Search This Blog

Saturday, March 17, 2012

Διαφθορικός λογισμός


Την πρώτη φορά που την πρόσεξα καλύτερα ήταν όταν ένα πρωινό κάποιας Τρίτης που έφτασα, καθυστερημένος όπως πάντα, στο μάθημα των Διαφορικών εξισώσεων. Τα μπροστινά θρανία -όπου συνήθιζα να κάθομαι λόγω μικρής στραβωμάρας και άρνησης να φορέσω γυαλιά- ήταν κατειλημμένα οπότε αναγκαστικά κάθισα δίπλα της.

Είχαμε μπει την ίδια χρονιά και όμως χρειάστηκε να μπούμε στο τρίτο έτος για να την προσέξω. Η Μ. ήταν από αυτές τις κοπέλες που ακόμα και σε σχολή θετικών επιστημών πέρναγε απαρατήρητη. Ήταν γύρω στο 1,65, με καστανό ίσιο μαλλί μέχρι τους ώμους και με σκούρα καστανά μάτια. Δεν την έλεγες άσχημη αλλά δεν την έλεγες και όμορφη. Όπως είπα ήταν αυτός ο τύπος της γυναίκας ο οποίος περνάει απαρατήρητος και το γεγονός ότι φορούσε συνεχώς unisex ρούχα έκανε τα πράγματα γι αυτή ακόμα χειρότερα.

Αυτό πάντως που πρόσεξα σε εκείνο το μάθημα ήταν ότι είχε μεγάλο στήθος. Όχι τεράστιο αλλά μεγάλο και το γεγονός ήταν ότι παρόλο που συνήθως κοιτάω τις γυναίκες στο στήθος, αυτό μου είχε περάσει απαρατήρητο. Όπως και η ιδιοκτήτριά του.

Το βράδυ στο σπίτι μου, στο θεόπνευστο έργο της μαλακίας, η Μ. ήταν η πρωταγωνίστρια. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω την φαντασίωσή μου πραγματικότητα. Να σημειωθεί δε πως ενώ είχα από μικρός BDSM φαντασιώσεις, δεν ήξερα τι σκατά ήταν αυτό που μου άρεσε με αποτέλεσμα να έχω πειστεί από μικρός ότι δεν είμαι και ιδιαίτερα καλά στα μυαλά μου. Παρόλα αυτά, όπως είπα και πιο πριν, αποφάσισα να προσπαθήσω να πραγματώσω τουλάχιστον τις πιο light φαντασιώσεις μου.

Με τη θαυμαστή τέχνη του ψαρέματος έμαθα διάφορα πράγματα για τη Μ. Έμαθα πως ήταν 22, πως ήταν από το Αιγάλεω και πως τρία χρόνια δεν είχε κάνει σχέση με κάποιον στο Ηράκλειο και πως ούτε είχε και γκόμενο στην Αθήνα. Το πεδίο ελεύθερο και τα σκυλιά δεμένα.

Στο επόμενο μάθημα του διαφορικού λογισμού η τύχη με ευνόησε και κάθισα πάλι δίπλα της, φροντίζοντας ωστόσο να είμαι πιο κοινωνικός μαζί της. Από τον τρόπο που μου μιλούσε και που γελούσε όταν έκανα κάποιο αστείο, κατάλαβα πως δεν της ήμουν αδιάφορος. Ενώ λοιπόν ο καθηγητής εκείνο το πρωινό πάλευε με τη στρυφνή απόδειξη του θεωρήματος Picard–Lindelöf, στο πρώτο θρανίο δινόταν παράδοση Διαφθορικού λογισμού από την αφεντομουτσουνάδα μου.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν στο τέλος του μαθήματος η Μ. να κοιτάει την απόδειξη και να μην καταλαβαίνει τον συλλογισμό, πως δηλαδή εφαρμόζεται το θεώρημα σταθερού σημείου του Banach πάνω στο οποίο βασίζεται η απόδειξη του θεωρήματος Picard–Lindelöf. Ενώ η τάξη άδειασε εγώ υπομονετικά κάθισα ένα δεκάλεπτο μαζί της και της εξήγησα βήμα-βήμα τους συλλογισμούς οι οποίοι οδηγούσαν στην απόδειξη.

Η αλήθεια είναι ότι από μικρός ήμουν σχετικά ντροπαλός με τις γυναίκες και σε καμία περίπτωση αυτός που την πέφτει εύκολα. Ήμουν ακόμα ντροπαλός αλλά αποφάσισα ότι δεδομένου του πιθανού κέρδους καλύτερα το ρίσκο του ελαφριά πληγωμένου εγωισμού από τη βεβαιότητα κάλων στην παλάμη. Ξεροκαταπίνοντας της πρότεινα εφόσον δεν έχει μάθημα να πάμε να πιούμε ένα καφεδάκι στο κυλικείο. Το γεγονός ότι δέχτηκε μετά χαράς μου ανέβασε το ηθικό.

Καθίσαμε στο κυλικείο και ήπιαμε το καφεδάκι μας μιλώντας περί ανέμων και υδάτων μέχρι που άδειασε το τραπέζι του πινγκ-πονγκ. Τότε η Μ. με ρώτησε αν ξέρω πινγκ-πονγκ και αν είχα όρεξη για να παίξουμε. Ψιλοξενέρωσα είναι η αλήθεια αλλά δεν το έδειξα.

-"Ξέρεις", μου είπε, "ξέρω αρκετά καλό πινγκ-πονγκ οπότε αν είσαι αρχάριος πες μου ώστε να παίξω ανάλογα."

-"Κάτι ξέρω" της απάντησα. "Παίξε όσο καλύτερα μπορείς."

-"Μπορώ αρκετά καλά" μου απάντησε με σιγουριά.

Παρέλειψα να σας πω ότι παίζω πινγκ-πονγκ από μικρό παιδί και μάλιστα για δυο-τρία χρόνια στο γυμνάσιο, έπαιζα και σε ομάδα. Είδα το άνοιγμα.

-"Ωραία" της είπα. "Ο χαμένος κερνάει στον άλλον ποτό το Σάββατο στη Χιτζάζ"

Χαμογελώντας και δεχόμενη το ραντεβού μου είπε "Μέσα".

Σε κανένα σετ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τους 13-14 πόντους. Ήξερε πινγκ-πονγκ αλλά στο συγκεκριμένο άθλημα τότε δεν ήμουν για τα δόντια της. Η αλήθεια είναι ότι αναρωτήθηκα μέσα μου αν θα έπρεπε να είμαι ιπποτικός, ωστόσο το ένστικτό μου μού φώναζε πως αν ήθελα να πραγματοποιήσω κάποιες από τις φαντασιώσεις μου -έστω και τις light- θα έπρεπε από νωρίς να της δείξω ποιος είναι το αφεντικό.

...

Εκεί στο Χιτζάζ, αργά το πρωί και λικνιζόμενοι στη βραχνή φωνή της Janis Joplin της πήρα το πρώτο φιλί. Δε χρειάστηκε προσπάθεια παρά τις αντίθετες συμβουλές της Janis μέσα από το τραγούδι που έπαιζε. Η μουσική άλλαξε, ο κόσμος έφευγε και μείναμε εγώ με το Μ. κολλημένοι σ' ένα φιλί.

Μετά την πήγα σπίτι της, την αγκάλιασα και την φίλησα ξανά με πάθος στην είσοδο, την καληνύχτισα και γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα χωρίς να ρίξω ούτε μια δεύτερη ματιά. Δηλαδή την έριξα στα κρυφά, όταν έστριψα στη γωνία. Ήταν ακόμα εκεί και κοιτούσε στο άπειρο ονειροπαρμένη.

Εγώ πάλι πήγα για ένα βρώμικο στην Πλατεία Ελευθερίας και μετά σπίτι για ύπνο. Τότε δεν είχε κινητά, το τηλέφωνό της δεν το ήξερα, το τηλέφωνό μου δεν το ήξερε οπότε εκ των πραγμάτων τα είπαμε την Τρίτη, καθώς τη Δευτέρα αποφάσισα να την περάσω σπίτι μου γιατί πολύ απλά βιαριόμουν να πάω στις διαλέξεις. Την Τρίτη ξύπνησα νωρίς και την περίμενα. Την τσάκωσα καθώς ερχόταν στο μάθημα, οπότε την αγκάλιασα και τη φίλησα επιβεβαιώνοντάς της ότι το Σάββατο όντως είχε συμβεί κάτι και ότι όντως υπήρχε κάτι μεταξύ μας.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν την γύρισα σπίτι της μετά την έξοδό μας και τη φίλησα, μου ζήτησε να ανέβω αν ήθελα πάνω. Σαν τρελός ήθελα αλλά αρνήθηκα ευγενικά προφασιζόμενος το αυριανό πρωινό ξύπνημα και έφυγα αφήνοντάς την στα κρύα του λουτρού.

Γύρισα μετά από καμιά ώρα και τις χτύπησα το κουδούνι. Δεν είχε κοιμηθεί αλλά ήταν με τη νυχτικιά της και για πρώτη φορά είδα το σώμα της να διαγράφεται. Είχε όντως μεγάλο στήθος και κατά τα φαινόμενα στητό. Ήταν αναποφάσιστη και αιφνιδιασμένη αλλά αποφάσισα να τη βγάλω από τη δύσκολη θέση.

-"Πήγαινε να αλλάξεις να πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο. Θα σε περιμένω κάτω" της είπα και έφυγα πριν προλάβει να μιλήσει, πριν προλάβει καν να σκεφτεί την πρόταση.

Πέρασα κανένα δεκάλεπτο μέσα σε μικρή ευχάριστη αγωνία όταν την είδα να κατεβαίνει. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κάθισε. Έσκυψα και τη φίλησα και τη ρώτησα: "Πού θέλει να πάμε το κορίτσι μου" και τόνισα ελαφριά το "μου". Εκείνη χαμογέλασε και μου είπε "Όπου θέλεις".

-"Πάμε θάλασσα" της είπα και αμ έπος αμ έργο ξεκίνησα. Περάσαμε το Τομπρούκ και πηγαίναμε προς το Ξι περνώντας την παλιά Εθνική όταν είδα ένα ωραίο μέρος όπου μπορούσαμε να σταματήσουμε και να ακούμε τα κύματα να σκάνε στα βράχια, 10-15 μέτρα κάτω.

Υπό τον ήχο των κυμάτων έσκυψα και τη φίλησα με πάθος, πάθος το οποίο το ανταπέδωσε και με το παραπάνω. Της χάιδεψα για πρώτη φορά το στήθος περνώντας ανάλαφρα το χέρι μου από πάνω της και όταν κατάλαβα ότι είχα την συγκατάθεσή της τη χούφτωσα για τα καλά, εξακολουθώντας να την έχω σφιχτά αγκαλιά. Μετά το χέρι μου πέρασε μέσα από τη μπλούζα της και μετά μέσα από το σουτιέν της. Είχε όντως μεγάλο και σφιχτό στήθος και ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο. Της έβγαλα τη μπλούζα. Δίστασε για λίγο όταν πήγα να της βγάλω το σουτιέν αλλά δεν τραβήχτηκε. Παίρνοντας θάρρος έσκυψα και έγλυψα διαδοχικά τις ρώγες της χουφτώνοντας δυνατά το άλλο στήθος.

Χαμουρευτήκαμε γύρω στη μισή ώρα και τότε με έπιασε η μέση μου λόγω της άβολης στάσης. Τραβήχτηκα στη θέση μου και την άφησα να κάθεται γυμνή από πάνω στο διπλανό κάθισμα. Έκανε να πάει να φορέσει το σουτιέν της αλλά την έκοψα.

-"Μην το βάλεις. Μείνε όπως είσαι."

Η Μ. δίστασε για λίγο αλλά υπάκουσε. Άνοιξα το εσωτερικό φως και η Μ. ενστικτωδώς πήγε να καλυφθεί γιατί η αλήθεια είναι ότι αν πάρκαρε κάποιος δίπλα μας θα την έβλεπε.

Δεν της είπα τίποτα, μόνο της έπιασα τα χέρια και της κατέβασα.

-"Θα μείνεις όπως είσαι για να σε θαυμάσω" της είπα.

Άναψα ένα τσιγάρο και το έκανα όλο χωρίς να μιλάμε. Όταν τέλειωσα το τσιγάρο τη διέταξα να ντυθεί. Την πήγα σπίτι της, την φίλησα, την καληνύχτισα και πήγα σπίτι μου και την έκανα λάστιχο.

Την άλλη μέρα με κάλεσε το βράδυ σπίτι της. Είχε μαγειρέψει κιόλας. Αφού φάγαμε και χαζολογήσαμε στην τηλεόραση καθήσαμε στον καναπέ.

-"Δεν μου έχεις πει πολλά για σένα" της είπα και ήταν αλήθεια.

-"Θα μου κάνεις ανάκριση;" με ρώτησε γελώντας.

-"Περίπου" της απάντησα.

Έσκυψα και τη φίλησα. Εκεί που φιλιόμαστε τραβήχτηκα και της είπα "Βγάλε αυτά που φοράς πάνω".

-"Δε θέλεις να τα βγάλεις εσύ;" με ρώτησε αρκετά παθιασμένα.

-"Όχι" της απάντησα.

Γδύθηκε από πάνω και βρέθηκα να θαυμάζω τις βυζάρες της υπό πλήρη φωτισμό.

-"Βγάλε το παντελόνι σου" τη διέταξα.

Κουμπώθηκε.

-"Βγάλε το παντελόνι σου σε παρακαλώ" της ξαναείπα.

Το μυαλό της πήγε αλλού.

-"Γ." είπε και κόμπιασε για λίγο. "Είμαι… δεν… δεν το έχω ξανακάνει."

Της χαμογέλασα γλυκά. "Δεν έχω αυτό στο μυαλό μου, ματάκια μου" της είπα. "Όταν και αν γίνει αυτό, δε θα γίνει έτσι."

Διστακτικά και αργά έβγαλε το παντελόνι της και έμεινε μόνο με ένα μαύρο κυλοτάκι. Είχε και πολύ ωραίο κώλο και πολύ ωραία πόδια. Της το είπα κιόλας, "Ο τρόπος που ντύνεσαι αδικεί τη θηλυκότητά σου"

Με κοίταξε χωρίς να ξέρει τι να πει. Τη διέταξα, γιατί ήταν τόνος διαταγής, να σταθεί όρθια μπροστά μου. Υπάκουσε.

Και τότε -πραγματοποιώντας την πρώτη από τις φαντασιώσεις μου- την έβαλα πιέζοντάς την να γονατίσει μπροστά μου. Γονάτισε και κάθισε εκεί γονατιστή.

-"Μίλα μου για σένα" τη διέταξα. "Μίλα μου και πες μου ό,τι σου κατέβει."

