό.-

«Τι ρούχα έχεις πάρει μαζί σου,» με ρώτησε απότομα, κάνοντάς με να τιναχτώ ξαφνιασμένη.

«Μια αλλαξιά εσώρουχα, τις πιτζάμες μου, παντόφλες,  τη φόρμα και τα αθλητικά που φοράω!»

«Μια χαρά…» μου απάντησε ανακουφισμένος. «Φαντάζομαι δε σε πειράζει αύριο να πάμε στον παιδότοπο με φόρμα, έ;»

«Α, εδώ τραβάω γραμμή!» του απάντησα σοβαρή-σοβαρή, αιφνιδιάζοντάς τον. «Χωρίς δωδεκάποντο, ντεκολτέ μέχρι τον αφαλό και σκίσιμο μέχρι τα κωλομέρια, εγώ δεν πάω σε παιδότοπο! Για ποια με πέρασες;»

«Ά, στο διάολο βλαμμένο!» μου είπε γελώντας ανακουφισμένος.

«Μας πήγε τρεις μία, Σαραντούκο μου;» τον ρώτησα συνεχίζοντας το ψιλό γαζί.

«Σε φαγουρίζει, σουσουραδίτσα;»

«Λίγο μόνο!» του απάντησα γεμάτη τσαχπινιά και κάνοντάς του και μια χαρούμενη μουσουνίτσα.

Πέντε λεπτά αργότερα σταμάτησε μπροστά από μια είσοδο γκαράζ και έβγαλε alarm.

«Έλα Ειρήνη, είμαστε από κάτω!» της είπε. «Κατέβασε τα θηρία!»

«Κατεβαίνουμε!» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Σαράντης γύρισε προς το μέρος μου. «Η ώρα της αλήθειας, κατέβα!» μου είπε, και βγήκαμε και οι δύο από το αυτοκίνητο, με τα γόνατά μου να τρέμουν ελαφρά. Πήρα βαθιά ανάσα—όχι τόση ώστε να καρφωθώ—προσπαθώντας να ηρεμίσω λίγο την ταραχή μου.

Λίγες στιγμές μετά είδα και για πρώτη φορά την Ειρήνη, τη Μελίνα και τον Tommy. Η Ειρήνη ήταν καστανή, μέτριου αναστήματος, ελαφρά γεματούλα και με πολύ γλυκό πρόσωπο. Η Μελίνα πρέπει να είχε πάρει από τον πατέρα της, γιατί ήταν ψηλή για παιδί πέντε χρονών. Καστανομάλλα και εκείνη, με απίστευτη γλυκιά φατσούλα, με κοιτούσε με αυτή την ανεπιτήδευτη, αληθινή περιέργεια των παιδιών.

Η Ειρήνη από την άλλη ήταν αρκετά πιο ουδέτερη, και κάπου την καταλαβαίνω. Ο Tommy πάντως, ένα υπέροχο beagle, ήταν ο πιο ενθουσιώδης και από τους πέντε μας και χοροπηδούσε σαν αγριοκάτσικο.

«Γεια σας!» έκανε χαμογελαστός ο Σαράντης. «Τι κάνεις τέρας;» είπε σκύβοντας προς τη Μελίνα, κάνοντας ότι κάνει να πάει να τις τσιμπήσει την κοιλιά, κερδίζοντας μια ενθουσιώδη χαρούμενη τσιρίδα. Μετά γύρισε προς τα μένα. «Να σας γνωρίσω τη φίλη μου τη Ζωή!» είπε σε φιλικό τόνο.

«Χαίρω πολύ!» είπε η Ειρήνη αλλά η φωνή της ήταν αρκετά πιο ζεστή από το βλέμμα της.

«Επίσης,» της απάντησα δίνοντάς της το χέρι. Ούτε ζεστή χειραψία αλλά ούτε και ψόφιο χέρι.

«Κι εσύ είσαι η Μελίνα!» της είπα χαμογελαστή σκύβοντας προς τη μεριά της και με κοίταξε ντροπαλά. «Και ποιο είναι αυτό το κατσίκι που χοροπηδάει;» τη ρώτησα χαμογελαστή δείχνοντάς της τον Tommy.

«Είναι ο Tommy!» μου είπε χαρίζοντάς μου το πρώτο της χαμόγελο. «Αλλά δεν είναι κατσίκι!»

«Σκύλος είσαι εσύ;» είπα τρυφερά στον Tommy σκύβοντας προς το μέρος του—μπορεί να είμαι κατά βάση γατόφιλη αλλά από μικρή ήμουν εξοικειωμένη με τα σκυλιά. «Δεν είσαι κατσίκι;» του έκανα χαϊδεύοντάς τον στη μουσούδα, για να κερδίσω ένα γλείψιμο στο χέρι.

«Δεν είναι κατσίκι!» επέμεινε η Μελίνα, γελώντας ωστόσο αυτή τη φορά.

«Και τώρα που χαρήκαμε όλοι!» είπε ο Σαράντης συνεχίζοντας ανάλαφρα, «τα τέρατα να περάσουν πίσω! Πρώτα το δίποδο και μετά το τρίποδο!»

«Ορίστε, με λέει και τέρας!» αστειεύτηκα και έκανα εγώ ότι πάω να μπω στο αυτοκίνητο!

«Εμένα λέει!» μου είπε γελώντας δυνατά η Μελίνα.

Ο Σαράντης έβαλε τη Μελίνα στο πίσω κάθισμα και την έδεσε προσεκτικά. Μετά έβαλε μέσα και τον Tommy και της έδωσε το λουρί του. «Μελινάκι μου, θα πρέπει να κρατάς τον Tommy, εντάξει;»

«Ναι μπαμπά!» τον διαβεβαίωσε.

Ήταν λίγο άκυρο σε αυτή την κατάσταση να πω «Χάρηκα» στην Ειρήνη, οπότε της ευχήθηκα σε χαμηλή φωνή να πάνε όλα καλά με τον πατέρα της.

«Σ’ ευχαριστώ!» μου απάντησε και μπήκα κι εγώ μέσα στο αυτοκίνητο και έκλεισα την πόρτα, για να μπορέσει ο Σαράντης να μιλήσει με την Ειρήνη.

«Ζώνη δε θα βάλεις;» με ρώτησε από πίσω η Μελίνα και γύρισα και την κοίταξα χαμογελαστή.

«Βεβαίως και θα βάλω!» τη διαβεβαίωσα.

«Ο παππούς είναι άρρωστος! Τον πήγαν στο γιατρό!»

«Το ξέρω αγάπη μου,» της είπα γλυκά. «Αλλά θα δεις, δεν είναι τίποτα, και μέχρι να πεις κίμινο θα τον ξαναδείς!»

«Κίμινο!» μου απάντησε κοιτάζοντάς με πονηρά, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. Κάτι τέτοια μου κάναν και τα θηρία του Νικηφόρου και έλιωνα σαν κεράκι παρόλο που δεν ήθελα να γίνω μαμά.

«Μέχρι να πεις φτου σκουλικομυρμιγκότρυπα!» της είπα ξεκινώντας το παιχνίδι.

«Φτου σκου-λι-μυρμι-γκότητα!» προσπάθησε να μου πει κάνοντας φιόγκο τη γλώσσα της.

«Σκουλικομυρμιγκότρυπα!» της επανέλαβα αργά.

«Σκουλιμυρμιμιγκότητα!» προσπάθησε να πει.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε ο Σαράντης την πόρτα και με το που μπήκε μέσα η Μελίνα κελάηδησε και πάλι. «Φτου σκουλιμιρμιγκότητα!» και έχοντας χάσει επεισόδια την κοίταξε με απορία.

«Η Ζωή μου είπε ότι ο παππούς θα γίνει καλά μέχρι να πω κίμινο αλλά είπα κίμινο και μετά μου είπε να πω φτου σκουλιμιρμιγκότητα, αλλά δεν το λέω σωστά!» είπε η Μελίνα με μια ανάσα.

«Αυτό που ήθελε να σου πει η Ζωή είναι ότι ο παππούς θα γίνει γρήγορα καλά,» της εξήγησε χαμογελώντας.

«Ναι αλλά εγώ θα το πω!» επέμεινε με πείσμα η Μελίνα. «Ζωή, πες το πάλι!»

«Γκουχ γκουχ» της έκανε ο Σαράντης.

«Σε παρακαλώ πολύ-πολύ!» είπε με μια αβάσταχτη γλύκα που με έκανε και πάλι να λιώσω.

«Φτου σκου-λι-κο-μυρ-μι-γκό-τρυ-πα» της επανέλαβα αργά.

«Να σας πω σουρτούκες,» μας διέκοψε ο Σαράντης. «Τι θέλετε να φάμε σήμερα;»

«Ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή!» του απάντησα κερδίζοντας το ενθουσιώδες γέλιο της Μελίνας.

«Όχι παχιά φακή!» μας δήλωσε η Μελίνα.

«Χμμμ…» έκανε ο Σαράντης. «Να φάμε Μελίνα στο φούρνο;»

«Όχι Μελίνα στο φούρνο!» είπε γελώντας η Μελίνα.

«Στη σούβλα;» ξαναρώτησε ο Σαράντης.

«Όχι στη σούβλα!!!!»

«Καλά, τηγανιτή!» τότε συνέχισε να την πειράζει ο Σαράντης.

«Μπαμπά!» τον μάλωσε η Μελίνα.

«Κόρη!» της απάντησε, κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Ζωή;» με ρώτησε ο Σαράντης.

«ΠΑΡΟΥΣΑ!» του απάντησα κάνοντας τη Μελίνα να γελάσει ακόμα πιο δυνατά.

«ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΤΕ ΤΕΡΑΤΑ;» μας έκανε δήθεν απειλητικά ο Σαράντης.

«Απαπαπα!» είπα γυρίζοντας προς τη Μελίνα. «Κάνουμε εμείς τέτοιο πράγμα στο μπαμπά;»

«Απαπαπα!» απάντησε γελώντας, κάνοντας μας και εμάς να βάλουμε τα γέλια.

«Να φάμε το μπαμπά τηγανητό;» αντιπρότεινα εγώ.

«Ναι!!!» τσίριξε ενθουσιασμένο το διαολάκι.

«Να σας πω σουφραζέτες, για μαζευτείτε!»

(Και μπορεί η Μελίνα να μην ήξερε τι είναι οι σουφραζέτες, αλλά μάλλον ήταν έκφραση που χρησιμοποιούσε συχνά ο Σαράντης, καθώς με το που μας είπε έτσι η μικρή γέλασε και πάλι δυνατά!)

«Να φτιάξουμε μια μακαρονάδα;» αντιπρότεινα εγώ.

«Ναι!!!!» απάντησε η μικρή με ενθουσιασμό. «Μακαρόνια! Με κιμά;»

«Αν θες με κιμά, με κιμά!» της απάντησα. «Αλλά μπορούμε να φτιάξουμε μια σούπερ σπέσιαλ μακαρονάδα φούρνου με πολλά τυριά!»

«Ναι!!!!!» απάντησε ακόμα πιο ενθουσιασμένη.

Και κάπως έτσι εκείνη την ημέρα η Μελίνα θα εγκαινίαζε και τη μαγειρική μου τέχνη, και μπορεί να μην είμαι Σαράντης, αλλά στις μακαρονάδες και στις ομελέτες βάζω κάτω τον Πετρατζίκη, να πούμε!

Χώρια που μέχρι να φτάσουμε στο Νέο Ηράκλειο κατόρθωσε να πει σωστά το «Φτου σκουλικομυρμιγκότρυπα!»

Και κάπως έτσι και οι τρεις μας βρεθήκαμε στο μικρό συνοικιακό σούπερ μάρκετ στη Μαρίνου Αντύπα, μερικά μέτρα πιο πέρα από εκεί που είχαμε δώσει για δεύτερη φορά ραντεβού, όταν είχα έρθει και τον είχα πάρει με τη μηχανή για να δούμε σινεμά.

Μοτσαρέλα και κρέμα γάλακτος είχε σπίτι, οπότε πήραμε γκούντα, κασέρι, ντοματίνια και μανιτάρια που τα λάτρευε η Μελίνα. Επιστρέφοντας σπίτι κάναμε μια στάση από το Barelle για να πάρουμε καφέ για εμάς και ένα φρέσκο φυσικό χυμό για τη Μελίνα, και λίγη ώρα αργότερα ήμασταν στο σπίτι του.

Καθίσαμε στο σαλόνι και ήπιαμε τα καφεδάκια μας και η Μελίνα το χυμό της, και εκεί είχα και το πρώτο σοκ. Η Μελίνα έβγαλε ένα παιδικό βιβλίο αλλά δεν ήταν με χρώματα για να ζωγραφίσει και τα ρέστα: ήταν οι μύθοι του Αισώπου.

Περίμενα να μας πει να της διαβάσουμε… και έπεσα τελείως έξω. Κάθισε στο χαλί, ακουμπώντας στον καναπέ, πήρε το βιβλίο στο χέρι και ξεκίνησε να διαβάζει, κάνοντάς με να γουρλώσω τα μάτια μου.

Ο Σαράντης με είδε που κοιτούσα σα χαζή και χαμογέλασε. «Μελινάκι, θα μας διαβάσεις και εμάς;»

«Αμέ!» του είπε η Μελίνα, και άρχισε να διαβάζει αργά και καθαρά. «Μια φορά και έναν καιρό ο Βοριάς και ο Ήλιος μάλωναν για το ποιος είναι ο δυνατότερος…»

Πέντε χρονών ρε φίλε!


15. Welcome to the jungle

«…Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο,» είπε η Μελίνα τελειώνοντας την ανάγνωση και γύρισε και μας κοίταξε χαμογελαστή.

«Μπράβο αγάπη μου,» της είπε ο Σαράντης γεμάτος περηφάνια.

«Είσαι σίγουρα πέντε χρονών;» την ρώτησα κοιτώντας την συνωμοτικά. «Μήπως είσαι δέκα και μας το κρύβεις!»

«Πέντε είμαι!» απάντησε η Μελίνα γελώντας δυνατά. «Αλήθεια λέω!»

«Εγώ λέω ότι με βρήκατε μικρή και με κοροϊδεύετε, και δεν είσαι πέντε χρονών αλλά συνάδελφος του μπαμπά στο πανεπιστήμιο,» συνέχισα το πείραγμα.

«Δεν είμαι συνάδελφος του μπαμπά!» απάντησε κακαρίζοντας η μικρή.

«Ναι; Ώρα είναι να μου πεις ότι ξέρεις και την προπαίδεια του εννιά!» της είπα, κερδίζοντας μια τσιρίδα ενθουσιασμού. «Την ξέρω!» συνέχισε με βεβαιότητα.

«Επτά επί εννιά;»

«Εξήντα-τρία!» μου απάντησε αμέσως.

Κοίτα να δεις!

«Πέντε επί οκτώ;»

«Σαράντα!»

«Χμμμ. Τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα, τρεις δεκαπέντε κι έντεκα;» τη ρώτησα πειρακτικά, για να με αφήσει δευτερόλεπτα μετά ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΜΑΛΑΚΑ.

«Εκατόν-είκοσι-πέντε» μου απάντησε με σιγουριά. Έκανα τις πράξεις στο μυαλό μου, όντως τόσο έκανε.

Μόνο που η επαλήθευση μου πήρε περισσότερο χρόνο απ’ ότι πήρε στη Μελίνα.

«Κι άλλο!» μου ζήτησε ενθουσιασμένη. «Σε παρακαλώ!» συμπλήρωσε πριν προλάβει να επέμβει ο Σαράντης.

«Να σου βάλω ένα πρόβλημα;» τη ρώτησα.

«Αμέ!» μου απάντησε με ενθουσιασμό και ο Σαράντης με κοίταξε χαμογελώντας αυτάρεσκα.

«Ένα τούβλο ζυγίζει ένα κιλό και μισό τούβλο,» ξεκίνησα. «Πόσο ζυγίζει όλο το τούβλο;»

«Δύο κιλά!» μου απάντησε μερικά δευτερόλεπτα μετά.

«ΕΙΣΑΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΥΕΤΕ!» είπα με προσποιητή αγανάκτηση κάνοντας την Μελίνα να τσιρίξει ενθουσιασμένη. «Αλλά θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε!» συνέχισα αντιγράφοντας πλήρως τον Χλαπάτσα, κάνοντας τη Μελίνα να γελάσει ακόμα πιο δυνατά.

«Λοιπόν, τσούπρες, σας αφήνω να παίξετε και πάω να φτιάξω τα μακαρόνια,» μας είπε ο Σαράντης με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αφτιά.

«ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ, ΓΙΑΓΚΟ ΔΡΑΚΟ;» τον ρώτησα με τη Μελίνα να ξεκαρδίζεται και πάλι.

«Σαράντη Αλατσιάνο τον λένε το μπαμπά!»

«Οι καθηγητές πανεπιστημίου παρακαλώ να κάτσουν στα αυγά τους!» της είπα δήθεν αυστηρά, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο της.

«Δεν είμαι καθηγητής!»

«Λοιπόν… όσοι δεν είναι καθηγητές πάμε κουζίνα να φτιάξουμε τη μακαρονάδα!» είπα και σηκώθηκα από τον καναπέ.

«Ναιιιιιιιι!» τσίριξε με ενθουσιασμό η μικρή, και με ακολούθησε στην κουζίνα.

«Εσύ είσαι καθηγητής!» είπα στο Σαράντη που μας ακολούθησε κι εκείνος. «Ουρτ!»

«Ουρτ!» επανέλαβε και η Μελίνα γελώντας.

«Ο ψωριάρης χώρια;» μας ρώτησε με ψεύτικο παράπονο.

«Μελίνα, να τον αφήσουμε τον ψωριάρη να μας κάνει παρέα;»

«Ναιιιιιιιιι!»

Φυσικά όλο αυτό το καραγκιόζ-μπερντέ είχε εξιτάρει και τον Tommy που γαύγιζε ενθουσιασμένος.

«Ορίστε,» είπε με θεατρικότητα. «Από τη μία συνάδελφος του μπαμπά που το παίζει πεντάχρονη και από την άλλη κατσίκι που γαυγίζει! Πού πάει αυτός ο κόσμος;»

«Δεν είναι κατσίκι!» είπε κακαρίζοντας η Μελίνα.

«Άρα παραδέχεσαι ότι είσαι συνάδελφος του μπαμπά!» της είπα κοιτώντας την δήθεν με μισό μάτι, κερδίζοντας ακόμα πιο δυνατό κακάρισμα.

«Όχι!!! Στο ορκίζομαι! Δεν είμαι συνάδελφος του μπαμπά!»

«…Ακόμα» συμπλήρωσε ο Σαράντης και έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε αεροπλανάκι κερδίζοντας και πάλι δυνατές τσιρίδες ενθουσιασμού.

Έσκυψα κι εγώ και πήρα τον Tommy αγκαλιά και έκανα πως τους κυνηγάω, και γενικά για μερικά λεπτά γίναμε τελείως τσίρκο.

Και μετά, με το Σαράντη και τον Tommy να μας κάνουν παρέα και με τη βοήθεια της Μελίνας, που μου έδινε τα υλικά που ζητούσα, έφτιαξα και τη μακαρονάδα που τους είχα τάξει, και δε θέλω να το παινευτώ, αλλά η μακαρονάδα βγήκε αριστούργημα.

(Και σιγά που δε θα το παινευτώ! Χα!)

Λίγο μετά το φαγητό και αφού επιστρέψαμε στο σαλόνι όλη η τετράς, χτύπησε το τηλέφωνο του Σαράντη.

«Η μαμά είναι!» μας εξήγησε και πήγε μέσα για να μπορέσει να μιλήσει.

«Ο παππούς!» είπε η Μελίνα με ξαφνική ανησυχία.

Μη γνωρίζοντας πώς έχει εξελιχθεί η κατάσταση, και μη θέλοντας να πω κάτι που μετά δε θα μπορούσα να το πάρω πίσω, προσπάθησα να της αποσπάσω την προσοχή.

«Θα μας πει σε λίγο ο μπαμπάς,» της είπα με καθησυχαστική φωνή.

«Θέλεις να παίξουμε ένα παιχνίδι;» με ρώτησε.

«Αμέ!» της απάντησα. «Τι παιχνίδι!»

«Κάτσε να το φέρω!» είπε ενθουσιασμένη και πήγε στην τσάντα της και όταν γύρισε είχε ένα ηλεκτρονικό μπλιμπλίκι με μια μαύρη οθόνη χωρισμένη σε εννιά τετράγωνα. Το άνοιξε και όλα τα τετράγωνα γέμισαν με σύμβολα, Χ και Ο.

«Τρίλιζα;» τη ρώτησα.

«Όχι!» μου απάντησε. «Σου δείχνει σχήματα με τη σειρά και μετά σου ζητάει να τα πατήσεις με την ίδια σειρά,» μου εξήγησε. «Όταν παίζω μόνη μου μου βγάζει μόνο X αλλά αν παίζω και με τη μαμά ή το μπαμπά ή τον Γρηγόρη βγάζει και Ο.»

«Ωραία!» της απάντησα. «Ξεκινάς εσύ;»

«Αμέ!» μου είπε και πάτησε το κουμπί. Αναβόσβησε με τη σειρά τέσσερα Χ και μετά η Μελίνα τα πάτησε με τη σειρά και μου το έδωσε. «Σειρά σου!»

Έκανα κι εγώ το ίδιο, και μετά άλλαξε επίπεδο, πήγε στα πέντε. Ε, κατόρθωσα να την ακολουθήσω μέχρι το επτά, ενώ η Μελίνα πήγε χωρίς πρόβλημα μέχρι το εννιά.

Εντάξει, είναι άλλο να ακούς για παιδιά θαύματα, και είναι άλλο να έχεις ένα living and breathing μπροστά στα ίδια σου τα μάτια. Και όχι μόνο με νίκησε σε αυτό, αλλά με νίκησε και με τη ρύθμιση της ταχύτητας, όπου τα σχήματα άναβαν και έσβηναν πιο γρήγορα. Εγώ έφτασα μέχρι το έξι ενώ η Μελίνα πήγε χαλαρουίτα ξανά μέχρι το εννιά.

«Με βρήκατε μικρή και με κοροϊδεύετε!» της έκανα κλαψουρίζοντας ψεύτικα κάνοντάς την να γελάσει.

«Κερδίζω και τη μαμά και το μπαμπά και το Γρηγόρη!» μου δήλωσε, και μου έκανε κατ’ ιδίαν επίδειξη σε solo παιχνίδι που πήγαινε μέχρι να χάσει ο παίχτης. Ε, στο πιο γρήγορο setting έφτανε στα δώδεκα, ενώ στο πιο αργό έφτασε είκοσι σχήματα. Τι μνήμη είχε αυτό το παιδί;

«Μπράβο Μελινάκι μου» της είπα σοβαρά εντυπωσιασμένη—και ελαφρά ανήσυχη, γιατί κάπως αργούσε ο Σαράντης και άρχισα να φοβάμαι για τα χειρότερα.

Ευτυχώς διαψεύσθηκα γιατί μερικές στιγμές αργότερα ήρθε ο Σαράντης και μας βρήκε και από την ανακούφιση στο πρόσωπό του κατάλαβα ότι όλα είχαν πάει καλά.

«Ο παππούς είναι καλά,» μας είπε και η Μελίνα τσίριξε από τον ενθουσιασμό της, αλλά τι λέω; Εδώ παραλίγο να τσιρίξω κι εγώ που ούτε καν τον ξέρω τον άνθρωπο.

«Στένωση είναι και θα του κάνουν stent,» συνέχισε. «Σε τρεις-τέσσερις μέρες θα γυρίσει σπίτι!»

«Τι είναι το stent?» ρώτησε η Μελίνα.

«Είναι κάτι σα μπαλονάκι,» της εξήγησε ο Σαράντης. «Είναι για να καθαρίζει τα σημεία που οι αρτηρίες στενεύουν.»

«Ο παππούς είναι μπαλόνι!» είπε ενθουσιασμένη, γινόμενη και πάλι το πεντάχρονο παιδί που ήταν.

«Εσείς τι κάνατε τσούπρες;» μας ρώτησε ο Σαράντης αλλάζοντας την κουβέντα.

«Εγώ το μαδημένο κοτόπουλο!» του απάντησα με τη Μελίνα να κακαρίζει και πάλι. «Παίξαμε το παιχνίδι της μνήμης!»

“Welcome to the jungle!” μας απάντησε χαχανίζοντας. «Όχι, για να δεις τι τραβάμε από το τέραααααααααας» είπε και όρμισε στην Μελίνα και άρχισε να τη γαργαλάει.

Και φυσικά εκεί ήρθε και ο Tommy, γιατί αλίμονο, και εγώ στο πηγάδι κατούρησα; Το κάναμε τσίρκο μεντράνο, να μην ξέρουμε ποιος γαργαλάει ποιον, και με τον Tommy να γαβγίζει ενθουσιασμένος.

«Λοιπόν τέρατα,» έκανε την εισαγωγή ο Σαράντης όταν ηρεμίσαμε και εγώ έδειξα τον εαυτό μου δήθεν με απορία, κάνοντας το Μελινάκι να γελάσει και πάλι. «Θέλετε να βγάλουμε βόλτα τον Tommy?»

«Ναιιιιιιιιιιιι!» είπε το μικρό τέρας οπότε και τα σκυλιά δεμένα, που λένε και στο χωριό.

Και όχι μόνο βγάλαμε τον Tommy βόλτα αλλά πήγαμε και στην παιδική χαρά που είχε κοντά στο σχολείο, και μετά πήγαμε και για ζεστή σοκολάτα (τα… τέρατα δηλαδή, γιατί ο σοβαρός κύριος καθηγητής δεν ήθελε σοκολάτα, ήθελε καφέ!) και μετά γυρίσαμε σπίτι.

Η Μελίνα σε γενικές γραμμές είναι ήσυχο παιδί, που της αρέσει να διαβάζει ή να παίζει μόνη της. Από την άλλη, πάλι, για εκείνη ήμουν «καινούργιο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω;» οπότε το απόγευμα το περάσαμε και οι τρεις με παιχνίδι, καθώς τα παιδικά τραγούδια—που είχα μάθει με τον τόνο για τα τερατάκια του Νικηφόρου—δεν ήταν του γούστου της.

Λάτρευε ωστόσο το κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού και ο Σαράντης έδωσε τα ρέστα του σχεδιάζοντας υπερπαραγωγή όσο η Μελίνα με ξεπουπούλιασε και στο Memo και στο μάντεψε ποιος.

Δεν είχε απλά εκπληκτική, σχεδόν φωτογραφική μνήμη, αλλά ήταν και απίστευτα γρήγορη στη σκέψη.

«Ρε συ Σαράντη, δεν μου είχες πει ότι η Μελίνα είναι εκκολαπτόμενος Einstein», του είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου κάποια στιγμή που η μικρή είχε πάει στην τουαλέτα.

«Είναι απίστευτα έξυπνο παιδί», μου απάντησε με μια υπερηφάνεια που δεν μπορούσε να κρυφτεί. «Το ξέρεις ότι η Ειρήνη την έμαθε να διαβάζει στα τέσσερα;»

«Στα τέσσερα;» τον ρώτησα, μην πιστεύοντας στ’ αυτιά μου.

«Στα τέσσερα!» με διαβεβαίωσε. «Παρόλο που είναι μόλις πεντέμισι, όταν της κάναμε το WPPSI-IV το τίναξε στον αέρα· έπιασε το απόλυτο 160», μου είπε με ένα μείγμα περηφάνιας και δέους. «Ο ψυχολόγος μας είπε ότι απάντησε σωστά σε όλα, ακόμη και στις ερωτήσεις που είναι σχεδιασμένες για παιδιά επτάμισι χρονών».

«Δηλαδή;» τον ρώτησα με το στόμα ακόμα ανοιχτό.

«Δηλαδή το IQ της είναι πιο ψηλό απ’ όσο μπορεί να μετρήσει η κλίμακα», μου είπε και πάλι με φωνή γεμάτη δέος. «Κι εγώ, και η αδερφή μου και ο αδερφός μου είχαμε κάνει το WISC-V, που είναι για πιο μεγάλα παιδιά, και το πιο ψηλό σκορ το είχε κάνει η Ηρώ με 152, ενώ εγώ είχα κάνει 147 και ο Βασίλης 144».

Σταμάτησε για μερικές στιγμές. «Εγώ και ο Βασίλης ανήκουμε στην κατηγορία ένας στους χίλιους, η Ηρώ στην κατηγορία ένας στους δέκα χιλιάδες…»

«Και η Μελίνα;» τον ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια.

«Profoundly gifted… Μία στους τριάντα χιλιάδες plus…»

«Πού πας ρε μπούρδα Καραβάγγο με το 117…» μονολόγησα χωρίς να το καταλάβω και παραλίγο να με πάρει και να με σηκώσει καθώς ο Σαράντης δεν γέλασε καθόλου.

«Μην το ξαναπείς αυτό,» μου είπε με τρόπο που μου έκοψε τα ποδάρια. «Όσο υπομονή και αν μου έχεις ζητήσει δε θα δεχτώ να μειώνεις τον εαυτό σου, έγινα αντιληπτός;»

«Σαράντη…» προσπάθησα να πω αλλά δεν άκουγε κουβέντα.

«Έγινα αντιληπτός, Ζωή;»

«Ναι… έγινες,» του είπα ξεροκαταπίνοντας. «Συγνώμη…»

«Ζωή δε θέλω να μου ζητάς συγνώμη. Δε θέλω να υπάρχει λόγος να μου ζητάς συγνώμη,» μου είπε τονίζοντας δύο φορές το “Δε θέλω”. «Και το κυριότερο δε θέλω να ακούω να μιλάς μειωτικά για τον εαυτό σου.»

«Αυτοσαρκασμός ήταν,» προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

«Όχι, Ζωή, δεν ήταν αυτοσαρκασμός και το ξέρεις.»

Δεν ήταν… είχε δίκιο… ήταν η προσωπική μου ανασφάλεια που είχε βαρέσει κόκκινο.

«Μούτρο;» μου είπε πιο τρυφερά. «Μην το ξανακάνεις αυτό σε παρακαλώ.»

«Δε θα το ξανακάνω!» του υποσχέθηκα. «Απλά…»

«Ούτε απλά, ούτε σύνθετα! Who da boss?»

“You da boss!” του απάντησα χαμογελώντας. “You da boss,” επανέλαβα.

«Your cats da bosses, αλλά μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι,» μου απάντησε κλείνοντάς μου το μάτι, σπάζοντας την ένταση.

Εντωμεταξύ όταν ήρθε η ώρα για το κυνήγι του θησαυρού, πιο σοβαρό ήταν το πεντάχρονο μπομπίρι παρά η εικοσιεπτάχρονη γαϊδάρα. Και έτσι παρέσυρα και τη Μελίνα και το σπίτι γέμισε από γέλια, τσιρίδες χαράς ντουέτο όταν λύναμε το γρίφο, και γαυγίσματα από τον Tommy που έβρισκε όλη αυτή τη χαζομάρα πολύ της αρεσκείας του.

Εντωμεταξύ καλά το είπα υπερπαραγωγή, χαλάλι το ξεπουπούλιασμα που έφαγα από τη Μελίνα περιμένοντας το Σαράντη. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχε σκεφτεί γρίφους και για μένα και για τη Μελίνα και για τις δυο μας μαζί. Για παράδειγμα είχε κρύψει το επόμενο clue σε δυο κούκλες, και το προηγούμενο ήταν «χορεύτηκε στην Πάρο!»

(Και προφανώς δεν μπορούσε να είναι το Smack my Bitch up, οπότε τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;)

(Σκύλος που μαθαίνει ξένες γλώσσες, και η σωστή απάντηση είναι Hey Boy, hey girl, και μπράβο μας!)

Και ο Θησαυρός; Ένα πακέτο M&M για τα δίποδα τέρατα, τα οποία λατρεύει η Μελίνα και το οποίο είχε αγοράσει στη ζούλα χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι, και ένα treat για το τετράποδο. Εκεί να δείτε τσιρίδες χαράς!

Και επειδή εξακολουθούσα να είμαι το καινούργιο κοσκινάκι, ήμουν εγώ που την έβαλα για ύπνο ξεθεωμένη γύρω στις εννιά και μισή. Einstein σε μικρογραφία ή όχι, δεν έπαυε να είναι ένα πεντάχρονο παιδάκι, και όταν της υποσχέθηκα κέλτικο παραμύθι, σχεδόν με πήγε σούρνοντας μαζί της στο δωμάτιο όταν αποφάσισε ότι αρκετά για σήμερα.

«Λοιπόν,» ξεκίνησα όταν ξάπλωσε στο κρεβατάκι της. «Μια φορά κι ένα καιρό ο Βασιλιάς του Kerry είχε αρρωστήσει βαριά.»

«Ήθελε και αυτός stint?» με διέκοψε η Μελίνα.

«Όχι αγάπη μου, αυτός δεν είχε στένωση. Τον είχε καταραστεί ένας κακός μάγος και η μόνη γιατρειά ήταν να ακούσει το κελάηδισμα του Μαγικού Χρυσού Κότσυφα.»

«Γιατρειά;» με ρώτησε η Μελίνα. «Να γίνει καλά, εννοείς;»

«Ναι αγάπη μου,» της απάντησα τρυφερά και το χαμόγελο που μου έδωσε πίσω έκανε την καρδιά μου και πάλι αλοιφή.

(Μαλάκα μου, σα μανούλα του Facebook έκανα! Το πεντάχρονο τερατάκι με είχε κερδίσει ολοκληρωτικά!)

«Ο Μαγικός Χρυσός Κότσυφας όμως ήταν και αυτός φυλακισμένος στο κάστρο του κακού μάγου,» συνέχισα τη διήγηση. «Ο Βασιλιάς είχε τρεις γιους. Πήγε ο πρώτος, αλλά δε γύρισε. Πήγε και ο δεύτερος, αλλά ούτε και εκείνος γύρισε. Έμεινε μόνο ο μικρότερος γιος, ο Λίαμ, αλλά όλοι τον θεωρούσαν ανόητο επειδή ήταν πολύ ήσυχος!»

«Αυτοί ήταν ανόητοι!» μου δήλωσε με στόμφο.

«Ακριβώς! Ο Λίαμ δεν ήταν καθόλου ανόητος, απλά δεν μιλούσε αν δεν είχε κάτι σημαντικό να πει. Ξεκινάει λοιπόν να πάει και αυτός στο κάστρο, και στο δρόμο συναντάει μια πεινασμένη αλεπού.»

«Η κυρά-Μάρω!» είπε ενθουσιασμένη.

«Αυτή ή κάποια ξαδέρφη της,» της απάντησα χαμογελαστή. «Ο Λίαμ τη λυπήθηκε και μοιράστηκε μαζί της το λιγοστό φαγητό που είχε και της είπε την ιστορία του.»