Με κοίταξε για λίγο σαν χαμένη.

-"Τι θέλεις να σου πω;" με ρώτησε.

-"Ό,τι θέλεις" της απάντησα. "Πες μου για τα όνειρά σου, για τους φόβους σου, γι αυτά που σε κάνουν να χαίρεσαι, γι αυτά που σε κάνουν να ντρέπεσαι… για ό,τι θέλεις".

Εκεί γονατιστή μου μίλησε για εκείνη μέχρι που πιάστηκαν τα γόνατά της. Μου άνοιξε την ψυχή της. Ίσως ο άβολος τρόπος που καθόταν να ήταν αυτό που άνοιξε τις άμυνές της και την έκανε να μιλήσει ελεύθερα.

Είδα ότι δεν άντεχε να κάθεται άλλο γονατιστή και όμως η ίδια δεν ζήτησε να σηκωθεί. Την έβαλα εγώ να σηκωθεί και να κάτσει δίπλα μου. Την αγκάλιασα, την φίλησα και τη χάιδεψα.

Αρχίσαμε να χαμουρευόμαστε αλλά αυτή τη φορά το προχώρησα πιο πολύ και έβαλα το χέρι μου πάνω από το κυλοτάκι της στην αρχή και μέσα μετά. Άρχισα να παίζω με τα δάχτυλα την κλειτορίδα της ενώ η Μ. φυσούσε και ξεφυσούσε από την καύλα. Όταν είχε παραδοθεί τελείως την έγδυσα από κάτω και άρχισα να την γλείφω. Δεν το είχα ξανακάνει αλλά ούτε κι εκείνης το είχε ξανακάνει κάποιος ώστε να έχει τρόπο να αξιολογήσει την τέχνη μου. Μετά σηκώθηκα και άρχισα να τη φιλάω και έπιασα το χέρι της και το έβαλα πάνω στο παντελόνι μου. Με χάιδεψε και μετά με ιδία πρωτοβουλία μου κατέβασε το φερμουάρ και τον έπιασε από μέσα.

Έβγαλα το παντελόνι και το μποξεράκι και έμεινα κι εγώ γυμνός από τη μέση και κάτω. Φιλούσα και έγλειφα τα στήθη της Μ. ενώ εκείνη μου χούφτωνε τον πούτσο που κόντευε να εκραγεί. Τότε σιγά σιγά και πιέζοντάς της το κεφάλι την έβαλα να σκύψει πάνω από τον πρησμένο από την καύλα πούτσο μου. Όταν έφτασε να ακουμπάει στα χείλη της της είπα "Πάρτον στο στόμα σου, μωρό μου".

Τον πήρε και δεν ήξερε τι να τον κάνει. Την καθοδήγησα. Της είπα να γλείψει το κεφαλάκι, να το παίξει με τη γλώσσα της και μετά σιγά σιγά να τον πάρει στο στόμα της όσο περισσότερο μπορεί. Μετά να αρχίσει να κουνάει το κεφάλι της πάνω κάτω, βάζοντάς τον μέσα όσο μπορεί και φτάνοντας μέχρι το κεφαλάκι. Και ξανά πάλι. Της είπα να προσέχει με τα δόντια της, της είπα πως πρέπει να βάλει τα χείλια της και πως δεν χρειάζεται να ανησυχεί για το ρυθμό, θα της τον έδινα εγώ.

Το τσιμπούκι πήγε πολύ καλά αν λάβεις υπόψιν ότι ήταν το πρώτο της. Δεν μπορούσε να το πάρει πολύ βαθιά αλλά έβαζε πραγματικά τον καλύτερο εαυτό της.

-"Θα τελειώσω μέσα στο στόμα σου κι εσύ θα τα καταπιείς όλα" της είπα με καυλωμένη φωνή αλλά και με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Της γράπωσα τα μαλιά και πιέζοντάς την άρχισα να επιταχύνω μέχρι που τελικά τελείωσα και μια σεβαστή ποσότητα σπέρματος γέμισε το στόμα της. Τα κατάπιε όλα χωρίς να φέρει την παραμικρή αντίρρηση.

...

Επί τρεις εβδομάδες γινόταν αυτό το πράγμα. Όποτε είχα καύλες την έβαζα να μου παίρνει τσιμπούκι και εκείνη το έκανε πάντα πρόθυμη μέχρι που έμαθε να τον παίρνει όλο στο στόμα της. Συν τοις άλλοις, σιγά σιγά την είχα βάλει στο τριπάκι ότι εγώ διατάζω κι εκείνη υπακούει. Όχι τίποτα σκληρό, απλά οποιεσδήποτε αποφάσεις αφορούσαν τους δυο μας τις έπαιρνα εγώ. Από το τι θα φάμε και που θα πάμε, μέχρι πιο έργο θα δούμε.

Κάποιο βράδυ αφού είχαμε χαμουρευτεί και ενώ με έγλειφε αφού τον πήρε καλά στο στόμα της σταμάτησε. Γονατισμένη μπροστά μου μου ζήτησε να της κάνω έρωτα.

-"Δεν είσαι ακόμα έτοιμη γι αυτό" της είπα ορθά-κοφτά.

-"Όχι, μωρό μου, είμαι" με διαβεβαίωσε.

-"Δεν είσαι της είπα. Την πρώτη φορά που θα σε κάνω δικιά μου θα είσαι πλήρως παραδομένη σ' εμένα".

-"Είμαι Γ. μου" μου είπε. "Είμαι δικιά σου."

-"Ναι, ε;" της είπα. "Let's put it to a test".

Με κοίταξε αβέβαιη.

-"Πέσε στα τέσσερα και γλείψε μου τα πόδια" τη διέταξα.

Με κοίταξε για ελάχιστα δευτερόλεπτα αναποφάσιστη. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μετά έπεσε στα τέσσερα και άρχισε να μου γλείφει τα πόδια.

Σήκωσα το ένα πόδι και έφερα τα δάχτυλά μου μπροστά στο στόμα της. "Γλείφ'τα" τη διέταξα.

Υπάκουσε.

Τα έγλειψε για λίγο μέχρι που τη σταμάτησα.

-"Το πέρασα το τεστ" με ρώτησε εκνευρισμένη.

-"Όχι" της είπα. "Δεν το πέρασες. Δεν θέλω φούρκες."

Σα να έσπασε κάτι μέσα της.

-"Γιατί το κάνεις αυτό;" με ρώτησε με δάκρυα στα μάτια.

-"Γιατί όταν πριν σε κάνω <<δικιά μου>> πρέπει να είσαι *ήδη* δικιά μου".

-"Είμαι" μου ξαναείπε. "Είμαι δικιά σου."

Της τον έβαλα στο στόμα και τον πήρε βαθιά μέσα. Όταν έκρινα ότι είχε σαλιωθεί επαρκώς τραβήχτηκα. Σηκώθηκα και την έπιασα από το χέρι να σηκωθεί και αυτή. Την έβαλα στα τέσσερα με τα χέρια της πάνω στην πλάτη του καναπέ και τον κώλο της να στέκεται ολόγυμνος, λαχταριστός και ανυπεράσπιστος μπροστά μου.

-"Είσαι δικιά μου" την ρώτησα;

-"Είμαι δικιά σου" μου απάντησε.

Της έριξα μια μέτριας δύναμης ξυλιά στα κωλομέρια και ακούμπησα τον πούτσο μου πάνω στην κωλοτρυπίδα της.

-"Είσαι δικιά μου, Μ." την ρώτησα και ταυτόχρονα πίεσα πολύ ελαφριά τον πούτσο μου.

-"Ναι, είμαι" μου απάντησε.

Ήταν πολύ σφιχτή και δυσκολεύτηκα να μπω μέσα της. Η Μ. πόνεσε πολύ και το έδειξε.

-"Αν θέλεις" της είπα "σταματάω".

Δεν είπε τίποτα αλλά δεν τραβήχτηκε κιόλας. Τραβήχτηκα σιγά-σιγά έξω και μετά την τον ξαναέβαλα μέσα. Και ξανά αλλά πιο δυνατά και πιο απότομα. Μούγκρισε αλλά δεν με σταμάτησε. Τότε κι εγώ άρχισα να τη γαμάω δυνατά και με φόρα. Τη γαμούσα δυνατά γιατί ήθελα να την πονέσω. Δεν το έβλεπα πλέον σαν πρόκληση, απλά γούσταρα που τη γαμούσα βίαια από τον κώλο. Όταν ένιωθα ότι θα τελειώσω έκοβα το ρυθμό μου για να μου φύγει και μετά ξανά πάλι. Και ξανά και ξανά και ξανά. Μέχρι που ο κώλος της άνοιξε και δεν τον ένιωθα πια σφιχτό, μέχρι που άρχισα να νιώθω πως αν δεν τελειώσω τώρα μετά θα έχει ανοίξει τόσο που δεν θα καταφέρω να τελειώσω.

Με ένα τελευταίο τράβηγμα καρφώθηκα στον κώλο της και ένιωσα την έκρηξη κάτω. Κάθισα ακίνητος ενώ ο πούτσος μου δονούνταν γεμίζοντάς τον κώλο της καυτό σπέρμα.

Τραβήχτηκα και την άφησα στα τέσσερα και πήγα μέσα στην τουαλέτα να πλυθώ. Όταν γύρισα η Μ. πήγε με τη σειρά της στην τουαλέτα -τρέχοντας- και γύρισε και κάθισε δίπλα μου.

-"Λοιπόν;" με ρώτησε.

-"Λοιπόν;" της απάντησα.

-"Εγώ ρώτησα" μου είπε.

-"Κι εγώ απάντησα" της είπα δίνοντάς της να καταλάβει ότι δεν ήθελα να δώσει συνέχεια στην κουβέντα.

Δεν συνέχισε. Την πήρα αγκαλιά, τη φίλησα και πήγαμε στο κρεβάτι της. Την πήρα αγκαλιά και κοιμηθήκαμε.

...

Για ένα μήνα ακόμα το μόνο που κάναμε ήταν να μου παίρνει τσιμπούκια και να την παίρνω ανά 4-5 μέρες από τον κώλο.

Μια μέρα της είπα να έρθει από το σπίτι μου. Είχα κρίνει ότι ήταν έτοιμη και αν και η πράξη μου φαινόταν ανόητα ρομαντική ήθελα να της δώσω αυτό που ονειρευόταν.

Της μαγείρεψα -εντάξει, έψησα μπριζόλες αλλά τόσο μπορούσα να κάνω, τόσο έκανα- ήπιαμε στο σαλόνι εκείνη το ποτό της, εγώ την πορτοκαλάδα μου και την έπιασα από το χέρι και την πήγα στο δωμάτιό μου του οποίου την πόρτα είχα κλειστή.

Στο δωμάτιο είχα ενώσει τα δύο μονά κρεβάτια σε ένα διπλό, και πάνω στα κομοδίνα είχα ανάψει αρωματικά κεριά. Και, μη γελάσετε, είχα στρώσει το κρεβάτι με ροδοπέταλα.

Η Μ. ψιλοχάζεψε με το θέαμα και δάκρυσε. Εγώ πάλι την αγκάλιασα και τη φίλησα τρυφερά και την έγδυσα και την έβαλα να ξαπλώσει και άρχισα να τη φιλάω και να τη γλείφω σε όλο της το σώμα μέχρι που ήταν έτοιμη να εκραγεί.

Μπήκα όσο πιο τρυφερά μπορούσα και κατάφερα ο πόνος της πρώτης της φοράς να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια ασήμαντη ενόχληση.

Άρχισα να κινούμαι ενώ ταυτόχρονα τη φιλούσα. Κάποια στιγμή που ένιωσα ότι μπορώ να βάλω λίγη περισσότερη δύναμη χωρίς να την πονέσω, το έκανα. Την πήγα σιγά-σιγά μέχρι που ένιωσα ότι μπορώ να ξεκινήσω κανονικά. Καρφώθηκα μέσα της και η ανταμοιβή μου ήταν τα βογκητά της ηδονής της.

-"Τώρα είσαι δικιά μου" της είπα ψιθυριστά και επιτάχυνα το ρυθμό μου.

Περί τριωνύμων



Είναι αλήθεια ότι είχα ενδιαφέροντα -με την κινέζικη έννοια- φοιτητικά χρόνια. Εκεί άλλωστε έζησα την πιο παράξενη σεξουαλική εμπειρία μου και αν και τη φέρνω από καιρό σε καιρό στη μνήμη μου ως πηγή έμπνευσης για το θεόπνευστο έργο της μαλακίας η αλήθεια είναι ότι ακόμα με κάνει να αισθάνομαι ενοχές. Όχι της απλής συνενοχής αλλά του ανθρώπου που γνωρίζει ένα ανίερο μυστικό το οποίο είναι καταδικασμένος να κουβαλάει μέχρι τέλους.

...

Εγώ και ο συγκάτοικός μου ζούσαμε σε μια στενάχωρη μεζονέτα. Στην πραγματικότητα ήταν ένα δυάρι με μια τουαλέτα και μια σκάλα που ανέβαζε σε μια γκαρσονιέρα. Δεν ξέρω τι ναρκωτικά είχε πάρει ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε αυτή την παπαριά ωστόσο για απένταρους φοιτητές όπως η αφεντιά μου ήταν ευκαιρία καθώς όπως συμβαίνει σε κάθε επαρχιακή φοιτητούπολη που σέβεται τον εαυτό της οι τιμές ήταν άστα να πάνε.

Δεδομένου ότι είχα τηλεόραση και πολλά πολλά βιβλία και δεδομένου ότι δεν κατέβαινα στην κουζίνα παρά μόνο για να φτιάξω καφέ και δεδομένου επίσης ότι είμαι άνθρωπος που δε γουστάρει τις πολλές-πολλές επαφές, αφήναμε ο ένας τον άλλον στην ησυχία του. Άλλωστε ήταν φοιτητής σε διαφορετική σχολή οπότε αφού δεν είχαμε κοινά μαθήματα και κοινές παρέες, το μόνο που μας ένωνε ήταν ότι ζούσαμε σε εκείνο το αρχιτεκτονικό ανουσιούργημα σε απόσταση 5 λεπτών από τον πανεπιστήμιο.

...

Μια Παρασκευή πρωί-πρωί ξύπνησα από τη φασαρία που γινόταν κάτω. Κοίταξα το ρολόι μου, έλεγε 07:30. Κατέβηκα ενοχλημένος να δω τι συμβαίνει και κατεβαίνοντας από τη σκάλα κόντεψα να τρακάρω σε μια χαρωπή γεματούλα ξανθιά, γύρω στα 45, που κρίνοντας από την ομοιότητά της με το συγκάτοικο κατάλαβα πως ήταν η μητέρα του.