«Και τι έγινε;»

«Η αλεπού, που ήταν και αυτή μαγικό πλάσμα που ήθελε να δοκιμάσει αν ο Λίαμ είναι καλόκαρδος του είπε το μυστικό!»

«Ποιο μυστικό;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια.

«Πώς να μπει στο κάστρο από τη μυστική είσοδο και πώς να πιάσει τον κότσυφα! Για να μπει στη μυστική είσοδο έπρεπε να πάει στο δράκο που τη φυλούσε αυτό που θα του ζητούσε ο δράκος.»

«Ωραίος φύλακας!» μου είπε γελώντας.

«Ο χειρότερος!» τη διαβεβαίωσα. «Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και φτάνει με τα πολλά στο Κάστρο που ήταν στη μέση μιας λίμνης.»

Κι εκεί αυτοσχεδίασα γιατί ο δράκος στο παραμύθι ζητάει κάτι παντελώς άκυρο, βρίσκοντας ευκαιρία να βάλω και ένα παζλ, που τα λάτρευε.

«Και όταν φτάνει εκεί βλέπει μια μικρή βάρκα,» συνέχισα τη διήγηση. « Μπαίνει λοιπόν στη βάρκα και πάει στο δράκο και ο εκείνος του ζητάει να του φέρει ένα λύκο, ένα πρόβατο και ένα δεμάτι μαρούλι!»

«Να φάει πρόβατο και λύκο φρικασέ;» με ρώτησε χαχανίζοντας η Μελίνα και μ’ έπιασε νευρικό γέλιο—δεν το περίμενα με την καμία.

«Όχι! Το προβατάκι το ήθελε για το γάλα, το μαρούλι για να το ταΐσει και το Λύκο για συντροφιά. Έλα όμως που η βάρκα χωρούσε μόνο τον ίδιο και είτε το πρόβατο, είτε το λύκο είτε το δεμάτι με το μαρούλι! Και δεν μπορούσε να τους αφήσει μόνους, γιατί αν άφηνε το λύκο με το πρόβατο θα έτρωγε το πρόβατο και αν άφηνε το πρόβατο με το δεμάτι, τότε το πρόβατο θα έτρωγε το δεμάτι!»

«Χμμμ…» μουρμούρισε με ξαφνικό ενδιαφέρον, και συγχάρηκα τον εαυτό μου για την ιδέα του. «Πρώτα θα πάρει το πρόβατο, και μετά θα γυρίσει πίσω και θα πάρει το δεμάτι. Μετά θα γυρίσει με το δεμάτι και θα πάρει το πρόβατο πίσω, και θα πάρει το λύκο. Μετά θα γυρίσει και θα πάρει και το πρόβατο!»

«Σωστά!» της απάντησα χαμογελαστή, γιατί σιγά που δε θα το έβρισκε.

«Και μετά;» ρώτησε με αγωνία, χαρούμενη που είχε λύσει το γρίφο.

«Και μετά έκανε το δεύτερο που του είπε η αλεπού. Ο Χρυσός Κότσυφας ήταν κλειδωμένος σε ένα χρυσό κλουβί με διαμάντια και μπριλάντια. Ο Λίαμ, ακολουθώντας τη συμβουλή της αλεπούς, αντί να πάει να πάρει το κλουβί, απλά έβαλε δίπλα του ένα ξύλινο και άνοιξε την πόρτα, και ο Κότσυφας πέρασε από το χρυσό κλουβί στο ξύλινο!»

«Γιατί;» με ρώτησε με δυσπιστία.

Υποτίθεται ότι το νόημα της ιστορίας ήταν να μην είσαι άπληστος, αλλά η ιστορία με το χρυσό τσεκούρι του Αισώπου είναι χίλιες φορές καλύτερη, οπότε αυτοσχεδίασα και πάλι.

«Γιατί κάτω από το χρυσό κλουβί υπήρχε παγίδα και αν το σήκωνες βάραγε το καμπανάκι και ξυπνούσε ο μάγος!»

«Και μετά;» με ρώτησε ικανοποιημένη από την εξήγηση.

«Μετά ο Λίαμ πήγε τον Κότσυφα στον πατέρα του και του άνοιξε το κλουβί ελευθερώνοντάς τον. Ο Κότσυφας σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τραγούδησε και έτσι ο βασιλιάς θεραπεύτηκε και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!»

«Και τ’ αδέρφια του;» με ρώτησε με πονηρό βλέμμα.

«Ας πρόσεχαν!» της απάντησα, κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια. «Και τώρα ύπνο μούτρο,» της είπα σκεπάζοντάς την προσεκτικά. «Καληνύχτα Μελινάκι μου» της είπα τρυφερά.

«Καληνύχτα Ζωή!» μου απάντησε με νυσταγμένη, γλυκιά φωνούλα.

Όπως μου είχε δείξει ο Σαράντης από πριν άνοιξα ένα μικρό φωτάκι χαμηλά δεξιά από το κρεββάτι και έκλεισα το μεγάλο. Τη χάζεψα για μερικές στιγμές όπως κατέβηκε ο γενικός, και βγήκα νυχοπατώντας από το δωμάτιο.

«Κοιμήθηκε!» είπα ψιθυριστά στο Σαράντη που με περίμενε έξω από την πόρτα.

«Μην κλείσεις την πόρτα τελείως!» μου είπε, επίσης σε χαμηλή φωνή, και γυρίσαμε στο σαλόνι.

«Δεν έχω λόγια να σ’ ευχαριστήσω,» μουρμούρισε.

«Και ούτε χρειάζεται να ψάξεις να βρεις,» του απάντησα τρυφερά, γέρνοντας το κεφάλι μου στον ώμο του.

«Σε συμπάθησε… πολύ!» μου είπε ο Σαράντης. «Ξέρεις…» συνέχισε διστακτικά… «αυτός ήταν ο φόβος μου…»

«Σαράντη, το γεγονός ότι δε θέλω να κάνω δικά μου παιδιά ή να γίνω μαμά πλήρους απασχόλησης, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μ’ αρέσουν τα παιδιά. Απλά… απλά δε θέλω… δε θέλω αυτή την ευθύνη.»

«Όχι, όχι,» με διαβεβαίωσε. «Δεν ήταν γι’ αυτό, ήσουν από την αρχή ξεκάθαρη.»

«Αλλά;»

«Όπως… όπως διαπίστωσες είναι πολύ ιδιαίτερο παιδί… Δεν ανοίγεται εύκολα… δεν κάνει φίλους εύκολα…» είπε αναστενάζοντας. «Μια φίλη έχει μόνο, τη Μάρθα… και αυτό επειδή γνωρίζονται από μωρά παιδιά…»

Να πω ότι δεν το καταλάβαινα; Πώς θα φαινόταν ένας κόσμος που στα μάτια της Μελίνας κινούνταν δυο ταχύτητες πιο κάτω;

«Είναι… ευχή και κατάρα…» συνέχισε την εξομολόγηση του. «Πρέπει να βρίσκεις τρόπους να την έχεις συνεχώς engaged αλλιώς κλείνεται στον εαυτό της. Και… και δεν είναι εύκολο…»

Τι να του έλεγα; Τι μπορούσα να του πω; Απλά αυτή τη φορά ήμουν εγώ που τον τράβηξα πάνω στη δική μου αγκαλιά. Ξάπλωσε το κεφάλι του στους μηρούς μου και άρχισα να του χαϊδεύω τρυφερά τα μαλλιά.

«Είναι υπέροχη,» τον διαβεβαίωσα. «Και δεν είναι απλά πανέξυπνη,» συνέχισα. «Ξέρεις τι μου είπε όταν της έλεγα το παραμύθι;»

«Τι;» με ρώτησε με περιέργεια.

«Αυτοσχεδίασα για να της βάλω ένα γρίφο στο παραμύθι…»

«Τα λατρεύει αυτά!» μου είπε με το περήφανο χαμόγελο να επιστρέφει.

«Κάτι κατάλαβα!» του απάντησα χαχανίζοντας. «Λοιπόν, της έβαλα ένα γνωστό γρίφο στο παραμύθι, ότι ο δράκος που φύλαγε το κάστρο ζήτησε από τον ήρωα να του φέρει…» και εκεί σταμάτησα και έβαλα τα γέλια.

«Τι;»

«Μου έκανε ειρωνικά “Ωραίος φύλακας,”» του είπα και του έφυγε ένα ροχαλητό. «Και μετά έγινε ακόμα καλύτερο!»

«Θα μου πεις ή θα με σκάσεις;»

“Who da boss?” τον ρώτησα πονηρά και το κάθαρμα γύρισε και με δάγκωσε στην κοιλιά. “You da boss! You da boss!” του έκανα βάζοντας τα γέλια. «Παλιοεκβιαστή!»

«Είμαι ο χειρότερος!» με διαβεβαίωσε. «Και τώρα λέγε or else…» μου έκανε, και έκανε πως πάει να με δαγκώσει.

«Φρόνιμα Τζακ!» του έκανα χαχανίζοντας. «Τέλος πάντων, της είπα ότι ο δράκος—ντροπή των υπηρεσιών security—ζήτησε από τον ήρωα ένα λύκο, ένα πρόβατο και ένα δεμάτι μαρούλι, που θα έπρεπε ο ήρωας να τα περάσει ένα-ένα από τη βάρκα, και που εννοείται ότι το καμάρι σου το έλυσε ούτε καν σε μερικά δευτερόλεπτα!»

«Πρώτη φορά μου ξανασυμβαίνει!» μου είπε με αυτή τη δόση περηφάνιας και γονεϊκής απελπισίας.

«Point is πως όταν της είπα ότι ο δράκος ζήτησε ένα λύκο, ένα πρόβατο και ένα δεμάτι μαρούλι, η Μελίνα με ρώτησε “να φάει το λύκο και το πρόβατο φρικασέ;” και μου ήρθε τόσο απότομο που μ’ έπιασε νευρικό γέλιο.»

«ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» γέλασε δυνατά ο Σαράντης. «Ναι, τα κάνει κάτι τέτοια, και μας στέλνει αδιάβαστους…»

«Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως η Μελίνα είναι καταπληκτικό παιδί και ως γονείς θα πρέπει να είστε περήφανοι,» του είπα συνεχίζοντας να τον χαϊδεύω.

«Είμαστε,» μου απάντησε χαμογελώντας μου ζεστά.

Για λίγη ώρα καθίσαμε έτσι, χωρίς να μιλάμε, με το Σαράντη ξαπλωμένο στους μηρούς μου κι εμένα να τον χαϊδεύω αφηρημένα. Η αλήθεια είναι πως και εγώ είχα κουραστεί. Δεν ήταν κούραση με τον άσχημο τρόπο, αλλά δεν έπαυε να είναι κούραση. Η Μελίνα, κεφάτη και γεμάτη ενέργεια, τώρα που είχε βρει παρέα, είχε προτιμήσει το παιχνίδι από το να κάθεται να διαβάζει μόνη της.

Και δεν είναι ότι δεν μπορούσε να κάτσει σε μια γωνιά ήσυχη με τα βιβλία της και τα παιχνίδια της, αλλά αυτή τη λαχτάρα στα μάτια της… μου… μού ήταν αδύνατο να τον αγνοήσω.

Και όσο και να την έχω δαγκώσει με το Σαράντη, άρχισα να καταλαβαίνω τους λόγους που η Ειρήνη ζήτησε διαζύγιο. Η Μελίνα δεν ξύπνησε μια μέρα ιδιοφυΐα, και το μεγάλωμα ενός τόσο χαρισματικού παιδιού που έχει ανάγκη συνεχές engagement… δεν… δεν είναι εύκολο. Και ο Σαράντης απών, και η Ειρήνη μόνη της σχεδόν όλη μέρα με τη Μελίνα…

Μπορούσα σχεδόν να νιώσω τη θέση της… και ας μην μπορούσα ούτε καν να μπω στα δικά της παπούτσια. Κάτι μέσα της ράγισε, και η ρωγμή μεγάλωσε… και τελικά έσπασε και δε μπορούσε να κολλήσει με τίποτα.

Ή ίσως να ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, δεν ξέρω. Μπορεί το ίδιο να γινόταν ακόμα και αν η Μελίνα δεν ήταν αυτή που είναι. Μπορεί η ίδια να ένιωσε αυτό που φοβόμουν εγώ και δεν ήθελα παιδιά, κλεισμένη σ’ ένα άλλου είδους χρυσό κλουβί…

Μα ό,τι και αν συνέβη μεταξύ τους… η Ειρήνη έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει. Της έμαθε να διαβάζει, και όπως μου είπε κάποια στιγμή ο Σαράντης, την είχε αρχίσει να της μαθαίνει και να γράφει. Ίσως… και τρόμαξα στην ίδια τη σκέψη… ο Σαράντης να ζοριζόταν πιο πολύ από την Ειρήνη.

Όχι γιατί ζήλευε την κόρη του, προφανώς. Αλλά… ίσως γιατί αναγνώριζε ότι μέσα του δεν έχει την απαραίτητη ενέργεια. Αλλά πάλι… δεν είδα κάτι τέτοιο σήμερα.

Δεν ξέρω… δεν ξέρω…

«Μίλησες με την Ειρήνη ξανά;» τον ρώτησα σπάζοντας τη σιωπή.

«Την πήρα τηλέφωνο όσο έβαζες για ύπνο την ωραία κοιμωμένη,» ξεκίνησε να μου λέει. Όλα πήγαν καλά, αύριο το πρωί θα τον πάρουμε και τηλέφωνο να μιλήσει με τη Μελίνα.»

«Θαυμάσια!» του απάντησα πραγματικά χαρούμενη. «Αλήθεια, πώς και τον πήγαν στο Σωτηρία και όχι στο 401 τον Ταχιαρξίξ;»

«Αφενός πλέον είναι συνταξιούχος Στρατηγίξ!» μου απάντησε χαχανίζοντας, κολλώντας κι εμένα, «και αφετέρου το ασθενοφόρο σε έκτακτα περιστατικά σε πάει στο κοντινότερο νοσοκομείο που εφημερεύει και μπορεί να αντιμετωπίσει το εν λόγω έκτακτο περιστατικό.»

«Α, και θα τον πάνε μετά στο 401;» συνέχισα τις ερωτήσεις.

«Όχι,» μου απάντησε. «Σε αυτά τα περιστατικά μένεις στο νοσοκομείο στο οποίο σε περιέθαλψε και το οποίο είναι υπεύθυνο και για την παρακολούθηση.»

«Και θα μπορεί να μιλήσει με τη Μελίνα;» ρώτησα με απορία.

«Ναι βρε,» με διαβεβαίωσε. «Στένωση είχε, όχι βαρύ έμφραγμα, και το stent δεν είναι bypass! Όχι απλά θα μπορεί να μιλήσει στο τηλέφωνο αλλά θα του κάνει και καλό στην ψυχολογία του.»

«Η Ειρήνη πώς είναι;»

«Ανακουφισμένη,» μου απάντησε, «άλλα δε ρωτάς αυτό, έτσι;»

“The rain in Spain…” ξεκίνησα την αδιάφορη μπουγάτσα, κάνοντας τον να του ξεφύγει ένα ροχαλητό.

«Με ρώτησε αν η Μελίνα είχε πέσει για ύπνο και της είπα ότι εκείνη τη στιγμή την έβαζες εσύ.»

«Και;» τον ρώτησα με αγωνία.

«Με είδες να σας διακόπτω;» με ρώτησε διασκεδάζοντας με την αντίδρασή μου.

«Δεν είσαι εσύ που με αγχώνεις,» του απάντησα ειλικρινά.

«Να μην αγχώνεσαι,» μου είπε καθησυχαστικά. «Έτσι ή γιουβέτσι, κάποια στιγμή θα σε γνώριζα στην κόρη μας. Αυτό θα έλειπε να είχε και παράπονα, ειδικά μετά τα όσα συνέβησαν σήμερα.»

Δεν απάντησα, τι να του έλεγα;

«Αυτό που χρειάζεται να ξέρει η Ειρήνη,» συνέχισε, «όσον αφορά εσένα δηλαδή, είναι ότι είσαι η κοπέλα μου και ότι η Μελίνα σε συμπάθησε και ανοίχτηκε μαζί σου.»

Τον κοίταξα σκεπτική.

«Η Μελίνα δεν είναι παιδί που ανοίγεται εύκολα, σουσουραδίτσα,» μου είπε καθησυχαστικά. «Την κέρδισες.»

«Κι εμένα με κέρδισε το τερατάκι!» του απάντησα σχεδόν ντροπαλά. «Και όχι μόνο γιατί μ’ έκανε άλογο σε ό,τι παιχνίδι παίξαμε!» συνέχισα μ’ ένα πνιχτό γέλιο.

«“C'est la vie”, say the old folks, it goes to show you never can tell,» μου έκανε τραγουδιστά.

“Pulp fiction!” του είπα ενθουσιασμένη. «Ψήνεσαι;»

«Ψήθηκα!» μου απάντησε με τον ίδιο ενθουσιασμό.


16. Μην πάει χαμένη τόση κωλοφαρδία

Τρελλίτσες με την Μελίνα στο διπλανό δωμάτιο δεν είχε ούτε κατά διάνοια, οπότε λίγο μετά τα μεσάνυχτα πήγαμε στο υπνοδωμάτιο του Σαράντη, βάλαμε τις πιτζάμες μας, και πέσαμε αγκαλίτσα για να κοιμηθούμε.

Το διπλό κρεββάτι είναι στη μέση του δωματίου, με την πόρτα αριστερά όπως τη βλέπεις από το κρεββάτι. Εγώ είχα κοιμηθεί στη δεξιά πλευρά του κρεββατιού και ο Σαράντης στην αριστερή, οπότε δεν είναι να απορείς που η Μελίνα σκούντηξε εμένα όταν μπήκε στο δωμάτιο.

Ένιωσα ένα απαλό σκούντημα και ξύπνησα.

«Ζωή;» μου είπε με σιγανή φωνή όταν είδε ότι άνοιξα τα μάτια μου.

«Τι είναι αγάπη μου;» τη ρώτησα και σήκωσα προσεκτικά το χέρι του Σαράντη για να μην τον ξυπνήσω.

«Ο Tommy έκανε κακά του και μυρίζει!» μου είπε.

(Ugh… γι’ αυτό είμαι cat person, ήξεραν τι να την κάνουν την άμμο τους από την πρώτη φορά που την είδαν!)

Τι να κάνω η έρμη, σηκώθηκα για να τα μαζέψω. Πήγαμε στο δωμάτιο της Μελίνας, και άδικα τον κατηγόρησα τον φουκαρά τον Tommy, τα είχε κάνει στην πάνα που του είχαμε στρώσει, αλλά η μπόχα ήταν άλλο πράγμα ρε αδερφάκι μου.

Ξεροκαταπίνοντας, μάζεψα την πάνα προσεκτικά, και πήγα και την άφησα προς στιγμή στην τουαλέτα προκειμένου να βρω κάποια σακούλα να τη βάλω μέσα, γιατί δεν ήταν να την αφήσεις χύμα.

«Ξέρεις που βάζει ο μπαμπάς τις σακούλες;» την ρώτησα βρίζοντας τον εαυτό μου από μέσα μου που δεν είχα προσέξει το μεσημέρι που είχε βάλει τις άδεις σακούλες.

«Ναι,» μου απάντησε. «Στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη.»

Άνοιξα το ντουλάπι και βρήκα ένα καλαθάκι το οποίο όντως ήταν γεμάτο άδειες σακούλες. Πήρα μία μικρή, έβαλα μέσα την τυλιγμένη πάνα, και την έκλεισα ερμητικά. Τέτοια ώρα δεν πρόκειται να κατέβαινα να πετάξω σκουπίδια, και ούτε φυσικά μπορούσα να πετάξω την πάνα στον κάδο της κουζίνας, οπότε την ακούμπησα πάνω στο καλαθάκι στο μπάνιο με σκοπό να την πετάξουμε το πρωί.

«Εντάξει, τα καθαρίσαμε!» της είπα.

«Πρέπει να βάλουμε και άλλη πάνα!» μου είπε η Μελίνα, ναι το είχα ξεχάσει αυτό. Πήγαμε στο μικρό αποθηκάκι στο οποίο είχαμε αφήσει τα πράγμα του Tommy, και πήρα μια καινούργια πάνα.

«Ζωή;» μου είπε όταν τελειώσαμε και με την πάνα. «Χθες πριν πλύνω τα δόντια μου δεν κάναμε μπάνιο! Κανονικά κάθε βράδυ κάνουμε μπάνιο!»

«Θα κάνουμε μπάνιο αύριο το πρωί, εντάξει;» της είπα καθησυχαστικά.

«Εντάξει!» μου απάντησε χαμογελώντας για πρώτη φορά από την ώρα που με ξύπνησε.

«Λοιπόν… πάμε για ύπνο;» τη ρώτησα.

«Ναι! Να πιώ λίγο νεράκι πρώτα!» μου είπε και εκεί συνειδητοποίησα ότι διψάω κι εγώ.

«Ξέρεις τι; Κι εγώ θέλω νερό!» της είπα και έτσι επιστρέψαμε και οι δύο στην κουζίνα.

Η Μελίνα, μιας και δεν έφτανε τα ράφια, είχε το δικό της ποτήρι, το οποίο ξέπλυνε η ίδια προσεκτικά. Πήρα κι εγώ ένα ποτήρι και έβαλα νερό και ήπια, και υπό Κ/Σ (Κανονικές συνθήκες, για τους αμύητους) θα το παρατούσα χύμα στο νεροχύτη, αλλά εγγονής Στρατηγού παρούσης πάσα αρχή παυσάτω.

«Καλέ γιατί δεν το αφήνεις στο νεροχύτη νυχτιάτικα;» με ρώτησε με απορία, κάνοντάς με να νιώσω ακόμα πιο μαλάκας.

«ΧΡΜΦ» της έκανα, κάνοντάς τη να γελάσει.

«Πλάκα έχεις!» μου είπε χαχανίζοντας ακόμα.

«Βρε τέρας με δουλεύεις;» τη ρώτησα με προσποιητό θυμό, κάνοντάς τη να χαχανίσει και πάλι.

«Λίγο μόνο!» μου είπε ακριβώς με τον ίδιο πειρακτικό τρόπο που το λέει και ο πατέρας της.

«Λοιπόν, ύπνο τώρα! Άντε γιατί το κάναμε εδώ αμέρικαν μπαρρρρρρ,» της είπα με στόμφο, κερδίζοντας πάλι το γέλιο της. «Ένα-δύο, εν-δυο, εν-δυο» της έκανα μιμούμενη το Μάριο που μου το είχε κολλήσει όταν είχε πάει στρατό, κερδίζοντας και πάλι το χάχανό της.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και την σκέπασα προσεκτικά. «Λοιπόν, μούτρο,» της είπα. «Ύπνο τώρα!»

«Φιλάκι;» με ρώτησε από το πουθενά και παραλίγο να κατουρηθώ πάνω μου (και όχι τίποτε άλλο, αλλά κατουριόμουν κιόλας!)

Έσκυψα να τη φιλήσω και με πήρε αγκαλιά και φιληθήκαμε και στα δύο μάγουλα.

«Αυτό ήταν δύο φιλάκια, τέρας!» της είπα, κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Μου το χρωστούσες από πριν!» μου είπε, κάνοντάς με να γελάσω με τη σειρά μου. «Καληνύχτα Ζωή!»

«Καληνύχτα μούτρο!» της είπα ανακατεύοντας παιχνιδιάρικα τα μαλλιά της, και την σκέπασα και πάλι.

Και μετά πήγα τρέχοντας στην τουαλέτα!

Όταν τελείωσα, επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα και χώθηκα ύπουλα και επιδέξια και πάλι στην αγκαλιά του Σαράντη. Κάτι μουρμούρησε στον ύπνο του, και με άρπαξε ξανά πάνω του.

Και με χούφτωσε και από πάνω ο αχαΐρευτος!

Ναι, δε θα μπορούσα να κοιμηθώ έτσι, οπότε τράβηξα απαλά το χέρι του από το στήθος μου και υπό τη συνοδεία του ελαφρού ροχαλητού του κοιμώμενου Σαρδανάπαλου έκλεισα τα μάτια μου.

Με ξύπνησαν χαρούμενες παιδικές τσιρίδες. Κοίταξα το ρολόι μου, κόντευε εννιά. Ο Σαράντης προφανώς είχε ξυπνήσει, όπως και η Μελίνα, και κρίνοντας από τις φωνές και τα γέλια μάλλον έπαιζαν στο σαλόνι.

Να πω ότι δε θα ήθελα να κοιμηθώ και άλλο θα ήταν ψέμα, αλλά από την άλλη ντράπηκα να συνεχίσω τον ύπνο, οπότε, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, σηκώθηκα κι εγώ.

«Καλημέρα Ζωή!» μου είπε με ενθουσιασμό η Μελίνα μόλις με είδε να βγαίνω από το δωμάτιο.

«Καλημέρα μούτρο!» της είπα χαμογελαστά. «Καλημέρα κύριε Καθηγητή!» είπα στο Σαράντη, κάνοντας τη Μελίνα να γελάσει.

«Καλημέρα μεγάλη σουσουράδα!» μου είπε ο Σαράντης.

«Εγώ είμαι η μικρή σουσουράδα!» μου εξήγησε η Μελίνα.

«Εσύ είσαι η σουσουράδα συνάδελφος του μπαμπά, τέρας!» της έκανα και έσκυψα να τη γαργαλήσω, κερδίζοντας ακόμα μια τσιρίδα ενθουσιασμού από τη Μελίνα και το γαύγισμα του Tommy που τον άφησα ρέστο στη διανομή!

Και φυσικά επακολούθησε ένα δίλεπτο τσίρκο, με τη Μελίνα να με φιλάει στο ένα μάγουλο, τον Tommy να με γλείφει στο άλλο, και τον Σαράντη να λιώνει σα σοκολάτα στον ήλιο.

«Πάνω στην ώρα ξύπνησες,» είπε ο Σαράντης. «Ετοίμασα πρωινό!»

«ΝΙΑΜ ΝΙΑΜ!» έκανα, περισσότερο για τη Μελίνα παρά για μένα, καθώς δεν είμαι ιδιαίτερα του πρωινού. «Πάω να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου και επιστρέφω Δημήτρια!»

(Και καθυστέρηση δύο λεπτών για να εξηγήσω στη Μελίνα το Δημήτρια…)

«Και πλένουμε και τα δόντια!» μου υπενθύμισε.

«Και μετά θα έρθω να σας φάω και τους δύο! ΑΡΡΡΡΡ» της είπα, και ακολούθησε πάλι ένα δίλεπτο τσίρκο.

Το πρωινό το φάγαμε όλοι μαζί στην κουζίνα, και φυσικά πήρε και ο Tommy το μετρικό του, γιατί αλίμονο! Και μετά με έπιασαν εσωτερικές τύψεις γιατί είχα αφήσει τα δικά μου τριχωτά τέρατα μόνα τους από προχθές το βράδυ. Εντάξει, είχαν φαγητό και νερό—εννοείται—αλλά αυτό δε με παρηγορούσε ιδιαίτερα.

Και μετά το πρωινό η Μελίνα μας υπενθύμισε ότι χθες το βράδυ δεν είχε κάνει μπάνιο, και πού βαδίζει αυτός ο κόσμος…

«Άντε τέρας, σήκω!» της είπε ο Σαράντης αλλά η Μελίνα είχε πάρει το χθεσινοβραδινό μου πληθυντικό μεγαλοπρέπειας “Θα κάνουμε μπάνιο αύριο το πρωί,” κυριολεκτικά.

«Αφού μου είπες εσύ!» μου έκανε με παράπονο.

«Πότε;» ρώτησε ο Σαράντης με απορία.

«Το βράδυ που ξυπνήσαμε γιατί είχε κάνει κακά του ο Tommy και μύριζε!» του εξήγησε η Μελίνα.

«Δε ήταν τίποτα φοβερό βρε,» του είπα όπως με κοίταξε έκπληκτος. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, μάζεψα εγώ την πάνα και μετά η Μελίνα μου υπενθύμισε ότι δεν την είχαμε κάνει μπάνιο το βράδυ, και της είπα το πρωί!»

«Γιατί δεν ξύπνησες εμένα, μωρό μου;» τη ρώτησε τρυφερά σε τόνο που η Μελίνα καταλάβαινε ότι είναι ερώτηση και όχι μάλωμα.

«Γιατί η Ζωή ήταν έξω-έξω!» του εξήγησε η Μελίνα.

«Κι εσύ κοιμόσουν σαν κροκοδειλάκι γάλακτος,» συμπλήρωσα πειράζοντάς τον, κάνοντας τη Μελίνα να χαχανίσει. «Άντε, τέρας, πάμε!» της είπα.

«Σίγουρα;» με ρώτησε ο Σαράντης με μικρή ανησυχία.

«Όταν δίνουμε λόγο δεν τον παίρνουμε πίσω, έτσι Μελίνα;»

«Έτσι!» μου απάντησε.

«Άντε, πάμε να πάρουμε τα ρούχα για να έχουμε να φορέσουμε μετά,» της είπα, και πήγαμε πρώτα στο δωμάτιο και στη συνέχεια στο μπάνιο.

Όσο ετοίμαζα το νερό η Μελίνα γδύθηκε με την χαρακτηριστική αδιαφορία που έχουν τα παιδιά αυτής της ηλικίας.

«Έτοιμη!» μου ανακοίνωσε.

«Για δες αγάπη μου, πώς είναι το νερό;» και άπλωσε το χέρι της να δοκιμάσει.

«Πιο ζεστό!» μου ζήτησε και άνοιξα το ζεστό μέχρι που ήταν όπως το προτιμούσε—πάνω κάτω ίδια θερμοκρασία με εμένα και τον πατέρα της.

Παρά τα πειράγματα και το παιχνίδι δε μας πήρε πολλή ώρα να τελειώσουμε το μπάνιο, και έτσι δέκα λεπτά αργότερα, τη σκούπισα προσεκτικά από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ντύθηκε μόνη της, και της στέγνωσα τα μαλλιά με το πιστολάκι.

«Αααχ, μοσχομυρίζεις!» της είπα. «Όχι σαν πριν που ήσουν μπίχλα!»

«Δεν ήμουν μπίχλα!» διαμαρτυρήθηκε γελώντας.

«Και τι έκανε πίιιιιιιφιιιιιιιιιιιι το βράδυ;» συνέχισα να την τσιγκλάω.

«Τα κακά του Tommy! Δεν είμαι μπίχλα!»

«Εντάξει, δεν είσαι!» της είπα ανακατεύοντας παιχνιδιάρικα τα μαλλιά της.

Μετά, όλοι οι τετράς, κατεβήκαμε να βγάλουμε τον Tommy την πρωινή του βόλτα και γυρνώντας περάσαμε από το Barelle και πήραμε τους καφέδες μας και μια ζεστή σοκολάτα για το μικρό τερατάκι.

Εντωμεταξύ έκανε αρκετή ψύχρα και η αλήθεια είναι ότι τον δάγκωσα ελαφρά με τη ζακέτα της φόρμας—παρά την εσωτερική της επένδυση—καθώς το παλτό που είχα φέρει μαζί μου ήταν για βραδινή έξοδο και όχι για πρωινή βόλτα το σκύλο.

Δε βαριέσαι, τουλάχιστον ο παιδότοπος που θα πηγαίναμε αργότερα ήταν κλειστός, οπότε δε θα χρειαζόταν να τους τρέχω από το σπίτι μου.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι ο Σαράντης πήρε τηλέφωνο την Ειρήνη για να ρωτήσει πως είναι ο πατέρας της και αν μπορεί να μιλήσει με τη Μελίνα.

«Καλημέρα,» τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο. «Πώς είναι ο πατέρας σου; Χαχαχα, κάνει χαβαλέ ο γέρο-καραβανάς; Μπράβο ρε Ειρήνη μου. Ναι, εδώ είμαστε, ετοιμαζόμαστε να πάμε στον παιδότοπο που της έταξα. Σίγουρα; Δεν έχω πρόβλημα να μείνει… εντάξει. Ναι, βεβαίως. Εντάξει. Ναι, στη δίνω!» συνέχισε και μετά γύρισε προς τη Μελίνα. «Έλα μωρό μου να μιλήσεις με τη μαμά που είναι με τον παππού!»

Έδωσε το τηλέφωνο στη Μελίνα. «Μαμά; Πολύ καλά! Περάσαμε πολύ όμορφα χθες! Ναι! Τον πήγαμε! Δύο φορές. Παίξαμε κυνήγι του θησαυρού!!! Ναι!!! Με τη Ζωή!» είπε και γύρισε εκείνη τη στιγμή και μου χαμογέλασε. «Έχει πολύ πλάκα! (γέλιο) Μου είπε και παραμύθι με παζλ! (παύση) Αμέ! Θα σου το πω! Ναι! Ναι! Δώσε μου τον παππού! (παύση) ΠΑΠΠΟΥ!!!!!! Είσαι μπαλόνι; (γέλια!) πολύ-πολύ-πολύ σ’ αγαπάω και σε σκεφτόμουν! (παύση) ΑΜΕ!!!! (γέλια) ΠΟΛΥ-ΠΟΛΥ-ΠΟΛΥ! Αμέ! Ναι, να σου δώσω το μπαμπά! Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!!!!» είπε και γύρισε προς το Σαράντη. «Μπαμπά, ο παππούς!» του είπε και του έδωσε το τηλέφωνο.

«Διατάξτε!» απάντησε χαχανίζοντας ο Σαράντης. «Πώς είσαι Μανώλη;» συνέχισε πιο μαλακά. «Μας τρόμαξες χθες! Ναι, φαντάζομαι. Ήσυχα με το τερατάκι μας και… τη φίλη μου. (παύση) Ζωή! (παύση) Τη λάτρεψε, Μανώλη!» είπε γυρνώντας προς το μέρος μου και κατάλαβα ότι μιλούσε για μένα, με αποτέλεσμα να λερώσω και πάλι τα βρακιά μου. «Ούτε καν (γέλιο). Ναι! Ναι! Λοιπόν, σε αφήνω τώρα. Καλή ανάρρωση Μανώλη μου. Να μου φιλήσεις την Τασία (γέλιο) Ελπίζω να μη σ’ άκουσε, δε σε σώζει τίποτα! (γέλιο) Άντε, καλή ανάρρωση! Γεια!»

«Όλα καλά, να υποθέσω;» ρώτησα κι εγώ όταν έκλεισε το τηλέφωνο.

«Μια χαρά είναι ο γέρο-καραβανάς!» μου είπε χαχανίζοντας. «Όταν του είπα φίλα μου την Τασία, την κυρία Στρατηγού, μου έκανε και χαβαλέ. “Δεν τη φιλάς εσύ καλύτερα, είναι και αξούριστη!”» μας είπε και βάλαμε τα γέλια κι εγώ και η Μελίνα.

«Λοιπόν, τσούπρα,» είπε γυρνώντας προς τη Μελίνα. «Η μαμά είπε όταν γυρίσουμε από τον παιδότοπο να σε πάω σπίτι.»

«Γιατίιιιιι;» ρώτησε με παράπονο η Μελίνα, που προφανώς ήθελε να κάτσει και άλλο μαζί μας.

«Γιατί η μανούλα θα είναι μόνη της σπίτι,» της είπε. «Και είχε τρομάξει χθες και δεν πρέπει να την αφήσουμε μοναχούλα!»

«Δεν πρέπει!» απάντησε η Μελίνα μετανιωμένη.

«Αλλά Παρασκευή απόγευμα θα σε πάρει ο μπαμπάς και θα περάσουμε όλη την άλλη εβδομάδα μαζί!» της είπε και το προσωπάκι της έλαμψε και πάλι.

(Ναι, αργά ή γρήγορα θα γινόταν αυτό, εννοώ θα ερχόταν και η σειρά του Σαράντη να έχει την Μελίνα, και αν δεν είχε μεσολαβήσει όλο αυτό, απλά οι επαφές μας θα είχαν περιοριστεί στα τηλέφωνα και τα μηνύματα…)

«Θα είσαι κι εσύ Ζωή;» με ρώτησε με αγωνία, που μ’ έκανε να ξαναλερώσω τα ήδη λερωμένα μου βρακιά.

«Μέσα στην εβδομάδα όχι, γιατί δουλεύω, Μελινάκι μου,» της εξήγησα, «κι εγώ δουλεύω άλλοτε πρωί και άλλοτε απόγευμα!»

«Το Σαββατοκύριακο;» επέμεινε η Μελίνα.

«Δουλεύω και Σάββατο πρωί,» της είπα. «Αλλά από το απόγευμα και μετά θα είμαι ελεύθερη αν με θέλετε!» συνέχισα χαμογελώντας.

«ΣΕ ΘΕΛΟΥΜΕ!» απάντησε και για τους δυο η Μελίνα και ήρθε πάνω μου ανοίγοντας τα χέρια της για αγκαλιά. Λερώνοντας τρις τα βρακιά μου, την πήρα στην αγκαλιά μου και την έκανα δυο σβούρες, προκαλώντας άλλο ένα γύρω τσιριγμάτων ενθουσιασμού, που συνοδεύτηκε από ενθουσιώδες γαύγισμα του Tommy.

Καθίσαμε καμιά ώρα ακόμα για να πιούμε οι μεγάλοι τα καφεδάκια μας και το Μελινάκι την σοκολάτα της, καθισμένη στο αγαπημένο της σημείο, στο χαλί, ακουμπώντας στον καναπέ και μ’ ένα βιβλίο στο χέρι.

Μετά, λίγο πριν έρθει η ώρα να φύγουμε, χωρίς ο Σαράντης να της πει τίποτα, σηκώθηκε μόνη της και μάζεψε ήσυχα τα παιχνίδια που είχαμε σκορπίσει χθες και τα έβαλε στη θέση τους, αφήνοντάς με και πάλι τελείως μαλάκα.

Τι παιδί ήταν αυτό;

Και έτσι, χωρίς να καταλάβει γιατί—και μεταξύ μας, χωρίς να τη νοιάζει—κέρδισε ακόμα ένα γύρο αεροπλανάκι σε όλο το σπίτι, με μένα να κάνω «Βζιν βζιν», τη Μελίνα να γελάει και να τσιρίζει, και τον Tommy να μας κυνηγάει γαυγίζοντας.

Και το Σαράντη να έχει κάτσει στον καναπέ και να κοιτάζει τα καμώματά μας χαμογελώντας σαν κρετίνος.

Όταν τέλειωσε το τσίρκο, μαζέψαμε τα πράγματα της όπως και τα πράγματα του Tommy και κατεβήκαμε στο αυτοκίνητο, καθώς δεν υπήρχε λόγος να τον αφήσουμε μόνο του στο σπίτι του Σαράντη—θα τον αφήναμε στην Ειρήνη πριν πάμε στον παιδότοπο.

Εκεί, θα βρίσκαμε και τη φίλη της τη Μάρθα, καθώς ο Σαράντης είχε κάνει τα κουμάντα του και είχε επικοινωνήσει με τους γονείς της.

«Ζώνη!» μου είπε η Μελίνα όταν μπήκα κι εγώ στο αυτοκίνητο.

«Ναι μαμά!» της είπα, κάνοντάς τη να βάλει δυνατά γέλια.

(Αμάν! Είπα μαμά και θυμήθηκα ότι είχα να μιλήσω στους δικούς μου πάνω από τρεις μέρες, θα έπρεπε να θυμηθώ να πάρω τη μάνα μου πριν με πάρει η ίδια και με αρχίσει στα γκάζια.)

 Στο δρόμο δεν είχε κίνηση—Κυριακή γαρ—και ο Σαράντης πήγε και από την Αττική οδό, οπότε ένα τέταρτο αργότερα ήμασταν στου Παπάγου, και ο Σαράντης πήρε τηλέφωνο.

«Έλα Ειρήνη, από κάτω είμαστε, κατέβα να πάρεις τον Tommy!»

«Ναι, κατεβαίνω!» απάντησε η Ειρήνη και αφού έκλεισε βγήκαμε και οι τέσσερις από το αυτοκίνητο για να την περιμένουμε.

«Καλημέρα!» μας είπε χαμογελώντας μας ευγενικά. «Μωρό μου;» έκανε στη Μελίνα και η μικρή μου έδωσε το λουρί του Tommy και έδωσε ένα σάλτο στην αγκαλιά της μητέρας της και τη γέμισε ενθουσιώδη φιλιά.

«Καλημέρα, Ειρήνη» είπε ο Σαράντης χαμογελαστός, το οποίο συνοδεύτηκε και από το δική μου καλημέρα.

«Σας ευχαριστώ πολύ, ρε παιδιά!» μας είπε η Ειρήνη—ναι, σε δεύτερο πληθυντικό.

«Τι ευχαριστείς βρε μπούφο;» την πείραξε τρυφερά ο Σαράντης, κερδίζοντας το χαρούμενο γελάκι της Μελίνας.

 «Είναι απίθανο το τερατάκι σας!» της είπα χαμογελώντας. «Αν και δεν με έχει πείσει ακόμα ότι δεν είναι συνάδελφος του μπαμπά της!» συνέχισα, κερδίζοντας ακόμα ένα γελάκι από τη μικρή.

«Δεν είμαι!!!» απάντησε συνεχίζοντας να γελάει.

«Λοιπόν, πάμε τώρα στον παιδότοπο που μας περιμένει και η Μάρθα, και μετά ερχόμαστε να σου αφήσουμε το ΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΣ!» είπε και άρπαξε τη Μελίνα στην αγκαλιά του, κερδίζοντας και πάλι ενθουσιώδη τσιρίγματα.

Αφήσαμε τον Tommy στην Ειρήνη, τη χαιρετήσαμε, και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να πάμε στον παιδότοπο. Και μικρός που είναι ο κόσμος ρε φίλε, όμως. Τη μητέρα της Μάρθας, τη Ναυσικά, την γνώριζα φατσικά: αν και δύο έτη πριν από εμένα ήμασταν συμφοιτήτριες!

Καθίσαμε εκεί για τρεις ώρες με τις μικρές να ξελυσσάνε, και με την ευτυχή σύμπτωση να έχει εξαφανίσει κάθε αμηχανία, ήπιαμε τα καφεδάκια μας, κυρίως κάνοντας catch-up με τη Ναυσικά.

(Καλά, όχι ότι ήμασταν κολλητές να πούμε, απλά είχαμε πάρει κοινά μαθήματα επιλογής, και ήμασταν και στο ίδιο group σε μια ομαδική εργασία, αλλά ακόμα κι έτσι είχαμε πράγματα να πούμε χωρίς να περιοριστούμε κατ’ ανάγκη στις μικρές.)

Όταν επιστρέψαμε την Μελίνα στη μητέρα της, και πριν προλάβει να κατέβει, γιατί αισθάνθηκα περίεργα να το κάνω αυτό μπροστά της, έσκυψα στα γρήγορα και την πήρα αγκαλιά.

«Θα τα πούμε το Σάββατο!» της υποσχέθηκα και της έδωσα δύο φιλάκια.

«Δύο φιλάκια!» μου είπε χαρούμενη όταν μου τα ανταπέδωσε!

«Τσιγκουνιές θα κάνουμε;» τη ρώτησα χαμογελαστή, και την άφησα κάτω.

Την πήρε και ο Σαράντης στην αγκαλιά του για να τη φιλήσει, και αφού υποσχέθηκε ότι Παρασκευή μετά τη δουλειά θα περάσει να την πάρει, την άφησε κάτω και εκείνη τη στιγμή κατέβηκε και η Ειρήνη.

“Bye-bye!” μας έκανε κουνώντας τα χέρια της στην αγκαλιά της μητέρας της!

“Bye-bye!” της απαντήσαμε και οι δύο, και η Ειρήνη, αφού μας χαιρέτησε, και με τη Μελίνα στην αγκαλιά της, περίμενε να μπούμε στο αυτοκίνητο και να ξεκινήσουμε.

Τις χαιρετήσαμε ξανά από το παράθυρο, και ο Σαράντης έβαλε μπρος και ξεκινήσαμε.

«Μωρό μου, μιας και έχω τα πράγματα μου μαζί, θέλεις να πάμε από το σπίτι μου, γιατί τα έχω τα φουκαριάρικα μόνα τους από προχθές;»

«Το ρωτάς, καρδούλα μου;» με ρώτησε αποκαλώντας με για δεύτερη φορά “καρδούλα” του.

«Ωραία!!!» του είπα ενθουσιασμένη. «Και θα σου κάνω εγώ μια παραγγελία από το e-food, να γλείφεις τα δάχτυλά σου!»

“You da best!” μου είπε γελώντας. «Τι θα μου παραγγείλεις;»

«Ό,τι λαχταρά η ψυχάρα σου!» του απάντησα με πάθος ιεροκήρυκα. «Και το απογευματάκι, αν θες, πάμε να σε ξεπουπουλιάσω στο μπιλιάρδο!» συνέχισα πονηρά.

«Μήπως να δίναμε ένα ρεπό στο κωλαρίνι σου;» μου απάντησε γελώντας. «Προχθές σε γλέντησα!»

«Δημοσία θέα, σα δε ντρέπεσαι σαρδανάπαλε!»

«Στενάξαν τα μπαλκόνια!» είπε γελώντας πνιχτά.

«Και πάγωσαν κώλοι!» του είπα, καθώς δεν έφτανε το οθωμανικό έπος, έκανε και ψοφόκρυο!

«Γι’ αυτό σου λέω, μήπως να του δώσουμε ρεπό;»

«Η κοτούλα κο-κο-κο, το κοκοράκι κικιρικικί!» του απάντησα προκλητικά.

(Είναι αυτό που λένε τα ήθελε κι εμένα ο κώλος μου)

«Καλώς!» μου απάντησε. «Και μετά το μπιλιάρδο, θα επιστρέψουμε σπίτι σου για να πληρώσεις όλες σου τις αμαρτίες, και μετά—αφού βρούμε πρώτα ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ—θα πάμε για μαργαρίτες!»

«ΟΠΑΠ;» τον ρώτησα απορημένη. «Πώς σου ήρθε αυτό;»

«Μην πάει χαμένη τόση κωλοφαρδία!»

(Εντάξει, με πέθανε!)

Είκοσι, εικοσιπέντε λεπτά αργότερα ήμασταν σπίτι μου, όπου μας περίμενε παραταγμένη η ανώτατη στρατιωτική διοίκηση. Και φυσικά ως γνήσιες γάτες μας κράτησαν στην αρχή μούτρα. Δηλαδή σε μένα κράτησαν μούτρα, το Σαράντη δεν τον είχαν συνηθίσει ακόμα ώστε να έχει κι εκείνος την τιμή.

Δύο μέρες, τρεις γάτες, και αποφάσισα ότι η άμμος τους δεν ήθελε απλά καθάρισμα, για πέταμα ήταν. Όπως και την προηγούμενη Κυριακή, ο Σαράντης προθυμοποιήθηκε να πάει να την πετάξει και να πάρει και τα δεύτερα καφεδάκια μας, καθώς στον παιδότοπο είχαμε πάρει και οι δύο χυμό.

Βασικά ήθελα να κάνω και ένα ντουζάκι, και επειδή δεν ήθελα μόνο ντουζάκι (χιχιχι) αποφάσισα να το αναβάλλω μέχρι να επιστρέψει και ο Σαραντούκος μου. Μωρέ σουραύλι θα τον έκανα και πάλι.

Άνοιξα την τηλεόραση στο Rock FM και κάθισα στον καναπέ συνοδεία των τριών τριχωτών μου καθαρμάτων που αποφάσισαν να με συγχωρήσουν που τα είχα αφήσει δύο μέρες μόνα τους. «Μη δαγκώνεις μωρή!» ψευτομάλλωσα τη Bella.

Λίγη ώρα αργότερα—και προς μεγάλη τους ενόχληση—σηκώθηκα και άνοιξα στο Σαράντη που είχε έρθει με τους καφέδες.

«Μωρουλίνι μου!» του έκανα ενθουσιασμένη με το που άνοιξα την πόρτα.

«Σουσουραδουλίνι μου!» μου απάντησε στον ίδιο τόνο και πέρασε μέσα.

Καθίσαμε επί του καναπέως (με ω) για να πιούμε τα καφεδάκια μας, και να σου πάλι και το τριχωτό τρίο Stooges. Αυτή τη φορά ήταν ο Dusty που σκαρφάλωσε πάνω στον Σαράντη, μυρίζοντάς τον από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ενώ ο Jonesy προτίμησε τα πόδια της μαμάς. Μετά την στρατηγική από τον Dusty, ακολούθησε άλλη μια στρατηγική από τη Bella, αλλά σε αντίθεση με το Dusty που χώθηκε ανάμεσά μας, η κυρία έκανε δυο σβούρες και κάθισε πάνω στα πόδια του Σαράντη και γύρισε και τον κοίταξε.

«Θέλει χάδια!» του εξήγησα.

Ο Σαράντης, ακόμα ψαρωμένος, κατέβασε το χέρι του προσεκτικά και την έτριψε ανάμεσα στα αφτιά. Η Bella σηκώθηκε και πάλι, και χουρχουρίζοντας ελαφρά σκαρφάλωσε στο στέρνο του και του μύρισε το πρόσωπο. Μετά ξανακατέβηκε στα πόδια του, έκανε πάλι τρεις σβούρες, και έτριψε το κεφάλι της στο χέρι του, και αυτή τη φορά το έπιασε το υπονοούμενο.

«Μέχρι και το μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις!» του είπα διασκεδάζοντας αφάνταστα με την έκφραση στο πρόσωπό του.

“Them da bosses!” μου είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Δε μου δίνεις και τον καφέ μου τώρα;» συνέχισε, καθώς δεν έφτανε τον καφέ του χωρίς να διαταράξει το ζεν της Bella.

«Πες μου τι είσαι;» του είπα πειρακτικά. «Είσαι το πουτανάκι τους;»

«Καλάααα!» μου είπε τάχα μου απειλητικά. «Γράφει το κοντέρ!»

«ΑΧΝΕ!» του έκανα με σκέρτσο και μετά πήρα τον καφέ του από το τραπεζάκι αλλά δεν του το έδωσα. «Τι λέμε;» τον ρώτησα πειρακτικά.

«Παρακαλώ πολύ-πολύ!» μου έκανε χαχανίζοντας. «Και θα σε φτιάξω μετά!» συνέχισε κερδίζοντας ένα επικό raspberry στη μούρη, γιατί αν είναι να κάνεις bratting, το κάνεις σωστά!

Και μετά σοβάρεψε και πάλι. «Συγνώμη που δε είπα νωρίτερα ότι από την Παρασκευή θα έχω τη Μελίνα για όλη την εβδομάδα. Δεν το έκανα επίτηδες…» και εκεί τον έκοψα.

«Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη μωρό μου,» του απάντησα χαμογελώντας του καθησυχαστικά και χαϊδεύοντάς του το χέρι. «Άλλωστε δεν ήταν κρατικό μυστικό ότι είχες παιδί,» συνέχισα, «αργά ή γρήγορα θα ερχόντουσαν οι μέρες που περνάτε μαζί.»

Με κοίταξε για μερικές στιγμές σκεπτικός, οπότε τον πρόλαβα και πάλι.

«Σαράντη μου, δε θέλω να ανησυχείς χωρίς λόγο,» του είπα στον ίδιο καθησυχαστικό τόνο.

«Δεν ήθελα…» ξεκίνησε και σταμάτησε. «Βασικά, ήθελα να γίνει πιο σταδιακά…» Σταμάτησε και πάλι προσπαθώντας να βρει τις λέξεις. «Ήθελα να δώσω χρόνο…» είπε και σταμάτησε και πάλι.

Αν και είχα μια καλή υποψία που το πήγαινε, δεν μίλησα, τον άφησα να ολοκληρώσει. Το μόνο που έκανα ήταν απλά να συνεχίζω να τον χαϊδεύω στο χέρι για να του δείξω ότι είμαι εδώ.

«Είμαστε μαζί δύο εβδομάδες,» ξεκίνησε και πάλι. «Δύο υπέροχες εβδομάδες…» Σταμάτησε και σήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας στο πουθενά. «Είχα ξεχάσει… είχα ξεχάσει πως είναι να νιώθω… να νιώθω χαρούμενος. Γεμάτος. Να πέφτω το βράδυ με χαμόγελο και να ξυπνώ το πρωί με χαμόγελο. Οι μοναχικές μου ώρες να… να μην είναι μοναχικές, να είναι γεμάτες γλυκιά προσμονή…»

Γύρισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.

«Απλά… Είναι αρχές… Και είναι ρίσκο… Εννοώ δεν βάζεις έτσι απλά ένα καινούργιο άνθρωπο στη ζωή ενός παιδιού.»

«Το καταλαβαίνω, μωρό μου,» του είπα τρυφερά.

«Η Μελίνα… είδες…» συνέχισε. «Είναι… είναι πολύ ιδιαίτερο παιδί…»

«Είναι απίθανο το μούτρο,» του είπα χαμογελώντας γλυκά και σε τόνο που έδειχνε αυτό που ένιωθα πραγματικά. Το τερατάκι του με είχε κερδίσει, δεν προσποιούμουν.

«Είναι από τη φύση της κλειστή και επιφυλακτική,» συνέχισε ο Σαράντης. «Και την κέρδισες μέσα σε μια μέρα.»

«Κι εκείνη το ίδιο,» του είπα στον ίδιο καθησυχαστικό τόνο. «Σαράντη μου, καταλαβαίνω το φόβο σου, πόσο μάλλον όταν σου έχω πει ότι δε θέλω να γίνω full time μαμά…» ξεκίνησα να του λέω κοιτάζοντάς στον στα μάτια αλλά συνεχίζοντας να του κρατάω το χέρι. «Ήξερα ωστόσο ότι η κόρη σου είναι μέρος της ζωής σου…» συμπλήρωσα και σταμάτησα. «Είμαι εδώ, δεν είμαι;» τον ρώτησα.

«Είσαι,» μου απάντησε.

«Αν… αν κάτι χαλάσει… δε θα είναι η Μελίνα η αιτία, Σαράντη.»

«Λόγο;» με ρώτησε προσπαθώντας να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα χωρίς ωστόσο να άρει τη σοβαρότητα.

«Λόγο!» του υποσχέθηκα χαμογελώντας. «Λοιπόν, και τώρα που το λύσαμε αυτό,» συνέχισα αλλάζοντας την κουβέντα, «τι θα φάμε;»

 «Εγώ εσένα κι εσύ εμένα!» μου απάντησε επιστρέφοντας σε χρόνο dt στο γνωστό αγαπημένο μας καφριλίκι.

«Να ζήσουμε να σε θυμόμαστε!» του απάντησα γεμάτη υπόσχεση.

«Έχεις κακούς σκοπούς;» με ρώτησε γελώντας πνιχτά.

«Τους χειρότερους!» τον διαβεβαίωσα. «Γιατί νομίζεις σε περίμενα για να πάμε να κάνουμε ντουζάκι παρέα; Ε; ε; ε;»

«Ντουζάκι το λέμε τώρα;» με ρώτησε πονηρά και ξεχνώντας την βολή της Bella γύρισε προς το μέρος μου και με χούφτωσε για τα καλά.

«ΚΑΙ ντουζάκι!» του είπα βραχνά, και χωρίς πολλά-πολλά, πήρα τη Bella από τα πόδια του και σηκώθηκα, και η οποία δεν το πήρε καθόλου καλά γιατί είχε βολευτεί και μου νιαούρισε αποδοκιμαστικά. «Μωρέ τι μας λες;» της έκανα προκαλώντας το χάχανο του Σαράντη. «Μεσιέ τι περιμένεις, πρόσκληση με RSVP?»

«Θεός φυλάξοι κύριε Λοχαγέ,» μου είπε χαχανίζοντας.

«Κεριά και λιβάνια!» του απάντησα προκλητικά, τρώγοντας μια γερή στο δεξί μου κωλομέρι, και στόχος επετεύχθη! Και μπράβο μου! «ΑΧΝΕ!»

«Πάμε βάσανο!» μου είπε και μου έριξε και δεύτερη.

«Όχι βία στα γήπεδα!» του είπα και άρπαξα και τρίτη, ακόμα πιο γερή.

«Δεν βλέπω κανένα γήπεδο!» μου απάντησε deadpan, και του έκανα raspberry και άρπαξα και τέταρτη!

What can I say? What Zoe wants is what Zoe gets!

Και κάπως έτσι—και με μια μικρή παράκαμψη από το δωμάτιό μου για να πάρω τα προφυλακτικά και κατόπιν εντολής του Σαράντη το μικρό butt plug και λιπαντικό (προκαταβολικό έπος μυρίζομαι!)—βρεθήκαμε και οι δύο τσίτσιδοι κάτω από το καυτό νερό.

Και με το νερό να τρέχει πάνω μου, με πίεσε στους ώμους, πιάνοντας το υπονοούμενο (και όχι μόνο, χιχιχι) βρέθηκα γονατιστή και τρόπο τινά μπουκωμένη, μάλλον για να μην έχουμε επανάληψη του Speedy Gonzalez όταν έρθει η σειρά του κυρίως πιάτου.

Πρακτικός γαμιόλης!

Διόρθωση, “φορτωμένος” πρακτικός γαμιόλης, έπεφτε και το νερό στη μούρη μου, είχε μαζευτεί και πράγμα μετά το ξεζούμισμα της Παρασκευής, να με πνίξει κόντεψε πάλι.

Και ήταν και πικρό, αυτό που το πάτε;

«Με ξεγέλασες στις πρώτες φορές και μου ήσουν γλυκός στις αρχές και τώρα δείχνεις το πραγματικό σου πρόσωπο, κάθαρμα!» του είπα δήθεν αγανακτισμένη ενώ ο Σαράντης είχε πιάσει και πάλι κουβέντα με Βαλχάλα.

«Είμαι παλιάνθρωπος!» παραδέχτηκε ξέπνοος, επιστρέφοντας στον κόσμο των κοινών θνητών και βοηθώντας με να σηκωθώ. «Τώρα είναι αργά για δάκρυα, you are in my power, MUHAHAHAHHA.»

«Σιγά ρε Dr Doom!» του απάντησα κάνοντάς του ένα ping στη μύτη.

«Πολύ μιλάς!» μου απάντησε. “Who da boss?”

“You da boss, Sir” του απάντησα χαμηλώνοντας το βλέμμα και κάνοντας το ταπεινό χαμομηλάκι.

“Good girl!” μου απάντησε, και με γύρισε από την άλλη και με έβαλε να σκύψω.

«Εχμ, Σαράντη μου… δεν… δεν έχει γίνει η κατάλληλη προετοιμασία!» του είπα διστακτικά μεν, υπακούοντας τον δε.

(και μεταξύ μας, μετά προετοιμασίας ή άνευ είχα γίνει πύραυλος…)

Αγνοώντας με—κάτι που με έκανε ακόμα περισσότερο πύρκαυλη—έβαλε λιπαντικό και ακολούθησε δακτυλικό (κυριολεκτικά) μεταφορικό εξάμετρο, και παρόλη την αρχική ενόχληση μου ξέφυγε ένας στεναγμός ηδονής. Με έπαιξε για λίγη ώρα, και μετά τράβηξε απαλά το χέρι του. Στιγμές αργότερα ένιωσα να μου τρίβει το butt-plug το οποίο αργά και προσεκτικά μεν, σταθερά δε, το έβαλε όλο μέσα μου, προκαλώντας μου ακόμα ένα βογγητό, μείξη πόνου και ηδονής.

Ξέπλυνε το χέρι του και με έβαλε να σκύψω ελαφρά στον τοίχο, και με το butt plug μέσα μου η κίνηση με έκανε να στενάξω και πάλι. Μετά με το ένα χέρι του με χούφτωσε το αριστερό στήθος και με το άλλο άρχισε να με παίζει και για μια ακόμα φορά είδα την άκουσα στέρεο, και dolby και THX και τα πάντα όλα τα κοάλα τίποτα.

Και δεν ήταν ο μόνος Speedy Gonzalez… ούτε δυο λεπτά αργότερα ένιωσα τη φωτιά στα λαγόνια μου και το σώμα μου άρχισε να τραντάζεται λες και είχα βάλει το δάχτυλό μου στην πρίζα.

Όσο για τις φωνές… ευτυχώς προνόησε ο Σαραντούκος μου και άφησε το στήθος μου και μου έκλεισε το στόμα, κάνοντάς τον οργασμό μου ακόμα πιο έντονο. Και πάνω στην κορύφωση, τράβηξε απότομα το butt plug, και παραλίγο να του μείνω!

Αλήθεια σας το λέω, όταν με άφησε να βρω τις ανάσες μου έτρεμαν τα πόδια μου, νόμιζα ότι θα σωριαστώ στη μπανιέρα.

“Who da boss?” με ρώτησε και πάλι.

“You! You da boss!” του απάντησα ξέπνοη με τα πόδια μου να τρέμουν ακόμα.

Damn, he’s good!

Ένιωσα να με τραβάει πίσω κολλώντας με πάνω του, και ένιωσα πίσω μου τον ερεθισμό του. «Σε θέλω,» μου ψιθύρισε στ’ αυτί, και τα χέρια του πέρασαν ξανά μπροστά χουφτώνοντας και τα δυο μου στήθη. «Με τρελαίνεις!»

«Θα τσούξει Θανάση μου;» τον ρώτησα παραδομένη τελείως.

Αντί απάντησης, πήρε τα χέρια του από τα στήθη μου και λίγες στιγμές αργότερα μου άπλωσε και πάλι λιπαντικό. «Θέλω το κωλαράκι σου και θα πάρω το κωλαράκι σου,» μου δήλωσε ψιθυριστά, κάνοντάς και πάλι τα λαγόνια μου να πιάσουν φωτιά.

Πήρε τα χέρια του από τα στήθη μου και το ένα… βοήθησε τη στόχευση, ενώ το άλλο μου έκλεισε το στόμα… Και μπορεί να έτσουξε Θανάση μου, ειδικά στην αρχή… αλλά πολύ το ευχαριστήθηκα!

“My ass is yours,” του είχα πει και η Ζωή Αγγελή λόγο που δίνει δεν παίρνει πίσω.

…και ας γίνεται μετά πιγκουίνος των Παρισίων, ή—στην περίπτωσή μας—των βορείων προαστείων.

(Και να δεις που στο τέλος θα τον παίξω αυτόν τον Τζόκερ, έτσι, για την αλητεία! Καλά το είπε ο Σαραντουλίνος μου, τόση κωλοφαρδία αμαρτία θα είναι να πάει χαμένη!)


17. I love you, you love I?

Βγήκαμε από το ντουζ και ο Σαράντης επέστρεψε στο σαλόνι ενώ εγώ—και με το κωλαράκι να τσούζει ελαφρώς, να τα λέμε αυτά—έμεινα στο μπάνιο για να στεγνώσω το μαλλί, το οποίο ήθελε και πάλι κούρεμα αν ήθελα να παραμείνω σε αυτό το στυλ.

Αν και από μικρή είχα μακρύ μαλλί, γύρω στα είκοσι είχα κάνει την coup που έχω τώρα και είχα βρει τον προσωπικό μου παράδεισο. Του Φώτη ωστόσο του άρεσε το πιο μακρύ μαλλί και όταν μάλιστα είδε και παλιότερες φωτογραφίες μου με δαύτο, μου ζήτησε να το αφήσω να μακρύνει.

Ήμουν που ήμουν ερωτευμένη μέχρι τα μπούνια μαζί του, ήταν και ο τρόπος που με έκανε να θέλω να του δίνω ότι ζητάει—μέχρι ενός ορίου, έτσι;—και τα άφησα να μακρύνουν και πάλι.

(Και, μεταξύ μας, μου αρέσει να με τραβάνε από τα μαλλιά όταν είμαι στα τέσσερα και παίζουμε ροντέο.)

Όταν πήρα την μεγάλη απόφαση να χωρίσω με το Φώτη—και στα πλαίσια του «ριζική αναδόμηση—ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να κόψω τα μαλλιά μου και πάλι σε long pixie bob.

Αποφάσισα να ζητήσω τη γνώμη του κοινού.

«Μωρό μου,» τον ρώτησα όταν επέστρεψα στο σαλόνι. «Να κουρευτώ ή να το αφήσω να μακρύνει κι άλλο;»

Κάθισα δίπλα του μιας και η Bella κατά τα φαινόμενα είχε βρει τα πόδια του Σαράντη πολύ του γούστου της και δεν ήθελα να την ενοχλήσω.

«Εμένα ρωτάς;» με ρώτησε με γνήσια απορία, μάλλον δεν περίμενε την ερώτηση.

«Και ποιον να ρωτήσω βρε μπούφο, το γείτονα;» τον μάλωσα τρυφερά, συμπληρώνοντας με το απαραίτητο ping στη μύτη για να μην ξεχνιόμαστε.

«Εμένα μου αρέσεις όπως είσαι,» με διαβεβαίωσε, «αλλά αφού με ρωτάς… μου αρέσουν πολύ στο μάκρος που είχαν στη φωτογραφία που έχεις στο προφίλ σου.»

«Άρα τα θες λίγο πιο μακριά!» του είπα και του τρίφτηκα σα γατάκι—γιατί, εμένα μανούλα δε μ’ έκανε;

(Πολύ τη μελετάω, πρέπει το βράδυ να την πάρω οπωσδήποτε τηλέφωνο γιατί αν με προλάβει και με πάρει εκείνη πρώτη, θα με πάρει και θα με σηκώσει…)

«Όχι,» με διόρθωσε κουνώντας πέρα-δώθε το κεφάλι του. «Σου είπα πώς μου αρέσουν περισσότερο.»

«Το ίδιο κάνει!» επέμεινα πεισματάρικα.

«Όχι, σουσουραδίτσα, δεν κάνει το ίδιο,» μου είπε χαμογελώντας μου, χωρίς να σταματήσει να χαϊδεύει τη Bella που είχε αρχίσει να ανεβάζει decibel. «Θέλω να είσαι ο εαυτός σου. Αν θες μακρύ μαλλί, μακρύ μαλλί. Αν θες κοντό μαλλί, κοντό μαλλί.»

«Δεν πάει έτσι,» επέμεινα. «Θέλω… θέλω να σου αρέσω,» του είπα σιγανά. «Αν δε θέλω να αρέσω σε σένα σε ποιον να θέλω να αρέσω;»

«Στον εαυτό σου, σουσουραδίτσα μου,» μου είπε, και χωρίς να σταματήσει να χαϊδεύει την Bella με το δεξί του, με τράβηξε με το αριστερό προς το μέρος του και με έσφιξε πάνω του.

«Εμένα μου αρέσω και έτσι και γιουβέτσι!» του δήλωσα. «Θα τα αφήσω να μακρύνουν και άλλο!» συνέχισα πεισματάρικα.

«Οκ,» μου έκανε γελώντας. «Τώρα που το λύσαμε αυτό, να λύσουμε και το άλλο;»

«Ποιο άλλο;» τον ρώτησα γέρνοντας προς τα πίσω.

«Μου έταξες παραγγελία που θα γλείφω τα δάχτυλά μου, και σάμπως να μη βλέπω κίνηση!» μου εξήγησε χαζογελώντας.

«Η ΚΑΚΟΥΡΓΑ!» αναφώνησα με τραγικότητα που θα ζήλευε και το Εθνικό Θέατρο, να πούμε. «Πίτσα;» τον ρώτησα αλλάζοντας τελείως ύφος, κάνοντάς τον να γελάσει και πάλι.

«Ξέρεις τι έχω πεθυμήσει;» με ρώτησε. «Πιτόγυρο! Αντρίκιο! Με τζατζίκι και κρεμμύδι!»

“I LOVE YOU! YOU LOVE I?” τσίριξα ενθουσιασμένη και σηκώθηκα στα γόνατα στον καναπέ και του έσκασα ένα ενθουσιώδες φιλάκι στο μάγουλο, ταράζοντας το ζεν της Bella που έριξε ένα σάλτο και έγινε μπουχός.

«Γιατί στο μάγουλο;» με ρώτησε χαχανίζοντας. «Δεν φάγαμε τζατζίκι ακόμα!»

«Γλωσσόφιλα μετά το φαγητό!»

“I LOVE YOU, YOU LOVE I?” με ρώτησε στο ίδιο ύφος και ας πούμε ότι η παραγγελία καθυστέρησε λίγη ώρα καθώς ακολούθησε αυτό που λέμε στο χωριό “sofa riding” ή—ελληνιστί—“του καναπέος το κάγκελο!”

Και ο γέρο-Σαρδανάπαλος είχε και άλλες ιδέες στο μυαλό του. Έχοντας αντοχές από τους δύο προηγούμενους γύρους—και αφού ο καλούλης μου βεβαιώθηκε ότι η χοντρή είχε τραγουδήσει—με έβαλε να γονατίσω και να σκύψω προς το μέρος του και… Espana cani που λένε και οι Σπανοί Ισπανοί εις Πανί…

(Και όποιος δεν κατάλαβε, κόβεται από το μάθημα…)

Και όχι τίποτε άλλο, τρομάρα του αλλά αποφάσισε να εγκαινιάσει το facial και το… βύζιαλ, και πάλι καλά που πρόλαβα να κλείσω τα μάτια μου, γιατί αδερφάκι μου, το να πάρουν τα σκάγια στο μάτι συναγωνίζεται το brain freeze.

«Μην κουνηθείς, πάω να φέρω χαρτοπετσέτα!» μου είπε.

«Εχμ… μήπως να πάω να κάνω ένα ντουζάκι;» τον ρώτησα, ακόμα με κλειστά τα μάτια.

«Όχι,» μου είπε σε τόνο που παραλίγο να βαρέσω προσοχή να πούμε! «Ή μάλλον, δώσε μου το χέρι σου.»