-"Συγνώμη αγόρι μου για τη φασαρία που σε ξυπνήσαμε. Πρέπει να είσαι ο Γ." είπε.

-"Καλημέρα" της είπα. "Δε βαριέστε, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα ξύπναγα για να πιω τον καφέ μου" της είπα ψέμματα.

-"Όχι, όχι! Πειράζει, ο ύπνος για σας τους φοιτητές που διαβάζετε είναι κάτι το ιερό!"

Γούρλωσα τα μάτια μου λίγο, μα τι διάολο, από τον Άρη είχε κατέβει; "Μην ανησυχείτε δεν πειράζει, άλλωστε δεν έρχεστε και κάθε μέρα να δείτε το γιο σας."

Από το δωμάτιο βγήκε ο Μ. μαζί με μια πολύ γλυκιά και όμορφη ξανθούλα.

-"Καλημέρα Γ." μου είπε. "Συγνώμη για τη φασαρία", συνέχισε, "αλλά ήρθε η μητέρα μου και η αδερφή μου να μου κάνουν επίσκεψη."

-"Καλώς τα δέχτηκες" του είπα.

-"Δε θα σ' ενοχλήσουμε" είπε μισοαπολλογητικά, "άλλωστε η μάνα μου θα κάτσει μόνο μέχρι την Κυριακή. Η Ν..." είπε και έδειξε την αδερφή του "θα κάτσει μέχρι την άλλη Κυριακή αλλά σου υπόσχομαι πως δε θα σ' ενοχλήσουμε".

-"Μην το ξαναπείς αυτό" του είπα. Γύρισα στις άλλες δύο και τους είπα "Κυρίες μου, χάρηκα για την γνωριμία και τώρα με την άδειά σας θα σας αφήσω να πάω πάνω να ετοιμαστώ γιατί σε λίγο θα πρέπει να πάω στη σχολή." είπα και ανέβηκα πάνω βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή. Με αυτές τις δύο κάτω δε θα μπορούσα να γυρνάω ότι ώρα μου καυλώσει, θα πρέπει να κρατάμε και τα προσχήματα, τουλάχιστον όσο ήταν η μάνα του εδώ. Και θα έμενε όλο το ΣΚ.

-"Το μεσημέρι θα μαγειρέψω" είπε η μητέρα του.

-"Ξέρετε, τρώω στη λέσχη" πήγα να πω αλλά με διέκοψε.

-"Δεν ακούω κουβέντα, εφόσον δεν έχεις μαθήματα το μεσημέρι θα έρθεις εδώ να φάμε."

-"Εντάξει" της είπα. "Σας ευχαριστώ πολύ".

Αφού ετοιμάστηκα κατέβηκα κάτω να φτιάξω ένα καφέ έχοντας τις σημειώσεις του Απειροστικού-1 υπό μάλης. Στο κουζινάκι ήταν η αδερφή του Μ. η οποία περίμενε τα τοστ να ψηθούν. Καθώς έφτιαχνα τον καφέ της έριχνα εντέχνως και χωρίς να το πάρει χαμπάρι κρυφές ματιές. Ωραίο κομμάτι, πρέπει να ήταν πάνω από 16-17, ξανθούλα, πολύ γλυκιά και με πολλά υποσχόμενο σώμα -τουλάχιστον όπως διαγραφόταν κάτω από τα ρούχα της. Έφτιαξα στα γρήγορα τον καφέ μου και πήγα μέσα στο σαλονάκι για να τον πιω. Εκεί καθόταν και ο Μ. με τη μητέρα του και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Κάθισα σε μια άκρη με τον απειροστικό στο χέρι και ήπια τον καφέ μου μέχρι που ήρθε η ώρα να φύγω. Εκεί τους χαιρέτησα ευγενικά, ανέβηκα πάνω να πάρω τα τετράδιά μου, και έφυγα.

...

Αυτή τη φορά το παραέκανα με το μεξικάνικο. Σε ένα ιδιότυπο chicken με έναν από την παρέα μου αποφάσισα να δοκιμάσω το πικάντικο τύπου 2-φ. Δεδομένου ότι με το απλό φ ήθελες να βάλεις τα κλάματα, ήθελε ιδιαίτερη επίδειξη μαλακίας -τότε το λέγαμε ανδρισμό- για να δοκιμάσεις το 2-φ και εγώ δεν είμαι από αυτούς που αφήνουν τις προκλήσεις αναπάντητες.

Το βράδυ ωστόσο με πήγε "καμαρώτο τη λεκάνη". Την τρίτη φορά που βγήκα από την τουαλέτα με τον κώλο να πετάει φωτιές άκουσα κάτι σαν βογκητό. Κοκάλωσα για μερικά δευτερόλεπτα και τότε το ξανάκουσα. Αντρικό βογκητό. Τον μαλάκα, πάλι θα τον έχει κάνει λάστιχο με τις τσόντες - το συνήθιζε αυτό ο Μ. Ακούστηκε τρίτο βογκητό ακόμα πιο δυνατό. "Θα ξυπνήσει την αδερφή του ο μαλάκας" είπα μέσα μου.

Πήγα στο δωμάτιό του και έστησα αυτί. Η πόρτα δεν ήταν κλειστή τελείως και το δωμάτιο φωτιζόταν από την οθόνη μπροστά στην οποία ο μαλάκας αποδείκνυε το ταλέντο του. Δηλαδή έτσι υπέθεσα γιατί άνοιξα την πόρτα για να του πω σιγανά "παίξτον πιο σιγά ρε μαλάκα θα ξυπνήσεις τον κόσμο".

Δεν είπα τίποτα παρά έμεινα να χάσκω σαν μαλάκας.

Ο Μ. καθόταν στην καρέκλα/πολυθρόνα του υπολογιστή και η Ν. γυμνή από πάνω, γονατισμένη μπροστά του και του έπαιρνε τσιμπούκι.

Σε λίγο ήταν τρεις οι μαλάκες που έχασκαν ενώ κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Από το στόμα της Ν. έτρεχαν τα χύσια του Μ. που μόλις είχε τελειώσει.

Τέτοιο γούρλωμα ματιών εις την τρίτη δεν θα το κατάφερναν ούτε οι πιο φιλόδοξοι βάτραχοι του πιο trendy βάλτου.

Δεν είμαι θρήσκος αλλά το μόνο που μπόρεσα να πω ήταν "Ο Χριστός και η Παναγία". Μα το μεγαλύτερο σοκ δεν ήταν η αποκάλυψη της αιμομιξίας που είχε γίνει μπροστά στα μάτια μου, ήταν η απίστευτη διέγερση που ένιωσα ξαφνικά. Τόση που άρχισα να πονάω ολόκληρος από τη μέση και κάτω,

Για λίγες στιγμές ανταλλάξαμε άβολες ματιές. Δεν ξέρω τι περίμενα να μου πει αλλά ό,τι και να περίμενα δεν μπορούσα να πέσω περισσότερο έξω.

-"Η Ν. κάνει καταπληκτικά τσιμπούκια. Θέλεις να δοκιμάσεις;"

Τα μάτια μου γούρλωσαν τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα πεταχτούν από τις κόγχες τους. Δυστυχώς ομοίως είχε πεταχτεί και ο πούτσος μου από το μποξεράκι.

-"Έλα" μου είπε. "Στο υπόσχομαι δε θα το μετανιώσεις".

Κάτι έσπασε μέσα μου. Σας το ορκίζομαι, σχεδόν άκουσα το "κρακ". Μέσα στο μυαλό μου γινόταν μια απίστευτη πάλη ανάμεσα στους χειρότερους δαίμονές μου και τη συνείδησή μου. Η συνείδηση δεν είχε καμιά ελπίδα.

-"Όχι εδώ" τους είπα. Γύρισα και κοίταξα την Ν.

-"Έλα μαζί μου" τη διέταξα.

Ο Μ. κάτι πήγε να πει αλλά το βλέμμα μου δε σήκωνε αντιρρήσεις.

-"Ή έτσι ή καθόλου" και το καθόλου ακούστηκε τόσο απειλητικό που ταράχτηκαν και οι δύο.

Ανεβήκαμε στο δωμάτιό μου.

-"Γδύσου" της είπα και εκείνη με υπάκουσε βγάζοντας το κυλοτάκι της.

-"Κάνε μια στροφή". Το έκανε.

Μέτριο σε μέγεθος στήθος αλλά στητό και με ωραία ρόγα. Στρογγυλός και πεταχτός κώλος, υπέροχα.

Όπως ήμουν όρθιος την έπιασα και την έβαλα να γονατίσει. Μετά της τον έβαλα στο στόμα και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα τη γέμισα με καυτό χύσι. Την άφησα να καταπιεί και την έβαλα να συνεχίσει να τον γλείφει. Ένιωθα μια περίεργη ανίερη ευδαιμονία και δεν είχε να κάνει με την μέτρια τέχνη της Ν. Σταμάτησα.

Οι δαίμονες μέσα μου είχαν κερδίσει τόσο ολοκληρωτικά που ένιωσα άλλος άνθρωπος. Τραβήχτηκα από το στόμα της και πήγα στην πόρτα. "Μ, ανέβα πάνω κι εσύ."

-"Σας διέκοψα προηγουμένως. Συνεχίστε".

Ο Μ. χωρίς να πει τίποτα πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η Ν. ανέβηκε και αυτή και άρχισε να τον ρουφάει.

-"Κάτσε στα τέσσερα" τη διέταξα. Μου τούρλωσε τον υπέροχο κώλο της κι όπως τσιμπούκωνε τον ίδιο της τον αδερφό χώθηκα από πίσω της. Ο Μ τέλειωσε πριν από μένα γιατί τον άκουσα να λέει βογγόντας "Χύνωωωωωωω αααχ ναι αααααααααααααχ". Αυτό ήταν δεν κρατήθηκα άλλο και έχυσα κι εγώ στο κωλαράκι της.

Δεν πήγα μάθημα εκείνη την μέρα. Ούτε την επόμενη. Ούτε την μεθεπόμενη. Μέχρι που έφυγε την Κυριακή την περάσαμε μέσα με πίτσα, πούτσα και νάνι. Κοιμόμασταν, ξυπνάγαμε, γαμιόμασταν. Τρώγαμε, βλέπαμε τηλεόραση και γαμιόμασταν.

Πότε τη γαμούσα μόνος μου, πότε τη γαμούσα και μας έβλεπε, πότε τη γαμούσε και τους έβλεπα, πότε τη γαμούσαμε και οι δυο μαζί. Ήταν ένα όνειρο. 5 μέρες άγριου, άρρωστου, παθιασμένου γαμησιού.

...

Όταν έφυγε η Ν τα πράγματα άλλαξαν. Μπορεί να είχαμε περάσει 5 μέρες αχαλίνωτου σεξ αλλά με το που έφυγε και σταμάτησε αυτή η συνεχής ροή ορμονών η συνειδητοποίηση του τι είχα δει και του τι είχα κάνει επέστρεψε και μαζί της επέστρεψε και η συνείδησή μου.

Πέντε μέρες μπορεί να τους είχα δει από οποιαδήποτε μεριά να κάνουν το κάθε τι πιθανό και απίθανο αλλά πλέον δε θα μπορούσα να αντικρίσω ούτε τον ένα ούτε τον άλλον. Όσο για τον εαυτό μου... θα μάθαινα να ζω με αυτό.

...

Θυμάμαι που είχα ρωτήσει ένα φίλο που είχε περάσει ένα χρόνο νωρίτερα σε μια άλλη πόλη: "Ρε συ πως είναι η φοιτητική ζωή;" Μου είχε απαντήσει μονολεκτικά "Ενδιαφέρουσα" και με είχε τσαντίσει. Άκου "ενδιαφέρουσα"...

...πόσο δίκιο είχε.

Saturday, February 4, 2012

Αλγεβρική θεωρεία α-πιθανοτήτων


-"Βγάλε τη μπλούζα σου" τη διέταξα με τη φωνή βραχνή από την καύλα κι εκείνη υπάκουσε.

Αν ήμουν καρτούν το σαγόνι μου θα έπεφτε στο πάτωμα. Εκείνη απλά έβαλε τα γέλια.

Πώς φτάσαμε εκεί;

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Σπίτι, διάβασμα, πανεπιστήμιο, διαλέξεις, γραφείο, δουλειά, σπίτι, διάβασμα και ο κύκλος να επαναλαμβάνεται. Ως μαθηματικός δύο κλάδους μισούσα, την Άλγεβρα και τη Θεωρεία πιθανοτήτων. Και πόσο τη μισούσα αυτή τη γαμημένη την άλγεβρα. Γαμώ τις πιθανότητες και γαμώ τις κατανομές. Γαμώ την άλγεβρα και γαμώ τις ομάδες και γαμώ τους δακτυλίους και γαμώ τα σώματα.

Είπα γαμώ τα σώματα και θυμήθηκα την Εύη. Δευτεροετής, λιγερόκορμη, φανερά εμπροσθοβαρής με κοντό καρέ καστανό μαλλί και υπέροχο κώλο όπως τουλάχιστον αυτός διαγραφόταν κάτω από το παντελόνι. Κουκλίτσα σκέτη και σε μια σχολή όπως το μαθηματικό δεν ήταν περίεργο που έγινε ατραξιόν.

Αμφιθέατρο. Περιμένουμε την Σούζι που τσούζει να έρθει για να ξεκινήσει την παράδοση στις Πιθανότητες. Το μυαλό μου είναι αλλού, φαντάζεται όλο και πιο φρικιαστικούς και βίαιους θανάτους στους οποίους θα υπέβαλα όποιον καριόλη συνέβαλε στην ανάπτυξη της θ. Πιθανοτήτων, από τον Πασκάλ μέχρι τον Κολμογκόροφ κι ας έπαιρνε και η μπάλα αγαπημένους μαθηματικούς όπως ο Γκάους ή Λεμπέκ. Εντάξει, ίσως να άφηνα τον Γκάους απ' έξω.

Εκεί χαμένος στις φαντασιώσεις μου δεν παίρνω χαμπάρι την Εύη που έχει σταθεί δίπλα μου και μου ζητάει να σηκωθώ για να περάσει. Γυρίζω και την κοιτάω και πνίγω μια χριστοπαναγία που μου βγήκε αυθόρμητα. Σηκώνομαι και η τύπισσα περνάει και κάθεται δίπλα μου.

Κάτι μουρμουράω μέσα στα δόντια μου καθώς ο κώλος της τρίφτηκε πάνω μου αλλά δεν το πιάνει με αποτέλεσμα να γυρίσει και να με ρωτήσει τι είπα.

...Σε άπταιστη βλαχάντερ.

Μαλάκα μου ένας θεός ξέρει πως κρατήθηκα και δεν έβαλα τα γέλια.