Σηκώθηκε και με βοήθησε να σηκωθώ και πήγαμε ως το μπάνιο.

«Πλύνε το πρόσωπό σου,» ήταν η πρώτη διαταγή. Η δεύτερη ήταν να σκουπίσω λαιμό και στήθη αλλά όχι να πλυθώ.

Γυρίσαμε στο σαλόνι και ντυθήκαμε ξανά και οι δύο και άνοιξα το e-food και παράγγειλα δύο για τον καθένα μας, ακριβώς όπως το είχε ζητήσει: Αντρίκιο!

«Λοιπόν, κάποιο πουλάκι…»

«Καρακάξα, το δίχως άλλο,» τον διέκοψα χαχανίζοντας.

«Μια καρακάξα, το δίχως άλλο,» συνέχισε, κάνοντάς με να χαχανίσω και πάλι «μου είπε ότι έχει και άλλες γυμνές φωτογραφίες.»

Εκεί τα πράγματα σοβάρεψαν. «Σε κάποιες δεν είμαι μόνη μου…» του είπα διστακτικά.

«Εντάξει, αυτές δε χρειάζεται να μου τις δείξεις,» μου είπε καθησυχαστικά. «Όχι ότι θα με χάλαγε, έτσι;» συνέχισε. «Είμαι… κομμάτι ηδονοβλεψίας!»

«Ένα-ένα μου τα βγάζεις!» τον τσίγκλησα.

«Το πάω λάου-λάου να μη μου λακίσεις!» απάντησε στο δούλεμα.

«Δε θα σε πείραζε να με δεις… σε… σε φωτογραφία με άλλον;» τον ρώτησα και πάλι διστακτικά.

Αντί απάντησης πήρε το χέρι μου και το έβαλε πάνω στη φόρμα του, κατά τα φαινόμενα είχε ερεθιστεί και μόνο με τη σκέψη.

«Εντάξει,» του είπα, ερεθισμένη κι εγώ γιατί όσο είναι ο Σαράντης ηδονοβλεψίας άλλο τόσο exhibitionist είναι η αφεντιά μου.

«Πού πας;» με ρώτησε όταν πήγα να σηκωθώ.

«Να φέρω το laptop… για ευνόητους λόγους δεν τις έχω στο κινητό!»

Χαμογέλασε. «Δεν είπα ότι θέλω να τις δω ντε και σώνει τώρα, κάτσε κάτω!»

Και έκατσα μεν, αλλά όχι δίπλα του, σκαρφάλωσα πάνω του και κάθισα στα πόδια του.

«Καλώς το μου,» μου έκανε και με έφερε πάνω του και χάθηκα και πάλι στο φιλί του, τρυφερό και ερωτικό.

«Το βράδυ!» μου είπε.

«Το βράδυ τι;» τον ρώτησα.

«Θα μου τις δείξεις… ή μάλλον… θα μου δώσεις το laptop να τις δω κι εσύ…» είπε υπαινικτικά και εννοείται ότι το έπιασα. «Και το πρωί θα με ξυπνήσεις με τον ίδιο τρόπο!» συνέχισε, και εκεί να δείτε τσίριγμα!

«Θα κάτσεις εδώ;;;» τον ρώτησα με την καρδιά μου να πάει να σπάσει.

«Είδες τι δυνατή που είσαι στο σταυρόλεξο;» μου απάντησε παιχνιδιάρικα, και τον τράβηξα πάνω μου και παραλίγο να του ρουφήξω την ψυχή από το στόμα να πούμε.

«Και θα σου φτιάξω και καγιανά!» του υποσχέθηκα με το πρόσωπό μου να λάμπει σα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Α, όλα κι όλα!» μου είπε. «Το πρωινό δικό μου!»

«Δικό σου μωρό μου!» του είπα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή από τον ενθουσιασμό. “You the bestest da boss everest!”

«Το σχεδίαζα ύπουλα και επιδέξια—που λες κι εσύ— από την Πέμπτη που μου είπες ότι τη Δευτέρα έχεις ρεπό!» μου είπε πονηρά.

«Είσαι ο πιο ύπουλος και επιδέξιος νταμπουσουλίνος του κόσμου!» τον διαβεβαίωσα γελώντας σαν βλαμμένο.

«Θα χρειαστεί να κάνουμε μια βολτίτσα από το σπίτι ωστόσο για να πάρω το laptop μου.»

«ΘΑ ΚΑΤΣΕΙΣ ΟΛΗ ΤΗ ΜΕΡΑ;» τον ρώτησα μην πιστεύοντας τ’ αφτιά μου.

«Αν με θες…» μου είπε γεμάτος γαλιφιά.

«Όσο τίποτα μωρό μου!» του απάντησα τρυφερά. «Και… Σαράντη;»

«Πες μου!»

«Να πάρουμε και το κράνος σου!» του είπα, κάνοντάς τον να λιώσει.

Έγειρα πάνω του και με κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του χαϊδεύοντας με τρυφερά στην πλάτη με εμένα να έχω χώσει το πρόσωπό μου στο πλάι του λαιμού του και να τον ανασαίνω. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του και ήθελα να το μάθει όλος ο κόσμος.

Ανασηκώθηκα ελαφρά και τον κοίταξα στα μάτια. «Σ’ αγαπάω!» του είπα, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν εγώ που το έκανα πρώτη. Και το είπα γιατί ήθελα να του το πω, δεν το έκανα με την απαίτηση να το ακούσω πίσω.

«Πιάσε κόκκινο!» μου απάντησε τρυφερά και μου άγγιξε τα μαλλιά. «Κι εγώ σ’ αγαπάω!»

Τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους και μετά τα χείλη του άγγιξαν τα δικά μου και ο χρόνος σταμάτησε και πάλι…

Ακόμα στον καναπέ θα ήμασταν και θα φιλιόμασταν αν δεν μας έβγαζε από την ερωτική μας μέθη ο ντελιβεράς. Δε βαριέσαι, αν είναι να σε διακόψουν από κάτι όμορφο, ας είναι αφορμή τα πιτόγυρα. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα δυο κουτάκια μπύρα, πήρα δυο πιάτα και χαρτοπετσέτες, και γύρισα στο σαλόνι.

Και τρώγοντας τα σουβλάκια μας και πίνοντας τη μπυρίτσα μας, είδαμε άλλο ένα επεισόδιο του 30 Rock, και μετά πήγα και άλλαξα στα γρήγορα για να κατέβουμε στο Νέο Ηράκλειο να πάρουμε το laptop του και ό,τι άλλο χρειαζόταν για να μπορεί να δουλέψει αύριο από το σπίτι μου.

Και έχω και οπτική! Χα!

(Εντάξει, γαϊδουριά μου να το υπερηφανεύομαι γιατί στην αρχή ήμουν από αυτούς που είχαν τσιγκλήσει στην οπτική, αλλά τελικά το ήθελαν και οι υπόλοιποι στην πολυκατοικία και έτσι υποχώρησα. Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν την πολυχρειαζόμουν, μια χαρά ήμουν με το 100άρι το VDSL. Τούτου λεχθέντος έδρεψα κι εγώ τους καρπούς καθώς με την οπτική η ταχύ οι φωτογραφίες και τα βίντεο ανέβαιναν δραματικά πιο γρήγορα στο insta.)

Όσο ήμασταν στο αυτοκίνητο έλαβα ένα μήνυμα από την Ελένη.

«ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΜΩΡΗ;»

«ΡΕ ΜΩΡΗ ΔΕ ΦΑΝΤΑΖΕΣΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚ ΚΑΙ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ! ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΑΛΛΑ ΑΝ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΘΑ ΓΙΝΩ ΛΕΣΒΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ, ΜΙΛΗΜΕΝΑ ΞΗΓΗΜΕΝΑ!»

«IT’S A DATE ΡΕ ΜΩΡΗ! ΕΧΩ ΚΙ ΕΓΩ ΝΕΑ! ΤΣΟΥΖΕΙ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ!»

«ΡΕ ΜΩΡΗ ΓΛΥΚΑΘΗΚΕΣ ΚΙ ΕΣΥ;»

«ΣΤΟ ΕΙΠΑ ΡΕ ΜΩΡΗ! ΜΕ ΤΗΝ ΤΣΟΥΤΣΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΚΩΛΟ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑΡΙ ΜΟΥ ΘΑ ΤΟΥ ΔΩΣΩ!»

«ΘΑ ΤΑ ΞΕΡΑΣΕΙΣ ΟΛΑ ΜΕ ΤΟ ΣΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΝΙΓΜΑ!»

«ΛΟΓΟ!»

«Μηνύματα με την Ελένη!» του εξήγησα καθώς με είδε να χαζογελάω μόνη μου στο τηλέφωνο. «Πέρασε καλά και του λόγου της το ΣΚ!»

«Και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι.

«Και έχουμε και το απόγευμα και έχουμε και τη Δευτέρα!» του τιτίβισα χαρούμενη.

«Αλλά Τρίτη πρωί θα ξυπνήσουμε νωρίς, εντάξει;» με ρώτησε κερδίζοντας επάξια και άλλη τσιρίδα.

«Ό,τι ώρα θέλει το νταμποσουλίνι μου!» τον διαβεβαίωσα.

«Το νταμποσουλίνι σου είναι… πρωινός τύπος!» μου έκανε πονηρά.

«Say no more! Σ’ έχω, σουραύλι θα φύγεις!» του υποσχέθηκα με πάθος, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

Φτάσαμε σπίτι του και ανεβήκαμε πάνω να μαζέψει τα πράγματά του. Δυο εβδομάδες ήμασταν μαζί και όμως στο σπίτι του ένιωσα τη ζέστη και την οικειότητα που νιώθω στο σπίτι μου, σα να επέστρεψα σε δικό μου χώρο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που είχα έρθει εδώ, που περίμενα να βρω ένα… αν όχι κρύο, τουλάχιστον αποστειρωμένο περιβάλλον, και το πόσο έξω είχα πέσει.

Και τώρα…

«Σουσουραδίτσα;» με ρώτησε βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου, και το ίχνος δισταγμού στη φωνή του με ανησύχησε για μερικές στιγμές πως κάτι έγινε και θα στράβωνε και δε θα μπορούσε να περάσουμε μαζί την αυριανή μέρα.

«Νταμποσουλίνο;» τον πείραξα τρυφερά προσπαθώντας κρύψω την μίνι-ταραχή μου.

«Μη το πάρεις στραβά,» ξεκίνησε (ΩΧ), «αλλά θα ήθελα την επόμενη φορά που θα έρθεις να φέρεις και κανένα δικό σου ρούχο να έχεις εδώ… Όχι τίποτα φοβερό… καμιά φόρμα… κανένα μπλουζάκι… καμιά αλλαξιά εσώρουχα…» συνέχισε και η καρδιά μου επέστρεψε στη θέση της.

«Γιατί να το πάρω στραβά μωρό μου;» του είπα ανακουφισμένη.

«Ε… μη νομίζεις ότι πάω να πιέσω καταστάσεις,» μου είπε, εξίσου ανακουφισμένος από την απάντησή μου.

«Καθόλου!» τον διαβεβαίωσα χαμογελαστή. «Και μιας και δεν το σκεφτήκαμε πριν, θα κάνεις εσύ την αρχή!»

«Αμέ!» μου είπε χαρίζοντάς μου το χαμόγελο της Colgate.

«Αλλά μη μου παραπονιέσαι που θα σου κλέβω τις μπλούζες, μιλημένα ξηγημένα!»

«Γιατί να τις κλέψεις αν μπορείς να τις… νοικιάσεις;» με ρώτησε πονηρά.

«Πάλι πληρωμή σε είδος έχεις στο νου, ΠΟΤΑΠΕ;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

«“The rain in Spain stays mainly on the plain,” που λέει μια φίλη από το χωριό, δεν την ξέρεις!»

«Από εδώ το είχε, από εκεί το έφερε, πάλι στην Ισπανική το πήγε!»

“I REGRET NOTHING! YOUR BOOBIES ARE EPICLY MADE FOR THIS!” μου δήλωσε με πάθος φανατικού πιστού. «Αν και βασικά για άλλο λόγο σου έδωσε η φύση τα boobies… κρίμα θα ήταν να πάνε χαμένα τώρα που τα έχεις! Για σένα δουλεύω!» συνέχισε κάνοντάς με να δακρύσω από τα γέλια.

Δε θα κουραστώ να το λέω, είναι απίθανος ο κερατάς (που δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει, από εμένα τουλάχιστον—καλύτερα να μου κοπούν τα ποδάρια παρά να τα ανοίξω σε άλλον όσο είμαστε μαζί.) Σε μια πρόταση, και κάνοντας χαβαλέ, μου υπενθύμισε ότι με έχει ακούσει πραγματικά ότι δε θέλω να γίνω μητέρα, και ταυτόχρονα να το χρησιμοποιήσει κάνοντας ερωτικό αστείο.

«Κατάλαβα… home made κρέμα προσώπου και σώματος!»

«Και μαλλιών!»

«Όχι τα μαλλάκια μου!» του κλαψούρισα. «Παρακαλώ πολύ-πολύ;» του έκανα γεμάτη γαλιφιά.

“Who da boss?”

“You da boss!” του απάντησα πειθήνια αλλά κάνοντάς του και μουτράκια.

«Εντάξει, θα σε αφήνω να λουστείς αν σε πάρουν τα σκάγια!»

«Τι καλός!» του είπα ειρωνικά. «Να φροντίσουμε να μη με πάρουν τα σκάγια… δεν;»

«ΓΚΟΥΧ ΓΚΟΥΧ!» μου έκανε επιδεικτικά.

“Κακός νταμπουσουλίνος!» του έκανα παραπονιάρικα, κερδίζοντας το γέλιο του.

«Είσαι ΛΑΤΡΕΙΑ!» μου δήλωσε και με πήρε αγκαλιά και μου έσκασε ένα τρυφερό φιλάκι στη μύτη.

«ΚΛΑΨ-ΛΥΓΜ…?» του έκανα προσπαθώντας να τον τουμπάρω.

«ΡΩΞΑΝΗ, ΕΓΩ ΟΜΙΛΩ ΡΩΞΑΝΗ!» μου είπε, και η αλήθεια είναι ότι δεν το έπιασα, έπιασα ωστόσο το υπονοούμενο.

«Ο Θόδωρος και το δίκαννο;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με μέ απορία.

“No habla ingless!”

«Οκ, θα τη δούμε όταν επιστρέψουμε. Θα πάρω μαζί μου και τον δίσκο με τις ταινίες!»

«ΝΑΙ!!!!!» του είπα με ενθουσιασμό ξεχνώντας το homemade shampoo. Και μετά το θυμήθηκα και πάλι. «ΚΑΚΟΣ ΝΤΑΜΠΟΣΟΥΛΙΝΟΣ!» του έκανε προκλητικά και έβαλε τα γέλια.

«Ο χειρότερος!» με διαβεβαίωσε και μετά μαλάκωσε. «Ζωή, σοβαρά τώρα, αν σε πειράζει…»

«Όχι βρε,» του έκανα χαμογελαστή. «Παίζω, χαζούλη!»

«ΜΕ ΓΛΕΝΤΑΣ, ΒΙΡΝΑ;»

«ΣΕ ΓΛΕΝΤΑΩ ΓΙΑΓΚΟ ΔΡΑΚΟ!» του απάντησα, και… σας είπα ότι είμαι γαργαλιάρα; Κόντεψε να με κάνει να κατουρηθώ!

«Σ’ αγαπάω!» μου είπε χαμογελώντας μου τρυφερά όταν με άφησε να βρω τις ανάσες μου.

«Πολύ-πολύ-πολύ, μακαρόνια με τυρί;»

“Stay here!” μου είπε, και με άφησε και πήγε στη βιβλιοθήκη και έψαξε τους δίσκους της. «Το βρήκα!» μου είπε θριαμβευτικά, και άνοιξε το stereo και έβαλε το δίσκο στο pickup, και μου έκανε νόημα να πάω κοντά του. Και εκεί ακούστηκαν οι πρώτοι στίχοι…

ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ, ΗΛΙΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ!

You broke my heart ‘cause I couldn't dance
You didn’t even want me around
And now I’m back to let you know I can really shake ‘em down

Μου έδωσε το χέρι του, και το πήρα στο δικό μου χαμογελώντας σα βλαμμένη.

Do you love me? (I can really move)
Do you love me? (I’m in the groove)
Now do you love me (do you love me?)
Now that I can dance? (dance)

Ποιος να μου το έλεγε πριν τρεις εβδομάδες και δε θα τον φασκέλωνα με χέρια και πόδια. Ποιος να μου έλεγε ότι τρεις εβδομάδες αργότερα θα βρισκόμουν στο σαλόνι ενός ανθρώπου που πριν τρεις εβδομάδες δεν γνώριζα καν, να είμαι ερωτευμένη μέχρι τα μπούνια και να βρίσκομαι στο σπίτι του να χορεύω μαζί του twist γελώντας και ξεφωνίζοντας σαν παιδάκι.

Και όχι μόνο αυτό, με το που τέλειωσε το τραγούδι είχε και δεύτερο γύρο. Δε μου είπε τι είχε στο μυαλό του αλλά με το που άκουσα τους πρώτες νότες χειροκρότησα μόνη μου ενθουσιασμένη.

It was a teenage wedding, and the old folks wished them well
You could see that Pierre did truly love the mademoiselle
And now the young monsieur and madame have rung the chapel bell
“C’est la vie”, say the old folks, it goes to show you never can tell

Και μπορεί να μην ήταν Travolta, αλλά τουλάχιστον σέικ μπορούσε να χορέψει αξιοπρεπώς, και δώσαμε και οι δυο τα ρέστα μας. Και δε μείναμε μόνο στα δύο τραγούδια! Ο Σαράντης είχε πολύ πλούσια συλλογή από rock and roll, και για μια ολόκληρη ώρα δώσαμε τα ρέστα μας.

«Είσαι ΑΠΙΘΑΝΟΣ!» του φώναξα τόσο δυνατά που πρέπει να ακούστηκα μέχρι το Μαρούσι.

“It takes one to find one!” μου είπε και με άρπαξε και με κόλλησε πάνω του κτητικά κάνοντας τα πόδια μου να τρέμουν. “YOU ARE MINE!” μου δήλωσε κοιτάζοντας με τόσο έντονα που—σας το ορκίζομαι—τα λαγόνια μου έπιασαν φωτιά

«Δική σου! Δική σου είμαι!» του απάντησα νιώθοντας να έχω γίνει μούσκεμα.

“Show me” με διέταξε και τσακίστηκα να τον υπακούσω. Γονάτισα και έκανα να πάω να του κατεβάσω το παντελόνι για να τον πάρω στο στόμα μου αλλά με σταμάτησε.

«Δε θέλω πίπα!» μου είπε.

«Τότε;» τον ρώτησα απορημένη.

Χαμογέλασε. «Αυτό που μόλις έκανες,» μου είπε, και τότε μου έκανε κλικ.

ΚΟΙΤΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!!!!

Ξαφνικά με πλημμύρισε το τόσο γνώριμο από την εποχή του Φώτη συναίσθημα της καυλωμένης ντροπής και τα μάτια μου χαμήλωσαν στο πάτωμα από μόνα τους. Ένιωσα το δάχτυλό του στο σαγόνι μου να με πιέζει απαλά προς τα πάνω, κάνοντάς με να σηκώσω τη ματιά μου πάνω του.

«Είσαι δική μου,» μου δήλωσε ξανά.

Πήγα να του απαντήσω και μου έκλεισε το στόμα με το δάχτυλό του, δείχνοντας μου ότι δεν ήθελε απάντηση. Με κράτησε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω, και μόνο τότε μου έδωσε το χέρι του να σηκωθώ.

(UGH, ΜΑΛΑΚΑ ΜΟΥ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΤΩΡΑ;)

Μου χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο με το δάχτυλό του, απομακρύνοντας και πάλι το ατίθασο τσουλούφι μου. «Κουρευτείς ή όχι, σε παρακαλώ το τσουλούφι να μείνει!» μου είπε χαμογελαστά.

«Θα μείνει!» του υποσχέθηκα. «Και ΔΕ θα κουρευτώ, θα γίνω Παριζιάνα!» του είπα και βλέποντας το χαμόγελό του να γίνεται και πάλι πονηρό τον πρόλαβα. «ΣΤΟ ΜΑΛΛΙ ΕΝΝΟΩ!» του είπα μετατρέποντας το χαμόγελό του σε βροντερό γέλιο.

Και κάπως έτσι γυρίσαμε στις εργοστασιακές μας ρυθμίσεις, και στο τέλος παραλίγο να ξεχάσουμε να πάρουμε μαζί μας και το κράνος του, και ο Σαράντης βρίζοντας μέσα από τα δόντια του βγήκε από το αυτοκίνητο και ανέβηκε πάλι πάνω να το πάρει.

Όπως έλεγε και η γιαγιά-Ζωή όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, και μπράβο που ήμουν η αιτία που έμεινε χωρίς μυαλά.

«Διασκεδάζουμε, μικρή;» με ρώτησε όταν μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο.

«Οι μισοί, το διασκεδάζουμε!» του απάντησα χαμογελώντας σαν σε διαφημιστικό οδοντόκρεμας. «Οι άλλοι μισοί μάλλον θέλουν να μου κάνουν το κωλαράκι μαύρο!»

«Καλά, δε χρειάζεται λόγο για να το θέλω αυτό!» μου απάντησε χαχανίζοντας.

«ΠΟΤΑΠΕ!»

Με γέλια και πειράγματα και τσιγκλώντας ο ένας τον άλλο πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι μου αλλά και που επιστρέψαμε, σάμπως κάτσαμε τον κώλο μας μέσα; Πρώτη στάση γαλλικό μπιλιάρδο, και αυτή τη φορά τα πήγα καλύτερα, με κέρδισε μόλις με πέντε πόντους διαφορά. Τουλάχιστον αυτή τη φορά γλίτωσα την καντάδα, so there is that.

Μετά, αφού περάσαμε μια βόλτα από ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ για να μην πάει χαμένη η κωλοφαρδία, πήγαμε και πάλι στο αθλητικό μπαρ για μαργαρίτες. Αυτή τη φορά, μιας και μετά θα είχε βόλτα με τη μηχανή, αρκεστήκαμε στο ένα ποτήρι ο καθένας.

«Πέτρα ψαλίδι χαρτί!» μου είπε και χασκογέλασα. Δεν ήξερα τι είχε στο μυαλό του, αλλά μέσα! Πέτρα εδώ, ψαλίδι εκείνος, και μπράβο μου.

«Ποτέ μα ποτέ…» είπε και παραλίγο να μου φύγει μια τσιρίδα «δεν έχω πάει σε BDSM πάρτι.»

“Cheers!” του έκανα χαμογελώντας πονηρά και ήπια μια γουλιά, και το ίδιο έκανε κι αυτός.

«Αχά!!!» μου έκανε! “Story time!”

«Ό,τι θέλει ο dabossουλίνος μου!»

Παγκράτι, 2023

Ήμασταν σπίτι του Φώτη όταν χτύπησε το τηλέφωνό του, ήταν ο κολλητός του ο Larry (Ιλαρίων το βαφτιστικό του) ο οποίος ήταν συμφοιτητής μου στη σχολή και ήταν και εκείνος που μας είχε γνωρίσει μεταξύ μας.

«Τι ήθελε το ρεμάλι;» ρώτησα τον Φώτη όταν έκλεισαν το τηλέφωνο.

«Να μας ρωτήσει αν ψηνόμαστε να πάμε σε ένα πάρτι!» μου είπε. «Και τι πάρτι!»

«Ώπα;» του έκανα. «Δε φαντάζομαι να έχεις ούζα στο μυαλό σου…»

«Όχι ρε μαλάκα, τι λες!»

Και εδώ που τα λέμε μου στράβωνε—ή έστω μουρμούριζε—όταν ντυνόμουν προκλητικά, τι πιθανότητα θα είχε να ψήνεται για παρτούζες.

Στην αρχή με είχε ζορίσει λίγο, καθώς μη με βλέπετε που με λέει η Ελένη γομάρι, είμαι αρκετά υποχωρητική αν τη δαγκώσω τη λαμαρίνα, και με το Φώτη την είχα κάνει τσιχλόφουσκα. Πάντως υπάρχουν γραμμές που μαζί μου δεν τις περνάς, αλλιώς πακετάκι και στη μανούλα σου.

Οι γραμμές μου ήταν το insta (γιατί είμαι ψωνάρα ρε, γουστάρετε κάτι;) και το πώς θα ντύνομαι, και του ξεκαθάρισα ότι την επόμενη φορά που θα μου κάνει σκηνή θα είναι και η τελευταία του.

«Βασικά δεν είναι ακριβώς πάρτι, κάποιο κλειστό BDSM event είναι,» μου εξήγησε ο Φώτης. «Ψήνεσαι; Θα είναι σε σπίτι.»

«Αμέ!» του είπα. «Θα πάμε όπως την άλλη φορά;» τον ρώτησα, εννοώντας το μασκέ πάρτι που είχα ντυθεί αφέντρα και είχα σκάσει με φόρεμα από βινύλιο και ένα μαστίγιο που μου είχε βρει ο Φώτης (και που δεν ήξερα τι να κάνω, lol)

«Όχι, αυτή τη φορά θα έρθεις ως σκλάβα,» μου είπε.

«Μάλιστα Κύριε!» του είπα υπάκουα μπαίνοντας με τη μία στο παιχνίδι.

Και έτσι πήγαμε και στο party, εκείνος να κάνει τον Αφέντη κι εγώ να κάνω τη σκλάβα, και μπορεί για μας να ήταν παιχνίδι αλλά το είχαμε πάρει σοβαρά. Φορούσα λουράκι και ο Φώτης με κρατούσε με αλυσίδα. Και στο event γονατισμένη δίπλα του. Στο τέλος με είχαν πιάσει τα γόνατά μου, τρομάρα μου, αλλά κυρία εγώ!

Και φυσικά η exhibitionist ψωνάρα μέσα μου είχε βαρέσει κόκκινα, καθώς είχα τραβήξει ουκ ολίγα βλέμματα. Και είχε και συνέχεια, μιας και συμμετείχαμε και σε δημόσιο παιχνίδι. Και όταν λέμε παιχνίδι δεν αστειευόμαστε έτσι; Μου τα κατέβασε κανονικά τα βρακιά πριν ξεκινήσει το flogger. Και μετά με τις καύλες να έχουν βαρέσει κόκκινα, κάπως καταφέραμε και ξεμοναχιαστήκαμε στο μπάνιο, και με πήρε από πίσω χωρίς καν λιπαντικό πέραν των κολπικών μου υγρών.

Και μετά γυρίσαμε σα να μην τρέχει κάστανο στο πάρτι.

«Πού χαθήκατε ρε μαλακισμένα;» μας ρώτησε ο Larry.

«Σου λείψαμε μωρό μου;» τον πείραξα.

«Ειδικά εσύ, καυλιάρα μου!» μου έκανε και βάλαμε και οι δύο τα γέλια, καθώς ο Larry το μαστιγώνει το δελφίνι, παίζει σοβαρά να ήμουν λιγότερο του γούστου του από ένα τυχαίο διακοσμητικό βιτρίνας.

Νέα Ερυθραία

«Ωχ Παναΐαμ!» έκανε όταν τελείωσα τη διήγηση.

«Βροντάει ο Όλυμπος κι’ αστράφτει η Γκιώνα;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

«Είναι σε λάθος θέση ο μαλάκας!!!» μου κλαψούρισε καθώς κατά τα φαινόμενα ο ερεθισμός του τον είχε βρει… offside, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα… και είναι και προικισμένο το αγόρι…

Τι να πεις, έχουν και οι άντρες τα δικά τους προβλήματα…



18. Η Αμαρτωλή βουνοπλαγιά

«Λοιπόν, σειρά σου,» του έκανα. «Μολόγατα όλα!»

«Ας πούμε ότι η σχέση μου με την Ειρήνη δεν ήταν ακριβώς η συνηθισμένη,» ξεκίνησε η εισαγωγή.

«Είχατε D/s?» τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου.

Μπορεί να είχα συγκεκριμένα γούστα αλλά έχοντας διαβάσει για δαύτο, ας πούμε ότι δεν το είχα ιδιαίτερη κάψα, όχι τουλάχιστον ως τρόπο ζωής. Με το Φώτη ήταν θέατρο—και το λέω με την καλή έννοια. Ρόλοι που υποδυόμασταν για την καύλα και μόνο.

Με το Σαράντη ήταν άλλο level, καθώς… καθώς μαζί του μου έβγαινε αβίαστα, χωρίς την ανάγκη του θεάτρου, αλλά και πάλι, αυτός ο τρόπος ζωής—ή, τουλάχιστον, όσα είχα καταλάβει για δαύτον—δεν ταίριαζαν στο δικό μου ψυχισμό.

Ναι, μου αρέσει να έχει ο άλλος τον έλεγχο στο κρεββάτι.

Ναι, μου αρέσει να δίνομαι, μ’ αρέσει να προσφέρω ευχαρίστηση στον παρτενέρ μου.

Αυτό όμως δεν είναι D/s, ούτε καν.

«Ναι και όχι,» μου απάντησε και τον κοίταξα σκεπτική. «Είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά θα προσπαθήσω,» συνέχισε.

Έξυσε αφηρημένα το κεφάλι του και ξεκίνησε και πάλι.

«Στο κρεββάτι υπήρχε η δυναμική του Top/bottom. Βασικά όταν ξεκινήσαμε τη σχέση μας δεν ξέραμε καν πως λεγόταν αυτό,» συνέχισε χαμογελώντας νοσταλγικά. «Μετά το ανακαλύψαμε… ή μάλλον, εκείνη το ανακάλυψε, και μαζί της το ανακάλυψα κι εγώ.»

Ήπιε μια γουλιά από τη μαργαρίτα του πριν συνεχίσει. «Μεταξύ μας, εγώ δεν είχα ιδιαίτερες κάψες να πάει αυτό βαθύτερα,» μου εξομολογήθηκε. «Το είχε ωστόσο η Ειρήνη… ή—για να είμαι και δίκαιος—εκεί άρχισε να καταλαβαίνει ότι η υποταγή της ήταν περισσότερο εσωτερική ανάγκη παρά απλή επιθυμία.»

«Και εσύ, δεν…;» τον ρώτησα νιώθοντας ταυτόχρονα ανακούφιση και απογοήτευση—το λες και σχιζοφρένεια.

«Εγώ δεν το έχω ανάγκη, Ζωή,» μου είπε γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι του. Έτριψε το πρόσωπό του για μερικά δευτερόλεπτα και μετά με κοίταξε και πάλι. «Μου αρέσει σε γενικές γραμμές να έχω τον έλεγχο αλλά δεν το έχω ανάγκη. Ξέρεις…» είπε και κόμπιασε για μερικές στιγμές. «Λένε ότι το BDSM είναι γι’ αυτούς που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.»

«Κι εσύ μπορείς, ε;» τον ρώτησα, αν και κατά βάθος την ήξερα την απάντηση.

«Με κούρασε…» είπε γνέφοντας καταφατικά. «Από ένα σημείο και μετά… απλά με κούρασε. Η Ειρήνη το κατάλαβε και σταμάτησε σιγά-σιγά να το αποζητάει… ήμουν κι εγώ πηγμένος στη δουλειά και δε μπορούσα… δε χωρούσαν δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη.»

Αναστέναξε βαθιά.

«Γιατί αν ήταν πραγματική μου ανάγκη… αν δε μπορούσα να λειτουργήσω αλλιώς… δε θα ήταν δεύτερο καρπούζι στη μασχάλη, Ζωή.»

«Θα ήταν business as usual…» συμπλήρωσα εγώ για λογαριασμό του.

«Ακριβώς,» μου απάντησε χαϊδεύοντάς μου το χέρι. «Κοίτα… η Ειρήνη, είναι υπέροχος άνθρωπος. Έξυπνη, δυνατή, αυτάρκης, καταπληκτική μητέρα…»

Και παρόλο το προφανές “αλλά” που κρυβόταν εδώ, δεν τον ρώτησα. Και μεταξύ μας, δε χρειαζόταν να τον ρωτήσω.

Αλλά είχε την ανάγκη να μπορεί να αφεθεί σε κάποιον και όχι γιατί από μόνη της δε μπορούσε αν χρειαζόταν…

Αλλά αυτό θα την κούραζε και θα την άδειαζε, ακριβώς όπως το Σαράντη από την αντίθετη μεριά.

Του χάιδεψα το χέρι τρυφερά και τον κοίταξα στα μάτια σα να του έλεγα «δε χρειάζεται να συνεχίσεις, το κατάλαβα…» και χίλια άλλα πράγματα που καμιά ανθρώπινη γλώσσα δε μπορεί να μεταδώσει.

Μου χαμογέλασε και είδα, ΕΙΔΑ το βάρος να φεύγει από το πρόσωπό του.

«Οπότε ναι…» συνέχισε χαμογελώντας, «έχουμε πάει σε κάμποσα BDSM events… ειδικά στις αρχές που ψαχνόμασταν.»

«Πώς ήταν;»

«Στις αρχές; Σαν παιδάκια στη Disneyland!» μου είπε χαμογελώντας νοσταλγικά. «Και ξέρεις τι ρε Ζωή;» με ρώτησε αλλά δεν περίμενε απάντηση. «Δεν το μετανιώνω!» μου απάντησε. «Ό,τι και αν έγινε μετά, δεν το μετανιώνω.»

«Και έχεις και το τερατάκι σας να σου το υπενθυμίζει!»

«Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ!» μου απάντησε χαμογελώντας. «Και… και τώρα που βρήκα ένα δεύτερο, μεγαλύτερο τερατάκι… δε θέλω να κάνω τα ίδια λάθη.»

«Όπως λέει και κάποιος καταπιεστικός dabossουλίνος, δεν τον ξέρεις, είναι απ’ το χωριό… θα τη βρούμε την άκρη μας!»

«Από το χωριό, ε;» με ρώτησε χαχανίζοντας.

«Δώσε θάρρος στο χωριάτη!» του απάντησα τσιγκλώντας τον.

«Και του έδωσες;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με πονηρά.

«Μπα, το πήρε μόνος του!» του έκανα συνοδεία μουσουνίτσας.

«Και μπράβο του!» μου έκανε ανακατεύοντάς μου τα μαλλιά και κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα γελάκι. «Και τώρα σειρά μου! Ποτέ μα ποτέ…» (θεατρική παύση) «δεν έχω κάνει τρίο.»

Και εκεί σήκωσε το ποτήρι του και τράβηξε μια ρουφηξιά με μένα να τον κοιτάω σα χάνος.

«Με την Ειρήνη;» τον ρώτησα με γουρλωμένα μάτια.

«Όχι, ούτε καν!» μου απάντησε γελώντας. «Με το Βάιο!» συνέχισε.

«Με το Βάιο και γυναίκα;» συνέχισα την ανάκριση.

«Nope, με το Βάιο και ένα fuck buddy του.»

«Και… και δε ζήλευες;» τον ρώτησα απορημένη.

«Δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί του, Ζωή,» μου απάντησε και για μερικές στιγμές το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Είμαι voyeuristic, αλλά όχι σε αυτό το βαθμό. Εννοώ… αν είμαι ερωτευμένος… το παρελθόν με διεγείρει… αλλά όχι να το ζήσω live, αν μ’ εννοείς…»

«Σε εννοώ!» του απάντησα, ξανά ανακουφισμένη ότι δε θα μου ζητούσε ποτέ να κάνουμε κάτι τέτοιο. Εννοώ… είμαι περιπετειώδης αλλά όχι κι έτσι. Ναι… έχω πάει με δύο την ίδια βραδιά… αλλά όχι με δύο μαζί.

(Ψεύτρα μην είμαι, το gang bang είναι φαντασίωσή μου, αλλά αυτό δε λέει κάτι, και ο βιασμός είναι φαντασίωσή μου, αυτό δε σημαίνει ότι θα ήθελα να πραγματοποιηθεί!)

«Για πες…» του έκανα με ενδιαφέρον.

«Βασικά… εγώ με τον άλλον δεν κάναμε κάτι. Δεν ήταν του γούστου μου, ήταν αρρενωπός… και σου είπα…»

«Και;» τον ρώτησα με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

«Κυρίως voyeuristic ήταν… Βασικά συμμετείχα προς το τέλος, στην αρχή απλά τους παρακολουθούσα!»

«Σ’ άρεσε;»

«Ας το θέσω έτσι… δεν έγινε μόνο μία φορά…» μου είπε χαμογελώντας πονηρά. «Γούσταρα τρελά να τον βλέπω να πηδάει το Βάιο.»

«Θα το έκανες αυτό με γυναίκα;» τον ρώτησα ξανά.

«Αν μου ήταν ερωτικά αδιάφορη, με τα χίλια!» μου και ένιωσα το βλέμμα του να με σκανάρει προσεκτικά λες και ήμουν barcode. «Αλλά όχι με γυναίκα με την οποία είμαι ερωτευμένος,» συμπλήρωσε.

«Ομολογώ ότι έχω τέτοιες φαντασιώσεις!» του είπα, και αν ταράχτηκε δεν μου το έδειξε. «Από την άλλη… έχω και φαντασιώσεις βιασμού…» συνέχισα την εξομολόγηση «οπότε… ναι, κάποια πράγματα καλύτερα να μένουν φαντασιώσεις!»

«Με τρόμαξες προς στιγμή!» μου εξομολογήθηκε με τη σειρά του. «Μαζί σου σίγουρα δεν είμαι για τέτοια!»

«Από πόκερ face πάντως σκίζεις…» του είπα χαχανίζοντας και πάλι.

«Η ψυχούλα μου το ξέρει!» μου απάντησε ακόμα πιο χαλαρωμένος. «Κοίτα… είναι άλλο πράγμα να δω φωτογραφίες και βίντεο σου… αυτό ναι, το λες και Σαραντική Νιρβάνα, αλλά είναι παρελθόν…»

“Voyeurism the safe way…” συμπλήρωσα αφηρημένα.

«Ακριβώς!» μου απάντησε. «Και δε χρειάζομαι οπτικοακουστικό υλικό, αν μ’ εννοείς!»

Και εκεί αποφάσισα ότι κάποια στιγμή θα του έλεγα για την ιστορία της Ζ. Ήταν τόσο βαθιά προσωπικό που μόνο και μόνο η σκέψη να το δώσω να το διαβάσει ο Σαράντης έκανε τη βρύση να τρέχει. Δεν ξέρω… στα μάτια μου ήταν πλήρης παράδοση… ήταν… ήταν άδεια εισόδου στο άβατο των άβατων.

But we were not there yet…

«Από ιστορίες άλλο τίποτα,» τον διαβεβαίωσα. «Όρεξη να έχεις ν’ ακούς!» συνέχισα και τα μάτια του άστραψαν και πάλι.

«Σπίτι, αργότερα…» μου είπε.

“You da boss!” του αποκρίθηκα, εννοώντας το.

Γιατί είχα καταλάβει ότι αν και του Σαράντη πήγαινε πιο βαθιά απ’ όσο του Φώτη, δεν πήγαινε τόσο βαθιά που να μην πατώνω. Ο Σαράντης διεκδικούσε αυτό που ακριβώς ήθελε, και μέσα σε δυο εβδομάδες το είχε καταφέρει σε βαθμό που δεν είχε καταφέρει ο Φώτης σε τρία ολόκληρα χρόνια. Όχι αποζητώντας τον έλεγχο θεατρικά αλλά παίρνοντάς τον ενεργητικά.

Και δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω από το να είναι εκείνος ο εαυτός του κι εγώ ο δικός μου. A match made in heaven, που λένε στο χωριό.

«Λοιπόν,» είπα κάνοντας νόημα στον σερβιτόρο να μας φέρει το λογαριασμό. «Σου έχω τάξει βόλτα με τη μηχανή!»

“Yes you did!” μου απάντησε με το πρόσωπό του να φωτίζεται σα χριστουγεννιάτικο λαμπιόνι.

Ως χαμένη του μπιλιάρδου πλήρωσα και τις μαργαρίτες, και επιστρέψαμε σπίτι για να ντυθούμε πιο ζεστά, και βρήκαμε και ευκαιρία να τακτοποιήσουμε στη ντουλάπα μου τα ρούχα που είχε φέρει μαζί.

Τρεις μπλούζες (και σιγά που δε θα του τις έκλεβα), ένα τζιν παντελόνι, δύο πουκάμισα, δύο μακρυμάνικες μπλούζες, τρία μποξεράκια (το ένα με τον Tweety το οποίο εννοείται ότι θα το οικειοποιούμουν ως σορτσάκι), δύο ζευγάρια κάλτσες (το ένα σοσόνι) και άλλα δύο κοντομάνικα φανελάκια, το ένα άσπρο, το άλλο γαλάζιο (και μάλλον θα του το έκλεβα και αυτό.)

Την γκαρνταρόμπα συμπλήρωνε μια φόρμα, η ζακέτα της, ένα ζευγάρι πιτζάμες και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Παντόφλες δεν είχε φέρει, αλλά μεταξύ μας το χειμώνα με την ενδοδαπέδια δε χρειάζονται κιόλας, και το λέω εγώ που υπό Κ/Σ δεν είμαι της ξυποληταρίας.

Το κλου όμως ήταν ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν με επένδυση. «Για τη μηχανή» όπως μου εξήγησε, και πράγματι, αυτό φόρεσε όταν κατεβήκαμε να πάμε τη βόλτα που του είχα τάξει.

Κατεβήκαμε στο υπόγειο γκαράζ και ανεβήκαμε στη μηχανή. Στη ράμπα πάτησα το κοντρόλ για να ανοίξει η πόρτα, και στιγμές μετά βγήκαμε στο δρόμο. Στρίψαμε δεξιά και πήρα την Χαριλάου Τρικούπη μέχρι το ύψος του Θανόπουλου, και εκεί έστριψα και πάλι δεξιά παίρνοντας το δρόμο για να βγούμε στην Τατοΐου.

Εκεί έκανα και πάλι δεξιά και πήραμε την Τατοΐου και στη διασταύρωση της Βαρυμπόμπης συνέχισα στον παράδρομο της Εθνικής μέχρι που φτάσαμε στο μεγάλο Βασιλόπουλο. Μπήκα στο parking και σταμάτησα.

«Σειρά σου,» του είπα.

Κατέβηκα από τη μηχανή και ο Σαράντης πέρασε μπροστά, και μπορεί να μην έβλεπα τα μάτια του μέσα από το κράνος, αλλά από τη στάση του σώματός του, μάλλον ένιωθε σαν παιδάκι σε λούνα παρκ.

Του έδειξα πως να κάνει adjust το συμπλέκτη και το φρένο ώστε να τον βολεύουν, και όταν το ρυθμίσαμε εκεί που θέλαμε, σκαρφάλωσα στο πίσω κάθισμα.

Ξεκίνησε, στην αρχή διστακτικά, κάνοντας βόλτες μέσα στο parking. Μετά, παίρνοντας περισσότερο θάρρος, βγήκε στον παράδρομο και πήρε την κατεύθυνση προς τον Άγιο Στέφανο.

Ομολογώ ότι στην αρχή ήταν λίγο περίεργο να είσαι συνεπιβάτης στην ίδια σου τη μηχανή, αλλά γρήγορα χαλάρωσα και αφέθηκα να απολαύσω τη βόλτα. Η Vulcan μου ήταν παιχνιδάκι μπροστά στο θηρίο που κάποτε οδηγούσε, και η μηχανή είναι σαν το ποδήλατο: άπαξ και τη μάθεις, δεν ξεχνιέται.

Στο φανάρι, στο τέλος του παράδρομου σήκωσε το κράνος του για να μου μιλήσει. «Πάμε λίμνη;» με ρώτησε με παιδιάστικο ενθουσιασμό.

“You da boss!” του απάντησα.

Ναι, εντάξει, του δώσαμε και κατάλαβε. Ο Σαράντης ήταν πολύ καλός οδηγός, κι εγώ μπόρεσα να χαλαρώσω με τρόπο που δε μπορείς όταν είσαι εσύ ο οδηγός. Πήγαμε μέχρι το φράγμα. Μετά περάσαμε το φράγμα και φτάσαμε μέχρι το Μαραθώνα, και από εκεί Νέα Μάκρη, και από Νέα Μάκρη πήρε το δρόμο για το Διόνυσο.

Μα όταν φτάσαμε στον Άγιο Πέτρο, πήρε τον δρόμο προς Χαλάνδρι, και για όποιον δεν το ξέρει αυτή είναι η… αμαρτωλή πλαγιά της Πεντέλης με τη βουκολική essence.

Και όπως αποδείχτηκε, it’ wasn’t my own private Idaho.

(Άσχετο, αλλά πόσο γαμάτη ταινιάρα!!!)

Και δικαιώθηκα, όταν έστριψε σε ένα περίεργο σημείο. Εντάξει, η πλαγιά έχει πολλές καβάτζες, κάποιες τελείως ιδιωτικές, κάποιες… όχι τόσο, αλλά δαύτες είναι για αυτοκίνητα και σκοτάδια.

(Έχω κάνει και πίπα σε μια από δαύτες, με αυτοκίνητα παρκαρισμένο σε απόσταση πέντε-δέκα μέτρων από του Μάριου. Εντάξει, νύχτα ήταν… δεν φαινόμασταν ακριβώς, αλλά και μόνο η ιδέα με είχε κάνει πύρκαυλη. Και κρίνοντας από ταχύτητα και… ποσότητα, δεν ήμουν η μόνη!)

(Και ήταν και η πρώτη φορά που κατάπια στον Μάριο, κάτι που δεν είχα κάνει ούτε καν όταν τα είχαμε. Γενικά, όπως είχα πει και στον Σαράντη, παρόλο που έχω πλούσιο παρελθόν και ποτέ δεν κόβω πίπα στη μέση, σε ελάχιστους κατάπινα, και εκείνο το βράδυ ο Μάριος είχε την τιμή να είναι ο πρώτος, γιατί δεν είχαμε μαζί μας χαρτομάντηλα και ντράπηκα να ανοίξω το παράθυρο να φτύσω.)

Σταμάτησε τη μηχανή, έβγαλε το κράνος και το έβγαλα κι εγώ.

«Είχες δεν είχες πάλι με ξεμονάχιασες!» του είπα πειράζοντάς τον.

«Κοίτα, είχα όλη την καλή διάθεση να παίξουμε μακριά γαϊδούρα στο μεξικάνικο, αλλά δε θα πήγαινε καλά,» μου απάντησε deadpan.

Και μπορεί να με πήρε κανονικά, αλλά σε αντίθεση με τον Μίλτο, ο Σαράντης το συνόδευε με σφαλιάρες στα πισινά και ήταν και χειμώνας, οπότε μέχρι να ζεσταθούν τα πισινά μου… βέλαξα. Και μετά βέλαξα διαφορετικά, καθώς με έβαλε να τις μετράω, και μέχρι να φτάσουμε στο πενήντα, ας πούμε ότι παίζει να με άκουσαν μέχρι και οι λύκοι…

…στην Πάρνηθα.

«Ωχ Παναΐαμ,» του έκανα προσπαθώντας να βρω τις ανάσες μου και με τα κωλομέρια μου να πετάνε φωτιές.

«Και γαμώ τις βόλτες!» μου πέταξε τονίζοντας το “γαμώ” κάνοντάς με ακόμα μια φορά να με πιάσει νευρικό γέλιο. Πού στο διάολο πάει και τα σκαρφίζεται αυτά, μου λέτε;

Με τα κωλομέρια ακόμα κόκκινα σήκωσα εσώρουχο και παντελόνι, ενώ ο Σαράντης έβγαλε το προφυλακτικό προσεκτικά και τύλιξε το λαιμό για να κλείσει.

«Έχεις κανένα χαρτομάντηλο;» με ρώτησε.

«Όχι… έχω κάτι καλύτερο!» του είπα πονηρά και χαμήλωσα στις φτέρνες μου, παίρνοντάς τον στο στόμα μου και κάνοντάς του τον λαμπίκο.

«Για να τυλίξω το προφυλακτικό σε ρώτησα,» ξεκίνησε και συμπλήρωσε χαχανίζοντας «αλλά μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι.»

«Και δε σκέφτηκες να μου το πεις βρε ρεμάλι;» τον ρώτησα δήθεν εξαγριωμένη.

«Τι πλάκα θα είχε έτσι;» μου έκανε χαχανίζοντας.

«Είσαι… είσαι…» ξεκίνησα κοιτάζοντάς τον τάχα μου με μισό μάτι. «Άντε μη σου πω τι είσαι!»

“By all means, do tell!” μου είπε διασκεδάζοντάς το αφάνταστα.

«Ο χειροτεροτερότερος νταμποσουλίνος του κόσμου!»

«Κλαψ, λυγμ!» μου έκανε αντιγράφοντάς με και ήταν τόσο γλυκιά η φατσούλα που μου έκανε που η καρδιά μου χτύπησε πειράκια.

«Καλά, δεν είσαι!»

«Ο χειροτεροτερότερος ή νταμποσουλίνος;»

«Σου έδωσα εγώ άδεια να ξενταμποσουλινιάσεις;» τον ρώτησα με θεατρική αγανάκτηση και εκεί τον έπιασε και εκείνον νευρικό γέλιο.

Όχι, παίζουμε!

Καβαλήσαμε ξανά τη μηχανή και φτάσαμε μέχρι την Αττική οδό. Χαμογέλασα μέσα μου, του Σαράντη του είχε λείψει να οδηγεί μηχανή και παράτεινε τη βόλτα μας όσο περισσότερο μπορούσε. Και στα διόδια με περίμενε έκπληξη, καθώς κατά τα φαινόμενα ο πονηρίδης είχε πάρει μαζί του το e-pass, και περάσαμε αέρα.

Πάντως έχω να πω ότι δεν έτρεψε, κάποια στιγμή την πήγε μέχρι 130 στην Αττική οδό, αλλά αφού πήρε τη δόση του χαμήλωσε και πάλι ταχύτητα στα εκατό με εκατόν-δέκα. Εγώ πάλι, και για πρώτη φορά—καθώς κανένας από τους πρώην μου δεν ήταν μηχανόβιος—απόλαυσα τη βόλτα με τη μηχανή ως συνεπιβάτισσα.

(Και καλά να είμαστε και από βόλτες άλλο τίποτα, ο Σαράντης ήταν σαφέστατα πιο έμπειρος οδηγός από εμένα και οδηγούσε πιο ήρεμα και πιο στρωτά. Όχι ότι είμαι νευρική οδηγός, αλλά την εμπειρία του ούτε κατά διάνοια…)

Με τούτα και με κείνα είχε πάει κοντά οκτώ όταν επιστρέψαμε σπίτι, και καλή η βόλτα, αλλά ήταν καταχείμωνο και παρά το γεγονός ότι και οι δύο μας είχαμε ντυθεί καλά, είχα αρχίσει να τον δαγκώνω. Με το που κατεβήκαμε από τη μηχανή, έβγαλα το κράνος, το άφησα στη σέλα και άρχισα να τρίβω τα μπούτια μου που είχαν γίνει παγάκια.

«Το παράκανα, ε;» μου είπε βγάζοντας το κράνος του.

«Το ευχαριστήθηκες μωρό μου;» τον ρώτησα τρυφερά. «Αυτό έχει σημασία.»

«Δε… δε μπορείς να φανταστείς πόσο μου είχε λείψει…» μου είπε αναστενάζοντας. «Δε… δεν έχω λόγια…» ξεκίνησε να λέει και τον διέκοψα τρυφερά βάζοντάς μου το δάχτυλο στο στόμα του.

«Δεν ήταν one time offer,» του είπα απλά—τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

Δεν απάντησε, απλά άφησε και αυτός το κράνος στη σέλα, πήρε τα δυο μου χέρια στα χέρια του και τα έφερε στα χείλη του, και η αλήθεια είναι ότι εδώ ένιωσα λίγο περίεργα.

«Σαράντη…» πήγα να του πω αλλά ήταν σειρά του να μου κλείσει το στόμα με το δάχτυλό του.

«Ευγνωμοσύνη λέγεται αυτό που νιώθω, Ζωή, και δεν είμαι από αυτούς που ντρέπονται να την εκφράσουν.»

Τράβηξε το δάχτυλό του από το στόμα μου, με κόλλησε πάνω του και τα χείλη μου βρήκαν τα δικά του. Με έσφιξε πάνω του και το ίδιο έκανα κι εγώ αγκαλιάζοντάς τον πίσω από το σβέρκο, και—όπως κάθε φορά που παραδίδομαι στο φιλί του—τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους κι έχασα και πάλι την αίσθηση του χρόνου.

Τραβήχτηκε απαλά και τον άφησα σχεδόν απρόθυμα. Άνοιξα τα μάτια μου και τον είδα να με κοιτάζει με αυτή την υπέροχη πονηρή, παιχνιδιάρικη έκφραση που με κάνει να λιώνω.

«Πάμε να ξεπαγώσουμε τους κώλους μας σε καυτό νερό;» με ρώτησε.

«Θα είσαι φρόνιμος;» τον πείραξα.

«Θεός φυλάξοι!» μου είπε και προς επίρρωση μου χούφτωσε τον κώλο και με τα δυο του χέρια.

Attaboy!

Πρώτη δουλειά, βέβαια, με το που επιστρέψαμε στο σπίτι ήταν να βάλω υγρή στα μικρά μου τριχωτά καθάρματα, που εννοείται ότι μας κράταγαν μούτρα που εξαφανιστήκαμε για τόσες ώρες στα καλά καθούμενα.

«Πεινάς;» τον ρώτησα όταν τέλειωσα με το τάισμα των γατιών.

«Μια σουπίτσα θα την έτρωγα,» μου απάντησε.

«Πιάσε κόκκινο!» του έκανα ενθουσιασμένη. «Έχω, ντοματόσουπα, μανιταρόσουπα και μινεστρόνε. Σε σκόνη μεν…»

«Μια χαρά!» μου απάντησε. «Σουπίτσα να ζεσταθούν τα μέσα μας και μετά ζεστό μπανάκι.»

«Και χουχούλιασμα στον καναπέ!» του απάντησα με ολοένα αυξανόμενο ενθουσιασμό.

Και αμ έπος αμ έργο, φτιάξαμε στα γρήγορα δυο μπολάκια σούπα και ήταν ρε φίλε βάλσαμο, πραγματικά ένιωσα ότι αρχίζω να ξεπαγώνω. Επιστρέψαμε στο δωμάτιο για να βγάλουμε τα ρούχα μας και να πάρουμε εσώρουχα να αλλάξουμε—εννοείται όχι σουτιέν, και πήγαμε στο μπάνιο.

Νιρβάνα, αυτό έχω να πω! Με μπανιέρα γεμάτη αφρούς ο Σαράντης κάθισε στην αγαπημένη του θέση, στο βαθύ της μπανιέρας, και τον ακολούθησα κι εγώ γέρνοντας με την πλάτη στο στέρνο του. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα να απολαύσω την υπέροχη αίσθηση ζέστης και ασφάλειας, όπως τα χέρια του με είχαν τυλίξει και με κρατούσανε σφιχτά.

Και επειδή ως γνωστόν όταν χαλαρώνω μου έρχονται τα πιο άκυρα, θυμήθηκα ξαφνικά ότι έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τους δικούς μου πριν προλάβει να με πάρει πάλι ξανά η μητέρα μου, γιατί ποιος την άκουγε.

«Πρέπει να πάρω τηλέφωνο τους δικούς μου,» του είπα ξαφνιάζοντάς τον.

«Τώρα;» με ρώτησε με απορημένη φωνή.

«Ε, καλά όχι τώρα, όταν βγούμε!» τον καθησύχασα. «Απλά… έτσι και προλάβει και με πάρει πάλι πρώτη η Ανθή θα με πάρει και θα με σηκώσει.»

«Ο Γιώργος, μπα;»

«Με δέρνει και για τους δυο η μάνα μου,» του απάντησα deadpan.

«Κι εγώ θα πρέπει να πάρω τηλέφωνο τη Μελίνα!» μου είπε.

«Θες να βγούμε;»

«Όχι βρε, έχουμε ακόμα ώρα!» μου είπε κοιτάζοντας το ρολόι του. «Γύρω στις εννιά πέφτει για ύπνο και είναι ακόμα ούτε καν οκτώ και μισή.»

Μου έδωσε ένα φιλάκι στα μαλλιά και χαλάρωσα και πάλι στην αγκαλιά του. «Πες μου μια ιστορία!»

«Ερωτική;» με ρώτησε.

«Ό,τι θες!» του απάντησα.

«Οκ… Είμαι λοιπόν Αγγλία, στις αρχές του Master και μόλις έχω γνωριστεί με το Μιχάλη, τον κύπριο.

«Τον πού στο πούτσο πας, σπίτι σου μαζευτήκαμε;»

“The one and only!” μου απάντησε. «Λοιπόν, ο Μιχάλης την έχει δαγκώσει μέχρι τα μπούνια με μια Λονδρέζα, Claire νομίζω ότι τη λέγανε, και την έχει κάνει Χριστό να βγούνε, μέχρι που στο τέλος την κατάφερε. Βγαίνουν λοιπόν πρώτο ραντεβού, γίνονται και οι δύο κάλτσες και στο τέλος καταλήγουν στο σπίτι της, καθώς η Claire τον είχε επιβεβαιώσει ότι οι δικοί της λείπουν σε κάποιο ταξίδι!»

«ΩΧ!» έκανα γελώντας προκαταβολικά.

«Το πρωί λοιπόν, ξυπνάει ο Μιχάλης και η Claire δεν είναι στο κρεββάτι. Βγαίνει από το δωμάτιο και ακούει νερό να τρέχει στο μπάνιο, οπότε υπέθεσε ότι η Claire έκανε ντουζ,» μου λέει και τον ακούω να ζορίζεται προσπαθώντας να μη γελάσει.

«Ανοίγει την πόρτα, και όντως τη βρίσκει σκυμμένη, φορώντας μόνο το κιλοτάκι της να δοκιμάζει το νερό. Μέσα στην καύλα, πάει λοιπόν, της κατεβάζει το κιλοτάκι και της σκάει μια παιχνιδιάρικη στα κωλομέρια,» μου λέει και βάζει τα γέλια.

«Έλα, μην το κόβεις στο καλύτερο!» του είπα γελώντας.

«Εκείνη γυρίζει και βάζει τις φωνές προσπαθώντας όπως-όπως να καλύψει τη γύμνια της και ο Μιχάλης τα χάνει τελείως.» (Δυνατά γέλια) «Ρε Claire τι έπαθες;» (Ακόμα πιο δυνατά γέλια)

“I’M NOT… ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ I’M NOT FUCKING CLAIRE!” μου είπε κάνοντάς με να βάλω κι εγώ τα γέλια. «Η μαλάκω…χαχαχαχα… είχε δίδυμη αδερφή και χαχαχαχα δεν του είχε πει τίποτα…» είπε γελώντας ακόμα πιο δυνατά και παραλίγο να μου φύγουν τα τσίσα!

Λόγο!

Έχοντας να πάρει εκείνος τη Μελίνα και εγώ τους δικούς μου, λίγο αργότερα σηκωθήκαμε να ξεπλυθούμε από τους αφρούς, σκουπιστήκαμε και βγήκαμε για να ντυθούμε.

«Έχεις μια σακούλα;»

«Τι να την κάνεις;» τον ρώτησα απορημένη

«Να βάλω το μποξεράκι που φορούσα,» μου είπε δείχνοντάς το μου.

«Δεν είμαστε με τα καλά μας! Φέρτο εδώ χριστιανέ μου,» του είπα και του το πήρα από το χέρι και το έβαλα στο πλυντήριο όπου είχα βάλει και τα δικά μου.

«Νομίζω ότι το κάνεις για να το κρατήσεις όμηρο!»

«Και όμηρο, και Βιργίλιο, και Ησίοδο μη σου πω!» του απάντησα. “You are mine, μην τα ξαναλέμε πάλι!» τον τσίγκλησα.

Βασικά περίμενα να μου χώσει σφαλιάρα στα πισινά, γι’ αυτό τον τσίγκλησα, οπότε το “I’m yours!” που μου απάντησε με έπιασε παντελώς απροετοίμαστη. “You didn’t expect this, did you?”

«ΣΑΡΑΝΤΟΥΛΙΝΙ ΜΟΥ!» ξεφώνισα ενθουσιασμένη, και ίσα που πρόλαβε και έβαλε τα χέρια του να με κρατήσει έτσι όπως πήδησα πάνω του τυλίγοντας τα πόδια μου πίσω του. «ΜΑΚΙΑ ΜΑΚΙΑ!» συνέχισα τα παιδιαρίσματα και του έσκασα δυο φιλιά στα μάγουλα και ο Σαράντης, χαχανίζοντας ακόμα, με άφησε προσεκτικά στο πάτωμα.

Και μόνο τότε μου έσκασε μια στα πισινά, για να μην ξεχνιόμαστε—as if, να πούμε!

Ντυθήκαμε και επιστρέψαμε στο σαλόνι, όπου είχαμε αφήσει τα κινητά μας. Πήρε τηλέφωνο τη Μελίνα, και τον άφησα και επέστρεψα στην κουζίνα, αφενός για να πλύνω δυο κουτάκια μπύρα (note to self, αύριο πρέπει να κατεβούμε Θανόπουλο καθώς ξεμείναμε) και αφετέρου για να πάρω τηλέφωνο τους δικούς μου.

«Βρε βρε, σαν τα χιόνια!» μου απάντησε ειρωνικά η Ανθή.

«Κι εγώ σ’ αγαπώ, γκρινιάρα!» της είπα τρυφερά. «Τι κάνεις μανουλομάνουλο; Τι κάνει ο μπαμπάς;»

«Μη με καλοπιάνεις εμένα!» με μάλωσε τρυφερά και μετά η φωνή της μαλάκωσε. «Καλά είμαστε, εσύ τι κάνεις; Τι κάνει ο Σαράντης σου;»

(Γιατί φυσικά και της είχα πει ότι είχε μπει ο Σαράντης στη ζωή μου.)

«Καλά είμαι, υπέροχα!» της τιτίβισα.

«Κάποια πέρασε όμορφο σαββατοκύριακο, να υποθέσω!»

«Δε φαντάζεσαι μανουλομάνουλο!» της είπα ενθουσιασμένη, και τις είπα σε γενικές γραμμές πώς τα περάσαμε από την Παρασκευή, και φυσικά της είπα και για τη γνωριμία μου με τη Μελίνα.

«Ήταν απρόοπτο,» παραδέχτηκα. «Και μεταξύ μας, μαμά, ο Σαράντης πήρε μεγαλύτερο ρίσκο απ’ ότι εγώ.»

«Πολύ καλά έκανες αγάπη μου,» με διαβεβαίωσε η μητέρα μου και αναστέναξε, προφανώς στην αντίφαση—στο μυαλό της, τουλάχιστον—να της έχω περιγράψει με τόσο ενθουσιασμό τη Μελίνα και από την άλλη να μη θέλω δικά μου παιδιά. «Ώρες-ώρες δε μπορώ να σε καταλάβω…»

«Μαμά, μη το πιάσουμε αυτό πάλι…» της είπα αμυντικά και η μητέρα μου, μη θέλοντας να μου χαλάσει τη διάθεση δεν επέμεινε.

«Τι ώρα είσαι αύριο;» με ρώτησε αλλάζοντας κουβέντα.

«Έχω ρεπό αύριο… και ο Σαράντης σήμερα θα κοιμηθεί εδώ και θα δουλέψει από το σπίτι!» της έκανα σχεδόν τσιρίζοντας από τον ενθουσιασμό. «Και θα μου φτιάξει και πρωινό!»

«Επιτέλους βρέθηκε ένας άνθρωπος να σε βάζει να τρως το πρωί!» μου έκανε η μάνα μου με απελπισία, γιατί αλίμονο. «Αχ, έρωτα…»

“We said the three words!” της είπα στα αγγλικά.

“What???” με ρώτησε ανταποδίδοντας τον ενθουσιασμό μου. «Μωρή πότε πρόλαβες και τον τύλιξες;» συνέχισε γυρνώντας το από τα αγγλικά στο τσάμικο.

«Είδες τι σου είμαι;» της απάντησα χαχανίζοντας.

Μιλήσαμε για κανένα δεκάλεπτο ακόμα, και μετά από μια καταιγίδα φιλάκια και «σ’ αγαπώ πολύ-πολύ» μου έδωσε και το μπαμπά.

“Hello Georgie-boy!” του έκανα γλυκουλινιάρικα.

«Τι κάνεις τσαπερδώνα μου;» με ρώτησε αποκαλώντας με μέ την αγαπημένη του προσφώνηση. «Τι κάνει ο … κάτσε να δεις πως τον είπε η μάνα σου… ο Σαραντούκος σου;» συνέχισε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

«Καλά είναι, μιλάει με την κόρη του!»

«Σπίτι του είσαι;» με ρώτησε γυρίζοντας σε αυστηρός μπαμπάς mode.

«Όχι μπαμπακουλίνο μου, για ποια με πέρασες να ξενοκοιμάμαι τρεις μέρες σερί;» τον τσίγκλησα. «Εδώ τον έχω, σώγαμπρο!»

«Δε με λυπάσαι γέρο άνθρωπο;» μου έκανε με θεατρική απελπισία.

«Όσο λυπόσουν εσύ τον Patrick όταν τρύπωνες στη ζούλα στο δωμάτιο της στερνοκόρης του!» του είπα γελώντας δυνατά. «Ή νομίζεις ότι δε μου έχει πει η μαμά τις πομπές σου;»

«Μωρέ δε θα έρθεις εδώ; Δεν πα να είσαι σχεδόν τριάντα χρονών γαϊδάρα; Θα στον μαυρίσω τον πισινό!»

«Σιγά ρε Κόναν!» του απάντησα γελώντας.

Μιλήσαμε λίγη ώρα ακόμα, και αφού του έστειλα ένα σκασμό τηλεφωνικά φιλάκια και τον διαβεβαίωσα ότι τον αγαπάω πολύ-πολύ-πολύ και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Όταν γύρισα στο σαλόνι, βρήκα τον Dusty αυτή τη φορά στα πόδια του Σαράντη, ενώ η Bella έριξε ένα σάλτο από το γατόδεντρο, και κάνοντάς μου τρίλιες με πήρε στο κατόπι. Ο Jonesy από την άλλη, είχε χυθεί κι αυτός στο γατόδεντρο, αλλά δεν έκανε τον κόπο να ξεκουνίσει.

«Τα είπατε;» με ρώτησε ενώ ο Dusty του τρίφτηκε πάνω στο χέρι απαιτώντας χάδια.

«Ναι, τα είπαμε!» του απάντησα χαμογελαστή. «Εσείς;»

«Τα είπαμε κι εμείς με το τερατάκι, και μου έδωσε εντολή να σου δώσω ΔΥΟ φιλάκια!» μου είπε κάνοντάς με να κατουρηθώ πάλι.

«Είναι το παιχνίδι μας!» του είπα χαμογελώντας από το ένα αφτί μέχρι το άλλο. «Κι εσύ βλέπω, έπιασες νέες φιλίες!»

«Ναι, σήμερα μου έκανε την τιμή και ο Dusty!»

“You are so doomed!” του είπα γελώντας, κερδίζοντας και το δικό του. «Αμάν! Το ξέχασα!»

«Ποιο;» με ρώτησε αλλά δεν του απάντησα, γύρισα στο δωμάτιο και έβγαλα από τη ντουλάπα το αγαπημένο μου κουβερτάκι.

«Τώρα μιλάς σωστά!» μου είπε όταν κάθισα δίπλα του και μας σκέπασα και τους δύο, και μετά έβαλε τα γέλια όπως ο Dusty ξετρύπωσε κάτω από την κουβέρτα με ύφος «τι έχουμε εδώ;»

«Προδόταρε!» κλαψούρισε, καθώς ο Dusty έφυγε από πάνω του και ήρθε στη μαμά, αλλά εκείνη τη στιγμή η Bella έριξε ένα σάλτο πάνω του, και κάπως έτσι σταμάτησε η… γκρίνια.

«Μου έταξες ταινία!»

«Μη με σηκώνεις τώρα που βολεύτηκε το κορίτσι!» μου έκανε χαϊδεύοντάς τη ανάμεσα στ’ αφτιά.

Well, he got a point! Them da bosses, after all!



19. Δευτέρα κάτι έχω, την Τρίτη δεν αντέχω

Δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε τη συνέχεια του 30 Rock, και η Bella μας έδωσε το ελεύθερο να δούμε την ταινία που μου είχε τάξει.

«Δίκανοοοοοοοοο!» του έκανα με το που η κυρία έδωσε ένα σάλτο και πήδηξε στο πάτωμα.

Ο Σαράντης σηκώθηκε γελώντας με τα καμώματά μου και πήγε να φέρει από το σακίδιό του τον εξωτερικό σκληρό δίσκο με τις ταινίες.

«Μπορεί να δει εξωτερικό USB η τηλεόρασή σου ή να συνδέσω το laptop?”

«Για ποια με πέρασες, για καμιά τριτοδεύτερη;» του είπα με προσποιητή αγανάκτηση, και πήρα το δισκάκι του και το σύνδεσα με την τηλεόραση.

«Σου ζητώ ταπεινά γονυπετής συγνώμη!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Σάμπως να μη σε βλέπω να… γονυπετείς!» τον τσίγκλησα.