Το μάθημα ήταν μια κόλαση. Από τη μια η Σούζι να κάνει μαθηματικές ακροβασίες στον πίνακα και από την άλλη η Εύη να προσπαθεί να συμμετάσχει και εγώ να είμαι μεταξύ του να την βγάλω έξω και να την παίξω για πάρτη της και του να σκάσω στα γέλια. Αυτή η κατάσταση υστερικής ευθυμίας δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εύη η οποία σε κάποια στιγμή με ρώτησε "Έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτά που λέω;"

-"Όχι, όχι... αυτά που λες είναι σκέτη ποίηση."

Έχετε ακούσει την έκφραση "το απλανές βλέμμα της γελάδας"; Το κυριότερο, το έχετε ζήσει από κοντά με μια πολύ όμορφη κοπέλα φανερά ωστόσο υψηλής νοημοσύνης; Αυτό ήταν, δεν άντεξα και έβαλα τα γέλια με κίνδυνο να εισπράξω κανένα κεραυνό από τη Σούζι που πάλευε με ένα ολοκλήρωμα στον πίνακα για να αποδείξει ότι έχει τιμή 1 άρα η συνάρτηση πληροί ένα από τα απολύτως απαραίτητα για κατανομές κριτήριο.

Η Εύη με κοίταξε και αυτή ενοχλημένη αλλά αυτή τη φορά, δόξα τον Αρχιμήδη, τον Εύδοξο και τους λοιπούς αρχαίους μαθηματικούς θεούς αποφάσισε να το βουλώσει.

Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την Εύη και φανταζόμουν -όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα- και η τελευταία. Βέβαια είχαμε το κοινό μάθημα -το οποίο πλέον παρακολουθούσε από μεγάλη από μένα απόσταση- αλλά καμία άλλη επαφή. Αυτό ωστόσο που εκτίμησα, έστω και από απόσταση, ήταν το μυαλό της. Οι πραγματικά καλοί ξεχωρίζουν γι αυτόν που έχει τα μάτια να το δει.

ΧΑ!

Ποια νομίζετε ότι έσκασε μύτη όταν βάλαμε αγγελία για operators/jr administrators?

Η αφεντιά μου ως ο Κθούλου (ήτοι Μεγάλος Παλιός) των φοιτητών στο συγκεκριμένο τμήμα που αναζητούσε φοιτητές -πέραν από τα μισθολογικά οφέλη- είχα υπό την επίβλεψή μου και την ομάδα των νέων φοιτητών.

Είχε τόση σχέση με τους υπολογιστές όσο η προσφορά της με καθηγητή Αγγλικής φιλολογίας στην Οξφόρδη ωστόσο είχε τρία μεγάλα προταιρήματα: Δύο στο μπούστο συν το γεγονός ότι βλαχάντερ ή όχι ήταν απίστευτα έξυπνη κοπέλα και αυτό με ερέθιζε εξίσου με το μπούστο της. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι προσελήφθει μετά βαΐων και κλάδων.

Η σύντομη εκπαίδευσή της κράτησε λιγότερο απ' όσο θα ήθελα καθότι τα έπαιρνε απίστευτα τα γράμματα η ρουφιάνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως αρχίσαμε να κάνουμε κάπως παρέα αν και για τα προσχήματα προσπαθούσα να είμαι απόμακρος, όπως και για τους άλλους φοιτητές.

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Το εξάμηνο περνούσε και φυσικά πλέον στο μάθημα των Πιθανοτήτων δεν καθόμαστε μακρυά ο ένας από τον άλλον. Κάποια στιγμή μου πρότεινε η ίδια να πάμε σπίτι της να λύσουμε μαζί ασκήσεις, μια τελείως σαδομαζοχιστική εμπειρία όταν τις ασκήσεις τις βάζει η Σούζι που τσούζει. Εγώ βέβαια στο μυαλό μου είχα άλλες σαδομαζοχιστικές εμπειρίες ωστόσο καθένας μπορεί να παίξει ανάλογα με το φύλλο που του μοιράστηκε.

Πήγαμε σπίτι της με το σαραβαλάκι μου -Θεός σ'χωρέστο- και μπήκαμε μέσα. Μια γκαρσονιέρα ήταν όλη κι όλη με ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο. Εκεί καθήσαμε και λύσαμε -δηλαδή έλυσε, εγώ αρκέστηκα στην ψυχολογική συμπαράσταση- τις ασκήσεις κάτι το οποίο δεν πήρε και πολύ χρόνο καθότι είπαμε, το κορίτσι ήταν μεγάλη γάτα.

Αφού δεν είχαμε τίποτα να κάνουμε πιάσαμε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, κουβέντα η οποία έφτασε στα προσωπικά. Έμαθα λοιπόν ότι ήταν μόνη της ένα χρόνο και παρά το γεγονός ότι είχε αρκετές προτάσεις δεν ενδιαφερόταν για σχέσεις. Κατόπιν της είπα τα δικά μου και από δω πήγε από κει το φερε η κουβέντα κατέληξε στα σεξουαλικά.

Μου είπε τη μεγάλη της φαντασίωση: Να την εκβιάζει κάποιος ώστε αυτή να του κάνει αυτά που θέλει.

Έβαλα τα γέλια και της είπα: "Κρίμα που είσαι τόσο ευφυής, θα έκανες ευτυχισμένους κάμποσους από τους καθηγητές. Ή πάλι πάρε ένα ρόπαλο και πήγαινε σπάσε το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου και περίμενε τον ιδιοκτήτη να κατέβει."

-"Άσε τις μαλακίες" μου είπε γελώντας.

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Έκανε το σύστημα τόσο ασφαλές που ούτε ο ίδιος ο root δεν μπορούσε να μπει στο mail server. Το πάλεψε είναι η αλήθεια αλλά χωρίς boot σε single user mode δεν μπορούσε να το φτιάξει.

-"Έκανα μια μαλακία" μου είπε "και πρέπει να ρίξουμε τον mail server".

-"Τι έκανες καμάρι μου" τη ρώτησα πνίγοντας το φόβο μου γιατί αυτή το έκανε, εγώ θα το πλήρωνα.

-"Να, άλλαξα το shell του root αλλά έκανα τυπογραφικό λάθος και τώρα ο root δεν μπορεί να κάνει login στην κονσόλα και ούτε su αφού αυτή χρησιμοποιεί το shell του root και αυτό είναι λάθος γραμμένο."

Η καρδιά μου επέστρεψε στη θέση της.

"Εντάξει τις λέω, δεν έγινε και τίποτα. Όπως είπες, κατά τα μεσάνυχτα, θα μπω και θα κάνω shutdown και θα μπω σε sigle user mode. Είσαι τυχερή που το έκανες σε DEC και όχι σε SPARC γιατί τότε θα χρειαζόταν boot από CD και κάμποση αλχημεία. Don't worry"

-"Να έρθω κι εγώ;" με ρώτησε.

-"Αύριο γράφουμε καμάρι μου" της είπα. "Εγώ βέβαια δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω αλλά εσύ δεν έχεις λόγο να ξενυχτίσεις."

-"Όχι, θέλω να έρθω. Αφού την έκανα εγώ τη μαλακία είναι άδικο να κάτσεις μόνος σου να την μπαλώσεις".

Περιμέναμε να πάει η ώρα δωδεκάμιση για να ρίξουμε το server. Τον έριξα και μετά από την consola έκανα boot -s. Αφού φορτώθηκε το sh έκανα τα απαραίτητα ταχυδακτυλουργικά με τη sed προκειμένου να βάλω το σωστό path -και πριν αρχίσετε τις σοφίες θέλω να σας πω πως ο vi δεν έπαιζε τότε σε x-console DEC τα οποία ήταν σχεδιασμένα για χρήση X-Windows.

-"No harm, no foul" μου είπε.

-"Ε, όχι και no foul. Άλλαξες το shell χωρίς να ρωτήσεις."

-"Ε αφού όλοι χρησιμοποιούμε το tcsh γιατί κάθε φορά θα πρέπει να το τρέχουμε ξεχωριστά;"

"Υπάρχει λόγος που το root shell είναι το /sbin/sh και όχι tcsh ή το bash. Το /sbin/sh είναι στατικά linked και μπορεί να τρέξει ακόμα και αν το σύστημα έχει γαμηθεί πατόκορφα, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν το tcsh ή το bash αφού δεν τα έχουμε κάνει στατικά compile. Αλλά ακόμα κι έτσι ποιος σου είπε να επεμβαίνεις στο σύστημα χωρίς τουλάχιστον να ενημερώσεις;"

Κατέβασε το βλέμμα της.

"Τέλος πάντων" της είπα. "Τελειώσαμε για σήμερα, την κάνουμε;"

-"Πάμε για ένα ποτό";

-"Ρε χαϊβάνι γράφουμε αύριο!"

-"Ε και;" με ρώτησε. "Δεν χρειάζεται να είσαι ατσίδας στη θεωρία πιθανοτήτων για να ξέρεις ότι εγώ μάλλον θα περάσω με βαθμό κι εσύ θα μάλλον θα κοπείς."

-"Δε γαμιέται" λέω. "Πάμε". Πήγαμε στο αυγό.

Ούτε εγώ ούτε εκείνη πίναμε. Δεν ήθελε πολύ να γίνουμε κουρούπελα. Και εκεί έκανα κάτι απίθανο για μένα και οι θεοί των πιθανοτήτων αποφάσισαν να μου κάνουν δώρο ή τουλάχιστον να με παρηγορήσουν για το σχεδόν βέβαιο γεγονός ότι θα έγραφα χάλια την επόμενη μέρα.

-"Ξέρεις" της είπα, "χάσαμε την ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωσή σου. Η εχεμύθειά μου για το αποψινό με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές σου υπηρεσίες."

-"Τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται" μου είπε γελώντας.

-"Τι να κάνεις; Είναι η φύση μου τέτοια. Όταν βλέπω damsel in distress πάνω να τη σώσω."

-"Κακώς μου είπε" χαμογελώντας αδιόρατα. "Οι ευκαιρίες είναι κάτι που σου δίνονται σπάνια και ακόμα σπανιότερα δεύτερη φορά."

-"Τότε αιτούμαι δεύτερης ευκαιρίας" της είπα. "Η εχεμύθειά μου για το αποψινό με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές σου υπηρεσίες. Εμπρός, σήκω να πηγαίνουμε".

Νόμιζα ότι κάναμε πλάκα όταν φώναξε το γκαρσόν για να πληρώσουμε. Ακόμα νόμιζα ότι κάναμε πλάκα όταν την πήγα σπίτι της. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω. Ήρθε από τη μεριά μου.

Πάνω που σκεφτόμουν ότι εδώ λέμε καληνύχτα και ο καθένας σπίτι του, αυτή για νάνι, εγώ για μπράτσα μέχρι να βγάλουν κάλους τα χέρια μου με ρώτησε "Δε θα ανέβεις;"

-"Εύη, κομμένη η πλακίτσα" της είπα.

-"Όπως νομίζεις" μου απάντησε.

Με προκαλούσε;

Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκα έξω. Θα δούμε τώρα ποιος είναι η κότα είπα μέσα μου. "Πάμε" τη διέταξα.

Μπήκαμε σπίτι της. Ένιωθα φοβερή αμηχανία και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι αυτό το ιδιότυπο chicken θα τέλειωνε γρήγορα αλλά όπως είχε πει και η ίδια "Οι ευκαιρίες είναι κάτι που σου δίνονται σπάνια και ακόμα σπανιότερα δεύτερη φορά."

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

-"Αν και νομίζω ότι κάνεις πλάκα" της είπα "i will play along". Εκείνη απλά με κοίταξε.

-"Βγάλε τη μπλούζα σου" τη διέταξα με τη φωνή βραχνή από την καύλα.

"Εδώ τελειώνει το σημερινό παιχνίδι" σκέφτηκα μέσα μου αλλά εκείνη υπάκουσε.

Αν ήμουν καρτούν το σαγόνι μου θα έπεφτε στο πάτωμα. Εκείνη απλά έβαλε τα γέλια.

Μπροστά στα μάτια μου, με ένα σουτιέν που πολύ δύσκολα τα έκρυβε, ήταν οι δύο από τους τρεις λόγους για τους οποίους την είχα προσλάβει.

Σηκώθηκα από την καρέκλα και την πλησίασα. Δίστασα για λίγο αλλά τελικά άπλωσα τα χέρια μου και χούφτωσα τα στήθη της. Περίμενα ότι θα μου πει εδώ σταματάμε αλλά δεν έγινε. Τότε παίρνοντας θάρρος έβαλα τα χέρια μου από πίσω και της έλυσα το σουτιέν και το άφησα να πέσει στο πάτωμα.

Έκανα λίγο πίσω και τη θαύμασα. Μετά την έβαλα να καθίσουμε στο κρεββάτι και απλά άρχισα να τη χουφτώνω με μανία ενώ ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο.

Πολλές φορές τον είχα κάνει λάστιχο φαντασιωνόμενος τέτοιες στιγμές μαζί της. Ποιος καλός Θεός είχε ακούσει τις προσευχές μου;

Όπως ήταν καθισμένη στο κρεββάτι σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά της. Έλυσα τη ζώνη μου, κατέβασα το παντελόνι μου και το μποξεράκι μου και ο ορθωμένος πούτσος μου πετάχτηκε μπροστά της. Χωρίς να της πω τίποτα και χωρίς να πει τίποτα απλά τον έσπρωξα στα χείλη της και αυτή τα άνοιξε και τον πήρε μέσα.

Παρθένα δεν ήταν με την καμία. Η τεχνική της δεν μπορώ να πω ότι ήταν η καλύτερη που έχω συναντήσει ωστόσο μπορούσε να τον πάρει πολύ πιο βαθιά απ' όλες όσες είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Την άρπαξα από το κεφάλι και της είπα να βάλει το ένα χέρι της γύρω από τον πούτσο μου για να μην πνίγεται. Αυτό το mouth fuck δεν κράτησε πολύ, έκανα να τραβηχτώ για να τον παίξω αλλά εκείνη με κράτησε από τα κωλομάγουλα και έτσι έχυσα στα χείλη της και μέσα στο στόμα της.

Τα κατάπιε όλα. Ακόμα και αυτά που είχαν χυθεί στα χείλη της απλά τα έγλειψε. Όταν καθαρίστηκε τον ξαναπήρε στο στόμα της μέχρι που μου ξανασηκώθηκε. Δεν ήθελε και πολύ, μικρός ήμουν τότε.

Πρέπει να το κάναμε τρεις-τέσσερις φορές εκείνο το βράδυ. Αλλά αυτό που μου έμεινε περισσότερο και από το τσιμπούκι ήταν όταν την πήρα από πίσω. Είχε πραγματικά υπέροχο κώλο και ήταν σφιχτή.