«Έχω υπεργολάβο!» μου έκανε. «Έλα εδώ!» με διέταξε, προκαλώντας μουσώνα στο νότιο ημισφαίριο, και εννοείται ότι τσακίστηκα να τον υπακούσω. Και δεν πρόλαβε να με διατάξει να γονατίσω, τον πρόλαβα! Τι, μισές δουλειές θα κάνουμε.

«Σου ζητώ ταπεινά συγνώμη!» μου είπε χαχανίζοντας.

«Με γονυπετή υπεργολάβο!» του απάντησα προσπαθώντας με τα χίλια ζόρια να κρατηθώ σοβαρή.

«Αμ τι; Κουραμπιέδες ξεσκονίζουμε;»

«Θεός φυλάξοι!» του απάντησα και έκανα να σηκωθώ.

«Σου έδωσα εγώ άδεια να σηκωθείς;»

«Εχμ… η αλήθεια είναι ότι δε μου έδωσες!» του απάντησα κάνοντας το ταπεινό χαμομηλάκι.

«Τότε πού πας ρε μπούρδα Καραβάγκο, το φελέκι μου;» συνεχίζοντας το BDSM τσίρκο.

«Σου ζητώ ταπεινά συγνώμη πολυχρονεμένε μου Αφέντη! Και χωρίς υπεργολάβο! Αντρίκια! Πασοκικά! Σκληροκαργιόλικα!»

«Ορίστε, με γλεντάει πάλι!» έκανε με προσποιητή αγανάκτηση.

«Είμαι μια αμαρτωλή! Μια τιποτένια!» ξεφώνισα δραματικά, προκαλώντας του ένα ροχαλητό.

«Τι να σε κάνω, μου λες;»

«ΑΓΚΑΛΙΤΣΑΑΑΑΑΑ» του είπα και σηκώθηκα άνευ αδείας και σκαρφάλωσα πάνω του, because of course I did.

Αγκαλίτσα με πήγε και κάτσαμε επί του καναπέως (με -ω) και αφού μου έδωσε ένα φιλάκι, με απείλησε να κάτσω φρόνιμη “or else…”

“Or what?” του έκανα με θράσος χιλίων πιθήκων.

«Μη με πιάνεις εμένα απροετοίμαστο!» μου είπε και με έβαλε κάτω και άρχισε να με γαργαλάει μέχρι που έφτυσα τα πνευμόνια μου.

(Που να ήταν δηλαδή και προετοιμασμένος…)

Και μετά με πήρε αγκαλίτσα και χωμένοι κάτω από την κουβέρτα βάλαμε την ταινία να παίζει. Στο μεταξύ είχαν αρχίσει και τα πρώτα πονάκια, καθώς η περίοδός μου ερχόταν ποδοβολώντας (την είχα ξεχάσει αυτή, κλαψ, λυγμ), οπότε για το φόβο των Ιουδαίων, του είπα να πατήσει λίγο pause και πήγα να αλλάξω εσώρουχο—γραμμή θεία απ’ το χωριό—και να φορέσω κι ένα σερβιετάκι.

«Πώς είσαι καρδούλα μου;»

«Θα μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ που θα είμαι γκρινιάρα;» τον ρώτησα γλυκουλιάρικα.

«Πολύ-πολύ-πολύ, σουσουραδίτσα μου!» μου είπε και με φίλησε τρυφερά στα μαλλιά.

«Αγκαλίτσα!» απαίτησα και τον καβάλησα χώνοντας το πρόσωπό μου στη βάση του λαιμού του.

Ο Σαράντης σκέπασε την πλάτη μου προσεκτικά με το κουβερτάκι, και με τράβηξε σφιχτά στην αγκαλιά του, χαϊδεύοντάς μου την πλάτη.

«Εδώ θα μείνω!» του δήλωσα, κάνοντάς τον να χαχανίσει και όντως καθίσαμε έτσι για πάνω από ένα δεκάλεπτο, και μετά του έκανα BRRRRRR στο λαιμό (γιατί μπορούσα!)

«Βρε διαόλι δε μπορείς να κάτσεις ήσυχη;»

«Τσούκου!» του απάντησα και τον ξεκαβάλησα και αυτή τη φορά ξάπλωσα στον καναπέ χρησιμοποιώντας το κεφάλι του για μαξιλάρι. «Είσαι το μαξιλάρι μου!» του δήλωσα.

«Είσαι σκέτη γλύκα!» μου είπε. «Να συνεχίσουμε;»

«Θα μου κάνεις χαδ-χαδ;» τον ρώτησα, με την ίδια φωνούλα.

«Χαδάκια θέλει το κορίτσι μου;» ρώτησε ρητορικά, και άρχισε να με χαϊδεύει λες και ήμουν ένα από τα κοπρόγατα, και προς εμπέδωση του έκανα «ΧΡΡΡ ΧΡΡΡ» προκαλώντας το γέλιο του.

«Πας να ανατρέψεις την εξουσία μου ύπουλα κι επιδέξια;»

«Αν είναι δυνατόν!» του έκανα με ψεύτικη αγανάκτηση, κερδίζοντας νέο χάχανο. Αποφασίζοντας ότι δε θα βγάλει άκρη μαζί μου πάτησε play και συνεχίσαμε από εκεί που είχαμε μείνει.

Εντάξει, είχε την πλάκα της, ειδικά στη σκηνή «κατά το ρουν των γεγονότων» γαμήθηκα στα γέλια. Δεν ήταν απλά τα λόγια, ήταν ολόκληρη η χορογραφία της σκηνής με τον Θόδωρο και τη Ρούλα να αλλάζουν συνεχώς θέσεις, και με τις ατάκες με τα θεϊκά υπονοούμενα να πέφτουν με ρυθμό οπλοπολυβόλου

«Και γιατί πήγες στα πεύκα Ρούλα; Κάμπια ήσουνα;» ή «Με ραδιόφωνο έπαιζες παιδάκι μου, δεν το ξέρεις ότι έχει κεραία;»

Μέχρι να τελειώσει η ταινία οι πόνοι είχαν αρχίσει να γίνονται πιο δυνατοί και παρόλο που προσπαθούσα να μη δείξω τη δυσφορία μου, ο Σαράντης το κατάλαβε.

«Πονάς, μωρό μου;» με ρώτησε τρυφερά.

«Λίγο!» του απάντησα με παραπονεμένη φωνούλα. «Χρειάζομαι τη θερμοφόρα μου!» του είπα και έκανα να σηκωθώ.

«ΑΛΤ! Για που το έβαλες;» μου είπε και μου έκοψε τη φόρα. «Πού είναι η θερμοφόρα;»

«Στο ντουλάπι του κομοδίνου!»

«Μην κουνηθείς ρούπι!» μου έκανε ο γλυκούλης μου και πήγε στο δωμάτιο και μου την έφερε. «Για φούρνο μικροκυμάτων είναι;»

«Ναι, του λεπτού!»

Με άφησε και πάλι και πήγε στην κουζίνα και ένα λεπτό μετά επέστρεψε με τη θερμοφόρα. «Εντάξει είναι;» μου είπε και μου την έδωσε.

«Ναι μωρό μου!!!» του απάντησα και έβαλα τη θερμοφόρα κάτω από τη μπλούζα μου. «Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί;»

«Πολύ-πολύ-πολύ, μακαρόνια με τυρί!» μου απάντησε γελώντας.

«Σαραντουλίνι μου, σε πειράζει να γίνεις υποπόδιος νταμποσουλίνος;» τον ρώτησα με τσαχπινιά.

“Ehm, what?” με ρώτησε χωρίς να καταλαβαίνει. Αντί εξήγησης, ξάπλωσα οριζόντια στον καναπέ, βάζοντας ένα μαξιλάρι στο προσκέφαλο, με τα πόδια μου πάνω από τα πόδια του.

Και όχι μόνο δεν τον πείραξε τον γλυκούλη μου, αλλά μου έκανε και foot massage πάνω από τις χοντρές κάλτσες.

«Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα;» με ρώτησε τρυφερά.

«Ναιιιιι!» του απάντησα με ενθουσιασμό. «Είσαι ο καλυτεροτεροτερότερος υποπόδιος νταμποσουλίνος του κόσμου!»

Ακόμα και με τους πόνους τις περιόδου, χαρούμενη Ζωή ίσον ενθουσιώδης Ζωή οπότε οι χαρουμενιές πήγαν σύννεφο και το Σαράντη να διασκεδάζει με τα καμώματά μου.

«Σου είπα ότι είσαι σκέτη γλύκα;»

«Όχιιιιιιιιιιιιιι! Τέτοιος είσαι!» του έκανα ψεύτικα μουτράκια, γιατί μπορεί να μου το είχε πει καμιά πεντακοσαριά φορές, αλλά ήθελα να τ’ ακούσω κι άλλες τόσες κι άλλες τόσες!

«Βρε Πινόκιο!» με μάλωσε τρυφερά και του έκανα φατσούλα, κερδίζοντας νέο χάχανο.

Είπε Πινόκιο και θυμήθηκα το ανέκδοτο. «Τι τραγουδάει η Κοκκινοσκουφίτσα στον Πινόκιο όταν του κάνει face fucking?»

«Τι;» με ρώτησε γελώντας προκαταβολικά.

«Πες ένα ψέμα, για να με σώσεις! Μην πεις την αλήθεια και με σκοτώσεις!» του απάντησα τραγουδιστά γελώντας μόνη μου, και του ξέφυγε κι εκείνου ένα ροχαλητό.

«Ήταν μια φορά ο Ιησούς και πήγαινε στη Ναζαρέτ να βρει τον πατέρα του που είχε καιρό να τον δει,» ξεκίνησε να μου λέει ανέκδοτο. «Στο δρόμο συναντάει ένα γεράκο. “Γεια σου παιδί μου, πού πηγαίνεις;” τον ρωτάει ο γεράκος. “Γεια σου και σένα γέροντα, πάω να βρω τον πατέρα μου που είναι μαραγκός!” “Τι σύμπτωση, κι εγώ μαραγκός είμαι και ψάχνω να βρω το γιο μου!” λέει ο γέρος. “Ναι, αλλά ο πατέρας μου είναι φτωχός!” του λέει ο Ιησούς και ο γέρος του απαντάει “Κι εγώ φτωχός είμαι.” “Και εγώ δεν είμαι φυσιολογικό παιδί,” του λέει ο Ιησούς και τα μάτια του γέρου φωτίζονται. “Ούτε το δικό μου παιδί είναι φυσιολογικό!” Κοιτάζονται και οι δύο με δάκρυα στα μάτια και πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. “ΠΑΤΕΡΑ!” λέει ο Ιησούς γεμάτος συγκίνηση και ο γεράκος του απαντά “ΠΙΝΟΚΙΟ!!!”»

Εντάξει, ήταν τόσο καμένο που έβαλα τα γέλια, παρασύροντας και το Σαράντη, και μετά πήρα εγώ σειρά, και ήταν να μην αρχίσουμε! Καμένο πάνω στο καμένο, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, και κακαρίζοντας σαν μανιακοί, η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε.

«Αχ, σε καλό να μας βγει,» του έκανα ακόμα αναψοκοκκινισμένη και δεν πρόλαβα να το πω και μ’ έπιασε ένα ξαφνικό πονάκι που με δίπλωσε στα δύο. “Ugh, κακή περίοδος!” του κλαψούρισα.

«Λοιπόν, πάμε να ξαπλώσεις και να βάλω ξανά τη θερμοφόρα να ζεσταθεί!» μου είπε χαϊδεύοντάς με τρυφερά. «Και μετά θα σε πάρω σφιχτή αγκαλίτσα, ναι;»

«Ναι, μωρό μου!» του απάντησα.

Πήγαμε στο δωμάτιο και αφού ξάπλωσα με σκέπασε λες και ήμουν κοριτσάκι. Πήγε στην κουζίνα και δυο λεπτά αργότερα μου έφερε τη θερμοφόρα και μου την έδωσε. Μετά σκαρφάλωσε από πάνω μου και ξαπλώνοντας δίπλα μου με έσφιξε στην αγκαλιά του σε κουτάλα.

«Νά ‘μαι κι εγώ,»

«Καλώς το μου!» του απάντησα πρόσχαρα και έκανα να γυρίσω για να τον βλέπω και στην αρχή δε μ’ άφηνε.

«Μην ξεβολεύεσαι κοριτσάκι μου!»

«Θέλω να σε βλέπω!» του είπα με παραπονεμένη φωνούλα.

«Άντε βάσανο, γύρνα!»

«ΞΑΠΛΩΤΟΣ ΝΤΑΜΠΟΥΣΙΛΙΝΟΣ!» του είπα μ’ ενθουσιασμό όταν γύρισα πλευρό. «Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί παρόλο που είμαι γκρινιάρα, κακιά και άσχημη;» τον ρώτησα με μαλαγανιά και του έκανα και φατσούλα.

«Πολύ-πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί και δεν είσαι κακιά και γκρινιάρα!» μου απάντησε χαχανίζοντας.

«Δε σ’ αγαπάω!» του έκανα τάχα μου μουτρωμένη.

«Σου απαγορεύω να μη με αγαπάς, και επίσης δε σου επιτρέπω!» μου απάντησε προσπαθώντας σκληρά να μη βάλει τα γέλια. «Σουφραζέτα!»

«Καλά μου κάνεις!» του απάντησα κι εγώ κουνώντας το κεφάλι με έμφαση. «Φιλάκι;» του είπα με τσιριχτή φωνή.

«Μουτς μουτς!» μου έκανε ο αχρείος για να κερδίσει ένα υγρό raspberry στα μούτρα, όλο δικό του.

«Καλάααα!» μου έκανε τάχα απειλητικά. «Γράφει το κοντέρ!»

«Σου απαγορεύω να γράφει το κοντέρ τις μέρες που έχω δίκιο κατά το Ρωσικό δίκαιο!» του είπα κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

«Είσαι λατρεία!» μου είπε γελώντας και για πολλοστή φορά.

«Είμαι!» του απάντησα και τον άρπαξα πίσω από το λαιμό και τον έφερα πάνω μου και του έδωσα φιλάκι με το ζόρι.

«Λοιπόν, σουσουραδίτσα, έλα να κοιμηθούμε τώρα γιατί εσύ καλά έχεις ρεπό, αλλά εγώ δεν έχω!»

«Αυθόρμητο φιλάκι πρώτα!» του έκανα και τον άρπαξα ξανά. «Καληνύχτα μωρό μου!»

«Καληνύχτα κοριτσάρα μου!» μου απάντησε τρυφερά και γύρισα και πάλι πλευρό για να με πάρει κουτάλα. «Όνειρα γλυκά!»

«Όνειρα γλυκά!» του απάντησα κι εγώ και αγκάλιασα το χέρι του που με κράταγε.

Κι εκεί εμφανίστηκε και η αγία—τριχωτή—Τριάς, με την Bella να χώνεται κατά το συνήθειό της κάτω από το πάπλωμα, ενώ οι άλλοι δύο ακροβολίστηκαν, ο ένας στα πόδια μου και ο άλλος στα πόδια του Σαράντη, και ένα λέρωμα βρακιών το είχαμε! Όσο για μένα, η υπέροχη αίσθηση ζέστης και ασφάλειας υπερνίκησε τους πόνους και ο ύπνος με πήρε χωρίς να το καταλάβω.

Όταν ξύπνησα το πρωί ήμουν μόνη στο κρεββάτι. Παρά το γεγονός ότι είχε ξεκινήσει η αιμορραγία, οι πόνοι είχαν υποχωρήσει—αν και ήξερα ότι θα με έπιαναν και πάλι, πάντα έτσι γίνεται τις δύο πρώτες μέρες. Χασμουρήθηκα και έτριψα τα μάτια μου προσπαθώντας να ξυπνήσω. Κοίταξα το ρολόι, ήταν λίγο μετά τις εννιά.

Σηκώθηκα και πήγα στο σαλόνι και βρήκα το laptop του Σαράντη κλειστό πάνω στο τραπεζάκι, με τον Dusty να έχει κάτσει πάνω του. «Σαράντη;» φώναξα και δεν πήρα απάντηση, αλλά εκείνη τη στιγμή άνοιξε η εξώπορτα.

«Ξύπνησες σουσουραδίτσα;» με ρώτησε μπαίνοντας μέσα με δυο καφέδες και μια σακούλα στο χέρι. «Κατέβηκα να μας πάρω καφεδάκια, πήρα τα κλειδιά σου από την πόρτα!» μου εξήγησε. «Και σου πήρα και ένα κρουασάν σοκολάτα, ζεστό-ζεστό!»

«ΕΙΣΑΙ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΤΕΡΟΤΕΡΟΤΕΡΟΤΕΡΟΤΕΡΟΣ ΝΤΑΜΠΟΣΟΥΛΙΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!» τσίριξα ενθουσιασμένη και όρμισα σχεδόν πάνω του.

«Κάτσε βρε να αφήσω τους καφέδες!» μου απάντησε χαμογελώντας.

“Move it, move it, move it!” του έκανα σαν τον Captain Harris της μεγάλης των μπάτσων σχολής, και όταν άφησε τους καφέδες όρμισα πάνω του για αγκαλίτσα με το ζόρι.

«Σου είχα τάξει και πρωινό!» μου είπε μετά το “φιλιούνται! αγκαλιάζονται.” «αλλά περίμενα να ξυπνήσεις πρώτα μόνη σου, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω!»

«Μου πήρες κρουασάν με σοκολάτα!» του απάντησα κάνοντάς του χαρούμενη μουσουνίτσα.

«Αυτό είναι για μετά! Κανονικό πρωινό!»

«Καταπιεστικός νταμποσουλίνος!» του είπα κάνοντάς του μουτράκια.

«Καλά σου κάνω! Σουφραζέτα!» μου είπε τάχα μου αυστηρά.

«Πάω να ρίξω νερό στα μούτρα μου και έρχομαι να σου κάνω παρεούλα!» του είπα, και του έδωσα ένα φιλάκι και πήγα τρέχοντας για το μπάνιο, γιατί κατουριόμουν κιόλας.

Η αλήθεια είναι ότι καθυστέρησα λίγο παραπάνω γιατί είχε και πλύσιμο δοντιών και αλλαγή σερβιέτας (και ΧΡΜΦ και εσώρουχου γιατί το πήραν ελαφρά τα σκάγια, τους Ρώσους μου μέσα!) και πήγα να βρω στην κουζίνα την χαρωπή νταμποσουλίνικη νοικοκυρά.

«Ήρθα κι εγώ!» του τιτίβισα αγκαλιάζοντάς τον ύπουλα κι επιδέξια.

«Καλώς το μου!» μου είπε χωρίς να γυρίσει.

«Τι φτιανς;»

«Ομελέτα!» μου απάντησε. «Του χωριάτη, με ντοματούλα, πιπεριά, κρεμμύδι και—καθόλου χωριάτικο—λουκάνικο, και ντροπή σου να μην έχεις!»

(Προφανώς δεν είχε αφήσει ντουλάπι για ντουλάπι που να μην έψαξε, καθώς τα κρεμμύδια τα είχα καταχωνιασμένα σε μια σακούλα στο ντουλάπι αριστερά από το νεροχύτη.)

«Μου αρέσουν τα Φρανκφούρτης αφούυυυυυυ!» του έκανα παραπονιάρικα.

«Ούτε bacon είχες… ή τουλάχιστον δεν βρήκα στο ψυγείο!» συνέχισε αμείλικτο το κατηγορητήριο.

«Έχω bacon σε κυβάκια στην κατάψυξη!» του είπα. «Είσαι κακός και άδικος νταμποσουλίνος!» συνέχισα θεατρικά και άνοιξα την κατάψυξη.

Ναι, ένα χάος το είχε, να τα λέμε αυτά, για να βρεις το bacon έπρεπε να κάνεις ανασκαφή, να πούμε.

«Έλεγες…» μου είπε όταν με είδε να αδειάζω τη μισή κατάψυξη.

“The rain in Spain!” ξεκίνησα και έφαγα επάξια μια δυνατή σφαλιάρα στα κωλομέρια μου. «Αφού είπαμε δε γράφει κατά το Ρωσικό δίκαιο!» του έκανα παραπονιάρικα

«Δεν έγραψε!» μου απάντησε κοροϊδευτικά, ο άθλιος παλιονταμποσουλίνος ο οποίος κατά τα φαινόμενα ήταν πιο εφευρετικός και από Αμερικάνο δικαστή στο να βρίσκει loopholes.

«ΧΡΜΦ!» του έκανα. «Σου απαγορεύω να βρίσκεις παραθυράκια στην Ρωσική νομοθεσία!»

«Μωρ’ τι μας λες;» μου είπε, και άρπαξα ακόμα μία.

«Διαμαρτύρομαι εντόνως!» συνέχισα το θέατρο.

«Να βγεις παραπονούμενη στην αναφορά!» μου απάντησε χωρίς να χάσει beat, και μου έχωσε και μια τρίτη, γιατί αλίμονο, και μετά επέστρεψε στο τηγάνι.

«Αγροίκε! Βάρβαρε! Ημιάγριε!»

«Όλα αυτά μαζί;» με ρώτησε γελώντας χωρίς να γυρίσει.

«Κι εγώ θα σου κατσικωθώ για να μάθεις!» τον απείλησα και πήγα και τον αγκάλιασα από τη μέση και του έσκασα ένα φιλάκι στο σβέρκο. «Έμαθες;»

«Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως!» μου είπε και του έσκασα και δεύτερο φιλάκι. «Φέρε μου μια σπάτουλα σε παρακαλώ.»

«Αμέσως!»

Γύρισε την ομελέτα με τέχνη, κι εγώ κόλλησα ξανά πίσω του αγκαλιάζοντάς τον. Δυο-τρία λεπτά αργότερα η ομελέτα ήταν έτοιμη, και τον άφησα για να φέρω πιάτα και μαχαιροπίρουνα, καθώς και τις τέσσερις φέτες ψωμί του τοστ και το βούτυρο που μου ζήτησε, τις οποίες, αφού τις άλειψε ελαφρά, τις φρυγάνισε στο τηγάνι που είχε τηγανίσει την ομελέτα.

Φάγαμε την ομελέτα μας και μετά επιστρέψαμε στο σαλόνι. Το πρώτο πρόβλημα της ημέρας ήταν να βγάλει τον Dusty από το laptop στο οποίο είχε θρονιαστεί, το οποίο το έλυσα εγώ χαχανίζοντας. Το δεύτερο πάντως ήταν πιο ζόρικο! Βλέπετε η φύση της δουλειάς μου είναι τέτοια που δεν μπορώ να κάνω home office, οπότε δεν είχα κάποιο γραφείο για να βάλει το laptop του, και όχι τίποτε άλλο εγώ δεν έχω καν τραπεζαρία.

(Όχι ότι δεν υπήρχε χώρος, να πούμε, όταν έμεναν και οι δικοί μου εδώ μια χαρά τραπεζαρία είχε, αλλά την πήραν μαζί τους, κι εγώ δεν έκανα τον κόπο να την αντικαταστήσω, στην τελική δεν ήταν ότι μου χρειαζόταν κιόλας…)

Θα μου πεις είχα το τραπεζάκι του σαλονιού, αλλά αυτό δεν είναι για να δουλέψεις καθισμένος στον καναπέ χωρίς να κινδυνεύεις με σκολίωση.

“Ugh, δεν το σκεφτήκαμε αυτό!» του έκανα, αλλά ο Σαράντης βρήκε τη λύση.

«Να σου πω, μήπως έχεις κανένα πλαστικό τραπέζι στο μπαλκόνι;»

Εντάξει, ήθελε καθάρισμα και αυτό, και η πλαστική καρέκλα που φέραμε μέσα, αλλά μια χαρά έκανε τη δουλειά του.

“Crisis averted!” μου έκανε κλείνοντάς μου το μάτι, “science to the rescue!”

Εγώ από την άλλη, μην έχοντας να κάνω κάτι, και μη θέλοντας να τον ενοχλήσω, κάθισα στον καναπέ για την παρέα, χαζεύοντας στο TikΤοk και στο Insta και τρώγοντας το κρουασάν μου!

Ο Σαράντης, από την άλλη, φορώντας τα γυαλάκια του—και τον είδα πρώτη φορά με δαύτα—είχε βγάλει στο τραπέζι ένα βιβλίο και ένα ντοσιέ, και ένα τετράδιο, και πότε έγραφε στον υπολογιστή, και πότε σημείωνε με μολύβι στο τετράδιο. Συγκεντρωμένος στη δουλειά του και με τα σοφιστικέ του γυαλάκια ήταν ένας γλύκας!

Κάποια στιγμή με πήρε χαμπάρι ότι τον κοιτάω, και έβγαλε το μολύβι από το στόμα. «Τι είναι σουσουραδίτσα;»

«Τίποτα μωρό μου, σε κάνω χάζι!» του είπα χαμογελώντας.

«Σμουτς!» μου έστειλε ένα φιλάκι και μετά γύρισε και πάλι σε αυτό που έγραφε στο laptop του.

Γύρισα κι εγώ στο κινητό μου, ξεκλέβοντας που και που κρυφές ματιές στον συγκεντρωμένο νταμπουσιλόνο σοβαρό κύριο καθηγητή, αλλά τον άφησα στην ησυχία του και, όσο και αν με έτρωγε το κωλαράκι μου, δεν του έκανα ζουζουνιές, για να μη του αποσπάσω τη συγκέντρωση.

Βέβαια, που και που, του έκαναν επίσκεψη στο τραπέζι τα τριχωτά μου καθάρματα, αλλά them da bosses, και μεταξύ μας καλό του έκανε να χαλαρώνει και λίγο παίζοντας μαζί τους.

«Ζήλεια ψώρα!» του είπα με παραπονεμένη φωνή σε μια φάση, όπως χάιδευε αφηρημένος το κεφάλι του Jonesy που του είχε ξαπλώσει σαν πασάς πάνω στο τραπέζι.

«Όποιος ντρέπεται μένει νηστικός!» μου είπε με νόημα.

«Δε χωράω στο τραπέζι!»

«Ίσως, αλλά χωράς δίπλα από το τραπέζι!»

«Δεν έχω άλλη καρέκλα!» του είπα πεισματάρικα.

«Δε χρειάζεται άλλη καρέκλα!» μου έκανε, επίσης με νόημα, και επιτέλους μου έκανε 1+1.

«Μα εγώ δε ζω γονατιστός είμαι της γερακίνας γιος!» ξεκίνησα εκ νέου το μπρατάρισμα.

«Τότε ζήλεια ψώρα!» μου απάντησε, και, δαγκώνοντας και πάλι το μολύβι του, έστρεψε ξανά την προσοχή του στην οθόνη του laptop, συνεχίζοντας να χαϊδεύει, επιδεικτικά αυτή τη φορά, την κεφάλα του Jonesy.

«ΧΡΟΥΜΦ! Μωρ’ τι μας λες; Θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις» είπα δυνατά… από μέσα μου, γιατί η αλήθεια είναι ότι από τη μία μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και από την άλλη καύλωσα απίστευτα.

Τον κοίταξα και πάλι, και νομίζω ότι κατάλαβε ότι τον κοιτάζω, αλλά συνέχισε να με αγνοεί, κάνοντάς με ακόμα πιο… Τούρκαυλη! (ναι, νέα λέξη, τραβάτε κανένα ζόρι;)

Πέντε λεπτά αργότερα και με τα αφτιά κατεβασμένα, πήρα ένα μαξιλάρι και κάθισα γονατιστή δίπλα του. Χωρίς να παίξει καν το βλέφαρό του, με χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι, και αν δεν του ανοίξω το δικό του να μη με λένε Ζωή.

Αν μου είχε κάνει τέτοιο κόλπο ο Φώτης, στην καλύτερη θα είχε φάει το τραπέζι στο κεφάλι. Με το Σαράντη, κάθισα γονατιστή, βράζοντας στο ζουμί μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ο γάιδαρος με άφησε να κάθομαι έτσι μια ολόκληρη ώρα, και όσο περισσότερο φούντωνα, τόσο περισσότερο καύλωνα, και όχι τίποτε άλλο είχα και τους Ρώσους, π’ ανάθεμά τους και δαύτους.

«Διαμαρτύρομαι εντόνως!» του είπα, γιατί θα έσκαγα. Και κάπως χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα και μπουκωμένη από πάνω!

(Και σιγά που δεν το κατάλαβα, χιχιχι! Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι με τρελαίνει η ιδέα της σεξουαλικής χρήσης, αν και αυτό με το γονάτισμα στα καλά καθούμενα, μου είχε καθίσει κάπως στο λαιμό!)

(Πάντως ομολογώ ότι η θέση ήταν πολύ βολική για τη… δουλειά που ήθελε ο παλιονταμποσουλίνος, και όπως δε βιαζόταν κιόλας θα με είχαν πιάσει τα γόνατά μου αν δεν είχα το μαξιλάρι.)

(Και είχε και μαζέψει πράγμα από χθες… δεύτερο πρωινό, λόγο!)

Σηκώθηκε όρθιος και έκανα να σηκωθώ κι εγώ, μέχρι που είδα το βλέμμα του και κάθισα και πάλι στ’ αυγά μου.

Ψάρωσα, όχι μαλακίες.

Και έτσι, με το Σαράντη να κόβει βόλτες στο σαλόνι για να ξεμουδιάσει, εγώ παρέμεινα γονατισμένη στο μαξιλάρι, με τα μισό μου εαυτό να λιώνει και τον άλλο μισό να ωρύεται δυνατά από μέσα του.

«Σουσουράδα;» μου έκανε όλο γλύκα.

«Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, και τα ρέστα!» μουρμούρισα, από τη μια μπρατάροντας, και από την άλλη χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

«Έλα εδώ βρε βάσανο!»

Σηκώθηκα από τη θέση μου και πήγα και πήγα να κάτσω δίπλα του στον καναπέ.

«Αγκαλίτσα με το ζόρι!» μου είπε, και για χαζές ψάχνετε; Ανέβηκα στα γόνατά του με τσαχπινιά και φυσικά κάνοντάς του δήθεν μουτράκια.

«Δε σ’ αγαπάω!» του έκανα πεισμωμένη.

«Καλά, αφού δε μ’ αγαπάς να φύγω!» μου έκανε.

«ΜΗ ΦΥΓΕΙΣ ΝΤΟΡΗ ΜΟΥ, ΘΑ ΦΑΡΜΑΚΩΘΩ!» του έκανα αρπάζοντάς τον, με τόσο δράμα στη φωνή που θα έκανε περήφανη και τη Χέλμη, να πούμε, κάνοντάς τον να βάλει και πάλι τα γέλια.

«Βρε τσίρκο…» μου είπε και χαχανίζοντας ακόμα με έσφιξε στην αγκαλιά του.

«Λίγο μόνο!» του έκανα με τσαχπινιά.

«Λοιπόν, τσίρκουλο!» ξεκίνησε, και ήμουν εγώ που χαχάνισε. «Πήγαινε φόρα μια φόρμα να πάμε σε κανένα σούπερ μάρκετ.»

«Γιατί;»

«Γιατί λέω να σου φτιάξω τσιπούρα αλά Σπετσιώτα!»

«ΑΜΕ!!!!!» του είπα ενθουσιασμένη και μετά το γύρισα και πάλι στο σκέρτσο. «Φιλάκι πρώτα!»

Αυτή τη φορά δε με πήρε στο δούλεμα, με φίλησε κανονικά, και μπράβο του, γιατί αρκετά γυμνάσια μου έκανε σήμερα. Μα πριν το λύσω με τον εαυτό μου, έπρεπε να το λύσω με τον Σαράντη.

«Να σου πω,» του είπα διστακτικά. «Τι ήταν αυτό πριν;»

«Τι κατάλαβες ότι είναι;»

«Δεν… δεν είμαι σίγουρη ότι έχω καταλάβει, γι’ αυτό σε ρωτάω,» επέμεινα με τη σειρά μου. «Μου είπες ότι… ότι δεν θέλεις D/s,» του είπα διστακτικά.

«Δεν ήταν D/s αυτό, σουσουραδίτσα!»

«Μα μου ζήτησες να γονατίσω στα καλά καθούμενα!» του παραπονέθηκα.

«Σου ζήτησα εγώ να γονατίσεις;» με ρώτησε μειδιώντας.

«Μου είπες ότι δε χρειάζεται καρέκλα και όταν σε πείραξα τραγουδώντας εγώ δε ζω γονατιστός μου απάντησες “Τότε ζήλεια ψώρα,”»

«Άρα εσύ είσαι που εξέλαβες το “δε χρειάζεται καρέκλα” ως ότι έπρεπε να γονατίσεις,» συνέχισε με ύφος που έδειχνε ότι το διασκέδαζε απίστευτα, και όσο περισσότερο το διασκέδαζε, τόσο περισσότερο φούντωνε η τσαούσα μέσα μου.

«Και δηλαδή τι; Θα καθόμουν όρθια να κάνω τον φύλακα της προεδρικής φρουράς;» τον ρώτησα έχοντας αρχίσει να αρπάζω.

«Θα μπορούσες να φέρεις καρέκλα,» μου απάντησε στο ίδιο ύφος.

«ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΡΕΚΛΑ!» του απάντησα υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου.

«Ζωή, αν θες να είμαστε φίλοι, δε θέλω φωνές όταν διαφωνούμε,» μου είπε ήρεμα μεν, αυστηρά δε, κόβοντάς μου τα γόνατα.

«Συγνώμη!» του είπα νιώθοντας άσχημα. «Συγνώμη Σαράντη μου…»

«Θερμά σε παρακαλώ να μην επαναληφθεί,» μου είπε.

«Δε θα επαναληφθεί» του είπα χαμηλώνοντας τα μάτια μου, και ένιωσα τα χέρια του στο σαγόνι μου.

«Στα μάτια να με κοιτάς!»

«Συγνώμη Σαράντη μου,» του είπα τελείως μετανιωμένη. «Δε θα επαναληφθεί.»

Με κοίταξε για μερικές στιγμές και από τις τύψεις μου ένιωσα η ματιά του να με θερίζει, αλλά κατόρθωσα να μη χαμηλώσω τα μάτια μου.

«Και για να πάμε πίσω στην κουβέντα που κάναμε, σου είπα δε χρειάζεται καρέκλα, δε σου είπα μη φέρεις καρέκλα.»

Και ένιωσα ακόμα περισσότερο μαλάκας.

“Point is, εσύ υπέθεσες ότι σου ζήτησα να γονατίσεις.»

«Δίκιο έχεις,» μουρμούρισα και χαμογέλασε και πάλι.

“That been said, μ’ άρεσε ο τρόπος που σκέφτηκες,» συνέχισε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

«Άρα…» ξεκίνησα να λέω, και σταμάτησα.

«ΑΕΚάρα!» μου απάντησε. «Δεν ήταν D/s αυτό, Ζωή. Ήταν παιχνίδι χωρίς προετοιμασία, ήθελα να δω πως θα αντιδράσεις.»

«Όχι καλά…» μουρμούρισα και πάλι.

«Μια χαρά αντέδρασες, εκεί πάει στο ότι μου άρεσε ο τρόπος που σκέφτηκες. Στο μετά… ναι, δεν αντέδρασες καλά.»

Δεν απάντησα, το βλέμμα μου χαμήλωσε και πάλι από μόνο του, και ο Σαράντης και πάλι μου σήκωσε το κεφάλι για να τον βλέπω.

«Ξέρεις πότε γίνεται D/s?»

«Όταν… όταν δεν μπορείς αλλιώς;» τον ρώτησα διστακτικά.

«Όταν δεν θέλεις αλλιώς,» μου είπε τονίζοντας το ρήμα. «Λοιπόν, άντε τώρα ν’ αλλάξεις.»

«Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ;» τον ρώτησα και αυτή τη φορά δεν ήταν παιχνίδι… είχα ανάγκη να το ακούσω.

«Πολύ-πολύ-πολύ, μακαρόνια με τυρί!» μου απάντησε παιχνιδιάρικα και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό μου.

Και όπως σηκώθηκα να πάω να αλλάξω εισέπραξα και άλλη μία στο αριστερό μου κωλομέρι, και είπα και ευχαριστώ!

Πέντε λεπτά αργότερα ήμουν έτοιμη και όταν επέστρεψα στο σαλόνι καθίσαμε με τον Σαράντη και κάναμε λίστα για το τι θα ψωνίσουμε, και εννοείται πέρα από τα ψάρια.

«Θέλω κάθε πρωί να πίνεις μια πορτοκαλάδα και να τρως ένα τοστάκι,» μου δήλωσε.

«Δεν είμαι fan του πρωινού!»

«Μια χαρά το τρως το πρωϊνό όταν στο φτιάχνω.»

«Σαράντη μου… το τρώω επειδή το φτιάχνεις, όχι επειδή πραγματικά πεινάω το πρωί.»

«Θα το φτιάχνεις εσύ και θα σκέφτεσαι ότι είναι σα να στο έφτιαξα εγώ,» επέμεινε. «Ένα τοστάκι και μια πορτοκαλάδα.»

«Εντάξει,» του είπα υποχωρώντας. «Σημειώνω λοιπόν και πορτοκάλια για το πρωινό.»

Τελικά στη λίστα, εκτός των πορτοκαλιών, προστέθηκαν μπύρες, zero που του αρέσει καθώς εγώ δεν είμαι ιδιαίτερα fan των αναψυκτικών, και ντομάτες και αυγά γιατί μου τελείωναν.

Στο Θανόπουλο πήγαμε με τα πόδια καθώς και κοντά ήταν και τα ψώνια δεν ήταν και πολλά. Στο ιχθυοπωλείο μας περίμενε και μια ευχάριστη έκπληξη, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Σαράντη: είχε ξιφία.

«Σου έταξα τσιπούρα, αλλά ο ξιφίας είναι ακόμα καλύτερος αλά Σπετσιώτα!» μου είπε με ενθουσιασμό.

“You da cook!” του απάντησα χαμογελώντας με τον ενθουσιασμό του. “And da boss!” βιάστηκα να συμπληρώσω, προκαλώντας του ένα γελάκι.

Το τσίρκο ωστόσο έγινε στο ταμείο, όταν πήγαμε και οι δύο να πληρώσουμε.

«Όχι!» του είπα και πήγα να δώσω την κάρτα μου στην ταμία.

«Ρε κάτ’ς κατ!» μου είπε ο Σαράντης και μου κατέβασε το χέρι.

«Έχουμε ισότητα, κύριε!»

«Μη μου κάνεις εμένα τη Σουφραζέτα!» μου απάντησε ενώ η ταμίας προσπαθούσε με το ζόρι να κρατηθεί σοβαρή.

«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΥΦΡΑΖ!» του έκανα εμφατικά! «Πείτε του κι εσείς!» είπα στην ταμία.

«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΥΦΡΑΖ!» του είπε η ταμίας χαχανίζοντας.

Αλλά ο Σαράντης δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. «Εγώ θα πληρώσω, εσύ είσαι πτωχή πλην τίμια, και θα υποκύψεις στις ακόλαστες ορέξεις μου!» μας πέταξε, προκαλώντας ένα δυνατό ροχαλητό στην ταμία.

«Αν είμαι τίμια ΔΕN θα υποκύψω στις ακόλαστες ορέξεις σου!»

«Θα το κάνεις για τα τέσσερα παιδιά σου!» συνέχισε το χαβά του, και κάπου εκεί σταμάτησε το τσίρκο γιατί ήρθε και κόσμος από πίσω μας και δε θα πήγαινε καλά.

«ΠΟΤΑΠΕ!» του έκανα για την τιμή των όπλων, κερδίζοντας το γέλιο και του μπάρμπα που ήταν ο επόμενος.

Πού να πάμε μαζί και λαϊκή… στις εφημερίδες θα μας γράψουν!



20. Ιστορία μου, αμαρτία μου

Επιστρέφοντας από τον Θανόπουλο, και ως κλασσική ό,τι θυμάμαι χαίρομαι, θυμήθηκα το σκουλαρίκι για τον αφαλό που είχα αφήσει στο κοσμηματοπωλείο.

«Σαράντη μου, να περάσουμε και από το κοσμηματοπωλείο να πάρω το σκουλαρίκι μου;»

«Γιατί δεν σταματήσαμε πριν βρε βάσανο;» με ρώτησε σηκώνοντας με απόγνωση τα δυο του χέρια που ήταν φορτωμένα με σακούλες.

«Τι πλάκα θα είχε έτσι;» του απάντησα αναιδέστατα, και όπως ήμασταν στο δρόμο και ήταν φορτωμένος με τις σακούλες, δεν κινδύνευα να αρπάξω καμιά στα μεριά. «Και σου υπενθυμίζω το Ρωσικό δίκαιο!»

«Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι!» μου απάντησε ροχαλίζοντας.

«Ζόρικος τούτος δω!» του έκανα αντιγράφοντας το Μίκι από τους The Kopanoi.

«Ποιος ήρθε;»

«ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΕΙ ΤΟ THE KOPANOI????» τον ρώτησα με απορία.

«Θα έπρεπε;» με ρώτησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρός.

«Ω ΘΕΟΙ!!!!!!!!» του είπα σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας.

«Οκ, όταν πάμε σπίτι θα σου ζητήσω γονυπετής συγνώμη!»

«Διά υπεργολάβου;» του έκανα χαχανίζοντας.

«Περιμένεις απάντηση, νεαρά;»

«Θεός φυλάξοι πολυχρονεμένε μου Αφέντη!» του απάντησα θεατρικά, κάνοντάς τον να του φύγει και πάλι ένα ροχαλητό.

Όταν φτάσαμε στο κοσμηματοπωλείο τον άφησα να περιμένει απ’ έξω αλλά ευτυχώς δεν πήρε ώρα και δύο λεπτά αργότερα επέστρεψα με το σκουλαρίκι μου στο κουτάκι του. Πήραμε το δρόμο για το σπίτι και εκεί κάναμε άλλη μια στάση, στην καφετέρια αυτή τη φορά, για να πάρουμε και δεύτερο καφέ.

Και με το που φτάσαμε σπίτι τρακάραμε στον courier την ώρα που μου χτυπούσε το κουδούνι—μιλάμε από timing σκίσαμε!

«Εγώ είμαι η Ζωή Αγγελή!» του είπα, και έβγαλα και από το τσαντάκι μου την ταυτότητά μου.

«Θαυμάσια!» μου απάντησε. «Έχω ένα δέμα για εσάς!» μου έκανε και μου το έδωσε. «Παρακαλώ υπογράψτε εδώ ότι το παραλάβατε,» μου είπε και μου έδωσε το φορητό του μπλιμπλίκι για να υπογράψω.

Και από το όνομα του αποστολέα—“Φώτης Συμεωνίδης”—δεν υπήρχε αμφιβολία τι περιείχε το πακέτο: η Ιστορία της Ζ.

Ο Σαράντης με είδε που ταράχτηκα αλλά δεν είπε τίποτα. Και δεν ήταν γαμώτο ότι σκόπευα να κρατήσω κρυφή την ύπαρξη του τετραδίου, αλλά ήθελα λίγο χρόνο ακόμα.

Μάλωσα τον εαυτό μου: Εδώ ο Σαράντης πήρε το ρίσκο να μου γνωρίσει την κόρη του, τι τετράδια και μαλακίες και ιστορίες για αγρίους; Γιατί όσο σημαντικό και αν ήταν για μένα αυτό το τετράδιο, η σημαντικότητά του ωχριούσε μπροστά σε αυτήν της Μελίνας.

Ανεβήκαμε στο διαμέρισμά μου και πήγαμε στην κουζίνα να αδειάσουμε τα πράγματα.

«Σαράντη μου;» τον ρώτησα διστακτικά αλλά με έκοψε.

«Όχι τώρα, σουσουραδίτσα μου!» μου απάντησε τρυφερά. «Εικάζω ότι ταράχτηκες επειδή σου έστειλε κάτι ο Φώτης.»

Δεν του απάντησα, και το βλέμμα μου καρφώθηκε και πάλι στο πάτωμα. Και όπως κάθε φορά που το έκανα αυτό, ένιωσα το δάχτυλό του κάτω από το σαγόνι μου, και αυτή τη φορά χρειάστηκε να πιέσει δυνατά για να σηκώσω το βλέμμα μου πάνω του.

«Ζωή, δεν ξέρω τι είναι αυτό που σου έστειλε, αλλά για να ταραχτείς έτσι συμπεραίνω ότι εσύ ξέρεις.»

«Ξέρω,» του μουρμούρισα. «Μου… μου είχε πει ότι θα μου το στείλει, γιατί… γιατί δεν ήθελε να το κρατήσει.»

«Ό,τι και αν είναι, εικάζω ότι αφορά το παρελθόν σου,» συνέχισε μιλώντας ήρεμα.

«Είναι ένα τετράδιο,» του είπα, χωρίς να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. «Αλλά…» ξεκίνησα να συνεχίσω και με έκοψε και πάλι.

«Το παρελθόν είναι παρελθόν, Ζωή. Και ό,τι και αν είναι, είναι μέρος αυτού που είσαι, είναι κομμάτι του εαυτού σου.»

Χαμήλωσα στιγμιαία το βλέμμα μου και μετά το σήκωσα ξανά, αλλά δεν απάντησα.

«Θυμάσαι τι σου είχα πει στο πρώτο μας ραντεβού;» με ρώτησε και απάντησε εκείνος για μένα «Είμαστε το άθροισμα του παρελθόντος μας.»

«Σαράντη…» του είπα και πάλι διστακτικά, και αυτή τη φορά δε με έκοψε. «Δεν… δεν είναι κάτι για το οποίο ντρέπομαι…» του είπα αναστενάζοντας. «Είναι… είναι απλά κάτι βαθύτατα προσωπικό… και… και δεν ήμουν έτοιμη.»

«Ανάσα!» μου είπε τρυφερά.

«Δεν… δεν είναι ότι ήθελα να το κρύψω…» του είπα με σπασμένη φωνή. «Δε θέλω να νομίζεις ότι υπάρχουν πράγματα που θέλω να σου κρύψω!» μου είπε, και πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για μένα, τα μάτια μου θόλωσαν.

«Ηρέμισε κοριτσάκι μου,» μου έκανε καθησυχαστικά και με αγκάλιασε και με έσφιξε πάνω του. «Δύο εβδομάδες είμαστε μαζί, προφανώς και υπάρχουν πράγματα που για τον ένα λόγο ή τον άλλον δεν τα έχουμε πει ο ένας στον άλλον.»

Ρούφηξα τη μύτη μου και τον κοίταξα αβέβαιη.

«Δε χτίστηκε σε μια μέρα η Ρώμη, καρδούλα μου,» συνέχισε τρυφερά σκουπίζοντας ένα δάκρυ που είχε τρέξει. «Και αν μη τι άλλο, ο τρόπος που αντιδράς… με κάνει να αισθάνομαι πιο ήσυχος.»

«Μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ;» τον ρώτησα έχοντας ανάγκη και πάλι να το ακούσω.

«Πολύ-πολύ-πολύ, σουσουραδίτσα μου» μου έκανε δίνοντάς μου ένα τρυφερό και απαλό φιλάκι στα χείλη. «Χωρίς να δώσεις περισσότερες λεπτομέρειες μέχρι να νιώσεις έτοιμη, θες να μου πεις σε γενικές γραμμές τι έχει αυτό το τετράδιο;»

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. «Προσωπικές… πολύ προσωπικές στιγμές μεταξύ εμένα και του Φώτη…»

«Μάλιστα,» μου απάντησε. «Αν είναι αυτό που φαντάζομαι… θα ήταν το καλύτερο δώρο γενεθλίων να μου το δώσεις να το διαβάσω, αν με ρωτάς!» μου είπε πονηρά, ελαφραίνοντας την ατμόσφαιρα.

«Αυτό που φαντάζεσαι είναι,» του απάντησα χαμογελώντας διστακτικά.

«Τούτου λεχθέντος… είναι δικό σου Ζωή,» μου είπε χωρίς να συμπληρώσει κάτι άλλο.

«Πότε έχεις τα γενέθλιά σου είπαμε;» τον ρώτησα προσπαθώντας να ξαλαφρώσω περισσότερο την ατμόσφαιρα.

Και εκεί συνειδητοποιήσαμε και οι δυο ότι δεν είχαμε πει ο ένας στον άλλον πότε είχαμε γενέθλια.

«Point in case, δε σου έχω πει!» μου είπε βάζοντας τα γέλια. «Τριάντα Ιούλη, οπότε έχεις ακόμα χρόνο να το σκεφτείς!»

«Και μένα καλοκαίρι είναι τα γενέθλιά μου!» του είπα ενθουσιασμένη. «Εμένα είναι τρεις του Ιούνη!»

«Κανονικά το καλοκαίρι ξεκινάει μετά το θερινό ηλιοστάσιο!»

«Μη μου κάνεις εμένα τον επιστήμονα!» του είπα αυθάδικα.

«Εχμ… νομίζω ότι θα σου γκρεμίσω τον κόσμο,» ξεκίνησε κοροϊδευτικά, «αλλά είμαι επιστήμονας!»

«Ουδείς τέλειος!» του είπα κάνοντάς του ένα ping στη μύτη, ξαλαφρωμένη τελείως και με τη διάθεσή μου να έχει επιστρέψει.

Καλά το λένε, δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο… και ο Σαράντης μου τον είχε με το τσουβάλι!

«Ναι, αλλά είδες πόσο γρήγορα λύθηκε η κρίση;» μου έκανε πειρακτικά. «Τι τα κουβαλάμε τα γαλόνια, κουραμπιέδες ξεσκονίζουμε;»

“You are the bestest evererst!” τον διαβεβαίωσα. «Λοιπόν, αρκετά σουρτούκεψες, έλα να βλέπω χαρωπή νοικοκυρά!» τον τσίγκλησα προσδοκώντας να μου χώσει μια στα κωλομέρια.

ΚΑΙ ΜΕ ΑΦΗΣΕ ΣΤΑ ΚΡΥΑ ΤΟΥ ΛΟΥΤΡΟΥ, Ο ΣΑΔΙΣΤΑΡΟΣ!

Και μετά έφαγα ένα raspberry στη μούρη όλο δικό μου. «Δεν το περίμενες ε;»

«ΤΕΤΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ!» του έκανα δήθεν μουτρωμένη και σκουπίστηκα πάνω του, για να μάθει!

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΩΡΙΣ ΣΦΑΛΙΑΡΑ ΣΤΑ ΜΕΡΙΑ!

«Για να σου πω!!!» του έκανα απειλητικά! «Τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;»

Και το κάθαρμα συνέχισε να με κοιτά προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο του, οπότε έβαλα τα μεγάλα μέσα.

«Ζήτα αμέσως συγνώμη!» του είπα, παίρνοντας από μόνη μου υπεργολαβία το γονάτισμα, και αυτή τη φορά δεν κρατήθηκε, έβαλε τα γέλια.

«Είσαι μορφή ρε μούτρο!» μου έκανε βοηθώντας με να σηκωθώ. «Λοιπόν, μη χαζολογάμε, άσε σε παρακαλώ τρεις ντομάτες έξω και βάλε τα υπόλοιπα στο ψυγείο!»

«Φιλάκι πρώτα!» του είπα και τον σβέρκωσα.

Και σκύβοντας να βάλω τις ντομάτες στο ψυγείο μου έδωσε μια στα μεριά που χοροπήδησα.

Και με τους τριχωτούς μου ζήτουλες να μπλέκοντας στα πόδια μας ξεκινήσαμε την προετοιμασία του φαγητού (δηλαδή ο Σαράντης, εγώ αρκέστηκα στην παρακολούθηση slash ψυχολογική συμπαράσταση) η οποία τελικά δεν ήταν και κάτι το φοβερό, το πιο φασαριόζικο πράγμα ήταν το καθάρισμα των πατατών.

«Να σου πω,» μου έκανε μειδιώντας, βλέποντάς με να παλεύω με το θηρίο. «Να τις καθαρίσω εγώ, μπας και φάμε σήμερα;»

«Τι υπονοείς Γιάγκο Δράκο;»

«Εχμ, δεν υπονοώ, το λέω ευθέως!» μου απάντησε και μου έκανε μια γρήγορη επίδειξη. Ναι, σε σύγκριση με την ταχύτητα με την οποία καθάρισε την πατάτα, η δική μου έφερνε περισσότερο σε τετραπληγική χελώνα με κρίση ισχιαλγίας. Στην ανηφόρα.

«Νιώθω άσχημα!» του είπα με παραπονεμένη φατσούλα και δεν ήταν σκέρτσο, το εννοούσα.

«Θα νιώσεις καλύτερα όταν φάμε,» μου είπε χωρίς να δώσει συνέχεια, πιάνοντας και την επόμενη πατάτα και καθαρίζοντάς την εν ριπή οφθαλμού.

Βάλαμε με τα πολλά τα ψάρια στο φούρνο, και επιστρέψαμε στο σαλόνι όλη η πεντάδα, τρεις εκ των οποίων με σοβαρά παράπονα για την προκλητική μας αδιαφορία στα παρακάλια τους για τράκα ψάρι.

«Έχε το νου σου στο φαγητό,» μου έκανε ο Σαράντης και επέστρεψε στο laptop για να συνεχίσει ό,τι έκανε. Έβαλα υπενθύμιση στα τριάντα λεπτά, και μετά θυμήθηκα το πακέτο που είχα αφήσει στην κουζίνα.

Επέστρεψα ξανά στην κουζίνα και αναστενάζοντας άνοιξα το πακέτο με το μπλε τετράδιο, το οποίο ήταν σχεδόν γεμάτο με τα γράμματά μου, και το φυλλομέτρησα αφηρημένα. Αν δε μου είχε έρθει χθες το βράδυ η περίοδος, θα είχα περάσει κάμποση ώρα στο κρεβάτι… μπουκωμένη με το Σαράντη να βλέπει φωτογραφίες και βίντεο.

(Ή τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει ότι εννοούσε!)

Και το αστείο είναι ότι το να του δώσω το τετράδιο, σεξουαλικά τουλάχιστον, με ερέθιζε πιο πολύ από το να του δείξω τα videos. Ήταν… ήταν πιο βαθύ, πιο προσωπικό…

Παράδοση. Με κάποιο τρόπο ήταν παράδοση, πιο πλήρης από το να δει απλές φωτογραφίες και βίντεο. Σαν… σαν να του έλεγα “Ναι… δεν έχω τίποτα δικό μου… όλα όσα είμαι, όλα όσα έχω είναι δικά σου…”

Πού να ήθελα δηλαδή και D/s.

Και εντάξει, δεν πετούσα στα σύννεφα, φαντασίωση ήταν, όχι πραγματική μου ανάγκη, αλλά από την άλλη… δεν μπορούσα να ξεχάσω πως με έκανε να νιώσω αυτό το “Είσαι δική μου,” και μπορεί να ήταν στην καύλα του παιχνιδιού, αλλά μέσα σε αυτά τα πλαίσια το “Είμαι δική σου,” έκανε τη βρύση να τρέχει.

Και εκεί πήρα την απόφασή μου· δε θα περίμενα τα γενέθλιά του για να του δείξω το τετράδιο, και αυτό με έκανε να χαλαρώσω και πάλι.

Γύρισα στο σαλόνι και χαμογέλασα με την εικόνα. Ο Σαράντης, με το μολύβι οριζόντια στο στόμα του, έξυνε αφηρημένος το κεφάλι του με το αριστερό του χέρι σουφρώνοντας ταυτόχρονα τη μύτη του. Δεν ήθελα να τον διακόψω, αλλά θα έσκαγα άμα δεν το έκανα, οπότε πήγα δίπλα του και ο γύρισε προς το μέρος μου, βγάζοντας το μολύβι από το στόμα του.

«Δε χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι τα γενέθλιά σου,» του είπα αφήνοντας το τετράδιο στο τραπέζι.

«Ζωή, δε χρειάζεται…» ξεκίνησε να λέει και τον διέκοψα.

«Στο δίνω να το διαβάσεις γιατί το θέλω η ίδια,» του είπα τονίζοντας τις λέξεις.

Σηκώθηκε από τη θέση του και με πήρε από το χέρι και πήγαμε και έκατσε στον καναπέ και μου χτύπησε τα πόδια του δείχνοντάς μου ότι θέλει να ανεβώ πάνω του.

«Γιατί;» με ρώτησε αφού βολεύτηκα.

«Γιατί είναι κάτι βαθύτατα προσωπικό,» του απάντησα χωρίς δισταγμό. «Γιατί ξέρω—ή, τουλάχιστον—ελπίζω ότι θα το απολαύσεις.»

«Και…;» με ρώτησε.

«Και…» (παύση) «Και γιατί… γιατί ελπίζω να το απολαύσουμε μαζί!»

«Το μόνο σίγουρο,» μου είπε χαμογελώντας. «Αλλά θα επιμείνω. Γιατί;»

«Δεν ξέρω πως να στο πω χωρίς να ακουστεί λάθος,» του είπα διστακτικά.

«Προσπάθησε, σε παρακαλώ.»

Έγνεψα καταφατικά και πήρα βαθιά ανάσα προσπαθώντας να βρω τις λέξεις. «Γιατί μου το βγάζεις, Σαράντη με τρόπο που…» είπα και σταμάτησα και πάλι χάνοντας τον ειρμό των σκέψεων μου. «Το τετράδιο αυτό… το να το διαβάσεις… Είναι ξεγύμνωμα σε σώμα και ψυχή.»

Μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά και μου έγνεψε να συνεχίσω.

«Δεν… δεν είναι εικόνες. Είναι… είναι καταγεγραμμένες σκέψεις… συναισθήματα… αισθήσεις… επιθυμίες… φαντασιώσεις… Ωμές… αφιλτράριστες. Γιατί… γιατί μου είπες… γιατί μου είπες “Είσαι δική μου.”»

Η ματιά μου είχε χαμηλώσει από μόνη της αλλά αυτή τη φορά σήκωσα το βλέμμα μου χωρίς να χρειαστεί να το κάνει για μένα ο Σαράντης.

«Και στο βαθμό… στο βαθμό που μπορώ ως Ζωή να είμαι δική σου…» του είπα κοιτάζοντάς τον στα μάτια «Θέλω… θέλω να είμαι δική σου.»

«Εντάξει,» μου είπε απλά και μου χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. «Απλά ήθελα να σιγουρευτώ ότι δεν το κάνεις επειδή νιώθεις ότι πρέπει να το κάνεις. Αυτό… τίποτα περισσότερο.»

«Θέλω να το κάνω,» του είπα κοιτάζοντάς τον σταθερά.

«Θα κάνουμε κάτι καλύτερο,» μου είπε. «Θα μου το διαβάσεις εσύ… κομμάτι-κομμάτι.»

«Γιατί;» ήταν η σειρά μου να τον ρωτήσω.

«Γιατί… γιατί μπορώ να αποζητώ την παράδοση μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια… αλλά μέσα σε αυτά θέλω να είναι απόλυτη,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Χαμογελώντας, του έγνεψα καταφατικά.

“You da boss!” του είπα, και δίνοντάς του ένα φιλάκι σηκώθηκα για να τον αφήσω να επιστρέψει στη δουλειά του, ενώ εγώ πήρα και πάλι το κινητό μου να χαζέψω στα internets.

Μισή ώρα αργότερα χτύπησε και το alarm ότι το φαγητό ήταν έτοιμο.

«Εντάξει φαίνεται!» είπε ανοίγοντας το φούρνο. «Πεινάς; Θες να φάμε τώρα; Έχω λίγη δουλειά ακόμα και μετά το φαγητό δεν μπορώ να συγκεντρωθώ εύκολα.»

«Όχι, τέλειωσε τη δουλειά σου, μπορώ να περιμένω,» τον διαβεβαίωσα και έτσι επιστρέψαμε και πάλι στο σαλόνι.

«Θα προσπαθήσω να μην αργήσω. Τι θα κάνεις εσύ;»

«Θα ψάξω να σου βρω ιστορία να σου διαβάσω αργότερα… αν θέλεις δηλαδή!» του είπα, νιώθοντας και πάλι αυτό το μείγμα καύλας και ντροπής.

«Θέλω!» μου απάντησε με τα μάτια του να αστράφτουν.

«Με τι προτιμάς να αρχίσουμε; Περιγραφή ή φαντασίωση;»

“Surprise me!”

«Εντάξει!» του απάντησα χαμογελαστή και παίρνοντας το τετράδιο επέστρεψα στον καναπέ.

Από τη στιγμή που αποφάσισα να του δείξω το τετράδιο στη θεωρία δεν είχε ιδιαίτερη σημασία αν θα ήταν διήγηση ή φαντασίωση. Στην πράξη, ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Αν ήταν διήγηση, θα διέγειρε περισσότερο αυτή την αίσθηση ξεγυμνώματος που τόσο με ερέθιζε. Από την άλλη, πάλι, οι φαντασιώσεις μου ήταν και πιο πλούσιες περιγραφικά και φυσικά, ως τέτοιες, αρκετά πιο… προχωρημένες από αυτά που πραγματικά κάναμε.

Η αγαπημένη μου φαντασίωση ήταν, και είναι, σεξουαλική χρήση από έναν ή περισσότερους άνδρες. Η δεύτερη πιο αγαπημένη είναι εξαναγκασμός σε σεξ—κάποιες από τις οποίες περιλάμβαναν και βιασμό, ακόμα και ομαδικό–και οι πιο πολλές από τις φανταστικές ιστορίες ήταν συνδυασμός τους. Η τρίτη κατηγορία, η «πληρωμή σε είδος,» ήταν και η αγαπημένη του Φώτη.

Η μακράν πιο αγαπημένη του, ωστόσο, δεν ανήκε σε καμία από αυτές τις κατηγορίες: ήταν μια ιστορία που αφορούσε τον Κυριάκο, τον ξάδερφο με τον οποίο είχα το εφηβικό μου crush. Και, μεταξύ μας, αυτή είναι και μια και από τις δικές μου πιο αγαπημένες φαντασιώσεις, και ας μην έχει καμία σχέση με τις τρεις κατηγορίες που ανέφερα πιο πάνω.

Και το ανομολόγητό μου μυστικό, που δεν έχω τολμήσει να πω ούτε καν στην Ελένη, είναι πως είναι μια από τις αγαπημένες μου όταν καταφεύγω σε εργόχειρο, και πως να μην είναι; Οι ενοχές μου χτυπάνε tilt με δαύτη, και μαζί τους και οι καύλες μου.

(Και, ναι, υπάρχουν πράγματα που δεν τα ξέρει ούτε η Ελένη. Μπορεί να ξέρει για το τετράδιο, μπορεί να ξέρει σε γενικές γραμμές τις φαντασιώσεις μου, αλλά αυτή τη συγκεκριμένη την ήξερε μόνο ο Φώτης, και ακόμα και αυτός δεν ήξερε ότι ήταν προσωπική μου φαντασίωση, πίστευε ότι την είχα γράψει κατά παραγγελία, όπως κάμποσες άλλες.)

Yup, το “αθώο εφηβικό” μου crush πήγαινε πολύ βαθύτερα, ήταν ανομολόγητη φαντασίωση· το ξέραμε μόνο εγώ και ο Θεός—και δεν πιστεύω στο Θεό.

Και το αστείο είναι ότι αυτή η φαντασίωση γεννήθηκε χρόνια αργότερα, όταν το crush ήταν πια αρχαία ιστορία. Και στη φαντασίωσή μου, αυτή που έχω καταγράψει και στην Ιστορία της Ζ, είμαι εκεί, γύρω στα δεκαπέντε, όταν ο Κυριάκος ήταν περίπου στην ηλικία μου.

Περίεργο πράγμα ο ανθρώπινος νους, καλά το λένε. Εννοώ… ότι ενώ ως ενήλικη Ζωή και μόνο στη σκέψη του να κάνω τέτοια πράγματα με τον Κυριάκο ανατριχιάζω, αν με φέρω στα μάτια της φαντασίας μου σε εκείνη την ηλικία… γίνεται της Βενετίας το κάγκελο.

Ναι, δε θα ξεκινούσα με αυτή την ιστορία. Αν… αν όλα πάνε… αν όλα πάνε κατ’ ευχή, θα γίνει ο πρώτος που θα μάθει την αλήθεια. Πλήρη παράδοση ζήτησε, πλήρη παράδοση θα έχει.

Αλλά όχι σήμερα, όπως είπε και ο ίδιος η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα.

«Πού ταξιδεύεις εσύ;» με ρώτησε ο Σαράντης βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου και ξαφνιάστηκα τόσο πολύ που σχεδόν χοροπήδησα στον καναπέ, σαν τα τριχωτά μου καθάρματα όταν τρομάζουν.

(Well, και οι ομοιότητές μου δεν σταματούσαν εκεί—σύμφωνα με τον περίγυρό μου τουλάχιστον. Όλοι, από μικρή, μου έλεγαν ότι τους θυμίζω γάτα, όχι μόνο στο βλέμμα αλλά στον τρόπο που κινούμαι.)

«Στο αμαρτωλό μου παρελθόν…» του απάντησα ρίχνοντάς το στον χαβαλέ.

«Του τετραδίου;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με προσεκτικά.

«Του τετραδίου…και όχι μόνο,» του απάντησα ουδέτερα.

«Αλλά αν μου πεις θα πρέπει να με σκοτώσεις;» επέμεινε, προσπαθώντας να ελαφρύνει την διάθεσή μου.

(Είναι απίστευτος στον τρόπο που με διαβάζει, κάτι που ταυτόχρονα με σαγηνεύει και από την άλλη με τρομάζει!)

«Όχι, προτιμώ τα θύματά μου ζωντανά, είναι πιο απολαυστικό έτσι!» του απάντησα προσπαθώντας να αστειευτώ.

Σηκώθηκε από το τραπέζι, έκλεισε το καπάκι του λάπτοπ και τεντώθηκε για να ξεπιαστεί. «Πείνασα,» μου είπε αλλάζοντας κουβέντα.

«Ναι, μια πείνα την κάνει!» του είπα χαμογελώντας και σηκώθηκα από τον καναπέ. «Πάμε να σε ταΐσω Κύρη και Αφέντη μου!» συνέχισα ρίχνοντάς το ακόμα περισσότερο στο χαβαλέ.

«Πήρα προαγωγή από δούλα και κυρά; So proud!» μου απάντησε κάνοντάς με να χαχανίσω.

Πειράζοντας ο ένας τον άλλον πήγαμε στην κουζίνα, και υπενθυμίζοντάς του να ξεχάσει τα whodaboss-ικά που ξέρει να καθίσει το κωλαράκι του κάτω να τον περιποιθώ.

«Νομίζω ότι το να τα θυμηθώ ταιριάζει καλύτερα εδώ!» μου είπε ρίχνοντάς μου προς επίρρωση μία στο αριστερό κωλομέρι.

Ένα δίκιο τό ‘χε!

Και κάπως έτσι ως καλή και υπάκουη—και προτίστως ταπεινή—σκλαβα της κακιάς ώρας, σέρβιρα στον Κύρη και Αφέντη μου το φαγητό που είχε μαγειρέψει με τα ίδια του τα χεράκια σαν καλή νοικοκυρά που ήταν!

Ή είμαστε εικονοκλάστες ή δεν είμαστε!

Μετά το φαγητό, και μιας και είχαν αρχίσει και πάλι οι πόνοι—και ήταν και δυνατοί, τρομάρα τους—επιστρέψαμε στο σαλόνι, και όπως και χθες το βράδυ ξάπλωσα σκεπασμένη με το κουβερτάκι, ακουμπώντας το κεφάλι μου στο δεξί προσκέφαλο του καναπέ, βάζοντας τα πόδια μου πάνω στο Σαράντη.

Μόνο που αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να μου φέρει θερμοφόρα, γιατί η Bella χώθηκε κάτω από το σκέπασμα και θρονιάστηκε σαν πασάς στα Γιάννενα, ακριβώς πάνω στο κατάλληλο σημείο.

«Πώς πήγε η δουλειά;» τον ρώτησα.

«Δεν έχω τελειώσει ακόμα, θα συνεχίσω το απόγευμα!» μου είπε. «Απλά μετά το φαγητό και για καμιά ώρα… με πιάνει υπνηλία και δεν την παλεύω!»

«Και γιατί δεν πάμε μέσα χριστιανέ μου;» τον ρώτησα απορημένη.

«Γιατί αν ξαπλώσω και χουχουλιάσω… δε με βλέπω να σηκώνομαι να συνεχίσω!» μου απάντησε, και έφερε το χέρι του μπροστά στο στόμα του για να πνίξει ένα χασμουρητό.

«Ακόμα καλύτερα!» του έκανα παιχνιδιάρικα. «Και θα με πάρεις και αγκαλίτσα, αυτό που το πας; ε; ε; ε;»

«Έλα μου ντε!» μου απάντησε χαμογελώντας με τα καμώματά μου. «Αλλά δεν το λυπάσαι το κορίτσι που θα το ξεβολέψεις;»

«Γιατί, νομίζεις ότι θα ντραπεί να χωθεί κάτω από το πάπλωμα;»

“Ok, I concede!” μου απάντησε. «Να κάτσουμε λίγο εδώ να κατακάτσει το φαγητό, και πάμε μέσα!»

“Deal!” του απάντησα με ενθουσιασμό. «Και θέλω και ιστοριούλα!» συνέχισα. «Δική σου, όχι του Μιχάλη!»

«Εγώ δεν έχω ενδιαφέρουσες ιστορίες όπως αυτές του Μιχάλη,» μου απάντησε γελώντας.

«Δε μπορεί, αγοράκι ήσουν, όλο και κάποια καφρίλα θα έκανες!» επέμεινα.