Την έβαλα να σκύψει στο τραπέζι πάνω και την χούφτωσα βίαια στα στήθη. Μετά πήρα το ένα χέρι και το σάλιωσα ενώ το άλλο συνέχιζε να τη μαλάζει. Παιδεύτηκα αρκετά μέχρι να καταφέρω να μπω μέσα της και πόνεσε και μου το έδειξε αλλά δεν έδωσα σημασία. Απλά συνέχισα να τη γαμάω σα να μην έτρεχε τίποτα και εκείνη παρά τον πόνο και τις φωνές δεν τραβήχτηκε.

Παρά το ότι μου είχε πάρει πίπα και το είχαμε κάνει και άλλες δυο φορές δεν μου πήρε και πολύ να τελειώσω -όχι ότι είχα και πολλά να βγάλω είναι η αλήθεια.

Μετά αφού κάναμε μαζί ντουζ, πέσαμε ξεροί για ύπνο μέχρι τις 8:00 όπου ξυπνήσαμε. Εκεί είχαμε και την τελευταία σεξουαλική μας επαφή, από τον κώλο πάλι αλλά αυτή ξαπλωμένη μπρούμητα.

-"Νομίζω ότι εσύ χρειάζεσαι περισσότερο την κωλοφαρδία απ' ότι εγώ σήμερα" μου είπε και εδώ που τα λέμε δεν είχε άδικο ωστόσο αποφάσισα ότι προτιμούσα την παρθενία του κώλου μου από την αμφίβολη αύξηση των πιθανοτήτων μου να γράψω καλά στην Θεωρία Πιθανοτήτων.

Έγραψε 10 και έγραψα 4. Αναμενόμενο.

Δεν ξανακάναμε σεξ. Η ίδια το είπε ξεκάθαρα, δεν επιζητούσε σχέσεις και η αλήθεια είναι ότι στον μισό χρόνο που κάθησε ακόμα -τέλειωσε το μαθηματικό στα 2.5 χρόνια και μετά πήγε με υποτροφία στο Princeton- δεν είδα να έχει κάνει σχέσεις με κάποιον.

Δεν ξέρω αν εγώ ήμουν ο μόνος ή ένας από τους λίγους τυχερούς που τη χάρηκαν όσο έμεινε στο Π. τση Κ. και εδώ που τα λέμε τι σημασία έχει;

Τη Θ. Πιθανοτήτων τελικά την πέρασα το επόμενο έτος με άλλο καθηγητή και ήταν και το τελευταίο μάθημά μου. Ίσως ήταν μια αφιέρωση στην Εύη το δεκάρι που τσίμπησα κι εγώ αλλά τότε δεν είπα κουβέντα στη "Γαλάτεια", τον πρώτο μου μέχρι τότε έρωτα, με την οποία έκανα σχέση τρεις μήνες μετά τα συμβάντα που ανέφερα πιο πάνω.

Από τότε αποφάσισα να αγαπώ όλα τα μαθηματικά. Ακόμα και την Άλγεβρα, ακόμα και τη συνδυαστική ακόμα περισσότερο δε την Θεωρία Πιθανοτήτων.

Ποια η πιθανότητα να γνωρίσεις σε μια διάλεξη της Θεωρίας Πιθανοτήτων μια κοπέλα που θα σου πραγματοποιούσε μια φαντασίωση την οποία θεωρούσες απίθανη;

Είναι ένα τρελό-τρελό σύμπαν αυτό στο οποίο ζούμε και η Τύχη -όπως λέει και η κβαντική φυσική- είναι η σκληρή του Mistress. Είναι σκληρή, είναι ατίθαση και απρόβλεπτη και συνήθως είναι σκυθρωπή. Καμιά φορά ωστόσο χαμογελάει...

Και έχει υπέροχο χαμόγελο η πουτάνα.

Thursday, January 26, 2012

Το παγωμένο δωμάτιο



Η κοπέλα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Είναι κρύο και λιτά επιπλωμένο. Ένας τριθέσιος καναπές, ένα κρεββάτι και τίποτε άλλο. Στον καναπέ κάθεται ένας άντρας. Είναι Ινδός ή Πακιστανός, δεν μπορεί να τον ξεχωρίσει. Από το σώμα του αναδύεται μια αποπντική μπόχα της ιδρωτίλας και απλυσιάς. Ο άντρας τη βλέπει και χαμογελάει πρόστυχα. Παρά το κρύο βγάζει το παντελόνι του και το σώβρακό του. Της γνέφει να έρθει να καθήσει δίπλα του. Τη χουφτώνει βίαια στο στήθος και τη γδύνει. Της πιάνει το κεφάλι και την βάζει να σκύψει πάνω από το γυμνό του πέος. Η κοπέλα με δυσκολία προσπαθεί να καταπιεί την αναγούλα που νιώθει από τη βρώμα που αναδύει το ερεθισμένο όργανό του. Ο άντρας την πιέζει και τελικά το βάζει όλο στο στόμα της. Την πνίγει. Νιώθει ακόμα πιο έντονα την αναγούλα αλλά προσπαθεί να κρατηθεί γιατί ξέρει τι την περιμένει έτσι και δεν τα καταφέρει.

Δεν έχει τύχη σήμερα. Αυτός ανήκει στην κατηγορία των αντρών που δεν τελειώνει εύκολα με μια πίπα. Τον γλείφει και τον ρουφάει με όλο της το είναι να είναι αφωσιομένο σε μια σκέψη: Κάντο χωρίς να κάνεις εμετό. Άντεξε! Άντεξε!

Τελικά ο άντρας βγάζοντας ένα βαθύ βογγητό χύνει μέσα στο στόμα της. Βάζει όλη τη δύναμη της θέλησής της και καταφέρνει να καταπιεί το πικρό του σπέρμα χωρίς να κάνει εμετό και χωρίς να δείξει αηδία.

Μα δεν έχει τύχη σήμερα. Σε λιγάκι έχει ερεθιστεί πάλι και την βάζει να τον γλείψει εκ νέου. Αυτή τη φορά όμως τη σταματάει. Την βάζει να σκύψει και για λίγο θαυμάζει τον κώλο της. Για λίγο. Μετά εισέρχεται βίαια μέσα της. Η κοπέλα μουγκρίζει από τον πόνο. Σα να ήταν σύνθημα αυτό ο άντρας αρχίζει να κουνιέται ακόμα πιο γρήγορα, ακόμα πιο βίαια. Ο κώλος της πονάει και προσπαθεί να βάλει το μυαλό της να πάει αλλού. Μάταια. Δεν είναι η μέρα της.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Μια σκοτεινή φιγούρα διασχίζει βιαστικά ένα σκοτεινό σοκάκι. Παρόλο το βιαστικό περπάτημα δεν έχει αντιληφθεί μια άλλη σκοτεινή φιγούρα που την ακολουθεί. Οι δύο φιγούρες συναντιώνται τελικά και γίνονται μία. Η μία φιγούρα καταρρέει. Η άλλη φιγούρα τη σέρνει και την ακουμπάει σε μια εσοχή. Φεύγει και γυρίζει γρήγορα με ένα αυτοκίνητο με σβηστά φώτα. Ανοίγει το πορτ μπαγκάζ και με κάποια δυσκολία βάζει την άλλη φιγούρα μέσα. Κλείνει το πορτ μπαγκάζ και αφού βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κάποιος μάρτυρας στο σύντομο δράμα που πέχτηκε, μπαίνει στο αυτοκίνητο και ξεκινάει. Στην άκρη του σοκακιού ανάβει τα φώτα, στρίβει αριστερά και χάνεται μέσα στη νύχτα.

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Παρά το κρύο στο δωμάτιο η κοπέλα δεν έχει σηκωθεί από τον καναπέ. Ο άντρας έφυγε αφού την πήρε άλλη μία φορά. Ο κώλος της πονάει. Η πόρτα ανοίγει. Σηκώνεται με το ζόρι και βγαίνει έξω. Στο διάδρομο έχει ευχάριστη ζέστη και η κοπέλα την υποδέχεται με ανακούφιση. Στην άλλη άκρη υπάρχει μια άλλη πόρτα και ο δεσμοφύλακας και δήμιός της την ανοίγει. Είναι η πόρτα του κελιού της. Ένα κρεβάτι, ένας νιπτήρας, μια ντουζιέρα και μια λεκάνη. Και μια κάμερα που την παρακολουθεί μέρα-νύχτα.

Η κοπέλα μπαίνει μέσα και πηγαίνει και σκύβει πάνω από την λεκάνη και ξερνάει. Ο δεσμοφύλακάς της την κοιτάει χωρίς οίκτο και της ανακοινώνει πως ο επόμενος πελάτης θα έρθει σε μια ώρα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του ενώ η κοπέλα ακόμα ξερνάει. Τελικά εξαντλημένη πέφτει στη μοκέτα και βάζει τα κλάμματα.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Ανοίγει τα μάτια της. Δεν αναγνωρίζει το μέρος αλλά αρχικά είναι πολύ ζαλισμένη για να ανησυχήσει. Παραήπιε στο πάρτι της σχολής της χθες. Είναι ξαπλωμένη σ' ένα κρεββάτι με τα ρούχα που φόραγε στο πάρτι. Στους τοίχους δεν υπάρχουν παράθυρα. Μια πόρτα υπάρχει μόνο και αυτή είναι κλειδωμένη. Τραντάζει την πόρτα -έχει αρχίσει να ανησυχεί στα σοβαρά πια- και φωνάζει αν είναι κάποιος εκεί. Δεν παίρνει απάντηση. Χτυπάει την πόρτα με μανία. Τίποτα. Κάθεται στο κρεββάτι φοβισμένη για τα καλά.

-"Ξύπνησες πουτανίτσα;"

Γυρνάει ξαφνιασμένη προσπαθώντας μάταια να εντοπίσει την προέλευση της φωνής. Δεν δίνει καν σημασία στο πώς την αποκάλεσαι.

-"Ποιος είσαι; Πού είσαι; Άνοιξέ μου!"

-"Όλα στον καιρό τους" της απαντάει η φωνή.

-"Άσε με να φύγω! Ποιος είσαι; Γιατί με κρατάς; Άσε με να φύγω!"

Η απάντηση που παίρνει κάνει το αίμα της να παγώσει.

-"Βγάλε το σκασμό πουτάνα αλλιώς δε θα βγεις ζωντανή από αυτή την ιστορία."

Νιώθει ταυτόχρονα φόβο και οργή. Κάτι ωστόσο στη φωνή του την κάνει να καταπνίξει την οργή της. Δεν είναι απλά η απειλή. Είναι η φωνή που την εκτόξευσε. Δεν ήταν οργισμένη. Ήταν... ήταν... τι σκατά ήταν;

Ξαφνικά κατάλαβε. Δεν ήταν απειλή. Ήταν δήλωση.

-"Θαυμάσια" ακούστηκε η φωνή. "Μιας που έβγαλες το σκασμό βγάλε και το φόρεμά σου να δω τα βυζάκια σου."

Η κοπέλα κοκάλωσε από την οργή. Πριν καν καταφέρει να μιλήσει ωστόσο η φωνή τη διέκοψε.

Πάλι ο ίδιος τόνος.

-"Δε θέλεις να μπω στο δωμάτιο και να μην έχεις κάνει αυτό που σε διέταξα."

Πώς στο διάβολο μπορούσε να σε τρομάξει έτσι μια φωνή;

-"Είναι η τελευταία φορά που θα επαναλάβω κάτι χωρίς συνέπειες για σένα. Βγάλε το φόρεμά σου."

Δήλωση. Όχι απειλή, απλά δήλωση. Δήλωση χειρότερη από απειλή.

Ενώ προσπαθούσε να αποφασίσει τι θα κάνει η πόρτα άνοιξε χωρίς να ακουστεί ήχος ξεκλειδώματος και ένας άντρας που φορούσε μάσκα μπήκε στο δωμάτιο. Πριν το μυαλό της καν πάρει στροφές από την απρόσμενη εξέλιξη ο άνδρας την πλησίασε και της έριξε μια γερή γροθιά στο πρόσωπο. Ο κόσμος της γέμισε με αστεράκια. Μέχρι να καθαρίσει το οπτικό της πεδίο ο άντρας είχε εξαφανιστεί από το δωμάτιο. Έτρεξε προς την πόρτα αλλά την βρήκε κλειδωμένη.

-"Πρώτη παράβαση" άκουσε τη φωνή να λέει. "Και τώρα βγάλε το φόρεμα σου."

Αυτή τη φορά υπάκουσε. Γεμάτη ντροπή κατέβασε το φόρεμά της και έμεινε με το σουτιέν της και το στρινγκάκι.

-"Πωπωπωπω κάτι βυζάρες" ακούστηκε η περιπαιχτική του φωνή και την έκανε να νιώσει ακόμα πιο άσχημα. "Καλά σε είχα κόψει τι τούμπανο είσαι" συνέχισε.

Η κοπέλα δεν είπε τίποτα.

-"Για βγάλε και το σουτιέν να δούμε πόσο καλά τα πάνε τα βυζιά σου με τη βαρύτητα."

Δίστασε πάλι.

-"Θέλεις να ανακαλύψεις τις συνέπειες της δεύτερης παράβασης;" την ρώτησε η φωνή.

Η κοπέλα έβαλε τα χέρια πίσω από την πλάτη της και έλυσε το σουτιέν. Το άφησε να πέσει και προσπάθησε να καλύψει με τα χέρια της τα στήθη της.

-"Έλα, άσε τις ντροπές τώρα που μπαίνουμε στο ψητό" της είπε η φωνή. "Κατέβασε τα χέρια σου" συμπλήρωσε.

Νικημένη κατέβασε τα χέρια της.

-"Κατερίνα - Βαρύτητα σημειώσατε 1" είπε η περιπαιχτική φωνή.

Η κοπέλα ακούγοντας το όνομά της ξέσπασε σε λυγμούς.

-"Που με ξέρεις; Ποιος είσαι;"

Έκλαιγε πια με λυγμούς. Κάτι της είπε αλλά δεν το άκουσε.

-"Τι... τι είπες;" τον ρώτησε μέσα στα αναφιλητά της.

-"Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω" της είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Οι δικαστές κάθονται στα έδρανά τους ενώ οι παρεβρισκόμενοι στο δικαστήριο στέκονται όρθιοι.

Στη μεριά του κατηγόρου κάθεται μια κοπέλα. Από πίσω της ένας ηλικιωμένος άνδρας. Στη μεριά του κατηγορουμένου βρίσκεται ένας νέος άνδρας.

-"Άρχεται η συνεδρίασις" λέει ο δικαστής. Η δίκη του Ιωάννη Δαβέρη που κατηγορείται για απαγωγή, μαστρωπία και κατά συρροή βιασμό της Αικατερίνης Νικολοπούλου έχει μόλις ξεκινήσει.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Ο δεσμοφύλακας της ανοίγει την πόρτα, και η κοπέλα βγαίνει έξω. Την πιάνει και την πάει σ' ένα δωμάτιο. Ανοίγει την πόρτα και την πετάει μέσα. Παρά το κρύο που επικρατεί στο δωμάτιο εκείνο τρεις άντρες την περιμένουν γυμνοί. Ο δεσμοφύλακας της λέει "Τα παιδιά εδώ είναι από την Αλβανία και εργάζονται σκληρά για το αφεντικό. Κοίτα να τα ικανοποιήσεις καλά γιατί αλλιώς... ξέρεις".

Ήξερε.

Ο δήμιος και δεσμοφύλακάς της βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει την πόρτα πίσω του. Οι τρεις αλβανοί την κοιτάνε ξελιγωμένοι.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
-"Τώρα που είδαμε τα βυζάκια σου για να δούμε και το κωλαράκι σου" της είπε η φωνή.

Κάτι μέσα της έσπασε.

-"Να πα να γαμηθείς παλιοκαριόλη."

-"Δεύτερη παράβαση" της ανακοίνωσε η φωνή.

Πήρε αμυντική στάση περιμένοντας την πόρτα να ανοίξει.

Κενό

Όταν συνήλθε ήταν κρεμασμένη με τα χέρια τεντωμένα. Ένα περικάρπιο με ένα κρίκο σε κάθε χέρι μέσα από το οποίο πέρναγε μια αλυσίδα η οποία ενωνόταν με ένα άλλο κρίκο πάνω σε μια κατασκευή που θύμιζε μονόζυγο. Ομοίως δεμένα και τεντωμένα ήταν και τα πόδια της και το σώμα της είχε πάρει το σχήμα του Χ.

Ο άντρας με τη μάσκα στο κεφάλι ήρθε από μπροστά της και της ανακοίνωσε: "Δεύτερη παράβαση: 15 βουρδουλιές". Τις τσίμπησε τις ρώγες μέχρι που η κοπέλα ούρλιαξε.

-"Αυτό δεν είναι τίποτα, Κατερινιώ μου" της είπε και πήγε από πίσω της. Όταν έπεσε η πρώτη βουρδουλιά της κόπηκε η ανάσα.

-"Ένα" φώναξε ο άνδρας με φωνή αλιωμένη από την ηδονή.

Δύο... τρία... Τέσσερα... κάθε νέος χτύπος που έπεφτε σε ακανόνιστο ρυθμό στους γλουτούς της την διέλυε. Κράταγε την ανάσα της περιμένοντας την επόμενη αλλά η επόμενη δεν ερχόταν. Δεν υπήρχε ρυθμός, δεν υπήρχε τρόπος να μετρήσει το χρόνο, ο πόνος την έκαιγε και τότε έτρωγε ακόμα μία... και ακόμα μία... και ακόμα μία.

Το 15 ακούστηκε σαν η πιο γλυκειά μελωδία στ' αφτιά της.

-"Υπέροχος κώλος" της είπε. "Είναι ό,τι πρέπει για κοκκίνισμα, ίσως τελικά να είναι καλύτερο να είσαι ανυπάκουη, τι λες κι εσύ πουτανίτσα;"

Η κοπέλα έκλαιγε με τρομερούς λυγμούς και δεν άκουγε τι της έλεγε ο βασανιστής της.

Της έλυσε τα χέρια και της τα ξαναέδεσε πίσω από την πλάτη. Ομοίως έδεσε τα πόδια της ώστε με το ζόρι μπορούσε η κοπέλα να περπατήσει. Έτσι την πήγε στο δωμάτιό της.

Η κοπέλα κατέρρευσε.

-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Γονάτισε μπροστά στον πρώτο αλβανό και τον πήρε στο στόμα της. Οι άλλοι δύο απλά κοιτούσαν.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Όταν συνήλθε ήταν πάλι μόνη της στο δωμάτιο. Γυμνή. Τα μόνα που φορούσε ήταν τα περικάρπια με τους κρίκους στα χέρια και τα αντίστοιχα στα πόδια. Οι γλουτοί της έτσουζαν.

-"Κάτσε στα τέσσερα στο κρεββάτι" διέταξε η φωνή.

Η κοπέλα αυτή τη φορά υπάκουσε.

Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και έκανε να γυρίσει αλλά η διαταγή του την πάγωσε: "Κάτσε εκεί που είσαι".

Η κοπέλα παραδωμένη έζησε τον πρώτο της βιασμό.

Στον μήνα που την κράτησε την βίασε πολλές φορές από παντού και μόνος του και με άλλους. Στον μήνα που την κράτησε η κοπέλα έζησε τον πιο κοινό εφιάλτη των γυναικών: Σεξουαλική σκλαβιά.

Ποτέ δεν είδε το πρόσωπό του.

Στο μήνα πάνω την άφησε να φύγει.

Πέρασε ένας χρόνος από τον εφιάλτη που έζησε η κοπέλα. Η αστυνομία δεν κατάφερε να βρει το δράστη. Η υπόθεση απαγωγής της εγγονής του μεγιστάνα Ανδρέα Νικολόπουλου που για ένα μήνα είχε συγκλονήσει το πανελλήνιο είχε μείνει ανοιχτή.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Η ετυμηγορία είχε βγει. Αθώος ο κατηγορούμενος. Η κοπέλα ξέσπασε σε κλάμματα. Ο ηλικιωμένος πίσω κοιτούσε απλανής το δικαστή. Η μεριά του κατηγορούμενου ξέσπασε σε πανηγυρισμούς.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

-"Άμεση δράση, παρακαλώ"
-"Καλησπέρα. Ονομάζομαι Χρόνης Καραγιώργης..." είπε και κόμπιασε.
-"Τι συμβαίνει" τον ρώτησαν από την άμεση δράση
-"Δεν... δεν είμαι σίγουρος. Νομίζω ότι έγινα μάρτυρας απαγωγής."
-"Παρακαλώ πείτε μας τι συμβαίνει".
Ο Χρόνης Καραγιώργης διηγήθηκε τι είχε δει.
-"Το θύμα είναι άντρα ή γυναίκα;"
-"Δεν... δεν είμαι σίγουρος. Είχε σκοτάδι και δεν βλέπω και καλά."
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Ακόμα και στην ψυχολόγο πήγαινε με τον παππού της. Εκεί καθισμένη στο χώρο αναμονής με τον παππού της να της χαϊδεύει το χέρι άκουσε μια φωνή που δε θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ: "Καληνύχτα κυρία Δεσποτοπούλου, θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα".
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Ο πρώτος αλβανός χύνει στο στόμα της. Ο επόμενος την βάζει να σκύψει μπροστά του και τρίβει το όργανό του στο πρόσωπό της. Ο τρίτος πάει από πίσω της και αφού σαλιώσει το πέος του εισδύει από πίσω της. Νιώθει τα σωθικά της να ξεσκίζονται, ο τρίτος της παρέας τον έχει πολύ μεγάλο αλλά με το που ανοίγει το στόμα της ο άλλος την μπουκώνει. Ενώ την γαμάνε με μανία το μυαλό της είναι ακόμα στα λόγια του γέρου πριν την παραδώσει στο δεσμοφύλακα.

-"Μου πήρε δύο χρόνια και μου στοίχησε ένα σκασμό λεφτά η αλλαγή φύλου. Τα μαστιγώματα που έχεις φάει ωστόσο δεν είναι η πραγματική σου τιμωρία. Η πραγματική σου τιμωρία Γιάννη Δαβέρη αρχίζει τώρα."
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-

Οι αλβανοί έχουν τελειώσει και έχουν φύγει. Είναι πεσμένος στο πάτωμα και ξερνάει. Ο κώλος του πονάει. Το δωμάτιο είναι κρύο... όπως ο τρόπος με τον οποίο σερβίρεται σαν πιάτο η εκδίκηση.

Sunday, September 18, 2011

Το τελευταίο κομμάτι

Ιδρώτας.

Αγκομαχητά.

Οργασμός.

Ξανά.

Ξανά.

Ξανά…

________________________

Η φασαρία από το γειτονικό διαμέρισμα τον ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του, έριξε μια άηχη βλαστήμια προς το ταβάνι και σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια και σούρθηκε ως το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρόσωπό του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: κουρασμένα μάτια, γένια μερικών ημερών και μαλλί σα να το χτύπησε τυφώνας.

Πήγε στην πόρτα και κοίταξε από το μάτι. Μια όμορφη κοκκινομάλλα πάλευε με τα κουτιά που ήταν παρατημένα στο διάδρομο.

Ντύθηκε και ξεπλύθηκε και χτενίστηκε σε χρόνο ρεκόρ. Στο παλιό αυτό κτήριο με τους γέρους ενοίκους η όμορφη κοπέλα, όπως και αυτός, φάνταζαν παράταιροι. Ξαναπήγε πίσω από την πόρτα και παρατηρούσε από το ματάκι περιμένοντας την κοπέλα να εμφανιστεί. Τότε βγήκε έξω.

- «Ωπ, καλημέρα» της είπε χαμογελώντας.

Η κοπέλα τον κοίταξε για λίγο, του χαμογέλασε και του απάντησε «Καλημέρα.»

Επικράτησε αμήχανη σιωπή για λίγο καθώς και οι δύο έψαχναν να βρουν τι θα πουν. Τελικά μίλησε εκείνος πρώτος.

- «Μην το πάρεις στραβά αλλά πολύ χαίρομαι που βλέπω κάποιαν στην ηλικία μου. Όλοι οι υπόλοιποι ένοικοι στο κτήριο αυτό πρόλαβαν τις πυραμίδες γιαπί.»

Η κοπέλα έβαλε τα γέλια.

- «Γιατί να το πάρω στραβά;»

Αμήχανη σιωπή.

- «Με λένε Γιάννη» της είπε.

- «Άρτεμις» του απάντησε μονολεκτικά εκείνη και έσκυψε να πάρει ένα κουτί.

- «Συγνώμη, γαϊδουριά μου» της είπε ο Γιάννης. «Θέλεις να σε βοηθήσω;»

- «Η καλύτερη πρόταση που μου ‘χουν κάνει σήμερα» του είπε η κοπέλα χαρίζοντάς του ένα λαμπερό χαμόγελο που έκανε την καρδιά του να χοροπηδήσει από τη θέση της.

________________________

- «Έχασες» της είπε.

- «Έχασα» παραδέχτηκε εκείνη.

- «Ωραία, τι περιμένεις;» την ρώτησε.

Η κοπέλα ξεφύσησε για λίγο και τελικά αργά άρχισε να βγάζει τη μπλούζα της. Από κάτω φορούσε μόνο το σουτιέν που πάσχιζε να καλύψει το βαρύ, στητό της στήθος.

Ο νεαρός ξεφύσησε και αυτός με τη σειρά του. Ένιωσε τον πούτσο του να φουσκώνει κάτω από το σλιπ.

- «Και το παντελόνι» της είπε.

Η κοπέλα υπάκουα έβγαλε το παντελόνι και έμεινε μόνο με το στρινγκάκι και το σουτιέν της. Τον κοίταξε ικετευτικά.

- «Το στοίχημα είναι στοίχημα» της απάντησε εκείνος» πλησιάζοντάς την.

Πέρασε το χέρι του ανάλαφρα πάνω από το στήθος της. Η κοπέλα ένιωσε γεμάτη ντροπή τη ρόγα της να πετρώνει και το μουνί της να υγραίνεται.

- «Μπα μπα, έχουμε ανταπόκριση βλέπω» είπε ο νεαρός βάζοντας το χέρι του κάτω από το σουτιέν της και χουφτώνοντας δυνατά το στήθος της, ή τουλάχιστον όσο χωρούσε κάτω από την παλάμη του.

Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια της και δεν είπε τίποτα. Ο νεαρός της έβγαλε το σουτιέν και έμεινε να την κοιτάει. Μετά άρχισε να της χουφτώνει τα βαριά της στήθη και με τα δυο του χέρια και αυτό συνεχίστηκε για κανένα πεντάλεπτο. Ο πούτσος του κόντευε να εκραγεί. Πήρε το χέρι της και το έβαλε πάνω από το σορτσάκι του.

- «Ε, τι κάνεις εκεί» πήγε να διαμαρτυρηθεί η κοπέλα αλλά η αίσθηση του φουσκωμένου του πούτσου στα χέρια της την παρέλυσε.

Το ποτό την είχε βαρύνει και είχε παραλύσει τις άμυνές της. Είχε μείνει μόνο η ντροπή της η οποία και αυτή πήγε περίπατο. Έκατσε στα γόνατα, του κατέβασε το σορτσάκι και το σλιπ και τον χούφτωσε με τα χέρια της.

Ο νεαρός έπιασε τον πούτσο του και την τον ακούμπησε στα χείλη. Η κοπέλα σταμάτησε και τον κοίταξε και του είπε «Όχι».

- «Έλα, λες και δεν το έχεις ξανακάνει» είπε εκείνος.

Η κοπέλα σα να ξύπνησε λίγο.

- «Το στοίχημα ήταν να δεις και να χουφτώσεις το στήθος μου. Μην το παραχέσουμε.»

Ο νεαρός σταμάτησε. Γονάτισε δίπλα της και έβαλε το χέρι μέσα από το στρινγκάκι της. Η κοπέλα πάλεψε για λίγο αν και όχι με ιδιαίτερο φανατισμό.

- «Το μουνάκι σου λέει άλλα» είπε αυτός. «Στάζεις…» συμπλήρωσε.

- «Δεν είναι σωστό…» έκανε να διαμαρτυρηθεί η κοπέλα αλλά η διαμαρτυρία της πνίγηκε καθώς ο νεαρός ο οποίος είχε σηκωθεί όρθιος της πίεσε τον πούτσο του πάνω στο στόμα της.

Η κοπέλα απρόθυμα άρχισε να τον τσιμπουκώνει.

- «Έλα να βλέπω περισσότερο ενθουσιασμό» της είπε και την τον κάρφωσε βαθιά.

Η κοπέλα ένιωσε αναγούλα αλλά ο νεαρός δεν την άφησε να πάρει ανάσα. Τελικά κάθησε σε μια πολυθρόνα και την έβαλε να γονατίσει μπροστά του.

- «Γλείψε με το ρυθμό που σε βολεύει» της είπε.

Η κοπέλα παραδομένη τον πήρε στο στόμα της και ξεκίνησε.

- «Δε θέλω βιασύνες» της είπε αυτός. «Κάντο κανονικά».