«Βρήκες άνθρωπο!» μου είπε γελώντας πιο δυνατά αυτή τη φορά. «Η μεγαλύτερή μου αλητεία σε όλα τα εφηβικά μου χρόνια ήταν να κάνω ροκέ σε σαχ χωρίς να το πάρει χαμπάρι η Ηρώ!»

«Μην αρχίζεις να μου μιλάς με κωδικούς, εγώ είμαι από χωριό!»

«Σάμπως και έπιασε; Ως συνήθως με λιάνισε και σε εκείνη την παρτίδα,» μου είπε αναστενάζοντας.

«Καλά, δεν την κέρδιζες ποτέ;»

«Όχι, εντάξει,» μου είπε. «Απλά το ποσοστό των νικών της ήταν αρκετά μεγαλύτερο από το δικό μου.»

«Και ήξερε και kung-fu!!!!» του είπα πειρακτικά. «Πού πήγαινες καημένε γυμνός στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα;»

Ο Σαράντης έβαλε και πάλι τα γέλια. «Taekwondo έκανε, όχι kung-fu» προσπάθησε να με διορθώσει.

“Potatoes-potatos!” του απάντησα. «Ήσυχο παιδί, δηλαδή, η χαρά των γονιών!»

«Παραήμουν ήσυχος,» μου έκανε αναστενάζοντας. «Βασικά μου άρεσε να διαβάζω, να ακούω μουσική και να παίζω σκάκι. Δεν ήμουν πολύ του έξω.»

«Πλήρης αντίθεση με την your truly. Εμένα μαϊμού με ανέβαζαν, αγριόγατα με κατέβαζαν!» του είπα χαμογελώντας νοσταλγικά.

«Το δεύτερο το πιστεύω,» μου είπε νεύοντας καταφατικά. «Έχεις κάτι το έντονα γατήσιο πάνω σου…»

«Επειδή είμαι τρυφερή σα γατούλα;» τον ρώτησα γλυκουλινιάρικα, γιατί ναι, όπως σας είπα το ακούω συχνά αυτό…

«Κυρίως επειδή κινείσαι σα γάτα… Δεν ξέρω πως να στο πω, οι κινήσεις σου είναι ρευστές, γεμάτες οικονομία. Για να μην πω για τα μάτια σου και το βλέμμα σου…» μου είπε σχεδόν με δέος. «Dog person ή όχι, είναι ένα από αυτά που έχω ερωτευτεί πάνω σου.»

«Νιαρ!» του έκανα παιχνιδιάρικα καθώς το γεγονός ότι το έχω ξανακούσει, δε σημαίνει ότι δε μου άρεσε να το ακούσω και πάλι, πόσο μάλλον από το Σαράντη!

“To cut a long story short,” συνέχισε, ότι καφρίλες έκανα, ήταν μετά το πανεπιστήμιο,» μου είπε κάνοντας μου air quotes στη λέξη “καφρίλες”.

«Πότε έχασες την παρθενιά σου;» τον ρώτησα με περιέργεια.

«Όλως παραδόξως στην τρίτη λυκείου, στην πενταήμερη!» μου είπε.

«Γιατί όλως παραδόξως;» τον ρώτησα με απορία.

«Γιατί μέχρι την τρίτη λυκείου δεν είχα κάνει καν σχέση,» μου απάντησε με ειλικρίνεια. «Η Κική, μια συμμαθήτριά μου από άλλο τμήμα ήταν η πρώτη μου, και μέχρι τότε το πιο προχωρημένο που είχαμε κάνει ήταν χαμούρεμα, και ακόμα και εκεί δε με είχε αφήσει να περάσω το χέρι μου κάτω από το κιλοτάκι της.»

«Γιατί χαχανίζεις νεαρά;» με ρώτησε.

«Γιατί είναι… υπέροχα ειρωνικό,» ξεκίνησα να του εξηγώ. «Εγώ που μέχρι τα 17 μου είχα πάει ήδη με πέντε, στην πενταήμερη δεν είχα κάνει σεξ με κανέναν, ενώ εσύ δεν που δεν είχες προχωρήσει περισσότερο από χαμούρεμα έβγαλες τα μάτια σου.»

«Μα πώς σου ξέφυγε;» με ρώτησε τιζάροντάς με.

«Γιατί γαμώ τα υδραυλικά μου μέσα!» του είπα με απελπισία κάνοντάς τον αντανακλαστικά να βάλει τα γέλια. «Γελάει το κάθαρμα!»

«Μα στη πενταήμερη βρήκες κι εσύ;» με ρώτησε γελώντας ακόμα.

«Γάμησε τα…»

«Μάλλον ακριβώς το αντίθετο!» μου είπε βάζοντας και πάλι τα γέλια, και τι να κάνω, τα έβαλα κι εγώ, γαμώ την γκαντεμιά μου γαμώ.

«Και πως έγινε η φάση;» τον ρώτησα επιστρέφοντας και πάλι στην αρχική ερώτηση.

«Ούτε που το κατάλαβα!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Εννοώ… δεν το περίμενα με την καμία, δεν είχα καν μαζί που προφυλακτικά! Που να το φανταστώ;»

«Τα είχατε κοπανίσει;»

«Όχι ιδιαίτερα. Γι’ αυτό σου λέω, ούτε που το κατάλαβα!» μου απάντησε και συνέχισε «Το περισσότερο που είχα καταφέρει μέχρι τότε ήταν να τη δω γυμνή από πάνω και να της πιπιλήσω το στήθος. Η Κική δε με είχε χουφτώσει καν κάτω από τα ρούχα!»

Βολεύτηκα λίγο καλύτερα και τον παρότρυνα να συνεχίσει.

«Ήταν το δεύτερο βράδυ, και την κοπανίσαμε από το club που είχε πάει το σχολείο και πήγαμε στο δωμάτιό της. Ξεκινήσαμε το χαμούρεμα και κατάλαβα ότι ήταν πιο δεκτική… να φανταστείς ήταν η πρώτη φορά που την είδα μόνο με το κιλοτάκι της!»

«Και μετά χωρίς!» χαχάνισα. «Πώς ήταν ως εμπειρία;»

“Awkward,” μου απάντησε με πλήρη ειλικρίνεια. «Στον ενθουσιασμό μας βιαστήκαμε και οι δύο… Πόνεσε πολύ… Στην αρχή μου είπε να συνεχίσω αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε και μου ζήτησε να σταματήσουμε.»

“Damn…”

«Ναι…» μου είπε αναστενάζοντας. «Δε βαριέσαι, τουλάχιστον μας έγινε μάθημα για τη δεύτερη.»

«Το ίδιο βράδυ;» τον ρώτησα με απορία.

«Όχι… Από τη μια πονούσε και από την άλλη… είχαμε και τα αίματα, στη λύσσα μας δεν είχαμε σκεφτεί να βάλουμε κάτι από κάτω.»

“Crisis management in action!” του είπα προσπαθώντας να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα.

«Μόνο που η crisis manager σε εκείνη την περίπτωση ήταν η Κική. Πήρε τηλέφωνο στη ρεσεψιονίστ, είπε ότι είχε γυναικολογικό ατύχημα και αυτό ήταν.»

«Και πότε προσπαθήσατε ξανά;» συνέχισα την… ανάκριση, και ξαφνικά μ’ έπιασε ανησυχία. «Σαράντη μου, δε σε πειράζει που σε ρωτάω, έτσι;» τον ρώτησα με ξαφνική ανησυχία.

«Όχι βρε, γιατί να με πειράξει;» μου απάντησε καθησυχαστικά. «Δεν είναι δα και κρατικά μυστικά.»

«Έχεις και από αυτά;» τον ρώτησα πειρακτικά.

«Κρατικά όχι,» μου είπε χαμογελώντας. «Και για να σου απαντήσω την ερώτηση, όχι στην πενταήμερη. Αποφασίσαμε να το πάμε λιγότερο βιαστικά οπότε στην πενταήμερα μείναμε στην εξάσκηση στα βασικά προκαταρκτικά.»

«Ναι… το βουρ και στον πατσά δεν είναι και η καλύτερη ιδέα για την πρώτη φορά.» του απάντησα συμφωνώντας.

«Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα…»

Στο μεταξύ οι πόνοι είχαν αρχίσει εδώ και κάμποση ώρα να δυναμώνουν, μέχρι που έφτασα στο σημείο που δεν άντεχα να συνεχίσω την κουβέντα.

«Σαραντουλίνι μου, πάμε μέσα;» τον ρώτησα με πονεμένη φωνούλα.

«Ναι κοριτσάκι μου, πάμε!» μου είπε. «Ξάπλωσε και θα πάω να σου φέρω και τη θερμοφόρα.»

«Σ’ ευχαριστώ μωρό μου,» του απάντησα, και σηκώθηκα από τον καναπέ ξεβολεύοντας την Bella.

Καλά, όχι ότι κάθισε εκεί να κλαίει τη μοίρα της και συνοδεία και των άλλων δύο τριχωτών μου καθαρμάτων επιστρέψαμε και οι τέσσερις στο δωμάτιο. Ξάπλωσα όπως πάντα από τη δεξιά μεριά, και η Bella τρύπωσε και πάλι κάτω από το πάπλωμα, αυτή τη φορά μαζί με τον Dusty, και χώθηκαν και οι δυο πίσω από τα γόνατά μου. Η Jonesy από την άλλη προτίμησε να σκαρφαλώσει στα πλευρά μου, πάνω από την κουβέρτα.

Λίγη ώρα αργότερα ήρθε και ο Σαράντης και αφού μου έδωσε τη θερμοφόρα, ξάπλωσε δίπλα μου και με πήρε αγκαλιά.

«Πώς είσαι,» με ρώτησε τρυφερά. «Πονάς πολύ;»

«Μια μέρα είναι, θα περάσει!» του είπα καθησυχαστικά. «Από το βράδυ θα αρχίσουν να χαμηλώνουν.»

«Μπορώ να κάνω κάτι;»

«Ναι, να με κρατάς σφιχτά αγκαλίτσα και να μ’ αγαπάς πολύ-πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί!» του έκανα σαν κοριτσάκι.

«Πολύ-πολύ-πολύ μακαρόνια με τυρί, καρδούλα μου,» με διαβεβαίωσε και με έσφιξε στην αγκαλιά του. «Και τώρα ύπνο,» είπε και μου έδωσε ένα φιλάκι στα μαλλιά, γιατί δεν ήμουν να γυρίσω πλευρό.

Παρά τους πόνους, η γλυκιά ζέστη της αγκαλιάς του Σαράντη, των γατιών μου και της θερμοφόρας έκαναν τη δουλειά τους και ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει.


21. Cometh the Inquisitor

Όταν ξύπνησα ήμουν και πάλι μόνη στο κρεββάτι, προφανώς ο Σαράντης είχε σηκωθεί νωρίτερα για να επιστρέψει στη δουλειά του. Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν λίγο μετά τις πέντε. Δεν ήθελα να τον αφήσω μόνο του, και παρόλο που οι πόνοι δεν είχαν περάσει τελείως, σηκώθηκα για να πάω να αλλάξω σερβιέτα και να πάω να του κάνω παρέα στο σαλόνι.

Άνοιξα την πόρτα του μπάνιου και είδα το Σαράντη σκυμμένο πάνω από τη μπανιέρα, η οποία ήταν γεμάτη! Μην θέλοντας να τον τρομάξω έβηξα απαλά.

«Ξύπνησες σουσουραδίτσα;» με ρώτησε τρυφερά. «Σου ετοίμασα μπανάκι!»

«Είσαι ο καλυτεροτερότερος νταμποσουλίνος του κόσμου!» του είπα γεμάτη ευγνωμοσύνη. «Σ’ αγαπάω!»

«Με τυρί ή χωρίς;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα, κάνοντάς με να λιώσω και πάλι σα σοκολάτα.

«Και με τυρί, και με bacon που θα το έχω από εδώ και πέρα πρώτη μούρη, και με χωριάτικο λουκάνικο!» του απάντησα με παιδιάστικο ενθουσιασμό.

«Λοιπόν, μπες να κάνεις το μπανάκι σου και θα σου φτιάξω και ένα τσάι με τζίτζερ, όχι άλλο καφέ!»

«Δεν έχω τσάι με τζίτζερ!» του είπα στεναχωρημένη.

«Δεν είχες!» με διόρθωσε. «Πετάχτηκα πέντε λεπτά στο super market και σου πήρα.»

 Εντάξει, αφού δε χύθηκα επιτόπου να με μαζεύει από την αποχέτευση, πάλι καλά να λέω. Εννοείται ότι τσίριξα σαν πεντάχρονο, εννοείται ότι έδωσα ένα σάλτο πάνω του και παραλίγο να βρεθούμε the bad way και οι δύο στη μπανιέρα.

«Σιγά βρε διάολε!» μου είπε όπως είχα σκαρφαλώσει πάνω του σαν άτριχο κοάλα σε μεγέθυνση, αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για την ενθουσιασμένη your truly.

Και επειδή όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, πριν ξεκινήσω το μπάνιο, έκανα ξανά μια βόλτα από το δωμάτιο για να πάρω καθαρό εσώρουχο, και όχι τίποτε άλλο αλλά είχα προλάβει να τσιτσιδωθώ και γύρναγα με τους κώλους έξω.

Με το που επέστρεψα στο ντουζ χώθηκα στην αγκαλιά του υπέροχα ζεστού νερού και αφέθηκα να χαλαρώσω. Όπως το είχα προβλέψει οι πόνοι μου είχαν αρχίσει σταδιακά να υποχωρούν, οπότε το βραδάκι θα μπορούσαμε να κάνουμε και περιορισμένες τρελλίτσες. Όχι σεξ, γιατί θα κάναμε το κρεββάτι μαντάρα—και μεταξύ μας, ακόμα και με το προφυλακτικό μπορεί να μη γούσταρε.

Και κάπως έτσι το μυαλό μου επέστρεψε στους πρώην μου, ή τέλος πάντων σε αυτούς τους οποίους εμπιστευόμουν να κάνω σεξ χωρίς προφυλακτικό. Γιατί κακά τα ψέματα, η αίσθηση χωρίς προφυλακτικό είναι… άλλο πράγμα… και στην αρχή και στο τέλος.

Το είχα συζητήσει αυτό με την Ελένη η οποία έπαιρνε αντισυλληπτικά για γυναικολογικούς λόγους και στις σταθερές της σχέσεις μπορούσε να κάνει σεξ και χωρίς προφυλακτικό. Προφανώς και ένιωθε τη διαφορά στην αίσθηση, αλλά δεν της έκανε διαφορά όταν τελείωναν μέσα της, και μεταξύ μας και η ίδια το έβρισκε messy.

Καλά, δεν είχε και άδικο… αν δεν κάτσεις προσεκτικά τα… σκάγια έχουν μια τάση να διαφεύγουν, αλλά ακόμα κι έτσι εγώ το προτιμούσα. Και δεν ήταν απλά η ιδέα, τα αλλεπάλληλα κύματα ζέστης σε κάθε ριπή ως συμπλήρωμα στους σπασμούς μέσα μου… με ξετρέλαιναν.

Θα μου πεις γιατί δεν έπαιρνα αντισυλληπτικά;

Γιατί—και με εξαίρεση το Φώτη—οι σχέσεις μου δεν έφταναν σε αυτό το σημείο εμπιστοσύνης γιατί μέχρι τότε οι σχέσεις μου σπάνια φτουρούσαν πάνω από εξάμηνο. Όχι ότι με είχε προβληματίσει και ιδιαίτερα, ποτέ δεν ήμουν από τις κοπέλες που είχαν το άγχος της αναζήτησης προοπτικών για το μέλλον.

Μου άρεσε; Έκανα σχέση. Δε φτουρούσε; Πήγαινα για άλλα χωρίς να το πολυκουράσω (και είναι και ένας από τους λόγους που η Ελένη με λέει γομάρι. Και φυσικά ούσα αυτή που είμαι, η σχέση δεν ήταν προαπαιτούμενο για να κάνω σεξ, και δεν ήταν λίγες οι φορές που πρώτα έκανα σεξ και μετά μπήκα σε σχέση με αυτόν που έβγαλα τα μάτια μου.

Μα με το Φώτη ανακάλυψα ότι υπάρχει και μια άλλη πλευρά μου, την οποία μέχρι τότε δεν είχα καν φανταστεί ότι υπήρχε. Και μπορεί να ήταν θέατρο—ή για να το θέσω πιο σωστά, σκηνή—αλλά αποδείχτηκε ότι ήταν το συστατικό που έλειπε.

Με την Ελένη που το είχαμε αναλύσει μέχρι θανάτου είχαμε καταλήξει ότι το πρόβλημά μου ήταν πως ο τύπος μου ήταν αρκετά intimidating και τραβούσα λάθος τύπο ανδρών. Αυτούς που γινόντουσαν χαλί να τους πατήσω με αποτέλεσμα να τους βαριέμαι γρήγορα, και τους άλλους που το έβλεπαν σαν πρόκληση να μου επιβληθούν με “ματσό” τρόπο—και αυτό και αν δεν πήγαινε καλά!

O Φώτης ήταν τελείως διαφορετικός, και όχι μόνο γιατί μου είχε φέρει στην επιφάνεια κάτι που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Και δε λέω, υπήρχαν τριβές μεταξύ μας, ειδικά στις αρχές με το Insta και το πως ντύνομαι, αλλά ούτε μια στιγμή δεν είχε υπάρξει τοξικός. Ήρεμος, intellectual—well, DUH!—δεν έψαξε ποτέ να βρει κουμπιά να πατήσει, ήταν αυτός που ήταν, εγώ ήμουν που έγινα attuned στο Φώτη, όχι το αντίστροφο.

Αλλά ακόμα και το Φώτη χρειάστηκε να βρεθεί ένας Larry για να μας φέρει τον έναν στον άλλον, καθώς κινούμασταν σε τελείως διαφορετικούς χώρους. Αυτό που με είχε γοητεύσει στην αρχή, ήταν το ίδιο που με είχε γοητεύσει και με το Σαράντη, το light nerdy intellectual.

Η διαφορά τους ήταν πως ο Φώτης ήταν πιο… ας πούμε συνεσταλμένος, και αρκετά θεατρικός, ενώ ο Σαράντης ήταν ο λίβας που καίει τα σπαρτά. Μα έτσι ή γιουβέτσι και οι δύο είχαν περάσει τα τείχη μου—και έχω, δεν τρέχω ξεβράκωτη στον κάμπο με τα κωλοδάχτυλα—σα να ήταν φτιαγμένα από χαρτί.

Πλάκα στην πλάκα, πέρα από τον Μάριο, που ήταν και ο πρώτος μου, δεν είχα ερωτευτεί κανέναν άλλον, τα crashes μου και ο συνήθης αισιόδοξος ενθουσιασμός της αρχής ξεθώριαζαν πολύ γρήγορα.

Μετά το χωρισμό μου με το Φώτη απλά δεν είχα διάθεση για πολλά-πολλά. Έκανα μια-δυο σχέσεις, δε φτούρησαν, και μετά μπήκε στη ζωή μου ο Μίλτος. Ανοιχτά bisexual, με απίστευτο χιούμορ και πολύ καλός στο σεξ, δεν είναι τυχαίο που με είχε βολέψει.

Αναστέναξα, καθώς το μυαλό μου γύρισε στο παρόν. Στο διά ταύτα, να του διαβάσω ιστορία από το τετράδιο, ή να του δείξω τα videos;

(Το γεγονός ότι μπορεί ο Σαράντης να μην επέλεγε ούτε το ένα ούτε το άλλο δε μου πέρασε καν από το μυαλό, lol)

Η απόφαση της… ολομέλειας ήταν να του διαβάσω μια από τις πικάντικες φαντασιώσεις μου που είχα αποτυπώσει στο χαρτί: κάτι όχι βαρύ και  που να απευθύνεται στο voyeurism του. Με αφορμή το πραγματικό επεισόδιο που με είχαν σταματήσει με κόκκινο είχα γράψει μια σχετική ιστορία για το Φώτη.

Βέβαια στην πραγματικότητα είχα παίξει τον φουκαρά τον τροχαίο σα φτηνή κιθάρα, αλλά στη φαντασίωση… well, ας πούμε ο τροχαίος είχε πάρει σε μορφή πίπας το αντάλλαγμά για να μη με γράψει.

Ή… χμμμ… μια άλλη φαντασίωση μπορεί να του άρεσε περισσότερο: αυτή του να κάτσω σε ένα καθηγητή μου στη σχολή με αντάλλαγμα να περάσω το τελευταίο μάθημα. Δεν τον είχα φυσικά για άνθρωπο που θα έκανε τέτοιο πράγμα, αλλά μπορεί να το είχε και εκείνος φαντασίωση, γιατί όχι;

Ευχαριστημένη με τον εαυτό μου και με τους πόνους να έχουν υποχωρήσει ακόμα περισσότερο, σηκώθηκα από το μπάνιο και άνοιξα την τάπα για να αδειάσει η μπανιέρα. Άνοιξα το ντουζ και το άφησα να τρέξει για λίγο, και όταν έφτασε στη θερμοκρασία που είχε χώθηκα ολόκληρη από κάτω και άφησα το νερό να τρέξει πάνω μου.

Έκανα ένα απλό λούσιμο—για σήμερα δε θα χρειαζόταν μαλακτική—και μετά πλύθηκα προσεκτικά κάτω με χλιαρό νερό, φροντίζοντας να μην πάνε εκεί σαπουνάδες. Η μπανιέρα είχε αδειάσει τελείως, και έπλυνα προσεκτικά κάποια αδιόρατα ίχνη κόκκινου, προτού σκουπιστώ και βγω από το μπάνιο για να ντυθώ και να στεγνώσω το μαλλί.

«Πώς είσαι σουσουραδίτσα;» με ρώτησε όταν εμφανίστηκα με τις πιτζάμες και τις χοντρές κάλτσες στο σαλόνι.

«Καλύτερα μωρό μου!» του απάντησα χαρίζοντάς του το πιο γλυκό μου χαμόγελο. «Εσύ τελείωσες;»

«Ναι, κοντεύω,» μου απάντησε. «Δώσε μου μισή ωρίτσα and I will be all yours!»

«Θέλεις να δούμε το The Kopanoi; Στο εγγυώμαι δε θα σου μείνει άντερο!»

«Αμέ, γιατί όχι!» μου απάντησε. «Χμμμ… σου είχα τάξει και ένα τσάι,» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα. «Και όπως λέει και μια γνωστή, λόγο που δίνουμε δεν παίρνουμε πίσω!»

«Σαράντη μου, δε χρειάζεται…»

«Αρχηγού παρόντος…» μου απάντησε θεατρικά και με το γατοτσούρμο παρέα τον ακολούθησα κι εγώ.

«Ορίστε, εδώ είναι!» έκανα στα γατιά με το που μπήκαμε στην κουζίνα.

«Ποιος ήρθε;» με ρώτησε ο Σαράντης με απορία.

«Εμείς!» του απάντησα χαρίζοντάς του το χαμόγελο της Colgate. «Μου ζήτησαν επιτακτικά να τα πάω στον αρχηγό  μου!» συνέχισα, κάνοντάς του να του ξεφύγει ένα ροχαλητό.

«Εντάξει, σε συγχωρώ τότε!»

(Βασικά τα τριχωτά καθάρματα με είχαν ακολουθήσει γιατί ήταν ώρα για την ξηρά τους αλλά… πως το λένε στο χωριό; Αυτό είναι ασήμαντες λεπτομέρειες!)

«Ε, πες το έτσι!» μου είπε χαχανίζοντας, όταν με είδε με να βγάζω την ξηρά τροφή από το ντουλάπι.

«Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεσαι Κύρη και Αφέντη μου!» του έκανα ξεδιάντροπα, και αφού γέμισα τα μπολ τους πήγα και τον αγκάλιασα από πίσω, κάνοντάς του ένα raspberry στο σβέρκο.

Με την κούπα μου στα χέρια επιστρέψαμε στο σαλόνι, εκείνος στο laptop του κι εγώ στον καναπέ.

Τον λόγο του τον κράτησε πάντως, μισή ώρα αργότερα έκλεισε το laptop του και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

«Τέλειωσα κι εγώ!»

«Αγκαλίτσα με το ζόρι!» του είπα παρατώντας το κινητό και σκαρφαλώνοντας πάνω του. «Πολύ-πολύ-πολύ;» τον ρώτησα γλυκουλινιάρικα.

«Είναι ερώτηση παγίδα;» μου απάντησε κοροϊδευτικά.

«Όχιιιιιιιιιιιιι!» του έκανα με παράπονο.

Αντί απάντησης με έφερε απαλά προς το μέρος του και με φίλησε τρυφερά στα χείλη. Έκανε να τραβηχτεί αλλά τον άρπαξα λοιπόν σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο και κόλλησα τα χείλη μου πάνω στα δικά του, γιατί σιγά μην το άφηνα εκεί.

«Άντε μη σε βιάσω!» τον απείλησα και πάλι.

«Μπορείς να κάνεις σεξ;» με ρώτησε με το πρόσωπό του να λάμπει σα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Βασικά έχω ακόμα αρκετή ροή,» του είπα διστακτικά. «Αλλά μπορώ να κάνω άλλα!» συνέχισα, παίζοντας με νόημα τη γλώσσα μου στο στόμα.

«Πρόστυχη! Μ’ αρέσεις!»

«Απλά… λίγο προσεκτικά με το στήθος μου…» του έκανα, καθώς του άρεσε να με χουφτώνει στα στήθη όταν του έκανα πίπα.

“Afraid not, my good Lady!” μου απάντησε, και προς εμπέδωση με χούφτωσε προσεκτικά.

«Δε μας κόβω να βλέπουμε ταινία…» του έκανα και πήγα να σηκωθώ, αλλά δε με άφησε.

«Έχουμε χρόνο,» μου είπε και με έσφιξε ξανά πάνω του. «Τώρα θα παίξουμε τον ανακριτή!»

«Χμμμ…»

«Θέλω να μου πεις για τη δική σου πρώτη φορά!»

«Γιατί όχι;» τον ρώτησα χαμογελαστή. «Αν και είχε αρκετά λιγότερο δράμα απ’ ότι η δική σου.»

«Ο πρώτος μου ήταν ο Μάριος,» ξεκίνησα να διηγούμαι. «Συμμαθητής μου στο σχολείο, ήταν η πρώτη μου σχέση και βασικά… ο πρώτος μου σε όλα. Τα είχαμε περίπου για κανένα εξάμηνο και ακόμα και όταν τα χαλάσαμε… ας πούμε μείναμε για κάμποσα χρόνια friends with benefits…»

«Αχά!» μου είπε με ενδιαφέρον.

“Yup… και αν δεν τον είχε χτυπήσει ο covid το 2020 θα τον έσουρνα μαζί μας στην Πάρο και οι διακοπές μου εκεί θα ήταν λιγότερο περιπετειώδεις!»

«Δε θέλω να φανώ απάνθρωπος…» μου είπε διστακτικά, «αλλά τα καλύτερα θα χάναμε!»

«Βασικά δεν είναι ότι τον κόλλησε τότε,» ξεκίνησα να του εξηγώ, «απλά τον άφησε για πολύ καιρό με αδυναμία και δυσκολία στην αναπνοή,» συνέχισα. «Εδώ καλά-καλά δε μπορούσε να ανέβει μερικά σκαλιά, όχι ν’ αντέξει εμένα!»

«Αγοράκι ήταν… θα το άντεχε!» μου είπε πειρακτικά.

“Nope!” του είπα κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά. «Και στο λέω μετά λόγου γνώσης, μια φορά δοκιμάσαμε και φοβήθηκα ότι θα μου μείνει, μου πήγε το σκατό στην κάλτσα.»

«Ωχ!»

«Τέλος πάντων…» έκανα παίρνοντας βαθιά ανάσα. «Λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην αρχική σου ερώτηση…» του είπα κάνοντας μια σύντομη παύση, «εμείς είχαμε προχωρήσει αρκετά περισσότερο απ’ ότι εσύ με την Κική… ε, και ένα απόγευμα στο σπίτι του, το πήγαμε από εδώ, το πήγαμε από εκεί, και τελικά το καταφέραμε!»

«Πώς ήταν;» με ρώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον.

“Meh,” του έκανα αδιάφορα. «Κοίτα… δεν ήταν άσχημο… αλλά δεν ήταν ακριβώς και αυτό που περίμενα.»

«Τι περίμενες;» με ρώτησε γέρνοντας το κεφάλι.

«Ξέρω γω;» του έκανα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Εντάξει, δεν περίμενα να δω αστεράκια και πεταλουδίτσες… αλλά όχι και να καταλήξει σε ταβανοθεραπεία…»

Δεν απάντησε, οπότε συνέχισα. «Βασικά μας πήρε κάμποσο να αρχίσω να το ευχαριστιέμαι πραγματικά… Και δεν εννοώ ότι ήταν άσχημο… αλλά ας πούμε σε σύγκριση με το όταν με έπαιζε με το χέρι ή όταν μου έκανε στοματικό ήταν… ήταν ρε παιδί μου τελείως αδιάφορο.»

Έξυσα ελαφρά τη μύτη μου και συνέχισα. «Του άρεσε εκείνου ωστόσο, οπότε τον πρώτο καιρό είχε αρκετή ταβανοθεραπεία στο ιεραποστολικό,» του είπα αναστενάζοντας και πάλι. «Στα τέσσερα, πάντως, ή όταν ανέβαινα εγώ πάνω του, ήταν αρκετά καλύτερο.»

Χαμογέλασα στην ανάμνηση. «Και ξέρεις ποια είναι η ειρωνεία;» τον ρώτησα αλλά δεν τον άφησα να απαντήσει. «Τον πρώτο μου οργασμό, που δεν ήταν με το χέρι ή με το στόμα, τον είχα σε ορθόδοξο ιεραποστολικό! Μαζί του! Αφού τα είχαμε χαλάσει!»

“Well… I can relate to this,” μου απάντησε. «Εννοώ ότι έχει τύχει και σε μένα. Όχι με την Κική, όταν χωρίσαμε σταματήσαμε να έχουμε πολλά-πολλά, αλλά με μια συμφοιτήτριά μου στη σχολή.»

«Μετά τον Βάιο;»

«Βασικά η Λίνα, έτσι την έλεγαν, προηγήθηκε χρονικά του Βάιου. Βασικά δεν τα είχαμε και πολύ καιρό, είναι από αυτό που λέμε “περάσαμε και δεν ακουμπήσαμε.”»

«Τότε πώς;» τον ρώτησα με περιέργεια.

«Στο τελείως ξεκάρφωτο! Είχα πάει διακοπές με τον Βασίλη στους Φούρνους και την τρακάραμε με την κολλητή της, τη Νίκη.»

«Και;»

«Ο Βασίλης γυάλισε στη Νίκη, και έτσι βρεθήκαμε να κρατάμε το φανάρι… ε, και το ένα έφερε το άλλο, γιατί και μας μανούλα μας γέννησε,» συνέχισε χαχανίζοντας.

«Καλύτερα απ’ ότι ήσασταν μαζί;»

«Δραματικά καλύτερα,» μου απάντησε γνέφοντας καταφατικά. «Μαζί της έμαθα να εκτιμώ την εμπειρία που αποκτούν οι γυναίκες.»

«Κατάλαβα…» του είπα χαχανίζοντας. «Στο ενδιάμεσο κάποιος πέρασε και της τον… ακούμπησε!»

«ΝΑΙ!» μου απάντησε γελώντας. «Και κάπως έτσι, τρία χρόνια αργότερα έδρεψα κι εγώ τους καρπούς!»

«Σειρά μου να κάνω την ανακρίτρια!»

«Οκ!» μου απάντησε χαμογελαστός.

«Θέλω να μου πεις μια ανομολόγητή σου φαντασίωση!» του έκανα, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη δική μου… όταν…

«Χμμμ…» μου έκανε σκεπτικός. «Ok… έχω κάτι αλλά είναι τελείως awkward...»

«Εντάξει μωρό μου… άστο.»

«Μωρέ δεν ήταν κάτι τραυματικό ή κακό,» μου είπε. «Απλά…» είπε διστακτικά… «Είναι αυτό που λένε once you see it you cannot unsee.»

«Σαράντη, άστο…» του είπα, αν και η αλήθεια είναι ότι πέθαινα να μάθω καθαρά από νοσηρή περιέργεια.

Πήρε βαθιά ανάσα προσπαθώντας να αποφασίσει αν θα μου το έλεγε ή όχι. «Δε γαμιέται, here goes nothing… Χωρίς να το θέλω πέτυχα μια… πολύ ιδιωτική σκηνή μεταξύ της Ηρώς και του γκόμενού της.»

«Ωχ!» του είπα νιώθοντας ξαφνικά πολύ άσχημα.

«Ευτυχώς δεν με πήραν χαμπάρι… αλλά από εκείνη τη μέρα και μετά φρόντισα μπαίνοντας σπίτι να κάνω φασαρία!»

«Τώρα νιώθω άσχημα,» του είπα με ειλικρίνεια.

«Όχι μωρέ, εντάξει,» μου είπε ο Σαράντης. «Εννοώ… ε, ζευγάρι ήταν, δεν έκαναν κάτι κακό…» συνέχισε ξεροκαταπίνοντας. «Είναι από αυτά τα πράγματα που… που ξέρεις ότι τα κάνουν στους γκόμενους οι… οι αδερφές των άλλων.»

(Οκ… μου είπε χωρίς να μου πει ότι κατά πάσα πιθανότητα είδε την αδερφή του γονατισμένη… και όχι για προσευχή.)

“C’est la vie, say the old folks, it shows that you never can tell,” του είπα τραγουδιστά προσπαθώντας να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα.

«Aaaanyway… ναι, το έζησα κι αυτό!» μου είπε χαχανίζοντας αμήχανα.

“May you live in interesting times and meet interesting people!”

«Ναι… θα προτιμούσα να είχα αποφύγει το συγκεκριμένο meeting,» μου έκανε γελώντας με την γκαντεμιά του.

«Σαράντη μου… συγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση,» του είπα νιώθοντας και πάλι άσχημα. «Εννοώ… ότι… ότι δεν περίμενα κάτι τέτοιο.»

«Σάμπως το περίμενα εγώ;» μου απάντησε εννοώντας το επίτηδες διαφορετικά, και από τα γέλια που βάλαμε και οι δύο με τον υπαινιγμό επανήλθα στα ίσια μου.

«Λοιπόν, σειρά μου!» μου είπε έγνεψα καταφατικά, αν και η ψυχούλα μου το ήξερε. «Ποια είναι η μεγαλύτερη σεξουαλική καφρίλα που έχεις κάνει;» με ρώτησε και η καρδιά μου επέστρεψε στη θέση της.

«Χμμμ…» του είπα προσπαθώντας να σκεφτώ. Έχω πλούσιο παρελθόν αλλά η μεγαλύτερη καφρίλα που είχα κάνει ήταν με τον τροχαίο, και εκεί δεν είχε υπάρξει καν σεξ.