Τον υπάκουσε και πριν τον ξαναπάρει στο στόμα της έπαιξε με το κεφαλάκι του, έγλυψε τα αρχίδια του και ξαναπήρε το κεφαλάκι στο στόμα της. Το έπαιξε με τη γλώσσα της μέχρι που ο νεαρός δεν άντεξε άλλο και της το κάρφωσε στο λαρύγγι.

Ο νεαρός έγειρε μπροστά και της χούφτωσε και τα δύο στήθη. Η κοπέλα με το δεξί της χέρι έπιασε τη βάση του πούτσου του και τον έπαιζε ενώ ταυτόχρονα κινούσε το στόμα της πάνω κάτω. Με το αριστερό της χέρι έπαιζε με την κλειτορίδα της.

Την έπιασε από τα μαλλιά, την κράτησε ακίνητη και έχυσε μέσα στο στόμα της. Η κοπέλα ένιωσε τον πούτσο του να δονείται μέσα στο στόμα της και να εκτοξεύει ένα πίδακα από καυτό σπέρμα.

- «Άφησε λίγο να τρέξει και κατάπιε το υπόλοιπο» τη διέταξε.

________________________

Ο Γιάννης την κοιτούσε καλά καλά. «Μαλάκα μου παγωτό τρώει αυτή ή κάνει τσιμπούκι στον πύραυλο;»

- «Μια πεντάρα για τη σκέψη σου» τη ρώτησε ο Γιάννης που ευχαρίστως θα έδινε και πενηντάευρο.

- «Συγνώμη, αφαιρέθηκα» του απάντησε η Άρτεμις. «Μου συμβαίνει αυτό όταν απολαμβάνω κάτι.»

- «Στο έλεγα» της είπε. «Μπορεί να είναι κατά βάση κρεπερί, αλλά έχει φοβερό παγωτό.»

- «Από διασκέδαση τι κάνετε εδώ;» τον ρώτησε η κοπέλα.

- «Φοιτητούπολη είναι, δεν έχεις παρά να διαλέξεις στέκι».

- «Για να διαλέξω πρέπει να τα δω κιόλας» του είπε πετώντας του το μπαλάκι.

- «Και εγώ γιατί είμαι εδώ;» της απάντησε πιάνοντας το μεταφορικό μπαλάκι.

- «Ωραία» είπε με χαμόγελο που έλεγε πολλά. «Αλήθεια, δε σε ρώτησα, πώς και διάλεξες το μουσείο φυσικής ιστορίας για να μείνεις;»

Την κοίταξε για λίγο χωρίς να καταλαβαίνει.

- «Εννοώ αυτό το μεγάλο παλιό κτήριο που είναι γεμάτο απολιθώματα» του εξήγησε και ο Γιάννης έβαλε τα γέλια.

- «Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που το διάλεξες κι εσύ. Έχει ησυχία και χαμηλό νοίκι.»

- «Εγώ πάντως για το χαμηλό νοίκι το διάλεξα» είπε η κοπέλα. «Δυστυχώς αντί να με κάνει ο Ροκφέλερ με έκανε ένας Ροκ φελλός».

- «Τι εννοείς;» την ρώτησε.

- «Τίποτα, για τον πατέρα μου λέω. Ένας μπατίρης ροκάς του κώλου που δεν κοίταγε τα χάλια του, ήθελε και παιδί.»

- «Μήπως γίνεσαι λίγο άδικη;»

- «Καθόλου» τον διαβεβαίωσε. «Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έκλεισα τα 18 ήταν να σηκωθώ να φύγω.»

- «Για τη σχολή φαντάζομαι» της είπε.

- «Η σχολή ήταν η αφορμή αλλά έτσι κι αλλιώς θα έφευγα περνούσα δεν περνούσα στην Ιατρική». Η κοπέλα σιώπησε για λίγο και μετά τον ρώτησε «Πώς ήταν τα δικά σου παιδικά χρόνια;»

- «Μοναχικά» της απάντησε. «Ο πατέρας μου είναι ναυτικός και τον βλέπω μια στο τόσο. Η μάνα μου είναι αρκετά κλειστός τύπος, κι εγώ της έμοιασα. Ε, δεν έχω και αδέρφια οπότε καταλαβαίνεις. Εσύ έχεις αδέρφια;»

Ενώ η Άρτεμις ετοιμαζόταν να απαντήσει χτύπησε το κινητό του.

- «Με συγχωρείς μισό λεπτό» της είπε.

Μίλησε για λίγο στο κινητό του μ’ ένα συμφοιτητή του που τον ρώτησε κάτι για τις εγγραφές και μετά το έκλεισε. Γύρισε στην Άρτεμη.

- «Τι λέγαμε;»

- «Για τα παιδικά μας χρόνια» του απάντησε.

- «Α, ναι» έκανε να συνεχίσει.

- «Γιάννη, συγνώμη που σε διακόπτω αλλά πρέπει να γυρίσω στο διαμέρισμα. Έχω να ξεπακετάρω κάποια πράγματα γιατί το απόγευμα θα φύγω.»

- «Ακόμα δεν ήρθες;» την ρώτησε αυτός με κάποια δόση απελπισίας.

- «Ναι, πρέπει να κατέβω Αθήνα γιατί έχω κάποια πράγματα ακόμα να πάρω γιατί όπως είδες το πεντακοσαράκι μου δε χωράει και πολλά.»

- «Εντάξει» της είπε. Έβγαλε να πληρώσει. «Το παγωτό κερασμένο» την πληροφόρησε.

- «Ευχαριστώ πολύ» του είπε εκείνη χαμογελώντας χωρίς να του κάνει περιττές τζιριτζάτζουλες.

Το απόγευμα του χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε και μπήκε μέσα με αέρα.

- «Λοιπόν, κατεβαίνω Αθήνα. Θα επιστρέψω αύριο το βράδυ».

- «Ωραία» της είπε ο Γιάννης. «Κι εγώ θα σε βοηθήσω να ξεπακετάρεις αυτά που θα φέρεις».

- «Σ’ ευχαριστώ πολύ» του είπε χαμογελώντας του γλυκά. Έγειρε και του έδωσε ένα ανάλαφρο φιλί στο στόμα, πράγμα που τον αιφνιδίασε παντελώς. «Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Τα λέμε αύριο βράδι».

Η κοπέλα βγήκε απ' το διαμέρισμά του και έκλεισε την πόρτα αφήνοντας το Γιάννη ακόμα κοκκαλωμένο.

________________________

Η κοπέλα άφησε λίγο χύσι να βγει από το στόμα της και κατάπιε το υπόλοιπο κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Αυτά τα πράσινα μάτια, αυτό το αξύριστο πρόσωπο των λίγων ημερών δε θα το ξέχναγε ποτέ στη ζωή της.

Ο νεαρός τη χούφτωσε δυνατά στα στήθη και της τσίμπησε τις πετρωμένες ρώγες. Την σήκωσε από το πάτωμα και την έβαλε να κάτσει πάνω του. Της χάιδεψε για λίγο το πρόσωπο και μετά συνέχισε να τη χουφτώνει στα στήθη. Πήρε στο στόμα του την δεξιά της ρόγα και άρχισε να την πιπιλάει ενώ με το δεξί του χέρι της μάλαζε δυνατά το δεξί στήθος. Η κοπέλα βογκούσε και αυτός ένιωσε τον πούτσο του να σκληραίνει πάλι. Όπως η κοπέλα ήταν καθισμένη με ανοιχτά γόνατα πάνω του έβαλε το χέρι του κάτω από το στρινγκάκι της και άρχισε να της τρίβει την κλειτορίδα. Η κοπέλα βόγκηξε ακόμα πιο δυνατά.

Της έβαλε το μεσαίο δάχτυλο μέσα στην τρυπούλα της. Ένιωσε αντίσταση. Σταμάτησε και τη διέταξε να σηκωθεί και να βγάλει την κυλόττα της. Η κοπέλα τον υπάκουσε. Την έβαλε να ανοίξει τα πόδια της και πήγε να της βάλει το μεσαίο δάχτυλο. Ένιωσε πάλι αντίσταση και έσκυψε και την κοίταξε προσεκτικά.

- «Παρθένα είσαι;» τη ρώτησε με ολοφάνερη απορία.

- «Εσύ τι νόμιζες;» του ανταπάντησε εκείνη.

- «Κρίνοντας από την τέχνη σου στο τσιμπούκι, πίστευα ότι θα σ’ έχουν περάσει κάμποσοι»

- «Και αυτό το πρώτο ήταν» του είπε εκείνη.

- «Αααα, εδώ έχουμε ένα φυσικό ταλέντο» της είπε περιπαιχτικά.

- «Δεν πα να γαμηθείς ν’ ασπρίσεις;» του είπε η κοπέλα και έκανε να φύγει.

- «Αυτό ακριβώς πάω να κάνω» της είπε αυτός και της χούφτωσε το μουνί.

- «Άσε με ήσυχη» του είπε εκείνη νευριασμένη.

- «Έλα, τώρα, μη μου κάνεις τη δύσκολη» της απάντησε αυτός.

- «Άσε με» του είπε.

Το χαστούκι που της έριξε έκανε το πρόσωπό της να γυρίσει.

- «Μη μου κάνεις εμένα τη δύσκολη τώρα, ακούς;»

Η κοπέλα έμεινε άγαλμα και το μόνο που μπόρεσε ήταν να τρίψει το μάγουλό της. Ο νεαρός την ξαναχούφτωσε στο μουνί και η κοπέλα παρά τα νεύρα της ένιωσε το σώμα της να παραλύει από την καύλα.

Την πήρε από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιο. Την έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι και τη διέταξε να περιμένει. Πήγε κάπου και γύρισε με μια κουβέρτα. Την διέταξε να σηκωθεί και άπλωσε την κουβέρτα πάνω στο κρεβάτι. Την έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι, πήγε μπροστά της και έβαλε τον πούτσο του στο στόμα της. Συνέχισε να της γαμάει για λίγο το στόμα και μετά σταμάτησε και την έβαλε να ξαπλώσει μπρούμητα.

- «Θα παραμείνεις λοιπόν παρθένα από μπροστά» την πληροφόρησε. «Από πίσω τώρα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.»

Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Την έβαλε να ανοίξει ελαφριά τα πόδια και της έβαλε λίγο δάχτυλο στο μουνί. Μετά το έβαλε στην κωλοτρυπίδα της και άρχισε να το στριφογυρίζει. Η κοπέλα πόνεσε αλλά δεν έβγαλε άχνα. Ο νεαρός συνέχισε αυτό το παιχνίδι για κανένα πεντάλεπτο και μετά η κοπέλα ένιωσε το βάρος του πάνω της και τον πούτσο του πάνω στην κωλοτρυπίδα της. Το έσπρωξε πολύ ελαφρά ίσα να μπει μέσα ελάχιστα. Η κοπέλα ένιωσε ενόχληση και καύλα ταυτόχρονα.

Ο νεαρός πεσμένος πάνω της πέρασε το αριστερό του χέρι από κάτω και τη χούφτωσε στο στήθος. Μετά πέρασε το δεξί του χέρι και της έκλεισε το στόμα. Μετά μπήκε μέσα της.

Η κοπέλα φώναξε από τον πόνο αλλά η κραυγή της πνίγηκε από το χέρι του. Της κρατούσε σφιχτά το στόμα κλειστό ενώ με τον πούτσο του της άνοιγε τον κώλο.

Πόνος.

Καύλα.

Ενοχές.

Ηδονή.

Ντροπή.

Ένιωθε τον κώλο της να σκίζεται ενώ τα αγκομαχητά του στα αφτιά της την ξετρέλαιναν. Ο πόνος σα να χάθηκε και αντικαταστάθηκε από ηδονή. Ένιωσε φοβερά περίεργα, καύλα και πόνο, τη στιγμή που τραβήχτηκε.

- «Στα τέσσερα» τη διέταξε.

Εκείνη μεθυσμένη από την καύλα τσακίστηκε να τον υπακούσε.

- «Καλά το έλεγα» της είπε. «Είσαι φυσικό ταλέντο. Η μέση σου καμπυλώνει όπως ακριβώς πρέπει.»

Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Απλά κάθησε και περίμενε τον νεαρό να συνεχίσει να την παίρνει από πίσω. Αυτός με τη σειρά του δεν άργησε καθόλου, την κάρφωσε στον κώλο και άρχισε να τη γαμάει άγρια.

Είχε παίξει με τον εαυτό της και είχε ανακαλύψει τον κλειτοριδικό οργασμό. Όντας παρθένα δεν είχε φυσικά ανακαλύψει τον κολπικό και το τελευταίο που περίμενε ήταν να νιώσει οργασμό την ώρα που ο πούτσος του πλημμύριζε με καυτό χύσι τον κώλο της.

Και μετά σηκώθηκε τρέχοντας να πάει στην τουαλέτα φοβούμενη ότι θα τα κάνει πάνω της.

Όταν γύρισε αυτός είχε μαζέψει την κουβέρτα και είχε καθίσει γυμνός στον καναπέ. «Θέλω να με πάρεις και κανονικά» του είπε.

- «Έλα εδώ» τη διέταξε.

Η κοπέλα πήγε και έκατσε στα πόδια του. Ο νεαρός άρχισε να τη μαλάζει και πάλι στο στήθος.

- «Αύριο» της είπε. «Αύριο θα σε πάρω παντού από παντού».

Η κοπέλα ανατρίχιασε.

________________________

Είχε στο χέρι το ποτό της αλλά δεν έπινε. Είχε παραδοθεί στο ρυθμό των Rammstein.

Nun liebe Kinder gebt fein acht
ich bin die Stimme aus dem Kissen
ich hab euch etwas mitgebracht
ein heller Schein am Firmament

Mein Herz brennt

Το μυαλό της ήταν αλλού, όπως τότε που έτρωγε παγωτό. Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε.

Mein Herz brennt

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε βίαια. Ο Γιάννης κοκκάλωσε για λίγο αλλά γρήγορα συνήλθε και ανταπέδωσε με ενθουσιασμό.

Sie kommen zu euch in der Nacht
und stehlen eure kleinen hei?en Tranen
sie warten bis der Mond erwacht
und drucken sie in meine kalten Venen

Πήγαν στο διαμέρισμά της. Τον έβαλε να κάτσει σε μια καρέκλα. «Περίμενε» τον διέταξε. Πήγε και γέμισε δυο ποτήρια με ποτό και του έδωσε το ένα. «Έλα, πιες» του είπε και αυτή για να δώσει το καλό παράδειγμα ήπιε μονορούφι το ποτό της. Ο Γιάννης ακολούθησε το παράδειγμά της.

Η κοπέλα του κατέβασε το παντελόνι και το μποξεράκι και γονάτισε μπροστά του. Πήρε τον πούτσο του στο στόμα της και άρχισε να τον ρουφάει.

Ένιωσε το ποτό να τον βαράει κατακούτελα. Έβλεπε τα πάντα μέσα από μια ομίχλη.

- «Σ’ αρέσει Νίκο μου το τσιμπούκι που σου κάνω;»

- «Ναι...» της απάντησε ξεχνώντας ότι δεν τον λένε Νίκο.

Τον σήκωσε με τα χίλια ζόρια και πήγαν στο κρεβάτι. Εκεί έβγαλε χειροπέδες και του έδεσε και τα δυο χέρια στα κάγκελα του κρεβατιού. Ο Γιάννης ήταν πολύ ζαλισμένος για να αντιδράσει.

Η Άρτεμις κάθησε πάνω στον πούτσο του και άρχισε να κουνιέται. Μετά έπεσε πάνω του και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα.

________________________

Βροχή.

Σκοτεινός ουρανός.

Αναγουλιαστική μυρωδιά θυμιατού.

Η κοπέλα βλέπει το φέρετρο να κατεβαίνει στον τάφο.

- «Καταραμένες μηχανές» ακούει μια φωνή πίσω της.

- «19 χρονών παλικάρι» ακούει μια άλλη φωνή.

Κενό. Απόλυτο, απέραντο κενό. Ο Νίκος δεν είναι πια εδώ. Δε θα την ξαναπειράξει, δε θα ξαναπαίξει μαζί της… δεν θα την ξανακάνει δική του. Ο Νίκος της έφυγε για πάντα.

Ένιωσε το μυαλό της να την εγκαταλείπει.

________________________

Ο Γιάννης μέσα στη ζαλάδα του και την ηδονή του βλέπει την Άρτεμη να σηκώνεται από το κρεβάτι και να πηγαίνει μέσα να φέρνει κάποια κουτιά. Κουτιά τα οποία ο ίδιος την βοήθησε να ανεβάσουν πάνω. Την βλέπει τελετουργικά να τα ανοίγει ένα ένα αλλά είναι πολύ ζαλισμένος και δεν μπορεί να εστιάσει.

Η κοπέλα τον καβαλάει πάλι και αρχίζει να κουνιέται δυνατά.

- «Νίκο μου… Νίκο μου… Νίκο μου…» φωνάζει.

Ο Γιάννης παντελώς μαστουρωμένος εξπερματώνει. Η κοπέλα με ένα δυνατό ουρλιαχτό τελειώνει κι εκείνη.

- «Πόσο μου έλειψες Νίκο μου» του λέει.

- «Δε με λένε Νίκο» λέει με μαστουρωμένη φωνή. «Δε με λένε…» και χάνει τις αισθήσεις του.

Ξυπνάει πιασμένος. Είναι ακόμα δεμένος. Η χθεσινή βραδιά είναι μια θολούρα.

- «Άρτεμη;» φωνάζει αβέβαια. «Άρτεμη;»

Δεν παίρνει απάντηση.

Τραβάει τις χειροπέδες. «Άρτεμη;» Έχει αρχίσει να ανησυχεί.

Η Άρτεμις μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας κάτι στα χέρια της.

- «Ξύπνησες πουλάκι μου;» τον ρωτάει

Κρατάει μια σύριγγα στα χέρια της. Ο Γιάννης δεν προλαβαίνει να πει κάτι, η κοπέλα του καρφώνει τη σύριγγα στο λαιμό κι ο Γιάννης χάνει τις αισθήσεις του.

Ξυπνάει μετά από μια ώρα. Δεν είναι δεμένος ούτε φιμωμένος αλλά δεν μπορεί να κουνηθεί.

Η Άρτεμις ξαναμπαίνει στο δωμάτιο.

Ο Γιάννης προσπαθεί να κουνηθεί αλλά δεν τα καταφέρνει.

Η Άρτεμις σα να μη συμβαίνει τίποτα κάθεται σε μια καρέκλα και ανάβει ένα τσιγάρο. Πίνει μια γουλιά από τον καφέ της.

- «Θυμάσαι που με ρώτησες αν έχω αδέρφια; Είχα έναν αδερφό. Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τον έλεγαν Νίκο.»

Ένα λαμπάκι ανάβει στο μυαλό του Γιάννη. Η ανησυχία του έχει μεταβληθεί σε πανικό. Νίκο μου και Νίκο μου τον φώναζε χθες η κοπέλα.

- «Δεν ήταν απλά αδερφός μου. Ήταν και εραστής μου. Ήταν ο πρώτος μου και ήθελα να είναι και ο τελευταίος μου αλλά ο Μπάσταρδος που κάθεται Ψηλά και τα Βλέπει Όλα και Γαμιέται και Πατόκορφα είχε άλλα σχέδια. Μου τον πήρε.»

Ο Γιάννης γεμάτος φρίκη παλεύει να κουνηθεί. Δεν μπορεί. Πάει κάτι να πει αλλά ανακαλύπτει πως ούτε να μιλήσει μπορεί. Με τρόμο διαπιστώνει πως με δυσκολία ανασαίνει.

- «Αλλά εγώ θα τον φέρω πίσω. Κομμάτι κομμάτι. Θα τον φέρω πίσω και ο Υπεροπτικός Μπάσταρδος που τα πάντα βλέπει δεν μπορεί να κάνει τίποτα.»

Ο Γιάννης δίνει μάχη για να πάρει την κάθε ανάσα.

- «Χθες με το ναρκωτικό που σου έριξα ήσουν πολύ μαστουρωμένος για να δεις τη συλλογή μου» του είπε.

Σηκώθηκε από την καρέκλα και άνοιξε θεατρικά ένα ένα τα κουτιά. Μέσα σε κάθε κουτί είχε ταριχευμένα ανθρώπινα μέλη. Χέρια, πόδια, κορμός… γεννητικά όργανα. Έλειπε μόνο το κεφάλι.

Ο Γιάννης δε μπορούσε να ανασάνει άλλο.

- «Μόνο το κεφάλι έλειπε» είπε η Άρτεμις. «Δεν πίστευα ότι θα το βρω» συνέχισε. «Ήμουν φοβερά τυχερή. Μοιάζεις απίστευτα στο Νίκο» είπε και χαμογέλασε θριαμβευτικά.

- «Τώρα η συλλογή μου είναι πλήρης» συμπλήρωσε και ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο Γιάννης πριν παραδοθεί στην επιθανάτια αγωνία.

Μια νύχτα στο δάσος

Τ’ άστρα, ψυχρά και απόμακρα τρεμόπαιζαν γεμίζοντας το μαύρο του ουρανού με φωτεινά σημαδάκια. Ένιωσε την ψυχή του να ρουφιέται από την άβυσσο, ένιωσε τον εαυτό του να γίνεται ένα με το χρόνο.

Πέθαινε.

Πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα. Προσπάθησε να ανασάνει, μαχόταν για την κάθε ανάσα λες και ήθελε να παρατείνει το μαρτύριο, λες και προσπαθούσε να γαντζωθεί από τη ζωή σαν τον πνιγμένο που προσπαθεί να κρατηθεί από τα ίδια του τα μαλλιά.

Αααα είπε καταλαβαίνοντας.

Θυμάται…

Χαμογελά στην κοπέλα. Της λέει το όνομά του και της προτείνει το χέρι. Η κοπέλα χαμογελώντας του ανταποδίδει το χαιρετισμό και του λέει και αυτή το όνομά της. Το πρώτο τους ραντεβού κύλησε υπέροχα.

Έχει ιδρώσει και νιώθει το γυμνό της κορμί καυτό κάτω από το δικό του. Τη χουφτώνει δυνατά στο δεξί στήθος ενώ της δαγκώνει το αριστερό και ταυτόχρονα προσπαθεί να καρφωθεί όλος μέσα της. Χάνει για λίγο το ρυθμό του, παρατάει το χούφτωμα, της πιάνει τα δυο της χέρια και της τα βάζει πίσω από το κεφάλι. Αρχίζει και πάλι και ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο ξέφρενος, όλο και πιο βίαιος.

Έκρηξη…

Ανασαίνει με κοφτές ανάσες. Η ζωή του ξεφεύγει όπως η λεπτή άμμος μέσα από τις χούφτες.

Δεν έχει παρά ελάχιστα λεπτά.
________________________________

Διαβάζει το μήνυμά της στο κινητό του. «Θέλεις να βγούμε;»

Είχε περάσει κάμποσοι μήνες από τότε που την πέταξε σα σβησμένη γόπα αλλά δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Της απαντάει «Γιατί όχι;»

«Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» λέει μέσα του με κακία.

Της ρίχνει σκαμπίλια στα κωλομέρια καθώς την παίρνει άγρια από πίσω. Οι κραυγές της κοπέλας ανάμεικτες από πόνο και ηδονή ταράζουν την ησυχία της νύχτας.

Χύνει μέσα της και τραβιέται απότομα. Τι υπέροχο κώλο έχει η πουτανίτσα…

Η κοπέλα τρέχει στο μπάνιο. Εκείνος, μιας και δεν μπορεί προς το παρόν να πλυθεί, ανακάθεται στο κρεβάτι και ανάβει τσιγάρο.

Είχε ήδη αρχίσει να βαριέται…
________________________________

Ένας σκαντζόχοιρος τον μυρίζει περίεργος. Απομακρύνεται τρέχοντας φοβισμένα από τον άσχημο ήχο που κάνει καθώς πασχίζει να πάρει ακόμα μιαν ανάσα.

Ύβρις, Νέμεσις, Κάθαρσις.

Δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει μόνο η Νέμεσις.

Αααα είπε καταλαβαίνοντας.

Την ώρα που την πηδούσε η κοπέλα του κάρφωσε ένα μαχαίρι στο στέρνο.

Δεν το έκανε επειδή τον μισούσε. Δεν το έκανε λόγω του άσβεστου πάθους που της έβγαζε αυτός ο άνδρας. Δεν το έκανε από ζήλεια για τις άλλες κοπέλες που πηδούσε.

Το έκανε επειδή της άρεσε να σκοτώνει.

Έσκυψε και φίλησε τα ματωμένα του χείλη.

«Αντίο αγαπουλίνι» του είπε χαμογελώντας.

Η τελευταία του ανάσα ήταν ένας αποτρόπαιος ήχος που μαγάρισε τους ήχους του δάσους.

Εκεί στο ξέφωτο, τα αστέρια ψυχρά και απόμακρα γέμιζαν φωτεινά σημαδάκια το σκοτάδι της νύχτας.

Τα μάτια του, θαμπά, χωρίς ζωή ατένιζαν το άπειρο. Για εκείνον η Νύχτα είχε πέσει για πάντα.

Η κοπέλα έφτιαξε λίγο το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Άνοιξε το κινητό της και έστειλε μήνυμα σε κάποιον: «Θέλεις να βγούμε;»

Friday, October 1, 2010

Ο Θάνατος και η κόρη

Μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο. Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με έναν ορό στο χέρι. Τα μηχανήματα που παρακολουθούσαν την κατάστασή της δούλευαν αθόρυβα και μόνο κάποια μελαγχολικά «πινγκ» ακουγόντουσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Τα μαύρα μελαγχολικά του μάτια την κοίταξαν με αγάπη. Πήγε από πάνω της και την χάιδεψε. Τα κάποτε όμορφα μαλλιά της ήταν παρελθόν και το γλυκό της προσωπάκι ήταν καταβεβλημένο από την αρρώστια που την έσβηνε αργά και βασανιστικά τους έξη τελευταίους μήνες.

Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε προσπαθώντας να εστιάσει. Τον αναγνώρισε και έκανε να ανασηκωθεί. Δεν τα κατάφερε και ξαναέπεσε στο κρεβάτι.

«Αφέντη μου» του μουρμούρισε «δεν είμαι όμορφη για εσένα.»

«Ήσουν, είσαι και θα είσαι για μένα το πιο όμορφο πλάσμα πάνω σ’ αυτή τη Γη» της είπε σιγανά.

Η κοπέλα τον κοίταξε παραιτημένη.

«Δεν μπορεί να είσαι εσύ» του είπε. «Ξέρω ότι δεν είσαι εσύ.»

«Τι είναι αυτά που λες, μαϊμουδίτσα;» της απάντησε εκείνος τρυφερά. «Εγώ είμαι. Πίστεψες πως θα σε άφηνα ποτέ μονάχη; Δεν στο είχα ορκιστεί όταν γονάτισες μπροστά μου και σου πέρασα το λαιμοδέτη; Δε σου είχα πει ότι από εδώ και πέρα μου ανήκεις και πως από εδώ και πέρα θα είσαι πάντα δίπλα μου και θα είμαι πάντα δίπλα σου;»

Της έδωσε το χέρι του.

«Σήκω πάνω αγάπη μου» της είπε. «Σήκω να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος.»

«Δεν… δεν μπορώ Αφέντη μου» του είπε. «Πεθαίνω.»

«Ανοησίες, μαϊμουδίτσα» της είπε τρυφερά. «Σήκω πάνω»

«Είμαι άσχημη. Τα μαλλιά μου…»

«Τα μαλλιά σου, τι;» την διέκοψε εκείνος.

Η κοπέλα ξαφνιασμένη είδε τις καστανές μπούκλες να πέφτουν στο λαιμό της. Πυκνές και πλούσιες, χάιδευαν το λαιμοδέτη της πριν φτάσουν στο στήθος της. Στο στήθος της! Στο στήθος της!

«Δεν ήταν παρά ένα άσχημο όνειρο, μαϊμουδίτσα» της είπε. «Σήκω αγαπημένη μου, έλα να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος. Εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ.»

Η κοπέλα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το μηχάνημα βούιζε θυμωμένο αλλά δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης.

«Αφέντη μου» του είπε με λατρεία γονατίζοντας μπροστά του. «Αφέντη μου, πόσο μου είχες λείψει…» του είπε κλαίγοντας. Κλαίγοντας!

Από ευτυχία.

Ευτυχία!

Την έπιασε απαλά. «Σήκω πάνω μαϊμουδίτσα. Πάμε να φύγουμε από εδώ.»

Η κοπέλα σκούπισε τα δάκρυά της και τον κοίταξε χαμογελώντας. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε.

Χαμογελώντας.

Βγήκανε μαζί από το δωμάτιο, η κοπέλα και ο σπλαχνικός Χάροντας με τη μορφή του χαμένου της αφέντη. Θα τον ξαναέβλεπε εκεί, μακριά…

Πέρα.

Χαμογελαστή… έτσι τη βρήκαν οι νοσοκόμοι.

Με ένα κλάμα είχε ξεκινήσει η βασανισμένη της ζωή. Μ' ένα χαμόγελο είχε τελειώσει.




† Για τη Γιώτα